← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. MERIDIAN GAMING LTD κ.α., Aγωγή Αρ. 1080/2017, 15/9/2017

ΔΗΜΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. MERIDIAN GAMING LTD κ.α., Aγωγή Αρ. 1080/2017, 15/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A303 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Aγωγή Αρ. 1080/2017 Μεταξύ:

  1. ΔΗΜΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, από την Λεμεσό
  2. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ, από την Λεμεσό
  3. ΔΗΜΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ και ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ, υπό την ιδιότητα τους ως μέτοχοι της Εναγόμενης 3 εταιρείας ως παράγωγη ή/και εκπροσωπευτική αγωγή των συμφερόντων της (derivative action), από την Λεμεσό Εναγόντων -και-
  4. MERIDIAN GAMING LTD, από την Μάλτα
  5. JOKER GAMES LIMITED, από τη Σερβία
  6. FAIR CHAMPIONS MERIDIAN LIMITED, από την Λεμεσό
  7. SNEZANA BOZOVIC, από τη Σερβία
  8. ZORAN MILOSEVIC, από την Σερβία
  9. MERIDIAN GAMING (CY) LTD, από την Λευκωσία Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση ημερ. 27.6.2017 Ημερ.: 15.9.2017 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Ε. Μιχαηλίδου για PHC Tsangarides LLC Για τoυς Εναγόμενους 1, 2, 3, 4 & 5-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Γεωργιάδης με κα Ν. Βαρωσιώτου και κα Στ. Γεωργιάδη για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 21.4.2017 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο. Οι Ενάγοντες 1 και 2, μέτοχοι της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, καταλογίζουν στους Εναγομένους 1 και 2, επίσης μετόχους της Εταιρείας, ότι ενεργούν δόλια για εξυπηρέτηση δικών τους αποκλειστικά σκοπών και συμφερόντων, κατά παράβαση των καθηκόντων και υποχρεώσεων τους και όχι καλόπιστα και προς το συμφέρον της Εταιρείας. Περαιτέρω, τους καταλογίζουν ότι συνωμότησαν με τους Εναγόμενους 4 και 5, διευθυντές της Εταιρείας για να εξαπατήσουν την Εταιρεία και να οικειοποιηθούν τα περιουσιακά της στοιχεία, το πελατολόγιο και τη φήμη της. Σε σχέση προς αυτό, αξιώνεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων που να τους διατάσσει να παράσχουν λογαριασμούς σε σχέση με κέρδη που αποκόμισαν από την παράνομη, όπως την χαρακτηρίζουν, λειτουργία της Εναγόμενης 6 Εταιρείας από τον Μάϊο του
  10. Διεκδικούνται ακόμα γενικές, παραδειγματικές, τιμωρητικές και αυξημένες αποζημιώσεις. Η αγωγή χαρακτηρίζεται ως προσωπική των Εναγόντων 1 και 2 αλλά και ως παράγωγη για την προάσπιση των συμφερόντων της Εταιρείας και περίπου έτσι περιγράφονται οι Ενάγοντες 1 και 2 ως Ενάγοντες
  11. Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε χθες, 14.9.
  12. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε την 27.6.2017, περίπου δύο μήνες μετά την καταχώριση της αγωγής, χωρίς ειδοποίηση προς την πλευρά των Εναγομένων από τους οποίους η Εταιρεία και οι Εναγόμενοι 5 και 6 είχαν ήδη καταχωρίσει εμφάνιση. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 27.6.2017 του Ενάγοντα
  13. Προκύπτει πως η Εταιρεία, που ιδρύθηκε το 2008, ασχολείται με εργασίες διοργανωτών στοιχημάτων, πρακτόρων και διαμεσολαβητών στοιχήματος και τη λειτουργία τυχερών παιχνιδιών. Οι Ενάγοντες 1 και 2 που μαζί κατείχαν 450.000 από τις 500.000 μετοχές της Εταιρείας, με συμφωνία ημερ. 23.12.2015 πώλησαν το πλειοψηφικό πακέτο (255.000 μετοχές) στις Εναγόμενες 1 και 2 έναντι του ποσού των €4.500.
