← Κύπρος

AQUISA ENTERPRISES LTD ν. Φίλιππου Φιλίππου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4838/10, 22/9/2017

AQUISA ENTERPRISES LTD ν. Φίλιππου Φιλίππου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4838/10, 22/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A310 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4838/10 Μεταξύ: AQUISA ENTERPRISES LTD, από την Πάφο Ενάγουσα και

  1. Φίλιππου Φιλίππου, από τη Λεμεσό
  2. Ζώη Φιλίππου, από τη Λεμεσό Εναγόμενου Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Ευαγγελία Πουλλά (για να ακούσει απόφαση η κα Ματσεντίδου). Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κα Μαρία Πατσαλίδου (για να ακούσει απόφαση η κα Γεωργίου). ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 07/10/2010 και δι' αυτής η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €8.895,00σ ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει εκτελεσθείσας εργασίας και υλικών πλέον τόκους προς 8% από τον Ιούνιο του 2009 πλέον έξοδα. Από τις δικογραφημένες στην έκθεση απαίτησης θέσεις προκύπτει η κάτωθι εκδοχή της Ενάγουσας: Η Ενάγουσα ασχολείται με ξυλουργικές και άλλες παρεμφερείς εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο ενώ οι εναγόμενοι είναι από τη Λεμεσό και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτες της Ενάγουσας. Κατά η περί τον Ιούνιο του 2009 η Ενάγουσα κα/ή οι υπάλληλοι και/ή οι εργοδοτουμένοι και/ή αντιπρόσωποι της, συμφώνησαν με κάποιο Samah Barsoum, εργολάβο οικοδομών, να εκτελέσει όλες τις ξυλουργικές εργασίες στην υπό ανέγερση οικοδομή των εναγόμενων στον Πύργο Λεμεσού με συμφωνηθέν αμοιβή το ποσό των €13.900= πλέον Φ.Π.Α εκ ποσού €2.085= ήτοι συνολικό ποσό εκ €15.985=. Κατά την διάρκεια των εργασιών η Ενάγουσα πληρώθηκε από τον εργολάβο της οικοδομής ποσό εκ €5.000= ενώ παρέμεινε ως υπόλοιπο ποσό εκ €10.985=. Στην πορεία τόσο οι εναγόμενοι όσο και η Ενάγουσα αντιμετώπισαν κάποια προβλήματα με τον εργολάβο, ο οποίος εγκατέλειψε τις εργασίες και έτσι οι εναγόμενοι προέβησαν σε συμφωνία με την Ενάγουσα για την συνέχιση και αποπεράτωση των εργασιών στην οικοδομή με την υποχρέωση ότι με την ολοκλήρωση των ξυλουργικών εργασιών θα πλήρωναν στην Ενάγουσα το ποσό των €5.000= έναντι του ποσού των €10.985-= καθώς και ότι το υπόλοιπο του ποσού θα πληρωνόταν εντός 2 μηνών από την ημέρα αποπεράτωσης των εργασιών. Η Ενάγουσα προέβη στην ολοκλήρωση των συμφωνηθέντων εργασιών και παρέδωσε το έργο στους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι κατέβαλαν στην Ενάγουσα το ποσό των €2.000= ενώ αρνήθηκαν να πληρώσουν το υπόλοιπο των €8.985= παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις εκ μέρους της Ενάγουσας. Η δικογραφημένη θέση των εναγόμενων ως παρουσιάστηκε στην υπεράσπιση τους συνοψίζεται στην ακόλουθη εκδοχή: Αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ειδικότερα ότι υπήρξαν πελάτες της ενώ ισχυρίζονται ότι ουδέποτε γνώρισαν οιονδήποτε αξιωματούχο και/ή εκπρόσωπο αυτής. Περαιτέρω αρνούνται ότι είχαν οιανδήποτε συναλλαγή με τον αναφερόμενο εις την παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης πρόσωπο. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στις 23/03/2008 συνεβλήθησαν μετά της εταιρείας RAMVIK CONSTRUCTIONS LIMITED για την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών σε 3 κατοικίες των εναγόμενων στο χωριό Πύργος της Επαρχίας Λεμεσού. Αρνούνται την καταβολή οιουδήποτε ποσού εις την ενάγουσα και αναφέρουν ότι οιαδήποτε συμβατική σχέση είχαν, αυτή ήταν με την εταιρεία RAMVIK. Η Ενάγουσα αποτελεί άγνωστο νομικό πρόσωπο σε αυτούς ενώ ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν προς την εταιρεία RAMVIK το ποσό των €235.000= για οικοδομικές, ξυλουργικές και άλλες εργασίες. Περαιτέρω αναφέρουν ότι εάν η Ενάγουσα καθ' οιονδήποτε χρόνο υπήρξε υπεργολάβος ή εντολοδόχος της RAMVIK είναι θέμα άγνωστο προς αυτούς και εσφαλμένα επέλεξε τους εναγόμενους ως διαδίκους στην παρούσα αγωγή. Ισχυρίζονται ότι η αγωγή είναι ασαφής, αόριστη και ενοχλητική και ως τέτοια ζητούν απόρριψη της με έξοδα. Με το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση η Ενάγουσα αναφέρει ότι αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης ενώ επαναλαμβάνει τις δικογραφημένες της θέσεις. Επιπλέον ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι ουδεμία σχέση έχει με την αναφερόμενη εταιρεία RAMVIK την οποία και δεν γνωρίζει. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν συνολικά έξι μάρτυρες, ο Χριστάκης Φραντζής ΜΕ1, ο Samah Barsoum ΜΕ2, η κυρία Κατερίνα Χ' Χαραλάμπους ΜΕ3, η κυρία Άννα Θεοδώρου ΜΕ4, η κυρία Βαθούλα Δημητριάδου ΜΕ5 και ο Hasam Mouhamed ΜΕ
  3. Εκ μέρους της Υπεράσπισης κατέθεσαν δύο μάρτυρες, η κυρία Θέκλα Κυπριανού ΜΥ1 και η Εναγόμενη 2 ΜΥ
  4. Το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά και οφείλω να αναφέρω εξ ' αρχής ότι η όλη δοθείσα μαρτυρία ήταν μακροσκελής. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σύνολο της καθότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν χρήσιμο. Αντίθετα θα προσπαθήσω να παραθέσω μια σύνοψη της εκδοχής κάθε μάρτυρα, σε σχέση με τα ουσιώδη μέρη αυτής, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη μου τα επίδικα ζητήματα. Μεγάλο μέρος της δοθείσας μαρτυρίας καταπιάστηκε πέραν των αναφορών στην ισχυριζόμενη συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενων στις σχέσεις του εργολάβου του έργου με τους ιδιοκτήτες του έργου - εναγόμενους. Ως εκ τούτου κρίνω περαιτέρω απαραίτητο να εντοπίσω και παραθέσω εξ' αρχής τα αμφισβητούμενα και επίδικα θέματα ως αυτά προκύπτουν μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Το βασικότερο ερώτημα εις το οποίο το Δικαστήριο καλείται να δώσει απάντηση μέσα από τα ευρήματα του είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι κατήρτισαν με την Ενάγουσα συμφωνία εκτέλεσης ξυλουργικών εργασιών για την εκτέλεση της οποίας εκκρεμεί υπόλοιπο αμοιβής. Προκύπτει τόσο από τα δικόγραφα όσο και από την ενώπιον μου μαρτυρία ως κοινά αποδεκτό γεγονός, ότι οι Εναγόμενοι ως ιδιοκτήτες ακίνητης ιδιοκτησίας συμβλήθηκαν με κάποιο εργολάβο οικοδομών για εκτέλεση εργασιών αναφορικά με τρείς κατοικίες. Η συμφωνία περιλάμβανε το σύνολο των εργασιών συμπεριλαμβανομένων και των ξυλουργικών. Σε κάποιο στάδιο κατά την εξέλιξη των εργασιών υπήρξε διαφωνία μεταξύ των Εναγόμενων και του εργολάβου για λόγους που δεν προκύπτουν ως κοινά αποδεκτοί. Το επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσο μετά την απομάκρυνση του εργολάβου, οι Εναγόμενοι προχώρησαν σε σύναψη συμφωνίας με την Ενάγουσα για την εκτέλεση και / ή ολοκλήρωση των ξυλουργικών εργασιών. Επιπλέον επίδικο ζήτημα ανάλογα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου στο πρώτιστο ζήτημα, οι όροι αυτής της συμφωνίας με ιδιαίτερη αναφορά στην αμοιβή και στις πληρωμές. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους του μάρτυρες όταν κατέθεταν ζωντανά από το εδώλιο του μάρτυρα και λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο που μαρτυρούσαν και απαντούσαν τις ερωτήσεις και γενικά την όλη συμπεριφορά τους σε συνάρτηση με τα όσα έχουν αναφέρει τόσο κατά την κυρίως τους εξέταση αλλά και κατά το στάδιο της αντεξέτασης, θα προχωρήσω στην κατωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Περαιτέρω, έχω υπόψη μου τις αρχές τις νομολογίας αναφορικά με την κρίση και αξιολόγηση της μαρτυρίας κάποιου μάρτυρα. Ενδεικτικά αναφέρομαι στην Αυξεντίου v. Διγκλη

(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367 όπου αναφέρθηκε ότι η μαρτυρία κρίνεται στην ολότητα της και δεν αξιολογείται μόνο από μερικά απομονωμένα στοιχεία. Επίσης, αναφέρομαι και στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη. Προτού προχωρήσω με την παράθεση της μαρτυρίας και την αξιολόγηση αυτής οφείλω να αναφέρω ότι το σύνολο της προσαχθείσας από πλευράς Ενάγουσας μαρτυρίας περιορίστηκε σε μαρτυρία που ως θα διαφανεί δεν αποτελεί άμεση μαρτυρία αλλά εξ' ακοής. Ουδείς μάρτυρας από πλευράς ενάγουσας, έχων άμεση σχέση και πρωτογενή γνώση για τα ουσιώδη γεγονότα προσήλθε ενώπιον μου. Το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε αφορά μαρτυρία προσώπων οι οποίοι μετέφεραν δηλώσεις που τους μεταφέρθηκαν κατά κύριο λόγο από τρίτο πρόσωπο, τον διευθυντή της Ενάγουσας, ο οποίος όμως δεν παρουσιάστηκε ενώπιον μου για να δώσει μαρτυρία. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι εξ' ακοής μαρτυρία σημαίνει «δήλωση» με βάση το άρθρο 23 του Νόμου που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε διαδικασία, πολιτική ή ποινική και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται στη δήλωση. Με την αναφορά σε «αρχική δήλωση» νοείται η δήλωση του προσώπου που έχει προσωπική γνώση του γεγονότος. Για σκοπούς του ίδιου νόμου και ο όρος «δήλωση» με βάση το άρθρο 2 του Κεφ.9, σημαίνει οποιαδήποτε παρουσίαση ή περιγραφή ή παράσταση γεγονότος ή παρουσίαση ή έκφραση γνώμης η οποία γίνεται προφορικά ή εγγράφως ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Με την τροποποίηση που επήλθε με τον Νόμο 32
(1)/2014 στον Νόμο Περί Αποδείξεως, Κεφ.9, η εξ' ακοής μαρτυρία, είναι πλέον αποδεκτή ως μαρτυρία, σε αντίθεση με τον αποκλεισμό της ως τέτοια με βάση τον προηγούμενο της τροποποίησης νόμο, ήτοι μια τέτοια μαρτυρία πλέον δεν αποκλείεται εκ προοιμίου από οποιαδήποτε διαδικασία για τον μόνο λόγο ότι συνιστά εξ ακοής μαρτυρία (βλ. άρθρο 24, Κεφ.9). Ιδιαίτερη σημασία έχει με βάση και τα όσα ο ίδιος ο Νόμος αλλά και η νομολογία έθεσε ο τρόπος με τον οποίο αξιολογείται μια τέτοια μαρτυρία που οδηγεί στην κατάληξη επί της βαρύτητας που θα της προσδώσει τελικά το Δικαστήριο. Με βάση τις πρόνοιες του ίδιου του Νόμου με αναφορά στο άρθρο 27 τίθενται τα κάτωθι σε σχέση με την αξιολόγηση της βαρύτητας της εξ' ακοής μαρτυρίας: «27.-
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.» Το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 27 αναφέρει ότι τα κριτήρια αξιολόγησης δεν παρατίθενται εξαντλητικά αλλά μπορεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Σημαντική βέβαια η αναφορά του ίδιου του νομοθέτη στο εδάφιο
(3)για την υποχρέωση του διαδίκου να παρουσιάσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και αν δεν το έπραξε για ποιους λόγους προέκυψε αυτό. (βλέπε Κολάνη ν. Ταμπουρά, Πολιτική Έφεση 151/2007, 12.7.2010). Προκύπτει ότι αδυναμία συνιστά η απουσία εξήγησης για τη μη κλήτευση του μάρτυρα που προέβη στην αρχική δήλωση και παραπέμπω για τον ζήτημα αυτό στην απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Στυλιανού, Πολιτική Έφεση 319/2006, 22.1.
