← Κύπρος

Πανίκου Γεωργίου Αθανασίου ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 119/17, 30/10/2017

Πανίκου Γεωργίου Αθανασίου ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 119/17, 30/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A360 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 119/17 Αναφορικά με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, άρθρα 52, 53 και τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 άρθρο 20 Μεταξύ: Πανίκου Γεωργίου Αθανασίου, από τη Λεμεσό Εφεσείοντα-Αιτητή -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Εφεσίβλητων-Καθ' ων η αίτηση 30.10.2017 Για τον Αιτητή: κα Αγγέλα Τιμοθέου Για Καθ' ων η αίτηση: κα Γ. Πετρίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση-Έφεση, ο Αιτητής-Εφεσείων ζητά Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η απόφαση του Διαιτητού Δημόκριτου Αριστείδου ημερομηνίας 15/11/2016 για τους ακόλουθους λόγους έφεσης:

  1. Η απόφαση του Διαιτητού εξεδόθη κάτω από πλάνη περί τον νόμο και τα πραγματικά γεγονότα.
  2. Η διαδικασία της Διαιτησίας που ακολουθήθηκε ήταν παράνομη και αντίθετη με τον περί διαιτησίας Νόμο και/ή αντίθετη με το Σύνταγμα και/ή τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
  3. Η απόφαση του Διαιτητή εκδόθηκε κατά παράβαση των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και Θεσμών και κατά παράβαση των προνοιών των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.
  4. Η απόφαση του Διαιτητού είναι παράτυπη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία.
  5. Τα ποσά που απαιτούν οι Εφεσίβλητοι/Καθ' ων η αίτηση περιλαμβάνουν παράνομο τοκισμό και/ή ανατοκισμό και/ή παράνομες χρεώσεις.
  6. Η απόφαση του Διαιτητού δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή ουδέν αναφέρει για τους παράγοντες που έλαβε υπόψη.
  7. Ο εν λόγω Διαιτητής άσκησε τα καθήκοντα του κατά τρόπο πλημμελή και μη αρμόζων σε πρόσωπο το οποίο ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία.
  8. Το οφειλόμενο ποσό δεν ανήρχετο σε €184.953,02 κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της 15/11/
  9. Η επιβολή επιτοκίου 8% επί όλου του οφειλόμενου υπόλοιπου είναι αυθαίρετη, παράνομη και αντισυμβατική.
  10. Η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα κατά παράβαση του άρθρου 4 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.
  11. Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985, άρθρα 1, 2, 52, στο Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, άρθρα 2 και 20 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.40, Δ.48 και Δ.49 στο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και συναφών θεμάτων Νόμο του 1999, άρθρο 3 και στις συμφυείς εξουσίες και εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Πανίκου Γεωργίου Αθανασίου, ημερομηνίας 11.4.2017, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα (παρατίθεται αυτολεξεί):
  12. Είμαι ο Εφεσείων/Αιτητής στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση/έφεση, γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα που την αφορούν και προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση σύμφωνα με τα όσα γνωρίζω και πιστεύω και οι δικηγόροι μου με πληροφορούν και με συμβουλεύουν.
  13. Διάβασα το περιεχόμενο της Αίτησης/έφεσης, συμφωνώ πλήρως με το περιεχόμενο της το οποίο και υιοθετώ.
  14. Όπως καταγράφεται στο αιτητικό της αίτησης, αιτούμαι την ακύρωση και τον παραμερισμό της απόφασης του Διαιτητού που λήφθηκε στις 15/11/
  15. Η εν λόγω απόφαση μου επιδόθηκε στις 23/01/
  16. Αντίγραφο της απόφασης με αναγραφόμενη την ημερομηνία επίδοσης σε μένα, επισυνάπτεται ως «ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α'».
  17. Περαιτέρω κατά την 22/03/2017 μου γνωστοποιήθηκε από τον Διαιτητή το δικαίωμα μου προς έγερση έφεσης εντός 21 ημερών εναντίον της απόφασης του. Αντίγραφο της γνωστοποίησης που μου επιδόθηκε στις 22/03/2017 επισυνάπτεται στην παρούσα ως «ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β'».
  18. Η πιο πάνω αναφερόμενη διαιτητική απόφαση αφορά τον λογαριασμό στεγαστικού δανείου υπ' αρ. 7325650/8 το οποίο αφορά εξασφάλιση επαγγελματικής στέγης για τις ανάγκες της επιχείρησης που διατηρούσα τότε.
  19. Κατά την 30/10/2016 διόρισα ως δικηγόρο μου τον κ. Μάριο Γαβριηλίδη όπως με εκπροσωπήσει στη διαδικασία της διαιτησίας που κλήθηκα αρχικά στις - 13/10/2016 και έπειτα στις 02/11/
  20. Λόγω κωλύματος του δικηγόρου μου να παραστεί, ο κος Γαβριηλίδης όπως με ενημέρωσε, ζήτησε από τον Διαιτητή αναβολή της ορισθείσας ημερομηνίας και επαναορισμό της υπόθεσης της στις 07/11/
  21. Έπειτα στις 07/11/2016 ο δικηγόρος μου ζήτησε αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης τν δανειστών καθώς και όλα τα σχετικά έγγραφα με την αξίωση των εφεσίβλητων/καθ' ων η αίτηση. Επιπλέον ο δικηγόρος μου ανέφερε στο Διαιτητή ότι το αιτούμενο ποσό περιλαμβάνει υπερχρεώσεις και/ή παράνομες χρεώσεις και/ή παράνομους τόκους υπερημερίας, θέματα που χρήζουν περαιτέρω μελέτης και έρευνας και ως εκ τούτου είναι επιβεβλημένη η διευθέτηση προσωπικού ραντεβού με τους λειτουργούς των δανειστών μου που χειρίζονταν το λογαριασμό μου. Δυστυχώς ο Διαιτητής ανέφερε ότι μια τέτοια διαδικασία είναι χρονοβόρα και δεν μπορούσε να δώσει περισσότερο χρόνο από 1 εβδομάδα και όρισε την υπόθεση εκ νέου για ακρόαση στις 15/11/
  22. Λόγω προσωπικού μου προβλήματος να παραστώ στις 15/11/2016 αλλά και απουσίας του δικηγόρου μου εκτάκτως στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου ενημέρωσα τηλεφωνικά το δικηγορικό γραφείο του Διαιτητή για την σχετική αδυναμία μου και ζήτησα όπως με ενημερώσουν για την ημερομηνία που θα οριζόταν η υπόθεση.
