← Κύπρος

KOULOUNDIS DEVELOPERS LIMITED κ.α. ν. USB BANK PLC κ.α., Αγωγή Αρ. 2420/16, 13/9/2017

KOULOUNDIS DEVELOPERS LIMITED κ.α. ν. USB BANK PLC κ.α., Αγωγή Αρ. 2420/16, 13/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A300 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 2420/16 Μεταξύ:

  1. KOULOUNDIS DEVELOPERS LIMITED
  2. Γιώτα Κουλουντή, εκ Λεμεσού Εναγόντων και USB BANK PLC
  3. Κρις Ιακωβίδη Εναγόμενων ------------------ Και όπως τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/8/2016 Μεταξύ:
  4. KOULOUNDIS DEVELOPERS LIMITED
  5. Γιώτα Κουλουντή, εκ Λεμεσού Εναγόντων και
  6. USB BANK PLC
  7. Χριστάκη Ιακωβίδη άλλως Κρίς Ιακωβίδη, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή παραλήπτη της εταιρείας KOULOUNDIS DEVELOPERS LIMITED Εναγόμενων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 10.8.2016 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 13 Σεπτεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Ανδρέας Χαραλάμπους Για τους εναγομένους 1- καθ' ων η αίτηση: κα Αργυρώ Ευσταθίου για ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ & ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο 2: κ. Κυριάκος Πανάγος για ΠΑΝΑΓΟΣ & ΠΑΝΑΓΟΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Έναυσμα για την καταχώριση της αγωγής αποτελεί ο διορισμός από την εναγόμενη 1 τράπεζα στις 12/4/2016, του εναγόμενου 2 (Χριστάκη ή άλλως Κρίς Ιακωβίδη) ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της ενάγουσας 1 εταιρείας, βάσει «Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης», ημερομηνίας 11/3/
  8. Με την αγωγή τους που καταχωρήθηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στις 10/8/2016, οι ενάγοντες αξιούν, μεταξύ άλλων θεραπειών, την ακύρωση της Συμφωνίας μεταξύ της εναγόμενης 1 τράπεζας και της ενάγουσας 1 εταιρείας, ημερομηνίας 11/3/2008, καθώς επίσης και του «Ομολόγου Επιβάρυνσης» της ίδιας ημερομηνίας, λόγω «απάτης και/ή πλάνης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτης συμπεριφοράς των εναγόμενων 1». Με την υπό κρίση Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς και αυθημερόν με την καταχώριση του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου της Αγωγής, οι ενάγοντες-αιτητές αιτούνται: "Α. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς και/ή η εκτελεστότητα του διορισμού και/ή οι εξουσίες του Εναγομένου 2 Κρίς Ιακωβίδη, ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της ενάγουσας 1/Αιτήτριας που έλαβε χώρα από την εναγόμενη 1 στις 12/04/16 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1 και 2 και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή στελέχη τους, από το να χρησιμοποιούν και/ή να εφαρμόζουν και/ή να ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα και/ή να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη, που να έχει έρεισμα και/ή να στηρίζεται και/ή να βασίζεται στη Συμφωνία ημερ. 11/03/2008 μεταξύ των Εναγόμενων 1 και των Εναγόντων 1 και το επισυνημμένο σε αυτή έγγραφο με τίτλο ΟΜΟΛΟΓΟ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗΣ ημερομηνίας 11/03/2008 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Περαιτέρω επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1 και 2 και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή στελέχη τους από οποιαδήποτε προσπάθεια διάρρηξης της συμβατικής σχέσης μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2 ως αποτέλεσμα της συμφωνίας ημερομηνίας 15/09/2014 η οποία έγινε μεταξύ των Εναγόντων 1 και 2, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1 και 2 και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή στελέχη τους από οποιαδήποτε προσπάθεια διάρρηξης της συμβατικής σχέσης μεταξύ της Ενάγουσας 2 και των ενοικιαστών των διαμερισμάτων που βρίσκονται στην πολυκατοικία Έλενα Κωρτ ή αλλιώς Block B με αριθμούς 101, 102, 201, 203, 301 και 302 την οποία οι Ενάγοντες 1 ανήγειραν επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 8/204, Φύλλο σχέδιο 54/420501, τεμάχιο 209 τμήμα 8 ευρισκόμενο στην Μέσα Γειτονιά περιοχή Πανθέας στην Λεμεσό και ιδιαίτερα να απέχουν από οποιαδήποτε προσπάθεια είσπραξης των ενοικίων από τους ενοικιαστές των αναφερόμενων διαμερισμάτων, είτε αυτών που έχουν σήμερα κατοχή των διαμερισμάτων σύμφωνα με συμφωνίες ενοικίασης που καταρτίστηκαν μεταξύ της Ενάγουσας 2 και/ή αντιπρόσωπων της με τους εν λόγω ενοικιαστές, είτε μελλοντικούς ενοικιαστές μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγή και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1 και 2 και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή στελέχη τους την επέμβαση κατά οποιοδήποτε τρόπο, επί των διαμερισμάτων που οι Ενάγοντες ανήγειραν επί της πολυκατοικίας Block A ή άλλως Γιώτα Κωρτ και/ή να παρενοχλούν κατά οποιοδήποτε τρόπο τους αγοραστές των διαμερισμάτων της αναφερόμενης πολυκατοικίας, την οποίαν οι Ενάγοντες 1 ανήγειραν επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 8/204, Φύλλο σχέδιο 