← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. GATEWIDE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3209/10, 19/9/2017

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. GATEWIDE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3209/10, 19/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A306 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3209/10 Μεταξύ: ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ Εναγόντων ΚΑΙ

  1. GATEWIDE LTD
  2. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας ANDREAS SAZOS TRADING LTD Εναγομένων Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 29.4.2015 ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων ΚΑΙ
  3. GATEWIDE LTD
  4. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας ANDREAS SAZOS TRADING LTD Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 28/06/2017 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ
  5. Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα. Καλυβίτου για Γιώργος Γ. Γιάγκου ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο αρ. 1: κος. Σταυρινίδης για Δημήτρης Παναούτας και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 ποσό εκ €47.130,00σ δυνάμει επιταγών οι οποίες δεν τιμήθηκαν και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή σαν αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε και/ή σαν αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή άλλως πως. Με βάση την έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας η Ενάγουσα, στα πλαίσια των εργασιών της ασχολείτο μεταξύ άλλων με την αγορά και προεξόφληση χρεών, λογαριασμών, επιταγών και χρεωστικών ομολόγων. Κατά την 2/12/2009 η εναγόμενη 1έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος υπέγραψε κι παρέδωσε προς την εναγόμενη 2, που πλέον ενόψει διατάγματος εκκαθάρισης ενάγεται μέσω του επίσημου παραλήπτη ως εκκαθαριστή της, σειρά από 5 επιταγές για συνολικό ποσό ως το αξιούμενο. Οι εν λόγω επιταγές οπισθογραφήθηκαν έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος από την δικαιούχο προς την Ενάγουσα καθιστώντας αυτή δικαιούχο. Η Ενάγουσα παρουσίασε αυτές τις επιταγές κατά τον δέοντα χρόνο που κατέστησαν πληρωτέες αλλά δεν τιμήθηκαν και/ή επιστράφηκαν απλήρωτες. Παρά τις οχλήσεις προς τους εναγόμενους 1 και 2 τα ποσά αυτά παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτα και οφειλόμενα. Η εναγόμενη 1 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην διαδικασία ομοίως και η εναγόμενη 2 μέσω του επίσημου παραλήπτη ως εκκαθαριστή της. Η εναγόμενη 1 καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης ενώ ακολούθησε απάντηση στην Υπεράσπιση. Στις 29/04/2015 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και ακολούθησε η καταχώρηση της τροποποιημένης λοιπής δικογραφίας. Στις 13/4/2011 εκδόθηκε εναντίον της εναγόμενης 2 απόφαση. Με βάση την τροποποιηθείσα υπεράσπιση της εναγόμενης 1, η εκδοχή της έχει ως ακολούθως. Τίθενται προδικαστικές ενστάσεις όσον αφορά την κανονικότητα του κλητήριου εντάλματος και ισχυρισμό περί ανυπαρξίας της ΛΑΙΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ ως διάδικος. Άνευ βλάβης των διάφορων προδικαστικών ενστάσεων και επί της ουσίας της απαίτησης η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι οι επίδικες επιταγές δεν εκδόθηκαν δυνάμει καλού και νόμιμου ανταλλάγματος και/ή εκδόθηκαν για αντάλλαγμα που δεν εκπληρώθηκε και/ή εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες από την εναγόμενη 1 κατόπιν συμφωνίας με τον διευθυντή της εναγόμενης 2 προσωπικά και/η υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής με περιεχόμενο αυτής της συμφωνίας την προμήθεια αριθμού ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλων συναφών εμπορευμάτων και υπό την αίρεση ότι οι επιταγές θα παρουσιάζονταν στην Τράπεζα αμέσως και μόνο μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων. Τα εν λόγω εμπορεύματα ουδέποτε προμηθεύτηκαν και παραδόθηκαν από την εναγόμενη 2 προς την εναγόμενη 1 με αποτέλεσμα τον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας και την αξίωση για επιστροφή των επιταγών αυτών. Παρά τις υποσχέσεις της εναγόμενης 2 για επιστροφή αυτών των επιταγών, οι τελευταίες ουδέποτε επιστράφηκαν. Περαιτέρω η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη 2 και ενώ γνώριζε ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν κατόπιν οδηγιών προς την τράπεζα ενόψει της ακύρωσης της μεταξύ των εναγομένων συμφωνίας οπισθογράφησε τις εν λόγω επιταγές και της παρέδωσε στην Ενάγουσα για προεξόφληση και είσπραξη και χωρίς να υπάρχει νόμιμο αντάλλαγμα. Περαιτέρω και άνευ βλάβης της πιο πάνω εκδοχής η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 2 δεν είχε δικαίωμα να υπογράψει και εκχωρήσεις τις εν λόγω επιταγές στην Ενάγουσα ενώ οι επιταγές αυτές κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δεν ήσαν επιταγές εν τη εννοία του νόμου και δεν μπορούσαν να οπισθογραφηθούν και/ή να μεταβιβασθούν. Μεταξύ άλλων ισχυρισμών και θέσεων η εναγόμενη 1 επικαλείται και την μη ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της παρά μόνο εναντίον της εναγόμενης 2 και αξιώνει απόρριψη της αγωγής. Περαιτέρω καταχωρήθηκε τροποποιημένη απάντηση στην Υπεράσπιση η οποία μεταφέρει τις θέσεις της Ενάγουσας επί των δικογραφημένων ισχυρισμών της εναγόμενης
  6. Η αγωγή μετά από διάφορα διαδικαστικά βήματα που οδήγησαν σε αποκάλυψη και ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ των διαδίκων ορίστηκε επανειλημμένα για οδηγίες και ακρόαση. Στις 23/3/2017 η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε και συνεχίστηκε σε άλλες ημερομηνίες μέχρι και την 28/06/2017 οπόταν και η εναγόμενη 1 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με σκοπό την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης της. Σημειώνω ότι κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας η Ενάγουσα ολοκλήρωσε την παρουσίαση της υπόθεσης της με την προσαγωγή ενός

(1)μάρτυρα ενώ ξεκίνησε η παρουσίαση της υπεράσπισης της εναγόμενης 1 με την παρουσίαση του πρώτου μάρτυρα (ΜΥ1) του οποίου η μαρτυρία δεν ολοκληρώθηκε λόγω της καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Εν προκειμένω και με αναφορά στην υπό κρίση αίτηση, η εναγόμενη 1 αξιώνει τα κάτωθι:
  1. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρέχει άδεια και/ή να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1-Αιτήτριας στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλο αγωγή ως ακολούθως: Α. Τροποποίηση της παραγράφου 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης δια της προσθήκης των λέξεων «ειδών πολεμικών τεχνών και» προ των λέξεων «αριθμό ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλα συναφή εμπορεύματα» στην ένατη γραμμή της παραγράφου.
  2. Οιανδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαια και/ή εύλογη υπό τας περιστάσεις το Δικαστήριο.
  3. Έξοδα πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 22, 29, 30 και 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμο αρ. 14/60 όπως αυτός τροποποιήθηκε, επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, Δ.25 κ.1-4, Δ.39, Διατ. 48 κ.1-3, 8 και 9, Δ.64, τις εγγενείς εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου και την Νομολογία. Η αίτηση στηρίζεται επί γεγονότων ως αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει του γραμματέα της εναγόμενης
  4. Η θέση του ενόρκως δηλούντα είναι ότι σε συνάντηση που είχε με τους δικηγόρους του στο στάδιο καταχώρησης της αγωγής τους ανέφερε τα γεγονότα της υπόθεσης και ιδιαίτερα την συμφωνία για προμήθεια ειδών πολεμικών τεχνών και ηλεκτρονικών υπολογιστών με την εναγόμενη 2 και την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών για την πληρωμή των προϊόντων αυτών με σκοπό να περιληφθούν στην υπεράσπιση τους. Κατά τον στάδιο που έδιδε μαρτυρία συνειδητοποίησε ότι οι δικηγόροι του δεν είχαν περιλάβει στην συνταχθείσα υπεράσπιση την φράση «είδη πολεμικών τεχνών» λόγω παραδρομής και/ή αβλεψίας και/ή λάθους κατά την σύνταξη. Η παράλειψη της αναφοράς αυτής εμποδίζει την εναγόμενη 1 από του να παρουσιάσει την έγγραφη μαρτυρίας της που είναι σημαντική για την προώθηση της υπεράσπισης ενώ η έγκριση της αίτησης θα δώσει την δυνατότητα να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Η αίτηση καταχωρήθηκε καλόπιστα ενώ ουδεμία ζημιά θα προκληθεί στην Ενάγουσα που να μην δύναται να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Σε περίπτωση δε απόρριψης της η εναγόμενη 1 θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θα τεθούν όλα τα γεγονότα ώστε να απονεμηθεί ορθά η Δικαιοσύνη. Στην αντίπερα όχθη η πλευρά της Ενάγουσας καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί στην υπό κρίση αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 30 εδάφιο 2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα αλλά όχι περιοριστικά στη Διαταγή 25, τη Διαταγή 27, Θεσμοί 1, 2 και 3, τη Διαταγή 33, Θεσμός 6, τη Διαταγή 39, τη Διαταγή 48, τη Διαταγή 59 και συγκεκριμένα στους Θεσμούς 1, 2, 3, 4, 8 και 9 αυτής, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/1960και συγκεκριμένα, αλλά όχι περιοριστικά, στα άρθρα 2, 29, 30, 31, 32, 33, 42 και 44 στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλα σχετική καθοδηγητική νομολογία, στις αρχές τις επιείκειας καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι οι κάτωθι:
  5. Η Αίτηση της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας, αδικαιολόγητα υπεβλήθη κακόπιστα, καταχρηστικά, πολύ καθυστερημένα και αφού ξεκίνησε η διαδικασία Ακροάσεως της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, η Αίτηση καταχωρήθηκε μετά που η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση παρουσίασε μαρτυρία προς απόδειξη της απαίτησης της και έκλεισε την υπόθεση, στο στάδιο που η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια παρουσίασε τον Μάρτυρα Υπεράσπισης της, κο Μιχάλη Ευσταθίου, καταθέτοντας Γραπτή Κατάθεση ημερομηνίας 20/06/2017 (καταχωρήθηκε ως Έγγραφο Β).
  6. Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική αφού καταχωρήθηκε αδικαιολόγητα όταν είχε ήδη ολοκληρωθεί η κατάθεση μαρτυρίας εκ μέρους της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση και ως εκ τούτου η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση δεν θα μπορεί να απαντήσει σε οποιουσδήποτε νέους ισχυρισμούς της Αιτήτριας/Εναγομένης αρ. 1 στερώντας έτσι το δικαίωμα της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση να ακουστεί και να απαντήσει με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα της για δίκαιη δίκη.
  7. Η Αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και καταχρηστική αφού όλοι οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας στην παρούσα διαδικασία, είναι γεγονότα που ήταν γνωστά από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και τα οποία όφειλε να καταγράψει στην Έκθεση Υπεράσπισης της και συνεπώς δεν δικαιολογείται η καθυστερημένη αίτηση για εισαγωγή τους στην Υπεράσπιση. Περαιτέρω από την καταχώρηση Υπεράσπισης μέχρι σήμερα μεσολάβησε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και κατ' επέκταση της Υπεράσπισης, δίνοντας ξανά την ευκαιρία στην Εναγόμενη 1/Αιτήτρια να εντοπίσει τυχών παρατυπία στο Δικόγραφο της πράγμα που δεν έπραξε.
  8. Τα γεγονότα που οδήγησαν την Αιτήτρια/Εναγόμενη αρ. 1 στην κατ' ισχυρισμών ανάγκη για τροποποίηση, ήσαν γνωστά και/ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από αυτή από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας, και/ή από καιρού, πριν ακόμα ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία αυτής, και/ή εν πάση περιπτώσει, πριν την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση.
  9. Οι νέοι ισχυρισμοί που προτίθενται να εισάγουν ήταν εις γνώση της Εναγόμενης 1/Αιτήτρια και ο μόνος λόγος που επιχειρείται η τροποποίηση είναι για να συνάδει με έγγραφα τα οποία έχουν προ πολλού αποκαλυφθεί με την Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης του ίδιου του μάρτυρα, κου Μιχάλη Ευσταθίου την 24.11.
  10. Ουδείς βάσιμος λόγος εδόθη που να δικαιολογεί την υπέρμετρη καθυστέρηση υποβολής της Αίτησης.
  11. Η Παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο ότι γίνεται κακόπιστα και/ή γιατί είναι επιπόλαια και ενοχλητική (Frivolous and Vexatious) και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (Abuse of the Process of the Court).
  12. Η γνησιότητα των προθέσεων της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας, σε συσχετισμό προς την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης, τίθενται υπό αμφισβήτηση ως αναληθής.
  13. Η Αίτηση επιχειρεί να εντάξει πολύ καθυστερημένα νέα βάση υπεράσπισης που θα προκαλέσει αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση. Εάν επιτραπεί στο παρών στάδιο της διαδικασίας εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης η αιτούμενη από την Εναγόμενη 1 τροποποίηση, θα προκληθεί αδικία στην Ενάγουσα που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.
