← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΦΑΙΔΩΝΟΣ, εμπορευόμενος με την εμπορική επωνυμία CSP CITY LIVING ν. Άντρη (Κατίρη) Λάμπρου κ.α., Αγωγή αρ.: 463/16, 26/10/2017

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΦΑΙΔΩΝΟΣ, εμπορευόμενος με την εμπορική επωνυμία CSP CITY LIVING ν. Άντρη (Κατίρη) Λάμπρου κ.α., Αγωγή αρ.: 463/16, 26/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A351 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 463/16 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΦΑΙΔΩΝΟΣ, εμπορευόμενος με την εμπορική επωνυμία CSP CITY LIVING Ενάγοντα και

  1. Άντρη (Κατίρη) Λάμπρου, εκ Λεμεσού ARISTO DEVELOPERS LTD, εκ Λευκωσίας Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 17/11/16 για απόρριψη της αγωγής λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κα Ειρ. Θεοχάρους για ΣΩΤΗΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Π. Καϊκκης για ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 18.2.2016, ο ενάγοντας, κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, δραστηριοποιείτο στις αγοραπωλησίες ακινήτων και ήταν αδειούχος και/ή εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης (με αριθμό μητρώου 420 και με αριθμό αδείας 149), διατηρούσε δε και συνεχίζει να διατηρεί, κτηματομεσιτικό γραφείο στη Λεμεσό. Είναι η θέση του πως κατά/ή περί την 10.7.2007 «κατόπιν εντολής και/ή εντολών και/ή οδηγιών» της εναγόμενης 1 και/ή δυνάμει «γραπτής και/ή προφορικής και/ή εν μέρει γραπτής και εν μέρει προφορικής συμφωνίας», μεταξύ του ιδίου και της εναγόμενης 1, ανέλαβε να «εξεύρει και/ή να ενεργήσει και/ή να μεσολαβήσει» προς εξεύρεση αγοραστή για το ακίνητο της εναγόμενης 1, με αριθμό εγγραφής 0/8957, στον Δήμο Αγίου Αθανασίου, στη Λεμεσό. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της ρηθείσας συμφωνίας, πως σε περίπτωση που ο ενάγοντας εξεύρισκε αγοραστή για το ακίνητο της εναγόμενης 1, η αμοιβή του για τις κτηματομεσιτικές του υπηρεσίες θα ανήρχετο σε ποσοστό 5% επί του τιμήματος πώλησης, σε περίπτωση δε που το ακίνητο επωλείτο στη τιμή των €1.300.000,00 ή σε χαμηλότερη τιμή, η αμοιβή του θα ανήρχετο σε ποσοστό 4% πλέον Φ.Π.Α. επί του τιμήματος πώλησης. Κατά/ή περί τον Φεβρουάριο του 2008 περιήλθε σε γνώση του ενάγοντα, πως η εναγόμενη 1 πώλησε το ακίνητο της στους εναγόμενους 2 αντί του τιμήματος των Λ.Κ.1.710.000,00 (€2.921.708,40) και πως τούτο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι των τελευταίων κατά/ή περί την 8.10.