  1. Με βάση την νομολογία που προέκυψε από την σχετική τροποποίηση του 2004 και μετέπειτα έχουν τεθεί διάφορα κριτήρια επί των οποίων το Δικαστήριο δύναται να βασισθεί κατά το στάδιο εξέτασης και αξιολόγησης της εξ' ακοής μαρτυρίας με γενικό κανόνα ότι η βαρύτητα με την οποία θα πιστώσει το Δικαστήριο την μαρτυρία αυτή εξετάζεται μέσα από τα περιστατικά, γεγονότα και ιδιαιτερότητα της κάθε υπόθεσης. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω σε σχέση με την εξ΄ ακοής μαρτυρία καταλήγω ότι η μαρτυρία που γενικά παρουσιάστηκε από πλευράς Ενάγουσας είναι ελλιπής ενώ παρουσιάζει μια εκδοχή αδύναμη από άποψη στοιχείων, σε τέτοιο βαθμό που εμποδίζει το Δικαστήριο από του να της προσδώσει σημαντική βαρύτητα. Σημειώνω ότι κάθε μαρτυρία εκάστου μάρτυρα εκ μέρους της ενάγουσας θα εξεταστεί κατωτέρω ξεχωριστά, οφείλω όμως ενόψει του είδους και της φύσης της μαρτυρίας, να αναφέρω ότι το σύνολο της παρουσιάζει προβλήματα που άπτονται της αξιοπιστίας της και επηρεάζουν την βαρύτητα που δύναμαι να της προσδώσω. - Αναφέρω ότι ουδεμία δικαιολογία δόθηκε, κατά πρώτο λόγο, ως προς τα ακριβή αίτια απουσίας του αναφερόμενου από όλους τους μάρτυρες προσώπου που έχει την ιδιότητα του Διευθυντή της Ενάγουσας και το οποίο σύμφωνα με όλους προέβη στην αρχική δήλωση. - Η αναφορά κάποιων εκ των μαρτύρων σε προβλήματα υγείας του προσώπου αυτού παρέμεινε ως αναφορά, γενική και αόριστη χωρίς προσδιορισμό σε χρόνο και σε λεπτομέρειες που να έδιδαν έστω και έμμεσα δικαιολογία για την απουσία του. Πέραν των γενικών τούτων αναφορών σε προβλήματα υγείας και απουσία του εκτός Κύπρου, ουδέν στοιχείο που να το βεβαιώνει αυτό παρουσιάστηκε αλλά ούτε και κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό που να επεξηγεί για ποιο λόγο το πρόσωπο αυτό αδυνατούσε να προσέλθει στην Κύπρο και να καταθέσει προωθώντας της υπόθεση του. - Πέραν των πιο πάνω που λαμβάνονται υπόψη ως προς την βαρύτητα που τελικά θα προσδώσει το Δικαστήριο στην εξ' ακοής μαρτυρία η παντελής απουσία του προσώπου που κατά το νόμο και τους μάρτυρες εκπροσωπεί την Ενάγουσα προβλημάτισε το Δικαστήριο και ως προς το κατά πόσο αυτό το πρόσωπο τελικά προώθησε την παρούσα υπόθεση και αν τελικώς προωθήθηκε η αγωγή ενώπιον μου δεόντως. - Πέραν των ανωτέρω κριτήριο αξιολόγησης της δοθείσας εξ' ακοής μαρτυρίας αποτελεί και ο συσχετισμός και ταύτιση της με την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε. Η εκδοχή που παρουσιάστηκε για σύναψη, μεταγενέστερα του Τεκμηρίου 1, μια ξεχωριστής και αυτόνομης συμφωνίας, μεταξύ Ενάγουσας και εναγόμενων 1 και 2 δεν στηρίζεται από οιοδήποτε έγγραφο. Πέραν της αρχικής συμφωνίας μεταξύ εναγόμενων και εργολάβου, ουδέν έγγραφο και άλλο στοιχείο στηρίζει την εκδοχή περί σύναψης προφορικής μαρτυρίας μεταξύ των διαδίκων, το περιεχόμενο αυτής και το είδος της. Επιπλέον και αντίθετα με την εκδοχή που παρουσιάστηκε αρκετά εκ των τεκμηρίων που παρουσιάστηκαν ακόμα και από τους ίδιους τους μάρτυρες της Ενάγουσας είναι σε αντίθεση με την δική τους εκδοχή. Για παράδειγμα η ύπαρξη επιταγής και πληρωμής επ' ονόματι του διευθυντή της Ενάγουσας δεν αποτελεί ενισχυτική της θέσης τους μαρτυρία ενόψει του ότι υπάρχει παράλληλα μαρτυρία ότι γίνονταν πληρωμές από τους εναγόμενους προς τον εργολάβο με επιταγές στις οποίες το όνομα του δικαιούχου παρέμενε κενό. Ο ΜΕ2 ανάφερε το γεγονός αυτό ότι ήτο μια συνήθης πρακτική καθότι αυτές τις επιταγές θα τις εκχωρούσαν σε τρίτα πρόσωπα για αγορά υλικών αλλά και σε υπεργολάβους. Αυτό σε συνάρτηση με την έλλειψη άλλων στοιχείων όπως η απουσία άμεσης ή άλλης ικανής μαρτυρίας αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο συνάφθηκε η ισχυριζόμενη συμφωνία, οι όροι αυτής, το περιεχόμενο σε σχέση με την αμοιβή, αποδυναμώνουν σε τέτοιο βαθμό την ισχύ της εξ' ακοής μαρτυρίας που σε συνδυασμό με την εκδοχή των εναγόμενων, των οποίων η μαρτυρία παρουσιάζει, ως κατωτέρω θα διαφανεί, αληθοφάνεια, οδηγούν το Δικαστήριο στην κατάληξη του περί του ότι δεν μπορεί να προσδώσει σημαντική βαρύτητα στην μαρτυρία που παρουσιάστηκε ως εξ' ακοής. ΜΕ1 O μάρτυρας αυτός εργάζεται στην Σ.Π.Ε Λεμεσού και κατέβαλε προσπάθεια να καταθέσει αντίγραφο επιταγής. Για συγκεκριμένους λόγους που φαίνονται στα πρακτικά και κατόπιν ένστασης η κατάθεση αυτού του εγγράφου δεν έγινε αποδεκτή. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι κλητεύθηκε από την συνήγορο της Ενάγουσας να παρουσιάσει συγκεκριμένη επιταγή και κατάσταση λογαριασμού, ενώ επίσης του ζητήθηκε να αναφέρει κατά πόσο αυτή η επιταγή πληρώθηκε. Ενόψει της τελικής μορφής που έλαβε η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, καταλήγω ότι ουδέν προσέφερε στα επίδικα ζητήματα ενόψει του ότι ο μάρτυρας αυτός πέραν των πιο πάνω ουδέν άλλο ανέφερε. Συνεπακόλουθα η μαρτυρία του κρίνεται ως επουσιώδης και χωρίς καμία ιδιαίτερη σημασία και ως τέτοια η περαιτέρω αξιολόγηση της παρέλκει. ΜΕ2 Ο μάρτυρας αυτός κατάγεται από την Αίγυπτο και αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους μάρτυρες σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Το πρόσωπο αυτό παρουσιάστηκε με ιδιότητα η οποία και αμφισβητήθηκε έντονα αναφέροντας την κάτωθι εκδοχή. Αναγνώρισε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου την Εναγόμενη 2 της οποίας γνώριζε τον αδελφό του άντρα της. Μέσω αυτού του προσώπου του δόθηκαν σχέδια με σκοπό να υποβάλει προσφορά για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο χωριό Πύργος της Λεμεσού. Αναφέρει ότι ανέλαβε το έργο αυτό υπό την ιδιότητα του εργολάβου του έργου. Η συμφωνία ενώ αναφέρει ότι έγινε προφορικά ακολούθως αναφέρει ότι έγινε και γραπτή συμφωνία με τον εργολάβο τον οποίο κατονόμασε ως κάποιο Νίκο Μανσούρ. Ως τεκμήριο 1 αναγνώρισε και κατέθεσε έγγραφο μεταξύ κάποιας εταιρείας Ramvik Construction Ltd και δύο άλλων προσώπων που φάνηκε μετά ότι είναι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ημερομηνίας 23/03/
  2. Το έγγραφο αυτό περιγράφει τις τεχνικές προδιαγραφές για την ανέγερση μιας γωνιακής οικίας και παράδοση σκελετών για δύο άλλες μεζονέτες. Επίσης αναφέρεται σε όρους πληρωμής. Ανέφερε ότι η εταιρεία Ramvik είναι εργοληπτική εταιρεία ιδιοκτησίας του Μανσούρ. Εξήγησε ότι ο ίδιος δεν κατέχει άδεια εργολάβου αλλά ενεργεί ως υπεργολάβος έτσι χρησιμοποίησε το Μανσούρ ως εταιρεία για την εκτέλεση των σκελετών του έργου, ενώ ο ίδιος θα ολοκλήρωνε τις λοιπές εργασίες μέχρι το τελείωμα. Επί του τεκμηρίου 1 αναγνώρισε την υπογραφή του ως την δεύτερη υπογραφή στην θέση δια τους εργολάβους, ενώ η αναφορά στο τεκμήριο 1 στο όνομα Μάρκος ανέφερε ότι αφορά τον ίδιο ο οποίος ονομάζεται και Μάρκος. Το τηλέφωνο που αναγράφεται δίπλα από το όνομα Μάρκος είναι το δικό του. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής τεκμήριο 1 λειτούργησε ως υπεργολάβος της εταιρείας Ramvik ενώ στις εργασίες που ανέλαβε περιλαμβάνονταν και οι ξυλουργικές. Ξεκίνησε τις εργασίες λαμβάνοντας προκαταβολή €5000 ενώ όταν ζήτησε περαιτέρω χρήματα για να πληρώσει τον πελεκάνο του οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να τον πληρώσουν. Ως πελεκάνο χρησιμοποίησε τον κύριο Μελάκ Φαρές ο οποίος είναι διευθυντής της Ενάγουσας. Ανέφερε ότι για τις εργασίες π ου ανέλαβε αυτός ως υπεργολάβος χρησιμοποίησε άλλους εργάτες και εταιρείες μια εκ των οποίων και η Ενάγουσα. Από την προκαταβολή των 5000 έδωσε χρήματα και στην Ενάγουσα για τα ξυλουργικά. Ο ΜΕ2 ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι και ιδιαίτερη η Εναγόμενη 2 δεν κατέβαλλαν τα χρήματα της συμφωνίας με την αιτιολογία ότι ανέμενε να κάνει δάνειο και έτσι αναγκάστηκε να σταματήσει την εκτέλεση του έργου. Τότε, ζήτησε από όλους τους εργάτες στο έργο να εγκαταλείψουν τις εργασίες. Σε μεταγενέστερο στάδιο έμαθε ότι οι Εναγόμενοι επικοινώνησαν με τον πελεκάνο του και έκαναν άλλη συμφωνία για συνέχιση των εργασιών και όπως τον πληροφόρησε ο πελεκάνος δεν τον πλήρωσαν και κινήθηκε νομικά. Η συμφωνία του ιδίου ήταν για τα ξυλουργικά €13000 και κάτι ενώ τις €5000 προκαταβολή τις πληρώθηκε ο ίδιος. Ο ίδιος στον πελεκάνο έδωσε περίπου €5000 μόλις ξεκίνησε το έργο. Δεν γνωρίζει αν τελικά η Ενάγουσα ολοκλήρωσε τις εργασίες καθότι ο ίδιος έφευγε από την Κύπρο συχνά για προβλήματα υγείας αλλά όταν επέστρεψε βρέθηκε με τον ιδιοκτήτη της Ενάγουσας ο οποίος τον ενημέρωσε ότι τελικά ολοκλήρωσε την εργασία αλλά δεν πληρώθηκε. Όταν ο ίδιος εγκατέλειψε το έργο εκτός από τις ξυλουργικές εργασίες παρέμειναν σε εκκρεμότητα «κάτι μικροπράγματα» όπως στα ηλεκτρικά και κάτι μπρίζες. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 ανέφερε ότι τα τελευταία 3 - 4 χρόνια δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων υγείας. Ο Νίκος Μανσούρ εκ μέρους της Ενάγουσας είναι φίλος του. Όταν γνώρισε την Εναγόμενη 2 συστήθηκε ως Μάρκος όνομα το οποίο δεν φαίνεται στην ταυτότητα του καθότι το όνομα πατρός του ήταν Morkos και στην Κύπρο τον φωνάζουν είτε Μάρκο είτε Sameh. Δεν θυμάται αν συναντήθηκε με τους Εναγόμενους στην Πάγο ή στη Λεμεσό αλλά θυμάται ότι παρών ήταν και ο Νίκος της εταιρείας Ramvik. Για την σύνταξη της προσφοράς που υπέβαλε τον βοήθησε ένας φίλος του Σάββας. Ενώ η συμφωνία στην οποία αναφέρεται είναι το τεκμήριο 1 το οποίο υπέγραψε και ο ίδιος ως υπεργολάβος. Η εταιρεία Ramvik χρησιμοποιήθηκε για να τοποθετήσει την ταμπέλα της επειδή ήταν εργολάβος και η συμφωνία ήταν η εταιρεία αυτή να ολοκληρώσει μόνο τον σκελετό. Αναγνώρισε το τεκμήριο 1Α που είναι το πρωτότυπο έγγραφο του τεκμηρίου
  3. Αναγνώρισε πέραν από τη δική του υπογραφή, την υπογραφή του διευθυντή της Ramvik, αλλά και των Εναγομένων 1 και
  4. Κατά τον χρόνο που υπέγραψε το τεκμήριο 1 ο ίδιος δεν είχε άδεια εργολάβου ενώ δέχθηκε ότι ο εργολάβος διορίζει τους υπεργολάβους. Ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι εξ' αρχής ήθελαν μια φτηνή δουλειά και συμφωνήσαν ότι ο εργολάβος θα εκτελέσει μόνο τον σκελετό και τις υπόλοιπες εργασίες ο ίδιος. Ο μάρτυρας επανειλημμένα ανέφερε ότι η Ramvik πέραν της εκτέλεσης των σκελετών παραχώρησε ουσιαστικά την ταμπέλα της ως αδειούχο εργολάβος για να μπορέσει ο ΜΕ2 να εκτελέσει τις υπόλοιπες εργασίες. Ο ίδιος θεωρεί ότι η υπογραφή του επί του τεκμηρίου 1 τέθηκε υπό την ιδιότητα του ως υπεργολάβος. Συμφώνησε ότι στο τεκμήριο 1 δεν διαχωρίζονται οι εργασίες που θα εκτελούσε η Ramvik και ο ίδιος. Ενώ συμφωνεί ότι χρησιμοποίησε την ταμπέλα της Ramvik ακολούθως αναφέρει ότι ενεργούσε για λογαριασμό της. Υπέγραφε και εισέπραξε για την εταιρεία αυτή. Ενώ ο ίδιος σαν πρόσωπο δεν φαινόταν κάπου. Συμφώνησε ότι ο ιδιοκτήτης ήτοι οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι ο ίδιος ενεργούσε εκ μέρους της Ramvik, αλλά ανέφερε ότι γνώριζαν επίσης τον διαχωρισμό των εργασιών. Αρνήθηκε ότι αναφέρει ψέματα αναφέροντας σωφδαότι οι Εναγόμενοι ήταν πλήρως ενήμεροι για τις λεπτομέρειες της συμφωνίας ως ο ίδιος τις αναφέρει, αναφέροντας περαιτέρω ότι λόγω της μη πληρωμής του εξέδωσε ακάλυπτες επιταγές για τις οποίες και καταδικάστηκε σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών. Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ο ΜΕ2 ανέφερε ότι διορίστηκε από τον εργολάβο με συμφωνία ως φαίνεται στο τεκμήριο 1 αλλά θα πληρωνόταν απευθείας από τον ιδιοκτήτη. Συμφώνησε δε ότι πληρωνόταν από τον ιδιοκτήτη για λογαριασμό της εταιρείας Ramvik. Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι όταν ολοκλήρωσε η Ramvik τον σκελετό συνέχισε ο ίδιος τις εργασίες και πληρωνόταν από τους ιδιοκτήτες. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το τεκμήριο 2, δέσμη τιμολογίων της Ramvik Constructions και αναγνώρισε σε κάποια εξ' αυτών το όνομα του. Τα τιμολόγια εκδίδονταν από τον Νίκο για την Ramvik την υπογραφή του οποίου αναγνωρίζει στα τιμολόγια. Τα τιμολόγια αυτά πληρώθηκαν με επιταγές των Εναγομένων 1 και
  5. Δεν εκδίδονταν άλλες αποδείξεις για την πληρωμή τους. Ο μάρτυρας δέχθηκε ότι το άθροισμα των τιμολογίων του τεκμηρίου 2 ανέρχεται σε €211,125 και πληρώθηκε με βάση την συμφωνία τεκμήριο
  6. Δεν θυμάται να πληρώθηκε ποσό χωρίς τιμολόγιο ενώ στην υποβολή ότι πληρώθηκε ο ίδιος εκ μέρους της Ramvik ποσό πέραν των €18000 χωρίς τιμολόγιο και απόδειξη ανέφερε ότι ενόψει των φιλικών τους σχέσεων στην αρχή δεν είχαν προβλήματα και δέχθηκε ότι κάποιες φορές καταβάλλονταν χρήματα χωρίς απόδειξη και τιμολόγιο. Δέχθηκε ότι αρκετές από τις επιταγές όταν δίδοντο δεν έφεραν το όνομα δικαιούχου το οποίο έμενε κενό για να μπορεί ο ίδιος να δίδει την επιταγή σε άλλα πρόσωπα είτε για υλικά, είτε σε εργαζόμενους στην οικοδομή. Επέμενε ότι όταν διέκοψαν την εργασία τους οι εναγόμενοι επικοινώνησαν με τους υπαλλήλους του και έκαναν ξεχωριστές συμφωνίες. Εκτός από την Ενάγουσα το ίδιο έγινε και με τον μπογιατζή του έργου. Ενώ ανέφερε ότι υπήρχε πολιτικός μηχανικός στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του, στην αντεξέταση ανέφερε δεν την είδε ποτέ και δεν θυμάται το όνομα της. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και σε άλλα ζητήματα που δεν αφορούν τα επίδικα, όπως ισχυρισμούς για αγορά επιχείρησης φούρνου από τους Εναγόμενους, γεγονός το οποίο οδήγησε στην αδυναμία πληρωμής του ιδίου. Ο ίδιος υπό την ιδιότητα του την προσωπική ουδέποτε εξέδωσε τιμολόγιο ή απόδειξη στους Εναγόμενους. Αρχικά την Ενάγουσα την διόρισε ο ίδιος ως υπεργολάβος με προφορική συμφωνία. Με τον Μελάτ γνωρίζονται από παλιά και ο ίδιος τον βοήθησε να εγγράψει την εταιρεία του, ήτοι την Ενάγουσα. Τον Μελάτ τον πλήρωνε σαν εργολάβος ενώ για τις πληρωμές αυτές δεν εκδίδετο ούτε τιμολόγιο, ούτε απόδειξη. Ο μάρτυρας δεν θυμάται μέχρι πότε εργάστηκε η Ramvik στην οικοδομή ενώ δέχθηκε ότι όταν έδωσε οδηγίες να σταματήσουν οι εργασίες, το έπραξε εκ μέρους της Ramvik. Η θέση της Υπεράσπισης ως τέθηκε στο μάρτυρα αυτό, ήταν ότι ο ίδιος και ο Μανσούρ εκπροσωπώντας την Ramvik εγκατέλειψαν το έργο μετά τον Νοέμβρη του 2009 όπως επίσης και οι υπεργολάβοι ενόψει του ότι η Ramvik δεν τους πλήρωνε. Ομοίως οικονομικές διαφορές η Ramvik είχε και με εταιρείες παροχής υλικών οικοδομής. Το ποσό της συμφωνίας σε σχέση με τα ξυλουργικά συμφωνήθηκε πριν την υπογραφή της συμφωνίας ενώ οι εργασίες αυτές ολοκληρώθηκαν πριν εγκαταλείψει η Ramvik το έργο και γι' αυτές πληρώθηκε. Ο μάρτυρας επέμεινε στην εκδοχή του ότι ο ιδιοκτήτης επικοινώνησε με τον πελεκάνο και έκαναν άλλη συμφωνία και αυτό το γνωρίζει από τα όσα του είπε ο ίδιος ο Μελάτ. Ο μάρτυρας αυτός οφείλω να αναφέρω εξ' αρχής ότι δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ενώ τα όσα ανέφερε δημιούργησαν μια συγκεχυμένη εικόνα ως προς το τι ακριβώς διαμείφθηκε μεταξύ του ιδίου και των Εναγόμενων, όπως επίσης και σε σχέση με την ιδιότητα του. Κατ' αρχήν αναφέρω ότι τα όσα αναφέρθηκαν από τον μάρτυρα σε σχέση με το τεκμήριο 1 δεν αφορούν άμεσα τα επίδικα ζητήματα καθότι άπτονται της σχέσης της Ramvik και του ΜΕ2 με τους Εναγόμενους και όχι την απευθείας σχέση Ενάγουσας και Εναγόμενων. Παρ' όλα αυτά ως έμμεσα σχετιζόμενα ενόψει του ότι αφορούν το ίδιο έργο δύναται να αξιολογηθούν στα πλαίσια της γενικότερης αξιολόγησης της αξιοπιστίας του ΜΕ
  7. Όσον αφορά τα επίδικα ζητήματα είτε το κατά πόσο υπήρξε συμβατική σχέση της Ενάγουσας με τους Εναγόμενους, η μαρτυρία του ΜΕ2 δόθηκε όχι με αναφορά σε γεγονότα που ο ίδιος γνωρίζει άμεσα αλλά από τα όσα ο διευθυντής της Ενάγουσας φέρεται να ανέφερε στον ΜΕ
  8. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του θα αξιολογηθεί κάτω από τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης της εξ' ακοής μαρτυρίας. Σε σχέση με την λοιπή μαρτυρία του που άπτεται της δικής του σχέσης με τους Εναγόμενους, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται φτωχή, ανεπαρκής ενώ σε πολλά σημεία αντιφατική. Ενώ αναφέρει ότι υπέγραψε την συμφωνία ως υπεργολάβος της Ramvik, ταυτόχρονα επικαλείται άμεση συμφωνία με τους Εναγόμενους με τον ίδιο ως εργολάβο και χρησιμοποιώντας την Ramvik ως μια ασπίδα νομιμοποίησης ενόψει του ότι ο ίδιος δεν κατείχε άδεια εργολάβου για να μπορεί να συνάπτει νόμιμα συμφωνίες εργολαβίας. Ενώ θυμάται με λεπτομέρεια όλες τις λεπτομέρειες της συμφωνίας δεν μπορεί να θυμηθεί εάν πληρώθηκε ποσά πέραν αυτών που φαίνονται στα τιμολόγια και χωρίς την έκδοση τιμολογίου, ενώ σε άλλο σημείο παραπέμπει στις φιλικές του σχέσεις με τους Εναγόμενους αποδεχόμενος ότι μπορεί να καταβλήθηκαν και τέτοια ποσά. Παράλληλα και σε άλλα σημεία διαφοροποιεί αυτήν του τη θέση. Σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα η εξ' ακοής μαρτυρία του ΜΕ2 βασίζεται στην θέση ότι ο διευθυντής της Ενάγουσας, τον οποίο ο ίδιος χρησιμοποίησε ως υπεργολάβο για τις ξυλουργικές εργασίες, του ανάφερε ότι μετά που εγκατέλειψε το έργο σύνηψε συμφωνία με τους εναγόμενους προς ολοκλήρωση του έργου. Η μαρτυρία αυτή συνιστά εξ΄ ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού. Πέραν της γενικότερης αξιολόγησης στην οποία προέβηκα ανωτέρω αναφέρω ότι δεν δύναμαι να προσδώσω οιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΕ
  9. Ο ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τον χρόνο σύναψης της ισχυριζόμενης συμφωνίας, το περιεχόμενο της, ποιες εργασίες παρέμειναν προς εκτέλεση κατά τον χρόνο σύναψης της και εάν ολοκληρώθηκαν ή όχι. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ο ΜΕ2 αναφερόμενος στις εργασίες που παρέμειναν ημιτελής όταν η RAMVIK αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το έργο, αναφέρθηκε σε μικροδουλειές χωρίς αναφορά σε ξυλουργικές εργασίες. Επιπλέον καμία αναφορά έγινε και καμία μαρτυρία δόθηκε ως προς το ποσό της αμοιβής που αυτή περιλάμβανε, τις πληρωμές και τυχόν υπόλοιπο. Σημειώνω ότι η γενική θέση του ΜΕ2 ότι ο Διευθυντής της ενάγουσας του ανάφερε ότι συμφώνησε με τους εναγόμενους να ολοκληρώσει τις ξυλουργικές εργασίες και δεν τον πλήρωσαν παρέμεινε γενική, αόριστη και χωρίς υποστήριξη από οιοδήποτε έγγραφο. Σημειώνω ότι δεν μπορώ να παραβλέψω ότι οι αναφερόμενες ξυλουργικές εργασίες του έργου περιλαμβάνονταν και αποτελούσαν μέρος της συμφωνίας με την εργοληπτική εταιρεία RAMVIK (βλέπε Τεκμήρια 1 και 1Α που αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν) ενώ ουδεμία αναφορά έγινε στο ποιες εργασίες παρέμειναν για ολοκλήρωση όταν ο εργολάβος του έργου εγκατέλειψε το έργο. Συνεπώς ασαφής η θέση ως προς το ποιες εργασίες είχε αναλάβει να ολοκληρώσει η Ενάγουσα και σε ποια τιμή. Ασαφής και στο σημείο αυτό η θέση του ίδιου του ΜΕ2 ο οποίος αναφέρει ότι όταν αναγκάστηκε, κατά την θέση του να εγκαταλείψει το έργο, είχαν παραμείνει για εκτέλεση εργασίες τις οποίες χαρακτήρισε ως «μικροπράγματα». Ουδεμία θέση ή μαρτυρία η αναφορά στο πως δικαιολογείται η αξίωση για το συγκεκριμένο ποσό ενώ είχαν παραμείνει προς ολοκλήρωση μικρό - εργασίες. Η θέση του παρέμεινε ασαφής ενώ δύναται να θεωρηθεί ότι συγκρούεται και με την λογική. Συνδυαζόμενη δε και με τα έγγραφα που κατέθεσε η πολιτικός μηχανικός του έργου (ΜΥ1), ήτοι τα διατακτικά πληρωμής σχετιζόμενά με την ασαφή ημερομηνία σύναψης της ισχυριζόμενης επίδικης συμφωνίας, ατονεί δει περισσότερο την ισχύ της μαρτυρίας του ΜΕ
  10. Συνεπακόλουθα των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι δεν δύναμαι να προσδώσω οιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΕ2 και ούτε να βασισθώ επ' αυτής για την εξαγωγή οιονδήποτε συμπερασμάτων. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του ΜΕ2 απορρίπτεται στην ολότητα της. ΜΕ3 Ως ΜΕ3 προσήλθε μια εκ των αρχικών συνηγόρων της Ενάγουσας η οποία και αποσύρθηκε σε προγενέστερο στάδιο από την εκπροσώπηση της Ενάγουσας. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ο Μελάτ Φαρές είναι διευθυντής της Ενάγουσας και την επισκέφθηκε γύρω στο 2009 στο γραφείο της σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ως τεκμήριο 3 και 4 κατέθεσε πιστοποιητικό σύστασης της Ενάγουσας εταιρείας και πιστοποιητικό αξιωματούχων. Σύμφωνα με την ΜΕ3 ο διευθυντής της Ενάγουσας της ανέφερε ότι είχε συμφωνήσει με κάποιο υπεργολάβο ονόματι Μάρκο να εκτελέσει τις ξυλουργικές εργασίες στην κατοικία των Εναγόμενων για το ποσό των €15.985 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. σε κάποιο στάδιο της ανέφερε ότι λόγω μη πληρωμής ο υπεργολάβος εγκατέλειψε το έργο όμως οι Εναγόμενοι συμφώνησαν μαζί του να παραμείνει και να πληρωθεί απευθείας για τις εργασίες. Μέχρι τότε η Ενάγουσα πληρώθηκε από τον υπεργολάβο €5000 ενώ ακολούθως και μετά την συμφωνία με τους Εναγόμενους πληρώθηκε με επιταγή από τους Εναγόμενους €2000 και παρέμεινε το αξιούμενο υπόλοιπο. Ως τεκμήριο 5 κατέθεσε αντίγραφο επιστολής που σύνταξε η ίδια προς τους Εναγόμενους με απόδειξη αποστολής του δια συστημένου ταχυδρομείου με την οποία αξιώνεται η καταβολή του οφειλόμενου ποσού. Στην επιστολή αυτή οι Εναγόμενοι δεν απάντησαν. Αντεξεταζόμενη η ΜΕ3 ανέφερε ότι ο διευθυντής της Ενάγουσας της ανέφερε ότι αρχικά διορίστηκε από τον υπεργολάβο Σαμέρ Μπαρσούμ. Ακολούθως η ίδια ενημερώθηκε στα πλαίσια της αποκάλυψης εγγράφων ότι υπήρχε συμφωνία με την Ramvik. Η πελάτης της αρχικά συμφώνησε με τον υπεργολάβο αναφέροντας ότι οποιοσδήποτε υπεργολάβος είχε δικαίωμα να συμφωνήσει με άλλους υπεργολάβους. Η μάρτυρας δέχθηκε ότι δεν είχε λεπτομερή γνώση της ιδιότητας του Μπαρσούμ και ακολούθως κατά την πορεία της αγωγής αντιλήφθηκαν ότι ήταν υπεργολάβος. Τον Μπαρσούμ τον συνάντησε επίσης στο γραφείο της όπου είχε έρθει μαζί με τον διευθυντή της Ενάγουσας. Δεν θυμάται όμως να είπε στην ίδια ο Μπαρσούμ υπό ποια ιδιότητα ενεργούσε αλλά απ' ότι γνωρίζει, η Ενάγουσα είχε δοσοληψίες μόνο με τον Μπαρσούμ. Σε σχέση με την πληρωμή του ΜΕ2 ο οποίος ανέφερε ότι έλαβε ημερομίσθιο €300 για να μαρτυρήσει, έλαβε οδηγίες από τον πελάτη της μέσω πληρεξουσίου αντιπροσώπου του στην Πάφο, να του τα καταβάλει. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην επιστολή τεκμήριο 5 και διευκρίνισε ότι η προσφορά που αναφέρεται σε αυτήν αφορά την προφορική συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενων. Η αναφορά στην ίδια επιστολή σε εργολάβο παραπέμπει στο Μπαρσούμ καθότι ο πελάτης της μόνο με αυτό συμβλήθηκε και αυτό θεωρούσε εργολάβο της οικοδομής. Το μοναδικό έγγραφο που της παρουσίασε ο πελάτης της ήταν μια επιταγή €2000 από τους Εναγόμενους. Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια 6 και 7 επιστολές της ίδιας προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού με την οποία ζητούσε αρχικά με το τεκμήριο 6 όπως η αναφερόμενη επιταγή μην καταστραφεί για σκοπούς χρήσης της σε Δικαστήριο ενώ με το τεκμήριο 7 ζητούσε πληροφορίες ως προς τον δικαιούχο της ίδιας επιταγής. Στην επιταγή που η ίδια είχε υπόψη της δεν αναφερόταν δικαιούχος. Η ίδια δεν γνωρίζει πότε έλαβε χώρα η συγκεκριμένη συμφωνία χρονικά. Κατά την συζήτηση με το πελάτη της δεν θυμάται να ενημερώθηκε ποιες εργασίες είχαν εκτελεστεί κατά την παρουσία του εργολάβου και ποιες παρέμειναν μετά που ο εργολάβος εγκατέλειψε το έργο. Αυτό που θυμάται είναι ότι όταν την επισκέφθηκε ο πελάτης της στο γραφείο οι εργασίες είχαν ολοκληρωθεί. Δεν γνωρίζει αν ήταν τελειωμένο το σπίτι. Η ίδια προσωπικά επικοινώνησε τελευταία φορά με τον διευθυντή της Ενάγουσας πριν φύγει για το εξωτερικό και συγκεκριμένα πριν από το 2011 -
  11. Έκτοτε δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τον διευθυντή της Ενάγουσας. Οδηγίες και συνεννόηση έχει με μια κυρία Άννα που είναι η πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του διευθυντή της Ενάγουσας. Η μάρτυρας διαφώνησε ότι οι εργασίες ολοκληρώθηκαν μέχρι τις 30/12/2008 και ήτο πλήρως εξοφλημένες προς την Ramvik Constructions Ltd. Το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΕ3 ήτο εξ' ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού από τα όσα ο διευθυντής της Ενάγουσας φέρεται να της έχει αναφέρει. Η μάρτυρας άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και καταλήγω ότι ανέφερε τα όσα ο διευθυντής της Ενάγουσας της μετέφερε χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι αποδέχομαι την εκδοχή της Ενάγουσας. Το γεγονός όμως ότι ο διευθυντής της Ενάγουσας ανέφερε την εκδοχή αυτή στη δικηγόρο του, δεν οδηγεί αυτόματα σε αποδοχή της ως την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων. Η όλη μαρτυρία της ΜΕ3 θα πρέπει να αξιολογηθεί ως εξ' ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού στην οποία όμως αδυνατώ να προσδώσω ουσιώδη βαρύτητα ενόψει τόσο της γενικότερης αξιολόγησης ανωτέρω όσο και των όσων παρέμειναν γενικά και αόριστα μέσα και από την μαρτυρία της ΜΕ
  12. Η γενικότητα αυτή προκύπτει και μέσα από την θέση που μετέφερε η ΜΕ3 σε συνδυασμό και με τα δικόγραφα. Η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας είναι ότι εργολάβος του έργο ήταν ο ΜΕ2 ο οποίος και διόρισε ως υπεργολάβο για τα ξυλουργικά την Ενάγουσα ενώ αναφέρει αργότερα ότι υπήρχε συμφωνία με άλλη εργοληπτική εταιρεία, την RAMVIK, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκαν αργότερα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Η σύγκρουση αυτή μαρτυρίας και δικογράφων δεν ήρθη σε κανένα στάδιο αντίθετα παραμένει μέχρι και την έκδοση αυτής της απόφασης. Το Δικαστήριο δεν δύναται να εκφύγει των δικογραφημένων θέσεων ενός διαδίκου αν και εν προκειμένω το ζήτημα αυτό που άπτεται της σχέσης εργολάβου του έργου και εναγόμενων δεν άπτεται άμεσα των επιδίκων θεμάτων, παραταύτα όμως δύναται να αξιολογηθεί στα γενικότερα πλαίσια της μαρτυρίας αφού είναι ένα ακόμη στοιχείο που ενισχύει την ασαφή εικόνα που παρουσιάστηκε από πλευρά Ενάγουσας σε σχέση με τις σχέσεις των διαδίκων. Επιπλέον εντύπωση προκαλεί η θέση της ΜΕ3 ότι η τελευταία επικοινωνία με τον διευθυντή της Ενάγουσας από τον οποίο έλαβε οδηγίες ήταν πριν 5 - 6 χρόνια ήτοι το 2011-
  13. Καμία αναφορά από την ΜΕ3 στους λόγους απουσίας άμεσης μαρτυρίας από τον διευθυντή της Ενάγουσας, ουδέν πιστοποιητικό που να δικαιολογεί ενδεχομένως την απουσία του λόγω προβλημάτων υγείας, αλλά ακόμα και να αποδεικνύει ότι η Ενάγουσα επιθυμεί να προωθήσει και προωθεί την παρούσα αγωγή. Πως είναι δυνατό να θεωρήσω δίχως άλλο ότι η Ενάγουσα μέχρι και σήμερα προωθεί την αξίωση της αλλά εδώ και 5 - 6 χρόνια δεν επικοινώνησε με την δικηγόρο της. Σε κάθε περίπτωση καμία αναφορά έγινε σε επικοινωνία με την συνήγορο που προώθησε την αγωγή και/ή σε οιασδήποτε μορφής επικοινωνία. Η μαρτυρία της ΜΕ3 δεν προσδίδει καμία πειστικότητα στην αξίωση ενόψει και των ουσιωδών κενών σε αυτήν. Ελλείπει η αναφορά στον χρόνο σύναψης της ισχυριζόμενης συμφωνίας, στο περιεχόμενο αυτής με αναφορά στις εργασίες που θα εκτελούντο, στην συμφωνηθείσα αμοιβή και πως αυτή προέκυψε αλλά και στους όρους πληρωμής. Οι θέσεις της στο ζήτημα αυτό ήταν γενικές και αόριστες ενώ ακόμα και η αναφορά σε πληρωμή €2.000= με τον τρόπο που αυτή έγινε και τον οποίο εξήγησα ανωτέρω δεν δύναται να αποτελέσει επιχείρημα για την αποδοχή της. Συνεπακόλουθα των όσων ανέφερα δεν δύναμαι να προσδώσω στην εξ΄ακοής μαρτυρία της ΜΕ3 καμία βαρύτητα η οποία να ενισχύει την προβληθείσα από την Ενάγουσα εκδοχή. ΜΕ4 Η Άννα Θεοδώρου από την Πάφο ανάφερε ότι γνωρίζει τον διευθυντή της Ενάγουσας Melad Pharis Qaladh ενόψει οικογενειακών και φιλικών σχέσεων. Κατάθεσε γενικό πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο την διόρισε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του ενώ αναγνώρισε και το Τεκμήριο προς αναγνώριση Α το οποίο κατέστη Τεκμήριο 9, σύμβαση εργοδότησης του Μελά από την Ενάγουσα. Σε σχέση με τα επίδικα θέματα η μάρτυρας ανάφερε ότι ο Μελάτ της έλεγε ότι ερχόταν Λεμεσό για δουλειά ως πελεκάνος την οποία αρχικά εκτελούσε εκ μέρους μιας εταιρείας ενώ αργότερα που οι ιδιοκτήτες δεν πλήρωναν τον εργολάβο έλαβε οδηγίες από την ιδιοκτήτρια να προχωρήσει και να ολοκληρώσει τις ξυλουργικές εργασίες και να τον πληρώσουν απευθείας. Δεν γνωρίζει προσωπικά την ιδιοκτήτρια αλλά από ότι της έλεγε ο Μελάτ την έλεγαν Ζωή και τον σύζυγο της Φίλιππο και το έργο ήταν στον Πύργο Λεμεσού. Η ΜΕ4 σε σχέση με την πληρωμή του Μελάτ ανέφερε ότι ως της είπε ο ίδιος του είχαν καταβάλει ποσό εκ €2.000= αρχικά με συμφωνία το υπόλοιπο να καταβληθεί με την ολοκλήρωση του έργου, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Τον Samah Barsoum άλλως αναφερόμενο και ως Μάρκο τον γνωρίζει φιλικά και από τον σύζυγο της ο οποίος ήταν Αιγύπτιος ενώ τον είδε και στον χώρο του Δικαστηρίου. Γνωρίζει ότι και αυτός εργαζόταν στο ίδιο έργο ως υπεργολάβος αλλά και δεν πληρωνόταν ενώ η ίδια ανάφερε ότι έλεγε στον Μελάτ να μην συνεχίσει τις εργασίες αλλά εκείνος επέμεινε και της έλεγε ότι θα τον πληρώσουν απευθείας. Τον Μπαρσούμ τον πλήρωσε η ίδια για να έρθει στο Δικαστήριο γιατί δεν είχε λεφτά να έρθει. Αυτά τα χρήματα θα της τα επιστρέψει ο Μελάτ. Η ΜΕ4 κατέθεσε στα πλαίσια της κυρίως μαρτυρίας της και το Τεκμήριο 10 που αποτελεί κατάσταση ασφαλιστέων αποδοχών από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε σχέση με τον διευθυντή της Ενάγουσας. Αντεξεταζόμενη η ΜΕ4 ανάφερε ότι για τη παρούσα υπόθεση ενημερώθηκε πρώτη φορά από τον Μελάτ ενώ μίλησε επανειλημμένα με ην δικηγόρο του πριν 5 - 6 χρόνια περί το 2010 - 2011 χωρίς να θυμάται με ακρίβεια. Το τεκμήριο 8, πληρεξούσιο έγγραφο, υπογράφηκε στην παρουσία της από τον Μελάτ ενώ ο τελευταίος ήρθε τελευταία φορά στην Κύπρο τον περασμένο Αύγουστο (σημειώνω στο σημείο αυτό ότι η μαρτυρία της ΜΕ4 δόθηκε τον Νοέμβριο) που ήταν και η τελευταία φορά που η ίδια μίλησε μαζί του. Δεν γνωρίζει εάν το πληρεξούσιο που έχει, διατηρεί την ισχύ του μέχρι και σήμερα. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της η ΜΕ4 ανάφερε ότι μίλησε τηλεφωνικώς με τον Μελάτ, 8 - 10 ημέρες πριν την πρώτη φορά που ήρθε στο Δικαστήριο και ο τελευταίος είναι ενήμερος για την παρουσία της ως μάρτυρας. Από την Ενάγουσα εταιρεία δεν έχει κάποιο πληρεξούσιο και γνωρίζει για αυτήν μόνο προφορικά. Το τεκμήριο 8 αφορά τον Μελάτ προσωπικά αλλά ο Μελάτ εκπροσωπούσε την εταιρεία. Το όνομα της ενάγουσας δεν φαίνεται κάπου στο τεκμήριο
  14. Ο Μελάτ σύμφωνα με την ΜΕ4, μιλά, διαβάζει και γράφει στην ελληνική γλώσσα. Ο Μελάτ ήταν διευθυντής και υπάλληλος της ενάγουσας. Το συμβόλαιο εργοδότησης φέρει την υπογραφή του Μελάτ την οποία και αναγνώρισε πράγμα που δεν μπορούσε να πράξει για την δεύτερη υπογραφή που το τεκμήριο 9 φέρει. Δεν γνωρίζει ποιος κατάρτισε το Τεκμήριο 9 και νομίζει ότι κατά τον χρόνο εκείνο διευθυντής ήταν ο Μελάτ. Για την επίδικη οικονομική διαφορά μεταξύ Ενάγουσας και εναγόμενων ο Μελάτ της μίλησε το
