Joerg Preuss ν. Κτηματικές Επιχειρήσεις Κ. Παπαργυρού Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1352/11, 25/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A314 Αρ. Αγωγής: 1352/11 Μεταξύ: Joerg Preuss, από την Γερμανία Ενάγοντος και
- Κτηματικές Επιχειρήσεις Κ. Παπαργυρού Λτδ, από την Λεμεσό
- Κτηματικές Επιχειρήσεις Π. Παπαργυρού Λτδ, από την Λεμεσό
- Α/φοι Κ.Μ.Π Παπαργυρού Κτηματικές Επιχειρήσεις Λτδ, από την Λεμεσό
- P & P Papargyrou Land Developers Ltd, από την Λεμεσό
- M & K & P Papargyrou Land Developers Ltd, από την Λεμεσό
- Μ & Π Παπαργυρού Κτηματικές Επιχειρήσεις Λτδ, από την Λεμεσό
- Κ & Π Παπαργυρού Κτηματικές Επιχειρήσεις Λτδ, από την Λεμεσό
- K & M (Papargyrou) Land Developers Ltd, από την Λεμεσό Εναγομένων Αίτηση ημερ. 3.1.17 υπό εναγομένων - αιτητριών για αναστολή εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2017 Για εναγομένη - αιτήτρια: κος Αλέξανδρος Ελευθερίου Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κος Κωνσταντίνος Θωμά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 8/12/16 εκδόθηκε μετά από ακρόαση, απόφαση του Δικαστηρίου υπέρ του ενάγοντα και εναντίων των εναγομένων εταιρειών για ακύρωση συμφωνίας με την οποία ο ενάγοντας πώλησε στις εναγόμενες, ένα κτήμα στον Άγιο Τύχωνα Λεμεσού για το ποσόν των €800.000,
- Για την εν λόγω αγορά δόθηκε προκαταβολή €20.000,00 και παρέμεινε υπόλοιπο €780.000,00 που οι εναγόμενες όφειλαν να πληρώσουν εντός 6 εβδομάδων από την υπογραφή της σύμβασης. Κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι ήταν ουσιώδης όρος της σύμβασης, η πληρωμή του υπολοίπου τιμήματος των €780.000,00 εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας. Η παράλειψη συμμόρφωσης των εναγομένων με τον πιο πάνω όρο οδήγησε στην καταγγελία της σύμβασης από τον ενάγοντα. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης ήταν νόμιμη και διέταξε την ακύρωση της συμφωνίας και την διαγραφή της από τα μητρώα του κτηματολογίου. Τέλος, διέταξε την επιστροφή από τον ενάγοντα στις εναγόμενες, του ποσού των €20.000,00 που δόθηκε ως προκαταβολή για την αγορά του εν λόγω κτήματος. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, οι εναγόμενες καταχώρησαν έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ταυτόχρονα στις 3/1/17, καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία αιτούνται την αναστολή της πρωτόδικης απόφασης μέχρι αποπεράτωσης της πολιτικής έφεσης. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.35 Θεσμός 18 και 19 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Μαρίνου Παπαργυρού, διευθυντή των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών. Αναφέρεται στην εν λόγω ένορκο δήλωση ότι ο ενάγοντας αποπειράται να εκτελέσει την απόφαση κυρίως με την απόσυρση της επίδικης συμφωνίας από το Κτηματολόγιο Λεμεσού. Ως πληροφορείται από τους δικηγόρους του αν επιτραπεί από το Δικαστήριο η εν λόγω απόσυρση της συμφωνίας τότε η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Αυτό γιατί το επίδικο κτήμα θα μπορεί στη συνέχεια να πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα και εν πάση περιπτώσει, ο καθ' ου η αίτηση θα μπορεί να προβεί σε διαδικασίες αποξένωσης ή επιβάρυνσής του. Σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης και στο μεταξύ αποξένωσης ή επιβάρυνσης του ακινήτου τότε κανένα ποσό χρηματικής αποζημίωσης δεν θα είναι ικανοποιητικό λόγω και της μοναδικότητας του ακινήτου που βρίσκεται σε καλή περιοχή στον Άγιο Τύχωνα. Είναι ως εκ τούτο ορθό κατά τον ενόρκως δηλούντα όπως εκδοθεί το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης προκειμένου να μην καταστεί άνευ αντικειμένου η έφεση. Στην πιο πάνω ένορκη δήλωση, επισυνάπτεται και ειδοποίηση έφεσης στην οποία εμφαίνονται όλοι οι λόγοι