  23. Αντ' αυτού ουδεμία ενημέρωση είχα και όπως φαίνεται και από την απόφαση του διαιτητή, αυτό προχώρησε στη συνέχιση της διαδικασίας και στην απόδειξη της υπόθεσης των δανειστών μου, η οποία όπως ήταν αναμενόμενο εκδόθηκε εις βάρος μου αφού ούτε καν απασχόλησαν το διαιτητή οι ισχυρισμοί που ανέφερα για τις υπερχρεώσεις και τους παράνομου τόκους στη σύμβαση δανείου.
  24. Δυστυχώς έχασα το δικαίωμα μου αν υπερασπιστώ τον εαυτό μου στη διαδικασία και στερήθηκα του δικαιώματος της ακρόασης.
  25. Από τα πιο πάνω είναι εμφανές ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε εναντίον μου λόγω της παραπλανητικής συμπεριφοράς εκ μέρους των λειτουργών των εφεσιβλήτων/καθ' ων η αίτηση, ενώ είναι ξεκάθαρο ότι ο διαιτητής παρέκκλινε προφανώς από τους όρους εντολής του αφού είχε υποχρέωση λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα, τουλάχιστο να εξετάσει το κατά πόσο οι τόκοι που επιβάλλονταν ήταν αυτοί που συμφωνήθηκαν ή όχι.
  26. Ευσεβάστως εισηγούμαι ότι υπό το φως των πιο πάνω η απόφαση του διαιτητή είναι παράνομη και αντίθετη με τον περί Διαιτησίας Νόμο, το Σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
  27. Περαιτέρω ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, η διαιτητική απόφαση είναι παράτυπη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος και η νομολογία.
  28. Τα ποσά που απαιτούν οι Εφεσίβλητοι/Καθ' ων η αίτηση περιλαμβάνουν παράνομο τοκισμό και/ή ανατοκισμό και/ή παράνομες χρεώσεις.
  29. Επιφυλάσσω δε το δικαίωμα μου αν παρουσιάσω περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικές με την υπόθεση αφού μελετήσω τα πρακτικά της διαιτητικής διαδικασίας τα οποία δεν έχω στην κατοχή μου.
  30. Ειλικρινά και έντιμα πιστεύω ότι είναι ορθό να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα». Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση, όπου αναφέρονται οι ακόλουθοι λόγοι:
  31. Η παρούσα Αίτηση/Έφεση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου δεν δύναται να προχωρήσει και/ή θα πρέπει να απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  32. Η καταχωρηθείσα αίτηση/έφεση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή φέρει και/ή στηρίζεται πάνω σε ελλιπή νομική βάση καθ΄ όλα σχετική και αναγκαία υπό τις περιστάσεις ως εκ τούτου είναι καθ΄ όλα εξ΄ υπαρχής άκυρη και δεν δύναται να εκδικαστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  33. Ο Εφεσείοντας/Αιτητής, παρόλο που κλητεύθηκε και/ή ειδοποίηθηκε δεόντως και/ή νομότυπα και/ή έγκυρα να παρουσιάστεί στη διαιτησία, στα πλαίσια της οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την παρούσα Έφεση διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 15.11.2016 ( εν τοις εφεξής καλούμενης ως η «Διαιτητική Απόφαση» ) δεν παρευρέθηκε σε όλες τις εμφανίσεις όπως αυτές ορίζονταν από τον Διαιτητή και η δε δικαιολογία και/ή προβαλλόμενη ως αιτιολογία για την μη παρουσία του στη διαιτησία είναι παράλογη και/ή δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου εμποδίζεται και/ή κωλύεται ως εκ της συμπεριφοράς και/ή λόγω εγγράφων και/ή των εν λόγω πράξεων του να προβάλλει και/ή εγείρει εκ των υστέρων οποιουσδήποτε λόγους για την ακύρωση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης. Τους λόγους αυτούς που επικαλείται με την αίτηση/έφεση του, θα έπρεπε να τους προβάλει και/ή δικογραφήσει κατά τον χρόνο και/ή κατά την διάρκεια διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας.
  34. Ο Εφεσείοντας δεν νομιμοποιείται στη αιτούμενη θεραπεία και/ή η έφεση του είναι αβάσιμη και ανυπόστατη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό έρεισμα.
  35. Η διαδικασία της διαιτησίας και η έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης ήταν καθόλα νόμιμη και/ή έγκυρη και κατά την διεξαγωγή της τηρήθηκαν και/ή ακολουθήθηκαν όλες οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης, του Περί Διαιτησίας Νόμου και/ή του Συντάγματος και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα είναι ανυπόστατοι και δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα.
  36. Η απόφαση του Διαιτητή είναι από όλες τις απόψεις νόμιμη και έγκυρη και είναι σε πλήρη συνάρτηση και συμφωνία με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και Θεσμούς ως και τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας.
  37. Η Διαιτητική Απόφαση πληροί όλες τις προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία.
