← Κύπρος

ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ κ.α. ν. ΤΡΥΦΩΝΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ κ.α., Αγωγές: 6188/10 και 3972/11, 25/5/2017

ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ κ.α. ν. ΤΡΥΦΩΝΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ κ.α., Αγωγές: 6188/10 και 3972/11, 25/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A142 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αγωγές: 6188/10 και 3972/11 (Συνενωμένες) Αρ. Αγωγής: 6188/10 Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ Ενάγοντα και ΤΡΥΦΩΝΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ Εναγόμενου - - - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3972/11 Μεταξύ: ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΜΗΧΑΝΟΚΙΝΗΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ Εναγόντων και ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία: 25 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα στην 6188/10: Ο κ. K. Κουρίδης για Ηλία & Ηλία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο στην 6188/10: Η κα Ι. Λοϊζίδου για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες στην 3972/11: Η κα Ι. Λοϊζίδου για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο στην 3972/11: Ο κ. K. Κουρίδης για Ηλία & Ηλία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 17.10.2008 συνέβη τροχαίο δυστύχημα με ενεχόμενα οχήματα δύο μοτοσικλέτες που έβαιναν από αντίθετη κατεύθυνση στην οδό Σουηδίας στη Λεμεσό. Από το δυστύχημα τραυματίστηκαν σοβαρά και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί. Λόγω του ότι και στις δύο ως άνω αγωγές μεταξύ των επίδικων θεμάτων που παρέμειναν προς επίλυση ήταν και το ζήτημα της ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος, προκρίθηκε σε προγενέστερο στάδιο ότι θα έπρεπε ως προς το ζήτημα αυτό οι δύο αγωγές συνεκδικαστούν και καθορίστηκε ως η οδηγός αγωγή η Αγ. Αρ. 6188/2010. Ο ενάγων στην Αγ. Αρ. 6188/2010 Μάριος Χαριλάου, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής ΚΒΜ 855 με συνεπιβάτη σε αυτή τον κ. Παναγιώτη Παναγή κατά μήκος της πιο πάνω οδού με δυτική κατεύθυνση, ενώ ο εναγόμενος Τρύφωνας Θεοφίλου, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του, υπ. αρ. εγγραφής ΚΤΜ 250, από την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Μάριος Χαριλάου στην Έκθεση Απαιτήσεως του, προέβαλε τον ισχυρισμό και την εκδοχή ότι σε κάποιο σημείο ο εναγόμενος οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου οδηγούσε αυτός, με αποτέλεσμα να προκληθεί ατύχημα που είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί σωματικές βλάβες, πόνο, ταλαιπωρία, ειδικές ζημιές, μελλοντικές απώλειες και επεμβάσεις, λόγω ακριβώς της αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγόμενου. Το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων ήγειρε την Αγ. Αρ. 3972/2011 εναντίον του ενάγοντος στην οδηγό αγωγή, οδηγού της μοτοσικλέτας με αρ. εγγραφής ΚΒΜ 855, εφόσον προέβη σε καταβολή αποζημίωσης για το ποσό των €250.000,00 στον εναγόμενο στην οδηγό αγωγή κ. Τρύφωνα Θεοφίλου, εφόσον κατά κοινή παραδοχή ο πιο πάνω ενάγων στην οδηγό αγωγή, οδηγούσε το ως άνω όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο χωρίς να υπήρχε σε ισχύ Ασφαλιστήριο δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Ο ενάγων στην οδηγό αγωγή και εναγόμενος στην παρούσα για το ζήτημα της ευθύνης ισχυρίζεται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του ότι δεν φέρει οποιανδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος και για τον τραυματισμό του εναγόμενου στην οδηγό αγωγή, όπως του καταλογίζεται, αλλά αντίθετα ήταν ο εναγόμενος στην οδηγό αγωγή που οδηγώντας αμελώς προκάλεσε το δυστύχημα με αποτέλεσμα να τραυματισθεί και ο ίδιος σοβαρά με αποτέλεσμα να διεκδικεί αποζημιώσεις εναντίον του με την οδηγό αγωγή και να αξιώνει με την ανταπαίτηση του στην παρούσα διάφορες δηλώσεις ή διακηρύξεις αναγνωριστικές του δικαιώματος που είχε να ενημερωθεί από τους εδώ ενάγοντες για την απαίτηση που υπέβαλε ο Τρύφωνας Θεοφίλου, πριν του καταβληθεί οποιαδήποτε αποζημίωση, για να εκφέρει και ο ίδιος άποψη για τις πραγματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το δυστύχημα και για το ποιος και σε ποιο βαθμό ευθύνεται γι' αυτό, θεωρώντας την διευθέτηση στην οποία προέβησαν οι ενάγοντες ότι δεν τον δεσμεύει και δεν του επιφέρει οποιανδήποτε υποχρέωση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ KAI ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Προσφέρθηκε μαρτυρία μόνο ως προς το ζήτημα της ευθύνης. Για την πλευρά του ενάγοντος στην οδηγό αγωγή, εκτός από τον ίδιο κατάθεσε ο Αστ. 2909 Κυριάκος Αλεξάνδρου (Μ.Ε.1), που ήταν ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος και ο κ. Παναγιώτης Παναγή (Μ.Ε.3), που ήταν συνεπιβάτης στη μοτοσικλέτα που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο ο ενάγοντας. Για την Υπεράσπιση κατάθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος κ. Τρύφωνας Θεοφίλου. Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή τόσο τον ενάγοντα όσο και τους μάρτυρες που κατάθεσαν γι΄αυτόν όπως και τον εναγόμενο ενώ έδιδαν ενόρκως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια της αξιολόγησης μου λαμβάνω επίσης υπόψη τα τεκμήρια που κατατέθηκαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα γεγονότα, γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατάθεταν, το χρόνο που διέρρευσε από τα γεγονότα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους, 1 Α.Α.Δ.

