ΠΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΝΤΡΟΥΛΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αγωγή αρ.: 686/17, 1/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A292 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 686/17 Μεταξύ: ΠΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και ΑΝΤΡΟΥΛΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγόμενης -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 5.4.2017 για τιμωρία της εναγόμενης λόγω μη συμμόρφωσης της στο προσωρινώς εκδοθέν Διάταγμα ημερομηνίας 21.3.2017 Ημερομηνία: 1η Σεπτεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα - αιτητή, παρόντα: Ο κ. Σωκράτης Τσαγκάρης για P. TSANGARIS & ASSOCIATES LLC Για την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση, παρούσα: Ο κ. Χρίστος Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχώρησε αξιώνει, μεταξύ άλλων θεραπειών, και την Ειδική Εκτέλεση της σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ του ιδίου και της εναγόμενης, στη βάση της οποίας ενοικίασε από αυτή τα ιδιόκτητα καταστήματα της στην οδό Αγίας Φυλάξεως 282 και Μεσογείων 1, στη Λεμεσό, για την περίοδο 1.9.2016 μέχρι 31.8.
- Ο ενάγοντας με μονομερή αίτηση πέτυχε στις 21.3.2017 την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος σε βάρος της εναγόμενης. Σύμφωνα με αυτό: «.. διατάττεται η Εναγόμενη / Καθ' ης η Αίτηση Αντρούλα Ιωάννου όπως παράσχει και/ή υπογράψει και/ή υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο και/ή αίτηση και/ή αρχιτεκτονικό σχέδιο περιλαμβανομένων και των συγκεκριμένων εγγράφων, αιτήσεων και αρχιτεκτονικών σχεδίων τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4 στην ένορκη δήλωση ημερ. 15/03/2017 του αρχιτέκτονα Αντώνη Χριστοφόρου που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, ως και οιονδήποτε άλλο έγγραφο ήθελε ζητηθεί από την Αρμόδια Πολεοδομική Αρχή και/ή την οικεία Αρχή και/ή Τοπική Αρχή και/ή τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού ώστε να καταστεί δυνατή η κατάθεση και εξέταση της αίτησης για παραχώρηση Πολεοδομικής Άδειας και/ή τροποποιητικής τοιαύτης ως και Άδειας οικοδομής και/ή τροποποιητικής τοιαύτης και/ή άδειας χρήσης και/ή λειτουργίας δια της οποίας άδειας ή αδειών θα καταστεί εφικτή η υλοποίηση του περιεχομένου των όρων 4 και 5 του ενοικιαστηρίου εγγράφου που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων και αφορούν την απόκτηση αδειών χρήσης και λειτουργίας του ενοικιασθέντος υποστατικού ως καφετερίας (coffee island) παρά την οδό Αγίας Φυλάξεως 282 και Μεσογείων 1 στην Λεμεσό. Η Καθ' ης η Αίτηση να παρέχει την υπογραφή της εντός 7 ημερών από της λήψεως των προς υπογραφή προαναφερόμενων εγγράφων.» Με την υπό κρίση Αίτηση ο εναγόμενος επιζητεί την τιμωρία της εναγόμενης εξ αιτίας, όπως ο ίδιος διατείνεται, της εκ προθέσεως παρακοής του Διατάγματος. Αποτελούν παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων τα ακόλουθα: «
- Το Προσωρινώς εκδοθέν Διάταγμα, επεδόθη προσωπικά στην εναγόμενη στις 22.3.