  14. Σήμερα οι Ενάγοντες 1 και 2 κατέχουν 195.000 μετοχές της Εταιρείας ενώ ο Ενάγοντας 1 είναι και ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυριάκου Κυριάκου που κατείχε 50.000 μετοχές και είναι μέτοχοι μειοψηφίας σε σχέση με τις Εναγόμενες 1 και
  15. Είναι η θέση των Εναγόντων 1 και 2 ότι πριν τη συμφωνία πώλησης των μετοχών οι Εναγόμενες 1 και 2 προέβηκαν σε πράξεις οι οποίες τους οδήγησαν να πιστέψουν ότι «οι σχέσεις των μετόχων θα λειτουργούσαν με βάση χαρακτηριστικά συνεταιρισμού και έντονου προσωπικού χαρακτήρα». Είναι η περαιτέρω θέση των Εναγόντων 1 και 2 ότι στην επιμονή των Εναγομένων 1 και 2 να αγοράσουν το 51% των μετοχών αυτοί συμφώνησαν, με τη συνεννόηση ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονταν από όλους και ότι θα υπήρχε πλήρης συνεργασία και εμπιστοσύνη μεταξύ τους. Οι Εναγόμενες 1 και 2 που κατά τις συζητήσεις πριν την πώληση συγκατατίθεντο στην υπογραφή συμφωνίας μετόχων επικαλέστηκαν έλλειψη χρόνου και εισηγήθηκαν και συμφώνησαν όπως η συμφωνία μετόχων υπογραφεί μετά τη συμφωνία πώλησης των μετοχών. Ωστόσο, στη συνέχεια, καμιά τέτοια συμφωνία δεν έχουν υπογράψει. Γίνεται αναφορά στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 1 σε επιστολή των δικηγόρων των Εναγομένων 1 και 2 ημερ. 24.2.2016 προς τους Ενάγοντες 1 και 2 αλλά και την Εταιρεία, με την οποία οι πρώτες, επικαλούμενες σοβαρές παραβιάσεις της συμφωνίας και παραπλανητικές και δόλιες ενέργειες των Εναγόντων 1 και 2, τερμάτισαν τη συμφωνία πώλησης των μετοχών ημερ. 23.12.2015 και κάλεσαν τους τελευταίους να τους επιστρέψουν το ποσό των €4.500.
  16. Οι Ενάγοντες 1 και 2 με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 3.3.2016 αρνήθηκαν τα όσα τους καταλογίζονταν και τον τερματισμό. Σε κάθε περίπτωση, οι Εναγόμενες 1 και 2 συνέχισαν να ενεργούν ως μέτοχοι της Εταιρείας. Αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 1 ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 διόρισαν διευθυντές στο Διοικητικό Συμβούλιο και ανέλαβαν πλήρως και αποκλειστικά τη διαχείριση της Εταιρείας. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας απαρτίζουν οι Εναγόμενοι 4 και 5 οι οποίοι είναι, μαζί με άλλους, και μέτοχοι των Εναγομένων 1 και
  17. Οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν μετέχουν ούτε αντιπροσωπεύονται στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας. Καταγράφονται διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε η διοίκηση της Εταιρείας και τις οποίες οι Ενάγοντες 1 και 2 χαρακτηρίζουν αυθαίρετες, αδικαιολόγητες, παράνομες και ενάντια στα συμφέροντα της Εταιρείας. Οι Ενάγοντες 1 και 2 καταχώρισαν την 29.9.2016 την εταιρική αίτηση 378/2016 Ε.Δ. Λεμεσού επικαλούμενοι καταπίεση τους ως μειοψηφία εξαιτούμενοι εξαγορά των μετοχών τους από τις Εναγόμενες 1 και 2 ως διαζευκτική θεραπεία της διάλυσης της Εταιρείας. Η αίτηση εκκρεμεί. Το ζήτημα που ενδιαφέρει, και που φαίνεται να εξώθησε τους Ενάγοντες να καταχωρίσουν την υπό κρίση Αίτηση την 27.6.2017 ήταν, σύμφωνα με τον Ενάγοντα 1, η πληροφόρηση που έλαβαν στις 20.6.2017 από τον πρώην εργοδοτούμενο της Εταιρείας Γιώργο Συμεανό ότι κάποια υποστατικά που προηγουμένως λειτουργούσαν υπό την άδεια της Εταιρείας πλέον λειτουργούν υπό την άδεια της Εναγόμενης 6 Εταιρείας. Η Εναγόμενη 6 συστάθηκε την 1.11.2012 και αναφέρεται ότι απέκτησε άδεια αποδέκτη κλάσης Α δυνάμει του περί Στοιχημάτων Νόμου του 2012 με σκοπό να απορροφήσει τις εργασίες της Εναγόμενης
  18. Αναφέρεται ότι από την ημερομηνία που η Εναγόμενη 6 έχει αποκτήσει άδεια κλάσης Α άρχισαν να μειώνονται τα υποστατικά τα οποία διαχειριζόταν η Εταιρεία όπως και τα υποστατικά τα οποία λειτουργούσαν υπό την άδεια της Εταιρείας. Παρουσιάστηκε από τον Ενάγοντα 1 πιστοποιητικό άδειας που αφορά την Εναγόμενη 6 ημερ. 22.3.2017 για την περίοδο 6.9.2016 μέχρι 5.9.