(1996)σελ. 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους, 1 Α.Α.Δ.
(1997)σελ. 1119, Αθανασίου και άλλος ν. Κουνούνη, 1 Α.Α.Δ.
(1997)σελ. 614, Ομήρου v. Δημοκρατίας 2 Α.Α.Δ.
(2001)σελ. 506. Περαιτέρω στην Στυλιανίδης v. Χ¨ Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρος ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική κρίση και υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή.» Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από την πρόσφατη απόφαση Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165. Στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 407 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η έλλειψη αντίφασης στη μαρτυρία μιας πλευράς, και αν ακόμα λαμβανόταν ως δεδομένη, δεν αρκεί για να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία. Η αξιοπιστία της μαρτυρίας κρίνεται σε πολύ ευρύτερο πλαίσιο και με αναφορά σε οτιδήποτε σχετικό, περιλαμβάνει δε και την ίδια την υποκειμενική αντίληψη φιλαλήθειας των μαρτύρων εκ μέρους του εκδικάζοντος δικαστή.» Ο Αστ. Κ. Αλεξάνδρου (Μ.Ε.1), με σχετική εκπαίδευση σε τροχαία δυστυχήματα στην Αστυνομική Ακαδημία και ένας έμπειρος εξεταστής τροχαίων δυστυχημάτων εφόσον εργάζεται στο Τμήμα Τροχαίας για 13 χρόνια και πείρα στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, στις 17.10.2008 διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα και ετοίμασε αστυνομική έκθεση (Τεκμ. 1), συμμετρικό σχεδιάγραμμα (Τεκμ.2) και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα μαζί με το έγγραφο για τις ζημιές των οχημάτων (Τεκμ.3). Εξήγησε ότι τα πρωτότυπα των πιο πάνω εγγράφων βρίσκονται κατατιθεμένα στο φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης 2880/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων δεν αμφισβητήθηκε και οι σχετικές με αυτά ερωτήσεις που υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του αποσκοπούσαν κυρίως σε διευκρίνιση κάποιων επί μέρους θεμάτων. Ο μάρτυς, όπως ανέφερε, έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τον ενάγοντα και τον εναγόμενο στην οδηγό αγωγή (Τεκμ. 4 και 5 αντίστοιχα). Ήταν δε αυτός που εξέθεσε γραπτές κατηγορίες τόσο στον ενάγοντα ο οποίος δεν τις παραδέχθηκε όσο και στον εναγόμενο ο οποίος τις παραδέχθηκε (Τεκμ. 6 και 7 αντίστοιχα). Ο μάρτυς αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της δικής του κατάθεσης η οποία κατατέθηκε ως Τεκμ.
  1. Φωτογραφίες της σκηνής του επίδικου ατυχήματος οι οποίες λήφθηκαν μετά από δικές του υποδείξεις, κατατέθηκαν ως Τεκμ.
  2. Ακόμη, υιοθέτησε το ευρετήριο των φωτογραφιών που είχε ετοιμαστεί για καλύτερη επεξήγηση τους. Σε σχέση με την ορατότητα του ενάγοντος, ανέφερε ότι αυτή ήταν μερικώς περιορισμένη, ενώ του εναγόμενου ήταν περισσότερο περιορισμένη διότι στην πορεία του υπήρχε ελαφρά αριστερή στροφή και επίσης θάμνοι και ένα κυπαρίσσι που καταλάμβαναν μέρος του οδοστρώματος εντός της πορείας του. Προς τούτο υπέδειξε τις φωτογραφίες υπ. αρ. 9 και 12 του Τεκμ.
  3. Ακόμη, τόνισε ότι η κλίση του εν λόγω δρόμου ξεκινά λίγο πιο πάνω από το κυπαρίσσι. Το κυπαρίσσι και οι θάμνοι, όπως ανέφερε, επενέβαιναν και καταλάμβαναν μέρος του δρόμου. Προς επιβεβαίωση αυτού του ισχυρισμού του υπέδειξε τις φωτογραφίες αρ. 2 και 8 του Τεκμ.
  4. Ανέφερε ότι οι θάμνοι εξείχαν εντός του δρόμου περί τα 40 με 50 εκ. Όσον αφορά το κυπαρίσσι εξήγησε ότι και αυτό εξείχε στο δρόμο όπως και οι θάμνοι και προς τούτο υπέδειξε τη φωτογραφία 8 του Τεκμ.
  5. Σχετικά με τη συρμάτινη περίφραξη, όπως αυτή διακρίνεται στις φωτογραφίες 7 και 12 του Τεκμ. 9, εξήγησε ότι αυτή ξεκινά πάνω στην άσφλατο. Σχετικά με το πλάτος του δρόμου, ανέφερε ότι ήταν 3.30 μέτρα, ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης χαρακτηρίζοντας τον όχι αρκετά πλατύ. Όσον αφορά τις ζημιές των επίδικων μοτοσικλετών ανέφερε ότι αυτές ευρίσκονται στην αριστερή τους πλευρά. Το όριο ταχύτητας στον εν λόγω δρόμο είναι 50χαω, οι μοτοσυκλέτες δεν βρέθηκαν στην τελική τους θέση. Επεξήγησε πως κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης, το οποίο όπως ανέφερε βρισκόταν στη μέση του δρόμου, υποδεικνύοντας το στις φωτογραφίες 6,7 και 8 του Τεκμ.