- Η Αίτηση Παρακοής ημερομηνίας 5.4.2017 και η Μαρτυρική Κλήση, επεδόθησαν προσωπικά στην εναγόμενη στις 7.4.2017.» Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 θ. 1, 2 και 12, Δ.48 θ. 1, 2, 3, 8 και 9, Δ.42 Α, στις Γενικές Αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στις Αρχές του Κοινοδικαίου, στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική νομολογία. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ίδιου του ενάγοντα, η μαρτυρία του οποίου συνοψίζεται ως εξής: «Την ίδια μέρα που επεδόθη το Διάταγμα στην εναγόμενη, της επεδόθη και επιστολή των δικηγόρων του, με την οποία την καλούσαν όπως, στη βάση του εκδοθέντος Προστακτικού Διατάγματος, υπογράψει εντός επτά
(7)ημερών τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επισυνάπτοντο στην επιστολή. (α) Αίτηση εις τριπλούν για λήψη Πολεοδομικής Άδειας (τύπος ΕΑ5) περιλαμβανομένων και των συνημμένων επί αυτής σχετικών αρχιτεκτονικών σχεδίων, διά την αλλαγή χρήσης του υποστατικού από καταστήματα σε καφετέρια. (β) Αίτηση εις τριπλούν για λήψη Πολεοδομικής Άδειας για οικοδομικούς σκοπούς/προσθηκομετατροπές (τύπος ΕΑ1) περιλαμβανομένων και των συνημμένων επ' αυτής αρχιτεκτονικών σχεδίων, δια την αλλαγή χρήσης του υποστατικού από καταστήματα σε καφετέρια. (γ) Αίτηση προς τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. (δ) Αρχιτεκτονικά σχέδια διαβουλεύσεων με αρμόδιες υπηρεσίες εις εξαπλούν. Η υπογραφή των εν λόγω εγγράφων ήταν αναγκαία και μέρος της διαδικασίας ώστε να αποκτηθούν οι άδειες χρήσης και λειτουργίας του ενοικιασθέντος υποστατικού (επί της οδού Αγίας Φυλάξεως 282 και Μεσογείων 1, στη Λεμεσό), ως καφετέριας (coffee island). Ήταν συμβατική υποχρέωση του ιδίου ως ενοικιαστή να εξασφαλίσει όλες τις άδειες ώστε το ενοικιασθέν υποστατικό να χρησιμοποιείτο και να λειτουργεί νόμιμα ως καφετέρια. Το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων ήταν γνωστό στην εναγόμενη, αφού αυτά της είχαν δοθεί ξανά για υπογραφή, προ της καταχώρισης της αγωγής, αλλά αυτή αρνείτο να τα υπογράψει «προφασιζόμενη δήθεν επέμβαση στη ρυμοτομία». Παρά την επίδοση τόσο του Διατάγματος όσο και της επιστολής των δικηγόρων του και παρά το ότι οι δικηγόροι της εναγόμενης ενημερώθηκαν για την πρόθεση του να καταχωρήσει Αίτηση Παρακοής, η εναγόμενη παρέλειψε και συνεχίζει μέχρι σήμερα να παραλείπει να συμμορφωθεί στο Διάταγμα.» Η εναγόμενη καταχώρισε Ένσταση, προβάλλοντας τους ακόλουθους Λόγους: «
- Η αίτηση ημερομηνίας 5/04/2017 στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δεν υπάρχει ηθελημένη παρακοή και/ή μη συμμόρφωση εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση αναφορικά με το διάταγμα ημερομηνίας 21/03/
- Η αίτηση ημερομηνίας 05/04/2017 είναι καταχρηστική και καταπιεστική και καταχωρήθηκε αποκλειστικά και με μόνο σκοπό την άσκηση πίεσης προς την καθ' ης η αίτηση.
- Δεν έχει επιδοθεί προσωπικά πριν την καταχώρηση της επίδικης αίτησης το συνταγμένο διάταγμα της απόφασης ημερομηνίας 21/03/2017 στην καθ' ης η αίτηση σύμφωνα με τον νόμο και τους θεσμούς και ως εκ τούτου η αίτηση είναι πρόωρη.
- Η αίτηση του αιτητή στερείται του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου για να μπορέσει το Δικαστήριο να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και του Νόμου καθώς και της Νομολογίας για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
- Το διάταγμα ημερομηνίας 21/03/2017 είναι ασαφές, αβέβαιο και γενικά διατυπωμένο και δεν συνάδει με τους σχετικούς Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και ή το επίδικο διάταγμα είναι αδύνατον να εκτελεστεί.
- Το διάταγμα ημερομηνίας 21/03/2017 εκδόθηκε μονομερώς και χωρίς να ακουστεί η καθ' ης η αίτηση και έχει οριστεί επιστρεπτέο από το Δικαστήριο και άρα σε περίπτωση που το Δικαστήριο προχωρήσει στην τιμωρία της καθ' ης η αίτηση αυτό θα γίνει κατά παράβαση των Αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης και του άρθρου 30.2 του Συντάγματος.
