← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΛΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΥΤΥΧΙΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2783/17, 30/10/2017

ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΛΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΥΤΥΧΙΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2783/17, 30/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A361 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2783/17 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΛΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΥΤΥΧΙΟΥ Ενάγουσας/Αιτήτριας ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση Ημερομηνία: 30.10.2017 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Ζαχαρίου για Δ. Παναούτα & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ων η αίτηση: κ. Μ. Λουκά για Χρ. Λουκά & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε ενδιάμεση απόφαση για αναστολή πλειστηριασμού) Με μονομερή αίτηση της η Αιτήτρια στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής επιδιώκει με τα αιτητικά Α και Β ουσιαστικά την ίδια θεραπεία ήτοι την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή διακόπτεται και/ή αναστέλλεται και/ή να εμποδίζεται η προώθηση από τους Καθ' ων η Αίτηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης μέσω πλειστηριασμού της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας της ήτοι του χωραφιού με αριθμό εγγραφής 0/15389, Φυλ/Σχ 55-34,0, Τεμάχιο 207 στο Πεντάκωμο της Λεμεσού και του χωραφιού με αριθμό εγγραφής 0/14569, 55-34,0, Τεμάχιο 703, στο Πεντάκωμο της Λεμεσού, ο οποίος πλειστηριασμός ορίστηκε για τις 30.10.2017 (δηλαδή για σήμερα η ώρα 12:00) Η ως άνω διαδικασία ενεργοποιήθηκε με την ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» κατά τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 όπως αυτός τροποποιήθηκε, που κοινοποιήθηκε και/ή στάλθηκε στην Αιτήτρια από τους Καθ' ων η Αίτηση, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 22, 29, 30, 31, 32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60όπως έχει τροποποιηθεί, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ 6 άρθρα 4,5,7.8 και 9, στο Μέρος VI και VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.48, Θ 1 - 4, Δ.39 και Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 30, τις συμφυείς εξουσίες, την πρακτική του Δικαστηρίου και τη σχετική Νομολογία. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης έχει τεθεί με ένορκη δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και έχει μελετήσει τις θεραπείες που αξιώνει εναντίον των Εναγομένων όπως αυτές διατυπώνονται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με τις οποίες και συμφωνεί πλήρως. Δηλώνει ότι την 21.03.2008 συνήψε γραπτή συμφωνία δανείου με τους Εναγόμενους, και προς την πιστή τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων προς τους Εναγόμενους και ειδικότερα προς την πιστή τήρηση των όρων της εν λόγω συμφωνίας, εγγράφηκε εμπράγματη εξασφάλιση επί των πιο πάνω ακινήτων της στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, υπέρ των Εναγομένων. Προς τούτο οι Εναγόμενοι άνοιξαν στο όνομα της, ως Πρωτοφειλέτιδας στο εν λόγω δάνειο και τηρούσαν το λογαριασμό με διακριτικό αριθμό 7246240-6. Την 9.7.2016 της επιδόθηκε η ειδοποίηση τύπου Θ με την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση την ενημέρωσαν ότι έχουν καταστήσει απαιτητό ολόκληρο το χρέος της, σε σχέση με τον λογαριασμό με διακριτικό αριθμό 7246240-6, και προτίθεντο, αν δεν πληρωθεί από αυτή ολόκληρο το απαιτούμενο ποσό ή αν δεν προβεί σε οποιοδήποτε διακανονισμό, να προωθήσουν την διαδικασία για πώληση των ακινήτων που βαρύνονται με την υποθήκη Υ 2859/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Επισυνάπτει την εν λόγω ειδοποίηση ως Τεκμ. Α. Περεταίρω στην εν λόγω ειδοποίηση επισυναπτόταν και επιστολή Τύπου Ι την οποία επισυνάπτει ως Τεκμ. Β. Ισχυρίζεται ότι μετά την επίδοση των ως άνω ειδοποιήσεων τύπου Θ και Ι αντίστοιχα, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με αρμόδιους υπαλλήλους των Καθ' ων η Αίτηση και βρίσκονταν διαρκώς σε επικοινωνία προκειμένου να βρεθεί μια συνολική διευθέτηση των χρεών της είτε για να επιτευχθεί αναδιάρθρωση του δανείου της, ώστε να μπορεί να συμμορφώνεται με τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Στη βάση αυτών των διαπραγματεύσεων οι Καθ' ων η Αίτηση την διαβεβαίωναν ότι ενόσω βρίσκονταν στην εν λόγω διαδικασία διευθέτησης, δεν θα προχωρούσαν σε καμιά περίπτωση στην εκποίηση της Υποθήκης υπ' αριθμό Υ 2859/2008 μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ενώ οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε εξέλιξη, οι Καθ' ων η Αίτηση της επέδωσαν, την 28.6.2017 μέσω ιδιώτη επιδότη, ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και ΙΒ, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει ως Τεκμ. Γ και Δ αντίστοιχα, με τις οποίες την ειδοποιούσαν ότι το ενυπόθηκο χρέος, το εξασφαλισμένο με την υποθήκη Υ 2859/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού έχει καταστεί απαιτητό και ότι προτίθενται να προχωρήσουν σε πώληση των πιο πάνω ενυπόθηκων κτημάτων της στις 30.10.2017 με τη διαδικασία του πλειστηριασμού. Επικοινώνησε αμέσως μαζί με τους Αιτητές και την διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας και την καθησύχασαν λέγοντας της ότι πρέπει να θεωρήσει ότι ενόσω η διαδικασία διευθέτησης και ουσιαστικά αναδιάρθρωσης βρίσκεται σε εξέλιξη και ότι οι επιστολές Τύπου ΙΑ και ΙΒ δεν την επηρεάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, της ζήτησαν δε να τις θεωρήσω ως τυπικές, ότι δηλαδή αυτές αποτελούν μέρος μιας τυπικής διαδικασίας που ακολουθείται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Παρά το γεγονός ότι ανέμενε από τους Καθ' ων η Αίτηση απάντηση για το θέμα αναδιάρθρωσης του δανείου της εντούτοις την 7.9.2017 της επέδωσαν Ειδοποίηση Πλειστηριασμού την οποία επισυνάπτει ως Τεκμ. Ε, με την οποία την πληροφορούσαν ότι την 30.10.2017 θα προχωρήσουν με τον πλειστηριασμό των ενυπόθηκων κτημάτων της. Με την αγωγή της αμφισβητεί τόσο τη νομιμότητα