54/420501, τεμάχιο 209 τμήμα 8 ευρισκόμενο στην Μέσα Γειτονιά περιοχή Πανθέας στην Λεμεσό μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Περαιτέρω αι/ή άλλη θεραπεία, την οποίαν το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπό τας περιστάσεις.» Το Δικαστήριο έκρινε πως δεν εδικαιολογείτο η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων μονομερώς και διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Ή Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5 και 9, στα άρθρα 90, 93, 97, 337, 338, 340 - 344 του περί Εταιρειών Νόμου, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 33 Θεσμός 15, Διαταγή 40 Θεσμοί 10, 11 και στη Διαταγή 48 Θεσμός 1 - 4 και 7, στον περί Συμβάσεων Νόμο, στον περί Υποθηκεύσεων Ακινήτων Νόμο όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στον περί Προστασίας των Εγγυητών Νόμο όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στον περί Εγκλωβισμένων Αγοραστών Νόμο όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη νομολογία των Κυπριακών, Αγγλικών και Αμερικανικών Δικαστηρίων, στο δίκαιο της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ανδρέα Κουλουντή, πληρεξουσίου αντιπροσώπου της ενάγουσας 2, μετόχου και μοναδικής διευθύντριας της εταιρείας. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής: Η ενάγουσα 1 εταιρεία ιδρύθηκε από τον ίδιο περί το 1999, με σκοπό την ανάπτυξη γης «μέσα από την ανέγερση και πώληση διαμερισμάτων». Το έτος 2000 μεταβίβασε τις μετοχές του στην ενάγουσα 2 (είναι μία εκ των θυγατέρων του), η οποία ανέλαβε την διαχείριση της εταιρείας με την δική του βοήθεια και υποστήριξη. Το έτος 2003 η εταιρεία «ανέπτυξε» ένα ακίνητο, στην περιοχή ΠΑΝΘΕΑ, στη Μέσα Γειτονιά Λεμεσού. Με την χρηματοδότηση της ΣΠΕ Πολεμιδιών και της Λαϊκής Τράπεζας η εταιρεία ανήγειρε επί του ακινήτου μια πολυκατοικία («ΓΙΩΤΑ ΚΩΡΤ» ή αλλιώς «BLOCK B») με οκτώ

(8)διαμερίσματα. Όλα τα διαμερίσματα πωλήθηκαν και οι αγοραστές κατέθεσαν τα Πωλητήρια Έγγραφα στο Κτηματολόγιο για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης (ακόμη δεν έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι για τα διαμερίσματα). Στη συνέχεια η εταιρεία «άρχισε συζητήσεις» με τους εναγόμενους 1, με σκοπό την χρηματοδότηση της, ώστε να ανεγείρει επί του προαναφερόμενου ακινήτου, δεύτερη πολυκατοικία. Οι εναγόμενοι 1 έθεσαν ως όρο για την παραχώρηση του δανείου, την εξάλειψη της υποθήκης που βάρυνε το ακίνητο, στην ΣΠΕ Πολεμιδιών. Το έτος 2007 η ενάγουσα 2 μαζί με τον πρώην σύζυγο της, έλαβαν δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα, εξόφλησαν το δάνειο της εταιρείας στην ΣΠΕ Πολεμιδιών και εξαλείφθηκε η υποθήκη. Έτσι η ενάγουσα 2 «κατέστη πιστωτής» της ενάγουσας 1 εταιρείας, για το ποσό των €239.500.- περίπου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση του δανείου στη ΣΠΕ Πολεμιδιών. Τον Μάρτιο του 2008, η ενάγουσα 1 συνήψε δάνειο με τους εναγόμενους 1 και το προαναφερόμενο ακίνητο στη Μέσα Γειτονιά, στη Λεμεσό υποθηκεύτηκε για ποσό €1.000.000.- περίπου. Στα πλαίσια της συμφωνίας δανείου, οι εναγόμενοι 1 ανέλαβαν να απαλλάξουν από την υποθήκη τα διαμερίσματα επί της πολυκατοικίας «BLOCK A» ή «ΓΙΩΤΑ ΚΩΡΤ», πλην όμως «ουδέν έπραξαν μέχρι σήμερα». Στη συμφωνία δανείου οι εναγόμενοι 1 επισύναψαν και έγγραφο καλούμενο «Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης» χωρίς ποτέ να επεξηγήσουν στην ενάγουσα 1 την σημασία και τους όρους του και χωρίς τούτο να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Είναι η θέση των εναγόντων πως η υπογραφή του εν λόγω Εγγράφου ήταν αποτέλεσμα απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων, παραπλάνησης και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και εξ' αυτού του λόγου είναι άκυρο και/ή ακυρώσιμο και/ή δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Με την χρηματοδότηση των εναγόμενων 1 αλλά και της ενάγουσας 2, η ενάγουσα 1 προχώρησε στην ανέγερση της δεύτερης πολυκατοικίας γνωστής ως «BLOCK B» ή άλλως «ΕΛΕΝΑ ΚΩΡΤ». Σύμφωνα με την πρακτική που ετηρείτο μεταξύ της ενάγουσας 1 και των εναγόμενων 1, το δάνειο θα αποπληρώνετο από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων. Από κάθε πώληση διαμερίσματος, το 70% του τιμήματος θα το λάμβαναν οι εναγόμενοι 1 για την αποπληρωμή του δανείου και το 30% θα το λάμβανε η ενάγουσα 1, προς κάλυψη των τρεχουσών αναγκών της καθώς και για την πληρωμή άλλων πιστωτών, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η ενάγουσα