  2. Διατείνεται πως η πώληση έγινε με τη δική του μεσολάβηση και πως στο τέλος της ημέρας τόσο η εναγόμενη 1 όσο και οι εναγόμενοι 2 τον «παρέκαμψαν». Κατά τον ίδιο, τούτο δεν απαλλάσσει τους εναγόμενους από την υποχρέωση τους να του καταβάλουν την συμφωνηθείσα και/ή εύλογη προμήθεια και/ή αμοιβή. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του πως και οι δύο εναγόμενοι τον εξαπάτησαν και/ή τον καταδολίευσαν (στο Κλητήριο Ένταλμα παρατίθενται λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων που αποδίδονται και στους δύο εναγόμενους), προκειμένου να αποφύγουν να του καταβάλλουν την εύλογη αμοιβή που δικαιούται. Με την αγωγή του αξιοί από τους εναγόμενους (κατά τον ίδιο ευθύνονται αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως)το ποσό των €146.085,42 πλέον Φ.Π.Α. ως εύλογη αμοιβή, αντιστοιχούσα στο ποσό των Λ.Κ.1.710.000,00 (€2.921.708,40). Διαζευκτικά αξιοί το ποσό των €111.059,09 ως εύλογη αμοιβή αντιστοιχούσα στο ποσό των Λ.Κ.1.300.000,00 (είναι το ποσό που «είχε προσφερθεί» από τον ενάγοντα στην εναγόμενη 2, ως τιμή πώλησης του ακινήτου της εναγόμενης 1). Διεκδικεί περαιτέρω «γενικές και/ή ονομαστικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις». Οι εναγόμενοι 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Διατείνονται πως: «. ουδέποτε εξουσιοδότησαν τον Ενάγοντα για την εκ μέρους του και για λογαριασμό τους εξεύρεση κτήματος προς αγορά, ούτε και κατάρτισαν οποιαδήποτε γραπτή ή προφορική συμφωνία μαζί του, ενώ ουδέποτε συναντήθηκαν ή γνώρισαν τον Ενάγοντα, ουδέποτε τους συνόδευσε για την επί τόπου επιθεώρηση του Ακινήτου ή οποιουδήποτε άλλου κτήματος, αλλά ούτε και τους πρόσφερε προς αγορά το Ακίνητο στη βάση οποιασδήποτε εξουσιοδότησης της Εναγομένης 1 και/ή γραπτής συμφωνίας και/ή με την παράλληλη προς τούτο επιβεβαίωση της ιδιοκτήτριας του Ακινήτου - Εναγομένης 1.» Η εναγόμενη 1 προτού καταχωρήσει την Έκθεση Υπεράσπισης της, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία αιτείται τα εξής: «(Α) Διάταγμα με το οποίο να απορρίπτεται και/ή να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η αγωγή και/ή το κλητήριο ένταλμα και/ή τη μέχρι σήμερα διαδικασία στην παρούσα αγωγή ως παραγραφείσα και/ή αντικανονική και/ή ως αντιβαίνουσα στους Νόμους και Κανονισμούς καθώς και στους Δικαστικούς Θεσμούς και συγκεκριμένα στο άρθρο 7

(2)του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(Ι)/2012). (Β) Διάταγμα με το οποίο να απορρίπτεται και/ή να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η αγωγή και/ή το κλητήριο ένταλμα και/ή τη μέχρι σήμερα διαδικασία στην παρούσα αγωγή λόγω ουσιώδης παρατυπίας και/ή λόγω του ότι αυτό καταχωρήθηκε με λάθος τύπο καθ' ότι επ' αυτού υπάρχουν ισχυρισμοί και/ή λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται όπως η περαιτέρω διαδικασία στην αγωγή υπ' αριθμό 463/2016 σταματήσει (be stayed) και/ή ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης για απόρριψη της αγωγής λόγω παραγραφής της απαίτησης. (Δ) Διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου αναστολή (be stayed) της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης ημερομηνίας 30/06/2016 μέχρι την εκδίκαση της παρούσας. (Ε) Διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου για χορήγηση παράτασης του χρόνου καταχώρησης της υπεράσπισης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με το (Β): (Ζ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή μέρους επί του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και/ή ο αποκλεισμός και/ή ακύρωσης και/ή παραμερισμός των παραγράφων υπ' αριθμόν 13 και των Λεπτομερειών δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων 1 και/ή Εναγομένων 2 με στοιχεία (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε) καθώς και επί της παραγράφου 15, το σημείο (Γ), με το οποίο οι Ενάγοντες αξιούν την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων για δόλο και/ή απάτη καθ' ότι το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και συνεπακόλουθα οι παράγραφοι αυτοί αντίκειται στις πρόνοιες της Διαταγής 2 θεσμού 6
(4)της Πολιτικής Δικονομίας. (Η) Οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία, ήθελε κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο ως εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (Θ) Τα έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α. πλέον τα έξοδα επίδοσης.» Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στη Δ.1, Δ.2 θ.1 και 6
(4), Δ.19, θ.5 και 26, Δ.27, Δ.39 και Δ.48, θ.1, 2, 3 και 9(υ), στην Δ.59 και στην Δ.64, θ.1