  6. Εξήγησε ότι ο λόγος που κατηγόρησε και τους δύο ενεχόμενους οδηγούς ήταν επειδή το σημείο σύγκρουσης βρέθηκε στο κέντρο του δρόμου και ότι έτσι ενεργεί η αστυνομία όταν καταλήξουν σε αυτό το εύρημα. Ανέφερε ότι ο εναγόμενος ήταν εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να οδηγεί πιο δεξιά για να μην κτυπήσει στα εμπόδια που παρεμβάλλονταν στον δρόμο. Εξήγησε ότι οι ζημιές που προκλήθηκαν στις ενεχόμενες μοτοσυκλέτες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι και οι δυο οδηγοί έκαναν ελιγμό, για να αποφύγουν μετωπική μεταξύ τους σύγκρουση, καταλήγοντας ότι και οι δυο κινήθηκαν δεξιά σε σχέση με την πορεία τους. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς ανέφερε ότι οι θάμνοι ήταν συνεχόμενοι μέσα στο δρόμο, υποδεικνύοντας αυτό στη φωτογραφία 8 του Τεκμ. 9 και τόνισε ότι κανείς από τους ενεχόμενους οδηγούς δεν έφερε κράνος. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρος σε συνδυασμό με την πραγματική μαρτυρία που παρουσίασε (σχεδιαγράφημα της σκηνής, φωτογραφίες, περιγραφή του τι αντιλήφθηκε ο ίδιος στη σκηνή), κρίνω ότι διερεύνησε τις συνθήκες του δυστυχήματος κατά αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο. Η πιο πάνω αξιολόγηση μου εδράζεται και στη στάση του ενώπιον του Δικαστηρίου, τις απαντήσεις τις οποίες έδωσε τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του οι οποίες διακρίνονταν για την αμεσότητα και ευθύτητα τους κάτι που με οδηγεί στο να τον κρίνω ως ένα πειστικό και ειλικρινή μάρτυρα. Τα ευρήματα του είναι εύλογα εφόσον βασίζονται σε αντικειμενικά ευρήματα, μετρήσεις και παρατηρήσεις που έκανε στη σκηνή του δυστυχήματος και σε διασταύρωση των όσων του ανέφεραν στις καταθέσεις τους οι εμπλεκόμενοι οδηγοί στο δυστύχημα και αυτά συνάδουν με τους κανόνες της λογικής. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Δέχομαι και καθίστανται ευρήματα μου οι μετρήσεις που διενήργησε στο δρόμο σε σχέση με το πλάτος του, την ορατότητα που είχαν οι εμπλεκόμενοι οδηγοί, τα εμπόδια που παρεμβάλλονταν ως προς τη πορεία του εναγόμενου που εμπόδιζαν την ορατότητα του κάτι που τον ανάγκασε να οδηγεί δεξιότερα της πορείας του. Το ότι ο ενάγων δεν φορούσε κράνος αφορά κατά κύριο λόγο τον τραυματισμό του και τις συνέπειες που είχε σε αυτόν και όχι την ευθύνη του στην πρόκληση του δυστυχήματος. Αρκετά διαφωτιστική επί του θέματος είναι και η υπόθεση Αζόφ ν. Προδρόμου κ.α
(2006)1 Α.Α.Δ. 331. Ο ενάγων (Μ.Ε.2), στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), ανέφερε ότι αν και γνώριζε τον εναγόμενο δεν ήταν φίλοι. Τον είχε γνωρίσει μόλις δύο μήνες πριν το δυστύχημα. Εξήγησε, κατά την κυρίως εξέταση του, πως κατέληξε στην οδό Σουηδίας που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Ακόμη, τόνισε ότι αντιλήφθηκε τον εναγόμενο σε μικρή απόσταση. Ανέφερε ότι θεώρησε λογικό, ενόψει της πορείας που ακολουθούσε ο εναγόμενος, αντί να πάει αριστερά, σε σχέση με την πορεία του και να κτυπήσει στο πεζοδρόμιο, να πάει προς τα δεξιά, για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος εισήλθε στην πορεία του και ότι τον αντίκρυσε σε μικρή απόσταση διότι είχε κάτσαρα και κυπαρίσσι τα οποία ήταν εμπόδιο στο να έχει αρκετή ορατότητα. Υπέδειξε στη φωτογραφία 8 του Τεκμ. 9 το κυπαρίσσι το οποίο εξείχε αρκετά εντός του δρόμου ο οποίος είχε κλήση προς τα δεξιά. Υπέδειξε στη φωτογραφία 7 την κλήση του δρόμου και το κυπαρίσσι και τα κάτσαρα. Από την φωτογραφία 2 φαίνεται ότι δεν είχε αρκετή ορατότητα και ότι φαίνονται και σε αυτή το κυπαρίσσι και τα κάτσαρα. Ανέφερε ότι μετά το κυπαρίσσι στα 10 με 20 μέτρα αρχίζει ο χωματόδρομος. Όσον αφορά το όριο ταχύτητας, εξήγησε ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή και το όριο δεν υπερβαίνει τα 50χαω. Ανέφερε ότι η μοτοσικλέτα του ήταν χαμηλή και με αυτή δεν μπορούσε να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα και να επιταχύνει μέσα στον χωματόδρομο που ακολουθούσε το ασφάλτινο οδόστρωμα. Ισχυρίστηκε ότι αντίκρισε τον εναγόμενο σε πολύ μικρή απόσταση στα αριστερά σε σχέση με την πορεία του και θεώρησε λογικό να πάει ο ίδιος προς τα δεξιά για να τον αποφύγει, το ίδιο έκανε και ο εναγόμενος και κτύπησαν στο κέντρο του δρόμου, διαφορετικά, όπως ανέφερε, θα κτυπούσαν μούτρα με μούτρα. Αρνήθηκε αυτό που ο εναγόμενος ισχυρίστηκε στην κατάθεση του στην αστυνομία ότι δήθεν