  1. Λόγω της οικονομικής κρίσης η οποία έπληξε την Κύπρο (ξεκίνησε το 2008 και κορυφώθηκε το 2013) και την «νέκρωση» της κτηματαγοράς, η πώληση των διαμερισμάτων στην πολυκατοικία «ΕΛΕΝΑ ΚΩΡΤ», στις τιμές που είχαν προσυμφωνηθεί με τους εναγόμενους 1, κατέστη αδύνατη (το 2004 πωλήθηκε ένα μόνο διαμέρισμα). Απόρροια της διαμορφωθείσας κατάστασης ήταν πως το δάνειο που συνήψε η ενάγουσα 2 (τα χρήματα διατέθηκαν προς εξόφληση του χρέους της ενάγουσας 1 εταιρείας στην ΣΠΕ Πολεμιδιών) να καταστεί «προβληματικό» και απειλείτο η λήψη μέτρων (τόσο εναντίον της όσο και εναντίον του πρώην συζύγου της) από την Ελληνική Τράπεζα που παραχώρησε το δάνειο. Έτσι κατά ή περί την 5.9.2014 υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων 1 και 2 Συμφωνία αποκαλούμενη («ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΜΙΣΘΩΣΗΣ») με την οποία εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα της ενάγουσας 1 (αναφορικά με την κατοχή, εκμετάλλευση και ενοικίαση των επτά διαμερισμάτων στην πολυκατοικία «ΕΛΕΝΑ ΚΩΡΤ»), στην ενάγουσα 2, μέχρι την εξόφληση του χρέους της ενάγουσας 1 προς την τελευταία. Η ενάγουσα 2 (μέσω του ομνύοντος) ενοικίασε τα διαμερίσματα σε διάφορα πρόσωπα αντί εύλογου ενοικίου. Τα έσοδα κατανέμονται με τον τρόπο που συμφωνήθηκε, δηλαδή το ήμισυ των ενοικίων που εισπράττονται, διατίθενται έναντι του δανείου της ενάγουσας 1 προς την ενάγουσα 2 και το υπόλοιπο ποσό προς εξόφληση των χρημάτων τα οποία η τελευταία διέθεσε για τον εξοπλισμό των διαμερισμάτων (η ενάγουσα 2 αγόρασε ηλεκτρικές συσκευές, δαπανώντας ποσό €47.000.- περίπου). Οι εναγόμενοι 1 εκμεταλλευόμενοι τους καταχρηστικούς όρους που περιλαμβάνουν οι συμφωνίες που υπέγραψαν με τους ενάγοντες, άρχισαν να επιβάλλουν διάφορες παράνομες χρεώσεις «όλα αυτά τα χρόνια», με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να αδυνατούν να λειτουργήσουν την επιχείρηση τους και να ευρίσκονται σε αδυναμία να πληρώσουν τα χρέη τους. Οι εναγόμενοι 1 τερμάτισαν τις συμφωνίες δανείου με την ενάγουσα 1 και κινήθηκαν δικαστικά εναντίον των εναγόντων 1 και 2, καταχωρώντας εναντίον τους την αγωγή 5861/14 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με την οποία ζητούν, μεταξύ άλλων, εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου δια πλειστηριασμού και όπως το προϊόν του εκπλειστηριάσματος λογιστεί έναντι ή προς εξόφληση του οφειλόμενου χρέους. Οι εναγόμενοι 1 με την αγωγή τους «δεν συμπεριέλαβαν το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ως βάση αγωγής, ούτε επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους σε σχέση με αυτό». Κατά η περί τον Απρίλιο του 2016, οι εναγόμενοι 1, εκμεταλλευόμενοι το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, διόρισαν τον εναγόμενο 2 ως διαχειριστή/παραλήπτη της ενάγουσας 1 εταιρείας, χωρίς τούτο να έρθει σε γνώση των εναγόντων. Αντιπρόσωπος του εναγόμενου 2, αξίωσε παράδοση των κλειδιών των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου της ενάγουσας 1 εταιρείας, με την λογική πως ο εναγόμενος 2, από του διορισμού του, έχει καταστεί «ο απόλυτος διαχειριστής» και συνεπώς οι εξουσίες των διευθυντών της ενάγουσας 1 «αναστέλλονται πλήρως». Επεξηγήθηκε στον εν λόγω αντιπρόσωπο πως τα διαμερίσματα επί της πολυκατοικίας "BLOCK A", «δεν έχουν να κάνουν με τους εναγόμενους 1, καθ' ότι ανηγέρθησαν με την χρηματοδότηση άλλου πιστωτικού ιδρύματος και έχουν ήδη πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα» και πως οι εναγόμενοι 1 δυνάμει της συμφωνίας δανείου είχαν αναλάβει υποχρέωση να απαλλάξουν από την υποθήκη τα εν λόγω διαμερίσματα. Περαιτέρω πως με βάση την συμφωνία μεταξύ εναγόντων 1 και 2, η οποία υπογράφτηκε πολύ πριν τον διορισμό του εναγόμενου 2 ως διαχειριστού της ενάγουσας 1, η ενάγουσα 2 έχει δικαίωμα εκμετάλλευσης των διαμερισμάτων. Επίσης, οι ενάγοντες 1 και 2 με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση την οποία καταχώρισαν στα πλαίσια της αγωγής 5861/14, αμφισβητούν την νομιμότητα και εγκυρότητα των συμφωνιών δανείου, καθώς και τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών της ενάγουσας 1, εταιρείας. Στην συνέχεια, ο εναγόμενος 2 επικοινώνησε σχεδόν με όλους τους ενοικιαστές των διαμερισμάτων, τόσο του "BLOCK A" όσο και του "BLOCK B" και τους ζήτησε να καταβάλουν σ' αυτόν τα ενοίκια και όχι, είτε προς την ενάγουσα 1 εταιρεία είτε προς την ενάγουσα 2, απειλώντας τους πως σε αντίθετη περίπτωση θα κινηθεί δικαστικά εναντίον τους. Λόγω αυτής της χαώδους κατάστασης που έχει δημιουργηθεί, κάποιοι ενοικιαστές έχουν αναστείλει τις πληρωμές των ενοικίων προς την ενάγουσα
  2. Είναι η θέση του πως «όλα τα πιο πάνω» γίνονται κακόβουλα και εκδικητικά όπως κακόβουλος και εκδικητικός ήταν και ο διορισμός του εναγόμενου 2 ως διαχειριστού της ενάγουσας 1 εταιρείας. Ακόμη και εάν ο διορισμός του κριθεί νόμιμος, αναφέρει, δεν σημαίνει ότι «αυτόματα όλες οι υποχρεώσεις, δεσμεύσεις και συμφωνίες, τις οποίες υπέγραψε νόμιμα και πριν τον αναφερόμενο διορισμό η ενάγουσα 1 εταιρεία, ακυρώνονται και δεν θα πρέπει να συμμορφωθεί με αυτές». Όπως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του, οι εναγόμενοι 1 και 2, δεν έχουν δικαίωμα να επεμβαίνουν στις συμβατικές σχέσεις της ενάγουσας 2, με την ενάγουσα 1, ούτε και στις συμβατικές σχέσεις της ενάγουσας 2 με τους ενοικιαστές των διαμερισμάτων. Διατείνεται πως οι εναγόμενοι 1 και 2 θα συνεχίσουν τις «παράνομες επεμβάσεις και προκλήσεις τους» εάν δεν εμποδιστούν από το Δικαστήριο, διά της έκδοσης των αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων. Περαιτέρω πως η ενέργεια της τράπεζας (εναγόμενη 1) να «ασκήσει δικαίωμα που της παρέχεται από το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης είναι εξόφθαλμα παράνομη, καταχρηστική και σαν τέτοια είναι άκυρη και συμπαρασύρει και τον διορισμό του Παραλήπτη». Προβάλλει επίσης πως «η προσπάθεια πώλησης της ενυπόθηκης περιουσίας της ενάγουσας 1 εταιρείας, μέσω του διαχειριστή, έρχεται σε αντίθεση με την αγωγή που καταχώρισαν οι εναγόμενοι 1 εναντίον των εναγόντων 1 και 2, δυνάμει της οποίας ζητούν καταναγκαστική πώληση μέσω πλειστηριασμού». Οι εναγόμενοι 1 καταχώρισαν ΄Ενσταση, προβάλλοντας δεκαοκτώ