- Η επίδικη συμφωνία ενοικίασης έχει τερματιστεί από την καθ' ης η αίτηση και η καθ' ης η αίτηση δεν θέλει να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον αιτητή με όλα όσα της έχει κάνει.» Η Ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 41, 42, 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5, Δ.34 θ.5, Δ.39, Δ.40, Δ.41, Δ.42Α, Δ.48 θθ. 1, 2, 3, 4, 8, 9, Δ.64, στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στις Αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και στις Συμφυείς και Γενικές Εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Ένσταση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της εναγόμενης, η οποία αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, δηλώνει πως δεν υπάρχει «ηθελημένη παρακοή και μη συμμόρφωση εκ μέρους της» και επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους λόγους της Ένστασης. Ως προς το πραγματικό υπόβαθρο, η μαρτυρία της συνοψίζεται ως εξής: «Στο ενοικιαστήριο έγγραφο που υπεγράφη μεταξύ της ίδιας και του ενάγοντα, τέθηκε ως όρος πως απαγορευόταν στον τελευταίο να χρησιμοποιεί το μέρος της «αναγκαστικής ρυμοτομίας». Ο όρος αυτός ετέθη στο συμβόλαιο επειδή η κατοικία στην οποία διαμένει με την οικογένεια της, είναι «ακριβώς πάνω από τα καταστήματα» και δεν «ήθελαν να ακούν τις φασαρίες από τους πελάτες, μέχρι αργά το βράδυ». Είναι γι' αυτό τον λόγο που ήταν διστακτική στο να ενοικιάσει τα καταστήματα της στον ενάγοντα. Η συμπερίληψη του συγκεκριμένου όρου στο συμβόλαιο την καθησύχασε, «αφού με την μη χρήση του μέρους της ρυμοτομίας, δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιείται οποιοσδήποτε εξωτερικός χώρος των καταστημάτων». Ο ενάγοντας «προσπάθησε με διάφορους τρόπους να την ξεγελάσει» ώστε «να του υπογράψει αιτήσεις στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και ο χώρος της ρυμοτομίας για να μπορεί να χρησιμοποιεί και τον εξωτερικό χώρο των καταστημάτων για τους πελάτες του». Μέσα του Σεπτέμβρη του 2016, της «έφερε σχέδια να του υπογράψει», στα οποία «φαινόταν ξεκάθαρα η χρήση του εξωτερικού χώρου των καταστημάτων με τον χώρο της ρυμοτομίας». Αρνήθηκε να τα υπογράψει, για τους προαναφερόμενους λόγους. Η ιδιώτης πολεοδόμος (Άννα Καραμοντάνη), στην οποία ανέθεσε να μελετήσει, επί τούτου, τα σχέδια που της ζήτησαν να υπογράψει, πληροφόρησε προφορικά τον δικηγόρο της πως πράγματι «τα αρχιτεκτονικά σχέδια και η αίτηση περιλαμβάνουν τον χώρο της ρυμοτομίας γύρω από τα καταστήματα». Πέραν τούτου, το συμβόλαιο προέβλεπε πως δεν θα γίνονταν οποιεσδήποτε προσθηκομετατροπές στα καταστήματα, χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της. Ο ενάγοντας παραβαίνοντας τον συγκεκριμένο όρο, κατεδάφισε όλους τους εσωτερικούς χώρους των καταστημάτων, αφήνοντας μόνο τον σκελετό, χωρίς προηγουμένως να λάβει οποιαδήποτε άδεια από τις αρμόδιες αρχές και παρά τις δικές της διαμαρτυρίες. Επιπρόσθετα των προαναφερομένων, ο ενάγοντας παρά την ύπαρξη όρου στο συμβόλαιο (δεν είχε δικαίωμα να εκχωρήσει τα δικαιώματα του και/ή υπενοικιάσει τα καταστήματα και/ή να παραχωρήσει την χρήση τους σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο φυσικό και/ή νομικό) «προσπάθησε να βάλει άλλη δική του εταιρεία στις συμβατικές τους σχέσεις», την Confrezia Limited, η οποία θα διαχειρίζεται τα καταστήματα κατά παράβαση της συμφωνίας τους. Μάλιστα, προσπάθησε να πληρώσει με επιταγή της εν λόγω εταιρείας, το ενοίκιο του Ιανουαρίου του