έφεσης εναντίον της επίδικης απόφασης. Μεταξύ άλλων, οι εναγόμενες προσβάλουν την ετυμηγορία του Δικαστηρίου ως προς το ότι καθοριζόταν στο συμβόλαιο ουσιώδης όρος αποπληρωμής του υπολοίπου σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Προσβάλλουν επίσης την αξιολόγηση της μαρτυρίας και το εύρημα ότι ο ενάγων δεν παρέβη τον ουσιώδη όρο της σύμβασης να παραδώσει το ακίνητο ελεύθερο από κάθε επιβάρυνση. Ο ενάγων - καθ' ου η αίτηση, καταχώρησε ένσταση στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναστολή εκτέλεσης δυνάμει της Δ.35, Θεσμός
- Τυχόν αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον ενάγοντα, ο οποίος θα αποστερηθεί τους καρπούς της επιτυχίας του στην αγωγή. Αναφέρεται επίσης ότι δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης. Παρόλα αυτά, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα πρέπει να διατάξει τις αιτήτριες να καταθέσουν τραπεζική εγγύηση προς όφελος του ενάγοντα που να καλύπτει το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς ήτοι €780.000,00 Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο των συνηγόρων του ενάγοντα. Αναφέρει ότι προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση γιατί ο ενάγοντας βρίσκεται στη Γερμανία όπου και διαμένει μόνιμα. Στη συνέχεια, ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης με έμφαση στο δικαίωμα του ενάγοντα να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του εντός εύλογου χρόνου. Σε αντίθετη περίπτωση, το ακίνητό του θα εξακολουθήσει να παραμένει επιβαρυμένο με αποτέλεσμα να συνεχίσει να υφίσταται ζημιές και απώλειες. Ήταν επίσης η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οι εναγόμενες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη αφού σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης τους θα είναι υποχρεωμένες να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος ήτοι €780.000,00 πλέον τόκο 7% από τον Ιούλιο του
- Αγορεύσεις Ο συνήγορος των εναγομένων - αιτητριών στην αγόρευσή του, αναφέρθηκε στη Δ.35 Θ.18 που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης εκκρεμούσης έφεσης. Επανέλαβε ότι το αίτημα αναστολής αποσκοπεί στην ουσία στην παρεμπόδιση απόσυρσης της επίδικης σύμβασης από το κτηματολόγιο Λεμεσού αφού σε τέτοια περίπτωση θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στις αιτήτριες. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι στην περίπτωση που η έφεση αποτύχει τότε οι συνέπειες που θα υποστεί ο ενάγοντας δεν θα είναι τόσο σοβαρές. Αποτελούν ζημιές που μπορεί να αποτιμηθούν σε χρηματική αποζημίωση και θα μπορούσαν να καλυφθούν από την κατάθεση τραπεζικής εγγύησης προς όφελος του ενάγοντα. Στην παρούσα υπόθεση κατά τον συνήγορο, υπερισχύει η ανάγκη διαφύλαξης του δικαιώματος καταχώρησης έφεσης εφόσον υπάρχει ενδεχόμενο ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έγκρισης του αιτήματος αναστολής. Η διαφύλαξη της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας μέχρι εκδίκασης της έφεσης, είναι τεράστιας σημασίας στην ενδεχόμενη δικαίωση των αιτητριών ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σχέση με την κατάθεση τραπεζικής εγγύησης, ο συνήγορος διαφώνησε με την εισήγηση του καθ' ου η αίτηση όπως επιβληθεί όρος εγγύησης στο ύψος που καλύπτει το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του ακινήτου ήτοι σε €780.000,