του ύψους τους αιτούμενου από τους Εναγόμενους χρέους της όσο και την εγκυρότητα της παραχωρηθείσας από την ίδια προς τους Εναγόμενους εμπράγματης εξασφάλισης μέσω της υποθήκης με αριθμό Υ 2859/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού που αφορά τα υπό πώληση κτήματα της. Είναι δε γι' αυτόν τον λόγο που καθίσταται αναγκαίο και κατεπείγον όπως ανασταλεί η πώληση μέχρι την εκδίκαση της αγωγής αφού σε διαφορετική περίπτωση που αυτή δεν ανασταλεί, η καταχωρηθείσα αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου επηρεάζοντας κατάφορα τα οποιαδήποτε δικαιώματα της. Εξηγεί ότι ο λόγος που η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καταχωρείται σε αυτό το στάδιο σχετίζεται με την συμπεριφορά που οι Εναγόμενοι τήρησαν μέχρι σήμερα προς το πρόσωπο της, ότι δηλαδή ενώ την καθησύχαζαν λέγοντας της ότι οι επιδοθείσες σ' αυτήν ειδοποιήσεις δεν επηρεάζουν με κανένα τρόπο τα δικαιώματα της αλλά ούτε και επηρεάζουν την προσπάθεια για διευθέτηση ή αναδιάρθρωση που προβαίνει με αυτούς. Λαμβάνει δε νομικά μέτρα σε αυτό το στάδιο αφού την πληροφόρησαν οι δικηγόροι της και αντιλήφθηκε σε ποιο στάδιο βρίσκεται η διαδικασία για εκποίηση της περιουσίας της. Υποπτεύθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά όταν με την τελευταία ειδοποίηση (Τεκμ. Ε), την πληροφορούσαν ότι θα εκποιηθούν, όχι απλά ότι προτίθενται να τα εκποιήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα της. Εξ όσων την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος, ο κάθε πολίτης της Δημοκρατίας έχει δικαίωμα να προσφεύγει ενώπιον των Δικαστηρίων προκειμένου να προβάλλει τους ισχυρισμούς του, δικαίωμα το οποίο επί της ουσίας θα είναι ανύπαρκτο και ατελέσφορο σε περίπτωση που πωληθεί η ακίνητη ιδιοκτησία της. Περαιτέρω σε περίπτωση που δεν ανασταλεί η πώληση των ακινήτων της, τότε ουσιαστικά έστω και αν εκδοθεί απόφαση υπέρ της στην εν λόγω αγωγή δεν μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη στο τέλος της αγωγής επειδή με αυτή ανάμεσα σε άλλα επιδιώκει την ακύρωση της αναφερόμενης υποθήκης. Σε περίπτωση όπου εκποιηθεί η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία της, ουσιαστικά η αγωγή με το πιο πάνω τίτλο και αριθμό θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Επιπλέον με τις θεραπείες της αγωγής της αμφισβητεί την νομιμότητα και εγκυρότητα της σύμβασης του δανείου της που της παραχώρησαν οι Καθ' ων η Αίτηση. Εξ όσων την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της σε περίπτωση όπου η απαίτηση της αυτή επιτύχει, τότε θα συμπαρασύρει σε ακυρότητα όλες τις παρεπόμενες συμβάσεις που σχετίζονται με αυτή, δηλαδή και την σύμβαση υποθήκης, που επιβαρύνει την υπό πώληση ακίνητη ιδιοκτησία της. Eξ όσων δε την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, σε περίπτωση που εκδοθεί του αιτούμενο διάταγμα, και φανεί στο τέλος της αγωγής ότι δεν εκδόθηκε ορθά, δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία εις βάρος των Εναγομένων αφού ούτως ή άλλως προς το παρόν, υπάρχουν οι απαιτούμενες εξασφαλίσεις για το πιθανόν υπόλοιπο το οποίο δικαιούνται να λάβουν με βάση την συμφωνία δανείου που αφορά τον λογαριασμό της. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλουν αρχικά τις ακόλουθες δύο προδικαστικές ενστάσεις: Ότι οι θεραπείες τις οποίες ζητά η ενάγουσα με την παρούσα αίτηση, δεν είναι δυνατό να προωθηθούν και/ή αναζητηθούν στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης και/ή αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια αγωγής, καθότι η αναστολή και/ή ακύρωση εκποίησης ακινήτου, η οποία προωθείται από τον ενυπόθηκο δανειστή δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, δύναται να παραχωρηθεί από το Δικαστήριο, μόνο με έφεση που καταχωρείται σύμφωνα με το άρθρο 44(Γ)

(3)του εν λόγω Νόμου, εντός προθεσμίας 30 ημερών από τη μέρα επίδοσης προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ που προβλέπει ο Νόμος. Ως εκ των πιο πάνω η ενάγουσα κωλύεται και/ή εμποδίζεται και/ή δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αίτηση και/ή η παρούσα αίτηση δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό και/ή νόμιμο και/ή ένδικο μέσω ακύρωσης και/ή αναστολής της εκποίησης και/ή πλειστηριασμού της υποθήκης, δεδομένου ότι στην ενάγουσα έχει επιδοθεί η επιστολή Τύπου ΙΑ χωρίς να την εφεσιβάλει εντός της προθεσμίας των 30 ημερών που απαιτεί και ορίζει ο Νόμος 9/
  1. Ότι η παρούσα αίτηση αλλά και η αγωγή δεν έχουν καμία πιθανότητα επιτυχίας και δεν μπορούν να προωθηθούν λόγω ύπαρξης δεδικασμένου, καθώς εναντίον της ενάγουσας έχει εκδοθεί, για το επίδικο δάνειο και υποθήκη, διαιτητική απόφαση, ημερομηνίας 12.07.2012, η οποία εγγράφηκε στο Δικαστήριο, στις 11.04.2013, με την αίτηση του Ε.Δ Λεμεσού υπ. αριθμό 183/2013, χωρίς να εφεσιβληθεί ή αμφισβητηθεί από την ενάγουσα. Ως εκ τούτου όλα τα θέματα τα οποία εγείρει η ενάγουσα με την αγωγή της και τα οποία αφορούν το επίδικο δάνειο και υποθήκη, έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα με την έκδοση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης και για το λόγο αυτό η ενάγουσα κωλύεται να τα επαναφέρει και/ή όφειλε να τα εγείρει κατά τη διαδικασία της διαιτησίας στην οποία μάλιστα ήταν παρούσα παραδεχόμενη μάλιστα το χρέος της. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων τους και/ή αναγκαστικά οι Καθ' ων η Αίτηση, προβάλλουν περαιτέρω τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  2. Η παρούσα αίτηση αλλά και η αγωγή είναι καταχρηστική και αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις της ενάγουσας, η οποία τεχνηέντως και προσχηματικά προσπαθεί την υστάτη και αφού έχουν ολοκληρωθεί όλες οι διαδικασίες και ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου της, να εμποδίσει τους Καθ' ων η Αίτηση από την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους.
  3. Δεν πληρούνται ούτε κατ' ελάχιστο οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος καθώς η ενάγουσα ενόψει και της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε και εγγράφηκε εναντίον της, ως αναφέρεται ανωτέρω, δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή.