(1)και
(3)και θ.2, στα άρθρα 3, 4 και 6
(1), στο άρθρο 7
(1)και
(2)καθώς και στα άρθρα 14, 21, 28 και 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(Ι)/2012), στα άρθρα 2 και 3 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος 207
(1)/2015, στο άρθρο 30 του Συντάγματος καθώς και επί της σχετικής νομολογίας, επί των αρχών του Δικαίου της Επιείκειας, επί της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και επί των συμφυών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Την υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της ίδιας της εναγόμενης 1, η οποία απορρίπτει τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του ενάγοντα. Σε ό,τι αφορά την υπό κρίση Αίτηση, αναφέρει πως ενώ η βάση της αγωγής έχει συμπληρωθεί τουλάχιστον από τον Φεβρουάριο του 2008, όταν ο ενάγοντας πληροφορήθηκε (όπως ο ίδιος διατείνεται), για την πώληση του ακινήτου, η αγωγή καταχωρήθηκε οκτώ
(8)χρόνια μετά και συγκεκριμένα στις 18 Φεβρουαρίου 2016. Είναι η θέση της (σύμφωνα και με νομική συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους της), πως η αξίωση του ενάγοντα έχει παραγραφεί, δεδομένου του ότι εδράζεται, εν μέρει, «στο πλαίσιο των συμβάσεων». Εισηγείται πως λαμβάνοντας υπόψιν το άρθρο 7
(2)του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Αρ. 66
(1)/2012, "«καμία αγωγή που αφορά απαίτηση για προμήθεια για κτηματομεσιτικές υπηρεσίες δεν μπορεί να εγερθεί μετά την πάροδο τριών
(3)ετών από την συμπλήρωση της βάσης της αγωγής», συνεπώς «το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα εξέπνευσε περί τον Φεβρουάριο του 2011». Όσον αφορά το μέρος της αξίωσης που εδράζεται στην βάση της «διάπραξης δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων», το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει εκπνεύσει «μετά την πάροδο έξι
(6)ετών από την εκπλήρωση της βάσης της αγωγής, άρα το αγώγιμο του δικαίωμα εξέπνευσε περί τον Φεβρουάριο του 2014». Ο ενάγοντας καταχώρισε Ένσταση, η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.4-9, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην Νομολογία του Ανωτάτου. Ως Λόγοι Ένστασης που προβάλλονται είναι οι εξής: «1) Η Αίτηση της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας είναι κατά νόμο και/ή ουσία αβάσιμη. 2) Η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια αιτείται την απόρριψη και παραμερισμό και ακύρωση του κλητήριου εντάλματος λόγω παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα με βάση το Άρθρο 7
(2)του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (66(ι)/2012) και χωρίς να λάβει υπόψη και/ή λόγω νομικής πλάνης ότι με την τελευταία τροποποίηση 207(ι)/2015 του βασικού νόμου περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων του 2012 και την διαγραφή του άρθρου 26 σε συνδυασμό με την τροποποίηση του άρθρου 3, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1ην Ιανουαρίου
  1. Ως εκ τούτου το αίτημα των Αιτητών δεν υποστηρίζεται από το ορθό νομικό υπόβαθρο και/ή βασίζεται σε νομική πλάνη. 3) Η ερμηνεία από την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 με την οποία προωθεί την αίτηση της είναι λανθασμένη. 4) Δεν υπάρχει οποιαδήποτε παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή παρατυπία ή αντικανονικότητα, η οποία να ακυρώνει την όλη διαδικασία και/ή σε τέτοια περίπτωση η Δ.64 παρέχει τη δυνατότητα θεραπείας και/ή σύμφωνα με τη διάταξη αυτή δεν καθίσταται άκυρη η διαδικασία. 5) Το κλητήριο ένταλμα αποκαλύπτει αιτία αγωγής και εγείρει ζήτημα προς εκδίκαση και αρμόδιο επ' αυτού να αποφασίσει είναι το παρόν Δικαστήριο και το απλό γεγονός ότι καταχωρήθηκε με λάθος τύπο δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του. 6) Η αίτηση της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση, για την οποία δεν παρέχεται οποιαδήποτε αιτιολογία, αφού η επίδοση στην Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια διενεργήθηκε την 08/03/2016 και την 05/05/2016 οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας απέστειλαν επιστολή στους δικηγόρους των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση ότι θα καταχωρήσουν εμφάνιση, μη αναφερόμενοι σε οποιαδήποτε παρατυπία. Η Αίτηση της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας καταχωρήθηκε με χρονική καθυστέρηση πέραν των 6 έξι μηνών από τη διενέργεια της επίδοσης, την 17/1/