  14. Η όποια καθυστέρηση θα προκληθεί λόγω της αιτούμενης τροποποίησης της υπεράσπισης, θα απολήξει σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης της υπόθεσης του Ενάγοντα εντός ευλόγου χρόνου. Η καθυστέρηση που αναμένεται ότι θα προκληθεί στην παρούσα υπόθεση, μπορεί αυτή καθεαυτή, να αποτελέσει λόγο απόκλισης της δυνατότητας έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Αδαμίδη από τη Λευκωσία ο οποίος παραπέμπει και στο περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου σε σχέση με την εξέλιξη και πορεία της αγωγής μέχρι και της καταχώρησης της αίτησης. Στην ένορκη δήλωση του δηλούντα γίνεται αναφορά κυρίως στην θέση ότι η παράλειψη αυτή που τώρα επικαλούνται οι αιτητές μπορούσε να γίνει εύκολα αντιληπτή και να εντοπιστεί εξ' αρχής και σε πολύ αρχικό στάδιο. Συγκεκριμένα ο ενόρκως δηλών παραπέμπει στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων του ίδιου του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση ημερ.24/11/2011 ο οποίος αποκαλύπτει τα εν λόγω έγγραφα που αποτελούν την έγγραφη μαρτυρία που επιθυμεί να καταθέσει και δεν καλύπτονται από την ισχύουσα δικογράφηση ενώ μεσολάβησαν άλλες δυο τροποποιήσεις της έκθεσης απαίτησης όπου επίσης είχε την ευκαιρία να τροποποιήσει την υπεράσπιση της η εναγόμενη
  15. Τα στοιχεία αυτά κατά τον ενόρκως δηλούντα δεικνύουν κακοπιστία ενώ η έγκριση της αίτησης σε αυτό το προχωρημένο στάδιο και αφού ολοκληρώθηκε η παρουσίαση της υπόθεσης της ενάγουσας αποστερεί από αυτήν το δικαίωμα της να αντικρούσει τους νέους ισχυρισμούς ενώ θα προκαλέσει περαιτέρω και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ζημιές που δεν δύναται να αποζημιωθούν με διαταγή ως τα έξοδα. Περαιτέρω η κακοπιστία των αιτητών προκύπτει και από το ότι κατά την κυρίως εξέταση του ΜΥ1, ενόρκως δηλούντα στην αίτηση, καταχωρήθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, Έγγραφο Β, όπου επίσης αναφέρεται στην παράγραφο 3 αυτής σε συμφωνία προμήθειας «ηλεκτρονικών υπολογιστών και άλλα ηλεκτρικά είδη...». Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση ως ΜΥ1 ορκίστηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της γραπτής του δήλωσης ενώ πουθενά δεν αναφέρθηκε σε λάθος παρά μόνο αργότερα για να συνάδει η μαρτυρία του με τα έγγραφα που ήθελε να καταθέσει και τα οποία δεν είχαν αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και των οποίων η κατάθεση δεν επιτράπηκε. Ενόψει μεταξύ άλλων αναφορών και των ανωτέρω ο ενόρκως δηλών ζητά απόρριψη της αίτησης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αμφότερες αίτηση και ένσταση ενώ αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν την νομική τους επιχειρηματολογία γραπτώς, παραπέμποντας σε σωρεία αυθεντιών επί του ζητήματος της τροποποίησης της δικογραφίας. Τα όσα αμφότεροι ανάπτυξαν έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στο στάδιο μελέτης της παρούσας αίτησης και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Αναφορά θα γίνει όπου τούτο κριθεί απαραίτητο για σκοπούς έκδοσης της απόφασης και αιτιολόγησης του σκεπτικού του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ένα ευρύ φάσμα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ασχολείται με το ζήτημα της τροποποίησης της δικογραφίας κατόπιν αίτησης διαδίκου ενώ έχουν τεθεί νομολογιακές αρχές και παράμετροι τις οποίες κάθε Δικαστήριο εφαρμόζει στα πλαίσια της κάθε υπόθεσης με σκοπό να αποφανθεί κατά πόσο θα εγκρίνει μια τέτοια αίτηση ή όχι. Πολλοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη ενώ το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική ευχέρεια ανάλογα με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης είναι η Διαταγή 25, Θ.