  4. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να παραχωρήσει θεραπείες που να αναστέλλουν και/ή να ακυρώνουν την εκποίηση της υποθήκης, καθώς το δικαίωμα των Καθ΄ων η Αίτηση για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου έχει ήδη και τελεσίδικα αποφασιστεί με την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στα πλαίσια της Γεν. Αίτησης 183/
  5. Οι ισχυρισμοί στους οποίους στηρίζει τα αιτήματα της η ενάγουσα είναι αναληθείς και ανυπόστατοι.
  6. Η ενάγουσα δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και/ή έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα, όπως ή ύπαρξη της εγγραμμένης διαιτητικής απόφασης εναντίον της.
  7. Η αγωγή και η παρούσα αίτηση εγείρονται με μεγάλη καθυστέρηση και με αλλότρια κίνητρα και αφού έχουν εκπνεύσει οι προθεσμίες που θέτει ο Νόμος 9/1965 για ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης.
  8. Οι Καθ΄ων η Αίτηση έχουν συμμορφωθεί και ακολουθήσει όλη τη διαδικασία που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 και έχουν αποστείλει όλες τις απαιτούμενες και τύπους επιστολών για να προχωρήσουν με την εκποίηση και/ή πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου.
  9. Σε περίπτωση έκδοσης του προσωρινού διατάγματος ο πλειστηριασμός και η ορισθείσα ημερομηνία θα αναβληθούν και/ή ολόκληρη η διαδικασία θα καταστεί άνευ αντικειμένου, με αποτέλεσμα να προκληθεί υπέρμετρη αδικία εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.
  10. Η ενάγουσα δεν αναφέρει οποιαδήποτε γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι σε μεταγενέστερο στάδιο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή της.
  11. Η παρούσα αίτηση/έφεση καταπατεί συνταγματικά δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση για γρήγορη και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης και αρχές δικαίου όπως η τελεσιδικία και εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων. Η Ένσταση βασίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 27, Μέρος VI άρθρα 37 έως 44 Μέρος VIA άρθρα 44Α - 44ΙΑΑ και παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 21, 22, 29, 30, 31, 32 και 43, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο άρθρα 49Γ μέχρι 49ΣΤ και άρθρο 52, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.12, Δ.32, Δ.39, Δ.48, Δ.55, Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική, νομολογία και τις σύμφυτες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Φίλιππου Βακανά, λειτουργού στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των Καθ' ων η Αίτηση. Δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τόσο από προσωπική γνώση όσο και από έγγραφα που είναι στην κατοχή και τον έλεγχο του, εκτός όπου δηλώνει διαφορετικά, και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Καθ' ων η Αίτηση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Για τα νομικά θέματα λαμβάνει καθοδήγηση από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει το περιεχόμενο της ένστασης που ετοίμασαν οι δικηγόροι τους στην αίτηση που καταχώρησε η ενάγουσα και συμφωνεί και υιοθετεί πλήρως τόσο τις προδικαστικές εντάσεις που εγείρονται όσο και τους γενικούς λόγους της ένστασης που αναφέρονται σ' αυτή. Σε σχέση και προς υποστήριξη της πρώτης προδικαστικής ένστασης αναφέρει ότι, εξ' όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και εξ' όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, η ενάγουσα δεν μπορεί να προωθεί την παρούσα αίτηση και αγωγή, καθώς η διαδικασία εκποίησης που έχει προωθηθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση μπορεί να ακυρωθεί μόνο με έφεση, δυνάμει του άρθρου 44(Γ)
(3)του Νόμου 9/1965[1], η οποία έπρεπε να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από τη μέρα που επιδόθηκε στην ενάγουσα η ειδοποίηση Τύπος ΙΑ. Στην ενάγουσα, ως είναι παραδεκτό και από την ίδια, επιδόθηκαν στις 28.06.2017 οι ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και ΙΒ που προβλέπονται από τον Νόμο, χωρίς αυτή να τις εφεσιβάλει εντός της προθεσμίας των 30 ημερών. Περαιτέρω στην ενάγουσα επιδόθηκε στις 07.09.2017 η ειδοποίηση πλειστηριασμού Δελτίο Α με την οποία ανακοινώνονται, προς αυτή, όλες οι λεπτομέρειες του πλειστηριασμού και των ακινήτων που θα διατεθούν προς πώληση. Ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν μπορεί να διορθώσει και να θεραπεύσει την παράλειψη της να μην καταχωρήσει την προβλεπόμενη από το Νόμο έφεση, με εναλλακτικό τρόπο και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Σε σχέση με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση που εγείρουν οι Καθ' ων η Αίτηση αναφέρει ότι, εξ' όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και εξ' όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, η ενάγουσα δεν μπορεί λόγω δεδικασμένου να προωθεί την παρούσα αγωγή και αίτηση. Εναντίον της ενάγουσας έχει εκδοθεί, για το επίδικο δάνειο και υποθήκη, διαιτητική απόφαση, ημερομηνίας 12.07.2012, η οποία εγγράφηκε στο Δικαστήριο στις 11.04.2013, με την αίτηση του Ε.Δ Λεμεσού υπ. αριθμό 183/2013, χωρίς να εφεσιβληθεί ή αμφισβητηθεί από την ενάγουσα. Επισυνάπτω και καταθέτω ως Τεκμήριο 1 την διαιτητική απόφαση, ημερομηνίας 12.07.2012 που εκδόθηκε από τον διαιτητή κ. Λοΐζο Σωτηρίου εναντίον της ενάγουσας και προς όφελος των εναγομένων και ως Τεκμήριο 2 το διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης υπ. αριθμό 183/2013 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 11.04.