  38. Ο Διαιτητής έλαβε υπόψη του όλη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, γραπτή και/ή προφορική και αφού ικανοποιήθηκε η απαίτηση των Εφεσιβλήτων προχώρησε επί τη βάση αυτής στην εξαγωγή ευρημάτων που ήταν ορθά. Καμία πλάνη ως εκ τούτου, περί το Νόμο και/ή τα πραγματικά γεγονότα υπήρξε κατά την διεξαγωγή της διαδικασίας σε βάρος του Εφεσείοντος /Αιτητή. Η Διαιτητική Απόφαση είναι ορθή και βασισμένη σε αληθή και πραγματικά γεγονότα τα οποία παρέμειναν αναντείλεκτα και στη βάση αυτών στηρίχθηκε ο Διαιτητής για να την εκδώσει.
  39. Η Διαιτητική Απόφαση, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και δεν απαιτείτο περαιτέρω αιτιολόγηση από τον Διαιτητή και η απόφαση αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα ακροαματικής διαδικασίας αφού εκδικάστηκε στην απουσία του Εφεσείοντα χωρίς καμία μαρτυρία εκ μέρους του και/ή χωρίς να καταχωρήσει Υπεράσπιση στην καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης των Εφεσιβλήτων παρά τον χρόνο που του δόθηκε από τον Διαιτητή.
  40. Ο Διαιτητής αξιολόγησε ορθά την ενώπιον του τεθείσα και/ή καταχωρηθείσα μαρτυρία η οποία ουδέποτε αντικρούστηκε παρόλο που του δόθηκε χρόνος για να το πράξει και παρόλο που κλητεύθηκε έγκυρα και/ή παρόλο μου εμφανίσθηκε με δικηγόρο. Περαιτέρω ο Διαιτητής ενήργησε στα πλαίσια των εξουσιών του και των αρχών της δικαιοσύνης και προχώρησε στην έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης.
  41. Επίσης στη Διαιτητική Απόφαση δεν υπήρξε προϊον παράνομου τοκισμού και/ή ανατοκισμού και/ή παράνομων χρεώσεων και εν πάσει περιπτώσει σε αυτό το στάδιο το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει τέτοιο θέμα το οποίο εν πάσει περιπτώσει εγέρθηκε από τον Διαιτητή στο στάδιο της διεξαγωγής της διαδικασίας διαιτησίας και εξετάστηκε από αυτόν αυτεπάγγελτα.
  42. Η επιβολή επιτοκίου 8% ήταν συμβατική υποχρέωση δυνάμει της σχετικής σύμβασης δανείου την οποία και υπέγραψε ο Εφεσείοντας και δεν το αμφισβητεί και ως εκ τούτου ο Εφεσείοντας κωλύεται εκ της συμπεριφοράς του και/ή άλλως πως σε αυτό το στάδιο να εγείρει αυτό το θέμα και/ή το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει το θέμα αυτό.
  43. Το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 15.11.2016 ήταν ορθό, κατά την ερήμην του Εφεσείοντα έκδοση της πιο πάνω απόφασης κατατέθηκε ένορκη δήλωση απόδειξης όλων των ισχυρισμών των Εφεσιβλήτων με επισυνημμένα όλα τα σχετικά τεκμήρια περιλαμβανομένης και της κατάστασης λογαριασμού με την οποία αποδεικνυόταν πλήρως το οφειλόμενο ποσό. Ο Εφεσίβλητος είχε την ευκαιρία, να καταχωρήσει Υπεράσπιση κατά την διαιτησία και αντί αυτού επί δύο συνεχόμενες εμφανίσεις στις ημερομηνίες ορισμού της υπόθεσης από τον Διαιτητή δεν το έπραξε και/ή δεν εμφανίστηκε καθόλου. Η παράλειξη αυτή του Εφεσίβλητου είναι αδικαιολόγητη το ίδιο και η παράλειψη επαναλαμβανόμενης μη εμφάνισης του και ως εκ τουτου σε αυτό το στάδιο κωλύεται να εγείρει αυτά τα θέματα καθότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να τα επιληφθεί.
  44. Δεν υπάρχουν νομικοί και/ή πραγματικοί λόγοι σύμφωνα με τον Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 για την έγκριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης/έφεσης και/ή στην έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την Διαιτητική Απόφαση και περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι πληρούται οιαδήποτε προϋπόθεση του άρθρου 22

(2)του Κεφ.4 για παραμερισμό της Διαιτητικής Απόφασης.
  1. O Eφεσείοντας προσπαθεί να θέσει στο Δικαστήριο θέματα ουσίας και/ή υπεράσπιση που θα έπρεπε να είχαν τεθεί στον Διαιτητή, κατά την διάρκεια της διαιτησίας κάτι που δεν έπραξε.
  2. Η Έφεση δεν επιδόθηκε στον Διαιτητή όπως θα έπρεπε αφού με αυτή αποδίδονται στον Διαιτητή μεταξύ άλλων άσκηση πλημμελώς των καθηκόντων του, και συνεπώς θα έπρεπε να κλητευθεί και ο Διαιτητής στην παρούσα Έφεση.
  3. Ο Εφεσίβλητος δεν αποκάλυψε την αλήθεια στο Δικαστήριο απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση του και δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ενώ βασίζεται και στην επιείκεια για να παραμερίσει την Διαιτητική Απόφαση και/ή για να καθυστερήσει την εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης εναντίον του.
  4. Ο Εφεσίβλητος με την παρούσα αίτηση/έφεση αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο την αποφυγή πληρωμής των οφειλομένων ποσών του και στην εν γένει παρεμπόδιση απονομής της ορθής δικαιοσύνης». Η ένσταση βασίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 1985 (22/85) άρθρα 52 και 53, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 1978 μέχρι 2012 άρθρο 79, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμού Δ.48 Θ.1-4 και 8-13, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 καθώς και στην ισχύουσα Νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και επί της Πρακτικής των Δικαστηρίων. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Φίλιππου Βακανά, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα (παρατίθεται αυτούσια):
  5. Είμαι υπάλληλος της Μονάδας ανάκτησης χρεών της Επαρχίας Λεμεσού της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ και είμαι ένας από τους συναδέλφους που γνωρίζουμε προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Είμαι επίσης εξουσιοδοτημένος τόσο από την Μονάδα στην οποία ανήκω, όσο και από τους Εφεσίβλητους/Καθ΄ ων η Αίητηση, όπως προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  6. Έχω διαβάσει την Έφεση του Εφεσείοντα καθώς και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει.
  7. Κατά τη διαδικασία της διαιτησίας κλήθηκα ως μάρτυρας. Επίσης η δικηγόρος των δανειστών στη διαιτησία κατέθεσε μετά από οδηγίες του Διαιτητή Έκθεση Απαιτήσεως και στη συνέχεια ένορκη δήλωση της συναδέλφου κας Σόφης Παντελίδου με επισυνημμένα όλα τα σχετικά έγγραφα με σκοπό την έκδοση απόφασης. Αντίγραφο εκθέσεως απαιτήσεως επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο
  8. Συγκεκριμένα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: Σύμβαση Δανείου ημερ. 4.5.2010, Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου με αρ. Υ4523/10, Επιστολή ημερ. 21.02.12, Επιστολή Τερματισμού ημερ.21.03.12 καθώς και σχετική κατάσταση λογαριασμού στην οποία εμφαίνετο το υπόλοιπο του λογαριασμού μέχρι και την 30.12.
  9. Δέσμη όλων των πιο πάνω εγγράφων επισυνάπτεται και σημειώνεται, ως Τεκμήριο
  10. Ο Διαιτητής από όσο καλύτερα γνωρίζω και από όσο με συμβουλεύει η δικηγόρος μας, διορίσθηκε στις 25.08.2016 από τον Αναπληρωτή Έφορο της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών δυνάμει των προνοιών της σχετικής Νομοθεσίας και των όρων της σχετικής Σύμβασης Δανείου. Τηρήθηκαν περαιτέρω οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και διασφαλίσθηκε κάθε δικαίωμα του Εφεσίβλητου/Αιτητή τόσο για να εμφανισθεί στη διαιτησία όσο και για να ακουστεί και να καταθέσει Υπεράσπιση. Παρόλ΄ αυτά όμως ο Εφεσίβλητος αμέλεισε και επέδειξε αδιαφορία ως προς την προώθηση της υπόθεσης του.
  11. Κατά ή περί τον Αύγουστο του 2016, ο Διαιτητής ενημέρωσε γραπτώς και τον Εφεσείοντα για τον διορισμό του, για την παραπομπή της υπόθεσης του σε διαιτησία, για το αξιούμενο ποσό πλέον τόκους και για την ημερομηνία ορισμού της σχετικής διαιτησίας. Αντίγραφο της ειδοποίησης αυτής επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο
  12. Η διαιτητική απόφαση όπως και ο ίδιος ο Εφεσίβλητος παραδέχεται στην παράγραφο 3 της Ενόρκου Δηλώσεως του, η οποία συνοδεύει την παρούσα Έφεση, του επιδόθηκε μέσω Ιδιώτη επιδότη στις 23.01.2017 μετά από οδηγίες του Διαιτητή. Η δε Έφεση καταχωρήθηκε στις 11.4.
  13. Είναι εισήγηση μου και από όσο καλύτερα με συμβουλεύει η δικηγόρος μας, ότι η παρούσα έφεση καταχωρήστηκε ως εκ τούτου, εκπρόθεσμα και θα πρέπει για τον λόγο αυτό να απορριφθεί προτού καν εξεταστεί η ουσία της Έφεσης. Παραδέχεται επίσης, ο ίδιος ο Εφεσίβλητος στην παράγραφο 4 της Ενόρκου Δηλώσεως του, ότι αυτό που του γνωστοποιήθηκε, με την επιστολή του Διαιτητή ημερ. 31.01.17 και του επεδόθηκε στις 22.3.2017, ήταν το δικαίωμα του, με βάσει το Νόμο, να καταχωρήσει Έφεση εντός προθεσμίας 21 ημερών εναντίον της απόφασης και παραλείπει εσκεμμένα να αναφέρει ότι η συγκεκριμένη επιστολή συνεχίζει και λέει «.... από της ημερομηνίας που σας επιδόθηκε.» εννοώντας φυσικά σας επιδόθηκε η απόφαση. Επιστολή ημερ. 31.1.2017 και ένορκη δήλωση επίδοσης, επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  14. Η διαιτητική απόφαση είναι καθόλα αιτιολογημένη και αναλυτική ως επίσης αναφέρει αναλυτικά τις ημερομηνίες εμφανίσεων στη διαιτησία οι οποίες κατά σειρά ήταν 28.9.16, 13.10.2016, 2.11.2016, 7.11.2016 και 15.11.
  15. Ο Εφεσείοντας παρόλο που είχε την ευκαιρία μέσω του δικηγόρου του και ζήτησαν και έλαβαν αναβολή προς τον σκοπό της καταχώρησης υπεράσπισης αφού ζήτησαν και έλαβαν την καταχωρηθείσα έκθεση απαιτήσεως των δανειστών και δεν το έπραξαν, είναι δε ισχυρισμός μου, ότι από μόνος του ο Εφεσείοντας, επέλεξε να μην καταχωρήσει υπεράσπιση και να μην ακουστεί και ως εκ τούτου δεν παραβιάστηκε κανένα συνταγματικό του δικαίωμα, και καμία αρχή φυσικής δικαιοσύνης. Τα όσα αποφάσισε ο Διαιτητής ήταν σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιον του και ως εκ τούτου η απόφαση του είναι ορθή, νόμιμη και δίκαιη.