  19. Σε αυτό αναγράφεται ότι εκδόθηκε σε αντικατάσταση προηγούμενης άδειας αποδέκτη κλάσης Α. Η Εναγόμενη 6 δεν είχε άδεια πριν τις 6.9.2016, όπως εξηγείται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση. Προδήλως υπήρχε άλλο πιστοποιητικό της άδειας που αφορούσε την ίδια περίοδο και που αντικαταστάθηκε με το πιστοποιητικό της 22.3.
  20. Το Δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε και δεν θα μπορούσε να παραπλανηθεί από την ημερομηνία του πιστοποιητικού που παρουσιάστηκε, αφού αυτό που ήταν σχετικό ήταν ο χρόνος που άρχιζε η αδειοδότηση της Εναγόμενης
  21. Η διασύνδεση με την Εναγόμενη 6 είναι ότι μέτοχοι της είναι η Εναγόμενη 1 και ακόμα μια εταιρεία από το Μαυροβούνιο, ενώ από το 2012 μέχρι και την 23.3.2017 διευθυντής της ήταν κάποιος Aleksandar Milovanovic που είναι μέτοχος τόσο στην Εναγόμενη 1 όσο και στην Εναγόμενη
  22. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα 1, από την ανάρτηση που έγινε στην ιστοσελίδα της Εθνικής Αρχής Στοιχημάτων Κύπρου την 23.6.2017, προκύπτει ότι κάποια από τα υποστατικά τα οποία διαχειριζόταν η Εταιρεία τα διαχειρίζεται πλέον η Εναγόμενη 6 και άλλα υποστατικά που λειτουργούσαν υπό την άδεια κλάσης Α της Εταιρείας λειτουργούν πλέον υπό την άδεια κλάσης Α της Εναγόμενης
  23. Όπως εξηγείται οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους υπό συζήτηση τομείς εργάζονται με δύο τρόπους. Με υποστατικά που διαχειρίζονται οι ίδιες οι εταιρείες και με υποστατικά που λειτουργούν υπό την άδεια κλάσης Α που οι εταιρείες αυτές διαθέτουν. Στη δεύτερη περίπτωση οι εταιρείες συνάπτουν συμφωνίες με εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους οι οποίοι διαχειρίζονται το υποστατικό το οποίο θα λειτουργεί υπό την άδεια τους. Αναφέρεται από τον Ενάγοντα 1 ότι ενώ κατά την 6.6.2016 η Εταιρεία λειτουργούσε 45 υποστατικά, 14 από αυτά λειτουργούνται τώρα από την Εναγόμενη 6, ενώ τρεις εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι οι οποίοι ήσαν πελάτες της Εναγομένης 3 εξυπηρετούνται πλέον από την Εναγόμενη
  24. Κατά τους Ενάγοντες, με αυτό τον τρόπο οι Εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 προχωρούν αυθαίρετα και παράνομα στην αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας μεταφέροντας τα στην Εναγόμενη
  25. Υπάρχει πληροφορία από τον Συμεανό ο οποίος ήλθε σε επαφή με διαχειριστές υποστατικών που λειτουργούν υπό την άδεια της Εταιρείας και μαρτυρία από τον Ενάγοντα 1 ο οποίος είχε επικοινωνία με τέτοιους διαχειριστές ότι αντιπρόσωποι των Εναγομένων τους ασκούν πίεση προβάλλοντας τους ότι η Εταιρεία θα διαλυθεί και παροτρύνοντας τους να ακυρώσουν τις συμφωνίες που έχουν με την Εταιρεία και να συνεργαστούν με την Εναγόμενη