- Με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 11.5.2017, τερμάτισε την συμφωνία ενοικίασης.» Αμφότερες οι πλευρές καταχώρισαν Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις. Στην Συμπληρωματική/Απαντητική Ένορκη του Δήλωση, ο ενάγοντας απορρίπτει τους ισχυρισμούς της εναγόμενης, στον βαθμό που αυτοί δεν συνάδουν με την δική του θέση. Ειδικότερα, αρνείται τους ισχυρισμούς «περί επέμβασης στον χώρο της ρυμοτομίας». Είναι η θέση του πως στο Ενοικιαστήριο Έγγραφο (συντάχθηκε από τον τότε δικηγόρο της εναγόμενης ενώ ο ίδιος δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο) καθορίζεται επακριβώς τόσο ο εσωτερικός όσο και ο εξωτερικός χώρος των καταστημάτων (είχαν ενοποιηθεί σ' ένα), που ενοικίασε. Στο επισυνημμένο στο Ενοικιαστήριο Έγγραφο αρχιτεκτονικό σχέδιο (μονογραφήθηκε τόσο από τον ίδιο όσο και από την εναγόμενη), σημειώνεται με κόκκινο χρώμα ο εσωτερικός χώρος και με κίτρινο ο εξωτερικός. Κατά τον ίδιο, οι «προεργασίες προς τον σκοπό αδειοδότησης των καταστημάτων ως καφετέρια» ήταν σε γνώση της εναγόμενης και γίνονταν χωρίς η τελευταία να διαμαρτυρηθεί. Τέλος, αναφέρει πως ενώ η εναγόμενη επικαλείται, μεταξύ άλλων, ως λόγο παρακοής του διατάγματος την επέμβαση στην ρυμοτομία, κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρακοής δεν ήτο στην διάθεση της κάποια μελέτη από πραγματογνώμονα ή άλλο ειδικό που να επιβεβαιώνει τυχόν τέτοια επέμβαση, αφού ο ισχυριζόμενος διορισμός της κας Καραμοντάνη «έγινε πολύ μεταγενέστερα». Η εναγόμενη στην Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση που καταχώρισε, επισύναψε Έκθεση της Πολεοδόμου και Πολιτικού Μηχανικού Άννας Καραμοντάνη. Όπως φαίνεται από την πιο πάνω Έκθεση δηλώνει η ομνύουσα, «οι κατασκευές και αναπροσαρμογές που θέλει να κάνει ο αιτητής είναι, για σκοπούς υπαίθριας εστίασης εκτός του κελύφους των υφιστάμενων καταστημάτων μου, πράγμα που εγώ ουδέποτε συμφώνησα». Επαναλαμβάνει πως διαμένει με τον σύζυγο και την θυγατέρα της, «πάνω από τα επίδικα καταστήματα» και προσθέτει πως «θα επηρεάσει την ποιότητα της ζωής μας η λειτουργία της καφετέριας 7 ημέρες της εβδομάδας μέχρι αργά τα ξημερώματα». H διαδικασία εκδίκασης της Αίτησης, διεξήχθη με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Το αίτημα υπεβλήθη από πλευράς ενάγοντα - αιτητή, συνάντησε όμως την ένσταση της άλλης πλευράς. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που αναφέρονται στην Ενδιάμεση Απόφαση του (Ruling), θεώρησε πως η φύση της Αίτησης (οιωνεί ποινική διαδικασία) επέβαλε την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Για την πλευρά του ενάγοντα κατέθεσε δια ζώσης και ενόρκως μόνο ο ίδιος. Από πλευράς εναγόμενης δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία. Η ίδια αρκέστηκε μόνο σε «ανώμοτη» (όπως η ίδια την χαρακτήρισε) δήλωση, υιοθετώντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της. Ο ενάγοντας, καταθέτοντας ενόρκως, υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο Ενόρκων Δηλώσεων του. Από την εξέταση και την αντεξέταση του προέκυψαν τα εξής: «Από το Ενοικιαστήριο συμβόλαιο και το επισυνημμένο σ' αυτό αρχιτεκτονικό σχέδιο (κάτοψη ισογείου), καταδεικνύεται επακριβώς τόσο ο εσωτερικός όσο και ο εξωτερικός χώρος του καταστήματος που ενοικιάστηκε. Ο χώρος θα χρησιμοποιείτο ως καφετέρια. Έπρεπε να γίνουν οι αναγκαίες τροποποιήσεις αφού προηγουμένως στο κατάστημα στεγαζόταν η Τράπεζα Κύπρου. Η εναγόμενη γνώριζε για τις εργασίες που εγίνοντο και δεν είχε ένσταση ούτε και διαμαρτυρήθηκε. Τα σχέδια