(18)συνολικά Λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής: (α) Η Αίτηση είναι παράτυπη, ελαττωματική, άνευ αντικειμένου, ανεδαφική, κακόπιστη, νόμω και ουσία αβάσιμος. Στερείται οποιουδήποτε και/ή του ορθού νομικού υπόβαθρου. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. (β) Οι ενάγοντες-αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και/ή απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και πληροφορίες. (γ) Με την υπό κρίση Αίτηση, οι ενάγοντες επιδιώκουν την «ακύρωση - παγοποίηση» της διαδικασίας στην Αίτηση Εταιρειών 430/2016, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία διορίστηκε ο εναγόμενος 2 ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της ενάγουσας 1 εταιρείας. Οι ενάγοντες αντί να καταχωρήσουν Ένσταση ή διαδικασία ακύρωσης του διορισμού του εναγόμενου 2 στην εν λόγω Εταιρική Αίτηση, καταχώρισαν καταχρηστικά την παρούσα αγωγή και την υπό κρίση Αίτηση. (δ) Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετούν την «οποιαδήποτε τυχόν αφερεγγυότητα» των εναγόμενων 1. Οι τελευταίοι είναι τραπεζικός οργανισμός, με «αρκετή κινητή και ακίνητη περιουσία» και σε περίπτωση επιτυχίας των εναγόντων στην αγωγή, είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την «τυχόν υπέρ των εναγόντων εκδοθησομένη απόφαση». (ε) Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα προξενήσει μεγαλύτερη ζημιά και ταλαιπωρία στους εναγόμενους 1 και 2, από αυτή που τυχόν θα προκληθεί στους ενάγοντες, σε περίπτωση που η αίτηση απορριφθεί. (στ) Δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των εναγόντων - αιτητών. Η Ένσταση των εναγομένων 1 - καθ' ων η Αίτηση στηρίζεται επί των άρθρων 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, επί των άρθρων 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Θ.Θ. 1 και 2, Δ.48, Θ.Θ. 1 - 5 και 7 - 9, Δ.63, Δ.64, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999, επί των Άρθρων 90, 93, 96, 97, 334 - 344, 384 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, επί των περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς κ. 1 - 4, επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, στη νομολογία των Δικαστηρίων της Κύπρου, επί της διακριτικής ευχέρειας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η Ένσταση των εναγόμενων 1 (USB BANK PLC) υποστηρίζεται από ένορκη Δήλωση του Πολύδωρου Νεοφυτίδη, προϊσταμένου της υπηρεσίας δανειοδοτήσεων της τράπεζας στη Λεμεσό από το 2003 - 2011 και διευθυντού ανάπτυξης εργασιών ιδιωτών πελατών στην πόλη και επαρχία Λεμεσού, από το 2011 μέχρι σήμερα, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Όπως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής: Η συνεργασία των εναγόμενων 1 με την ενάγουσα 1 εταιρεία (ο Ανδρέας Κουλουντής, εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί στις 22.10.1996, διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και ο οποίος απεκατεστάθη στις 5.3.2015, βάσει του άρθρου 31Α της κειμένης νομοθεσίας, ουδέποτε υπήρξε διευθυντής και μέτοχος της), άρχισε περί τον Ιανουάριο του 2003, με την παραχώρηση σ' αυτήν τραπεζικών διευκολύνσεων (υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού). Το 2008 και συγκεκριμένα στις 7.3.2008 παραχωρήθηκε σ' αυτήν δάνειο ύψους €735.000,00 με σκοπό την ανέγερση οκτώ
(8)διαμερισμάτων επί της πολυκατοικίας «ΕΛΕΝΑ ΚΩΡΤ» στο επίδικο ακίνητο στην περιοχή ΠΑΝΘΕΑ, στη Μέσα Γειτονιά, στη Λεμεσό. Προϋπόθεση για την παραχώρηση του δανείου ήταν η εξάλειψη προηγούμενης υποθήκης προς όφελος της ΣΠΕ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ, ώστε να εγγραφεί Α' υποθήκη προς όφελος των εναγόμενων