  1. Περαιτέρω και διευκρινιστικά αναφέρεται στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης του στις συγχωνεύσεις, μετονομασία και την ανάληψη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαφόρων Σ.Π.Ε. μέχρι που η Περιφερειακή ΣΠΕ Λεμεσού Λτδ στις 21.07.2017, έχει συγχωνευθεί με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, με έναρξη ισχύος της συγχώνευσης την 01.07.2017 η οποία μετονομάστηκε σε ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, με ισχύ από 24/7/2017, η οποία με βάση τις πρόνοιες του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, ανέλαβε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Περιφερειακής ΣΠΕ Λεμεσού Λτδ, μεταξύ των οποίων και τα δικαιώματα που προκύπτουν από τη διαιτητική απόφαση και το διάταγμα εγγραφής (Τεκμήρια 1 και 2). Επισύναψε ως Τεκμ. 4 τις σχετικές δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας σε σχέση με την τελευταία συγχώνευση. Αναφέρει και διευκρινίζει επίσης ότι ο αριθμός λογαριασμού 7212270-1 που αναφέρεται στην διαιτητική απόφαση, έχει μετατραπεί, μετά τη συγχώνευση που αναφέρω στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης μου, σε 7246240-6, ο οποίος είναι ο νέος αριθμός λογαριασμού της ενάγουσας, χωρίς όμως να έχει υπάρξει ή επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή ή αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού, ο οποίος είναι στην ουσία ο ίδιος λογαριασμός με αυτόν που αναφέρεται στην διαιτητική απόφαση, με μόνη αλλαγή στον αριθμό. Ως εκ των όσων αναφέρει πιο πάνω όλα τα θέματα τα οποία εγείρει η ενάγουσα με την αγωγή της και τα οποία αφορούν το επίδικο δάνειο και υποθήκη, έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα με την έκδοση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης και για το λόγο αυτό η ενάγουσα κωλύεται να τα επαναφέρει και όφειλε να τα εγείρει κατά τη διαδικασία της διαιτησίας στην οποία μάλιστα ήταν παρούσα και παραδέχτηκε το χρέος της. Πέραν και άνευ βλάβης των όσων αναφέρει ανωτέρω σε σχέση με τις προδικαστικές ενστάσεις των Καθ' ων η Αίτηση, δηλώνει εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και εξ όσων τον συμβουλεύει ο δικηγόρος τους ότι έχει διαβάσει την αγωγή και την ένορκη δήλωση της ενάγουσας η οποία υποστηρίζει την αίτηση της και πέραν των όσων ρητώς παραδέχεται στην παρούσα ένορκη δήλωσή του απορρίπτει όλους τους άλλους ισχυρισμούς της τους οποίους και απαριθμεί. Αγνοεί και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 1 και 2 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας με τις οποίες η ενάγουσα δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα και εξ όσων πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της και ότι έχει μελετήσει τις θεραπείες που αξιώνει με την αγωγή της και ότι συμφωνεί με αυτές και τις υιοθετεί. Παραδέχεται τις παραγράφους 3 και 4 της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας και συμφωνεί με την παραδοχή της ότι συνήψε γραπτή συμφωνία με τους εναγομένους την 21.3.2008 και προς την πιστή τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων προς τους εναγόμενους και ειδικότερα προς την πιστή τήρηση των όρων της εν λόγω συμφωνίας, εγγράφηκε εμπράγματη εξασφάλιση επί των ακινήτων της ως αυτά περιγράφονται στην ένορκη της δήλωση και προς τούτο οι εναγόμενοι άνοιξαν στο όνομά της ως πρωτοφειλέτιδα στο εν λόγω δάνειο και τηρούσαν σχετικό λογαριασμό. Περαιτέρω παραδέχεται ότι την 9.7.2016 της επιδόθηκε η ειδοποίηση τύπου Θ με την οποία οι εναγόμενοι την ενημέρωσαν ότι έχουν καταστήσει απαιτητέο ολόκληρο το χρέος της σε σχέση με τον πιο πάνω λογαριασμό και προτίθεντο, αν δεν πληρωθεί από αυτήν το απαιτούμενο ποσό ή αν δεν προβεί σε οποιονδήποτε διακανονισμό να προωθήσουν τη διαδικασία για πώληση των ακινήτων της που βαρύνονταν με την υποθήκη Υ2859/
  2. Σε σχέση με την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας ότι δηλαδή αυτή επικοινώνησε τηλεφωνικώς με αρμόδιους υπαλλήλους των εναγομένων και βρισκόταν διαρκώς σε επικοινωνία μαζί τους για να βρεθεί μια συνολική διευθέτηση των χρεών της και ότι οι εναγόμενοι την διαβεβαίωναν ότι ενόσω βρίσκονταν στην εν λόγω διαδικασία διευθέτησης σε καμία περίπτωση θα προχωρούσαν στην εκποίηση της υποθήκης Υ2859/2008, αναφέρει ότι η ενάγουσα κατά το έτος 2015 και πριν σταλούν προς αυτήν οι ειδοποιήσεις Τύπου Ι και Θ στις 09/07/2016, και αφού είχε λάβει άλλες προηγούμενες προειδοποιητικές επιστολές και τηλεφωνικές ειδοποιήσεις από τους Καθ' ων η Αίτηση, σύμφωνα με τον Κώδικα Συμπεριφοράς για μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια που εκδίδει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, επικοινώνησε με το Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των Καθ' ων η Αίτηση και σε συζητήσεις που είχε με τους Καθ' ων η Αίτηση, ζήτησε να της δοθεί χρόνος, ούτως ώστε να προβεί σε ενέργειες για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων και εξόφληση του επίδικου δανείου, καθώς δεν είχε άλλο τρόπο να προβεί σε εξόφληση ή αναδιάρθρωση των οφειλών της. Περαιτέρω η ενάγουσα υποσχέθηκε ότι εφόσον της παραχωρείτο χρόνος για να προβεί σε προσπάθειες πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, θα κατέβαλλε έναντι της οφειλής της το ποσό των €100.00 μηνιαίως. Οι Καθ' ων η Αίτηση συμφώνησαν όπως παραχωρηθεί προς την ενάγουσα πίστωση χρόνου ούτως ώστε να προχωρήσει με πώληση των ενυπόθηκων ακίνητων της, με την προϋπόθεση όμως ότι θα έδειχνε έμπρακτες προσπάθειες πώλησης των ακινήτων, αλλά και ότι θα κατέβαλλε το ποσό των €100.00 μηνιαίως έναντι του δανείου της. Η ενάγουσα ωστόσο σε καμία ενέργεια δεν προέβηκε για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων ή τουλάχιστον δεν υπέδειξε στους Καθ' ων η Αίτηση καμία ενέργεια της, παρά τις παρακλήσεις τους, αλλά ούτε τήρησε την υπόσχεση της για πληρωμή των €100.00 μηνιαίως, καθώς αντί του προαναφερόμενου ποσού που είχε συμφωνηθεί να καταβάλλει, κατέβαλλε μόνο το ποσό των €50.
  3. Επισυνάπτει και καταθέτει ως Τεκμήριο 5 κατάσταση του λογαριασμού δανείου της ενάγουσας στην οποία διαφαίνεται ότι από τον 11ο του 2015, καταβάλλει το ποσό των €50.00 σε αντίθεση με τα όσα υποσχέθηκε για καταβολή του ποσού των €100.
  4. Ως εκ τούτου οι Καθ' ων η Αίτηση σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν με την ενάγουσα την ενημέρωσαν ότι παρείχαν προς αυτήν κάθε δυνατή πίστωση χρόνου αλλά η ίδια απέτυχε και παρέλειψε να τηρήσει τις υποσχέσεις της, και ένεκα των παραλείψεων της θα προχωρούσαν όπως και προχώρησαν σε διαδικασία εκποίησης και απέστειλαν προς το σκοπό αυτό τις ειδοποιήσεις Τύπου Ι και Θ. Παρά την αποστολή των επιστολών Τύπου Ι και Θ προς την ενάγουσα η ίδια ουδέποτε επικοινώνησε με τους Καθ' ων η Αίτηση και ούτε αντέδρασε ή προέβαλε οποιοδήποτε νέο αίτημα για αναδιάρθρωση και διευθέτηση των υποχρεώσεων της και τονίζει κατηγορηματικά ότι σε καμία περίπτωση οι Καθ' ων η Αίτηση δεν ανέφεραν ή διαβεβαίωσαν την ενάγουσα μετά την αποστολή των επιστολών τύπου Ι και Θ ότι δεν θα προχωρούσαν τη διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων της. Παραδέχεται την αποστολή των ειδοποιήσεων Τύπου ΙΑ και ΙΒ προς την ενάγουσα, στις 28.06.2017, με τις οποίες ενημερωνόταν για τη διαδικασία πλειστηριασμού που θα διεξαγόταν στις 30.10.2017, αλλά απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι οι Καθ' ων η Αίτηση την διαβεβαίωσαν ότι οι ειδοποιήσεις και η ημερομηνία πλειστηριασμού που ορίστηκε ήταν τυπική διαδικασία. Επαναλαμβάνει ότι η ενάγουσα ουδέποτε επικοινώνησε με τους ενάγοντες μετά την παραλαβή όλων των ειδοποιήσεων Τύπου Ι, Θ, ΙΑ και ΙΒ και αναφέρει επίσης ότι πρακτική των Καθ' ων η Αίτηση δεν είναι να προχωρούν σε διαδικασίες εκποίησης για τυπικούς λόγους, αλλά οι εν λόγω διαδικασίες προχωρούν σε περιπτώσεις όπου έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια αναδιάρθρωσης χωρίς αποτέλεσμα ή όταν ο χρεώστης δεν τηρεί υποσχέσεις ή δεν προσέρχεται ή δεν ενδιαφέρεται να προβεί σε αναδιάρθρωση. Η ενάγουσα γνώριζε και ήταν ενήμερη ότι εφόσον δεν τήρησε τις υποσχέσεις της, οι Καθ' ων η Αίτηση θα προχωρούσαν σε διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων και ότι η διαδικασία ήταν γνήσια και όχι τυπική. Όλα όσα αναφέρει η ενάγουσα αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της οι οποίες προβάλλονται με μοναδικό σκοπό να δικαιολογήσουν, την απραξία της και την παράλειψη της να προχωρήσει με έφεση εντός του καθορισμένου, από το άρθρο 44(Γ)
(3)του Νόμου 9/1965, χρόνου. Από την παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως της ενάγουσας, παραδέχεται ότι στις 07.09.2017 επιδόθηκε σε αυτή ειδοποίηση πλειστηριασμού Δελτίο Α, την οποία καταθέτει και επισυνάπτει μαζί με την επίδοση του ιδιώτη επιδότη Μαρίνου Βασιλείου ως Τεκμ.
  1. Αναφέρει ότι καμία απάντηση δεν εκκρεμούσε να δοθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση προς την ενάγουσα για αναδιάρθρωση του δανείου της, καθώς η ενάγουσα γνώριζε ότι εφόσον δεν τήρησε τις υποσχέσεις της, οι Καθ' ων η Αίτηση θα προχωρούσαν με εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Παραδέχεται ότι με την αγωγή της η ενάγουσα αμφισβητεί το ύψος του αιτούμενου ποσού και την νομιμότητα της υποθήκης, αλλά τονίζει ότι η αγωγή είναι εντελώς αβάσιμη και εν πάση περιπτώσει, τα θέματα τα οποία εγείρει έχουν αποφασιστεί με την διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε και εγγράφηκε εναντίον της ενάγουσας και ως εκ τούτου υπάρχει δεδικασμένο το οποίο εμποδίζει την ενάγουσα να εγείρει την αγωγή και τις εν λόγω αξιώσεις. Η ενάγουσα έχει καταχωρήσει την αγωγή και την αίτηση της με υπέρμετρη καθυστέρηση, λίγες μέρες πριν τον πλειστηριασμό και αφού οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν εδώ και ενάμιση χρόνο αποστείλει διάφορες επιστολές προς αυτή ενημερώνοντας την για τον πλειστηριασμό, όπως επίσης την ενημέρωσαν και τηλεφωνικώς. Ως εκ τούτου κανένα κατ' επείγον δεν υπάρχει και ούτε πρόκειται να παραβλαφθούν τα συμφέροντα της ενάγουσας εάν δεν ακυρωθεί ή ανασταλεί ο πλειστηριασμός, αλλά αντίθετα τα συμφέροντα αυτών που θα πληγούν είναι των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι θα πρέπει να αναμένουν, την εκδίκαση της αγωγής της ενάγουσας για να προχωρήσουν στην άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους, όπως αυτά μάλιστα έχουν αποκρυσταλλωθεί και με την διαιτητική απόφαση που εγγράφηκε εναντίον της ενάγουσας. Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί καθησυχασμού της είναι εντελώς ανυπόστατοι, αναληθείς και ψευδείς και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της. Η ενάγουσα είχε κάθε δυνατότητα και δικαίωμα να εγείρει όσα εγείρει με την παρούσα αγωγή της κατά τη διαδικασία διαιτησίας και της εγγραφής ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά παρέλειψε να το πράξει και παραδέχτηκε μάλιστα το χρέος και την οφειλή της αλλά και το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση να εκποιήσουν την υποθήκη Υ2859/
  2. Αναφέρει επίσης ότι εξ όσων την συμβουλεύει ο δικηγόρος τους, πέραν των συνταγματικών δικαιωμάτων της ενάγουσας ανάλογα δικαιώματα έχουν και οι Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι έχουν δικαίωμα να διασφαλιστούν τα δικαιώματα τους το συντομότερο δυνατό αλλά και να εκτελέσουν την απόφαση που έχει εκδοθεί προς όφελος τους. Παραδέχεται ότι με την αγωγή της η ενάγουσα ζητά ακύρωση της σύμβασης δανείου, αλλά τονίζει και επαναλαμβάνει ότι η εν λόγω αξίωση της είναι εντελώς ανυπόστατη και αβάσιμη και εμποδίζεται μάλιστα να την προωθεί λόγω δεδικασμένου. Αναφέρει επίσης ότι η αξίωση της ενάγουσας είναι σε πλήρη αντίφαση με τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα της για έκδοση του προσωρινού διατάγματος, καθώς από τη μία ισχυρίζεται με την αγωγή ότι το δάνειο είναι άκυρο λόγω απάτης ή δόλου, ενώ από την άλλη στην ένορκη δήλωση της ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν προωθήσει την εκποίηση δόλια και ενώ εξετάζονταν αιτήματα αναδιάρθρωσης του επίδικου δανείου. Ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες θα υποστούν σοβαρότατη ζημιά σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος, καθώς πέραν της καθυστέρησης που θα προκληθεί στην άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους, το ποσό το οποίο θα καταστεί οφειλόμενο μέχρι την διεκπεραίωση της αγωγής θα είναι κατά πολύ αυξημένο από αυτό που οφείλεται σήμερα και δεν θα καλύπτεται σε καμία περίπτωση από τα ενυπόθηκα ακίνητα, τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν καλύπτουν ούτε σήμερα το οφειλόμενο υπόλοιπο της ενάγουσας, όπως φαίνεται και από το Δελτίο Τύπου Α(Τεκμήριο 6) και τις επιφυλαχθείσες σε αυτό Τιμές Πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων τα οποία θα παραβλάψουν εάν εκδοθούν τα συμφέροντα των Καθ' ων η Αίτηση. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους όπου αναφερόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης ανέπτυξαν νομική επιχειρηματολογία υποστηρίζοντας τις θέσεις τους όπως εκτίθενται πιο πάνω στην αίτηση και ένσταση. Η πλευρά των αιτητών υποστήριξε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοση των επιδιωκόμενων διαταγμάτων στη βάση του Άρθρου 32 και τις αρχές που έχουν αναπτυχθεί για την εφαρμογή του. Από την άλλη η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση εισηγήθηκαν διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα κάνω ιδιαίτερη αναφορά σε ζητήματα που θίγουν στις αγορεύσεις τους. ΓΕΓΟΝΟΤΑ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ : Είναι ξεκάθαρο ότι γενεσιουργός αιτία καταχώρισης της αγωγής αλλά και της υπό εξέταση αίτησης, είναι η διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων της ενάγουσας, η οποία άρχισε από τους Καθ' ων η Αίτηση, με βάση το νεοσυσταθέν Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 και είχε ως κατάληξη τον ορισμό της 30.10.2017, ως ημερομηνίας πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων. Οι Καθ' ων η Αίτηση με την ένσταση τους εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται με την παρούσα αίτηση να ζητά θεραπείες οι οποίες σχετίζονται με την αναστολή ή ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού, καθώς τέτοιου είδους θεραπείες μπορούν να παραχωρηθούν από το Δικαστήριο, μόνο στα πλαίσια έφεσης που καταχωρείται δυνάμει του άρθρου 44(Γ) του Νόμου, εντός 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ. Προκύπτει αβίαστα από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι η ενάγουσα είναι ξεκάθαρο ότι με την καταχώρηση της αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης, προσπαθεί, την υστάτη, να καλύψει τις παραλείψεις και την αδράνεια της να αμφισβήτηση, με τα ένδικα μέσα τα οποία καθορίζει η Νομοθεσία, τη διαδικασία εκποίησης που προώθησαν οι Καθ' ων η Αίτηση. Θα συμφωνήσω με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση ότι η διαδικασία εκποίησης που διέπεται από το Μέρος VIA του Νόμου, και ειδικά στο στάδιο το οποίο ευρίσκεται, ήτοι μετά την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ, μπορεί να ανατραπεί μόνο με τη διαδικασία της έφεσης την οποία προβλέπει το άρθρο 44(Γ)
(3)του Νόμου και για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται σε αυτό. Αντίθετη άποψη, συμφωνώ ότι θα οδηγούσε σε ανεπιθύμητα αποτελέσματα και σε αχρησία της διαδικασίας που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου αλλά και των προθεσμιών που τίθενται με αυτό, καθώς οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος θα μπορούσε, με την απλή καταχώρηση αγωγής και αίτησης προσωρινού διατάγματος να αναστείλει την διαδικασία πλειστηριασμού, παρά το γεγονός ότι δεν καταχώρησε έφεση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Έχει μάλιστα κατ' επανάληψη τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι οι προθεσμίες, που θέτουν οι Νόμοι και οι Θεσμοί, αποτελούν το υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος και της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και γι' αυτό πρέπει να τηρούνται αυστηρά( βλέπετε σχετικά Κληρίδης ν Σταυρίδη
(1997)1Γ ΑΑΔ 1348 και Μιχαηλίδης ν Χρίστου
(1996)1Β ΑΑΔ 1190). Εφόσον ο Νομοθέτης έχει προβλέψει τόσο το ένδικο μέσο παραμερισμού της σκοπούμενης πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου όσο και τις προθεσμίες αλλά και τους λόγους για τους οποίους μπορεί να παραμεριστεί η ειδοποίηση πλειστηριασμού, το πρόσωπο το οποίο έχει παραλείψει να προβεί στη λήψη των προβλεπόμενων από το Νόμο ένδικων μέσων, δεν μπορεί να αναζητεί τις εν λόγω θεραπείες με εναλλακτικές μεθόδους και διαδικασίες, όπως πράττει στην παρούσα περίπτωση καταχρηστικά η ενάγουσα. Σε τέτοια περίπτωση και κατά παρέκκλιση των λόγων παραμερισμού του πλειστηριασμού που έχει θέσει ο Νομοθέτης, θα επιτρεπόταν η επέκταση των λόγων αλλά και των ένδικων μέσων αμφισβήτησης ή ακύρωσης του πλειστηριασμού, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια δικαίου και εμπλοκή σε ατέρμονες δικαστικές διαδικασίες, εις βάρος φυσικά του ενυπόθηκου δανειστή. Στην παρούσα υπόθεση οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν προχωρήσει από την αρχή ακολουθώντας βήμα προς βήμα την προβλεπόμενη διαδικασία και έχουν αποστείλει όλες τις αναγκαίες από το Νόμο επιστολές, έχουν ορίσει εκτιμητές για καθορισμό της τιμής πώλησης, έχουν δημοσιεύσει το Δελτίο Τύπου Α και έχει ορισθεί ημερομηνία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Σε όλα αυτά τα διαβήματα που λαμβάνουν εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο οι Καθ' ων η Αίτηση, η ενάγουσα δεν έχει προβεί σε καμία ενέργεια αμφισβήτησης των ενεργειών των Καθ' ων η Αίτηση και ούτε έχει λάβει οποιοδήποτε ένδικο μέσο για παραμερισμό ή ανακοπή τους. Τα ως άνω αντιβαίνουν όσα ο Νομοθέτης είχε σκοπό να εφαρμόσει με τη θέσπιση του Μέρους VIA, να επιτραπεί δηλαδή στην ενάγουσα να αναστείλει τον πλειστηριασμό, που έχει οριστεί, μέσω της αγωγής και της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης. Συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ΄ων η Αίτηση ότι στην παρούσα περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η νομική αρχή του "lex specialis derogat legi generali" δυνάμει της οποίας ο ειδικός Νόμος υπερισχύει του γενικού. Στην προκειμένη περίπτωση ο ειδικός Νόμος είναι ξεκάθαρα ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος ο οποίος δυνάμει του Μέρους VIA εισάγει στο Κυπριακό δίκαιο μία νέα διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, σκοπός της οποίας είναι να προσδώσει ταχύτητα και αποτελεσματικότητα στην διαδικασία εκποίησης των ακινήτων, ως άλλωστε απαιτείται και από την Ευρωπαϊκή Οδηγία 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ.648/2012. Ως ειδικός λοιπόν Νόμος, ο Νόμος 9/1965 υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου Νόμου. Συνακόλουθα υπερισχύουν και οι διαδικασίες που τίθενται μέσω του εν λόγω Νόμου αλλά και τα ένδικα μέσα προσβολής οποιασδήποτε πράξης ή αποτελέσματος που πηγάζει από την εφαρμογή του. Ως εκ τούτου το ένδικο μέσο της έφεσης, δυνάμει του οποίου μπορεί να παραμεριστεί η διαδικασία εκποίησης, δεν μπορεί να υποκατασταθεί και/ή να αναζητηθεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου, όπως εν προκειμένω το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, καθώς το ένδικο μέσο της έφεσης τίθεται ειδικά στον Νόμο και μπορεί να γίνει επίκληση του μόνο για τους ειδικούς λόγους που αναφέρονται σε αυτό και εντός των καθορισθέντων προθεσμιών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων και παροχής προσωρινής θεραπείας, δεν αποτελεί όμως πανάκεια και ούτε δύναται να γίνεται επίκληση του, για να καλυφθούν παραλείψεις ή να αναβιώσουν προθεσμίες που έχουν παρέλθει ή ως υποκατάστατο θεραπειών και ένδικων μέσων που παρέχονται ρητώς σε Νομοθετήματα. Καταλήγω ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αίτηση, για το λόγο ότι ο ορισθείς πλειστηριασμός δύναται να ακυρωθεί μόνο με τη διαδικασία της έφεσης δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3). Οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν επίσης δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η αγωγή και κατ' επέκταση και η παρούσα αίτηση, δεν μπορούν να προωθηθούν λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου. Η εν λόγω προδικαστική ένσταση είναι μάλιστα άρρηκτα συνδεδεμένη και με την δεύτερη προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Από τα στοιχεία που έχουν θέσει ενώπιον μου οι Καθ' ων η Αίτηση και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο από την ενάγουσα, διαφαίνεται ότι εναντίον της ενάγουσας έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση σε σχέση με το επίδικο δάνειο και την επίδικη υποθήκη. Η διαιτητική απόφαση έχει εγγραφεί στο Δικαστήριο και έχει λάβει πλέον τη μορφή απόφασης Δικαστηρίου (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 1 και 2 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση των Καθ' ων η Αίτηση). Στη διαιτητική απόφαση αναφέρεται μάλιστα ότι η ενάγουσα παραδέχτηκε το χρέος της και επομένως ο διαιτητής εξέδωσε την απόφαση εναντίον της, όπως επίσης και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης υπ. αριθμό Υ2859/2008. Η εφαρμογή του κανόνα κωλύματος λόγω δεδικασμένου απαιτεί την ύπαρξη των ακόλουθων στοιχείων (βλέπετε την απόφαση Ηλίας Μ. Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 768):
(1)Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη.
(2)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων.
(3)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων.
(4)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων της πρώτης και της δεύτερης αγωγής.
(5)Ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προηγούμενη απόφαση είχε δικαιοδοσία να εκδώσει την απόφαση. Στην υπόθεση Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ,
(1995)1 ΑΑΔ 670, λέχθηκαν τα εξής: «... δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. Natwest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί ....». Περαιτέρω στην υπόθεση K.S.R Commercio E Emdustria de Papel S.A κ.α v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 309 αναφέρθηκε ότι «η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Βλέπετε και Χριστοφή (Παπέττας) v. Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1703, Κλεόπα v. Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58 και Υπουργός Εσωτερικών v. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120." Στην υπόθεση Avgousta Κ. Theori a.a.v. Maroulla A. Djoni a.a.
(1984)1 CLR 296, τονίστηκε ότι η αρχή του δεδικασμένου δεν τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε θέματα που εξετάσθηκαν στην πρώτη διαδικασία αλλά επεκτείνεται και σε θέματα τα οποία θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στην πρώτη διαδικασία αν οι διάδικοι ασκούσαν δέουσα επιμέλεια. Η αρχή του δεδικασμένου έχει ως στόχο την προστασία του διαδίκου από την ανάγκη να υποχρεωθεί να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές (βλ. Odger's on Pleadings andPractice, 22η Έκδοση, σελ. 188, και δημιουργήθηκε από την ανάγκη της τελεσιδικίας. Στην υπό εξέταση υπόθεση είναι ξεκάθαρο ότι μεταξύ διαιτητικής απόφασης και της παρούσας αγωγής υπάρχει ταύτιση διαδίκων και επίδικων θεμάτων, ενώ η απόφαση του διαιτητή εγγράφηκε σε Δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας, χωρίς να εφεσιβληθεί ή να ζητηθεί ο παραμερισμός του διατάγματος εγγραφής, με αποτέλεσμα η διαιτητική απόφαση και το διάταγμα εγγραφής της να καταστούν τελεσίδικα. Όλες οι θεραπείες τις οποίες ζητά η ενάγουσα με την αγωγή της, έχουν ως θέμα το δάνειο και την υποθήκη για τα οποία έχει εκδοθεί και εγγραφεί η διαιτητική απόφαση. Εάν η ενάγουσα θεωρεί ότι στο δάνειο έχουν επιβληθεί παράνομες χρεώσεις και/ή ότι εξαπατήθηκε ή ότι η υποθήκη είναι άκυρη και γενικά όλα όσα αναφέρει στην αξίωση της, είναι θέματα τα οποία όφειλε να εγείρει κατά τη διαδικασία της διαιτησίας. Η παράλειψη να εγείρει τα θέματα αυτά δημιουργούν κατ' εφαρμογή και των αποφάσεων που αναφέρθηκαν ανωτέρω δεδικασμένο και κωλύουν και εμποδίζουν την ενάγουσα να αξιώνει με την παρούσα αγωγή θεραπείες και/ή να προβάλλει ισχυρισμούς τους οποίους όφειλε να έχει προβάλει σε προηγούμενες νομικές και δικαστικές διαδικασίες. Η ενάγουσα μάλιστα με την αγωγή της δεν κάνει καμία αναφορά στην έκδοση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης και ως εκ τούτου κρίνω ότι υπάρχει απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από μέρους της παρόλο ότι είχε αποταθεί μονομερώς αξιώνοντας τα επίδικα διατάγματα και επικαλούμενη την επιείκεια του Δικαστηρίου. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι η παρούσα αγωγή δεν έχει καμία ορατή πιθανότητα επιτυχίας, που να μπορεί κατ' ελάχιστο να δικαιολογήσει την έκδοση προσωρινού διατάγματος, καθώς η ενάγουσα εμποδίζεται να την προωθεί λόγω ύπαρξης δεδικασμένου. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω η αγωγή είναι καταχρηστική και όλα όσα αναφέρει η ενάγουσα αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της, οι οποίες εγείρονται την τελευταία πραγματικά στιγμή. Η ενάγουσα "θυμήθηκε" ουσιαστικά ότι στο δάνειο της υπάρχουν παράνομες χρεώσεις και/ή ότι εξαπατήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, ένα μήνα πριν την ορισθείσα ημερομηνία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων της. Η ενάγουσα ενώ, όπως η ίδια αποδέχεται, έλαβε την πρώτη ειδοποίηση για την πρόθεση των Καθ' ων η Αίτηση να εκποιήσουν τα ακίνητα της στις 09.07.2016 και ενώ στη συνέχεια έλαβε και άλλες επιστολές στις οποίες μάλιστα οριζόταν και ημερομηνία πλειστηριασμού, δεν αντέδρασε και ούτε έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για να διασφαλίσει τα δικαιώματα της. Η δικαιολογία που προβάλλει ότι βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τους Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι την διαβεβαίωναν ότι η διαδικασία και οι επιστολές ήταν τυπικές, πέραν του ότι προβάλλεται εντελώς γενικά και αόριστα, χωρίς καμία επεξήγηση ως προς τις διαπραγματεύσεις που εκκρεμούσαν για περίπου ενάμιση χρόνο από την πρώτη επιστολή που έλαβε, θεωρώ ότι δεν αντέχει ούτε τη βάσανο της λογικής. Είναι δε ορθά και εύλογα που έθεσαν τα ακόλουθα ρητορικά ερωτήματα στην αγόρευση τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση: (α) Είναι δυνατόν η ενάγουσα να έλαβε από τους Καθ' ων η Αίτηση τρεις επιστολές, οι οποίες ξεκάθαρα δηλώνουν την πρόθεση τους να εκποιήσουν τα ακίνητα της και αυτή να μην είχε λάβει μέτρα νωρίτερα; (β) Από την άλλη πως είναι δυνατό να εκκρεμούν διαπραγματεύσεις για το δάνειο της χωρίς οποιαδήποτε κατάληξη για περίοδο ενάμιση χρόνου και η ενάγουσα να πιστέψει ότι η επιστολές που στέλνονταν, ενώ εκκρεμούσαν οι κατ' ισχυρισμό διαπραγματεύσεις, ήταν τυπικές; (γ) Είναι δυνατό να πιστέψει ότι η ημερομηνία, η ώρα και ο τόπος πλειστηριασμού που καθαρίσθηκαν με την επιστολή Τύπου ΙΑ, ήταν τυπικά; Η απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα είναι ότι η ενάγουσα ουδέποτε θεώρησε τυπική την διαδικασία γιατί ουδέποτε ήταν τέτοια. Αυτό άλλωστε αναφέρεται και από τον ενόρκως δηλούντα των Καθ' ων η Αίτηση χωρίς να αμφισβητηθεί από την ενάγουσα (βλέπετε παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης του κ. Φίλιππου Βακανά). Όλα όσα αναφέρει η Αιτήτρια και η δικαιολογία που προβάλλει για το γεγονός ότι δεν εφεσίβαλε την ειδοποίηση Τύπου ΙΑ, είναι εντελώς προσχηματικά και εγείρονται όψιμα και καθυστερημένα. Η αγωγή στη βάση των πιο πάνω δεδομένων δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως προσχηματική. Το γεγονός αυτό καταδεικνύεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο από την αντιπαραβολή των αξιώσεων της ενάγουσας, με τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην ένορκη δήλωση της, οι οποίοι είναι σε πλήρη αντίθεση και αντίφαση. Ενώ δηλαδή με την αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίζεται ακυρότητα των συμβάσεων λόγω εξαπάτησης της από τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή ότι στο δάνειο της υπάρχουν παράνομες χρεώσεις, στην ένορκη δήλωση της και στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει την απραξία της στις επιστολές που λάμβανε, αναφέρει ότι ήταν σε διαπραγματεύσεις με τους Καθ' ων η Αίτηση, ούτως ώστε να βρεθεί τρόπος για να συμμορφώνεται με τις συμβατικές της υποχρεώσεις (βλέπετε παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας). Στην ένορκη δήλωση της η ενάγουσα δεν κάνει μάλιστα καμία αναφορά εάν στις διαπραγματεύσεις που είχε με τους Καθ' ων η Αίτηση, είχε θέσει οποιοδήποτε ζήτημα παράνομων χρεώσεων ή ακυρότητας των συμβάσεων. Προκύπτει επομένως το ερώτημα πως και γιατί η ενάγουσα η οποία από τη μία εξαπατήθηκε και ο λογαριασμός της χρεώθηκε παράνομα, ως ισχυρίζεται με την αγωγή της, ήταν σε διαπραγματεύσεις με τους Καθ' ων η Αίτηση για αναδιάρθρωση των δανείων της. Γιατί η ενάγουσα δεν προχώρησε τόσα χρόνια σε καταχώρηση αγωγής και ανέμενε τον ορισμό ημερομηνίας πλειστηριασμού για να το πράξει; Είναι ένα άλλο εύλογο ερώτημα που τίθεται και για το οποίο δεν παρέχεται απάντηση από την Αιτήτρια. Όλα τα πιο πάνω συνηγορούν και οδηγούν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο στο συμπέρασμα ότι αγωγή της ενάγουσας δεν εδράζεται σε γνήσιες αξιώσεις, αλλά αποσκοπεί μέσω της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος να εμποδίσει και/ή να καθυστερήσει τους Καθ' ων η Αίτηση από την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους, ως αυτά έχουν μάλιστα αποκρυσταλλωθεί και με την διαιτητική απόφαση που εγγράφηκε στο Δικαστήριο. Ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αποκαλύπτεται με την παρούσα αγωγή και την αίτηση, καθώς πέραν των γενικών αναφορών της ενάγουσας για την ύπαρξη παράνομων χρεώσεων και ακυρότητας των συμβάσεων, δεν έχουν παρατεθεί οποιαδήποτε στοιχεία που θα υποδήλωναν την ύπαρξη των παράνομων χρεώσεων ή των λόγων ακυρότητας των συμβάσεων. Επομένως υποστηρίζονται αόριστα ισχυρισμοί για να δικαιολογήσουν μιαν ανυπόστατη κατά τα άλλα αίτηση όπως εξηγήθηκε πιο πάνω εξετάζοντας την πρώτη προδικαστική ένσταση. Συνακόλουθα και χωρίς επηρεασμό των όσων αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με την ύπαρξη δεδικασμένου δεν υπάρχει ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της παρούσας αγωγής. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και πάλι θεωρώ ότι δεν πληρείται καθώς η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει αλλά ούτε αναφέρει οποιαδήποτε αδυναμία των Καθ' ων η Αίτηση να την αποζημιώσουν, σε περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή της και δεν εκδοθεί το παρόν διάταγμα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι οποίοι απαντούν κατά την άποψη μου και στην επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από πλευράς της Αιτήτριας στην αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων της, κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας/ αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπογρ.)............... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ 44Γ.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1). [1] 44Γ.-
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.