  2. 7) Η αίτηση της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας ως υποβλήθηκε και με τη μαρτυρία που υποστηρίζεται αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process), που σκοπό έχει την πρόκληση καθυστέρησης στη διαδικασία και/ή την παρέκκλιση της διαδικασίας. Καθότι τα όσα επικαλείται στην αίτηση της θα μπορούσαν να εγερθούν σε μορφή προδικαστικών σημείων στην έκθεση υπεράσπισης της χωρίς να προκαλείται καθυστέρηση στην διαδικασία. 8) Η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια δεν εμφανίζεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αλλά με κακή πίστη (mala fide), επιδιώκοντας να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και να λάβει αθέμιτο διαδικαστικό πλεονέκτημα και/ή να αποφύγει τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της και/ή τις υποχρεώσεις της απέναντι στους Ενάγοντες, στους οποίους επιδιώκει τη δημιουργία βλάβης, ταλαιπωρίας και έξοδα, προκειμένου να επαναλάβουν τη διαδικασία προς άσκηση και προώθηση των αγώγιμων δικαιωμάτων τους, ενώ η διαδικασία βρίσκεται ήδη ενώπιον κατάλληλου και αρμόδιου δικαστηρίου για την επίλυση της ουσίας της διαφοράς. 9) Γενικά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.» Την ένσταση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης ο κ. Καϊκκης, εκ μέρους του ενάγοντα, αποδέχτηκε την έκδοση Διατάγματος ως η παράγραφος 2 του αιτητικού της Αίτησης και η κα Θεοχάρους, εκ μέρους της εναγόμενης 1, απέσυρε το Αιτητικό Β. Και οι δύο πλευρές δήλωσαν πως χρόνος γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα είναι ο Φεβρουάριος του 2008, χρόνος μεταβίβασης του ακινήτου. Η κα Θεοχάρους στην αγόρευση της εισηγήθηκε πως κατά κανόνα η περίοδος παραγραφής «αρχίζει να μετρά από την στιγμή που προκύπτει η αιτία της αγωγής». Ήταν η θέση της πως δεδομένου του ότι ο χρόνος γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Φεβρουάριος του 2008, το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα ήταν ήδη παραγεγραμμένο, κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Επικαλέστηκε το άρθρο 7
(2)του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, για να εισηγηθεί πως καμία αγωγή, που αφορά σύμβαση σε σχέση με αμοιβή ανεξάρτητου επαγγελματία, δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής. Κατέληξε πως οι πρόνοιες του άρθρου 3 του ιδίου Νόμου, ότι «.. ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016» αφορά τις απαιτήσεις και/ή αξιώσεις που θα προέκυπταν και/ή θα προκύψουν με την έναρξη της ισχύος του Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει δυνατότητα αναδρομικής ισχύος του Νόμου. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Καϊκκη εκ μέρους του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση. Εστίασε την προσοχή του στην τροποποίηση του σχετικού Νόμου, αποτέλεσμα της οποίας, όπως ο ίδιος εισηγήθηκε, είναι η προσμέτρηση του χρόνου παραγραφής από την 1η Ιανουαρίου 2016. Η εναγόμενη 1-αιτήτρια παραγνωρίζει, τόνισε, πως κατά τον χρόνο γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος (Φεβρουάριος 2008) ίσχυε ο Νόμος περί Αναστολής της Παραγραφής. Συνεπώς, κατέληξε, ουδέποτε το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα είχε παραγραφεί. Είναι καλά γνωστό πως κατά κανόνα, η περίοδος παραγραφής αρχίζει να μετρά από την στιγμή που προκύπτει η αιτία της αγωγής. Διαφορετική ρύθμιση ωστόσο μπορεί να γίνει διά νόμου. Αν συγκεκριμένη απαίτηση όντως έχει παραγραφεί, τότε σαφώς δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα προς διεκδίκηση της παραγεγραμμένης απαίτησης. Έχει λεχθεί νομολογιακά πως η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο, αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με τον νεότερο νόμο, επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής (Όμηρος Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636). Βασικός νόμος όσον αφορά το ζήτημα της παραγραφής, υπήρξε ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15, ο οποίος καταργήθηκε με τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66
(1)/2012), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιουλίου 2012. Σύμφωνα με το άρθρο 7
(2)του Νόμου 66
(1)/2012: «Καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.» Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 66
(1)/2012: «'βάση της αγωγής' σημαίνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή.» Στην προκειμένη περίπτωση είναι αποδεκτό πως η βάση της αγωγής είναι η κατ' ισχυρισμό παράβαση σύμβασης για πληρωμή αμοιβής σε σχέση με παροχή κτηματομεσιτικών υπηρεσιών. Είναι επίσης παραδεκτό πως χρόνος γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος είναι ο Φεβρουάριος του
  1. Επαναλαμβάνω πως ο βασικός νόμος περί Παραγραφής ήταν το Κεφ.