  1. Προς τούτο, ποσό €218.678,92, κατεβλήθη από τους εναγόμενους 1 απευθείας στη ΣΠΕ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ, για την εξάλειψη της προϋπάρχουσας υποθήκης. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγόντων (ότι η ενάγουσα 2 και ο πρώην σύζυγος της συνήψαν δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα ώστε να εξοφληθεί το δάνειο στη ΣΠΕ ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ), είναι αναληθείς. Το δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα παραχωρήθηκε στην ενάγουσα 2 και τον πρώην σύζυγο της το 2007 και αφορούσε προσωπικούς στεγαστικούς σκοπούς των πρώην συζύγων. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόμενων 1, για τις τραπεζικές διευκολύνσεις - πιστώσεις που παραχωρήθηκαν στην ενάγουσα 1 εταιρεία, η τελευταία την 11.3.2008, παραχώρησε (σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113) Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης (ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 9.5.2008), για το ποσό των €500.000,00 πλέον τόκους και έξοδα, επί ολοκλήρου της περιουσίας και του εισοδήματος της. Επίσης ενεγράφη επί του ακινήτου στην περιοχή ΠΑΝΘΕΑ στη Μέσα Γειτονιά, Α' υποθήκη (Υ3094/2008) για ποσό €1.092.000,00, πλέον τόκων και εξόδων. Το 2012, στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 24.12.2012, οι εναγόμενοι 1 παραχώρησαν στην ενάγουσα 1 επιπρόσθετες τραπεζικές διευκολύνσεις (αναθεωρημένο δάνειο) που συνολικά ανήλθαν στο ποσό €1.135.300,
  2. Επιπρόσθετα των ήδη παραχωρηθέντων εξασφαλίσεων, παραχωρήθηκαν προσωπικές εγγυήσεις της ενάγουσας 2 Γιώτας Κουλουντή, της ΄Ελενας Κουλουντή και Χριστάκη Φειδία και νέο Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 30.1.2012 (ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 9.2.2012), επί των περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας 1 εταιρείας, για το ποσό των €635.300.- πλέον τόκους και έξοδα. Όλοι οι όροι των συμφωνιών καθώς επίσης και των εγγράφων εξασφάλισης καθώς και του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, επεξηγήθηκαν στις ενάγουσες 1 και 2, από αρμόδιους λειτουργούς των εναγόμενων
  3. Οι ενάγουσες γνώριζαν για την «σημασία και τις επιπτώσεις» από την υπογραφή του Ομολόγου, αφού τέτοιο είχαν υπογράψει στο παρελθόν προς όφελος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας. Μετά τον διορισμό του Παραλήπτη/Διαχειριστή (εναγόμενου 2) τόσο η ενάγουσα 1 εταιρεία, όσο και η μοναδική διευθύντρια της, ενάγουσα 2, «δεν μπορούν στο εξής να διαχειρίζονται οιονδήποτε μέρος της περιουσίας που είναι επιβαρυμένη, όπως ο νόμος και το Ομόλογο Επιβάρυνσης μπορεί να επιτρέπει». Ένα από τα πρωταρχικά καθήκοντα του Παραλήπτη/Διαχειριστή είναι «να συλλέξει και ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προς το συμφέρον του κατόχου του ομολόγου και των πιστωτών της εταιρείας κατά σειράν προτεραιότητας αυτών». Η ισχυριζόμενη ενοικίαση των διαμερισμάτων σε τρίτα πρόσωπα, αντιβαίνει τις πρόνοιες της υποθήκης Υ3094/2008, ημερ. 27.3.2008, αφού έγινε χωρίς την ρητή συγκατάθεση των ενυπόθηκων δανειστών (εναγόμενων 1). Οι τυχόν δε εισπράξεις ενοικίων από τον Ανδρέα Κουλουντή και από τους ενάγοντες 1 και 2 είναι παράνομες και αδικαιολόγητες. Οι εναγόμενοι 1 λόγω της μη συμμόρφωσης της ενάγουσας 1 με τους όρους της συμφωνίας δανείου ημερ. 24.1.2012, καθώς επίσης και με τους όρους της συμφωνίας «του τρεχούμενου λογαριασμού», τερμάτισαν τις δύο συμφωνίες και κάλεσαν τους ενάγοντες 1 και 2 να εξοφλήσουν τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών. Λόγω της παράλειψης των εναγόντων να συμμορφωθούν, οι εναγόμενοι 1 έλαβαν στις 31.12.2014 δικαστικά μέτρα, καταχωρώντας την αγωγή 5861/14 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Προχώρησαν δε στις 12.4.2016, στον διορισμό του εναγόμενου 2 ως Παραλήπτη/Διαχειριστή, βάσει των όρων του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 11.3.2018 αλλά και της σχετικής νομοθεσίας. Την ίδια ημέρα (12.4.2016) απεστάλη επιστολή στην ενάγουσα 1 με την οποία της κοινοποιείτο ο εν λόγω διορισμός. Ο Παραλήπτης/Διαχειριστής έχει καταχωρήσει στις 9.8.2016 (μία ημέρα προ της καταχώρισης της παρούσας αγωγής) την Εταιρική Αίτηση 430/2016 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε μονομερώς την έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων με τα οποία απαγορεύεται στους αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους της ενάγουσας 1 εταιρείας, μεταξύ άλλων, να εισπράττουν και να καρπώνονται τα ενοίκια των διαμερισμάτων. Η ενάγουσα 1, αντί να καταχωρήσει ένσταση ή να λάβει μέτρα στην Εταιρική Αίτηση, καταχρηστικά καταχώρισε την παρούσα αγωγή. Το Δικαστήριο «δεν μπορεί να εκδικάσει τα ίδια θέματα δύο φορές και να εκδώσει διαφορετικές αποφάσεις οι οποίες πιθανόν να είναι και αντιφατικές μεταξύ τους». Το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν κλίνει υπέρ της χορήγησης των αιτούμενων διαταγμάτων αλλά συγκλίνει στην διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν, στο παρόν στάδιο, προκειμένου να μην εμποδιστεί, χωρίς ουσιαστικό λόγο, ο εναγόμενος 2 στην εκτέλεση των καθηκόντων του ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της περιουσίας της ενάγουσας 1 εταιρείας καθώς επίσης και για να μην επηρεαστούν τα δικαιώματα της ίδιας της εταιρείας. Ο εναγόμενος 2 επίσης καταχώρισε Ένσταση στην Αίτηση, προβάλλοντας δεκαοκτώ