που της είχαν δοθεί τον Σεπτέμβριο του 2016 για να τα υπογράψει, «επέμβαιναν» στη ρυμοτομία. Έγιναν οι δέουσες αλλαγές, αφού ο αρχιτέκτονας του ενάγοντα διαβουλεύθηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Λεμεσού και τα νέα σχέδια που καλείται η εναγόμενη να υπογράψει βάσει του εκδοθέντος διατάγματος, δεν «επεμβαίνουν στην προτεινόμενη ρυμοτομία». Ο ενάγοντας υπήρξε θετικός και ειλικρινής μάρτυρας, αν και δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση των πλείστων γεγονότων της υπόθεσης. Οι συνήγοροι και των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναλύουν τις θέσεις των. Έχω μελετήσει πολύ προσεκτικά και έλαβα υπόψιν τις αντίστοιχες θέσεις και επιχειρήματα που έχουν τεθεί από αμφότερες τις πλευρές. Ειδική αναφορά στις αγορεύσεις θα γίνει εκεί και όπου χρειάζεται. (Βλ. Οδυσσέως ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.) Προτού προχωρήσω στην εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τη νομική βάση της Αίτησης, καθώς και τη νομολογία που την στηρίζει. Το ουσιαστικό Δίκαιο επί αιτήσεων παρακοής εκπηγάζει βέβαια από το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου το οποίο έχει ως εξής: «Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσίαν να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ΄ αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιοασδήποτε πράξεως, διά προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτον ποσόν υπό μορφή αποζημιώσεως ως το δικαστήριο δύναται να θεωρήση πρέπον. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμα του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος.» Είναι αξιοσημείωτο της σημασίας που δίνει η Πολιτεία στη διαφύλαξη της έννομης τάξης μέσω των διαταγμάτων του Δικαστηρίου, το ότι υπάρχει συνταγματικό άρθρο για το αδίκημα αυτό. Συγκεκριμένα το άρθρο 162 του Συντάγματος προνοεί: «Tο Aνώτατον Δικαστήριον κέκτηται δικαιοδοσίαν να επιβάλλη ποινάς ένεκεν περιφρονήσεως του Δικαστηρίου τούτου και πάν έτερον δικαστήριον της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων και των κατά το άρθρον 160 ιδρυομένων υπό κοινοτικού νόμου τοιούτων, έχει εξουσίαν να διατάσση την φυλάκισιν οιουδήποτε προσώπου μη υπακούοντος εις απόφασιν ή διαταγήν αυτού μέχρι της συμμορφώσεως αυτού προς την απόφασιν ή διαταγήν ταύτην, εν πάση όμως περιπτώσει η φυλάκισις δεν δύναται να υπερβή τους δώδεκα μήνας. Παρά τας διατάξεις του άρθρου 90 νόμος ή κοινοτικός νόμος, αναλόγως της περιπτώσεως, δύναται να χορηγήση δικαιοδοσίαν επιβολής ποινής δια περιφρόνησιν του δικαστηρίου». Η δε Δικονομική Διάταξη που παρέχει την δυνατότητα να εφαρμοσθεί, είναι το άρθρο 42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το οποίο έχει ως εξής: «
- Όπου οιονδήποτε Διάταγμα εξεδόθη υπό οιουδήποτε Δικαστηρίου και δίδει οδηγίες να γίνει κάτι ή απαγορεύει να γίνει κάτι, θα πρέπει να οπισθογραφηθεί από τον Πρωτοκολλητή στο αντίγραφο που θα επιδοθεί στο πρόσωπο από το οποίο ζητείται να υπακούσει σε αυτό με μία σημείωση ως εξής: - Εάν εσείς ο κατονομαζόμενος Α.Β. παραλείψετε να υπακούσετε στο Διάταγμα αυτό εντός του χρόνου που καθορίζεται σε αυτό, θα υπόκεισθε σε σύλληψη (προσαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου) και η περιουσία σας σε κατάσχεση.
- Επίσημο αντίγραφο Διατάγματος θα πρέπει να επιδοθεί στο πρόσωπο που καθορίζει το Διάταγμα. Η επίδοση πρέπει, εκτός αν άλλες οδηγίες δίδονται από το Δικαστήριο ή Δικαστή, να είναι προσωπική. .............................