  16. Ο Διαιτητής σε καμία περίπτωση δεν παρέκκλινε από τους όρους εντολής του, αφού παρόλο που δεν καταχωρήστηκε υπεράσπιση από τον χρεώστη στην διαιτησία, ο διαιτητής ζήτησε από τη δικηγόρο των Δανειστών όπως τοποθετηθεί επί θεμάτων που αφορούσαν μεταξύ άλλων τον υπολογισμό του τόκου, τη συμμόρφωση με τον Νόμο περί Ελευθεροποίησης των επιτοκίων και συναφών θεμάτων και προς τον σκοπό αυτό προσκομίστηκε από τους δανειστές προφορική μαρτυρία, παρουσιάστηκε σχετική νομολογία, προς απόδειξη όλων των ανωτέρω θεμάτων και με βάσει τη γραπτή και προφορική μαρτυρία που είχε ενώπιον του ο Διαιτητής εξέδωσε την απόφαση του νομότυπα και χωρίς καμία παρατυπία. Η διαιτητική αυτή απόφαση έχει ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο με την ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα.
  17. Θεωρώ επίσης ότι ο λόγος που η παρούσα έφεση δεν επεδόθηκε και στον διαιτητή είναι διότι δεν υπάρχει κανένας λόγος προς τούτο και πολύ περισσότερο διότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον του Εφεσείοντα να επαναληφθούν τα όσα ήδη αναφέρει ο διαιτητής στην απόφαση του.
  18. Περαιτέρω ο Διαιτητής όπως διαφαίνεται και από την ανάγνωση της απόφασης του ασχολήθηκε και με θέματα τα οποία ο Εφεσείοντας δεν έθεσε ούτε προφορικά προς αυτόν, και αφορούσαν την έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης. Από αυτό μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο Διαιτητής έδρασε στα πλαίσια των όρων εντολής του, σύμφωνα με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, τις αρχές και τις επιδιώξεις της Διαιτησίας και σε καμία περίπτωση η συμπεριφορά του αυτή δεν δεικνύει πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του και όσα άλλα του αποδίδει ο Εφεσείοντας.
  19. Η διαδικασία της διαιτησίας διεξήχθη σύμφωνα με τον Νόμο και τους Κανονισμούς και κρατήθηκαν πρακτικά τα οποία επισυνάπτονται και σημειώνωνται ως Τεκμήριο
  20. Τα πρακτικά αυτά ουδέποτε ζητήθηκαν από τον Εφεσείοντα, κάτι το οποίο παραδέχεται ο ίδιος στην παράγραφο 15 της ενόρκου δηλώσεως του, ενώ είχε κάθε νόμιμο δικαίωμα να το πράξει, εφόσον το επιθυμούσε, εάν ενδιαφερόταν φυσικά για την υπόθεση του.
  21. Είναι ακόμα ισχυρισμός μου ότι η όλη συμπεριφορά του Εφεσείοντα και ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε καθ΄ όλη τη διαιτησία ήταν απαξιοτικός προς τον θεσμό της διαιτησίας, περιφρόνησε τη σοβαρότητα της διαδικασίας αυτής και δεν έπραξε όσα έπρεπε, με σκοπό να υπερασπίσει τον εαυτό του. Η συμπεριφορά του αυτή έδειξε πως είχε ως μόνο στόχο την καθυστέρηση της διαδικασίας και την αποφυγή πληρωμής του οφειλομένου χρέους του καθώς και τη παρεμπόδιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης αφού μέχρι και σήμερα στο στάδιο που βρισκόμαστε, ως ο ίδιος αναφέρει στην παράγραφο 15 της ενόρκου δηλώσεως του, επιφυλάσσει το δικαίωμα του να παρουσιάσει λεπτομέρειες σχετικές με την υπόθεση του.
  22. Οι λόγοι που επικαλείται ο Εφεσείοντας για ακύρωση και παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης δεν μπορούν να εξεταστούν στο παρόν στάδιο, έχουν επίσης τεθεί από τον Διαιτητή αφού ο ίδιος ο Εφεσείοντας παρέλειψε να τα προωθήσει και να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, και εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν, στο πλαίσιο της διαιτησίας.
  23. Κατά συνέπεια αρνούμαι το περιεχόμενο των παραγράφων 3 μέχρι και 15 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων της ενόρκου δηλώσεως του εφεσείοντα, εκτός όπου ρητά αναφέρω ανωτέρω ότι παραδέχομαι.
  24. Είναι η θέση μου ότι δεν συντρέχουν λόγοι που να συνηγορούν στην έγκριση της έφεσης και αιτούμαι την απόρριψη της με έξοδα.
  25. Πάντα τα ανωτέρω καταθέτω εξ΄ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω ως αληθή». Κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν αντεξετάσθηκαν οι ενόρκως δηλούντες, και έτσι οι δύο πλευρές περιορίσθηκαν στην ανάπτυξη των θέσεων και των επιχειρημάτων τους για τα ζητήματα τα οποία ανεφύησαν στα πλαίσια της παρούσας. Αναφορά θα γίνει όπου κρίνεται σκόπιμο πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Σύμφωνα με το άρθρο 52
(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/85όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν.123(Ι)/2013: «Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής να παραπέμπη την διαφορά προς επίλυση εις διαιτησίας ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.», και Επίσης σύμφωνα με τον θεσμό 78 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου: «78.
(1)Οσάκις εγείρεται οποιαδήποτε διαφορά, αυτή παραπέμπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 εις τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη παραπομπή θα γίνεται δι' εγγράφου εκθέσεως η οποία θα χρονολογήται και απευθύνεται προς τον Έφορο, θα υπογράφεται υπό του μέρους το οποίον συντάσσει ταύτη, θα ορίζη την διαφοράν και θα περιέχη πλήρεις λεπτομέρειες.