(18)Λόγους οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής: (α) Οιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα ήθελε εκδοθεί, θα αναιρεί και/ή θα προσκρούει στο διάταγμα ημερομηνίας 11.8.2016, που εκδόθηκε στα πλαίσια της Εταιρικής Αίτησης 430/2016, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. (β) Δεν συντρέχουν οι επιτακτικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), για την έκδοση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. (γ) Η Ένορκη Δήλωση του Ανδρέα Κουλουντή δεν περιέχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου 2 - καθ' ου η αίτηση. (δ) Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή και/ή αίτηση και/ή οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία εναντίον του εναγόμενου
  1. (ε) Πλείστες από τις αιτούμενες θεραπείες έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου. (ζ) Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού δεν απεκάλυψαν την ύπαρξη του διατάγματος ημερομηνίας 11.8.2016, που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Εταιρειών 430/
  2. (η) Η Αίτηση είναι παράτυπη, καταχρηστική, κακόπιστη και προϊόν δεύτερης σκέψης. (θ) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του εναγόμενου 2 - καθ' ου η αίτηση. (ι) Τα αιτούμενα διατάγματα είναι ελλιπή, γενικά, αόριστα, ασαφή και εκτεταμένα και δεν είναι δυνατόν να εκδοθούν από το Δικαστήριο, πολύ περισσότερο δε, να εφαρμοστούν. (κ) Οι ατητές επιδιώκουν «εντέχνως» ουσιαστική ικανοποίηση της μοναδικής θεραπείας που πραγματικά τους ενδιαφέρει εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2, δηλαδή την αναστολή ισχύος του σχετικού ομολόγου επιβάρυνσης, πράγμα ανεπίτρεπτο και/ή ανεπιθύμητο. Η Ένσταση του εναγόμενου 2, στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, άρθρα 4, 5, 6, 7, 9, 90, 93, 97, 337, 338, 340 - 344, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 21, 29, 31, 32 και 42, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 203,
(1)(α) - (γ), 2, 233
(1), (1Α),
(2)(α), (β), (η), 264, 286
(1)(β) και 290
(1)-
(3), στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 23, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.1, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9 και Δ.51 Θ.3, στις αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Δημήτρη Χρυσάνθου, συνεργάτη του εναγόμενου 2, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής: Στις 11.3.2008, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας 1 εταιρείας και της τράπεζας UNIVERSAL BANK PUBLIC LIMITED (στις 29.1.2009 μετονομάστηκε σε USB BANK PLC), η πρώτη υπέγραψε προς όφελος της δεύτερης, Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης (ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 9.5.2008), για ποσό μέχρι €500.000.-, πλέον τόκους και άλλα έξοδα. Το Ομόλογο επιβάρυνε ολόκληρη την περιουσία και επιχείρηση της ενάγουσας 1 εταιρείας. Στη βάση του Ομολόγου, η ενάγουσα 1 είχε αναλάβει όπως εξοφλήσει εντός τριών ημερών από της ημερομηνίας που θα της εζητείτο γραπτώς από την εναγόμενη 1 τράπεζα, με εφάπαξ ποσό, όλες τις υποχρεώσεις της προς την τράπεζα. Στην ίδια βάση η τελευταία, είχε το δικαίωμα να διορίσει Παραλήπτη/Διαχειριστή, ο οποίος θα αντιπροσώπευε την ενάγουσα
  1. Ο τελευταίος είχε το δικαίωμα να λαμβάνει κατοχή, ρευστοποιεί και εισπράττει ολόκληρο ή μέρος του ενεργητικού της εταιρείας ή άλλως πως να διαθέτει τούτο υπό όρους που θα τους θεωρούσε συμφέροντες για την εταιρεία. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της ενάγουσας 1 προς την εναγόμενη 1 τράπεζα, η πρώτη μέσω της ενάγουσας 2, υπέγραψε στις 27.3.2008 συμφωνία και δήλωση Υποθήκης (Υ3094/2008). Στην βάση της Υποθήκης, οι ενάγουσες ανέλαβαν όπως μη ενοικιάσουν ή με οποιονδήποτε τρόπο δεσμεύσουν ή επιβαρύνουν τα ακίνητα που είχαν υποθηκευθεί, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της εναγόμενης
  2. Η ενάγουσα 1 κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, των όρων της Υποθήκης (Υ3094/2008) και του Ομολόγου, δεν πλήρωσε τα οφειλόμενα προς την εναγόμενη 1 ποσά, με αποτέλεσμα να ληφθούν στις 31.12.2014, δικαστικά μέτρα εναντίον της. Στις 12.4.2016, η εναγόμενη 1 διόρισε τον εναγόμενο 2 ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της ενάγουσας 1 εταιρείας. Η τελευταία ενημερώθηκε αυθημερόν. Στις 14.4.2016 καταχωρήθηκε και η σχετική γνωστοποίηση του διορισμού, στον Έφορο Εταιρειών. Στις 15.4.2016 ο ομνύων με οδηγίες του εναγόμενου 2, προέβη σε έρευνα στο κτηματολόγιο Λεμεσού, προς ανεύρεση τυχόν ακίνητης περιουσίας επ' ονόματι της ενάγουσας
  3. Διαπιστώθηκε πως η εταιρεία είχε εγγεγραμμένο επ' ονόματι της, ένα ακίνητο στη Λεμεσό, στο Δήμο Μέσα Γειτονιάς, περιοχή ΠΑΝΘΕΑ, στο οποίο υπήρχε κτιριακό συγκρότημα με δεκαέξι
(16)διαμερίσματα εκ των οποίων οκτώ διαμερίσματα πωλήθηκαν σε τρίτα πρόσωπα και τα υπόλοιπα οκτώ ενοικιάζοντο προς όφελος της ενάγουσας
  1. Στις 18.4.2016 ο εναγόμενος 2 ενημέρωσε τους αξιωματούχους της εταιρείας, δηλαδή την ενάγουσα 2, για τον διορισμό του και τους κάλεσε να υποβάλουν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, Έκθεση Περιουσιακής Κατάστασης της εταιρείας. Ακολούθησε συνάντηση του ομνύοντος με τον Ανδρέα Κουλουντή και τον δικηγόρο των εναγόντων. Ο Ανδρέας Κουλουντής παρουσιάστηκε ως ο αντιπρόσωπος και υπεύθυνος για τα θέματα της εταιρείας. Είναι το πρόσωπο δε που εισέπραττε τα ενοίκια. Στην εν λόγω συνάντηση δεν ειπώθηκαν τα όσα αναφέρει ο Ανδρέας Κουλουντής στην Ένορκη Δήλωση του. Ουδέποτε αναφέρθηκε η ύπαρξη «Ιδιωτικού Συμφωνητικού» μεταξύ της ενάγουσας 1 εταιρείας και της ενάγουσας