- Αν ο καθ' ου η αίτηση δεν αποδείξει ικανοποιητική δικαιολογία για την μη παρουσία του κατά την ορισθείσα ημερομηνία της κλήσεως ή αν παρουσιαστεί και δεν δείξει καλή βάση που να ικανοποιήσει το Δικαστήριο γιατί να μη τιμωρηθεί για ανυπακοή, το Δικαστήριο μπορεί να τον καταδικάσει σε τέτοιο πρόστιμο ή σε φυλάκιση για τέτοιο χρόνο που το Δικαστήριο θα διατάξει .» Προκύπτει από τα πιο πάνω και από την συναφή νομολογία ότι οι πιο κάτω προϋποθέσεις πρέπει να υφίστανται: (α) Ύπαρξη σαφούς διατάγματος, (β) Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης, (γ) Προσωπική επίδοση του διατάγματος, (δ) Προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής. (ε) Αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης. Είναι χρήσιμο να εξετασθούν τα δυο πιο πάνω άρθρα υπό το πρίσμα της παλαιότερης και σύγχρονης νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να καταδειχθούν οι αρχές και τα πλαίσια εφαρμογής τους. Στην απόφαση Safarino v. Sun Shoes
(1984)1 C.L.R. 738 λέχθηκαν τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Ένα διάταγμα Δικαστηρίου ισοδυναμεί με διαταγή του ίδιου του Νόμου και είναι ακόμα περισσότερο ακριβές γιατί προσδιορίζει τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να γίνει. Κατά κανόνα, η ανυπακοή προς τέτοιο Διάταγμα, υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας και αποτελεί μια περιφρόνηση με ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Η υπακοή σε Διατάγματα Δικαστηρίου αποτελεί ένα από τα θεμέλια της πολιτισμένης ζωής.» Στην απόφαση Δρόσος Μιχαηλίδης v. Margita Μιχαηλίδου Poliakova
(2011)1 Α.Α.Δ. 356, λέχθηκαν τα εξής: "Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1)". Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Τάκη Μακρίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 401, 406 αναφέρεται πως: «. σε περιπτώσεις, όπως εδώ που αφορούν την ελευθερία του πολίτη οι δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, πρέπει να τηρούνται αυστηρά και κατά γράμμα.» Στην υπόθεση Videotron Ltee v. Industries Microlec Produits Electroniques Inc.
(1993)96 D.L.R. (4th) 376, 398 αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά ότι: ". the imposition of penalties for contempt of court, even when used to enforce a purely private order, still involves an element of "public law" because "respect for the role and authority of the courts, one of the foundations of the rule of law, is always at issue." Για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση σε διάταγμα του Δικαστηρίου απαιτείται να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή. Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. (Βλ. Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287). Στην Yugos Finance BV κ.α. ν. Halebay Holdings Ltd
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 569, αφού γίνεται σαφής αναφορά ότι οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται στην αίτηση παρακοής και ότι το Δικαστήριο δεν δύναται καν να εξετάσει κάτι που δεν περιέχεται στην ένσταση, προστίθενται τα ακόλουθα: «Το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτητής, ο οποίος και έχει την υποχρέωση να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση του (Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 750). Όπως τονίστηκε ιδιαιτέρως στην πιο πάνω απόφαση, η έλλειψη μαρτυρίας που να αποδεικνύει τα αμφισβητούμενα γεγονότα, καθιστά την ετυμηγορία του Δικαστηρίου ακροσφαλή και την όποια απόφασή του υποκείμενη σε ακύρωση. Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία, στην έννοια ότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται (Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliakova, Π.Ε. 22/2009, ημερ. 24.2.2011 και In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Το αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό και στη διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ' ου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (David Bean Injunctions, 8η έκδοση, παρ. 618 και 619). Για να είναι δυνατή, κατά συνέπεια, η τιμωρία του καθ' ου, τα διατάγματα θα πρέπει να διατυπώνονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιές πράξεις απαγορεύονται και κάτω υπό ποια ιδιότητα. Το Δικαστήριο, για να προχωρήσει σε καταδίκη, θα πρέπει να έχει ενώπιον του ικανοποιητική μαρτυρία επί των ακολούθων σημείων: (α) ότι οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι, (β) να έχει τεκμηριωθεί ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει λάβει γνώση των όρων του διατάγματος, ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης του διατάγματος και των όρων του στον καθ' ου και (γ) να υπάρχει ξεκάθαρη απόδειξη ότι ο καθ' ου έχει παραβιάσει τους όρους του διατάγματος (Borris & Lowe: The Law of Contempt, 2η έκδοση, σελ. 395).» Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση υπόθεση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι τυπικές προϋποθέσεις της έκδοσης και επίδοσης δεόντως οπισθογραφημένου διατάγματος έχουν τηρηθεί. Προεβλήθη από πλευράς της εναγόμενης πως το διάταγμα δεν είναι σαφές. Όπως υποστηρίζει ο συνήγορος της στη Γραπτή του Αγόρευση «υπάρχουν δεκάδες τύποι πολεοδομικών αιτήσεων και το διάταγμα δεν εξειδικεύει ποια αίτηση διατάττεται η καθ' ης η Αίτηση να υπογράψει .». Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το Διάταγμα είναι διατυπωμένο με σαφήνεια. Εξειδικεύει ποια έγγραφα η εναγόμενη είχε διαταχθεί να υπογράψει. Είναι εκείνα τα έγγραφα που ήσαν απαραίτητα ώστε να εξεταστούν οι αιτήσεις του ενάγοντα προς τις αρμόδιες Αρχές (Πολεοδομία, ΚΟΤ, Δήμος Λεμεσού) για την αλλαγή χρήσης του υποστατικού από κατάστημα σε καφετέρια. Το Ενοικιαστήριο Έγγραφο το οποίο ήταν σε ισχύ τόσο κατά την έκδοση όσο και κατά την επίδοση του Διατάγματος, προέβλεπε (όροι 4 και 5) πως ο ενάγοντας θα ελάμβανε όλες τις απαιτούμενες άδειες ώστε το υποστατικό να λειτουργούσε ως καφετέρια, νόμιμα. Προς τούτο ήταν απαραίτητη η υπογραφή των αιτήσεων από την εναγόμενη, ως η ιδιοκτήτρια. Ασφαλώς και υπάρχουν «δεκάδες τύποι» Πολεοδομικών Αιτήσεων. Στην προκειμένη περίπτωση όμως τα έγγραφα περιορίζονται και καθορίζονται, επαρκώς θα έλεγα, λόγω του σκοπού για τον οποίο θα υποβάλλοντο. Εξάλλου, τα έγγραφα αυτά είχαν επισυναφθεί σε επιστολή, η οποία επεδόθη στην εναγόμενη μαζί με το διάταγμα. Ούτε και η θέση της εναγόμενης πως στο Διάταγμα δεν καθορίζεται «ποιος» θα συμπληρώσει τις πολεοδομικές αιτήσεις αλλά απλώς αναφέρεται η φράση «όπως παράσχει και/ή υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο» που κατά την άποψη του συνηγόρου της, «δεν εξυπακούεται ότι θα τα συμπληρώνει η καθ' ης η Αίτηση, άρα και για αυτό το επίδικο διάταγμα είναι ασαφές», με βρίσκει σύμφωνη. Το Διάταγμα εκδόθηκε εναντίον της εναγόμενης, το όνομα της οποίας αναφέρεται τόσο στο κείμενο του Διατάγματος, όσο και στην οπισθογράφηση τούτου. Και αυτή η θέση απορρίπτεται. Η εναγόμενη είχε αντιληφθεί πλήρως και το νόημα και το περιεχόμενο του Διατάγματος. Τούτο φαίνεται από την υπερασπιστική γραμμή που κράτησε. Όπως δηλώνεται τόσο στις ένορκες δηλώσεις της, αλλά και στην Γραπτή Αγόρευση του δικηγόρου της, ο λόγος που δεν υπέγραφε τις αιτήσεις είναι επειδή «τα σχέδια επέμβαιναν στην προτεινόμενη ρυμοτομία». Πράγματι, ο ενάγοντας παραδέχθηκε πως τα σχέδια που της είχαν δοθεί για υπογραφή τον Σεπτέμβριο του 2016, πολύ προτού καταχωρηθεί η αγωγή και εκδοθεί το Διάταγμα, επέμβαιναν στην ρυμοτομία. Έγιναν οι απαιτούμενες διορθώσεις και τα συγκεκριμένα σχέδια που της επιδόθηκαν μαζί με το Διάταγμα και τα οποία της ζητήθηκαν να υπογράψει, ήσαν σύμφωνα με ό,τι οι αρμόδιες Αρχές απαιτούσαν. Συνεπώς, η εισήγηση της εναγόμενης για ασάφεια του Διατάγματος είναι αβάσιμη και καταρρέει. Οι λοιπές τυπικές προϋποθέσεις της Αίτησης Παρακοής στοιχειοθετούνται. Το