  26. Το ζήτημα της σχέσης των μετόχων της Εταιρείας, των Εναγόντων 1 και 2 αφενός και των Εναγομένων 1 και 2 αφετέρου είναι ζήτημα παρεμφερές στην Αίτηση. Ούτε και χρειάζεται στο στάδιο αυτό να απασχολήσει το γεγονός ότι η αγωγή προωθείται από τους Ενάγοντες 1 και 2 και για προσωπικά τους συμφέροντα. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι η αγωγή είναι και παράγωγη αγωγή, προωθείται δηλαδή για την προάσπιση των συμφερόντων της Εναγομένης 3 Εταιρείας, συμφέροντα που, κατ' ισχυρισμό, καταπατούνται από αυτούς που ελέγχουν το διοικητικό συμβούλιο και τις αποφάσεις της Εταιρείας. Η Αίτηση εδράζεται κατά κύριο λόγο στο άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων που παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 204, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρεται ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Σημειώνεται, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και σε σχέση με διατάγματα που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, 1316-1320 πως ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας. Μνημονεύεται απόσπασμα από την C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Οι Εναγόμενοι 1 - 5 καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 11 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 28.7.2017 του Marco Pasajilic, επικεφαλή του νομικού τμήματος των Εναγομένων 1 και 2. Ο Pasajilic παρουσιάζει μια διαφορετική εικόνα των περιστάσεων. Δεν εξυπηρετεί αναφορά στις λεπτομέρειες που παρατίθενται με πρόδηλο σκοπό να καταδειχθεί ότι η εκδοχή των Εναγομένων είναι η ορθή και τούτο αφού, όπως προειπώθηκε, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην κρίση της ουσίας της διαφοράς και δεν εκφράζει προτίμηση προς την μια ή την άλλη εκδοχή. Δεν είναι ορθή η προσέγγιση των δικηγόρων των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες θα έπρεπε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή αντεξέταση του ομνύοντα την Ένορκο Δήλωση προς υποστήριξη της Ένστασης να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους. Η βασική θέση των Εναγομένων είναι ότι αφότου οι Ενάγοντες 1 και 2 εισέπραξαν το ποσό των €4.500.000 έπαψαν κάθε συνεργασία με τους Εναγόμενους. Τους καταλογίζεται ότι δόλια και χωρίς τη γνώση των Εναγομένων 1 και 2 πρόσθεσαν την τελευταία στιγμή στη συμφωνία αγοράς των μετοχών όρο για υπογραφή συμφωνίας μετόχων και η συμφωνία μετόχων που στη συνέχεια παρουσίασαν στις Εναγόμενες 1 και 2 ήταν εντελώς απαράδεκτη. Μετά την αγορά των μετοχών οι Εναγόμενες 1 και 2 διαπίστωσαν ότι υπήρχαν πολλές καταγγελίες για παρανομίες και παρατυπίες εναντίον της Εταιρείας και των Εναγόντων 1 και 2, γεγονός που οι τελευταίοι τους είχαν αποκρύψει, όπως ότι η Εθνική Αρχή Στοιχημάτων είχε διαπιστώσει σοβαρές παραβιάσεις και αδικοπραξίες εκ μέρους τους. Απόκρυψαν ακόμη ότι υποστατικά της Εταιρείας λειτουργούσαν χωρίς άδεια και η ίδια η Εταιρεία κατά παράβαση των όρων της άδειας της. Περαιτέρω τους παρουσίασαν ψευδώς την οικονομική κατάσταση της Εταιρείας. Προκύπτει πως και οι Εναγόμενες 1 και 2 έχουν κινηθεί δικαστικά εναντίον των Εναγόντων. Με την 570/2016 Ε.