  2. Ούτε εδόθη στον ομνύοντα το εν λόγω έγγραφο, σε οποιοδήποτε χρόνο. Για πρώτη φορά ο τελευταίος «είδε» το συγκεκριμένο έγγραφο, όταν διάβασε τις Ένορκες Δηλώσεις του Ανδρέα Κουλουντή. Κατά την συνάντηση, ο Κουλουντής τον απείλησε «ότι θα τον πυροβολήσει εάν πλησιάσουν τα υποστατικά» για να εισπράξουν τα ενοίκια, στο τέλος όμως υποσχέθηκε ότι θα συνεργαστεί με τον εναγόμενο 2 και τους λειτουργούς του και θα παραδώσει όλα τα έγγραφα της εταιρείας, τα οποία είναι απαραίτητα για την διαχείριση της, πράγμα το οποίο μέχρι σήμερα δεν έπραξε. Παρά την αποστολή δεύτερης επιστολής στις ενάγουσες με ημερομηνία 23.5.2016, οι τελευταίες παραλείπουν να υποβάλουν έκθεση για την περιουσιακή κατάσταση της ενάγουσας
  3. Στις 8.6.2016 ο εναγόμενος 2 έλαβε επιστολή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, ημερομηνίας 4.5.2016, από την οποία προκύπτει πως τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΒΑΝ 483 και ΕΥΤ 89 ανήκουν στην ενάγουσα
  4. Τα εν λόγω οχήματα δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστούν. Στις 27.6.2016 ο ομνύων θυροκόλλησε σ' όλες τις πόρτες των διαμερισμάτων, ενημερωτική επιστολή με την οποία τους ενημέρωνε για το διορισμό του εναγόμενου 2 ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της εταιρείας. Ο Ανδρέας Κουλουντής συνέχιζε να εισπράττει τα ενοίκια, απειλώντας μάλιστα σ' ορισμένες περιπτώσεις τους ενοικιαστές, πως εάν δεν συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του και πληρώνουν στον ίδιο τα ενοίκια, θα αποκόψει όλες τις παροχές προς τα διαμερίσματα. Συγκεκριμένος ενοικιαστής (Κώστας Χασάπης) επικοινώνησε με το γραφείο του εναγόμενου 2 και ανέφερε πως είχε ήδη καταβάλει το ενοίκιο του μηνός Αυγούστου 2016 (€550.-) στον Ανδρέα Κουλουντή. Στην περίπτωση δε του ενοικιαστή Basil Gianouris, διεφάνη πως το Ενοικιαστήριο Συμβόλαιο καταρτίστηκε μεταξύ του Ανδρέα Κουλουντή, αντί της ενάγουσας 1 εταιρείας και του προαναφερόμενου προσώπου. Λόγω των παράνομων ενεργειών του Ανδρέα Κουλουντή, οι οποίες βλάπτουν τα συμφέροντα της εταιρείας και των πιστωτών της, δόθησαν οδηγίες στους δικηγόρους του εναγόμενου 2 να ληφθούν δικαστικά μέτρα. Καταχωρήθηκε η Εταιρική Αίτηση 430/2016, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε μονομερώς στις 11.8.2016 Διάταγμα, με το οποίο απαγορεύεται στους αξιωματούχους της ενάγουσας 1 εταιρείας και στον Ανδρέα Κουλουντή προσωπικά, να επεμβαίνουν στην περιουσία της εταιρείας. Από τις 12.4.2016 μέχρι και την ημέρα που ορκίστηκε ο ομνύων (27.4.2017), ο εναγόμενος 2 δεν έχει παραλάβει οποιοδήποτε ποσό ως ενοίκιο ή άλλως πως. Οι αξιωματούχοι της εταιρείας παρόλο που γνώριζαν πως ο εναγόμενος 2 διορίστηκε ως Παραλήπτης/Διαχειριστής δυνάμει του Ομολόγου, εκτός του ότι αρνούνται να συνεργαστούν και να παραδώσουν την Έκθεση Περιουσιακής Κατάστασης, συνεχίζουν να επεμβαίνουν χωρίς καμιά εξουσιοδότηση στην κινητή και ακίνητη περιουσία της εταιρείας, παραβιάζοντας τόσο τους όρους του Ομολόγου, αλλά και την σχετική νομοθεσία, αποξενώνοντας με αυτό τον τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, με σκοπό το προσωπικό όφελος. Σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο Ανδρέας Κουλουντής θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται την περιουσία της ενάγουσας 1 εταιρείας, χωρίς καμιά εξουσιοδότηση. Αξίζει να σημειωθεί πως εναντίον του Ανδρέα Κουλουντή εκδόθηκε στο παρελθόν διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, το οποίο ακυρώθηκε το 2015, καθότι παρήλθαν πέντε χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης του. Η ενάγουσα 1 δεν καταβάλλει στην εναγόμενη 1 οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση του χρέους της, με αποτέλεσμα το χρέος να αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου. Φαίνεται πως σκοπός των αξιωματούχων της ενάγουσας 1 και των αντιπροσώπων της είναι η αποξένωση της περιουσίας της εταιρείας και η καταδολίευση της εναγόμενης