Διάταγμα είναι δεόντως οπισθογραφημένο και είναι παραδεκτό πως τόσο το Διάταγμα όσο και η υπό κρίση Αίτηση επεδόθηκαν προσωπικώς στην εναγόμενη. Όσον αφορά την οπισθογράφηση του Διατάγματος, τέθηκε θέμα από την εναγόμενη πως σ' αυτή αναγράφεται η λέξη «αμελήσετε» αντί η λέξη «παραλείψετε». Κατά τον συνήγορο της «καμία τιμωρία της καθ' ης δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αφού συστατικό στοιχείο της παρακοής είναι η άρνηση της καθ' ης η αίτηση να συμμορφωθεί και όχι η αμέλεια της». Ομολογώ πως δυσκολεύομαι να αντιληφθώ αυτό τον συλλογισμό, δεδομένης της ερμηνείας των ρημάτων «αμελώ» και «παραλείπω». Σύμφωνα με το Ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεώργιου Μπαμπινιώτη, το ρήμα «αμελώ» σημαίνει και «παραμελώ, παραλείπω, από απροσεξία ή αδιαφορία», το δε ρήμα «παραλείπω» σημαίνει και «ξεχνώ, αμελώ». Συνεπώς και αυτή η εισήγηση απορρίπτεται, αφού και οι δύο λέξεις είναι ταυτόσημες. Όπως έχω προαναφέρει, η κύρια υπερασπιστική γραμμή της εναγόμενης είναι πως δεν υπέγραψε τα έγγραφα επειδή έτσι όπως θα υποβάλλοντο τα σχέδια στις αρμόδιες Αρχές θα επέμβαιναν στην «προτεινόμενη ρυμοτομία». Τούτο, κατά την ίδια, «απαγορευόταν» στον ενάγοντα, από το ίδιο το Ενοικιαστήριο Έγγραφο. Η θέση αυτή καθόλου δεν υποστηρίζεται από την Έκθεση της κας Καραμοντάνη, η οποία επισυνάφθηκε στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της εναγόμενης. Εκείνο το οποίο καταγράφεται στην Έκθεση, είναι πως έχουν γίνει προσθηκομετατροπές, εκτός του κελύφους του υφιστάμενου χώρου, για σκοπούς υπαίθριας εστίασης. Δεν μπορώ να αντιληφθώ που στηρίζει αυτή την εκδοχή της, η εναγόμενη. Ακόμη όμως και αυτό να ίσχυε, είναι οι αρμόδιες Αρχές που θα κρίνουν εάν τα αρχιτεκτονικά σχέδια που θα υποβληθούν από τον ενάγοντα, ικανοποιούν ή όχι ό,τι οι σχετικοί Νόμοι και Κανονισμοί προβλέπουν και εάν υπάρχει οποιαδήποτε επέμβαση στη ρυμοτομία ή στην προτεινόμενη ρυμοτομία και όχι η εναγόμενη. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής πως στο Ενοικιαστήριο Συμβόλαιο καθορίζεται με ακρίβεια και επαρκώς, τόσο ο εσωτερικός όσο και ο εξωτερικός χώρος του ενοικιασθέντος υποστατικού. Στο σημείο αυτό παρενθετικά αναφέρω, πως ένας από τους λόγους Ένστασης είναι πως το Ενοικιαστήριο Έγγραφο έχει «τερματιστεί» από την εναγόμενη. Η εναγόμενη παραλείπει να αναφέρει στην Ένορκη της Δήλωση πως ο «τερματισμός» έγινε πολύ μεταγενέστερα της έκδοσης και της επίδοσης του επίμαχου Διατάγματος. Φυσικά, το θέμα του «τερματισμού» του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου θα εξεταστεί από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο. Από την ίδια την θέση της καθ' ης η Αίτηση, όπως προβάλλεται στις Ένορκες της Δηλώσεις, καταδεικνύεται πως εκείνο που την ενοχλεί (η υπογράμμιση δική μου), είναι πως η λειτουργία της καφετέριας επτά ημέρες την εβδομάδα «μέχρι αργά τα ξημερώματα», θα επηρεάσει την ποιότητα ζωής της ίδιας και της οικογένειας της. Είναι η πεποίθηση μου πως ο ισχυρισμός περί «επέμβασης στην ρυμοτομία» χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο της διαμόρφωσης πρόθεσης καταστρατήγησης του διατάγματος από την εναγόμενη. Από τα όσα η ίδια η εναγόμενη έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, καταδεικνύεται η πρόθεση της, να μην υπακούσει το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι πρόκειται εν προκειμένω για ηθελημένη παρακοή, με στοιχεία μάλιστα επιλήψιμης συμπεριφοράς, που συνιστούν πεισματική αντίσταση κατά του διατάγματος. Συνακόλουθα, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση του διατάγματος ημερομηνίας 21.3.2017. Στη βάση των προαναφερόμενων και με δεδομένη την πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων όπως ο Νόμος ορίζει, έτσι όπως έχει εκτεθεί στην Αιτηση, η εναγόμενη - καθ' ης η Αίτηση κρίνεται ένοχη για παρακοή διατάγματος ως η Αίτηση. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο