← Κύπρος

ΜΑΙΡΗΣ ΛΙΑΣΙΔΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπή: 40/12, 41/12, 42/12, 12/9/2017

ΜΑΙΡΗΣ ΛΙΑΣΙΔΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπή: 40/12, 41/12, 42/12, 12/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A299 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Παραπομπή: 40/12 Μεταξύ:

  1. ΜΑΙΡΗΣ ΛΙΑΣΙΔΟΥ
  2. ΗΛΙΑ ΛΙΑΣΙΔΗΣ
  3. ΣΟΥΖΑΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αρ. Παραπομπή: 41/12 Μεταξύ: ΑΝΝΑΣ ΠΕΤΡΟΥ ΛΙΒΑΝΙΟΥ, εκ Λεμεσού Και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αρ. Παραπομπής: 42/12 Μεταξύ: ΖΕΝΟΥ Α. ΛΕΜΗ ΣΤΑΘΗ Α. ΛΕΜΗ, ως διαχειριστές της περιουσίας της Μαριάννας Λεμή Λοφίτου, τέως εκ Λεμεσού Και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ημερομηνία: 12 Σεπτεμβρίου 2017 Για Απαιτητές: κ. Ζένος Λεμή Για Απαλλοτριώσα Αρχή: κ. Αντώνης Μελάς ΑΠΟΦΑΣΗ Με τις υπό εξέταση συνενωμένες παραπομπές, οι απαιτητές ζητούν τον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης αναφορικά με την επίδικη ακίνητη περιουσία. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα, τα οποία μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα δηλώθηκε ότι οι αιτητές και στις τρεις συνενωμένες παραπομπές κατά τον ουσιώδη προς τις παραπομπές χρόνο, ήταν εγγεγραμμένοι και νόμιμοι ιδιοκτήτες ή τα πρόσωπα τα οποία δικαιούνταν να εγγράψουν επ΄ ονόματι τους όλα τα μερίδια του κτήματος με αριθμό εγγραφής τότε 00/23240 Φ/Σχ. 53/64, τεμάχιο 199 σήμερα αρ. εγγραφής 0/33802, Φ/Σχ. 53/64 τεμάχιο 1749 εντός των ορίων του Δήμου κάτω Πολεμιδιών, Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην τοποθεσία Μονοβόλικος στην επαρχία Λεμεσού και κατατέθηκαν προς αυτόν τον σκοπό τεκμήρια που δείχνουν τον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας και όπως αυτά τα στοιχεία έχουν αλλάξει και φαίνονται σε αυτά. Η πιο πάνω παραπομπή εγείρεται εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας ως η απαλλοτριώσα και/ή ως αποζημιώσα αρχή. Στις 28 Φεβρουαρίου 2008 η ίδια απαλλοτριώσα αρχή με την γνωστοποίηση 224 ημερομηνίας 29 Φεβρουαρίου 2008, απαλλοτρίωση από το ίδιο τεμάχιο γης των απαιτητών στα πλαίσια της ΔΑΕ/209/2002 2891 Μ2 από το ίδιο τεμάχιο, δηλαδή το 199 Φ/Σχ. 53/64, το οποίο ενέπιπτε κατά μέρος σε γεωργική ζώνη και ταυτόχρονα ενέπιπτε κατά ένα μεγάλο μέρος στην περιοχή κυρίαρχων Βρετανικών βάσεων και κατατέθηκε προς αυτόν το σκοπό αντίγραφο της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης. Για τις απαλλοτριώσεις αυτές καταχωρήθηκαν αντίστοιχες παραπομπές για τις οποίες εξεδόθησαν αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και τα ποσά που προσφέρθηκαν έγιναν αποδεκτά και αναφέρονται στις αντίστοιχες αποφάσεις του Δικαστηρίου. Στις 5 Ιουνίου 2009, δημοσιεύθηκε με την διοικητική πράξη με αριθμό 436 στο τρίτο παράρτημα της επίσημης εφημερίδας της Δημοκρατίας, γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με την οποία η απαλλοτριώσα αρχή, γνωστοποίησε την πρόθεσή της να απαλλοτριώσει πάλι μέρος του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου των αιτητών και κατατέθηκε αντίγραφο της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης ως τεκμήριο. Στις 3 Οκτωβρίου 2009, δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας (Α.Δ.Π. 79) το διάταγμα απαλλοτρίωσης της πιο πάνω γνωστοποίησης, σύμφωνα με το οποίο απαλλοτριώθηκε μέρος του ακινήτου των αιτητών και συγκεκριμένα 290 m² αυτού του τεμαχίου και κατατέθηκε ως τεκμήριο αντίγραφο του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Σκοπός της απαλλοτρίωσης όπως είχε καθοριστεί, ήταν για την κατασκευή δρόμου πρωταρχικής σημασίας που θα συνδέει το νέο λιμάνι Λεμεσού με τον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου. Στις πιο κάτω αναφερόμενες ημερομηνίες, η αποζημιώσα αρχή πρόσφερε με χωριστές έγγραφες προσφορές προς τους αιτητές τα πιο κάτω πόσα: Α) Στην παραπομπή με αριθμό 40/2012 προσφέρθηκε το ποσό των €1631,25 με την έγγραφη πρόταση ημερομηνίας 3 Αυγούστου 2010 για τα 3/8 μερίδια του κτήματος Β) Στην παραπομπή με αριθμό 41/2012 προσφέρθηκε το ποσόν των €1076,63 με την έγγραφη πρόταση ημερομηνίας 18 Αυγούστου 2010 για τα 99/400 μερίδια του κτήματος και Γ) Στην παραπομπή με αριθμό 42/2012 προσφέρθηκε το ποσό των €1642,13 με την έγγραφη πρόταση ημερομηνίας 3 Αυγούστου 2010 για τα 151/400 μερίδια του κτήματος και κατατέθηκαν προς αυτόν το σκοπό σχετικά τεκμήρια. Τα ποσά που προσφέρθηκαν και που αναφέρονται πιο πάνω ήταν για τα 292 m² γης που ανήκει στους αιτητές δεν καταβλήθηκαν ποτές τους αιτητές. Οι αιτητές με χωριστά έγγραφα κατά διάφορες ημερομηνίες αποδέχτηκαν τις πιο πάνω προσφερόμενες αποζημιώσεις με επιφύλαξη να αποταθούν στο Δικαστήριο για καθορισμό του ποσού της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης. Επίσης δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι στην παραπομπή 105/2009, της οποίας η απαιτήτρια τότε είναι ίδια με την παραπομπή 41/2012 είχε καταβληθεί το ποσόν των €117.018 πλέον τόκοι ως αποζημιώσεις για το ποσοστό που αναλογούσε στην απαιτήτρια, δηλαδή 99/400 του όλου κτήματος, στην περίπτωση της παραπομπής 63/2011, καταβλήθηκε προς τους απαιτητές της τότε παραπομπής που σήμερα είναι οι απαιτητές στην παραπομπή 40/2012 συνολικά το ποσό των €177.300 πλέον τόκοι και στην περίπτωση της παραπομπής 160/2009, της οποίας οι τότε απαιτητές είναι οι ίδιοι με τους απαιτητές στην παραπομπή 42/2012, καταβλήθηκε προς τους απαιτητές το ποσό των €178,482 πλέον τόκοι. Ως πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο κύριος Χαράλαμπος Σκορδής, ο οποίος είναι υπεύθυνος στο τμήμα αστικών υποθέσεων και παραπομπών και κατέθεσε τα τεκμήρια 2 και 3, τα οποία είναι οι αιτιολογημένες εκθέσεις εκτιμήσεων που κατατέθηκαν στα πλαίσια των παραπομπών με αριθμούς 105/09 και 160/2009 στο επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και ο μάρτυρας αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Ως δεύτερος μάρτυρας εκ μέρους των απαιτητών κατέθεσε ο κύριος Πόλης Κουρουσίδης. Αναφέρθηκε στα προσόντα και εμπειρίες του ως εκτιμητής ακινήτων και κατέθεσε τα τεκμήρια 4Α έως Γ ως τις εκθέσεις εκτιμήσεων που προέβηκε για τις παρούσες παραπομπές, τις οποίες και υιοθέτησε, καθορίζοντας ως δίκαιη αποζημίωση για το επίδικο ακίνητο τα €330 το τετραγωνικό μέτρο το οποίο ακίνητο έχει συνολική έκταση 290 m². Περιέγραψε τα χαρακτηριστικά του επίδικου ακινήτου ως προς τον συντελεστή δόμησης και κάλυψης και το ύψος της οικοδομής που μπορεί να ανεγερθεί με βάση την ζώνη που εμπίπτει το επίδικο ακίνητο. Κατέθεσε επίσης το τεκμήριο 5, το οποίο αποτελεί σχετικό τοπογραφικό σχέδιο και παρέπεμπε ταυτόχρονα στην έκθεση του, καθώς επίσης επεξήγησε το τεκμήριο 5, στο οποίο φαίνονται τα σχετικά συγκριτικά τεμάχια, επεξηγώντας τα. Επεξήγησε πως κατέληξε στον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου και πιο συγκεκριμένα, τόνισε το ακανόνιστο σχήμα και το πολύ μικρό βάθος του ακινήτου, καθιστώντας αυτό πιο μειονεκτικό από τα συγκριτικά που έλαβε υπόψη του. Παραδέχτηκε ότι τα συγκριτικά ακίνητα που έλαβε υπόψη του το κτηματολόγιο είναι στην ίδια ευρύτερη περιοχή και ότι δεν έχουν τόση μεγάλη διαφορά, δηλαδή τα τεμάχια που περιέγραψε ο μάρτυρας. Έκανε αναφορά και ανέλυσε τα συγκριτικά τεμάχια που λήφθηκαν υπόψη στις προηγούμενες παραπομπές, τονίζοντας ότι η εκτιμητής που κατέθεσε στο Δικαστήριο εκ μέρους της απαλλοτριώσας αρχής, θα