(3)Άμα τη λήψη της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: (α) Να επιχειρήσει συνδιαλλαγή ή (β) να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση εις ένα ή τρεις διαιτητάς. Ο δικαστικός έλεγχος απόφασης Διαιτητή για διαφορά η οποία παραπέμφθηκε δυνάμει του άρθρου 52 του Νόμου και του θεσμού 78 των Θεσμών διεξάγεται σύμφωνα με τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 και ρυθμίζεται: (α) από το άρθρο 52
(4)του Νόμου το οποίο αναφέρει: «Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.», και (β) από το άρθρο 20. του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο προνοεί ότι: «20.
(1)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει.
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Στο άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 20
(2)του ΚΕΦ.4, ο αντίστοιχος όρος της «κακής συμπεριφοράς» αναφέρεται ο όρος «misconduct» ο οποίος, ως έχει ερμηνευθεί σε σειρά αποφάσεων, μπορεί να αφορά την ηθική ή δεοντολογική συμπεριφορά του ιδίου του Διαιτητή, όπως η δωροδοκία ή η ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά, αλλά και τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας (βλ. Panicos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ.23, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 223, David Taylo & Son v. Barnett
(1953)1 W.L.R. 562). Στην υπόθεση A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006, (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής) αναφέρθηκε ότι «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματος» ενώ «...παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα ...κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας». Σκοπός της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία είναι η ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της και ως εκ τούτου τα Δικαστήρια είναι απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες εκτός όπου η νομοθεσία παρέχει ειδικά τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, (βλ. Russell on Arbitration 23η έκδοση, σελ. 375, παρ.7-056) και το Δικαστήριο με φειδώ θα πρέπει να προσεγγίζει τέτοια θέματα (βλ. Τσιμεντοποιεία Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 ΑΑΔ 23). Στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 AAΔ αναφέρθηκε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάρμοστη συμπεριφορά η λανθασμένη νομική ερμηνεία εγγράφου. Στην υπόθεση G.K.N. v. Matbro
(1976)2 Lloyd's Rep. 555 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "The weight of evidence and the inferences from it are essentially matters for the arbitrator. I do not think that the awards of arbitrators should be challenged or upset on the ground that there was not sufficient evidence or that it was too tenuous or the like. One of the very reasons for going to arbitration is to get rid of technical rules of evidence and so forth "..questions of evidence and discovery and so forth are essentially matters for the arbitrator: and not matters for the Court .". It is not right to remit awards for reconsideration of such matters. It has been said, "when it appears that an umpire allows to be given and acts upon evidence which is absolutely inadmissible and which goes to the very root of the question before him this court has ample jurisdiction to set aside the award on the ground of legal misconduct" but this has been disapproved in the Court of Appeal. Προκύπτει επίσης με βάση τα πιο πάνω ότι εσφαλμένη αξιολόγηση μαρτυρίας, που δεν οφείλεται σε παραβίαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης, δεν συνιστά κακό χειρισμό της διαιτησίας (misconduct). Σημειώνεται επίσης ότι, λάθος του Διαιτητή, είτε νομικό είτε πραγματικό, πρέπει να εμφαίνεται στο πρόσωπο της διαιτητικής απόφασης. Στον Russel (ανωτέρω) στη σελίδα 447 αναφέρεται ότι: «There is no reason why an arbitrator who has not been asked to state on award in the form of a special case should on the face of this award give any reasons for any part thereof, whether the substantive part of or the costs part. An arbitrator categorically dismissed a counterclaim without giving reasons. Held that there was no error of law on the face of the award and that the award should not be remitted. Observed per McNair J., "If (an arbitrator) states on the face of the award a theory which shows that he has committed an error of law-and deciding the matter without any evidence is an error of law-then the award may be set aside or remitted on the ground of error of law on the face of the award. Alternatively, if it is suspected by either party that there is a danger that the arbitrator may be going to commit an error of law in his decision, he may be asked to state a case upon that matter.. Lack of evidence can .. Only properly be raised.either if the arbitrator in his award sets out the whole of the evidence and then states a conclusion which is not justified by the evidence, then it may be attacked on the ground of error of law on the face; or, alternatively, if it is thought that during the course of the hearing, the arbitrator may be acting without evidence, then you can ask him to state a case": Demolition & Construction Co Ltd v. Kent River Board
(1963)2 Lloyd's Rep.7. Where an arbitrator makes a mistake either in law or in fact in determining the matters referred, but such mistake does not appear on the face or the award, the award is good notwithstanding the mistake, and will not be remitted or set aside». Προκύπτει επίσης από τα πιο πάνω ότι σ' αυτού του είδους των αιτήσεων το έργο του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται σε θέματα αξιολόγησης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Διαιτητού ούτε εγείρεται ζήτημα κατά πόσο το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να αποδεχθεί ή μη τις θέσεις των μερών, ζητούμενο είναι μόνο το κατά πόσο η απόφαση αποκαλύπτει σφάλμα, νομικό ή πραγματικό ως αναφέρεται πιο πάνω. ΑΚΟΛΟΥΘΗΤΕΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ Ως προκύπτει από τα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται, η παρούσα διαφορά μεταξύ των διαδίκων παραπέμφθηκε από τον Αναπληρωτή Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών σε διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 52
(1)και
(2)του Νόμου και τον θεσμό 78 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών. Ο Αναπληρωτής Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών διόρισε ως διαιτητή τον κ. Δημόκριτο Αριστείδου, ο οποίος στις 26.8.2016 ενημέρωσε τους διαδίκους για το χρόνο διεξαγωγής της Διαιτησίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν την Έκθεση Απαίτησης τους στη Διαιτησία στις 13.10.2016 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Φίλιππου Βακανά). Ο Αιτητής-Εφεσείων κλήθηκε και παρουσίαστηκε στη πρώτη δικάσιμο (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση) και ζήτησε χρόνο να διαπραγματευθεί το ύψος του δανείου. Κατά τη δεύτερη δικάσιμο ανέφερε ότι δεν προτίθετο να καταχωρήσει υπεράσπιση και η υπόθεση προχώρησε σε απόδειξη (βλ. πρακτικό ημερ. 13.10.2016) και λόγω κάποιων εγερθέντων θεμάτων η υπόθεση ορίστηκε ξανά στις 02.11.