  15. Από όσα της είπε ο Μελάτ η συμφωνία έγινε μεταξύ του ιδίου και των ιδιοκτητών ενώ δεν θυμάται να υπήρχε και άλλος εμπλεκόμενος. Απ' ότι θυμάται η εργασία με βάση την ισχυριζόμενη συμφωνία ξεκίνησε το 2009 ή 2010 ενώ δεν θυμάται πότε τελείωσε. Της είπε όμως ο Μελά ότι η εργασία ολοκληρώθηκε. Δεν γνωρίζει λεπτομέρειες της εν λόγω συμφωνίας ούτε εάν αυτή ήταν γραπτή η αν υπήρχαν μάρτυρες. Δεν θυμάται εάν εκδόθηκε απόδειξη για την προκαταβολή που έλαβε, δεν έχει όμως στην κατοχή της κανένα έγγραφο είτε απόδειξη, είτε τιμολόγιο. Δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο εργολάβος του έργου αλλά τον υπεργολάβο που ήταν ο Μάρκος. Αυτό της ανέφεραν τόσο ο Μάρκος όσο και ο Μελάτ. Δεν γνωρίζει άλλους υπεργολάβους. Η μάρτυρας αυτή σε πολλά σημεία της αντεξέτασης της ανέφερε θέσεις αντιφατικές με την εκδοχή της ενάγουσας αλλά και με θέσεις που η ίδια έθεσε στην κυρίως εξέταση της, οι οποίες κάθε άλλο παρά τυχαίες μπορούν να εκληφθούν. Ενώ επιμένει για συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενων, δεν γνωρίζει λεπτομέρειες για την ενάγουσα ως εταιρεία και η όλη της μαρτυρία αναφέρεται στον Μελάτ υπό την προσωπική του ιδιότητα, αποδέχεται ότι ο Μελάτ έπρεπε να πληρωθεί από τον εργολάβο και συμφωνεί με την υποβολή ότι οι εναγόμενοι έκαναν συμφωνία μόνο με την εταιρεία RAMVIK ως εργολάβο για την εκτέλεση εργασιών περιλαμβανομένων και των ξυλουργικών σε συνεννόηση με τους εκπροσώπους της RAMVIK, Νίκο και Μάρκο. Επαναλαμβάνοντας δε την ίδια υποβολή σε αυτήν αναφέρει ότι θετικά απάντησε στο σκέλος της αναφορικά με το όνομα του Μάρκου ενώ δεν ξέρει τι ίσχυε σε σχέση με τον εργολάβο. Η μάρτυρας ως ανωτέρω ανάφερα δεν μπόρεσε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με μαρτυρία όσον αφορά τις λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης συμφωνίας. Πέραν της προκαταβολής των €2.000, αναφέρει ότι η συμφωνία ήταν για συνολική αμοιβή «Γύρω στις €14.000, 13.500, 14.000» που συμφωνήθηκε μάλλον με μια γραπτή συμφωνία την οποία η ίδια δεν είδε ενώ οι εργασίες που περιλαμβάνοντα σε αυτήν αφορούσαν τα ξυλουργικά, γενικά. Σε σχέση με την επιταγή των €2.000= στο όνομα του Μελάτ και στο ερώτημα από ποιόν συμπληρώθηκε το όνομα του δικαιούχου επικαλέστηκε την πάροδο των 10 χρόνων και δεν κατέστη δυνατό να δώσει σαφή και ξεκάθαρη απάντηση ούτε καν σε ότι αφορά την γνώση της. Στις υποβολές ότι ουδεμία συμφωνία καταρτίστηκε και ουδέν ποσό οφείλεται η μάρτυρας απάντησε ότι σε αυτό θα καταλήξει το Δικαστήριο ενώ επικαλέστηκε την θεία δίκη. Η όλη μαρτυρία της ΜΕ4 ως ανωτέρω διαφάνηκε χαρακτηρίζεται ως ανεπαρκής και φτωχή από άποψη ποιότητας. Ομοίως με την λοιπή προσαχθείσα μαρτυρία και αυτή αποτελείται από εξ' ακοής θέσεις και ισχυρισμούς. Η μάρτυρας ακόμα και σε γεγονότα που η ίδια αναφέρει ότι έζησε ήταν διστακτική και έδωσε ασαφείς, γενικές και αόριστες απαντήσεις. Βεβαίως δεν παραβλέπω ότι η πάροδος των χρόνων αδυνατεί την μνήμη και λεπτομέρειες δυνατό να μην δίδονται όμως η όλη μαρτυρία της ΜΕ4 ήταν γενική και ελλιπής σε καίρια θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων. Η μαρτυρία της ΜΕ4 ουδόλως συμπλήρωσε κενά ή έδωσε στοιχεία που να αφορούν τις απαιτούμενες για να δύναμαι να καταλήξω σε ευρήματα λεπτομέρειες που σχετίζονται με την σύναψη της σύμβασης από χρονικής πλευράς, περιεχόμενο, όρους και αμοιβή. Οι θέσεις της περαιτέρω είναι σε αντίθεση και/ή δεν συνάδουν ούτε με την δικογραφημένη εκδοχή που προωθήθηκε μέσα από την έκθεση απαίτησης. Η σύναψης της ισχυριζόμενης συμφωνία με βάση τα δικόγραφα έλαβε χώρα περί τον Ιούνιο του 2009 ενώ η θέση της μάρτυρος ήταν ότι ο Μελάτ έλαβε προκαταβολή στην σύναψη της συμφωνίας ύψους €2.000=. Ακόμα και να αποδεχόμουνα τις θέσεις αυτές της μάρτυρος ήτοι ότι η επιταγή Τεκμήριο 16 αφορούσε και δόθηκε στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής δεν μπορώ να αγνοήσω ότι φέρει ημερομηνία 16/11/
  16. Πως είναι δυνατό να έλαβε την επιταγή τον Νοέμβριο ως προκαταβολή για συμφωνία που καταρτίστηκε τον Ιούνιο ενώ ολόκληρο το έργο αναφέρει ότι μπορεί να ολοκληρώθηκε γενικά και αόριστα περί το 2009 ή
  17. Ενώ ισχυρίζεται ότι ο Μελάτ της ανέφερε ότι θα αναλάβει να συνεχίσει με ξεχωριστή συμφωνία τις ξυλουργικές εργασίες και να πληρωθεί απευθείας από τους εναγόμενους και ότι η ίδια μάλιστα τον συμβούλευσε να μην το κάνει, κατά την αντεξέταση της αναφέρει ότι πρώτη φορά για την παρούσα υπόθεση της μίλησε το
  18. Σημειώνω ότι η κατ' ισχυρισμό συμφωνία με βάση τα δικόγραφα συνάφθηκε τον Ιούνιο του
  19. Από την μαρτυρία της ΜΕ4 σημειώνω ότι ελλείπει ομοίως και από την λοιπή μαρτυρία η οιαδήποτε σύνδεση της επίδικης ισχυριζόμενης συμφωνίας με την Ενάγουσα ως νομικό πρόσωπο. Όλοι οι μάρτυρες και ειδικά η ΜΕ4 αναφέρονται σε συμφωνία με κάποιον Μελάτ ενώ αγνοούν και δεν δύνανται να δώσουν επαρκείς λεπτομέρειες σε σχέση με την ενάγουσα ως εταιρεία. Σημειώνω περαιτέρω ότι δεν καταχωρήθηκε οιοδήποτε έγγραφο που να συνδέει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την ενάγουσα με τους εναγόμενους, είτε επιταγή είτε έγγραφη συμφωνία. Η μοναδική επιταγή που φέρει το όνομα του Μελάτ ως δικαιούχου και εκδόθηκε από τους εναγόμενους, δόθηκε ως διαφάνηκε με κενό το όνομα δικαιούχου και δεν αφορά την εταιρεία. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω καταλήγω ότι δεν δύναμαι να προσδώσω οιουδήποτε βαθμού βαρύτητα στην εξ΄ακοής μαρτυρία της ΜΕ4, ενόψει και των ανωτέρω προβληματισμών που παρέθεσα, και την οποία απορρίπτω στο σύνολο της. ΜΕ5 Η Βαθούλα Δημητριάδου εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού στο τμήμα τρεχούμενων λογαριασμών και ο εναγόμενοι ήταν πελάτες του πιστωτικού αυτού ιδρύματος. Από λογαριασμό που διατηρούν οι εναγόμενοι στο εν λόγω τραπεζιτικό ίδρυμα εκδόθηκαν 8 επιταγές με δικαιούχο τον Νίκο Μανσούρ. 4 επιταγές κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 11 που φέρουν να εκδόθηκαν από λογαριασμό των εναγόμενων 1 και 2 και δικαιούχο τον Νίκο Μανσούρ και ως τεκμήριο 12 αντίγραφα άλλων 4 επιταγών εκδομένων από τους εναγόμενους και δικαιούχο τον Νίκο Μανσούρ. Ως Τεκμήριο 13 κατατέθηκαν 4 επιταγές εκδομένες από λογαριασμό των εναγόμενων και δικαιούχο τον Sameh Marcos ή Sameh Barsoum και ως Τεκμήριο 14 δέσμη αντιγράφων επιταγών με τους ίδιους εκδότες και φερόμενο δικαιούχο. Σύνοψη των τεκμηρίων 11, 12, 13 και 14 που ετοιμάστηκε από την ΜΕ5 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  20. Ως Τεκμήριο 16 η ΜΕ5 κατέθεσε πρωτότυπο έγγραφο επιταγής εκδομένης από λογαριασμό των εναγόμενων 1 και 2 και με αναφερόμενο δικαιούχο τον Μιλάντ Γκάλαντ για ποσό εκ €2.000= και ημερομηνία 26/11/
  21. Αντεξεταζόμενη η ΜΕ5 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν το τεκμήριο 16, ήτοι η επιταγή με δικαιούχο τον Μιλάντ Γκάλαντ εκδόθηκε μεταχρονολογημένη όπως επίσης δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος συμπλήρωσε τα λοιπά στοιχεία αυτής. Η ίδια μπορεί να επιβεβαιώσει μόνο την υπογραφή του εκδότη. Η επιταγή εξαργυρώθηκε και υπολογίζει ότι εξαργυρώθηκε σε μετρητά χωρίς να ξέρει σίγουρα. Η ίδια θέση ισχύει και για τις επιταγές των τεκμηρίων 11, 12, 13 και
  22. Δεν μπορεί να γνωρίζει πότε εκδόθηκαν, ποιος τις συμπλήρωσες, εάν ήταν μεταχρονολογημένες και εάν κατατέθηκαν η εξαργυρώθηκαν σε μετρητά. Η μαρτυρία της ΜΕ5 καταλήγω με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο ότι δεν προσέδωσε οιαδήποτε στοιχεία τα οποία το Δικαστήριο να δύναται να χρησιμοποιήσει με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων επί των επίδικων ζητημάτων. Η μάρτυρας αυτή καταλήγω ότι ήταν ειλικρινής και έδωσε στοιχεία τα οποία είχε στην διάθεση της λόγω της θέσης της στο τραπεζιτικό ίδρυμα από το οποίο εκδόθηκαν επιταγές από τον λογαριασμό των εναγόμενων. Αποτελεί προφανές γεγονός από την μαρτυρία της αλλά και από τα σχετικά τεκμήρια που έχουν καταχωρηθεί, δεν έχει άλλωστε αμφισβητηθεί, ότι εκδόθηκαν επιταγές από λογαριασμό των εναγόμενων στο όνομα του διευθυντή της RAMVIK (Νίκος Μανσούρ), στο όνομα του Σαμεχ Μπαρσούμ ή Μάρκου αλλά και μια επιταγή στο όνομα του Μίλαντ Γκάλαντ. Το γεγονός αυτό όμως από μόνο του δεν δύναται να οδηγήσει σε οιοδήποτε συμπέρασμα ύπαρξης συμβατικής σχέσης μεταξύ εναγόμενων και ενάγουσας. Η θέση που έχει ήδη τεθεί από τον ΜΕ2 περί έκδοσης επιταγών από τους εναγόμενους στα πλαίσια της συμφωνίας Τεκμήριο 1 και 1Α χωρίς να αναγράφεται από τους εναγόμενους το όνομα του δικαιούχου και τα όσα προέκυψαν από την αξιολόγηση της λοιπής μαρτυρίας περί της έλλειψης στοιχείων που να συντείνουν στην ύπαρξη απευθείας συμβατικής σχέσης μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενων, δεν αφήνουν περιθώρια εξαγωγής άλλου συμπεράσματος. Συνεπακόλουθα και παρά το ότι η μαρτυρία της ΜΕ5 ήταν καθόλα αξιόπιστη αυτή δεν αποτελεί καίρια και ουσιαστική μαρτυρία που να συμπλήρωσε με οιοδήποτε τρόπο κενά. ΜΕ6 Ως τελευταίος μάρτυρας εκ μέρους της Ενάγουσας προσήλθε ο Χασάν Μωχάμεντ ο οποίος ανάφερε ότι ο Μελάτ Φαρές ήταν ο εργοδότης του («ο μάστρος μου»). Ο ίδιος βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία 8 χρόνια και εργάστηκε με τον Μελάτ για περίοδο 1 χρόνου σε ένα σπίτι στην Λεμεσό και σε άλλο σπίτι για μια πέργολα. Στο σπίτι αυτό στην Λεμεσό ξέρει πώς να πάει αλλά δεν γνωρίζει το όνομα των ιδιοκτητών μπορεί όμως να τους αναγνωρίσει. Γνωρίζει την γυναίκα ιδιοκτήτρια της οικίας αυτής στην οποία εργαζόταν την οποία υπέδειξε ως το άτομο που βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Οι ιδιοκτήτες ερχόντουσαν στο σπίτι κάποιες φορές. Οι εργασίες στο σπίτι αυτό ολοκληρώθηκαν αλλά ο ίδιος την ημέρα της παράδοσης δεν ήταν παρών. Σύμφωνα με τον μάρτυρα οι ιδιοκτήτες ήταν ικανοποιημένοι με την εργασία ενώ υπήρχε μια διαφωνία αναφορικά με την τοποθέτηση των πλυντηρίων. Ο εργοδότης του, του κατέβαλε τα δικά του ημερομίσθια αλλά του ανέφερε ότι οι ιδιοκτήτες δεν τον πλήρωσαν. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε ότι το πρόβλημα με την τοποθεσία των πλυντηρίων το ανάφεραν οι ιδιοκτήτες στον εργοδότη του και ήταν και ο ίδιος παρών. Αναφορικά με το κατά πόσο ο εργοδότης του πληρώθηκε ή όχι επεξήγησε ότι ο ίδιος δεν το έχει δει με τα μάτια του αλλά όταν τον πλήρωσε τα μεροκάματα του, του είπε ότι εκείνον δεν τον έχουν πληρώσει. Δεν ξέρει αν αυτό είναι αλήθεια αλλά αυτό πιστεύει. Ο ΜΕ6 δεν γνωρίζει ανέφερε τι συμφώνησε ο εργοδότης του και με ποιους. Επίσης δεν γνωρίζει κατά πόσο ο μάστρος του ήταν υπεργολάβος ενώ ως εργολάβο για όλες τις δουλειές κατονόμασε τον Sameh Almasri από την Αίγυπτο. Ανέφερε δε ότι ο Sameh ανέθεσε στον Milad τα έπιπλα. Γνωρίζει ότι ο Sameh εργαζόταν μόνος του και είχε δουλειές κυρίως στην Πάφο και τα έπιπλα τα ανάθετε στον Milad. Δεν γνωρίζει ποια ιδιότητα όμως είχε ο Sameh στην οικία στην Λεμεσό. Στην ερώτηση εάν ο Milad ήταν υπεργολάβος στο έργο, απάντησε ότι εργάζεται για λογαριασμό του. Την πολιτικό μηχανικό του έργου που του υποβλήθηκε ότι επέβλεπε το έργο δεν την γνωρίζει και επέμεινε ότι ο ίδιος έβλεπε συχνά την γυναίκα ιδιοκτήτρια η οποία ερχόταν και με ένα μικρό παιδί. Τέλος στην υποβολή ότι ουδέν ποσό οφείλεται από τους εναγόμενους στον μάστρο του ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό το πράγμα δεν το γνωρίζει. Η μαρτυρία του ΜΕ6 στο σύνολο της ήταν αδύνατη από άποψη πειστικής αξίας αλλά και απομακρυσμένη από τα επίδικα ζητήματα. Ο μάρτυρας αυτός ενδεχομένως να εργάστηκε πράγματι στην οικία των εναγόμενων, αλλά μέσα από την μαρτυρία του δεν κατέστη δυνατό να ξεκαθαρίσει η ιδιότητα του υπό την οποία εργάστηκε, από ποιόν πληρωνόταν και με βάση ποιο καθεστώς. Σε σχέση με την επίδικη ισχυριζόμενη συμφωνία πέραν της εξ' ακοής θέσης του ότι ο Μιλάτ δεν πληρώθηκε, ως του ανέφερε ο ίδιος, δεν γνώριζε για συμφωνία μεταξύ του μάστρου του και των ιδιοκτητών. Επιπλέον καμία αναφορά έγινε από τον ΜΕ6 στην θέση των λοιπών μαρτύρων της ενάγουσας περί αρχικής συμφωνίας υπεργολαβίας και επακόλουθη απευθείας συμφωνία της Ενάγουσας με τους εναγόμενους. Είναι άξιο απορίας πως ένα πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι εργάστηκε εξ΄αρχής και μέχρι το τέλος στην επίδικη οικία δεν γνώριζε ή δεν περιήλθε στην αντίληψη του η διακοπή των εργασιών και η επάνοδος πλέον με άλλη ιδιότητα και στα πλαίσια μιας ξεχωριστής συμφωνίας. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αυτός με κύριο ζήτημα την ύπαρξη συμφωνίας και την καταβολή ποσών προς τον μάστρο του δεν διαφώτισαν τις ουσιώδεις πτυχές με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να παραμείνει μετέωρη αι αποκομμένη από την λοιπή μαρτυρία ενώ σε κανένα μέρος αυτής δεν δύναμαι να βασισθώ για την εξαγωγή οιονδήποτε συμπερασμάτων. Βεβαίως οφείλω να αναφέρω ότι αποδέχομαι ότι ο ΜΕ6 εργάστηκε στην επίδικη οικία αλλά η ιδιότητα του, ο εργοδότης του όπως και ο ρόλος γενικά και ειδικά που αυτός κατείχε παρέμειναν στοιχεία άγνωστα για το Δικαστήριο. Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Ενάγουσας με το πέρας της μαρτυρίας των πιο πάνω 6 προσώπων η πλευρά των εναγόμενων παρουσίασε την υπεράσπιση της με την παρουσίαση 2 μαρτύρων. Της μαρτυρίας της πολιτικού μηχανικού Θέκλας Κυπριανού και της ίδιας της εναγόμενης 2 Ζώης Φιλίππου. ΜΥ1 Η μάρτυρας είναι πολιτικός μηχανικός απόφοιτος του πανεπιστημίου του Κιέβου στο Kisi. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 εξουσιοδότηση εντολέα σε εγγεγραμμένο μηχανικό για παροχή υπηρεσιών σε σχέση με το επίδικο έργο ήτοι την ανέγερση τριών κατοικιών μια για ιδιοκατοίκηση και 2 μεζονέτες. Περαιτέρω η μάρτυρας ανέφερε ότι με βάση την συμφωνία με τον εργολάβο η κατοικία των εναγόμενων θα ολοκληρωνόταν ενώ οι άλλες 2 μεζονέτες θα έφταναν μέχρι του σημείου του σκελετού. Υπογράφηκε συμφωνία με την εργοληπτική εταιρεία RAMVIK για τις πιο πάνω εργασίες για το ποσό των €257.000=. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν η επιβλέπων μηχανικός του έργου σε όλα τα στάδια και εξέδιδε πιστοποιητικά πληρωμής τα οποία απέστελλε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για να γίνεται η αποδέσμευση ποσών για την εξόφληση τους. Κατέθεσε ως τεκμήριο 18, δύο διατακτικά πληρωμής, ημερ.19/3/2008 και 31/12/
  23. Το διατακτικό ημερομηνίας με αρ.7 (30/12/2008) αναφέρεται σε πελεκανικά με αναλυτικό κόστος δαπάνης σε €17,086.00σ και δαπάνη μέχρι σήμερα €17.086,00σ ενώ στην στήλη Υπολειπόμενη δαπάνη αναγράφεται ποσό εκ €0.00=. Απ' ότι θυμάται ο εργολάβος εργάστηκε στο εργοτάξιο μέχρι τα μέσα του έτους 2009 ενώ κατά τον χρόνο που έφυγε είχαν παραμείνει σε εκκρεμότητα τα εξωτερικά και εσωτερικά μπογιατίσματα, οι τοιχοποιίες, ο εξωτερικός τοίχος περίφραξης του οικοπέδου, κάποια φρεάτια και το αποχετευτικό σύστημα. Ο εργολάβος έφυγε και δεν ήταν δυνατό να τον εντοπίσει η ιδιοκτήτρια. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 ανάφερε ότι είναι εγγεγραμμένη στο ΕΤΕΚ και ότι μεταξύ των δυο διατακτικών που κατέθεσε ως Τεκμήριο 18 υπολείπονται άλλα 6 τα οποία βρίσκονται στον φάκελο της και στην Τράπεζα που τα απόστελλε. Το πρώτο διατακτικό αφορά εκτελεσθείσα εργασία ύψους €25.000= ενώ το δεύτερο τις υπόλοιπες €190.000=. Τα μεσολαβούντα διατακτικά δεν τα έφερε μαζί της καθότι δεν το θεώρησε αναγκαίο εφόσον ενημερώθηκε ότι η αγωγή αφορούσε τα πελεκανικά ως εκ τούτου και επειδή τα άλλα δεν αφορούσαν τα πελεκανικά δεν τα παρουσίασε. Από ότι γνωρίζει την συμφωνία, Τεκμήρια 1 και 1Α την υπέγραψε η εναγόμενη 2 και η εταιρεία RAMVIK της οποίας ως εκπροσώπους κατονόμασε τον Μάρκο για τον οποίο δεν γνωρίζει εάν ήταν υπεργολάβος αλλά επέμεινε ότι τον γνώριζε ως εκπρόσωπο της RAMVIK. Η μάρτυρας επέμεινε ότι όταν ολοκληρωνόταν ένας σκέλος εργασιών προέβαινε σε επιτόπιο έλεγχο και εξέδιδε σχετικό πιστοποιητικό πληρωμής του εργολάβου το οποίο αποστέλλετο στην Τράπεζα για να αποδεσμευθούν χρήματα να πληρωθεί ο εργολάβος. Στους επιτόπιους ελέγχους πήγαινε απόγευμα και δεν έβλεπε τον εργολάβος αυτή όμως γνώριζε ότι οι εργασίες περιλαμβανομένων και των ξυλουργικών εκτελούνταν από την RAMVIK. Επανέλαβε δε ότι οι ξυλουργικές εργασίες ολοκληρώθηκαν το 2009 κα ο εργολάβος πληρώθηκε για αυτές. Η μάρτυρας ανάφερε ότι η εναγόμενη 2 για ολόκληρο το έργο πλήρωσε άνω του ποσού των €216.000=. Με αναφορά μέσω υποβολής στο ποσό των €257.000= που αναφέρει το Τεκμήριο 1 και 1Α η μάρτυρας ανάφερε ότι η εναγόμενη 2 πλήρωσε ως προκαταβολή με επιταγή την εταιρεία RAMVIK και ποσό εκ €20.000=. Η επιταγή αυτή είναι τραπεζιτική και δόθηκε το 2008 ως την ενημέρωσε η εναγόμενη
  24. Το εναπομείναν ποσό από το συμβόλαιο δεν το κατέβαλε γιατί ο εργολάβος εξαφανίστηκε. Για όλες δε τις εργασίες που εκτέλεσε μέχρι εκείνη την ημέρα πληρώθηκε. Όταν αποχώρησε ο εργολάβος αφήνοντας πίσω μη ολοκληρωμένες εργασίες η ίδια δεν ασχολήθηκε ξανά και η εναγόμενη 2 έφερε άλλους εργολάβους να ολοκληρώσουν τις εργασίες αυτές. Η μάρτυρας αναφέρθηκε και στις εργασίες που έλαβαν χώρα από την έκδοση του πιστοποιητικού με αριθμό 7, μέρος τους τεκμηρίου 18, μέχρι και την ημερομηνία που έφυγε ο εργολάβος ήτοι περί τις αρχές του
  25. Επιπλέον η μάρτυρας ερωτήθηκε για τις διαδικασίες τοποθέτησης των πορτών, της κουζίνας και για τα μπογιατίσματα ενώ ανέφερε σε αρκετές περιπτώσεις ότι δεν δύναται να θυμάται λεπτομέρειες ενόψει της παρόδου 7 χρόνων. Η ίδια ήρθε κατόπιν έκδοσης μαρτυρικής κλήσης να αναφέρει τι θυμάται και γνωρίζει και όχι για να βοηθήσει την υπόθεση της εναγόμενης
  26. Οι ξυλουργικές εργασίες έγιναν από την εταιρεία RAMVIK με εκπροσώπους τον Νίκο και Μάρκο. Δεν ξέρει άλλα άτομα που εργάστηκαν. Η ΜΥ1 σε γενικές γραμμές άφησε καλή εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο. Βεβαίως σημειώνω ότι μεμονωμένες αντιφάσεις και σημεία στα οποία δεν θυμόταν λεπτομέρειες δεν πλήττουν την εικόνα που αποκόμισα καθότι αντιλαμβάνομαι από την μαρτυρία της ότι ο ρόλος της, παρόλο του ότι ήταν η επιβλέπων μηχανικός του έργου, δεν ήταν ιδιαίτερα ουσιώδης για τα επίδικα θέματα. Επιπλέον είναι λογικό και αναμενόμενο από ένα μάρτυρα, πολιτικό μηχανικό που ενδεχομένως σε αυτά τα 7 χρόνια που μεσολάβησαν να επέβλεψε σωρεία άλλων οικοδομών να μην είναι σε θέση να δώσει πλήρεις λεπτομέρειες για τις εργασίες σε διάφορα στάδια. Σημειώνω περαιτέρω ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν εκδικάζεται η διαφορά που ενδεχομένως να υπάρχει μεταξύ εναγόμενων με την εργολάβο - RAMVIK αλλά ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί σύναψης συμφωνίας μετά την διακοπή των εργασιών από τον εργολάβο με τους εναγόμενους για την εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών. Η μαρτυρία της ΜΥ1 συνολικά ειδωμένη δεν ενισχύει την εκδοχή της ενάγουσας αντίθετα την αποδυναμώνει. Η μαρτυρία της δε, συνάδει, και με την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε από αμφότερους τους διαδίκους. Ενώπιον μου έχει τεθεί η γραπτή συμφωνία με την εργολάβο RAMVIK ενώ απουσιάζει πλήρως οιοδήποτε στοιχείο που να ενισχύει την θέση της ενάγουσας περί σύστασης νέα συμφωνίας ή έστω την θέση του Μάρκου ως ανεξάρτητου εργολάβου ή υπεργολάβου. Πέραν τούτων σημειώνω ότι ακόμα και πλευρά της ενάγουσας, ως έχουσας το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της, απέτυχε να παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη εικόνα για τις εργασίες που αφορούν τα ξυλουργικά ως αυτές παρέμειναν ατέλειωτες κατά το στάδιο που ο εργολάβος εγκατέλειψε τις εργασίες ή τις ακριβείς εργασίες που κατά την εκδοχή της ανέλαβε να ολοκληρώσει και αποτελούν το περιεχόμενο της ισχυριζόμενης μεταξύ της και των εναγόμενων ξεχωριστής εκ των υστέρων συμφωνίας. Η απλή υποβολή ότι τα διατακτικά που εξέδωσε η μάρτυρας και παρουσίασε ακόμα και μερικώς δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα δεν αρκεί για να πλήξει την αξιοπιστία της μάρτυρος αυτής όταν ενώπιον μου παρουσιάστηκε και ο ΜΕ2 ο οποίος ως έχων ουσιώδη ρόλο στην όλη συμφωνία εξαρχής ουδέν στοιχείο παρουσίασε που να αποδεικνύει τα στάδια των εργασιών κατά το στάδιο που έδωσε οδηγίες στους υπεργολάβους να αποχωρήσουν από το εργοτάξιο. Συνεπακόλουθα των ανωτέρω και επιπλέον μελετώντας την όλη στάση της ΜΥ1 σε συνάρτηση με την λοιπή μαρτυρία προφορική και έγγραφη καταλήγω ότι αυτή ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της ως αξιόπιστη. ΜΥ2 Τελευταία μάρτυρας εκ μέρους της υπεράσπισης προσήλθε η ίδια η εναγόμενη
  27. Η εναγόμενη 2, σύζυγος του εναγόμενου 1, αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1 και 1Α ως το συμβόλαιο εργολαβίας που υπέγραψε με την RAMVIK για την εκτέλεση εργασιών που αφορούσαν την ανέγερση 3 σπιτιών, 2 μέχρι τον σκελετό και 1 ολοκληρωμένο. Αναγνώρισε επί του τεκμηρίου τόσο την δική της υπογραφή όσο και του συζύγου της ενώ εκ μέρους της εργολήπτριας RAMVIK του Νίκου και Μάρκου. Τον Μάρκο τον γνώρισε μέσω του κουνιάδου της στην Πάφο και τους σύστησαν με σκοπό να συνεργαστούν για την ανέγερση του έργου. Τα επίθετα των Μάρκου και Νίκου δεν τα γνωρίζει, τα άκουσε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Το όνομα της ενάγουσας εταιρείας το είδε για πρώτη φορά όταν παρέλαβε την αγωγή οπόταν και εξεπλάγην καθότι ουδεμία φορά άκουσε ή συνεργάστηκε με αυτήν. Υπεύθυνη για τον διορισμό τυχόν υπεργολάβων ήταν η RAMVIK ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι κατέβαλε με τον εναγόμενο 1 προς την RAMVIK πέραν των €235.000= άλλα με αποδείξεις και τιμολόγια και άλλα χωρίς. Όταν λέει αποδείξεις εννοεί τα τιμολόγια καθότι ως ο Μάρκος και Νίκος της ανέφεραν ότι εφόσον εξοφλούνται τα τιμολόγια αυτό αποδεικνύει την πληρωμή και δεν εξέδιδαν άλλες αποδείξεις. Τα τιμολόγια της παραδίδονταν άλλοτε από τον Νίκο άλλοτε από τον Μάρκο και κάποτέ ήταν και οι δυο μαζί. Οι εναγόμενοι 1 και 2 εξοφλούσαν τα τιμολόγια με προσωπικές ή τραπεζιτικές επιταγές ή μετρητά. Η μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια 11, 12, 13 και 14 ως επιταγές φέρουσες την υπογραφή της και οι οποίες εξεδίδονταν για πληρωμές προς την εταιρεία RAMVIK μέσω των εκπροσώπων της είτε Νίκου είτε του Μάρκου. Σε καμία εξ' αυτών των επιταγών δεν ανάγραφε το όνομα του δικαιούχου καθότι αυτό ζητούσαν οι εκπρόσωποι της εταιρείας με σκοπό ως της ανέφεραν να μπορούν να την εξαργυρώσουν προσωπικά ή να την εκχωρήσουν για να πληρώσουν ως της έλεγαν τα υλικά οικοδομής, τους υπαλλήλους τους ή τους υπεργολάβους. Τα τεκμήρια αυτά αφορούν μέρος των πληρωμών προς την RAMVIK καθότι υπάρχουν και άλλες επιταγές για τις οποίες δεν υπήρξαν αποδείξεις και προς στήριξη αυτού της του ισχυρισμού κατέθεσε ως Τεκμήριο 19 αντίγραφο τραπεζιτικής επιταγής ύψους €20.000= επ' ονόματι του εναγόμενου 1 την οποία παρέδωσε ο εναγόμενος 1 στον Νίκο την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας, στην παρουσία και της ίδιας. Αναγνώρισε στο πίσω μέρος του Τεκμηρίου 19 την υπογραφή του συζύγου της και τον αριθμό ταυτότητας του ενώ δεν γνωρίζει την άλλη επιταγή αλλά ανέφερε ότι το τηλέφωνο που αναγράφεται επίσης πίσω είναι το ίδιο με αυτό στα τιμολόγια και είναι απ' ότι φαντάζεται του Νίκου. Από το τεκμήριο 2 (δέσμη τιμολογίων) παρέπεμψε στην αναγραφή του αριθμού αυτού του τηλεφώνου. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην διαδικασία πληρωμής της RAMVIK, στην έκδοση διατακτικών πληρωμής από την Πολιτικό Μηχανικό, και ανέφερε επιπλέον ότι τις εργασίες τις έλεγχε και εκτιμητής που απέστελλε η Τράπεζα. Οι ξυλουργικές εργασίες ολοκληρώθηκαν μέχρι τις 30/12/2008 ως το διατακτικό και πληρώθηκε για αυτές η RAMVIK. Η εναγόμενη 2 ανέφερεότι η RAMVIK εργάστηκε στο έργο μέχρι τον Νοέμβριο του 2009 αφήνοντας εργασίες ατέλειωτες που συνίσταντο σε όλα τα μπογιατίσματα, όλη την τοιχοποιία γύρω από το σπίτι, κάποια εσωτερικά μπογιατίσματα, τα χώματα και το παραδεξάμενο το οποίο θα ενωνόταν με το αποχετευτικό. Τότε επικοινώνησε μαζί του και άτομο από την εταιρεία Homemarkt στους οποίους η RAMVIK χρωστούσε χρήματα. Γνωρίζει επίσης άλλους ιδιοκτήτες κατοικιών στην Λεμεσό οι οποίοι επίσης έψαχναν τους εργολάβους. Η μάρτυρας επέμεινε ότι καμία σχέση έχει με την ενάγουσα δεν την γνωρίζει. Αναγνώρισε το τεκμήριο 16 ως επιταγή την οποία εξέδωσε η ίδια χωρίς όμως να συμπληρώσει το όνομα του δικαιούχου ως της είχε ζητηθεί για να μπορούν να δίδουν την επιταγή σε άλλα πρόσωπα που όφειλαν υλικά. Η ίδια και ο εναγόμενος 1 είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στην RAMVIK. Η εναγόμενη 2 υπέστη μακράν αντεξέταση κατά την οποία ερωτήθηκε για διάφορα ζητήματα που αφορούσαν όχι μόνο τις θέσεις τις αναφορικά με την ισχυριζόμενη συμφωνία αλλά και το Τεκμήριο 1 και 1Α που υπέγραψε με αντισυμβαλλόμενο την RAMVIK. Στην οικία τους μετακόμισαν τον Δεκέμβριο του 2009 αφού έλαβαν προσφορές από διάφορους ανθρώπους για να ολοκληρωθεί η οικία. Η μάρτυρας περαιτέρω αναφέρθηκε σε δάνεια που σύνηψε για την αγορά του οικοπέδου και για την ανέγερση των κατοικιών. Την RAMVIK την πλήρωσαν ποσά πέραν των €235.000= και κατέβαλαν άλλα σε άλλα πρόσωπα για ολοκλήρωση των εργασιών τα ακριβή ποσά των οποίων δεν τα θυμάται επειδή διόρισαν διάφορα πρόσωπα να ολοκληρώσουν τις εργασίες αυτές και όχι ένα συγκεκριμένο εργολάβο. Η μάρτυρας αναφέρθηκε και στις έξτρα εργασίες που εκτέλεσε η RAMNIK στην οικία της δίδοντας λεπτομέρειες. Η εναγόμενη 2 αρνήθηκε επανειλημμένα τις υποβολές περί μη πληρωμής της RAMVIK ως αιτία αναχώρησης της και την περαιτέρω υποβολή ότι ενόψει της αποχώρησης του εργολάβου συμφώνησε με την ενάγουσα να ολοκληρώσει τις ξυλουργικές εργασίες και να πληρωθεί από την ίδια. Επιπλέον επέμεινε στην θέση της ότι δεν γνωρίζει κανέναν Μιλάντ και οι ξυλουργικές εργασίες είχαν ολοκληρωθεί το τέλος του
  28. Αναφορικά με το τεκμήριο 16, την επιταγή των €2.000= που αναφέρεται με δικαιούχο τον διευθυντή την ενάγουσας, η μάρτυρας επανέλαβε την θέση της ότι εκείνη εξέδωσε αυτήν την επιταγή με κενό το όνομα του δικαιούχου, παραδίδοντας της στους Νίκο και Μάρκο ενώ δεν μπορεί να ξέρει ή να φταίει εάν τα πρόσωπα αυτά δεν πλήρωναν του υπεργολάβους τους ή τους όφειλαν χρήματα. Από τα πρόσωπα που εργάζονταν στο σπίτι της δεν γνωρίζει κανένα παρά μόνο τους Νίκο και Μάρκο. Εργάζονταν πολλά άτομα στο σπίτι τους με τους οποίους εκτός από ένα γεια δεν έλεγαν κάτι άλλο και δεν γνωρίζει εάν η RAMVIK χρησιμοποιούσε υπεργολάβους και αν τους πλήρωνε. Σε σχέση με το τεκμήριο 5, την συστημένη επιστολή απαίτησης της ενάγουσας προγενέστερα της έγερσης της αγωγής, η μάρτυρας ανέφερε ότι πρώτη φορά την είδε στο Δικαστήριο παρά το ότι αναφέρεται και η διεύθυνση και το όνομα της. Ουδέποτε την παρέλαβαν αλλά το τηλέφωνο που αναφέρεται είναι του συζύγου της. Δεν έχει λόγο ως ανέφερε να αρνηθεί ότι την παρέλαβε αλλά εμμένει στην θέση της ότι δεν την παρέλαβε. Την επιταγή τεκμήριο 19 δεν την αποκάλυψε με την σχετική ένορκη δήλωση της το 2011 καθότι μεταγενέστερα την θυμήθηκε και την ζήτησε από την Τράπεζα όταν αμφισβητούνταν τα ποσά που η ίδια ισχυρίστηκε ότι έδωσε στην RAMVIK. Η ίδια τήρησε την συμφωνία που υπέγραψε με την εργολήπτρια. Δέχτηκε την υποβολή ότι έπρεπε να πληρώσει την εταιρεία €30.000= προκαταβολή και έδωσε €20.000= με τραπεζιτική επιταγή και €10.000= σε μετρητά. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας επί των σχέσεων της με την εργολήπτρια RAMVIK επέμενε ότι αυτή γνώριζε μόνο τους αντιπροσώπους αυτής και δεν είχε γνώση εάν προσέλαβαν υπεργολάβους και αν τους πλήρωναν, η ίδια είχε τηρήσει τις υποχρεώσεις της προς την εργολήπτρια και τα ξυλουργικά είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τις 30/12/2008 και πληρωθεί προς την RAMVIK. Δεν μπορεί να γνωρίζει ενδεχόμενες διαφορές της εταιρείας με υπεργολάβους της και να ευθύνεται για αυτές. Την επιταγή των €2.000= την έδωσε τον Νοέμβριο του 2009 γιατί υπήρχαν άνθρωποι μέχρι το τέλος Νοέμβριου του 2009 που εργάζονταν από την RAMVIK αλλά τα ξυλουργικά ολοκληρώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2008 και πληρώθηκαν. Ομοίως με τις άλλες επιταγές έτσι και σε αυτήν δεν ανάγραψε η ίδια το όνομα του δικαιούχου. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της ΜΥ2, αναλώθηκε επί των πληρωμών προς την εργολήπτρια με βάση τα τεκμήρια 1 και 1Α, τα διατακτικά πληρωμής και τις εναπομείνασες εργασίες. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με πάσα λεπτομέρεια και να παραθέσω τα όσα λέχθηκαν εφόσον αυτά δεν αφορούν άμεσα τα επίδικα ζητήματα αλλά άπτονται των σχέσεων των εναγόμενων με τρίτο πρόσωπο, ήτοι την εργολήπτρια RAMVIK. Βεβαίως τα όσα αναφέρθηκαν σε αυτό το κεφάλαιο της αντεξέτασης έχουν τύχει εξέτασης και μελέτης σε βαθμό που άπτονται της αξιοπιστίας της μάρτυρος. Η μάρτυρας ερωτήθηκε και τον λόγο για τον οποίο απ' ότι φαίνεται από τις κατατεθειμένες επιταγές κατέβαλε εντός της ίδιας ημέρας 2 επιταγές μια για 150= και μια για €2.000=. Η εναγόμενη 2 ανέφερε ότι από τον Ιούλιο του 2009 και έπειτα οι Νίκος και Μάρκος δεν επισκέπτονταν οι ίδιοι την οικοδομή για εργασίες αλλά έστελναν διάφορους εργάτες ενώ ζητούσαν από την ίδια για παράδειγμα όταν είχαν εργάτη να γεμίζει τους αρμούς των κεραμικών να τους δίνει μια επιταγή για €150= να τον πληρώσουν δικαιολογώντας το ερώτημα για ποιο λόγο φαίνεται να εκδίδονταν επιταγές για διαφορετικά ποσά την ίδια ημέρα. Τις επιταγές όμως αυτές πάντα τις παρέδιδε στους Νίκο και Μάρκο. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε και επί των επιταγών που κατατέθηκαν σε συνδυασμό με τα διατακτικά που αναφέρουν τις υπολειπόμενες πληρωμές μέχρι τις 30/12/2008 αναφέροντας ότι κατέβαλε ότι ποσό βεβαιωνόταν ότι αντιστοιχούσε σε εκτελεσθείσα εργασία αρνούμενη τις υποβολές ότι χρωστούσε χρήματα στην RAMVIK, δεν κατέβαλε αυτά με αποτέλεσμα η RAMVIK να αναγκαστεί να φύγει. Επανέλαβε αρκετές φορές ότι κατέβαλε στην εργολήπτρια ποσά περί των €235.000= 236.000= ενώ τα ποσά που δαπάνησε μετά που έφυγε η εργολάβος, με σκοπό την ολοκλήρωση της οικίας τα άντλησε από το στεγαστικό της δάνειο επαναλαμβάνοντας ότι σε κάποιες περιπτώσεις η Τράπεζα έστελνε εκτιμητή για να ελέγχει τις εργασίες και μετά να αποδεσμεύει χρήματα. Η θέση της μάρτυρος που τέθηκε ως απάντηση σε σωρεία υποβολών είναι ότι η RAMVIK πληρώθηκε για όλες τις εργασίες που εκτέλεσε μέχρι τον Νοέμβριο του 2009 που εγκατέλειψε το εργοτάξιο και σε αυτές τις εργασίες περιλαμβάνονταν και οι ξυλουργικές εργασίες που είχαν ολοκληρωθεί σε προγενέστερο στάδιο. Ο λόγος δε που δεν καταβλήθηκε ολόκληρο το ποσό της συμφωνίας - τεκμήριο 1 και 1 Α είναι επειδή η εργολήπτρια εγκατάλειψε τις εργασίες αφήνοντας ημιτελή το έργο. Η μάρτυρας τέλος επανέλαβε ότι ουδέποτε συμφώνησε με την ενάγουσα την ολοκλήρωση των ξυλουργικών, δεν την γνωρίζει ως νομικό πρόσωπο όπως επίσης δεν γνωρίζει τον διευθυντή αυτής αναφερόμενο ως Μιλάντ Γκάλαντ και/ή Φαρέζ. Η εναγόμενη 2 ως μάρτυρας οφείλω να αναφέρω εξ' αρχής ότι άφησε θετική εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της στο σύνολο της παρουσιάστηκε με συνοχή σκέψεων και αναφορών ενώ πλείστα εκ των οποίων ανέφερε ως θέσεις βρίσκουν έρεισμα και συμφωνούν με την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε. Η θέση της ότι συμφώνησε ως ιδιοκτήτρια με τον σύζυγο της με την εργοληπτική εταιρεία RAMVIK την εκτέλεση εργολαβικών εργασιών επιβεβαιώνεται και μέσα από τα τεκμήρια 1 και 1Α ενώ ως ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ2 ανέφερα, το γεγονός ότι αυτός θα ενεργούσε ουσιαστικά ως ο εργολάβος υπό την κάλυψη της RAMVIK δεν έγινε αποδεκτό. Η θέση της δε ότι κατέβαλλε ποσά σταδιακά με επιταγές εκδιδόμενες από την ίδια αλλά χωρίς αναφορά του ονόματος του δικαιούχου κατόπιν αιτήματος των Νίκου και Μάρκου με σκοπό οι τελευταίοι να καταβάλλουν ποσά σε άλλους χρεώστες τους, αναφέρθηκε ως τακτική και από τον ΜΕ