μπορούσε να λάβει υπόψη της τα συγκριτικά του 2008, δηλαδή της πρώτης απαλλοτρίωσης, επειδή χρονικά είναι πολύ κοντά και ότι θα μπορούσε να υπήρχε μια μικρή μείωση στην τιμή της τάξεως του 10%. Έκανε επίσης αναφορά στην τιμή που έδωσε το κτηματολόγιο ανά τετραγωνικό μέτρο στις επίδικες παραπομπές, λέγοντας ταυτόχρονα ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στην οικιστική ζώνη και συνακόλουθα, αυθαίρετα το κτηματολόγιο κατέληξε στην αξία που κατέληξε, έχοντας υπόψη και τις εκεί οικιστικές ζώνες και γενικά που εμπίπτει το επίδικο ακίνητο, λέγοντας επίσης ότι η αξία ακινήτου που εμπίπτει στην οικιστική ζώνη είναι μεγαλύτερης από αυτήν που εμπίπτει σε γεωργική ζώνη. Απορρίπτει τα έξι συγκριτικά ακίνητα τα οποία υιοθέτησε η μάρτυρας εκ μέρους του κτηματολογίου, λέγοντας ότι μπορεί να είναι μεν μεγάλα χωράφια, αλλά επειδή πρέπει να παραχωρηθεί χώρος για δημόσιο οδικό δίκτυο και για χώρο πρασίνου, μένει πιο λίγος χώρος, ενώ στο επίδικο ακίνητο ανέφερε ότι ναι μεν είναι μειονεκτικό λόγω μεγέθους και βάθους, αλλά δεν θα δοθεί χώρος πρασίνου και για δημιουργία δρόμου και συνακόλουθα κατά τον μάρτυρα, το δίκαιο και εύλογο ποσό, είναι τα €330 το τετραγωνικό μέτρο. Κατά την αντεξέταση του, διευκρίνισε ότι με την επίδικη απαλλοτρίωση που έγινε το 2009, υπήρχε το τεμάχιο 199, αλλά σήμερα δεν υπάρχει αυτό, διότι εκδόθηκε νέος τίτλος και το επίδικο ακίνητο φέρει αριθμό
  4. Επανέλαβε την θέση του ότι το επίδικο ακίνητο μειονεκτεί και δεν μπορεί να αξιοποιηθεί, λόγω σχήματος και βάθους και ότι μόνο με συνένωση αλλού γειτονικού ακινήτου και πιο συγκεκριμένα με το ακίνητο με αριθμό 200 μπορεί να αξιοποιηθεί, τονίζοντας και διευκρινίζοντας ότι αυτός ήταν ο λόγος που υιοθέτησε πιο χαμηλή τιμή, δηλαδή από τα €485 σε €330 για να είναι ελκυστική η τιμή για ένα γειτονικό ακίνητο για να το εξαγοράσει. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι όταν έγινε η γνωστοποίηση για την επίδικη απαλλοτρίωση, το επίδικο μέρος ήταν μέρος χωραφιού και ήταν το μόνο μέρος του χωραφιού που ενέπιπτε σε οικιστική ζώνη και ως εκ τούτου, αποτελούσε μέρος χωραφιού, κατά τον ίδιο. Διαφώνησε σε θέση που του υποβλήθηκε, ήτοι ότι τα συγκριτικά που χρησιμοποίησε ο ίδιος δεν έχουν καμία σχέση με το επίδικο ακίνητο επειδή το επίδικο ακίνητο δεν είναι άμεσα αναπτύξιμο σε σχέση με τα συγκριτικά, παραδέχτηκε όμως ότι δεν υπήρχαν χωράφια στην εκεί περιοχή, κάνοντας επίσης σχόλιο για την μέθοδο που έχει χρησιμοποιήσει το κτηματολόγιο και πιο συγκεκριμένα, με τα συγκριτικά ακίνητα που έλαβε υπόψη του το κτηματολόγιο. Υπεραμύνθηκε της μεθόδου που χρησιμοποίησε και γενικά των συγκριτικών που χρησιμοποίησε ο μάρτυρας, δηλαδή οικόπεδα, αντιτάσσοντας ως λανθασμένο κριτήριο την χρησιμοποίηση χωραφιών ως συγκριτικά ακίνητα, τα οποία χρησιμοποίησε το κτηματολόγιο, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσες θέσεις ότι το ορθότερο είναι να χρησιμοποιούσε ο μάρτυρας χωράφια ως συγκριτικά, αντί για οικόπεδα στην υπό εξέταση υπόθεση. Συμφώνησε ότι τα συγκριτικά ακίνητα που έλαβε υπόψη του το κτηματολόγιο είναι χωράφια και βρίσκονται στην ίδια πολεοδομική ζώνη, λέγοντας ταυτόχρονα ότι ο μέσος όρος των χωραφιών είναι €280 το τετραγωνικό μέτρο, ενώ το κτηματολόγιο απέδωσε τιμή μόνο €15 το τετραγωνικό μέτρο, αποδοκιμάζοντας αυτήν την προσέγγιση του κτηματολογίου, ενώ κατά τον ίδιο η τιμή για ένα οικόπεδο ανέρχεται στο ποσό των €450 το τετραγωνικό μέτρο και των χωραφιών €328 το τετραγωνικό μέτρο, δικαιολογώντας ταυτόχρονα και την μείωση που έκανε στην παρούσα περίπτωση. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι η εκτιμητής που κατέθεσε εκ μέρους του κτηματολογίου θα ήταν λογικό να υιοθετήσει τιμή των €150 το τετραγωνικό μέτρο, διότι ένα χρόνο προηγουμένως αυτήν την τιμή υιοθέτησε. Συμφώνησε επίσης ο μάρτυρας ότι η πρώτη απαλλοτρίωση δεν μείωσε το οικιστικό μέρος του επίδικου ακινήτου, καθώς επίσης έδωσε την δική του εκδοχή αναφορικά με την απόδοση επιζήμιας επίδρασης. Εκ μέρους της απαλλοτριώσας αρχής κατέθεσε η κυρία Λένια Γεωργίου. Αναφέρθηκε στα προσόντα και τις εμπειρίες της στον κλάδο εκτιμήσεων στο τμήμα κτηματολογίου και χωρομετρίας και υιοθέτησε τις εκτιμήσεις της που έκανε στα πλαίσια των παραπομπών, δηλαδή τα τεκμήρια 6Α έως Γ. Διευκρίνισε ότι η αγοραία αξία ανά τετραγωνικό μέτρο ανέρχεται στα €150 το τετραγωνικό μέτρο και αιτιολόγησε γιατί η τιμή καθορίστηκε τελικά στα €15 το τετραγωνικό μέτρο. Ανέφερε ότι ισχύουν τα ίδια δεδομένα και για τις τρεις υπό εκδίκαση παραπομπές και το μόνο που διαφέρει είναι η αποζημίωση ανάλογα με το μερίδιο. Περιέγραψε στο πως κατέληξε στην κατά μέτρο αξία, δηλαδή χρησιμοποιώντας την συγκριτική μέθοδο με ακίνητα που παρουσιάζουν ίδια ή παρόμοια χαρακτηριστικά, όπου στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν χωράφι και συνεπώς, θα έπρεπε να κάνει αναζήτηση σε πωλήσεις χωραφιών στην ίδια πολεοδομική ζώνη και στην ίδια και γύρω περιοχή, χρησιμοποιώντας τελικά 6 συγκριτικά ακίνητα και έκανε την αναπροσαρμογή στην ημέρα της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά, τόσο του υπό εκτίμηση ακινήτου, όσο και των συγκριτικών ακινήτων. Ανέφερε ότι το επίδικο ακίνητο είναι ένα μικρό σε εμβαδό τεμάχιο, ακανόνιστου σχήματος, μειονεκτικό για σκοπούς ανάπτυξης και εφάπτεται δρόμου και εντάσσεται στην πολεοδομική ζώνη ΚΑ5, η οποία είναι οικιστικής χρήσης. Το ακίνητο δεν μπορεί να αξιοποιηθεί οικιστικά, διότι τόσο το σχήμα του, το οποίο είναι ακανόνιστο και είναι μία στενή λωρίδα, καθιστώντας αυτό πολύ μειονεκτικό για να αναπτυχθεί οτιδήποτε. Όταν ερωτήθηκε και ουσιαστικά της υποδείχτηκε ότι τα συγκριτικά ακίνητα που έλαβε υπόψιν της είναι μεγάλου εμβαδού και χωράφια, ανέφερε ότι δεν υπήρχαν πωλήσεις τέτοιας μορφής και σχήματος στην ίδια πολεοδομική ζώνη που μπορούσαν να συγκριθούν ευνοϊκότερα και τα μοναδικά συγκριτικά ήταν αυτά που τελικά χρησιμοποίησε, λέγοντας ότι υποχρεωτικά θα έπρεπε να τα χρησιμοποιήσει και να κάνει την ανάλογη μείωση, διότι συγκρίνοντας με το υπό εκτίμηση ακίνητο με τα συγκριτικά, μειονεκτεί τόσο, που θα έπρεπε να ήταν μηδενική η αξία του σε σχέση με τα συγκριτικά, επειδή τα συγκριτικά είναι μεγάλης έκτασης και εφάπτονται εγγεγραμμένου ασφαλτικού δρόμου, πλην του συγκριτικού ακινήτου με αριθμό 5, το οποίο είναι περίκλειστο και όλα τα υπόλοιπα έχουν την δυνατότητα άμεσης ανάπτυξης. Όταν ερωτήθηκε αναφορικά με το σκεπτικό υιοθέτησης της κατά μέτρο αξίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τιμές των συγκριτικών κυμαίνονται από €150 έως €411 το τετραγωνικό μέτρο, ανέφερε ότι τα συγκριτικά 1 και 2, που αφορά το ίδιο κτήμα, παρά το γεγονός ότι είναι το ίδιο ακίνητο, εντούτοις δεν θεώρησε σωστό να παραλείψει τη μία ή την άλλη πώληση του ακινήτου, οι οποίες διενεργήθηκαν σε διάστημα 5 μηνών, λόγω της ανόδου των τιμών που ίσχυε τότε και συνεπώς, συμπεριέλαβε την χαμηλή και την ψηλή τιμή για να δείξει και την άνοδο των τιμών, αν ληφθεί υπόψη το συγκριτικό ακίνητο με αριθμό 2 και με τον αριθμό 6 και εξαιρουμένου του συγκριτικού με αριθμό 5 το οποίο είναι περίκλειστο. Ανέφερε ότι όλα τα συγκριτικά μαζί διαμορφώνουν ένα μέσο όρο τιμής κατά μέτρο γύρω στα €328 περίπου, θεωρώντας ότι τα συγκριτικά ακίνητα τα οποία είναι έτοιμα για ανάπτυξη, συγκρινόμενα με ένα ακίνητο όπως το επίδικο με τα μειονεκτήματα του, έκρινε ότι θα ήταν πάρα πολύ μειονεκτικό για να του δώσει οποιαδήποτε αξία που να προσεγγίζει την τιμή των συγκριτικών που έλαβε υπόψιν της και ως εκ τούτου, θεώρησε για να μην αδικηθεί ο κάθε ιδιοκτήτης να υιοθετήσει το 50 % περίπου για το συγκεκριμένο ακίνητο, όμως πέραν αυτού του γεγονότος ότι δεν μπορεί να συγκριθεί με τα υπό εκτίμηση αυτή η στενή λωρίδα και δόθηκε η τιμή των €150 το τετραγωνικό μέτρο σε προηγούμενη απαλλοτρίωση, όπου το επίδικο μέρος αποτελεί υπόλοιπο, δηλαδή στην προηγούμενη απαλλοτρίωση από όπου προέκυψε το επίδικο τεμάχιο, λόγω της μειονεκτικότητας του, σε σχέση με τα συγκριτικά, δόθηκε ως κατά μέτρο αξία τα €