  1. Στις 02.11.2016 δόθηκε αναβολή μετά από προφορικό αίτημα του δικηγόρου του Αιτητή-Εφεσείοντα και δυνατότητα για καταχώρησης υπεράσπισης και η υπόθεση ορίστηκε στις 07.11.
  2. Στις 07.11.2016 ο συνήγορος του Αιτητή ζήτησε παράταση για καταχώρηση υπεράσπισης, η οποία του δόθηκε μέχρι 15.11.2016 και τότε ορίσθηκε η υπόθεση για ακρόαση στις 15.11.2016, ημέρα κατά την οποία ουδείς εμφανίστηκε εκ μέρους του Αιτητή ούτε καταχωρήθηκε υπεράσπιση. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Προτού εξετάσω την ουσία της Αίτησης-Έφεσης θα πρέπει να εξεταστεί η προδικαστική ένσταση του Εφεσίβλητου για το εκπρόθεσμο της Αίτησης-Έφεσης. Σημειώνω ότι ως έχει υποστηριχθεί από τους Εφεσίβλητους η προσβαλλόμενη απόφαση, εκδόθηκε 15.11.2016 και επεδόθη στον Αιτητή 23.01.
  3. Η Αίτηση-Έφεση αντί να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την ημέρα επίδοσης αυτής, καταχωρήθηκε στις 11.04.
  4. Είναι πάγια νομολογημένο ότι η τήρηση των προβλεπομένων από τους Νόμους προθεσμιών είναι ζήτημα που άπτεται του δημοσίου συμφέροντος. Στην υπόθεση Δημοσθένους
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699 κρίθηκε πως η προφορική γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης ικανοποιεί πλήρως τη σχετική απαίτηση του Νόμου. Η ερμηνεία που έχει δοθεί υποδηλοί ότι αυτό που απαιτεί ο Νόμος είναι η γνώση για την απόφαση από τον επηρεαζόμενο γνώστη, από την οποία αρχίζει να μετρά η προθεσμία έφεσης (βλ. Μανώλης Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, ECLI:CY:AD:2014:A413, Πολ Έφεση 87/11 ημερ. 20.06.2014). Ενόψει των ανωτέρω και έχοντας υπόψη ότι η υπό κρίση Αίτηση-Έφεση έχει καταχωρηθεί σχεδόν τρεις μήνες μετά από την ημερομηνία επίδοσης της διαιτητικής απόφασης κρίνω ότι αυτή είναι εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου αυτή δεν μπορεί να πετύχει και υπόκειται σε απόρριψη. Σημειώνω ότι η επίδοση της επιστολής, ημερομηνίας 31.01.2017 του Διαιτητή στις 22.3.2017 στον Αιτητή, δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω σε περίπτωση που η κρίση μου αυτή είναι λανθασμένη θα προχωρήσω να εξετάσω τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα Αιτητή ως προς την ουσία της διαιτητικής απόφασης. Επισημαίνω κατ' αρχή ότι εξέτασα, με μεγάλη προσοχή, το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης, σε συνάρτηση με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και αφορούσαν τη διαδικασία Διαιτησίας και τα πρακτικά που τηρήθηκαν αλλά και τα δικόγραφα καθώς και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων στην οποία θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας. Με τον δεύτερο και δέκατο λόγο έφεσης ο Εφεσείων Αιτητής ισχυρίζεται ότι η διαδικασία της Διαιτησίας ήταν παράνομη, αντίθετη με τον Περί Διαιτησίας Νόμο, με το Σύνταγμα και τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και κατά παράβαση του άρθρου 4. Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν έχουν εγερθεί στα πλαίσια της διαιτησίας και δεν μπορούν να εξετασθεί ως λόγοι έφεσης στην παρούσα. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Ελένη Κούλλουρου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου
(2005)1 Α.Α.Δ. 987: «.... οι όποιες θέσεις της Εφεσείουσας περί παράνομων τόκων και εικονικότητας θα έπρεπε να ετίθεντο ενώπιον του, πράγμα που δεν έγινε, και όχι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή ενώπιον μας ως εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο ή το Εφετείο να εξέταζε πρωτογενώς το πράγμα. Εφ' όσον η Εφεσείουσα δεν παραπονείται ότι κακώς η διαιτησία διεξήχθη στην απουσία της (που δεν εκπλήττει αφού η ίδια αν και ειδοποιήθηκε δεν παρουσιάσθηκε), ο Διαιτητής δεν μπορούσε παρά να αποφασίσει με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Είναι ουσιαστικά ορθή λοιπόν η απόφαση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ότι η Εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή». Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι ο Εφεσείων, παρά τη συμμετοχή του στη διαδικασία στο αρχικό στάδιο δεν έθεσε σε κανένα στάδιο της Διαιτησίας τα συγκεκριμένα θέματα και συνεπώς οι συγκεκριμένοι λόγοι δεν μπορούν να πετύχουν. Επιπρόσθετα, από τα γεγονότα της παρούσης προκύπτει ότι η Διαιτησία διεξήχθη με τη σύμφωνη γνώμη και τη συγκατάθεση του Εφεσείοντα, ο οποίος, όταν κατέστη μέλος των Καθ' ων η Αίτηση και έλαβε το επίδικο δάνειο, γνώριζε ότι η Διαιτησία ήταν μια από τις μεθόδους επίλυσης διαφορών μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση Εφεσίβλητων και του ιδίου και κωλύεται να εγείρει αυτό το θέμα αφού συμμετείχε στη διαδικασία Διαιτησίας χωρίς ένσταση και χωρίς να υποβάλει ιεραρχική προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 56 του επίδικου Νόμου (βλ. Ζαχαρίας Σίκκης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)Α.Δ.Δ. 605 και Ιη Re Pericleous