  5. Εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα το Ομόλογο «καθίσταται, χωρίς να υποδειχθεί λόγος, ανενεργό» και η εναγόμενη 1 ως κάτοχος του Ομολόγου, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Τούτων λεχθέντων, θα προχωρήσω, στη συνέχεια, στην εξέταση των προϋποθέσεων που θα πρέπει να πληρούνται, όπως επιτάσσει το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  6. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255]. Ως προς την ουσία της διεκδίκησης των εναγόντων, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση. Η απαίτηση των εναγόντων, αντικειμενικά κρινόμενη και αποσυνδεδεμένη εντελώς από οτιδήποτε άλλο, κρίνεται ως καλή βάση αγωγής προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης [Α/φοί Μυλωνά κ.ά. ν. Avraamides & Co Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1513]. Το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και η Έκθεση Απαίτησης, περιέχουν αναγνωρισμένα αγώγιμα δικαιώματα, τα οποία πηγάζουν από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αστικών αδικημάτων, όπως είναι το αδίκημα του δόλου, της απάτης, των ψευδών παραστάσεων. Η δεύτερη προϋπόθεση (η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας), φρονώ πως δεν ικανοποιείται, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να λεχθεί πως το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν πρόκειται να διεξέλθει την μαρτυρία με γνώμονα την διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της [Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ.1980] ούτε και θα εξετάσει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και σε κατάληξη ευρημάτων επί γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 [Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ.1528]. Από το πραγματικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει διαφανεί πως υπάρχουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές οι οποίες, εκ των πραγμάτων, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν. Οι ενάγουσες 1 και 2 διατείνονται πως οι εναγόμενοι 1 απέσπασαν την υπογραφή τους επί του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης με δόλο, πως τις εξαπάτησαν και πως οι παραστάσεις που τους παρουσίασαν και οι οποίες οδήγησαν στην υπογραφή του Ομολόγου, ήσαν ψευδείς. Η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται από το μαρτυρικό υλικό που οι ίδιες οι ενάγουσες έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα τα όσα διατείνονται να παραμένουν σε επίπεδο λεκτικών μόνο ισχυρισμών. Η προβαλλόμενη επίσης θέση πως «οι εναγόμενοι 1 δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους του Ομολόγου, αναφορικά με την δυνατότητα εξαγοράς του και κατά συνέπεια δεν υπήρξε νόμιμος διορισμός διαχειριστή», επίσης δεν υποστηρίζεται από το πραγματικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ενάγουσες διατείνονται πως δεν ικανοποιήθηκαν οι πρόνοιες του Ομολόγου, σύμφωνα με τις οποίες η τράπεζα (εναγόμενοι 1) όφειλε να απαιτήσει γραπτώς την πληρωμή, εντός τριών ημερών, του ποσού που εξασφάλιζε το Ομόλογο. Η Ειδοποίηση θα έπρεπε είτε να αποσταλεί ταχυδρομικώς (με συστημένη επιστολή), είτε να παραδοθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της ενάγουσας
  1. Η τράπεζα εδικαιούτο να ασκήσει τα δικαιώματα της που πήγαζαν από το Ομόλογο, μόνο εάν η ενάγουσα 1 δεν συμμορφώνετο εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Η θέση αυτή είναι ορθή, πλην όμως δεν είναι μόνο σ' αυτή την περίπτωση που ενεργοποιείται το δικαίωμα της τράπεζας να διορίσει Παραλήπτη/Διαχειριστή. Το εν λόγω δικαίωμα ενεργοποιείται και όταν ο οφειλέτης, στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα 1, παύσει ή αναστείλει την πληρωμή των χρεών της. Σχετικοί είναι οι όροι 9 και 10 του Ομολόγου. Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι 1 με επιστολές των δικηγόρων τους ημερομηνίας 2.12.2014 (Τεκμήριο 22 στην Ένορκη Δήλωση Νεοφυτίδη) προς τις ενάγουσες 1 και 2, τερμάτισαν τις συμφωνίες βάσει των οποίων εχορηγούντο οι πιστωτικές διευκολύνσεις και απαίτησαν την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου. Την ίδια αξίωση προέβαλαν οι εναγόμενοι 1 και με την επιστολή τους ημερομηνίας 23.3.2016 (Τεκμήριο 23 στην ένορκη Δήλωση Νεοφυτίδη), η οποία εστάλη, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ομολόγου, τόσο στο εγγεγραμμένο γραφείο της ενάγουσας 1, όσο και στη διεύθυνση της ενάγουσας
  2. Καμμιά ανταπόκριση δεν υπήρξε από πλευράς εναγόντων. Η παράλειψη της ενάγουσας 1 να συμμορφωθεί οδήγησε στην ενεργοποίηση του σχετικού όρου του Ομολόγου. Πέραν τούτου, είναι σημαντικό το γεγονός πως στην Εταιρική Αίτηση 430/2016 εκδόθηκε, στις 11.8.2016, Προσωρινό Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στους αξιωματούχους της ενάγουσας 1 εταιρείας και στον Ανδρέα Κουλουντή προσωπικά, να επεμβαίνουν στην περιουσία της ενάγουσας 1, εταιρείας. Σε περίπτωση που η υπό κρίση Αίτηση εγκρίνετο, τότε θα υπήρχαν δύο Διατάγματα με αλληλοσυγκρουόμενες πρόνοιες, κατάληξη μη ορθή κατά την κρίση μου. Το θέμα του κατά πόσον είναι έγκυρος ή άκυρος ο διορισμός του Παραλήπτη/Διαχειριστή, θα κριθεί στα πλαίσια της εν λόγω Εταιρικής Αίτησης. Όσον για την τρίτη προϋπόθεση, υιοθετώ τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Σεβαστού (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση υποδείχθηκαν τα εξής: «Θα προσθέταμε μόνο ότι, από την στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περισσεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μη υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα.» Υπό το φως των ανωτέρω, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Διά ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.