- Σκοπός της εγγύησης κατά τον συνήγορο δεν είναι η εξασφάλιση του υπολοίπου του τιμήματος αλλά η εξασφάλιση ότι δεν θα προκληθεί ζημιά από την αναστολή. Επεσήμανε ότι στην παρούσα δεν υπάρχει εξ αποφάσεως χρέος και στην καλύτερη των περιπτώσεων, το χρέος αφορούσε μόνο τα δικαστικά έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας. Στην παρούσα περίπτωση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εξ αποφάσεως χρέος, το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς ώστε να δικαιολογείται η παροχή εγγύησης στο ποσόν αυτό. Ο συνήγορος κάλεσε επί του προκειμένου το Δικαστήριο να μην επιβάλει στην περίπτωση που εγκρίνει το αίτημα αναστολής, δυσβάστακτους όρους ως προς το ύψος της εγγυητικής. Όσον αφορά τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι με την ειδοποίηση έφεσης προβάλλονται ζητήματα ερμηνείας ουσιαστικών όρων της επίδικης σύμβασης καθώς και ζητήματα αξιολόγησης βασικής μαρτυρίας. Υπάρχουν κατά το συνήγορο, βάσιμες ελπίδες επιτυχίας της έφεσης στο βαθμό που να οδηγεί στην έγκριση της παρούσας αίτησης. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος για τον καθ' ου η αίτηση - ενάγοντα επανέλαβε όλους τους λόγους που επικαλείται στο δικόγραφο της ένστασής του. Ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος ο ενάγοντας θα αποστερηθεί του δικαιώματος να εκτελέσει εντός ελόγου χρόνου την απόφαση που εκδόθηκε προς όφελός του. Επανέλαβε επίσης ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα πρέπει να διατάξει τις αιτήτριες να καταθέσουν τραπεζική εγγύηση προς όφελος του ενάγοντα που να καλύπτει το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς ήτοι €780.000,
- Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι αιτήτριες με την έφεσή τους, ουσιαστικά επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας. Στην περίπτωση επιτυχίας της έφεσης θα επανέλθει ισχύς της συμφωνίας με αποτέλεσμα οι αιτήτριες να υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα, το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης. Είναι ως εκ τούτου δίκαιο να κατατεθεί εγγύηση γι' αυτό το ποσό. Επισημαίνεται από το συνήγορο ότι οι αιτήτριες, κρατούν δεσμευμένο το επίδικο ακίνητο αξίας €800.000,00 έχοντας καταβάλει μόνο το ποσό των €20.000,00 ως προκαταβολή. Τα έξοδα που επιδικάστηκαν στην αγωγή, είναι κανόνας πρακτικής ότι θα πρέπει να καταβληθούν άμεσα στους δικηγόρους του ενάγοντα. Τα έξοδα της αγωγής, έχουν υπολογιστεί υπέρ του ενάγοντα στο ποσό των €9.515,42.- πλέον νόμιμο τόκο από 23/3/2011, πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €1,097,
- Τα πιο πάνω έξοδα δεν έχουν ακόμη πληρωθεί στους δικηγόρους του ενάγοντα. Τέλος, ο συνήγορος ανέφερε ότι δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης ώστε να δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος. Νομική πτυχή Η Δ.35 ΘΘ 18 στην οποία στηρίζεται η αίτηση έχουν ως ακολούθως: «
- An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from the Court of Appeal or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appealed was given. Σε ελεύθερη μετάφραση: «
- Μια έφεση δεν θα λειτουργεί ως αναστολή εκτέλεσης ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστή των πιο πάνω Δικαστηρίων και ουδεμία πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοιαν εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου προς όφελος του οποίου η υπό έφεση απόφαση εκδόθηκε.» Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 CLR 592 λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με τις προϋποθέσεις αναστολής: «Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης, εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της Δικαιοσύνης. Την διασφάλιση αφ' ενός του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει των καρπών της επιτυχίας του και την εξασφάλιση αφ' ετέρου της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση Έφεσης». Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ
- Λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου: «Η Έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της Πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από την Δ.35 Θ.
- Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων επιβάλλει την στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με της επιπτώσεις της αναστολής όσον και την ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις.» Σχετική είναι και η απόφαση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 A.A.Δ. 955, στην οποία ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Όπως έχει όμως νομολογηθεί, μόνον η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ"Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 A.A.Δ 172). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο αιτητής στην παρούσα διαδικασία προκειμένου να πετύχει την αιτούμενη αναστολή θα πρέπει να αποδείξει ότι σε περίπτωση άρνησης του αιτήματος αναστολής, η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης θα χάσει τη σημασία της (βλ. μεταξύ άλλων Loukos Trad. Co. Ltd κ.ά. ν. Ρέινμποου ΠΛΗΤΣΙΗΓΚ ΚΑΙ ΝΤΑΙΓΚ ΚΟ ΛΤΔ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014). Αναφορικά με τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας αυτός είναι μεν σχετικός αλλά οριακής σημασίας. Ως εκ τούτου δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο ξεχωριστά μόνον η προοπτική αυτή χωρίς να ληφθούν υπόψη οι υπόλοιποι παράγοντες. Το ίδιο ισχύει και σε τυχόν προβαλλόμενο λόγο ένστασης για απομακρυσμένο ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης από το Εφετείο. Μόνο όπου υπάρχει σαφής βεβαιότητα πρόγνωσης ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος (Βλ. μεταξύ άλλων BP Holdings Ltd v. A. Κιταλίδης
(1994)1 A.A.Δ. 287 & Βογαζιανού ν. Γ. Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ., 591). Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, το Δικαστήριο έχει καθήκον σύμφωνα με την Δ.18 να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η αναστολή. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (Βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2000)1Γ ΑΑΔ 1978). Συνήθης πρακτική είναι να κατατίθεται τραπεζική εγγύηση εκ μέρους του εναγομένου για το ποσόν της απόφασης ή ακόμα και η πληρωμή στο Δικαστήριο του συνόλου ή μέρους του εξ' αποφάσεως χρέους. Στην υπόθεση Χαραλάμπους (ανωτέρω) η οποία αφορούσε εργατικό ατύχημα, διατάχθηκε από το Εφετείο η κατάθεση τραπεζικής εγγύησης για μέρος του εξ αποφάσεως χρέους ενώ το υπόλοιπο είχε διαταχθεί να καταβληθεί σε μετρητά. Υπάρχει δυνατότητα εξαίρεσης από την αναστολή του ποσού των εξόδων που έχουν επιδικαστεί υπέρ του ενάγοντα. Η πρακτική που ακολουθείται είναι ανάλογη με αυτή που εφαρμόζεται στην Αγγλία (Βλ. Χαραλάμπους ανωτέρω). Σύμφωνα με την πρακτική αυτή, ο αποτυχών διάδικος καταβάλλει τα έξοδα που το Δικαστήριο επιδίκασε εναντίον του και ο δικηγόρος που εισπράττει το ποσό, αναλαμβάνει ρητή υποχρέωση συμμόρφωσης με οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα, η οποία εκδίδεται στα πλαίσια εκδίκασης της έφεσης. Στην υπόθεση Παπακόκκινου ν. Glykys & Araouzos Ins. Ltd κ.ά.