  5. Επειδή όμως υπέστη ζημιά στην ολότητα του, δόθηκε ως αποζημίωση 90% ζημιά στα €150 που σήμερα με την παρούσα υπόθεση η κατά μέτρο αξία είναι €15 το τετραγωνικό μέτρο, διευκρινίζοντας την επιζήμια επίδραση που δόθηκε στην πρώτη απαλλοτρίωση και που ήταν €39.150 για όλο το ακίνητο και συνακόλουθα δόθηκε σε όλους τους ιδιοκτήτες αναλογικά το ποσοστό που τους αναλογεί από αυτό το ποσό, σύμφωνα με το μερίδιο του καθενός από τους ιδιοκτήτες. Ουσιαστικά η μάρτυρας ανέφερε ότι από τη στιγμή που δόθηκε επιζήμια επίδραση σε ποσοστό 90% στο επίδικο ακίνητο στα πλαίσια της προηγούμενης απαλλοτρίωσης, στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να αποδοθεί το υπόλοιπο 10%, λέγοντας μάλιστα ότι από την στιγμή που έγινε εκτίμηση του ακινήτου με μία τιμή, η οποία έχει γίνει ήδη αποδεκτή, καθώς επίσης και η επιζήμια επίδραση, καθιστώντας επίσης και το επίδικο ακίνητο μειονεκτικό, διευκρινίζοντας ότι η τακτική του κτηματολογίου είναι να μην μηδενίζονται η αξία των ακινήτων. Η μάρτυρας δεν συμφώνησε με την χρησιμοποίηση ακινήτων ως συγκριτικών, τα οποία ήταν οικόπεδα, από τον εκτιμητή των απαιτητών, ο οποίος ανέφερε ότι συγκρίνονται πιο άμεσα με το επίδικο ακίνητο, λέγοντας επίσης η μάρτυρας ότι δεν μπορούν να συγκριθούν τα οικόπεδα απευθείας με τα χωράφια, παραθέτοντας τα χαρακτηριστικά που έχει ένα οικόπεδο και πότε μπορεί να χαρακτηριστεί και να προκύψει ένα οικόπεδο, δίνοντας έμφαση ότι στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί ένα οικόπεδο με μία λωρίδα χωραφιού, η οποία δεν μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με ένα οικόπεδο και συνεπώς κανένα από τα οικόπεδα που χρησιμοποίησε η πλευρά των απαιτητών δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως συγκριτικά ακίνητα. Η μάρτυρας παρέπεμψε στην αρμόδια αρχή αναφορικά με τυχόν απαιτήσεις για παραχώρηση δρόμου ή πρασίνου, τονίζοντας όμως ότι το βασικό μειονέκτημα του επίδικου ακινήτου είναι το σχήμα του και συνεπώς τυχόν οποιοιδήποτε άλλοι περιορισμοί στην ανάπτυξη του, το καθιστούν ακόμα μειονεκτικότερο, όπως π.χ. τυχόν αποστάσεις που θα πρέπει να αφεθούν. Κληθείσα να τοποθετηθεί στην θέση του εκτιμητή των απαιτητών ότι με την έκδοση του διατάγματος απαλλοτρίωσης το μέρος του ακινήτου που απαλλοτριώνεται είναι μειονεκτικό ως προς το σχήμα του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αξιοποιηθεί κατάλληλα, παρά μόνο από ιδιοκτήτες γειτονικών τεμαχίων με την αξιοποίηση του συντελεστή δόμησης και αιτιολογείται να δοθεί αξία στο ακίνητο η οποία να προσεγγίζει τις αξίες ανά τετραγωνικό μέτρο των οικοπέδων/χωραφιών στην περιοχή, απάντησε ότι αυτή η αναφορά ενισχύει την θέση της ότι το επίδικο ακίνητο είναι μειονεκτικό, λόγω του σχήματος του και δεν μπορεί να αξιοποιηθεί, αλλά μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλο εάν αποκτηθεί από το γειτονικό τεμάχιο και στην προκειμένη περίπτωση το τεμάχιο 200, το οποίο επίσης απαλλοτριώνεται και επίσης αφήνει ένα μικρό υπόλοιπο ακανόνιστου σχήματος που κατά το κτηματολόγιο απλά θα γίνει επέκταση εάν το αγοράσει ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 200, με το οποίο είναι το μόνο τεμάχιο που θα μπορούσε να συνενωθεί με το επίδικο και σε περίπτωση που το αποκτήσει το γειτονικό τεμάχιο, ουσιαστικά θα επεκταθεί αυτή η λωρίδα, αλλά δεν θα το καταστήσει καλύτερο από απόψεως σχήματος και να το καταστήσει πλεονεκτικό για σκοπούς ανάπτυξης και κατ΄ επέκταση, δεν διακρίνει η μάρτυρας να έχει από απόψεως εκτιμήσεως ιδιαίτερη αξία. Διευκρίνισε ότι τα τεμάχια τα οποία χρωματίζονται με το χρώμα πορτοκαλί στο τεκμήριο 5, δεν αποτελούν συγκριτικά ακίνητα τα οποία έχει χρησιμοποιήσει η ίδια στις συγκριτικές πωλήσεις που φαίνονται στο τεκμήριο 2, τονίζοντας ότι το μόνο που διαπιστώνει είναι ότι ταιριάζουν οι αριθμοί των τεμαχίων και τίποτα περισσότερο, προσθέτοντας ότι το συγκριτικό τεμάχιο με αριθμό 362, αφορά χωράφι και είναι στο φύλλο/σχέδιο 53/64 και είναι εντός των Βρετανικών βάσεων και είναι το συγκριτικό με αριθμό 2, καθώς επίσης το τεμάχιο 398 του φύλλου/σχεδίου 58/8 αφορά χωράφι στην πολεοδομική ζώνη ΓΑ2 με ΓΑ5 και συγκεκριμένα η μάρτυρας δεν έχει χρησιμοποιήσει οικόπεδα ως συγκριτικά ακίνητα. Επίσης ανέφερε ότι με την πρώτη απαλλοτρίωση του 2008, δεν επηρεάστηκε το οικιστικό μέρος του επίδικου τεμαχίου και συνεπώς παρέμεινε αναλλοίωτο το οικιστικό μέρος. Στη συνέχεια της παράθεσης της μαρτυρίας της, αναφέρθηκε στα προσόντα και εμπειρίες της στις εκτιμήσεις ακινήτων, λέγοντας επίσης ότι τα συγκριτικά ακίνητα που χρησιμοποίησε έχουν συγκρίσιμα στοιχεία και γίνονται αναπροσαρμογές στις τιμές και ουσιαστικά χρησιμοποίησε πωλήσεις χωραφιών στην ίδια πολεοδομική ζώνη, δηλαδή στην ζώνη ΚΑ5, αποδεχόμενη ότι χρησιμοποίησε συγκριτικά της πρώτης απαλλοτρίωσης με την επίδικη απαλλοτρίωση και ότι χρησιμοποιήθηκαν πωλήσεις κοντά στην ημερομηνία γνωστοποίησης, χωρίς να αδικηθεί ο εκάστοτε ιδιοκτήτης. Αποτελεί κοινό υπόβαθρο, ότι το πρώην τεμάχιο με αριθμό 199 ήταν ενιαίο, του οποίου το υπόλοιπο μέρος, δηλαδή πλην του επίδικου, ήταν στην ζώνη ΓΑ2 και μέρος εντός των Βρετανικών βάσεων. Διευκρίνισε για να αιτιολογήσει την απόδοση τιμής στα €150 το τετραγωνικό μέτρο και ότι αποτελεί απλή σύμπτωση η τιμή που δόθηκε στην επίδικη απαλλοτρίωση με την πρώτη απαλλοτρίωση, λέγοντας ότι τα δεδομένα ήταν διαφορετικά στην παρούσα περίπτωση και έλαβε υπόψη της τα σχετικά συγκριτικά ακίνητα. Η μέση τιμή για οικιστικά χωράφια στην επίδικη και γύρω περιοχή ανέρχεται στα €300-310 το τετραγωνικό μέτρο και ακολούθως γίνεται αναπροσαρμογή, διότι το επίδικο ακίνητο μειονεκτεί. Ανέφερε επίσης ότι δεν έχει παραλειφθεί επιστολή αποδοχής αναφορικά με την επιζήμια επίδραση, διευκρίνισε όμως ότι έχει συμφωνηθεί και καταβληθεί στα πλαίσια της πρώτης απαλλοτριώσεις η επιζήμια επίδραση και ότι στο Δικαστήριο στα πλαίσια της πρώτης απαλλοτρίωσης δηλώθηκε μόνο το συνολικό ποσό και δεν έχει γίνει μνεία για επιζήμια επίδραση. Έδωσε επίσης η μάρτυρας λεπτομερή αναφορά ως προς τις ημερομηνίες που έχουν συνταχθεί οι εκθέσεις που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς επίσης και τις συνθήκες που αυτές έγιναν, απορρίπτοντας κατηγορηματικά υποβληθείσες θέσεις ότι αυτές ήταν κατασκευασμένες και προμελετημένες, παραπέμποντας ταυτόχρονα στις ημερομηνίες που αυτές έχουν συνταχθεί και στις ημερομηνίες που έχουν τυπωθεί, σε συνδυασμό με τις ημερομηνίες γνωστοποίησης των απαλλοτριώσεων, της πρώτης και δεύτερης απαλλοτρίωσης δηλαδή, καθώς επίσης και στις ημερομηνίες καταχωρήσεως των παραπομπών. Ανέφερε επίσης στην έκταση που η μάρτυρας γνώριζε, τι περιλαμβάνονται στα τεκμήρια 7 και 8, καθώς επίσης ερωτήθηκε και απάντησε σε ερωτήσεις αναφορικά με την έκταση των απαλλοτριώσεων που έγιναν για το έργο και το κονδύλι που δαπανήθηκε, διευκρινίζοντας ότι ο μέσος όρος οικιστικών χωραφιών στην ζώνη ΚΑ5 ανέρχεται στα €328 m², τονίζοντας ταυτόχρονα ότι τα δεδομένα σε κάθε περίπτωση είναι διαφορετικά, δηλαδή ως προς τα νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά και θα πρέπει να αναζητηθούν ακίνητα που βρίσκονται στην ίδια πολεοδομική ζώνη με τα ίδια νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά. Η μάρτυρας ανέφερε ότι στην παρούσα περίπτωση έλαβε υπόψη της ότι το επίδικο ακίνητο είναι μικρού και ακανόνιστου σχήματος και αναγκαστικά χρησιμοποίησε τα ακίνητα που είναι άμεσα αξιοποιήσιμα, σε αντίθεση δηλαδή με ό,τι συμβαίνει με το επίδικο και από εκείνη την βάση των συγκριτικών προέβηκε σε αναπροσαρμογή των τιμών και αιτιολογώντας αυτήν την προσέγγιση της, ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που υπάρχει στο επίδικο ακίνητο, είναι μία στενή λωρίδα γης, χωρίς καμία ανάπτυξη, λόγω του σχήματος του και μόνο με την εξαγορά του επίδικου τεμαχίου από τον ιδιοκτήτη του γειτονικού τεμαχίου με αριθμό 200 θα μπορούσε να αναπτυχθεί, με βάση την μάρτυρα, η οποία ανέφερε ότι και αυτό το τεμάχιο υπόκειται σε απαλλοτρίωση, αλλά και πάλι σύμφωνα με την μάρτυρα, ακόμα και να πωλείτο το επίδικο τεμάχιο στον ιδιοκτήτη του τεμαχίου 200 και πάλι δεν θα εξασφαλιζόταν η τιμή των συγκριτικών, λέγοντας ότι ένας ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης γειτονικού τεμαχίου, με ελάχιστο κόστος ,θα χρησιμοποιούσε το επίδικο τεμάχιο για να έχει πρόσβαση στον δρόμο με λιγότερο κόστος, από ότι θα κατέβαλε εάν το αγόραζε, που και πάλι σύμφωνα με την μάρτυρα είναι δύσκολο στο να γίνει οικοδομική ανάπτυξη στο επίδικο ακίνητο. Η μάρτυρας επίσης αντικρούει την εκτίμηση που έγινε εκ μέρους των απαιτητών, προβάλλοντας την θέση ότι έχουν συγκριθεί ανόμοια κτήματα. Αναγνώρισε στα τεκμήρια 9 και 10 συγκριτικά ακίνητα και περιέγραψε το επίδικο ακίνητο, το οποίο και επισκέφθηκε επί τόπου και περιέγραψε την εκεί περιοχή, καθώς επίσης και που βρίσκονται τα συγκριτικά ακίνητα και τα χαρακτηριστικά τους και απάντησε επίσης η μάρτυρας σε ερωτήσεις που έγιναν αναφορικά με το τεκμήριο
  6. Έγιναν ερωτήσεις στην μάρτυρα και απάντησε αναφορικά με τις αποστάσεις των συγκριτικών σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, διευκρινίζοντας ότι αν δεν υπάρχουν συγκριτικά ακίνητα κοντά στο υπό εκτίμηση ακίνητο, θα γίνει έρευνα για να ανευρεθούν συγκρίσιμα ακίνητα και να γίνουν οι ανάλογες αναπροσαρμογές. Ανέφερε επίσης η μάρτυρας ότι προς όφελος των απαιτητών δεν λήφθηκαν υπόψη παρακείμενα ακίνητα του επίδικου που είχαν μέση τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο κατά την ημερομηνία της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης γύρω στα €50-60 το τετραγωνικό μέτρο, διότι δεν έχουν τα ίδια φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά με το επίδικο ακίνητο. Αναφέρθηκε η μάρτυρας στο τεκμήριο 13, όπου απεικονίζονται οι πολεοδομικές ζώνες στην επίδικη περιοχή, επαναλαμβάνοντας την θέση ότι η έκταση που απαλλοτριώθηκε την πρώτη φορά ενέπιπτε στην γεωργική ζώνη ΓΑ2 και αυτό που απέμεινε, δηλαδή το επίδικο ακίνητο, εμπίπτει στην οικιστική ζώνη ΚΑ5, τονίζοντας και επαναλαμβάνοντας τον τρόπο που υπολογίστηκε η αποδοθείσα τιμή μετά την αφαίρεση της επιζήμιας επίδρασης. Η μάρτυρας υπεραμύνθηκε της ορθότητας, του λογικού και πειστικού τρόπου υπολογισμού της κατά μέτρο αξίας, αρνούμενη σχετικές αντίθετες υποβληθείσες θέσεις και υπεραμύνθηκε της αντικειμενικότητας και αμεροληψίας στην ετοιμασία της έκθεσης της, απορρίπτοντας ταυτόχρονα σχετικές περί του αντιθέτου υποβληθείσες θέσεις και υπεραμύνθηκε των προσόντων και εμπειριών της στον κλάδο εκτιμήσεων ακίνητων. Έδωσε επίσης τις δικές τις εξηγήσεις αναφορικά με συγκριτικό ακίνητο που λήφθηκε υπόψη σε προηγούμενη απαλλοτρίωση και ότι δεν θα μπορούσαν να είναι συγκρίσιμα ακίνητα αυτά που βρίσκονται εντός των βρετανικών βάσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην υπόθεση The Republic of Cyprus - v - Christofides and others 1984 1 C.L.R. 305, κρίθηκε ότι η καλύτερη μέθοδος καθορισμού της καταβλητέας αποζημίωσης είναι η συγκριτική μέθοδος, η οποία χρησιμοποιήθηκε και στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και από τους δύο εκτιμητές, με διαφορετική όμως απόδοση τιμής και χρησιμοποίηση διαφορετικών ακινήτων και για τα οποία θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω. Στην υπόθεση Νικολαϊδης κ.α. -ν - Δημοκρατίας 1998 1 Α.Α.Δ. 1362, αποφασίστηκε ότι η διαπίστωση επαύξησης ή μείωσης της αξίας της υπόλοιπης περιουσίας είναι θέμα πραγματικό. Τα δεδομένα που λαμβάνονται υπ΄ όψιν για το σκοπό αυτό είναι όχι μόνο τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά του κτήματος που υφίστανται κατά το χρόνο της γνωστοποίησης, αλλά και τα κατά τον ίδιο χρόνο ευλόγως προβλεπτά. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας - ν - Δήμητρας Κολοκοτρώνη κ.α. 1999 1 Α.Α.Δ. σελ. 674, αποφασίστηκε ότι Όταν ομιλούμε για ευμενή ή δυσμενή επηρεασμό της αξίας του υπολοίπου, εννοούμε την αύξηση ή μείωση της αξίας του λόγω της απαλλοτρίωσης. Η αλλαγή των δυνατοτήτων ανάπτυξης αποτελεί παράγοντα ο οποίος κατά φυσιολογική συνέπεια επηρεάζει την αξία της γης και σε εκείνη την περίπτωση, η δυσμενής επίδραση στο ακίνητο αποτέλεσε ξεχωριστό αντικείνενο εκτίμησης και δεν τίθεται ζήτημα διπλής αποζημίωσης. Στην υπόθεση Spiby - v - Δημοτικού Συμβουλίου Πάφου 2002 1 Α.Α.Δ. 483, αποφασίσθηκε ότι η δυνατότητα σύγκρισης του απαλλοτριωθέντος με άλλα κτήματα προϋποθέτει την ύπαρξη ομοιογένειας μεταξύ τους. Οι παράγοντες, που τείνουν να στοιχειοθετήσουν τέτοια ομοιότητα, εντοπίζονται στην τοποθεσία των ακινήτων, στα γεωφυσικά τους χαρακτηριστικά και στους όρους ανάπτυξής τους. Ο χρόνος διάθεσης των συγκριτικών αποτελεί άλλο σχετικό παράγοντα. Ως προς τον τελευταίο, είναι εφικτή η σύγκριση, εφόσον παρέχεται η δυνατότητα προσαρμογής της τιμής διάθεσης των συγκριτικών στα δεδομένα του κρίσιμου για την απαλλοτρίωση χρόνου. Στην υπόθεση Παναρέτου κ.α. - ν - Δημοκρατίας 2002 1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1558, αποφασίσθηκε ότι:
  7. Συμφώνως προς το Άρθρο 10(α) του νόμου η αξία του απαλλοτριωθέντος κτήματος εάν τούτο επωλείτο στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης, είναι η βάση υπολογισμού της πληρωτέας αποζημίωσης.
  8. Όταν ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος κτήματος εξακολουθεί να το κατέχει προτού καταβληθεί σ' αυτόν η αποζημίωση, έχοντας πρόθεση να το αντικαταστήσει με άλλο ίσης αξίας, δεν πρέπει να καθυστερεί. Ο τόκος των χρημάτων που θα δαπανήσει για το σκοπό αυτό θα πληρωθεί από την αποζημιούσα αρχή. Και ως αφετηρία υπολογισμού του τόκου, ορίζεται η ημερομηνία δημοσίευσης της γνωστοποίησης μέχρι τη συμφωνία της αξίας του κτήματος ή τον καθορισμό της από το Δικαστήριο. Η πρόβλεψη για πληρωμή τόκου μέχρι την ημέρα καταβολής της αποζημίωσης, συνιστά δίκαιο μέτρο διατήρησης της αξίας των χρημάτων που θα έπαιρνε ο ιδιοκτήτης αν γινόταν αμέσως δεκτή η προσφορά ή αν τα μέρη κατέληγαν αμέσως σε συμφωνία αναφορικά με την αξία που είχε το κτήμα κατά τον ουσιώδη χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης.
  9. Η συνεκτίμηση των νομοθετικών κριτηρίων του Άρθρου 10 του νόμου γίνεται ελεύθερα από το Δικαστήριο και χωρίς περιορισμούς. Η εφαρμογή των κατάλληλων κριτηρίων του Άρθρου 10 εκπληρώνει σε κάθε περίπτωση ότι ακριβώς επιτάσσει το Σύνταγμα, δηλαδή, την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα.
  10. Η ευχέρεια πληρωμής τόκου, επιτρέπει την εξισορρόπηση κάθε ανισοσκέλειας στον καθορισμό της αποζημίωσης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με γνώμονα το πιο πάνω νομικό πλαίσιο, το Δικαστήριο προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ως προς τον πρώτο μάρτυρα, χωρίς κανένα δισταγμό, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του στην ολότητα του, διότι ο μάρτυρας αυτός παρέθεσε στο Δικαστήριο ζητήματα τυπικής φύσεως και που εν πάση περιπτώση, δεν έχει αντεξεταστεί και η μαρτυρία του θεωρείται και κρίνεται από το Δικαστήριο ως παραδεκτή. Ως προς τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και που αναφέρθηκαν πιο πάνω, αυτά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί. Οι μάρτυρες που προσήλθαν στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονες, αυτοί επιτελούν ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλούνται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσουν με τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους και την επιστημονική τους κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK

(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). ΄΄ Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση. ΄΄ Ως προς τις διιστάμενες εκθέσεις και γενικά μαρτυρίες των δύο μαρτύρων - εκτιμητών, (με εξαίρεση βεβαίως το κοινό έδαφος το οποίο διαφαίνεται μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, αλλά και όπως αυτό καταγράφεται πιο κάτω), σχετική είναι η υπόθεση Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγίας Νάπας - ν - Alexia & Polis Estates Ltd 2000 1 A.A.Δ. 987, αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: ΄΄Στην Rashid Ali and Another v. Vassiliko Cement Works Ltd
(1971)1 C.L.R. 146 το Εφετείο υπέδειξε ότι η εκτίμηση και των δύο εκτιμητών (περιλαμβανομένης και εκείνης στην οποία βασίσθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο για τον καθορισμό της αποζημίωσης) ήταν ζήτημα εικοτολογίας σε μεγάλο βαθμό και ζήτημα γνώμης που βασιζόταν πάνω σε τέτοια εικοτολογία. Κάτω από τέτοιες περιστάσεις - κατέληξε το Εφετείο - τα πρωτόδικα δικαστήρια πρέπει να προχωρούν να κάμνουν το δικό τους καθορισμό της πληρωτέας αποζημίωσης, δυνάμει του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου, με το να εξετάζουν την ενώπιον τους μαρτυρία στο σύνολο της. Η Rashid Ali (πιο πάνω) υιοθετήθηκε από τη μεταγενέστετη νομολογία. Λέχθηκε ότι πρέπει να προσδιορίζεται η μαρτυρία που οδηγεί στις σχετικές διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των δύο εκτιμητών το δικαστήριο οφείλει "να αξιολογήσει τη μαρτυρία και να καταλήξει στα ευρήματα του με αναφορά σε όσα προέκυπταν από ότι θα έκρινε ως αξιόπιστο" (Βλ. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος ν. Γεωργαλλίδου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1622). Λέχθηκε, επίσης, ότι το δικαστήριο έχει την δυνατότητα να καταλήξει στο δικό του υπολογισμό αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάληξη του μπορεί να είναι αυθαίρετη, αναιτιολόγητη ή αόριστα εξαγόμενη (Βλ. Παπασάββα κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 619). Στην Παύλου ν. Δημοκρατίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 1399 η απουσία συμπερασμάτων του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς το ποια μαρτυρία είχε γίνει πιστευτή και ως προς το ποιά μαρτυρία στήριξε την απόφαση του για υπολογισμό των αποζημιώσεων οδήγησε σε διάταγμα επανεκδίκασης της υπόθεσης. Στη Δημητρίου κ.α. ν. Δήμου Λάρνακας
(2000)1 Α.Α.Δ. 34, το πρωτόδικο δικαστήριο, χωρίς οποιαδήποτε άλλα αντικειμενικά κριτήρια, κατέληξε στο ποσοστό 10% για την επαύξηση του εναπομείναντος κτήματος. Διατάχθηκε επανεκδίκαση γιατί το Εφετείο δεν είχε την απαραίτητη πρωτογενή αξιολόγηση του "αποδεικτικού υλικού προς αποτίμηση, πάνω στη βάση διαφορετικών δεδομένων της σημασίας της εξαγγελίας της κατασκευής της λεωφόρου". Στη Φαντάρου ν. Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 2092,το πρωτόδικο δικαστήριο καθόρισε την αξία της γης σε £20 το τετραγωνικό μέτρο και το ποσοστό της επιζήμιας επίδρασης στο 50% των £20. Δεν είχε, όμως, αιτιολογήσει καθόλου αυτές τις επιλογές του. Δεν έχει, επίσης, αιτιολογήσει γιατί απέρριψε τις αντίστοιχες εκτιμήσεις των δύο εκτιμητών. Η ετυμηγορία του πρωτόδικου δικαστηρίου χαρακτηρίσθηκε ως αυθαίρετη εφόσον "στερείται της αναγκαίας αιτιολογίας κατά παράβαση της επιτακτικής πρόνοιας του άρθρου 30.2 του Συντάγματος" (Βλ. και Βασιλείου κ.α. ν. Μενελάου κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1125, 1131, Papaellina v. EPCO (Cyprus) Ltd
(1967)1 C.L.R. 338, Εταιρεία Σ & Γ Κολοκασίδη Λτδ ν. Κιμωνή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 131 και Ιωάννου ν. Θεοφίλου
(1996)1 Α.Α.Δ. 376). Διατάχθηκε επανεκδίκαση γιατί ένας από τους λόγους παραμερισμού της πρωτόδικης απόφασης οφείλεται στην έλλειψη αιτιολογίας για την απόρριψη της αντίστοιχης εκτίμησης των δύο εκτιμητών και το μόνο δικαστήριο το οποίο ενδείκνυται να αποφανθεί αναφορικά με αυτό το θέμα είναι το δικαστήριο που θα έχει την ευκαιρία να δει και να ακούσει τους μάρτυρες όταν θα καταθέτουν ενώπιον του και όχι το Εφετείο (Βλ. Στυλιανού κ.α. ν. CYEMS LTD
(1992)1 A.A.Δ. 1182, 1195 και Άρθρο 25
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν 14/60)). Το πρωτόδικο δικαστήριο επεσήμανε ότι η προσέγγιση των δύο εκτιμητών ήταν διαφορετική. Προχώρησε μάλιστα και στον προσδιορισμό των διαφορών. Ενώ - όπως το έθεσε - "προτίμησε την προσέγγιση και το σκεπτικό του εκτιμητή των εφεσειόντων" στη συνέχεια προχώρησε, για τους λόγους που ανέφερε, (παρατίθενται στη σελ. 2, πιο πάνω) και αποφάσισε να υιοθετήσει αξία κατά £1.50 σεντ ψηλότερη από εκείνη που προσδιόρισε ο εκτιμητής των εφεσειόντων. Διακρίνουμε μια αντίφαση σ' αυτή την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Περαιτέρω: Οι διαφορές στη μαρτυρία των δύο εκτιμητών ήταν τέτοιες που υπαγόρευαν εμπεριστατωμένη αξιολόγηση της από το πρωτόδικο δικαστήριο και διατύπωση ευρημάτων με αναφορά στη μαρτυρία που θα έκρινε αξιόπιστη. Η απουσία τέτοιας αξιολόγησης καθιστά την ετυμηγορία του πρωτόδικου δικαστηρίου αυθαίρετη λόγω έλλειψης αιτιολογίας. Πρόσθετα η γενική αναφορά σε "όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία", χωρίς αυτά τα στοιχεία να συγκεκριμενοποιούνται, αποτελεί ακόμη ένα λόγο για τον οποίο η ετυμηγορία του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται αυθαίρετη, αναιτιολόγητη και αόριστα εξαγόμενη. Ακολουθεί πως ο πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να πετύχει. Τα όσα έχουμε αναφέρει σε σχέση με τον πρώτο λόγο της έφεσης ισχύουν και για το δεύτερο λόγο της έφεσης. Υπήρχαν και πάλιν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Δεν έγινε οποιαδήποτε αξιολόγηση τους καθώς και διατύπωση ευρημάτων και εξαγωγή συμπερασμάτων. Ακολουθεί πως ο δεύτερος λόγος της έφεσης επιτυγχάνει για τους λόγους που υποδεικνύονται πιο πάνω σε σχέση με τον πρώτο λόγο της έφεσης΄΄. Ως προς τα προσόντα και εμπειρίες του εκτιμητή που κατέθεσε από πλευράς των απαιτητών, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας με βάση και το νομολογιακό πλαίσιο που διέπει αυτό το ζήτημα και εν πάση περιπτώση, τα προσόντα του δεν έχουν αμφισβητηθεί και συνακόλουθα ο μάρτυρας αυτός θα κριθεί υπό αυτό το πέπλο, δηλαδή το πέπλο του εμπειρογνώμονα. Αποτελεί κοινό έδαφος και των δύο πλευρών και συανκόλουθα εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ότι το επίδικο ακίνητο έχει πολύ μικρό βάθος, με ακανόνιστο σχήμα και το καθιστά μειονεκτικό σε σχέση με τα συγκριτικά ακίνητα που έλαβαν υπόψη τους και οι δύο πλευρές, που βεβαίως διαφέρουν τα συγκριτικά που έλαβε υπόψη της η κάθε πλευρά, δηλαδή το πραγματικό υπόβαθρο είναι ότι το επίδικο ακίνητο είναι μειονεκτικό λόγω του μικρού του βάθους και του ακανόνιστου σχήματος. Το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο έχει πολύ μικρό βάθος, με ακανόνιστο σχήμα και το καθιστά μειονεκτικό, είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς απόδοσης της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, όπως θα γίνει και ειδική αναφορά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της μάρτυρος που κατέθεσε εκ μέρους της απαλλοτριώσας αρχής. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος και για τις δύο πλευρές ότι η επίδικη απαλλοτρίωση είναι συνέχεια της πρώτης απαλλοτρίωσης όπως αυτή αναφέρθηκε στα παραδεκτά γεγονότα και ότι το επίδικο ακίνητο συνιστούσε μέρος του τεμάχιο 199 και ότι το επίδικο ακίνητο είναι αυτό που έχει απομείνει και αυτό επίσης αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο κρίνει ως προς τις αναφορές αυτού του μάρτυρα περί μεγάλης απόκλισης στις αποστάσεις των συγκριτικών ακινήτων που χρησιμοποίησε αυτός ο μάρτυρας σε σχέση με τα συγκριτικά ακίνητα για να αιτιολογήσει την άποψη του ότι ήταν λανθασμένη η χρησιμοποίηση των ακινήτων από πλευράς κτηματολογίου, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία που δόθηκε από την αποζημίωσα αρχή και εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι λογικό και φυσικό να υπάρχει κάποια απόκλιση στις αποστάσεις μεταξύ των συγκριτικών ακινήτων με το υπό εκτίμηση ακίνητο, έτσι ώστε να ανευρεθούν εκείνα τα ακίνητα τα οποία να προσομοιάζουν από απόψεως φυσικών και νομικών χαρακτηριστικών. Βεβαίως, τα όσα έχουν αναφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με συγκριτικά ακίνητα που λήφθηκαν υπόψη σε άλλες παραπομπές και γενικά σε άλλη απαλλοτρίωση, το δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, διότι η παρούσα διαδικασία έχει την δική της αυτοτέλεια ως προς τα γεγονότα, καθώς επίσης και την δική της αυτοτέλεια του επίδικου ακινήτου με τα δικά της διαφορετικά φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά και αναπόφευκτα είναι λογικό και πειστικό να αναζητηθούν και να ανευρεθούν διαφορετικά συγκριτικά ακίνητα που να προσομοιάζουν με το επίδικο ακίνητο από απόψεως νομικών και φυσικών χαρακτηριστικών και ακολούθως να γίνουν οι ανάγκες αναπροσαρμογές στην τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να παραγνωρίζει, για σκοπούς αξιολόγησης και μόνο, ειδικές αναφορές ως προς συγκριτικά ακίνητα άλλων διαδικασίων για σκοπούς αξιοπιστίας και ιδίως της μάρτυρος κας Λένιας Γεωργίου, ως φαίνεται αναλυτικά πιο κάτω. Ως προς τις δυνατότητες αξιοποίησης του επίδικου ακινήτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν ανασφαλές να στηριχθεί στην μαρτυρία αυτού του μάρτυρα, διότι για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω, η μάρτυρας που κατέθεσε εκ μέρους της απαλλοτριώσας αρχής, έδωσε λογικές, πειστικές και διαφωτιστικές εξηγήσεις γι' αυτό το ζήτημα, παρέχοντας για το δικαστήριο του ασφαλές εκείνο υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων και συμπερασμάτων και πιο συγκεκριμένα, στο να αποδεχθεί το Δικαστήριο την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος και κατ΄ επέκταση, το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία από πλευράς απαιτητών γι' αυτό το ζήτημα, δηλαδή την δυνατότητα αξιοποίησης και οικοδομικής ανάπτυξης του επίδικου ακινήτου. Η αναφορά και αξιολόγηση που προέβη ο μάρτυρας, ήτοι η υιοθέτηση χαμηλότερης τιμής κατά τετραγωνικό μέτρο, ήτοι από το ποσό των €485 το τετραγωνικό μέτρο σε €330 το τετραγωνικό μέτρο για να καταστεί αυτή η τιμή πιο ελκυστική για έναν ιδιοκτήτη άλλου ακινήτου, κρίνεται από το Δικαστήριο ως ακροσφαλής κριτήριο, διότι είναι ασταθές, αβέβαιο και απρόβλεπτο κριτήριο και παράγοντας κατά πόσο ο οποιοσδήποτε ιδιοκτήτης όμορου ή άλλου ακινήτου θα επιθυμούσε να αγοράσει το επίδικο ακίνητο και κατά πόσο θα υπήρχε συμφωνία αγοράς με την πιο πάνω τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο. Ακόμα όμως και να μπορούσε να ληφθεί υπ΄ όψη για σκοπούς προσδιορισμού της κατά μέτρο αξία η δυνατότητα εξαγοράς και αξιοποίησης του επίδικου ακινήτου από τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου με αριθμό 200, το οποίο συνορεύει με το επίδικο και θα μπορούσε να συνενωθεί, η μάρτυρας κα Λένια Γεωργίου, η μαρτυρία της οποίας κρίνεται αξιόπιστη από το Δικαστήριο για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω, ανέφερε ότι ακόμα και το τεμάχιο 200 απαλλοτριώνεται με την πρώτη απαλλοτρίωση και το μόνο που θα προσέφερε σε αυτό το τεμάχιο, ήταν η επέκταση του σχήματος του, χωρίς να υπάρχει βελτίωση του σχήματος του και δεν θα το καθιστούσε πιο πλεονεκτικό και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Επίσης, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την χρησιμοποίηση των συγκριτικών ακινήτων που χρησιμοποίησε ο μάρτυρας αυτών και που είναι οικόπεδα, διότι ο ίδιος άλλωστε ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, όταν έγινε η γνωστοποίηση της απαλλοτρίωσης, που είναι και ο ουσιώδης χρόνος εξέτασης της αξίας του επίδικου ακινήτου με βάση και το νομικό πλαίσιο που αναπτύχθηκε πιο πάνω, ήταν μέρος χωραφιού που ενέπιπτε σε οικιστική ζώνη, ήτοι το γεγονός ότι ήταν μέρος χωραφιού είναι κοινό υπόβαθρο και το ίδιο βεβαίως η οικιστική ζώνη όπου αυτό εμπίπτει το επίδικο ακίνητο και αυτά τα κριτήρια λήφθηκαν υπ΄ όψη δεόντως και ορθά από την μάρτυρα που κατέθεσε εκ μέρους της απαλλοτριώσας αρχής και που το Δικαστήριο αποδέχεται για τους λόγους που το Δικαστήριο επεξηγούνται πιο κάτω και συνεπώς, η χρησιμοποίηση οικοπέδων ως συγκριτικών ακινήτων από τον εκτιμητή των απαιτητών κρίνεται από το Δικαστήριο ως εσφαλμένη. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την τοποθέτηση του μάρτυρα ότι δεν ήταν ορθό εκ μέρους της απαλλοτριώσας αρχής να χρησιμοποιήσει χωράφια από άλλη περιοχή, διότι ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι δεν υπήρχαν χωράφια στην εκεί περιοχή και εν πάση περιπτώση, θα έπρεπε ο μάρτυρας αυτός να χρησιμοποιήσει χωράφια ως συγκριτικά ακίνητα και να προβεί στην ανάλογη προσαρμογή τιμής, πράγμα το οποίο λανθασμένα δεν έπραξε, παραγνωρίζοντας το σημαντικό γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι τον χρόνο της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, το επίδικο ακίνητο ήταν μέρος χωραφιού, ενώ η μάρτυρας εκ μέρους της απαλλοτριώσας αρχής ορθά έπραξε, για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω και που εν πάση περιπτώση, ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι τα συγκριτικά ακίνητα που χρησιμοποίησε η απαλλοτριώσα αρχή βρίσκονται στην ίδια πολεοδομική ζώνη, στοιχείο το οποίο κρίνεται από το Δικαστήριο ως ένα ασφαλές κριτήριο στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας περί καθορισμού της κατά μέτρο αξίας από πλευράς απαλλοτριώσας αρχής σε €15 το τετραγωνικό μέτρο δεν γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο, διότι αυτό το ζήτημα αποκρυσταλλώθηκε πλήρως μέσα από την μαρτυρία της κας Λένιας Γεωργίου, η μαρτυρία της οποίας γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω, όπου η μάρτυρας διευκρίνισε ως κατά μέτρο τιμή τα €150 και ακολούθως έγινε η αφαίρεση του 90% της δοθείσας επιζήμιας επίδρασης και συνεπώς θα δινόταν το υπόλοιπο 10%, ήτοι €15 το τετραγωνικό μέτρο και ο τρόπος αυτός υπολογισμού γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο και απτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο είναι €150 και δόθηκε στα πλαίσια της πρώτης απαλλοτρίωσης αποζημίωση ως δυσμενής επίδραση και αυτό υπολογίστηκε στα πλαίσια της υπό εξέταση απαλλοτρίωσης. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι θα ήταν λογικό εκ μέρους της κας Λένιας Γεωργίου να υιοθετήσει ως κατά μέτρο αξία τα €150 το τετραγωνικό μέτρο, από την στιγμή που ένα χρόνο πριν στην πρώτη απαλλοτρίωση υιοθέτησε αυτήν την τιμή, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι είναι άνευ σημασίας, διότι η κα Λένια Γεωργίου αποκρυστάλλωσε αυτό το ζήτημα, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και εν πάση περιπτώση, η εκτίμηση που προέβη η κα Λένια Γεωργίου, όπως καταδεικνύεται πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, βασίστηκε με βάση τα δεδομένα της παρούσας παραπομπής και με αναζήτηση άλλων διαφορετικών συγκριτικών εν μέρει και όπως τα περιέγραψε και ανέλυσε η μάρτυρας και που το Δικαστήριο αποδέχεται ως ορθά και αληθή, ως πιο κάτω αναφέρεται. Η αναφορά του μάρτυρα ότι ήταν λανθασμένος ο υπολογισμός από πλευράς της απαλλοτριώσας αρχής της επιζήμιας επίδρασης διότι έδωσε την ίδια αξία σε γεωργικό και οικιστικό οικόπεδο δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι από την μια ο ίδιος ο μάρτυρας, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, λανθασμένα χρησιμοποίησε οικόπεδα ως συγκριτικά ακίνητα και από την άλλη, για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω, η μάρτυρας από πλευράς απαλλοτριώσας αρχής, ορθά χρησιμοποίησε ως συγκριτικά ακίνητα χωράφια, όπως ήταν το επίδικο κατά τον χρόνο της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, που βρίσκονταν στην ίδια πολεοδομική ζώνη, ήτοι την ΚΑ5 και ακολούθως έγιναν οι αναγκαίες προσαρμογές στην τιμή, έχοντας υπόψη τα μειονεκτήματα του επίδικου ακινήτου, ήτοι το ακανόνιστο σχήμα και το μικρό του βάθος και ότι αποτελεί μια στενή λωρίδα γης και αυτό συνεκτιμήθηκε με την αποδοθείσα επιζήμια επίδραση που έχει υπολογιστεί. Επί αυτού του ζητήματος μάλιστα ο μάρτυρας τελούσε σε κάποια σύγχυση, μη μπορώντας να διαφωτίσει το Δικαστήριο, διότι στην σελίδα 31 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 2/2/2017 στην 5η γραμμή αναφέρει ότι έγινε λάθος αποζημίωση διότι το κτηματολόγιο υιοθέτησε την ίδια αξία για γεωργικό και οικιστικό, ενώ στις γραμμές 26 και 27 της ίδιας σελίδας, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν δόθηκε επιζήμια επίδραση σε αξία γεωργικού, καθιστώντας έτσι την εκδοχή του ως ασταθή για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για αυτό το ζήτημα μέσα από την δική του μαρτυρία. Εν πάση περιπτώση όμως, έχοντας υπόψη του το Δικαστήριο ότι αποδέχεται την μαρτυρία της κας Λένιας Γεωργίου, όπως καταγράφεται συν τοις άλλοις στις σελίδες 14 και 16 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 3/2/2017, ότι η επιζήμια επίδραση έχει υπολογιστεί και καταβληθεί στα πλαίσια της πρώτης απαλλοτρίωσης, την οποία οι απαιτητές αποδέχθησαν ανεπιφύλακτα στα πλαίσια των προηγούμενων παραπομπών και κατ΄ επέκταση, κρίνεται ότι καλύπτεται αυτό το ζήτημα από δεδικασμένο, ασχέτως εάν δεν δηλώθηκε στο Δικαστήριο η επιζήμια επίδραση παρά μόνο το ποσό που συμφωνήθηκε και συνεπώς, η επιζήμια επίδραση που δόθηκε σε ποσοστό 90% αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου και συνεπώς αυτό το ποσοστό θα συνεκτιμηθεί στο δίκαιο και εύλογο ποσό αποζημίωσης στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, διότι δόθηκε η επιζήμια επίδραση στο επίδικο ακίνητο λόγω της πρώτης απαλλοτρίωσης και της μείωσης της αξίας που επήλθε στο επίδικο ακίνητο και συνεπώς δεν θα πρέπει να υπάρχει διπλή καταβληθείσα αποζημίωση. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, το Δικαστήριο απορρίπτει τον τρόπο υπολογισμού της κατά μέτρο αξίας του επίδικου ακινήτου από αυτόν τον μάρτυρα. Ως προς την μαρτυρία της μάρτυρος που κατέθεσε εκ μέρους της απαλλοτριώσας αρχής, ήτοι της κας Λένιας Γεωργίου, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και η εικόνα που σχημάτισε προς το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά θετική. Απαντούσε με απλό, αυθόρμητο και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές, ενδοιασμούς ή δισταγμούς, δεν προσέφευγε στην υπερβολή ή ασάφεια ή στο ψεύδος για να βλάψει την υπόθεση των απαιτητών ή να ευνοήσει την υπόθεση της απαλλοτριώσας αρχής. Το Δικαστήριο έχει πειστεί για την φιλαλήθεια, αντικειμενικότητα και αμεροληψία της μάρτυρος καθ΄ όλη την διάρκεια της δίκης, υπήρξε πλήρως διαφωτιστική προς το Δικαστήριο, λεπτομερής, επεξηγηματική και παρά την επίμονη αντεξέταση που υπέστη, η αξιοπιστία της δεν έχει κλονιστεί, αλλά απεναντίας ενισχύθηκε και εξήλθε αλώβητη και αδιασάλευτη από την διαδικασία της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα για την ορθή μέθοδο που χρησιμοποίησε για να προσδιορίσει την κατά μέτρο αξία του επίδικου ακινήτου, καθώς επίσης και τα ακίνητα που έχει χρησιμοποιήσει ως συγκριτικά, με εξαίρεση βεβαίως τα συγκριτικά ακίνητα με αριθμούς 5 και 6, τα οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος της απαλλοτριώσας αρχής, προς τιμήν του, αποδέχθηκε ότι δεν είναι συγκρίσιμα ακίνητα, ένεκα του γεγονότος ότι ένα εξ΄ αυτών είναι περίκλειστο. Βεβαίως η μη συμπερίληψη των συγκριτικών ακινήτων με αριθμούς 5 και 6, δεν διαφοροποιεί την κατά μέτρο αξία και ούτε έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο, έχοντας υπ΄ όψη την όλη εικόνα της μάρτυρος και τις εξηγήσεις που έδωσε με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Ως προς τα προσόντα της μάρτυρος, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι είναι εμπειρογνώμονας στον κλάδο εκτιμήσεων ακινήτων, διότι με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα εξέτασης κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας και που μπορεί να πηγάζει και μέσα από την εμπειρία, η μάρτυρας αυτή ανέφερε και το Δικαστήριο έχει πειστεί και αποδέχεται, ότι μέσα από την σχεδόν εικοσαετή εμπειρία της στον κλάδο εκτιμήσεων και την εκπόνηση πολλών εκθέσεων εκτιμήσεων, έχει καταστεί η μάρτυρας εμπειρογνώμονας με βάση τις εμπειρίες και ενασχόληση της με το αντικείμενο και έπεισε η μάρτυρας μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και την παράθεση της μαρτυρίας της ότι είναι μια καταρτισμένη εμπειρογνώμονας στον κλάδο εκτιμήσεων ακινήτων και υποβοήθησε πολύ το έργο του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει πειστεί και αποδέχεται την θέση της μάρτυρος ότι το ποσό που αναγράφεται στην έκθεση της, ήτοι €15 ανά τετραγωνικό μέτρο, δεν είναι αυτή καθ΄ εαυτή η τιμή, αλλά αποτελεί προϊόν της αφαίρεσης του 90% από το ποσό των €150 και πιο συγκεκριμένα, με την αφαίρεση της αποδοθείσας επιζήμιας επίδρασης και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Μάλιστα η μάρτυρας, όπως φαίνεται λεπτομερώς στην σελίδα 12 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 3/2/2017, αιτιολογεί πλήρως, με σαφήνεια, λεπτομέρεια και πληρότητα την απόδοση της κατά μέτρο τιμής, ήτοι σε €150 το τετραγωνικό μέτρο και το Δικαστήριο αποδέχεται αυτές τις εξηγήσεις της μάρτυρος ως απόλυτο λογικές και πειστικές και δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης της μάρτυρος, καθώς επίσης το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ότι η μάρτυρας έλαβε υπ΄ όψην της τα γεγονότα και γενικά τα δεδομένα αυτής της υπόθεσης ξεχωριστά και στο σύνολο τους, κάνοντας ταυτόχρονα και μια διασύνδεση, εκεί όπου ήταν απαραίτητο και στα δεδομένα της πρώτης απαλλοτρίωσης, για να καταδείξει την συνέχεια και την συνοχή των δεδομένων που υπήρχαν στο αρχικό ακίνητο και στο ακίνητο που προέκυψε με την πρώτη απαλλοτρίωση. Βεβαίως, το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση της μάρτυρος ότι το επίδικο ακίνητο είναι μικρό, ακανόνιστου σχήματος, με αποτέλεσμα να το καταστεί μειονεκτικό, και αυτό αποτελεί ούτως ή άλλως κοινό υπόβαθρο και των δύο εκτιμητών. Κατ΄ επέκταση και επιπρόσθετα, λόγω ακριβώς των εν λόγω χαρακτηριστικών, το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική και πειστική την θέση της μάρτυρος ότι δεν υπήρχε άλλο παρόμοιο ακίνητο με αυτά τα χαρακτηριστικά στην ίδια περιοχή και συνεπώς αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει συγκριτικά ακίνητα που είναι άμεσα αξιοποιήσιμα, με την ανάλογη βεβαίως αναπροσαρμογή στην κατά μέτρο εκτίμηση, με τις περιορισμένες δυνατότητες και υπό προϋποθέσεις αξιοποίησης του επίδικου ακινήτου, όπως τις περιέγραψε. To Δικαστήριο αποδέχεται την θέση της μάρτυρος με την συμπερίληψη των συγκριτικών ακινήτων με αριθμούς 1 έως 4 και το Δικαστήριο κρίνει ότι αποτελεί ασφαλές, αντικειμενικό και αξιόπιστο κριτήριο στην υπό εξέταση υπόθεση, διότι αυτά τα ακίνητα εφάπτονται δρόμου, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το επίδικο ακίνητο, παρουσιάζοντας έτσι ένα κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ τους που ενισχύει το ασφαλές και αντικειμενικό υπόβαθρο που έλαβε υπ΄ όψην της η μάρτυρας και που το Δικαστήριο αποδέχεται. Επίσης ακόμα ένα άλλο στοιχείο που καταδεικνύει επιπρόσθετα την ορθότητα της εκτίμησης της, είναι το γεγονός ότι η μάρτυρας χρησιμοποίησε συγκριτικές πωλήσεις χωραφιών που εμπίπτουν στην ίδια πολεοδομική ζώνη, ήτοι στην ζώνη ΚΑ5, με τα ίδια νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά, λαμβάνοντας υπ΄ όψη και το γεγονός ότι τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης είναι ξεχωριστά με αυτά της πρώτης απαλλοτρίωσης και αυτήν την θέση της μάρτυρος το Δικαστήριο την αποδέχεται ως ορθή, λογική, πειστική, αντικειμενική, αξιόπιστη και αληθή, διότι στην πρώτη απαλλοτρίωση το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε είχε κάποια διαφορετικά χαρακτηριστικά, ήτοι ενέπιπτε το μέρος που απαλλοτριώθηκε σε διαφορετική πολεοδομική ζώνη. Κατ΄ επέκταση, το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση της μάρτυρος ότι ο εκτιμητής από πλευράς των απαιτητών έχει χρησιμοποιήσει ανόμοια ακίνητα στην συγκριτική του μέθοδο και αυτό προκύπτει άλλωστε και με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εν λόγω εκτιμητή, αλλά και μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της κας Λένιας Γεωργίου. Ένα ακόμα ασφαλές και διαφωτιστικό κριτήριο που χρησιμοποίησε η μάρτυρας και που το Δικαστήριο αποδέχεται και που είναι προς όφελος των απαιτητών, αποτελεί και το γεγονός ότι η μάρτυρας έλαβε υπ΄ όψην της τα συγκριτικά ακίνητα με αριθμούς 1 και 2, για να καταδείξει την άνοδο των τιμών και ότι οι πωλήσεις έγιναν σε διάστημα 5 μηνών και αυτό καταδεικνύει μια ασφαλή μέθοδο της μάρτυρος για να φθάσει στην κατά μέτρο αξία, διότι έλαβε υπ΄ όψην της πρόσφατες πωλήσεις με βάση την ημερομηνία γνωστοποίησης και που είναι μάλιστα προς όφελος των απαιτητών η συμπερίληψη τιμών που καταδεικνύουν την άνοδο των τιμών και αυτό το στοιχείο καταρρίπτει την θέση των απαιτητών περί ΄΄μαγειρέματος΄΄ των τιμών από πλευράς της απαλλοτριώσας αρχής για να αποδοθεί μειωμένη τιμή και γενικά αποζημίωση, θέση την οποία το Δικαστήριο δεν ασπάζεται. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική και πειστική την αναφορά της μάρτυρος ότι δεν δύνανται να συγκριθούν τα οικόπεδα με τα χωράφια και μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο τεμάχιο που αποτελεί μια λωρίδα, η οποία δεν μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα, σε αντίθεση δηλαδή με ότι συμβαίνει με ένα οικόπεδο το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί άμεσα. Η μάρτυρας έπεισε το Δικαστήριο με τις λεπτομερείς, λογικές και πειστικές της αναφορές ότι τα ακίνητα που φαίνονται με χρώμα πορτοκαλί στο τεκμήριο 5 δεν είναι δικά της συγκριτικά ακίνητα και ότι απλά συμπίπτουν οι αριθμοί τους, ένεκα και του ότι το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί από την λεπτομερή και επεξηγηματική της αναφορά με την παραπομπή της σε συγκεκριμένες πολεοδομικές ζώνες και Φ/Σχ και αυτό αποτελεί επίσης εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο που η μάρτυρας έλαβε υπ΄ όψην της και που κρίνεται από το Δικαστήριο ως ένα ασφαλές κριτήριο στον προσδιορισμό της κατά μέτρο αξίας του επίδικου ακινήτου, αποτελεί το γεγονός ότι το οικιστικό μέρος δεν έχει επηρεαστεί με την πρώτη απαλλοτρίωση και ορθώς λήφθηκε υπ΄ όψη από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό βεβαίως με την απόδοση επιζήμιας επίδρασης. Επίσης το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η μάρτυρας, αφού έλαβε υπ΄ όψη την μέση τιμή των οικιστικών χωραφιών στην εκεί περιοχή και που ήταν γύρω στα €300 - €310 το τετραγωνικό μέτρο και των οικιστικών χωραφιών στην ΚΑ5 σε €328 το τετραγωνικό μέτρο, ακολούθως έκανε την ανάλογη αναπροσαρμογή στην τιμή και αυτό κρίνεται λογικό και πειστικό από το Δικαστήριο και κατ΄ επέκταση αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου, διότι το επίδικο ακίνητο είναι μειονεκτικό λόγω του ακανόνιστου σχήματος και του μικρού του βάθους και αυτό το χαρακτηριστικό αποτελεί άλλωστε κοινό έδαφος και των δύο πλευρών. Επιχειρήθηκε από πλευράς απαιτητών να κλονισθεί η αξιοπιστία της μάρτυρος, αμφισβητώντας τις συνθήκες και τον χρόνο όπου οι εκτιμήσεις της μάρτυρος έχουν εκπονηθεί. Αυτή η προσπάθεια και γενικά η θέση των απαιτητών δεν ευσταθεί, διότι το Δικαστήριο, παρακολουθώντας την μάρτυρα με ιδιαίτερη προσοχή όταν έδιδε την δια ζώσης μαρτυρίας της, όχι μόνο για αυτό το θέμα, αλλά γενικά για όλα τα θέματα που έχει δώσει μαρτυρία, διαπίστωσε ότι η μάρτυρας ήταν φιλαλήθης και έδινε πλήρεις, λογικές, πειστικές και διαφωτιστικές εξηγήσεις και επί του ζητήματος των ημερομηνιών των εκθέσεων ειδικότερα, όπως καταγράφεται άλλωστε στις σελίδες 18 και 19 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 3/2/2017, η μάρτυρας ανέλυσε, αιτιολόγησε και δικαιολόγησε πλήρως τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχουν συνταχθεί και τυπωθεί οι εκτιμήσεις, καταρρίπτοντας την υποβληθείσα θέση ότι υπήρχε ΄΄μαγείρεμα΄΄ τιμών και σκοπιμότητα στην απόδοση της κατά μέτρο εκτίμηση της τιμής του επίδικου ακινήτου και χωρίς κανένα δισταγμό το Δικαστήριο αποδέχεται τις εξηγήσεις της μάρτυρος επί αυτού του θέματος και αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ότι ουδεμία παρατυπία ή μεροληψία έλαβε χώρα στην ετοιμασία των εκθέσεων που έχουν εκπονηθεί από αυτήν την μάρτυρα και ότι η ημερομηνία που αναγράφεται είναι η ημερομηνία εκτύπωσης και τα συγκριτικά ακίνητα ήδη υπήρχαν. Επιπρόσθετα δε, η μάρτυρας ανέλυσε με πάσα πειστικότητα και λεπτομέρεια, με παραπομπή στις ημερομηνίες γνωστοποιήσεων, καταχώρησης παραπομπών και εκτιμήσεων και στις δύο απαλλοτριώσεις, ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε προμελέτη ή παρατυπία ή μεροληψία στην σύνταξη των εκθέσεων και συνακόλουθα αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η έκθεση εκτίμησης έχει γίνει με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, με τα συγκριτικά ακίνητα της και με βάση την ημερομηνία γνωστοποίησης για την επίδικη απαλλοτρίωση. Ως προς τα τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα, το Δικαστήριο κρίνει ότι στα πλαίσια της υπό εκδίκαση υπόθεσης και των επιδίκων θεμάτων που εξετάζονται, ήτοι η δίκαιη αποζημίωση κατά τον χρόνο της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης για το επίδικο τεμάχιο, δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα και το ίδιο ισχύει για τα όσα η μάρτυρας ερωτήθηκε και απάντησε, στην έκταση που ήταν σε θέση να απαντήσει, αναφορικά με τον αριθμό των απαλλοτριώσεων που έγιναν στην περιοχή για το έργο που αυτές έγιναν και το ποσό που έχει δαπανηθεί προς αυτόν τον σκοπό, λόγω ακριβώς των επιδίκων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης. Το τεκμήριο 11 επίσης δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, λόγω ακριβώς των επιδίκων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης, αλλά και της αποδοχής της μαρτυρίας από πλευράς απαλλοτριώσας αρχής. Το Δικαστήριο αποδέχεται επίσης ως λογικές και πειστικές τις απαντήσεις που έδωσε η μάρτυρας αναφορικά με τις αποστάσεις μεταξύ των συγκριτικών, διότι είναι πολύ λογικό να μην γνωρίζει επακριβώς την μεταξύ τους απόσταση, λόγω του ότι δεν είναι χωρομετρικός λειτουργός και εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο αποδέχεται τα κριτήρια που χρησιμοποίησε η μάρτυρας για να συμπεριλάβει τα συγκριτικά ακίνητα που έχει χρησιμοποιήσει για να καταλήξει στην κατά μέτρο αξία του επίδικου ακινήτου, όπως αξιολογήθηκε ήδη πιο πάνω, με εξαίρεση βεβαίως τα συγκριτικά ακίνητα με αριθμό 5 και 6, λόγω των φυσικών και νομικών χαρακτηριστικών τους και την ανάλογη αναπροσαρμογή στην τιμή, αφού βεβαίως αξιολογήθηκαν τα συγκρίσιμα στοιχεία και είναι λογικό, πειστικό, φυσιολογικό, αντικειμενικό, αξιόπιστο, ασφαλές και αναγκαίο σε περίπτωση, όπως στην παρούσα, εάν δεν βρεθεί κάποιο συγκρίσιμο ακίνητο στην ίδια ζώνη ή/και περιοχή, να αναζητηθούν ακίνητα σε άλλη περιοχή ή/και ζώνη για να ανευρεθούν ακίνητα με συγκρίσιμα νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά. Επιπρόσθετα των πιο πάνω και ως ένδειξη αξιοπιστίας, αντικειμενικότητας και ορθότητας της εκτίμησης που εκπονήθηκε από την εν λόγω μάρτυρα, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η μάρτυρας κα Λένια Γεωργίου δεν έλαβε υπ΄ όψη της ακίνητα που ήταν χωράφια παρακείμενα του επίδικου ακινήτου και είχαν τιμή κατά την ημερομηνία της γνωστοποίησης κατά μέσο όρο €50 - €60 το τετραγωνικό μέτρο, ήτοι κατά πολύ μικρότερο από τον μέσο όρο των ακινήτων που έλαβε υπ΄ όψη της και που ανερχόταν σε €150 το τετραγωνικό μέτρο και αυτό ήταν προς όφελος των απαιτητών, επικεντρώνοντας την προσοχή και τα κριτήρια της, ως είναι ορθό, στην ανεύρεση ακινήτων με τα ίδια νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά, που κρίνεται από το Δικαστήριο ως ένα σταθερό, αντικειμενικό και αξιόπιστο κριτήριο και που από μόνη της η εγγύτητα ενός ακινήτου δεν μπορεί απαραίτητα να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο από μόνο του, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται, ιδίως στην περίπτωση που παρουσιάζει ίδια νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά, πράγμα που δεν συνέβαινε με τα παρακείμενα ακίνητα στην παρούσα υπόθεση και που δεν έλαβε υπ΄ όψην της η μάρτυρας για τους λόγους που επεξήγησε, οι οποίοι γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Επίσης, το Δικαστήριο αποδέχεται την εξήγηση που έδωσε η μάρτυρας ως λογική και πειστική, ήτοι ότι το ακίνητο που έχει χρησιμοποιηθεί στην παραπομπή με αριθμό 86/09 δεν μπορεί να συγκριθεί με το επίδικο, διότι αποτελεί λογική, διαφωτιστική και πειστική εξήγηση η αναφορά της ότι το μέρος που βρίσκεται στην οικιστική ζώνη ΚΑ5 είναι πολύ μεγαλύτερου εμβαδού και μπορεί να αναπτυχθεί και χωριστεί σε οικόπεδα και εν πάση περιπτώση, αυτό καταδεικνύει την ορθότητα της μάρτυρος όπως στα πλαίσια της παρούσας απαλλοτρίωσης, είχε λάβει υπ΄ όψη δεδομένα με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της υπόθεσης, η οποία έχει αναμφίβολα την δική της αυτοτέλεια. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η εκτίμηση και γενικά η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, ως αληθή και αξιόπιστη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εκδίδεται Διάταγμα αποσυνένωσης των παραπομπών. Στην παραπομπή 40/2012 εκδίδεται απόφαση υπέρ των απαιτητών και εναντίον της απαλλοτριώσας αρχής για το ποσό των €543,75 για κάθε ένα 1/8 μερίδιο των απαιτητών με τόκο 9% ετησίως από 5/6/2009 μέχρι 15/5/2014 και 3% ετησίως από 16/5/2014 μέχρι εξοφλήσεως. Η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της απαλλοτριώσας αρχής για μη καταβολή εξόδων, λόγω ανυπαρξίας ειδικών γεγονότων και νομικών σημείων που να μην καλύπτονται από την νομολογία, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι αποτελεί δικαίωμα του εκάστοτε ιδιοκτήτη, με βάση την κείμενη νομοθεσία, να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τον καθορισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Συνακόλουθα, τα εκτιμητικά έξοδα €1200 πλέον Φ.Π.Α. να καταβληθούν απευθείας από την απαλλοτριώσα αρχή στον εκτιμητή των απαιτητών και τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα επιτυχίας να καταβληθούν απευθείας από την απαλλοτριώσα αρχή στον δικηγόρο των απαιτητών. Στην παραπομπή 41/2012 εκδίδεται απόφαση υπέρ της απαιτήτριας και εναντίον της απαλλοτριώσας αρχής για το ποσό των €1076,63 για το μερίδιο της απαιτήτριας με τόκο 9% ετησίως από 5/6/2009 μέχρι 15/5/2014 και 3% ετησίως από 16/5/2014 μέχρι εξοφλήσεως. Τα εκτιμητικά έξοδα €1200 πλέον Φ.Π.Α. να καταβληθούν απευθείας από την απαλλοτριώσα αρχή στον εκτιμητή της απαιτήτριας και τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα επιτυχίας να καταβληθούν απευθείας από την απαλλοτριώσα αρχή στον δικηγόρο της απαιτήτριας. Στην παραπομπή 42/2012 εκδίδεται απόφαση υπέρ των απαιτητών και εναντίον της απαλλοτριώσας αρχής για το ποσό των €1,642,13 για το μερίδιο των απαιτητών με τόκο 9% ετησίως από 5/6/2009 μέχρι 15/5/2014 και 3% ετησίως από 16/5/2014 μέχρι εξοφλήσεως. Τα εκτιμητικά έξοδα €1200 πλέον Φ.Π.Α. να καταβληθούν απευθείας από την απαλλοτριώσα αρχή στον εκτιμητή των απαιτητών και τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα επιτυχίας να καταβληθούν απευθείας από την απαλλοτριώσα αρχή στον δικηγόρο των απαιτητών. Με την καταβολή των πιο πάνω ποσών, το επίδικο ακίνητο να εγγραφεί επ΄ ονόματι της Κυπριακής Δημοκρατίας. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.