  2. Το 1964 ψηφίστηκε ο περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμος (Ν.57/64), με τον οποίο ανεστάλησαν οι χρόνοι παραγραφής που προβλέπονταν σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη και οι οποίοι ίσχυαν κατά την ημερομηνία που ο Νόμος 57/64 τέθηκε σε ισχύ (30.10.1964). Ο Νόμος 57/64 καταργήθηκε από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο (Ν.110
(1)/2002), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.6.2005. Συνεπώς από 1.6.2005 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.110
(1)/2002 τερματίστηκε κάθε αναστολή της περιόδου παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος, εκτός αυτών που ρητά προνοούνται στο Νόμο 110
(1)/2002. Στη συνέχεια, θεσπίστηκαν οι τροποποιητικοί Νόμοι Ν.60(Ι)/2007, Ν.28
(1)/2008, Ν.34
(1)/2008, Ν.16
(1)/2009, Ν.20
(1)/2010 και Ν. 111
(1)/2010, οι οποίοι προέβλεπαν την αναστολή της εφαρμογής του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15. Συνεπώς, τον Φεβρουάριο του 2008 (ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος), υπήρχε αναστολή του χρόνου παραγραφής. Ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (Ν.66
(1)/2012), κατήργησε (άρθρο 29) τον Νόμο 110
(1)/2002. Με το άρθρο 26 του Νόμου 66
(1)/2012, παρατάθηκε ο χρόνος παραγραφής για ένα χρόνο από την ημερομηνία έναρξης του Νόμου. Με την ψήφιση των τροποποιητικών διατάξεων Ν.41
(1)/2013, Ν.159
(1)/2013, Ν.190
(1)/2014 παρατείνετο διαδοχικά ο χρόνος παραγραφής μέχρι και την κατάργηση του άρθρου 26 από τον τροποποιητικό Νόμο Ν.207
(1)/2015 (καταργήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2016). Το άρθρο 3 του Νόμου Ν.66
(1)/2012, προνοεί πως ο χρόνος παραγραφής «αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής» και πως αυτός, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, «αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου του 2016». Το ρήμα «προσμετρώ», σύμφωνα με το Ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, σημαίνει «υπολογίζω επιπρόσθετα». Καταληκτικά, θεωρώ πως για τα αγώγιμα δικαιώματα που πηγάζουν από σύμβαση, η ημερομηνία γένεσης των οποίων είναι προ της 1.7.2012 που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος Ν.66
(1)/2012, ίσχυαν οι διαδοχικές αναστολές του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής Νόμου του 2002 (Ν.110(Ι)/2002), ενώ για τα ίδια δικαιώματα (βασιζόμενα σε σύμβαση) η ημερομηνία γένεσης των οποίων είναι μετά την 1.7.2012, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από τον Ιανουάριο του 2016, δεδομένου του ότι, βάσει του άρθρου 26 του Ν.166
(1)/2012 (μεταβατική διάταξη) ο χρόνος παραγραφής παρατείνεται από χρόνο σε χρόνο, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2016. Βάσει των όσων έχουν λεχθεί ανωτέρω, κρίνω πως στην προκειμένη περίπτωση το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δεν ήταν παραγεγραμμένο κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Διά ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης 1, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για απόρριψη αγωγής λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.