  29. Συνεπώς η ύπαρξη του τεκμηρίου 16, της επιταγής επ' ονόματι του Μιλάντ Γκάλαντ, διευθυντή της ενάγουσας, δεν γίνεται από μόνης της και δίχως άλλο να οδηγήσει σε εύρημα ύπαρξης συμφωνίας με την ενάγουσα. Προκύπτει ως σοβαρό ενδεχόμενο αυτή να δόθηκε από τους Νίκο και Μάρκο σε αυτόν ενόψει ενδεχομένως κάποιας άλλης υποχρεώσεις η ακόμα και λόγω υπεργολαβίας του Μιλάντ αλλά με διορισμό από την RAMVIK. Επιπλέον η παρουσίαση της επιταγής - τεκμήριο Θετική εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η μάρτυρας αυτή δεν παρουσίασε μια εκδοχή απλώς απορριπτική των θέσεων της ενάγουσας αλλά έθεσε τις θέσεις τις αντιπαραβάλλοντας με την γραπτή μαρτυρία και αποδεχόμενη το ενδεχόμενο η ενάγουσα ή ο διευθυντής της ως πρόσωπο να είχαν διοριστεί από την RAMVIK ως υπεργολάβοι και να παρέμειναν απλήρωτοι. Η απουσία τόσο του διευθυντή της ενάγουσας όσο και του αναφερόμενου ως Νίκου, διευθυντή της RAMVIK ενώπιον μου, παρουσία που ενδεχομένως να διαφώτιζε περισσότερες πτυχές της όλης διαφοράς, εντείνει τον προβληματισμό που εγείρεται αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας που προσάχθηκε εκ μέρους της ενάγουσας αλλά και την αξιοπιστία της δικής της εκδοχής. Σημειώνω βεβαίως ότι η μάρτυρας αντεξετάστηκε επί μακρόν επί ζητημάτων που άπτονταν τις πληρωμές προς την RAMVIK, τα στάδια των εργασιών και τις υπολειπόμενες εργασίες όταν αυτή είχε σταματήσει τις εργασίες με απώτερο σκοπό ως διαφάνηκε της συνηγόρου της ενάγουσας να φανεί ότι οι εναγόμενοι δεν πλήρωναν τον εργολάβο ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει της εργασίες και για να μπορέσουν να ολοκληρώσουν το έργο διόρισαν απευθείας με άλλη συμφωνία την ενάγουσα για ολοκλήρωση των ξυλουργικών εργασιών. Μέσα από τα όσα ανέφερε η μάρτυρας επί αυτών των θεμάτων δεν καταλήγω ότι η πιο πάνω εκδοχή στηρίχθηκε και αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό. Επίδικο ζήτημα στην υπό κρίση περίπτωση δεν ήταν οι σχέσεις και η συμφωνία μεταξύ εργολήπτριας και εναγόμενων και δεν ανέμενα να δοθεί πλήρης και λεπτομερής μαρτυρία επί τούτων των θεμάτων. Άλλωστε ως προκύπτει από την έγγραφη μαρτυρία οι εναγόμενοι κατέβαλλαν σε διάφορα στάδια μέσω κυρίως επιταγών διάφορα ποσά ενώ οι εργασίες προχωρούσαν. Η θέση του ΜΕ2 για τις εργασίες που παρέμειναν σε εκκρεμότητα όταν η RAMVIK διέκοψε την συνεργασία της δεν έχουν τεθεί ξεκάθαρα ενώ η εναγόμενη 2 επέμεινε στις αναφερόμενες υπολειπόμενες εργασίες τις οποίες είχα την ευκαιρία να ακούσω και από την πολιτικό μηχανικό του έργου, την μαρτυρία της οποίας για τους λόγους που ανέφερα έχω κάνει αποδεκτή. Σε κάθε περίπτωση μικρές αντιφάσεις τόσο για τις επακριβείς εργασίες όσο και για τα ποσά που αναφέρθηκαν ότι καταβλήθηκαν δεν γίνεται να επηρεάσουν και να πλήξουν στο σύνολο την αξιοπιστία της μαρτυρίας της εναγόμενης 2 λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου που έχει παρέλθει. Σημειώνω ότι ο επίδικος χρόνος αφορά τα έτη 2008 και 2009 ως εκ τούτου η πάροδος 17 και πλέον ετών είναι φυσιολογικό να ατονεί την μνήμη επί ζητημάτων μάλιστα που δεν άπτονται άμεσα των επίδικων θεμάτων αλλά άλλων σχέσεων που μόνο έμμεσα συνδεόμενα με τα επίδικα μπορούν να εξεταστούν. Η όλη στάση της εναγόμενης 2 στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν σταθερή και ήρεμη ενώ οι απαντήσεις της δίδονταν με φυσικό τρόπο και χωρίς ιδιαίτερες σκέψεις παρά την μακρά αντεξέταση την οποία αυτή υπέστη. Αρκετές φορές τέθηκαν σε αυτήν ερωτήσεις στα ίδια σημεία ενώ οι απαντήσεις της παρέμειναν οι ίδιες προβάλλοντας μια σταθερή εκδοχή γεγονότων που δύναται, συνδυαζόμενη πάντοτε με την εκδοχή της ενάγουσας και την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής, να γίνει αποδεκτή. Συνεπακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία της εναγόμενης 2 στο σύνολο της ως αξιόπιστη και αληθή. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Προτού προχωρήσω με την παράθεση των ευρημάτων του Δικαστηρίου με βάση την αποδεκτή ανωτέρω μαρτυρία αναφέρω ότι αμφότερες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με το πέρας της παρουσίασης μαρτύρων προχώρησαν και αγόρευσαν προφορικά ενώπιον μου αναλύοντας τις θέσεις και νομική τους επιχειρηματολογία. Τα όσα αμφότερες ανέφεραν έχουν καταγραφεί στο πρακτικό του Δικαστηρίου που τηρήθηκε, έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στα πλαίσια έκδοσης της παρούσας απόφασης. Επιπλέον έχουν τύχει μελέτης οι αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψαν. Αναφορά θα γίνει όπου κατωτέρω κριθεί απαραίτητο. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Η υπό κρίση αγωγή ως αστική διαδικασία αποφασίζεται με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας με επίπεδο απόδειξης το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στην απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ 462 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το επίπεδο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» (ο τονισμός και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ: Με βάση την ανωτέρω αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας καταλήγω ότι τα αληθή γεγονότα που περικλείουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Οι εναγόμενοι 1 και 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήσαν ιδιοκτήτες ακίνητης ιδιοκτησίας στο χωριό Πύργος της Επαρχίας Λεμεσού. Κατά ή περί την 2/1/2007 οι εναγόμενοι υπέγραψαν εξουσιοδότηση εντολέα στην πολιτικό μηχανικό Θέκλα Κυπριανού για την εκπόνηση σχεδίων και μελέτης για την ανέγερση τριών κατοικιών στο ακίνητο τους. Κατά την 23/03/2008 οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν με την εργοληπτική εταιρεία RAMVIK CONSTRUCTION LTD συμφωνία (Τεκμήρια 1 και 1Α) για την κατασκευή μιας κατοικίας εξ' ολοκλήρου και σκελετών για 2 μεζονέτες για την συνολική αμοιβή των €257.000=. Την συμφωνία υπέγραψαν οι εναγόμενοι 1 και 2 ως ιδιοκτήτες και οι Νίκος Μανσούρ και ΜΕ
  1. Οι Νίκος Μαμσούρ και ο ΜΕ2, αναφερόμενος και ως Μάρκος παρουσιάστηκαν στους εναγόμενους ως αντιπρόσωποι της εταιρείας RAMVIK. Αμφότεροι οι Νίκος και Μάρκος ήταν τα πρόσωπα με τα οποία η εναγόμενη 2 είχε συναλλαγές και προς αυτούς παρέδιδε κατά περιόδους διάφορα ποσά έναντι της συμφωνίας τους ενώ παράλληλα εκδίδοντα και τιμολόγια από την εταιρεία RAMVIK Building Construction & Concrete Decoration Ltd. Στο εργοτάξιο των εναγόμενων εργάζονταν διάφορα πρόσωπα για τα διάφορα στάδια εκτέλεσης των εργασιών οι οποίοι ήταν υπό την ευθύνη της εταιρείας RAMVIK. Περί τον Νοέμβριο του 2009 η εργολήπτρια εταιρεία εγκατέλειψε τις εργασίες αφήνοντας ημιτελείς μέρος αυτών. Προς ολοκλήρωση των εργασιών αυτών οι εναγόμενοι 1 και 2 ανάθεσαν σε διάφορα τρίτα πρόσωπα την ολοκλήρωση των ημιτελών εργασιών με σκοπό την μετακόμιση τους στην οικία τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η αξίωση της Ενάγουσας αφορά την παράβαση ισχυριζόμενης σύμβασης ανάθεσης εκτέλεσης ξυλουργικών εργασιών από πλευράς εναγομένων 1 και 2 προς την ίδια ως εταιρεία. Σε τοιαύτες περιπτώσεις και κατά πρώτο λόγο προτού το Δικαστήριο εξετάσει ζητήματα περιεχομένου της επίδικης συμφωνίας και παράβασης τούτων θα πρέπει να καταλήξει στην ύπαρξη σύμβασης εξ' αρχής μεταξύ των διαδίκων. Επί του προκειμένου πρώτιστο επίδικο ζήτημα αποτελεί το κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 και 2 περί τον Ιούνιο του 2009 ανάθεσαν στην ενάγουσα, ως εταιρεία, την εκτέλεση και/ή ολοκλήρωση των ξυλουργικών εργασιών επί της οικίας τους με συμφωνηθείσα αμοιβή το ποσό των €8.895,00σ. Με βάση την μαρτυρία που το Δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστη είναι προφανές ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την ύπαρξη οιασδήποτε συμβατικής σχέσης ή συμφωνίας μεταξύ της ίδιας και των εναγόμενων. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς Ενάγουσας, πέραν από το γεγονός ότι ως επί το πλείστον εξ' ακοής, έχει κριθεί ως αδύνατη να της δοθεί βαρύνουσα σημασία, είναι και ελλιπής και κακής ποιότητας. Σημειώνω περαιτέρω ότι πέραν των προβλημάτων που εντοπίστηκαν και οδήγησαν στην απόρριψη της μαρτυρίας της Ενάγουσας, πρόβλημα υφίσταται και στην διάσταση της δικογραφημένης θέσης της Ενάγουσας με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με βάση την έκθεση απαίτησης η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 συμφώνησαν αρχικά την εκτέλεση των επίδικων εργασιών με τον κάποιο κ.Samah Barsoum, εργολάβο οικοδομών. Ως διαφάνηκε από την μαρτυρία του ίδιου του προσώπου αυτού, αλλά και από τα τεκμήρια 1 και 1 Α που κατατέθηκαν ταυτόσημα τόσο σε αντίγραφο όσο και σε πρωτότυπο, από αμφότερες τις πλευρές, οι εναγόμενοι δεν συμβλήθηκαν με αυτό το πρόσωπο αλλά με την εταιρεία RAMVIK δια την οποία υπέγραψαν ως αντιπρόσωποι ο Barsoum αναφερόμενος και ως Μάρκος και ο Νίκος Μανσούρ. Η διάσταση αυτή της δικογραφημένης θέσης και της μαρτυρίας αποτελεί ένα επιπλέον των ανωτέρω στοιχείο που αποδυναμώνει την ισχύ του συνόλου της μαρτυρίας της Ενάγουσας. Διάσταση επίσης παρουσιάζεται και στο ζήτημα της διακοπής της συνεργασίας μεταξύ εναγόμενων 1 και 2 και εργολάβου. Με βάση την δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας τόσο οι εναγόμενοι όσο και η Ενάγουσα και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι εργοδοτούμενοι της, αντιμετώπισαν κάποια προβλήματα με τον εργολάβο, ο οποίο εγκατέλειψε τις εργασίες. Κατ' αντίθεση με την θέση αυτή η όλη μαρτυρία προσπάθησε να προωθήσει την θέση ότι ο εργολάβος εγκατέλειψε τις εργασίες καθότι δεν πληρωνόταν από τους εναγόμενους 1 και
  2. Ουδεμία αναφορά σε προβλήματα μεταξύ ενάγουσας και εργολάβου και κατ' επέκταση των εναγόμενων 1 και
  3. Ουδείς εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων κατάφερε να πείσει περί της εκδοχής που προωθήθηκε ενώ τα ίδια τα τεκμήρια που κατατέθηκαν συνηγορούν στο ότι η εκδοχή που παρουσιάστηκε από τους εναγόμενους και έγινε αποδεκτή είναι πιο πιθανή. Στο σημείο αυτό οφείλω προτού καταλήξω να σχολιάσω και να αναφέρω ότι, όπως και η ίδια η εναγόμενη 2 αποδέχτηκε, υπάρχει ως ενδεχόμενο το ότι η ενάγουσα είτε ως εταιρεία είτε ο διευθυντής της εργάστηκαν στο επίδικο εργοτάξιο υπό τις οδηγίες και ενδεχομένως ως υπεργολάβοι της εταιρείας RAMVIK και ενδεχομένως να έχουν και οικονομικές εκκρεμότητες με αυτήν. Με βάση όμως τα επίδικα θέματα ως έχουν τεθεί, την μαρτυρία που παρουσιάστηκε και την ανωτέρω αξιολόγηση, δεν προκύπτει ζήτημα συμβατικής σχέσης ή άλλης υποχρέωσης προς την ενάγουσα από τους εναγόμενους. Συνεπακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil / General / Final Αναφορικά: Υπόλοιπο εκτελεσθείσας εργασίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.