  16. Εκείνο που αναφύεται μέσα από την νομολογία είναι ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχουν καθιερωθεί αλλά πάντοτε σε συσχετισμό με τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Σύνοψη της σχετικής επί του ζητήματος νομολογίας έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.». Επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση εκείνη ότι αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ 11). Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία, για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745). Έχοντας τώρα υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, στα πλαίσια πάντοτε των δικών της περιστατικών. Αποτελεί θέση των αιτητών ότι η τροποποίηση καθίσταται αναγκαία και προέκυψε όταν ο συνήγορος των αιτητών προέβαλε ένσταση στην κατάθεση εγγράφου ενόψει της μη δικογράφησης σχετικού ισχυρισμού και το οποίο δεν έιχε αποκαλυφθεί. Είναι δηλαδή θέση των αιτητών ότι επιθυμούν τροποποίηση με σκοπό να εισαγάγουν μαρτυρία απαραίτητη για την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Το δε ζήτημα της παράλειψης δικογράφησης του ισχυρισμού αυτού αποδίδεται στους συνηγόρους της εναγόμενης 1. Ανεξαρτήτως του ισχυριζόμενου λόγου παράλειψης προσθήκης των ισχυριζόμενων προϊόντων που αποτελούσαν το περιεχόμενο της συμφωνίας κρίνω απαραίτητο να εξετάσω το ζήτημα του χρόνου που καταχωρήθηκε η αίτηση και πως αυτό επηρεάζει στην ουσία της, την υπό κρίση αίτηση. Βεβαίως ως έχει νομολογηθεί τροποποίηση δικογραφίας δύναται να επιτραπεί σε οιοδήποτε στάδιο της δίκης και ο παράγοντας χρόνος, εξετάζεται πάντοτε ως τέτοιος σε συνάρτηση με τα λοιπά δεδομένα εκάστης υπόθεσης ξεχωριστά. Εν προκειμένω η Ενάγουσα έχει ολοκληρώσει την παρουσίαση της υπόθεσης της με ένα και μοναδικό μάρτυρα ενώ η πλευρά της εναγόμενης 1 παρουσίασε τον πρώτο της μάρτυρα του οποίου η κυρίως εξέταση δεν ολοκληρώθηκε και διακόπηκε λόγω της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται επαρκώς, σκοπεύει δε στην εισαγωγή υλικού που ήταν σε γνώση των αιτητών ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα από την καταχώρηση της Υπεράσπισης ή σε κάθε περίπτωση πολύ πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Η αιτούμενη τροποποίηση ανάγεται σε γεγονότα που βεβαίως αφορούν και περιλαμβάνονται στην αποκλειστική γνώση της εναγόμενης 1 που ανάγονται σε χρόνο τουλάχιστον από το 2010 ως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση εφόσον ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι αυτά περιέγραψε και ανέφερε στους δικηγόρους του κατά το στάδιο ετοιμασίας της αρχικής υπεράσπισης. Έκτοτε η αγωγή ορίστηκε επανειλημμένα για ακρόαση ενώ η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε και έχει ήδη ολοκληρωθεί η υπόθεση της Ενάγουσας ενώ σημαντικό σημείο αποτελεί το γεγονός ότι ο ίδιος ο ενόρκως δηλών στην γραπτή του δήλωση, που κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρεται σε περιεχόμενο συμφωνίας με αναφορά σε προϊόντα από τα οποία ελλείπει η αναφορά σε «είδη πολεμικών τεχνών» ακόμα και σήμερα. Εκείνο που προκύπτει από τα ανωτέρω είναι αδιαμφισβήτητα ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, πάροδος πέραν των 7 ετών, επιπλέον η αίτηση καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας σε πολύ προχωρημένο στάδιο και αφού η ενάγουσα ολοκλήρωσε την υπόθεση της. Η καθυστέρηση όμως αυτή εξετάζεται, με βάση την νομολογία, όχι αυτοτελώς αλλά πάντα σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης και συνδυαζόμενη με την ζημιά που ενδεχομένως να προκληθεί στην άλλη πλευρά και ειδικότερα κατά πόσο αυτή δύναται να αποζημιωθεί με σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα. Ακόμη δε, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε λόγω αμέλειας ή/και λάθους ή αβλεψίας και παραδρομής των συνηγόρων των αιτητών, οι οποίοι μπορούσαν να εντοπίσουν ενωρίτερα τα σφάλματα που εντόπισαν στο δικόγραφο τους, σημειώνω ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η τροποποίηση δυνατό να επιτραπεί, ακόμη και αν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου, ανωτέρω). Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, λέχθησαν τα εξής: «... it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs.» Επομένως και με δεδομένη την καθυστέρηση τόσο από άποψη χρόνου όσο και από άποψη σταδίου της εκκρεμούσας διαδικασίας εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο πλήττονται κατά οιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Ενάγουσας και εάν ναι κατά πόσο η ζημιά αυτή είναι δυνατό να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Η πλευρά της Ενάγουσας ολοκλήρωσε την παρουσίαση της υπόθεσης της με γνώμονα και εξετάζοντας την υπεράσπιση ως είχε τεθεί με το δικόγραφο της εναγόμενης. Η ενάγουσα έχει το δικαίωμα να εκδικαστεί η υπόθεση της εντός ευλόγου χρόνου και χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση. Παρά την δυνατότητα που υφίσταται και το δικονομικό ενδεχόμενο επανακλήτευσης μάρτυρα ενόψει ενδεχομένως της τροποποίησης η όλη αυτή διαδικασία θα έπληττε στον πυρήνα της, την όλη διαδικασία από άποψη καθυστέρησης. Η έγκριση της αίτησης στον χρόνο κατά τον οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση σε συνδυασμό με το στάδιο εις το οποίο έχει ήδη προχωρήσει η ακροαματική διαδικασία πλήττει τα δικαιώματα της ενάγουσας σε συνδυασμό με την προσδοκία για ολοκλήρωση εντός ευλόγου χρόνου της παρούσας διαδικασίας ακρόασης της αγωγής. Η ζημιά αυτή της υπέρμετρης καθυστέρησης και ενδεχομένως του επαναπροσδιορισμού των επίδικων θεμάτων δεν δύναται να αποζημιωθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα. Βασική επίσης παράμετρος το γεγονός ότι η τροποποίηση της υπεράσπισης θα δώσει την δυνατότητα στην Ενάγουσα από την μια να καταχωρήσει τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση, ενδεχομένως απαντώντας στον νέο ισχυρισμό, αλλά και από την άλλη να εμποδίζεται να προσφέρει μαρτυρία ενόψει της ολοκλήρωσης της υπόθεσης της. Η δυνατότητα υποβολής αιτήματος για επανακλήτευση μάρτυρα θα οδηγήσει σε περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας αγωγής του 2010. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην απόφαση της υπόθεσης Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 όπου όπως και στην υπό κρίση περίπτωση η διαδικασία παρουσίασης μαρτύρων από πλευράς ενάγουσας ολοκληρώθηκε ενώ είχε ήδη ξεκινήσει η παρουσίαση μαρτύρων εκ μέρους των εναγομένων οπόταν και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έγκριση του αιτήματος θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των εναγόντων, αλλά και της δικαιοσύνης, συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσής της.» Σχετική επίσης είναι και η απόφαση στην υπόθεση United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 C.L.R. 510 στην οποία εξετάστηκε επίσης αίτημα τροποποίησης σε πολύ καθυστερημένο στάδιο εκκρεμούσης της ακρόασης και το οποίο απορρίφθηκε. Εν προκειμένω η υπόθεση έχει ήδη ολοκληρωθεί με την υπόθεση της ενάγουσας, έχουν αποκαλυφθεί σε προηγούμενα στάδια τα έγγραφα από τις δυο πλευρές ενώ έναυσμα για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης αποτέλεσε η ένσταση από πλευρά εναγόντων στην κατάθεση ως τεκμηρίου εγγράφου από τον ΜΥ1 το οποίο δεν είχε αποκαλυφθεί κα/ή είχε αποκαλυφθεί διαφοροποιημένο και το οποίο περιείχε αναφορές σε ισχυρισμούς μη δικογραφημένους. Η δυνατότητα της εναγόμενης 1 να εντοπίσει αυτό το κενό σε πολύ προγενέστερο στάδιο και οι συνέπειες της ενδεχόμενης τροποποίησης σε αυτό το στάδιο επί των δικαιωμάτων της Ενάγουσας που έχει ήδη παρουσιάσει την μαρτυρία της με γνώμονα την υπεράσπιση, χωρίς βεβαίως να αγνοώ το ενδεχόμενο επανακλήτευσης μάρτυρα, θα προκαλέσει καθυστέρηση υπέρμετρη που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σε κάθε περίπτωση και αξιολογώντας το σύνολο των ιδιαίτερων περιστατικών της παρούσας υπόθεσης καταλήγω ότι δεν δύναμαι να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια προς έγκριση του αιτήματος τροποποίησης. Συνεπακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ'ών η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1 - αιτητών ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα επίσης στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.