(1985)1 CLR 178). Ακόμη όμως και αν εξεταζόταν οι πιο πάνω λόγοι έφεσης επί της ουσίας τους, οι πιο πάνω λόγοι επίσης δεν ευσταθούν. Η Διαιτησία ως εναλλακτική μορφή επίλυσης διαφορών στην οποία εκούσια υποβάλλονται συγκεκριμένα πρόσωπα για να επιλύσουν τις διαφορές τους, δεν είναι αντισυνταγματική και τέτοια διαδικασία αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού δικαίου το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να υιοθετήσουν τέτοιες εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών (βλ. Ευρωπαϊκή Οδηγία 2008/52/ΕΚ ημερ. 21.05.2008 και 2013/11/ΕΕ της 21.05.2013). Ο Εφεσείων παραπονείται επίσης ότι παραβιάσθηκαν στα πλαίσια της Διαιτησίας οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και αποστέρηση του Εφεσείοντα από δίκαιη δίκη. Από τα γεγονότα και τα πρακτικά της διαδικασίας της Διαιτησίας, ο Εφεσείων είχε αποτελεσματική πρόσβαση στη Διαιτησία και την ευκαιρία να θέσει την υπόθεση του ενώπιον του Διαιτητή αφού του παραχωρήθηκε η ευχέρεια να εκθέσει τους ισχυρισμούς του σε όλα τα στάδια της διαδικασίας αλλά ο Εφεσείων παρέλειψε να το πράξει, ως εκ τούτου οι πιο πάνω λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Είναι η θέση επίσης του Εφεσείοντα με τον έβδομο λόγο Έφεσης ότι ο Διαιτητής άσκησε τα καθήκοντα του κατά τρόπο πλημμελή και μη αρμόζων σε πρόσωπο το οποίο ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα ως προς τον πιο πάνω λόγο, δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί ούτε μέσω της Αίτησης-Έφεσης ούτε μέσω της ενόρκης δήλωσης του και ως εκ τούτου παρέμειναν γενικοί, αόριστοι και ασαφείς και χωρίς κανένα πραγματικό υπόβαθρο. Προκύπτει με βάση τα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται ότι ο Διαιτητής έδωσε σε όλα τα μέρη της Διαιτησίας την ευκαιρία να ακουστούν και να προβάλουν τις θέσεις τους να λάβουν ότι δικονομικό ή διαδικαστικό μέτρο επιθυμούσαν στα πλαίσια της Διαιτησίας. Η Διαιτησία διεξήχθη ενώ είχαν ενημερωθεί όλα τα εμπλεκομένα μέρη και για κάθε εγειρόμενο θέμα εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση. Ως εκ των ανωτέρω, ο Διαιτητής δεν ενήργησε με τρόπο πλημμελή ούτε η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας. Η Διαιτητική Απόφαση αποτελεί κατάληξη στην οποία ο Διαιτητής, ενόψει της μαρτυρίας και στοιχείων που είχε ενώπιον του, θα μπορούσε εύλογα και δίκαια να καταλήξει στα συμπεράσματα που κατέληξε αφού αιτιολόγησε την απόφαση του. Ο Διαιτητής, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη Απόφαση, ενήργησε εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του, των όρων εντολής του και των εξουσιών του. Ούτε οι λόγοι έφεσης υπό στοιχεία 1, 3, 4, 5, 6, 8 και 9 ευσταθούν γιατί δεν υπήρξε λανθασμένη εφαρμογή των σχετικών νόμων και/ή νομικής καθοδήγησης από μέρους του Διαιτητή, κατά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης. Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία μίας νόμιμης, κανονικής και αιτιολογημένης απόφασης, η οποία εκδόθηκε με βάση τις νομικές αρχές και νομική βάση που διέπουν την έκδοση απόφασης αφού ανάλυσε και εφάρμοσε τις νομικές αρχές αναφορικά με τα επίδικα θέματα χωρίς οποιαδήποτε λανθασμένη νομική καθοδήγηση και η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε στην βάση και μέσα στα πλαίσια των εν λόγω νομικών αρχών. Έχοντας λοιπόν υπόψη την απόφαση του Διαιτητή και τις θέσεις που προβλήθηκαν, καταλήγω ότι, τα συμπεράσματα του Διαιτητή δικαιολογούντο και συνεπώς κανένα σφάλμα (error) διαπιστώνεται στην όψη (on the face) της διαιτητικής απόφασης. Τέλος ορθή κρίνεται και η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα θα έπρεπε να επιδοθεί στο Διαιτητή λόγω ισχυρισμών του Εφεσείοντα για κακή συμπεριφορά του Διαιτητή. Στον Russell (ανωτέρω) εξηγείται ότι παρόλο που παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η έφεση δεν επιδίδεται στον Διαιτητή, η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι όταν ο Εφεσείων επικαλείται κακή συμπεριφορά του Διαιτητή (misconduct) η αίτηση θα πρέπει να επιδίδεται σ' αυτόν αφού η σύγχρονη αντίληψη πηγάζει από το γεγονός ότι για όποιου η συμπεριφορά τίθεται κάτω από κριτική, ως θέμα φυσικής δικαιοσύνης, πρέπει να του δίνεται η ευκαιρία να απαντήσει ή να εξηγήσει. Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν κρίνεται σκόπιμο να ασχοληθώ με τους άλλους λόγους ένστασης που εγέρθηκαν από τους Εφεσίβλητους. Ενόψει των ανωτέρω, κανένας λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου η Αίτηση-Έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Εφεσείοντα-Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογισθούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.