Δ. Λεμεσού αξιώνουν αποζημιώσεις στη βάση παραβάσεων της συμφωνίας πώλησης των μετοχών, την οποία αξιώνουν να κηρυχθεί άκυρη ή ακυρώσιμη. Μεταγενέστερα καταχώρισαν και νέα αγωγή την 418/2017 Ε.Δ. Λεμεσού. Είναι θολό το σκηνικό κατά πόσο οι Εναγόμενες 1 και 2 εμμένουν στον τερματισμό της συμφωνίας ή περιορίζονται σε αποζημιώσεις για παράβαση της. Συνεχίζουν ωστόσο, όπως προειπώθηκε, να ενεργούν ως μέτοχοι της Εταιρείας. Σε σχέση με αντιπροσώπους που λειτουργούσαν κάτω από την άδεια της Εταιρείας και που σήμερα δεν συνεργάζονται με την Εταιρεία αναφέρεται ότι οι ίδιοι οι αντιπρόσωποι προέβησαν σε τερματισμό των συμφωνιών τους με την Εταιρεία θορυβούμενοι από το γεγονός της καταχώρισης της εταιρικής αίτησης εναντίον της Εταιρείας. Κάποιοι επέλεξαν να συνεργαστούν με την Εναγόμενη 6, ενώ άλλοι με άλλες εταιρείες. Οι Εναγόμενοι δεν τους εξώθησαν προς τούτο, αντίθετα, ειδικά ο Εναγόμενος 5 προσπάθησε να τους καθησυχάσει και να τους αποτρέψει. Φαίνεται να είναι αποδεκτό ότι κάποια υποστατικά που διαχειριζόταν η Εταιρεία σταμάτησαν να λειτουργούν, είναι όμως η θέση των Εναγομένων ότι μεταφέρθηκαν σε πιο δημοφιλείς και κεντρικές τοποθεσίες και σε κάθε περίπτωση αφότου οι ίδιοι ανέλαβαν τα καταστήματα αυτά από 31 ανήλθαν σε 50 και η κερδοφορία της Εταιρείας κατά 17%. Είναι η εν κατακλείδι θέση των Εναγομένων ότι η παρούσα αγωγή και υπό κρίση Αίτηση, όπως και η καταχωρηθείσα εταιρική αίτηση προωθούνται κακόπιστα ως μέσο άσκησης πίεσης από τους Ενάγοντες 1 και 2 για να εξαναγκάσουν τις Εναγόμενες 1 και 2 να εξαγοράσουν τις μετοχές τους σε ψηλή τιμή. Όπως εξηγούν οι δικηγόροι τους αυτή είναι πρακτική που στην Αγγλία είναι γνωστή ως «Green Mailing». Προβάλλουν οι Εναγόμενοι δύο επιχειρήματα που, κατά τη θέση τους, πρέπει να πείσουν το Δικαστήριο ότι δεν έχουν πρόθεση να προκαλέσουν ζημιά ή απώλειες στην Εταιρεία. Κατά πρώτο το γεγονός ότι έχουν ήδη επενδύσει €4.500.000 στην Εταιρεία και κατά δεύτερο το γεγονός ότι έχουν ενστεί στην αίτηση των Εναγόντων 1 και 2 για διάλυση της Εταιρείας. Η επιχειρηματολογία δεν ευσταθεί. Δεν είναι παράδοξο, ούτε καν ασύνηθες, πρόσωπο με συμφέρον σε μια εταιρεία να ενεργεί κατά τρόπο που να προκαλεί οικονομική βλάβη σε αυτή όταν το αποτέλεσμα είναι άλλη επιχείρηση ή άλλη εταιρεία στην οποία διατηρεί πιο σημαντικά συμφέροντα να επωφελείται. Εάν η Εναγόμενη 3 θα απολέσει εισόδημα €100 και το επωφεληθεί άλλη εταιρεία στην οποία οι Εναγόμενες 1 και 2 έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή, αυτές θα έχουν κερδίσει. Ούτε και η υποβολή ένστασης στην εταιρική αίτηση είναι σοβαρό επιχείρημα. Αυτό που καταλογίζεται στις Εναγόμενες 1 και 2 δεν είναι ότι επιδιώκουν τη διάλυση της Εταιρείας, αλλά την αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων προς όφελος της Εναγόμενης 6 στην οποία προφανώς έχουν μεγαλύτερα συμφέροντα. Επιχειρηματολογούν ακόμα οι δικηγόροι των Εναγομένων ότι τα εκδοθέντα διατάγματα και η παραμονή τους σε ισχύ παραβιάζουν τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των Εναγομένων και ιδιαίτερα το δικαίωμα του συμβάλλεσθε. Αναφέρονται, όπως γίνεται αντιληπτό στο συνταγματικό δικαίωμα του συμβάλλεσθε της Εναγόμενης 3 Εταιρείας γιατί είναι τις δικές της συμφωνίες που τα διατάγματα αφορούν. Διαλανθάνει της προσοχής ή και δεν έχει ορθά εκτιμηθεί η υπόσταση των διαδικασιών, ότι η αγωγή, η Αίτηση και τα εκδοθέντα διατάγματα αφορούν στην προάσπιση των συμφερόντων της Εναγόμενης 3 Εταιρείας. Σκοπός των διαταγμάτων είναι η προστασία και όχι η παραβίαση των συμβατικών δικαιωμάτων της Εναγόμενης 3 Εταιρείας από παρεμβάσεις που στοχεύουν στην απώλεια τους. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε και τα εκδοθέντα διατάγματα χορηγήθηκαν για να προστατευτούν τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας μέχρι να διεκπεραιωθεί η αγωγή. Προβάλλεται ακόμα το επιχείρημα πως με τη διατήρηση των εκδοθέντων διαταγμάτων η Εταιρεία δεν θα είναι ελεύθερη να διακόψει συμβάσεις με αντιπροσώπους που παρανομούν. Σημειώνεται πως σε τέτοια περίπτωση, και εφόσον οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν συγκατατίθενται προς τούτο, οι Εναγόμενοι θα μπορούν να αποταθούν στο Δικαστήριο για την τροποποίηση των διαταγμάτων, έτσι ώστε να δυνηθούν καλόπιστα και δικαιολογημένα να τερματίσουν συγκεκριμένη συμφωνία ή συμφωνίες με αντιπροσώπους. Είναι η περαιτέρω θέση των Εναγομένων ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική και ότι συνιστά διαδικασία παράλληλη με την εταιρική αίτηση που οι Ενάγοντες 1 και 2 έχουν καταχωρίσει. Η εταιρική αίτηση προωθείται από τους Ενάγοντες 1 και 2 ως μέτοχους της Εταιρείας και στοχεύει στην προάσπιση των προσωπικών τους συμφερόντων. Η παρούσα αγωγή στην έκταση που συνδέεται με το αντικείμενο της Αίτησης είναι παράγωγη αγωγή. Στοχεύει στην προάσπιση των συμφερόντων της Εταιρείας. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 ενάγουν και υπό την προσωπική τους ιδιότητα δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα και την ουσία της πτυχής της αγωγής που ενδιαφέρει. Στην Πιρίλλης κ.ά ν. Κουή
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 136, 144 επισημαίνεται η διάκριση της διαδικασίας που αφορά στην καταπίεση της μειοψηφίας από την Εταιρεία η οποία ενεργεί μέσω της πλειοψηφίας και της διαδικασίας όπου παραπονούμενη δεν είναι η μειοψηφία αλλά η ίδια η εταιρεία η οποία αποστερήθηκε παράνομα της περιουσίας της. Αναφέρεται ότι: «Το άρθρο 202 αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου υπάρχει καταπίεση της μειοψηφίας από την εταιρεία η οποία ενεργεί μέσω της πλειοψηφίας. Δεν αναφέρεται στις περιπτώσεις, όπως η επίδικη, όπου παραπονούμενη δεν είναι η μειοψηφία, τα δικαιώματα της οποίας κατ' ισχυρισμό καταπιέζονται από την εταιρεία, αλλά αυτή τούτη η εταιρεία η οποία, κατ' ισχυρισμό, αποστερήθηκε παράνομα της περιουσίας της. Είναι γι' αυτό, άλλωστε, το λόγο που η διαδικασία του άρθρου 202 στρέφεται εναντίον της εταιρείας, εφόσον είναι αυτή η οποία, μέσω της πλειοψηφίας, καταπιέζει τη μειοψηφία, και όχι υπέρ αυτής, με σκοπό να προστατευθεί από τις, κατ' ισχυρισμό, παράνομες σε βάρος της πράξεις εκείνων οι οποίοι ασκούν τον έλεγχό της. Εξάλλου, σε αίτηση βάσει του άρθρου 202, αλλά και του άρθρου 211, δεν θα μπορούσε να περιληφθεί, ως καθ' ου η αίτηση, τρίτο πρόσωπο, ήτοι η εφεσείουσα 2, ως όχημα απάτης (fraud vehicle).» Στην Re Pelmako Development Ltd
(1999)1(Β) A.A.Δ. 1369, 1373-4 αναφέρεται ότι: «Όταν η πλειοψηφία καταπιέζει τη μειοψηφία, η μειοψηφία έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τη διάλυση της εταιρείας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 211(στ) του νόμου. Επειδή η διάλυση της εταιρείας προκαλεί, στις πιο πολλές περιπτώσεις, τέτοιες επιζήμιες επιπτώσεις επί των συμφερόντων της μειοψηφίας που υφίσταται την καταπίεση, ο νόμος παρέχει στην καταπιεζόμενη μειοψηφία μια άλλη εναλλακτική θεραπεία, αυτή του άρθρου 202 του νόμου, ως διαζευκτική της αναγκαστικής διάλυσης.» Τα επίδικα ζητήματα στην εταιρική αίτηση αφορούν στις σχέσεις μεταξύ των μετόχων και τα παράπονα των Εναγομένων 1 και 2 ως τέτοιων. Η παρούσα αγωγή στην έκταση που ενδιαφέρει, ως παράγωγη, αφορά στην προάσπιση των συμφερόντων της Εταιρείας με ουσιαστική παράμετρο την εμπλοκή της Εναγόμενης
  1. Ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 προωθούν την εταιρική αίτηση, έστω με επιθυμητή θεραπεία την εξαγορά των μετοχών τους δεν ανατρέπει και δεν υποβαθμίζει το πραγματικό τους ενδιαφέρον για τη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας. Άλλωστε αν αυτά αποξενωθούν αυτό θα έχει αντανακλώμενες ζημιογόνες επιπτώσεις στα προσωπικά τους συμφέροντα ως μετόχων. (Βλ. Johnson v. Gore Wood & Co [2001] 1 All E.R. 481 (H.L.), 528-9). Το εκδοθέν διάταγμα Α αφορά στις συμφωνίες που έχει συνάψει η Εταιρεία με εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους που λειτουργούν υποστατικά υπό την άδεια της Εταιρείας. Οι συμφωνίες αυτές συνιστούν περιουσιακό στοιχείο της Εταιρείας. Οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι πληρώνουν καθορισμένο χρηματικό ποσό στην Εταιρεία. Κάθε συμφωνία που ακυρώνεται έχει συνέπεια την απώλεια εισοδήματος για την Εταιρεία. Εάν δεν εμποδιστεί το διοικητικό της συμβούλιο από του να ακυρώνει τέτοιες συμφωνίες και συνεχίζει να αποφασίζει την ακύρωση περαιτέρω τέτοιων συμφωνιών η Εταιρεία θα συνεχίζει την απώλεια εισοδημάτων. Το εκδοθέν διάταγμα Β αφορά στα υποστατικά που διαχειρίζεται η ίδια η Εταιρεία. Τα υποστατικά αυτά λειτουργεί η Εταιρεία και αποκομίζει εισοδήματα. Εάν η Εταιρεία αποξενωθεί τη διαχείριση κάποιου τέτοιου υποστατικού θα απολέσει τα εισοδήματα από αυτό. Τα εξαιτούμενα διατάγματα Γ και Δ δεν εκδόθηκαν μονομερώς. Γι' αυτά διατάχθηκε η επίδοση της Αίτησης. Το Δ αφορά την Εναγόμενη 6 εναντίον της οποίας η Αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε την 11.8.
  2. Το Γ αφορά στην απόδοση λογαριασμών ενόρκως που να αφορούν τις οικονομικές καταστάσεις και λογαριασμούς εισπράξεων και πληρωμών των υποστατικών που διαχειριζόταν η Εταιρεία την περίοδο από 7.11.2016 μέχρι σήμερα. Από το προτεινόμενο λεκτικό δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο οι λογαριασμοί αφορούν και τα υποστατικά που λειτουργούσαν από αντιπροσώπους. Σε κάθε περίπτωση δεν φαίνεται να εγείρεται ζήτημα λογαριασμών σε σχέση με αυτά, αφού όπως αναφέρεται στην παρ. 34 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση ο κάθε αντιπρόσωπος όφειλε να πληρώνει συγκεκριμένο ποσό που καθοριζόταν στη συμφωνία μεταξύ της Εταιρείας και του ιδίου. Σε σχέση με το διάταγμα αυτό προβάλλεται από τους Εναγόμενους η θέση ότι είναι αντικειμενικά αδύνατη η εφαρμογή του γιατί δεν έχουν ετοιμαστεί οικονομικές καταστάσεις λόγω μη διορισμού ελεγκτή. Προς τούτο καταλογίζεται υπαιτιότητα στους Ενάγοντες 1 και
  3. Περαιτέρω ότι το αίτημα συνιστά προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας. Οι Εναγόμενοι διαθέτουν την πλειοψηφία στις γενικές συνελεύσεις και ελέγχουν το διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας. Λογαριασμοί μπορούν να ετοιμαστούν μέσα σε χρόνο που μπορεί να παραχωρηθεί ώστε να αποκαλυφθούν ενόρκως στους Ενάγοντες. Χωρίς την απόδοση τέτοιων λογαριασμών θα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να καταδειχθούν τα εισοδήματα που η Εταιρεία απώλεσε από την παύση λειτουργίας υποστατικών που αυτή διαχειριζόταν, όπως οι Ενάγοντες καταλογίζουν στους Εναγόμενους. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στην πτυχή της αγωγής ως παράγωγη υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δηλαδή το ζήτημα της αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας προς βλάβη της. Έχει επίσης καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δηλαδή να δικαιούται η Εταιρεία σε θεραπείες σε σχέση με την αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων. Είναι επίσης η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αν τα εκδοθέντα διατάγματα δεν διατηρηθούν σε ισχύ και δεν εκδοθεί διάταγμα ως το αιτητικό Γ θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Η Εταιρεία θα απολέσει υποστατικά τα οποία διαχειρίζεται επιχειρηματικά και συνεργάτες αντιπροσώπους από τους οποίους αποκομίζει οικονομικό όφελος. Ακόμα εάν δεν παρασχεθούν λογαριασμοί αναφορικά με την λειτουργία των υποστατικών τα οποία διαχειριζόταν η Εταιρεία την περίοδο από 17.11.2016 θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να υπολογιστούν οι ζημιές που έχει υποστεί. Περαιτέρω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει κατά τρόπο εμφατικό υπέρ της έκδοσης των εξαιτουμένων διαταγμάτων. Άλλωστε η θέση των Εναγομένων είναι ότι δεν προβαίνουν στις ενέργειες που τους καταλογίζονται και πως δεν πρόκειται για ενέργειες στις οποίες θα επιθυμούσαν να προβούν. Όσον δε αφορά τους λογαριασμούς καμιά βλάβη δεν έχει υποδειχθεί ότι θα προκληθεί από την απόδοση τους στους συμμέτοχους στην ίδια την Εταιρεία. Ως εκ των ανωτέρω τα εκδοθέντα διατάγματα ημερ. 28.6.2017 καθίστανται απόλυτα και περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η παρ. Γ της Αίτησης με τη διαγραφή στη δεύτερη γραμμή του προτεινόμενου κειμένου της φράσης «εντός 4 ημερών» και αντικατάσταση της με τη φράση «εντός τριών μηνών» και τη διαγραφή στο τέλος της φράσης «ή μέχρι τελικής εκδίκασης και ολοκλήρωσης της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου». Σε σχέση με το νεοεκδοθέν διάταγμα Γ οι Ενάγοντες 1 και 2 να υπογράψουν εγγύηση ύψους €50.000 για τυχόν ζημιές που θα ήθελαν προκληθεί από την έκδοση του διατάγματος αυτού άνευ ευλόγου αιτίας. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (( (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικά Διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.