(1998)1Α.Α.Δ. 513, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice 1962 αναφορικά με το θέμα των εξόδων αλλά και την εγγύηση που δυνατόν να διαταχθεί να καταβάλλει ο εναγόμενος σε περίπτωση που πετύχει την αναστολή εκτέλεσης απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του: «These are in the discretion of the Court, but in regard to the payment of costs under the judgment or order appealed from they are usually that the costs shall be paid to the solicitor on the other side on his personal undertaking to return them if the appeal is successful (Grant v. Banque Franco-Egyptienne [1878] 3 C.P.D. 202; Hood-Barrs v. Crossman
(1897)A.C. 172; Swyny v. Harland [1894] 1 Q.B., per Lopes, L.J., at p. 709). As regards the debt of damages awarded, there is no general practice: according to the circumstances (for example, the probability of their not being recovered if the appeal is successful, and the chances of success in the appeal) the money may be ordered to be paid into Court, or only some part of it.» Στην πιο πρόσφατη απόφαση Demetrius's Group Of Companies Ltd v. Amp Italian Type Ice-Cream Ltd Πολ. Έφεση 372/2015 ημ. 15.2.17 λέχθηκε ότι σε υποθέσεις αυτής της φύσης προβάλλει σε όλες τις περιπτώσεις, ως βασικό κριτήριο, το κατά πόσο υπάρχει ενδεχόμενο να προκληθεί ανεπανόρθωτη αδικία στο ένα ή στο άλλο μέρος εάν το Δικαστήριο, ανάλογα, χορηγήσει ή αρνηθεί την αναστολή. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Παραμένει όμως ως ουσιαστικό ερώτημα το κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης αδικίας σε ένα από τους δύο διάδικους, ή ακόμη και στους δύο, στην περίπτωση έκδοσης ή μη του διατάγματος αναστολής. Έγινε επίσης παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα από την αγγλική απόφαση Hammond Suddard Solicitors v. Agrichem International Holdings Ltd
(2001)EWCA Civ 2065, para. 22, στο οποίο προβάλλονται τα ερωτήματα που το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει σε υποθέσεις αυτής της φύσης: «...if a stay is refused what are the risks of the appeal being stifled? If a stay is granted and the appeal fails, what are the risks that the respondent will be unable to enforce the judgment? On the other hand, if a stay is refused and the appeal succeeds, and the judgment is enforced in the meantime, what are the risks of the appellant being able to recover any monies paid from the respondent? » Η έννοια της πρόκλησης ζημιάς από την έγκριση ή ανάλογα την άρνηση του διατάγματος αναστολής, αναλύεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κωνσταντινίδη ν. Κωμοδρόμου Πoλ. Έφεση 283/2015 ημ. 23.3.16. Στην πιο πάνω υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού κατέληξε ότι δημιουργήθηκε προς όφελος της εφεσίβλητης - ενάγουσας εξ' επαγωγής εμπίστευμα, προχώρησε στην έκδοση διαταγμάτων για ξεχωριστό τίτλο εγγραφής και την μεταβίβαση της οικίας στο όνομα της εφεσίβλητης. Επιδιώχθηκε από την εναγομένη - εφεσείουσα, η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, με το αιτιολογικό ότι τυχόν μεταβίβαση της οικίας από την ενάγουσα σε τρίτους θα καθιστούσε την έφεση άνευ αντικειμένου. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η τελεσιδικία έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα η οποία συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης αλλά και το κράτος δικαίου ευρύτερα. Ιδιαιτέρα στις περιπτώσεις όπου ο ισχυρισμός της ανεπανόρθωτης βλάβης από τον εφεσείοντα δεν δικαιολογείται επαρκώς και ουσιαστικά μπορεί να εκληφθεί ως απροθυμία συμμόρφωσης στην απόφαση η οποία μάλιστα υπήρξε η κατάληξη πολύχρονων δικαστικών διαδικασιών. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα. « Η αόριστη επίκληση της πλευράς της εφεσείουσας για διαμονή των κληρονόμων σε χώρα μη ευρωπαϊκή ή η γενική επίκληση κινδύνων μεταβίβασης σε τρίτους δεν μας έχουν πείσει ότι στοιχειοθετούν την έννοια της ανεπανόρθωτης βλάβης, ούτε μας πείθουν ότι η έφεση θα μείνει άνευ αντικειμένου. Έχουμε την άποψη ότι το βάρος της αιτήτριας να καταδείξει την ανεπανόρθωτη βλάβη και την εν γένει ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων αποκτά ένα ειδικό περιεχόμενο όταν ένας διάδικος έχει εμπλακεί σε πολύχρονες δικαστικές διαδικασίες στην προσπάθεια του να δικαιωθεί. Θα ήταν παράλογο, στη βάση γενικών ισχυρισμών, να αποστερήσουμε το διάδικο από τους καρπούς της εν τέλει επιτυχίας του όταν μάλιστα προϋπήρχε αυτό το ιστορικό διεκδίκησης ως άνω και όταν επίσης η διαδικασία υλοποίησης της απόφασης δεν θα είναι σύντομη.» Συμπεράσματα Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή, όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου όπως προκύπτει από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα αλλά και από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης όπως τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, η απόρριψη του αιτήματος για αναστολή της υπό κρίση απόφασης. Όπως και στην υπόθεση Κωνσταντινίδη ν. Κωμοδρόμου (ανωτέρω) έτσι και στην παρούσα, δεν έχει καταδειχθεί ο κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης των αιτητριών σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης με την απόσυρση του επίδικου συμβολαίου από το κτηματολόγιο. Η γενική επίκληση μεταβίβασης σε τρίτους δεν στοιχειοθετεί χωρίς περαιτέρω στοιχεία, απόδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης ούτε και καθιστά την έφεση άνευ αντικειμένου. Αντιθέτως σε περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου ο ενάγων έχει εμπλακεί σε πολύχρονη δικαστική διαδικασία προκειμένου να δικαιωθεί, η τελεσιδικία έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα, η οποία συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο του ενάγοντα, με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται στην ουσία μετά που ο ενάγων δικαιώθηκε στην αγωγή του, η δέσμευση του επίδικου ακινήτου συνολικής αξίας €800.000,00 μόνο με την πληρωμή του ποσού των €20.000,00 τον Ιούνιο του 2010 ως προκαταβολή. Χωρίς μάλιστα να υπάρχει προθυμία από πλευράς αιτητριών για κατάθεση εγγύησης στο ύψος του συμβολαίου που ούτως ή άλλως, είναι υποχρεωμένες να πληρώσουν αν επιτύχουν στην έφεση τους. Ήταν στους ώμους των αιτητριών το βάρος να αποδείξουν ότι υπάρχει πραγματική πιθανότητα να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης με αποτέλεσμα να καθίσταται το ένδικο μέσο της έφεσης αναποτελεσματικό. Οι αιτήτριες απέτυχαν στην υποχρέωση τους αυτή με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος αναστολής. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω κατάληξη, θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης, στοιχείο που είναι εξ' άλλου οριακής σημασίας κατά την νομολογία και εξετάζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται ότι η άρνηση αναστολής θα καταστήσει την έφεση άνευ αντικειμένου. Παρόλα αυτά, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν υπάρχει μια σαφής βεβαιότητα πρόγνωσης για επιτυχία των αιτητριών στο Εφετείο. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και κυρίως το γεγονός ότι δεν έχει αποδειχθεί η αναποτελεσματικότητα του ενδίκου μέσου της έφεσης σε συνδυασμό με την απουσία σαφούς πρόγνωσης για την επιτυχία της αιτήτριας στο Εφετείο, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκηθεί, κατά του αιτήματος αναστολής. Στην παρούσα υπόθεση ενόψει των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, υπερισχύει το δικαίωμα του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση για διασφάλιση του τελεσφόρου της δικαστικής απόφασης που πέτυχε. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγομένων - αιτητριών και υπέρ του καθ' ου η αίτηση - ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο