← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. D. Zavos Group (Larnaka) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4120/14, 25/9/2017

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. D. Zavos Group (Larnaka) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4120/14, 25/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A315 Αρ. Αγωγής: 4120/14 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, από την Λευκωσία Ενάγουσας και

  1. D. Zavos Group (Larnaka) Ltd, από την Λεμεσό
  2. Μιχάλης Ζαβός του Δημητρίου από την Λεμεσό
  3. Nicolaou & Zavos Properties Ltd από την Λεμεσό
  4. Michalis D. Zavos Investments Ltd από από Λεμεσό Εναγομένων Αίτηση ημερ. 7.7.17 υπό ενάγουσας - αιτήτριας εναντίον εναγομένου 2 - καθ' ου η αίτηση για τροποποίηση συντηρητικού διατάγματος Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2017 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Μόνικα Σοφοκλέους Για εναγόμενο 2 - καθ' ου η αίτηση: κα Έλλη Μιχαηλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα κατά του εναγομένου 2 με το οποίο εμποδίζεται να αποξενώσει και επιβαρύνει δυο ακίνητα ιδιοκτησίας του, ήτοι ισόγειο κατοικία στον Άγιο Νικόλαο Λεμεσού και οικόπεδο στις Πάνω Πλάτρες, της Επαρχίας Λεμεσού. Ο εναγόμενος 2 καταχώρησε ένσταση στην οριστικοποίηση του διατάγματος. Ακολούθησε ακροαματική διαδικασία, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/09/
  5. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας μονομερούς αίτησης στις 07/07/2017 με την οποία η ενάγουσα - αιτήτρια, ζητά την τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος, αναφορικά με την ισόγεια κατοικία στον Άγιο Νικόλαο Λεμεσού. Η τροποποίηση επιδιώκεται ούτως ώστε το διάταγμα να απευθύνεται πλην του εναγομένου 2 και στην θυγατέρα του Κρίστη Ζαβού και/ή να καταστεί in rem «σε οποιοδήποτε πρόσωπο» καθότι το εν λόγω ακίνητο όπως και άλλα επ' ονόματι του εναγομένου 2, έχουν μεταβιβαστεί δια δωρεάς, στο στενό οικογενειακό του περιβάλλον. Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 5,6 και 9 στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32 και στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.5, Δ.48 και Δ.
  6. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι ζητήθηκε η δέσμευση των δύο επίδικων ακινήτων, επειδή σύμφωνα με πληροφορίες της ενάγουσας, ήταν η μόνη μέχρι τότε περιουσία ελεύθερη από επιβαρύνσεις, στην κυριότητα του εναγομένου
  7. Στις 27/9/16 εκδόθηκε κατόπιν ακρόασης, η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απαγόρευση αποξένωσης των ακινήτων. Η εν λόγω απόφαση, επιδόθηκε στον εναγόμενο 2 στις 18/11/
  8. Όμως ο εναγόμενος 2, παρέλειψε να αναφέρει στην ένστασή του κατά του προσωρινού διατάγματος ότι η ισόγειος κατοικία είχε ήδη μεταβιβαστεί στην θυγατέρα του Κρίστη Ζαβού από τον Μάρτιο του
  9. Πουθενά και σε κανένα σημείο διαρκούσης της διαδικασίας για προσωρινό διάταγμα, ο εναγόμενος 2 δεν ανέφερε ότι το επίδικο ακίνητο που ήταν ένα εκ των αντικειμένων της αίτησης, είχε αποξενωθεί από τον ίδιο και μάλιστα δια δωρεάς στη θυγατέρα του. Προέβαινε μάλιστα σε αναφορές για διατάραξη της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων, που του στερούσε το δικαίωμα επί της προσωπικής του κατοικίας ενώ στην πραγματικότητα, γνώριζε ότι την είχε αποξενώσει. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 παραπλάνησε το Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας του προσωρινού διατάγματος, επιβάλει την προστασία της ενάγουσας με την αιτούμενη τροποποίηση του συντηρητικού διατάγματος. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η Κρίστη Ζαβού, παρουσιάζεται ως πρόσωπο που αποδέχεται τις δωρεές του εναγομένου 2 γεγονός ο οποίο την καθιστά άτομο alter ego, του εναγομένου
  10. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, επιδιώκεται για υποβοήθηση του κυρίως προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου
  11. Σε αντίθετη περίπτωση, το κύριο διάταγμα καθίσταται άνευ αντικειμένου εξ υπαιτιότητας του εναγομένου 2, υπονομεύοντας αυτό που επιδιώχθηκε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Αναφέρεται τέλος στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι αυτή δεν αποτελεί επιπρόσθετη εξασφάλιση αλλά επίκληση προς διατήρηση και υπακοή στο ήδη εκδοθέν προσωρινό διάταγμα. Η εναγομένη 2 δεν θα υποστεί καμία ζημιά. Σε περίπτωση που επιτύχει η παρούσα αίτηση, το τροποποιημένο διάταγμα θα δύναται να επιδοθεί και στη θυγατέρα του εναγομένου 2, η οποία θα μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για ακύρωσή του. Με την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα μονομερή αίτηση, αδελφή δικαστής που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης, διέταξε την επίδοση της αίτησης ούτως ώστε να ακουστούν και οι απόψεις της άλλης πλευράς. Μετά την επίδοση, ο εναγόμενος 2 καταχώρησε ένσταση. Στους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι δεν υπάρχει καμία νομική βάση που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, το δε Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να τροποποιήσει διατάγματα που έχουν ήδη οριστικοποιηθεί ώστε αυτά να δεσμεύουν τρίτα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι. Επιπλέον, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα τρίτων που δεν είναι διάδικοι στην αγωγή και επίσης αντίκειται στο άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αυτό, γιατί η Κρίστη Ζαβού θα καλείται να συμμορφωθεί με το ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 27/09/2016 χωρίς να έχει λάβει μέρος στη δικαστική διαδικασία οριστικοποίησης του και χωρίς να έχει δικαίωμα να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρεται ότι δεν υπήρχε καμία απολύτως πρόθεση εκ μέρους των εναγομένων να αποκρύψουν το γεγονός ότι επίδικη κατοικία κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είχε ήδη μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο από τις 24/11/
  12. Η παράλειψη αναφοράς σ' αυτό το γεγονός, αποτελούσε ένα καλόπιστο λάθος που προέκυψε κυρίως λόγω του ότι η ενάγουσα αντί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ενημερωμένη έρευνα από το Κτηματολόγιο, κατέθεσε μια παλαιότερη (τεκμ.18) με αποτέλεσμα να παραπλανήσει και να συγχίσει τόσον το Δικαστήριο όσον και τους εναγομένους. Αγορεύσεις Η συνήγορος της ενάγουσας - αιτήτριας στην αγόρευσή της, αναφέρθηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/09/2016 με την οποία εκδόθηκαν απαγορευτικά διατάγματα και για τα δυο ακίνητα. Εντούτοις, καθ' όλη την διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, το ένα εκ των δυο ακινήτων και το πιο μεγάλο σε αξία, ήταν ήδη αποξενωμένο από τον εναγόμενο 2 χωρίς αυτός να πληροφορήσει σχετικά το Δικαστήριο. Το γεγονός της αποξένωσης της κατοικίας του εναγομένου 2, διαπιστώθηκε μόνο κατά το στάδιο όπου η ενάγουσα επιχείρησε την εγγραφή του διατάγματος στο κτηματολόγιο κατά τον Νοέμβριο του
  13. Η συνήγορος αναφέρθηκε στην ευχέρεια του Δικαστηρίου σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία. Η παρούσα διαδικασία δεν προϋποθέτει την επαναξιολόγηση των κριτηρίων της αρχικής αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Οι προϋποθέσεις που συνέτρεχαν για τη δέσμευση περιουσίας, έχουν ικανοποιηθεί και κρίθηκε δίκαιο και πρόσφορο όπως εκδοθεί το διάταγμα εναντίον του εναγομένου 2, απαγορεύοντας του να αποξενώσει τα δυο ακίνητα ιδιοκτησίας του. Η αιτούμενη μερική τροποποίηση του αρχικού διατάγματος, στηρίζεται στην ουσία στις αρχές της επιείκειας και στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Μέρος της εξελικτικής πορείας της νομολογίας των προσωρινών διαταγμάτων, είναι κατά την συνήγορο και η εξουσία διαφοροποίησής τους με βάση τις αρχές της επιείκειας. Ήταν η θέση της ότι στις περιπτώσεις που προκύπτουν νέα γεγονότα που δεν είναι σε γνώση του ενάγοντα και που επηρεάζουν ουσιωδώς την διατήρηση της ισχύος του κυρίως διατάγματος, είναι εφικτή η τροποποίηση του αρχικού διατάγματος. Είναι δυνατή μάλιστα η μετατροπή διατάγματος εναντίον προσώπου που δεν είναι διάδικος αν κριθεί ότι αυτό θα υποβοηθήσει το κυρίως διάταγμα. Η συνήγορος δέχθηκε ότι δεν έχουν ακόμα καταγραφεί στην νομολογία, περιπτώσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος εναντίον μη διαδίκου. Εντούτοις, παρέπεμψε σε αποφάσεις όπου έχουν εκδοθεί διατάγματα που επηρεάζουν άμεσα μη διαδίκους π.χ. τραπεζικούς οργανισμούς. Αναφέρθηκε επίσης σε διατάγματα όπου κατονομάζεται τρίτο πρόσωπο να κατέχει στοιχεία και περιουσία που ανήκουν στον εναγόμενο. Το τρίτο πρόσωπο υποχρεούται στις περιπτώσεις αυτές αφού του επιδοθεί το διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου να μην συμβάλει στην παρακοή του. Στη συνέχεια, η συνήγορος έκαμε αναφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δέχθηκε ότι δεν καταγράφεται στην κυπριακή νομολογία παρόμοιο περιστατικό απόκρυψης γεγονότων από τον καθ' ου η αίτηση κατά την ακρόαση ενδιάμεσου διατάγματος. Κάλεσε όμως το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη συμπεριφορά του εναγομένου 2, η οποία δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για αποκατάσταση του διατάγματος που εκδόθηκε μετά από ακρόαση. Η συνήγορος εισηγήθηκε ότι έχοντας υπόψη την σκόπιμη απόκρυψη της αλήθειας από τον εναγόμενο 2, αλλά και την απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής επίπτωσης στα δικαιώματα της θυγατέρας του, η οποία θα μπορεί να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος τροποποίησης, είναι λογικό και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης. Από την άλλη πλευρά, η συνήγορος του εναγομένου 2 - καθ' ου η αίτηση στην αγόρευσή της αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης, επανέλαβε και υιοθέτησε πλήρως όλους τους λόγους ένστασης όπως αναφέρονται στο δικόγραφο της ειδοποίησης ένστασης. Ιδιαίτερη έμφαση, δόθηκε στο γεγονός ότι η νομική βάση που συνοδεύει την αίτηση δεν υποστηρίζει την έγκριση του αιτήματος. Ούτε στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας που επικαλείται η αιτήτρια ούτε στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6), δίδεται εξουσία για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η τροποποίηση του διατάγματος με την προσθήκη σ' αυτό προσώπου που δεν είναι διάδικος δεν μπορεί να επιτευχθεί κατά το συνήγορο όχι μόνο γιατί δεν παρέχεται καμία νομική βάση γι' αυτό αλλά και γιατί παραβιάζονται άμεσα τα δικαιώματα του τρίτου προσώπου, το οποίο θα υποχρεούται σε συμμόρφωση διατάγματος στη διαδικασία έκδοσης του οποίου δεν συμμετείχε. Στη συνέχεια, η συνήγορος επανέλαβε ότι δεν έγινε καμία εξαπάτηση του Δικαστηρίου αφού οι ίδιοι οι εναγόμενοι παραπλανήθηκαν από τις λανθασμένες πληροφορίες που η ενάγουσα παρουσίασε σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα. Η συνήγορος ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι δεν ισχύει επί του προκειμένου η αρχή του alter ego. Η εν λόγω αρχή, εφαρμόζεται σε εταιρικές ή ποινικές υποθέσεις αναφορικά με την εκπροσώπηση εταιρειών. Η θυγατέρα του εναγομένου 2, αποτελεί ξεχωριστή φυσική οντότητα και δεν έχει αποδειχθεί ότι λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος του εναγομένου
  14. Συμπεράσματα. Όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση στηρίζεται στις Δ.25 Θ.5, Δ.48 και Δ.64 καθώς και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας και Περί Δικαστηρίων Νόμους. Καμία όμως από τις κανονιστικές και νομοθετικές διατάξεις που η αιτήτρια επικαλείται δεν παρέχουν δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έγκριση του αιτήματος. Η Δ.25 Θ.5 αναφέρεται σε διόρθωση λαθών σε δικαστική διαδικασία, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Πέραν τούτου, η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο για τροποποίηση παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει της Δ.25 Θ.5, αφορά το ίδιο το σώμα του διατάγματος και όχι τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται. Ούτε οι Νόμοι Περί Δικαστηρίων και Πολιτικής Δικονομίας επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, προσδίδουν τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο. Δεν παρέχεται ως εκ τούτου ευχέρεια στην νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση για τροποποίηση του παρεμπίπτοντος διατάγματος με τον τρόπο που αιτείται η ενάγουσα. Η συνήγορος της ενάγουσας αντιλαμβανόμενη προφανώς τα πιο πάνω, ισχυρίστηκε στην αγόρευση της ότι η τροποποίηση θα μπορούσε να διαταχθεί στα πλαίσια του δικαίου της επιείκειας. Όμως ούτε το δίκαιο της επιείκειας ούτε οι ισχυρισμοί για εφαρμογή των αρχών του alter ego δικαιολογούν την τροποποίηση του διατάγματος με τον τρόπο που ζητά η αιτήτρια. Σημειώνω εδώ ότι όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε και από την συνήγορο του εναγομένου 2, αυτό που στην ουσία ζητά η αιτήτρια είναι την έκδοση διατάγματος εναντίον ενός τρίτου προσώπου που δεν είναι διάδικος στην αγωγή και που ουδέποτε είχε την ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις του κατά την διαδικασία οριστικοποίησης του διατάγματος. Δεν διαφεύγει της προσοχής, η θέση της αιτήτριας για παραπλάνηση από τον εναγόμενο 2, αναφορικά με την πραγματική εικόνα της περιουσίας του. Όμως αυτό που διαφεύγει από την αιτήτρια, είναι ότι η όλη σύγχυση προήλθε από δικές της ενέργειες αφού πριν την καταχώρηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, παρέλειψε να προβεί σε επικαιροποιημένη έρευνα στο κτηματολόγιο ούτως ώστε να έχει την πραγματική εικόνα της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου 2, προτού καταχωρήσει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Η αποσιώπηση από τον ενάγοντα του γεγονότος αυτού μπορεί να δικαιολογεί την καταχώρηση αίτησης για κατ' ισχυρισμό δόλια μεταβίβαση. Σε καμία όμως περίπτωση δεν δικαιολογεί την τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος ώστε να απευθύνεται σε πρόσωπο που δεν είναι διάδικος και δεν συμμετείχε στην διαδικασία οριστικοποίησης του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας - ενάγουσας και υπέρ του καθ' ου η αίτηση εναγομένου 2 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.