κάποιος φώναξε πριν την σύγκρουση. Ανέφερε ότι οι θάμνοι εξείχαν περίπου μισό μέτρο στο δρόμο και το κυπαρίσσι περισσότερο από μισό μέτρο. Σε ερώτηση, σε πόση απόσταση είχε δει τον εναγόμενο, απάντησε ότι δεν θυμόταν ακριβώς αλλά υπολόγισε ότι θα ήταν γύρω στα 5, 7 - 8 μέτρα. Ο ίδιος δεν μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα εφόσον η μοτοσικλέτα του ήταν χαμηλή, σε αντίθεση με αυτή του εναγόμενου, ο οποίος θα μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα σε χωματόδρομο. Προς τούτο υπέδειξε τις φωτογραφίες 18 και 19 του Τεκμ. 9 στις οποίες απεικονίζονται οι δύο μοτοσικλέτες. Ακόμη, τόνισε ότι είχε συνεπιβάτη στη μοτοσικλέτα του και ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατό να τρέχει. Κατά την αντεξέταση του ο ενάγων επέμενε ότι είδε τον εναγόμενο στα 5, 7 - 8 μέτρα και τον είδε να έρχεται στην πλευρά του. Επισήμανε ότι δεν μπορούσε να δει προηγουμένως τον εναγόμενο, ότι εισήλθε στην πορεία του και τον είχε δει για πρώτη φορά όταν πλέον ήταν πολύ κοντά του. Επεξήγησε ότι δεν μπορούσε να τον δει εξ' αρχής εφόσον υπήρχαν τα κάτσαρα και το κυπαρίσσι και δεν είχε ορατότητα του δρόμου και ότι ο εναγόμενος έτρεχε αφήνοντας του περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης αφότου τον αντίκρισε. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν αφηρημένος ή συνομιλούσε με τον συνεπιβάτη του. Ο ενάγων απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με αμεσότητα και ευθύτητα, δεν υπερέβαλλε και κρίνω ότι παρουσίασε τα γεγονότα όπως αυτά συνέβηκαν. Κρίνεται ως ειλικρινής μάρτυρας. Δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, ούτε προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Υποστήριξε τη θέση του χωρίς να παρεκκλίνει κατά την αντεξέταση του και αυτή συνίστατο στο ότι ο εναγόμενος εισήλθε στην πορεία του και ο ίδιος με στιγμιαία αντίδραση και κρίνοντας ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να στρίψει δεξιά, για να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση μαζί του. Το ότι δεν θυμόταν κάποια γεγονότα αποδίδονται στη κακή ψυχολογική κατάσταση που βρισκόταν μετά το ατύχημα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος όχι όμως ως προς τις αναφορές του για την ευθύνη πρόκλησης του την οποία απέδωσε αποκλειστικά στον εναγόμενο. H πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι η αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Κades v. Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 CLR 257, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 AAΔ 391,Ιωάννου v. Κουννίδη
(1998)1Γ ΑΑΔ 1215 και Χρίστου v. Khoreva
(2002)1 A ΑΑΔ 454). Ο κ. Παναγιώτης Παναγή (Μ.Ε.3) κατά την κυρίως εξέταση του, εξήγησε ότι ήταν συνεπιβάτης στη μοτοσικλέτα του ενάγοντος, κατά την ημέρα του επίδικου ατυχήματος. Ακόμη, ανέφερε ότι ήταν φίλοι και με τον εναγόμενο. Εξήγησε πως κατέληξαν στην οδό Σουηδίας και ότι είδε τον εναγόμενο να έρχεται από απέναντι κρατώντας την αριστερή λωρίδα ως προς την πορεία του. Ο εναγόμενος, ανέφερε, ερχόταν από χωματόδρομο και ήταν 40 μέτρα πριν την άσφαλτο. Ακόμη, ανέφερε ότι δεν χωρούσε δυο αυτοκίνητα ο εν λόγω δρόμος, ήταν στενός και μάλιστα ότι πρόσφατα φτιάχτηκε. Όσον αφορά το όριο ταχύτητας ανέφερε ότι ήταν 50 χαω και υπέδειξε την φωτογραφία 5 του Τεκμ. 9 όπου ο εναγόμενος βρέθηκε τραυματισμένος στο πεζοδρόμιο και την φωτογραφία 6 όπου στενεύει ο δρόμος, λόγω του πεύκου. Ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος πέρασε τον πεύκο και μετά έγινε το ατύχημα. Ο ενάγων οδήγησε προς τα δεξιά όταν είδε τον εναγόμενο και καθώς και αυτός έκανε την ίδια σκέψη για να αποφύγει ο ένας τον άλλον συγκρούστηκαν στη μέση του δρόμου. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι πριν την σύγκρουση φώναξε τη φράση «πρόσεχε ρε». Εξήγησε ότι τόσο αυτός όσο και ο ενάγων απάντησαν στις καταθέσεις τους με τη φράση: «ότι έχουμε να πούμε θα το πούμε στο Δικαστήριο» κατόπιν συμβουλής που έλαβαν από τον δικηγόρο τους. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν κίνησε αγωγή εναντίον των ενεχομένων, ήταν επειδή και οι δυο ήταν φίλοι του και τραυματίστηκαν και οι δύο αρκετά από το εν λόγω ατύχημα ενώ ο ίδιος δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς επισήμανε ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να πάει προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του διότι ήταν το πεζοδρόμιο. Ακόμη, ανέφερε ότι όλα έγιναν τόσο γρήγορα σε 1 - 2 λεπτά. Σε υποβολή ότι ήταν πέραν του 1 μέτρου από το πεζοδρόμιο, ο μάρτυς αρνήθηκε κάτι τέτοιο λέγοντας ότι ήταν περίπου 50cm, σε αντίθετη περίπτωση θα έμπαιναν στην αντίθετη λωρίδα. Επιπλέον, επανέλαβε ότι δεν είχε περιθώριο να πάει προς τα αριστερά και αρνήθηκε την υποβολή ότι έτρεχαν πέραν των 50 χαω. Ανέφερε ότι δε φορούσε κράνος. Σε ερώτηση πως ήταν σε θέση να βλέπει, εφόσον ήταν συνοδηγός πάνω στη μοτοσικλέτα εξήγησε ότι καθόταν πιο ψηλά από ό,τι ο οδηγός της και έτσι μπορούσε να βλέπει μπροστά του. Σε ερώτηση γιατί δεν έδωσε κατάθεση, επανέλαβε ότι ακολούθησε τη συμβουλή του δικηγόρου του. Κρίνω ότι ο μάρτυς υπήρξε αρκετά διαφωτιστικός για το πως επισυνέβη το ατύχημα. Απαντούσε άμεσα και ευθέως χωρίς να προσπαθεί να αποφύγει ερωτήσεις. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και δεν διέκρινα προσπάθεια του να παραπλανήσει το Δικαστήριο ούτε και ότι προσήλθε να καταθέσει με σκοπό να βοηθήσει τον ενάγοντα εφόσον και οι δύο οδηγοί ήταν φίλοι του. Όπως ανέφερε θα μπορούσε να καταχωρήσει αγωγή και εναντίον των δυο ενεχομένων, αλλά δεν το έπραξε, διότι θεωρούσε ότι αυτοί είχαν σοβαρότερα τραύματα και ήταν και οι δυο φίλοι του. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή για την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων. Σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο ενάγων όπου η πλευρά του εναγόμενου, κατά την αντεξέταση του ενάγοντος, αλλά και του κ. Παναγή (Μ.Ε.3), τους υπεβλήθη ότι ο ενάγων έτρεχε πέραν του επιτρεπομένου ορίου, ήτοι πέραν των 50 χαω και για αυτό προκληθηκε το εν λόγω δυστύχημα, είναι γεγονός ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν βρίσκει έρεισμα στα ευρήματα. Ο Αστ. Αλεξάνδρου (Μ.Ε.1), που ήταν αστυνομικός με εμπειρία στη διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων που διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να καθορίσει την ταχύτητα των ενεχομένων οχημάτων καθώς δεν υπήρχαν τέτοια ευρήματα στη σκηνή του δυστυχήματος. Έχει κατ' επανάληψη κριθεί από τη νομολογία ότι δεν είναι δυνατό στην απουσία μαρτυρίας εμπειρογνώμονα να εξάγεται συμπέρασμα αναφορικά με την ταχύτητα οχήματος (βλ. Siakos v. Nicolaou
(1980)1 C.L.R. 333, Ioakim v. Soteriades
(1984)1 C.L.R. 175 και Χαραλάμπους v. Χατζηπαναγιώτου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1148). Έχει αποφασιστεί στην πιο πάνω απόφαση Χαραλάμπους v. Χατζηπαναγιώτου ότι η ταχύτητα οχήματος δεν μπορεί να εξαχθεί ή να υποτεθεί από μόνη τη βιαιότητα της σύγκρουσης. Επομένως στη βάσει των πιο πάνω δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ο ενάγων χρησιμοποιούσε ταχύτητα πέραν του ανωτάτου επιτρεπόμενου ορίου. Εξάλλου είναι λογική η εξήγηση που έδωσε ο ενάγων ότι τόσο ο τύπος της μοτοσικλέτας που οδηγούσε όσο και το γεγονός ότι μετέβαινε σε αυτή συνεπιβάτης ήταν αποτρεπτικοί παράγοντες στην ανάπτυξη υπερβολικής ταχύτητας γνωρίζοντας μάλιστα και τις συνθήκες ορατότητας που διέθετε. Ο εναγόμενος κ. Τρύφωνας Θεοφίλου κατά την κυρίως εξέταση του, κατέθεσε γραπτή δήλωση, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Επιπλέον, υιοθέτησε την κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμ. 5). Διαφώνησε με τη θέση ότι η σύγκρουση έγινε όταν αυτός εισήλθε στην πλευρά του ενάγοντος ο οποίος αναγκάστηκε για να τον αποφύγει να οδηγήσει και αυτός δεξιότερα. Ανέφερε ότι κτύπησε το δεξί μέρος του κεφαλιού του και το αριστερό του πόδι. Σε ερώτηση πως επισυνέβη η σύγκρουση ανέφερε αυτολεξεί τ' ακόλουθα: «Εγώ αριστερά και εκείνος δεξιά. Στο κέντρο του δρόμου, κοντά στο κέντρο.» Σε ερώτηση εάν είχε συμφωνήσει με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα (Τεκμ. 3), είπε τα εξής: «Έδωσα απαντήσεις το 2010 μετά από κόμμα, δεν ξέρω εάν περπατούν αυτές οι απαντήσεις. Θέλω να συμφωνήσω με αυτά που λέω σήμερα, όχι με αυτά που είπα πριν 8 χρόνια. Με αυτή την κατάθεση συμφωνώ. Πήγα στο κέντρο επειδή υπήρχε κυπαρίσσι, αριστερά δεν έβλεπα επειδή ήταν το κυπαρίσσι. Έβλεπα μέχρι το κέντρο του δρόμου και άκουσα μια φωνή «πρόσεχε ρε» και μετά συγκρούστηκα. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο.» Σε ερώτηση της δικηγόρου του, εάν ο ενάγοντας ήρθε επάνω του, είπε τα ακόλουθα: «Λίγο πιο αριστερά, στην πάντα του, λίγο πιο αριστερά». Σε άλλη ερώτηση ο εναγόμενος ανέφερε «Δεξιά, αλλά ως το κέντρο πρόλαβα να πάω, εκείνος ήρθε δεξιά και εγώ δεξιά». Κατά την αντεξέταση του ο κ. Θεοφίλου ανέφερε ότι μετά τα 2 - 3 χρόνια που εφάρμοσε το κρανίο του άρχισε να βρίσκει τον εαυτό του. Ακόμη, ανέφερε ότι η παλιά του κατάθεση που έδωσε το 2009 δεν ισχύει και ό,τι ισχύει είναι αυτά που είπε στην κυρίως εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τη γραπτή δήλωση του ( Έγγραφο Β), εξήγησε ότι για πρώτη φορά την είδε στο Δικαστήριο. Εάν ήταν σε συνεννόηση με τη δικηγόρο του είπε «Σε συνεννόηση με την μνήμη μου 90% συμφωνώ μαζί της. Υπάρχουν λεπτομέρειες όπως ότι ήμουν στο κέντρο ενώ εγώ ήμουν αριστερά». Ζητώντας του να διευκρινίσει εάν δεν συμφωνεί ούτε με την παράγραφο 5 που λέει ότι υιοθετεί την κατάθεση του, ανέφερε ότι δεν συμφωνεί. Σε ερώτηση πως είναι δυνατό μετά από τόσα που πέρασε να θυμάται λεπτομέρειες, απάντησε ότι τώρα θυμάται το 90% . Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται μετά από όλα όσα ανέφερε ότι πέρασε μετά από το ατύχημα. Σε σχέση με τον τύπο της μοτοσικλέτας του παραδέχθηκε ότι είναι ογκώδης και μεγάλου κυβισμού, κάνει αρκετό θόρυβο και αναπτύσσει πολύ εύκολα ταχύτητα. Ακόμη, συμφώνησε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που κρατούσε την εν λόγω μοτοσικλέτα και συμφώνησε πως δύσκολα θα ακούσεις κάποιον που έρχεται εάν οδηγάς αυτήν την μοτοσικλέτα. Στην ερώτηση ότι θα ήταν δύσκολο να ακούσει όπως ισχυρίστηκε τη φράση «πρόσεχε ρε» υπό αυτές τις συνθήκες οδήγησης όταν και η άλλη μοτοσικλέτα εξέπεμπε θόρυβο, ανέφερε ότι ήταν δύο στην άλλη μοτοσικλέτα και μιλούσαν μεταξύ τους ενώ ο ίδιος ήταν μόνος του. Σε υποβολή ότι δεν μπορούσε να ακούσει τη φράση «πρόσεχε ρε» είπε τα εξής: «είναι λογικό να το ακούσω γιατί μέχρι να το πει εσυγκρουστήκαμε». Σε ερώτηση εάν αυτό το βασίζει στη λογική ανέφερε ότι το βασίζει στο τι άκουσε. Σε ερώτηση εάν ήταν στα 5 ή 10 μέτρα που είδε τον ενάγοντα, απάντησε ότι τον είδε στα 10 μέτρα. Σε υποβολή ότι στη γραπτή κατάθεση του λέει ότι τον είδε στα 5 μέτρα και άρα ψεύδεται και ότι δεν ήταν ανθρωπίνως δυνατό ν' ακούσει κάποιος κάτι που έλεγε ο οδηγός της άλλης μοτοσικλέτας, ανέφερε τα εξής : «Εγώ είπα σε απόσταση 100 μέτρων δεν μπορείς να ακούσεις τη μηχανή. Αλλά στα 5-10 μέτρα ακούω και φωνές. Μπορεί να το είπε ο οδηγός ή ο συνοδηγός.» Σε υποβολή ότι και πάλι ψεύδεται διότι στο Έγγραφο Β λέει άλλα από αυτά που λέει σήμερα, απάντησε ότι η σύγκρουση δεν ήταν στο κέντρο του δρόμου και ότι βρέθηκαν σε απόσταση 10 - 20 μέτρων. Προσπάθησε, όπως λέει, να τον αποφύγει και συγκρούστηκαν. Ισχυρίστηκε ότι αυτά θυμόταν σήμερα και αυτά ισχύουν. Παραδέχθηκε ότι γνώριζε την οδό Σουηδίας, ότι υπήρχε κυπαρίσσι και ότι ο δρόμος ήταν στενός. Ακόμη, εξήγησε ότι πριν να φθάσει στην οδό Σουηδίας ο δρόμος ήταν παλιός και χωματόδρομος. Όσον αφορά το κυπαρίσσι ανέφερε ότι αυτό εξείχε 1 μέτρο και σε υποβολή ότι λόγω αυτού έπρεπε να οδηγεί πιο δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, είπε ότι κόντεψε στο κέντρο για να βλέπει εάν έρχεται κάποιος. Συμφώνησε ότι πριν το κυπαρίσσι είχε κλήση ο δρόμος και αρνήθηκε υποβολή ότι θα μπορούσε να οδηγεί πιο δεξιά από το κέντρο υποστηρίζοντας ότι ήταν στη λωρίδα του, εκτός εάν, όπως ανέφερε, ο ενάγων ερχόταν τελείως αριστερά, τότε δεν θα τον έβλεπε. Σε ερώτηση πως θα ήταν δυνατό αν ήταν πιο αριστερά να βλέπει δεξιά είπε αυτολεξεί «εγώ δεν είδα κανένα». Σε υποβολή ότι προηγουμένως είχε πει ότι είδε τον ενάγοντα στα 5 - 10 μέτρα, ο εναγόμενος συμφώνησε λέγοντας ότι κόντεψε 1 μέτρο πριν το κέντρο. Σε υποβολή ότι το κυπαρίσσι, αφού εξείχε 1 μέτρο από το κέντρο και ότι δεν ήταν σε θέση να ξεκαθαρίσει ενώπιον του Δικαστηρίου πως επισυνέβη το ατύχημα είπε τα ακόλουθα: «Αριστερή μεριά πριν το κέντρο του δρόμου». Σε υποβολή ότι δε βγάζει νόημα η εκδοχή του σε σχέση με το κυπαρίσσι ανέφερε ότι το κυπαρίσσι ήταν έξω από το δρόμο. Σε υποβολή ότι κατά την αντεξέταση του λέει ότι είδε τον ενάγοντα στα 10 - 20 μέτρα, ενώ στην γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β) λέει στα 5 μέτρα ανέφερε ότι είπε 10 μέτρα και δεν είναι μεγάλη διαφορά. Σε υποβολή ότι ψευδόταν, ανέφερε ότι δεν είχε μέτρο να μετρήσει. Σε υποβολή ότι οδηγούσε πέραν των 50 χαω, ανέφερε ότι ήταν χαλασμένο το μιλίμετρο του και δεν είδε την ταχύτητα του. Διαφώνησε με υποβολή ότι πρώτη φορά αναφέρει αυτό τον ισχυρισμό και ότι με τέτοια χαμηλότερη ταχύτητα δεν θα εκσφενδονιζόταν. Διαφώνησε επίσης με υποβολή ότι αυτός εξανάγκασε τον ενάγοντα να πάει δεξιότερα της πορείας του. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι ζημιές καταδεικνύουν ότι αυτός εισήλθε στην πορεία του ενάγοντος και ότι ήταν αυτός που προκάλεσε το επίδικο ατύχημα. Σε υποβολή ότι παραδέχθηκε ενοχή όταν κατηγορήθηκε στην αστυνομία σύμφωνα με το Τεκμ. 7, αρνήθηκε ότι έδωσε κατάθεση και ανέφερε ότι το 2009, 2010, και 2011 παραδέχθηκε πολλά τα οποία σήμερα δεν μπορεί να τα δεχθεί διότι τότε δεν ήταν καλά. Στην επανεξέταση του εξήγησε ότι είδε τη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Β') μαζί με τη δικηγόρο του στο γραφείο της και σε άλλη ερώτηση απάντησε ότι η δικηγόρος είχε σβήσει κάτι από τη δήλωση του το οποίο ήθελε να συμπεριληφθεί χωρίς να προχωρήσει και να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με αυτό. Η πιο πάνω αποσπασματική μεν αλλά ενδεικτική καταγραφή μέρους της μαρτυρίας του εναγόμενου καταδεικνύει ότι αυτός δεν ήταν σταθερός στις απαντήσεις του για διάφορα ζητήματα τα οποία δεν ήταν και κατ' ανάγκη και ουσιώδους σημασίας ως προς την υπόθεση του. Ως τέτοια παραδείγματα είναι ο προσδιορισμός της απόστασης που είχε αντικρίσει τον οδηγό του άλλου οχήματος όπου ενώπιον του Δικαστηρίου διπλασίασε αυτήν την απόσταση από όσο είχε αναφερθεί στην κατάθεση του. Θέλησε να αποστασιοποιηθεί από την αρχική του κατάθεση στην αστυνομία την οποία έδωσε 10 μήνες μετά το δυστύχημα και αντιλαμβάνομαι ότι ο χρόνος είχε αφεθεί για να είναι σε θέση να προβεί σε κατάθεση, επικαλούμενος τον τραυματισμό του ενώ θα μπορούσε εξ αρχής να είχε αρνηθεί να δώσει κατάθεση επικαλούμενος αδυναμία του. Τουναντίον υπήρξε λεπτομερής στις περιγραφές του (Τεκμ. 5). Γενικά μου προκάλεσε την εντύπωση μάρτυρος που ήθελε με κάθε τρόπο να απεκδυθεί την όποια ευθύνη υπείχε ο ίδιος για την πρόκληση του δυστυχήματος και να επιρρίψει την ευθύνη για την πρόκληση του στον ενάγοντα διαφοροποιούμενος συχνά από αρχικές του θέσεις, θέλησε να παραποιήσει την πραγματικότητα. Από την άλλη αποδεχόμενος την μαρτυρία του ενάγοντος και του συνεπιβάτη του σε συνάρτηση με αδιαμφισβήτητη μαρτυρία όπως η πραγματική μαρτυρία που απεικονίζει τη σκηνή (βλ. Φωτογραφίες του Τεκμ. 9) και τα ευρήματα του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης κ. Κ. Αλεξάνδρου (Μ.Ε.1), με αποτρέπουν στο να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή οποιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος σε σχέση με την οδική συμπεριφορά των διαδίκων. Ο περιορισμός της ορατότητας ως προς τη πορεία του που προερχόταν από ελαφριά έστω κλήση προς τα δεξιά του δρόμου και ο περιορισμός της λόγω της ύπαρξης του κυπαρισσιού και των χόρτων, του επέβαλλαν πιο προσεκτική οδήγηση και κράτηση σταθερά της πορείας του. Παρουσίασε επιλεκτική μνήμη αποφεύγοντας να απαντήσει σταθερά ή δίδοντας σε πολλά ζητήματα αντιφατικές απαντήσεις. Με όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που παρουσίασε η μαρτυρία του κρίνεται ακροσφαλής στο να εξαγάγω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα από αυτή. Προκύπτει εύλογα το ερώτημα πως ενώ παραδέχθηκε ότι προκαλείτο αρκετός θόρυβος από τις μοτοσυκλέτες που οδηγούσαν να είχε ακούσει οποιαδήποτε φράση από τους επιβαίνοντες στην άλλη μοτοσικλέτα. Εξάλλου η φράση «πρόσεχε ρε» που ισχυρίζεται ότι άκουσε, από μόνη της δεν καταδεικνύει οτιδήποτε, καθώς αυτή θα μπορούσε να απευθύνεται και σε αυτόν. Συγκεκριμένα, ενώ αναφέρει στην αρχή ότι το κυπαρίσσι εξείχε ένα μέτρο στο δρόμο, μετέπειτα το αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να μην έχει συνοχή η μαρτυρία του. Ανέφερε στην κατάθεση του ότι είχε προσέξει τον ενάγοντα σε απόσταση 5 μέτρων και ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι τον είχε δει από απόσταση 10 έως 20 μέτρα. Ο εναγόμενος περιέπεσε σε αρκετές αντιφάσεις, ανακρίβειες και προσπάθησε ανεπιτυχώς να παρουσιάσει την εκδοχή του παραθέτοντας γεγονότα που αντιστρατεύονται την κοινή λογική, η μαρτυρία του γενικά δεν παρουσίαζε συνοχή, αποστασιοποιήθηκε από την αρχική του κατάθεση και ο προσδιορισμός αποστάσεων από μέρους του, σημαντικός για τον ακριβή προσδιορισμό των γεγονότων, ήταν διφορούμενος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ : Το αστικό αδίκημα της αμέλειας από τροχαίο ατύχημα εμπεριέχεται στο άρθρο 51 εδάφιο 1 του Κεφ. 148 το οποίο έχει ως ακολούθως: "Αμέλεια συνίσταται- (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε, ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια". Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή για αμέλεια είναι τα ακόλουθα τρία:
(1)αμελής πράξη ή παράλειψη,
(2)υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και
(3)πρόκληση ζημιάς. Ο εναγόμενος για να υπέχει ευθύνη πληρωμής αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα της αμέλειας πρέπει να αποδειχθεί ότι (α) απέτυχε να επιδείξει επιμέλεια, (β) υπείχε υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και (γ) η αποτυχία του να επιδείξει επιμέλεια ήταν η αιτία που προκάλεσε τη ζημιά. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η αμέλεια αποτελείται ουσιαστικά από την παράλειψη της εκπλήρωσης του καθήκοντος της μέριμνας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο (βλ. Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Η αμέλεια είναι η παράλειψη ενός οδηγού να τηρήσει το καθήκον εύλογης επιμέλειας υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και σε κάθε περίπτωση το ερώτημα που τίθεται κατά πόσο ένα άτομο είναι αμελές μπορεί να απαντηθεί μόνο με βάση τα πραγματικά γεγονότα της κάθε περίπτωσης και από την άλλη εάν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και τις υπόλοιπες συνθήκες που οδήγησαν στη σύγκρουση (βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 Α.Α.Δ. 78). Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) στη σελ. 4 λέχθηκαν σχετικά με την αμελή οδήγηση τα ακόλουθα: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατόν να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί (α) η φύση του καθήκοντος, και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσον ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Στην υπόθεση Charalambous v. Police 2 Α.Α.Δ.
(1982)134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Στην υπόθεση Constantinou v. Katsouris and another 1 C.L.R.
(1975)188, 192 λέχθηκε ότι η υποχρέωση τήρησης δέουσας παρατηρητικότητας βαρύνει τους οδηγούς πάντοτε και υπό όλας τας περιστάσεις. Στην Νικολαίδης κ.α. v. Κλεοβούλου 1 Α.Α.Δ.
(1992)σελ. 422, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω στη σελ. 428: «Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών. Η θέση αυτή διατυπώνεται με τρόπο κατηγορηματικό στην απόφαση του Εφετείου στην Varnavas K. Varnakkides v. The Police 2 C.L.R.
(1969)σελ. 1. Παρόλο που οι θέσεις αυτές υιοθετήθηκαν σε ποινική υπόθεση σε σχέση με το πταίσμα αμελούς οδήγησης η αρχή η οποία υιοθετείται τυγχάνει καθολικής εφαρμογής και συσχετίζεται με τις αρχές της αμέλειας και τις πραγματικότητες της τροχαίας κίνησης. Όπως επεσήμανε στην απόφαση του ο Δικαστής Τριανταφυλλίδης (όπως ήταν τότε) οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα έθετε ανυπόφορο βάρος στο νομιμόφρονα οδηγό και θα παρείχε αδικαιολόγητη συγχώρεση σε εκείνον ο οποίος παραβαίνει τα καθήκοντα του και το νόμο.» Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους (βλ. Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη κ.α. 1 Α.Α.Δ.
(1996)σελ. 420). Στην ίδια δε υπόθεση λέχθηκαν και τα πιο κάτω: «Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο». Ειπώθηκαν δε και τα εξής: «Ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες: Το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας η οποία προκύπτει (causative potency).» Η έννοια του καθήκοντος για επιμέλεια ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, δηλαδή ότι η ενεργούμενη πράξη, παρά το καθήκον επιμέλειας, μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (βλ. Στρατμάρκο ΛΤΔ ν. Μιχαήλ 1(Ε) Α.Α.Δ.
(1989)σελ. 453). Αν δε η δυνατότητα εμφάνισης του κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Αν όμως η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι απλή δυνατότητα, η οποία δεν θα ερχόταν στο μυαλό ενός λογικού ανθρώπου, τότε δεν υπάρχει αμέλεια επειδή δεν πάρθηκαν έκτακτες προφυλάξεις. Στην Κώστα v. Χρυσοστομίδη 1 Α.Α.Δ.
(1991)σελ. 271 επ. αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι λογικά εμφανής τότε το να μην πάρει ένας τις αναγκαίες προφυλάξεις αποτελεί αμέλεια αλλά αν η δυνατότητα να εμφανιστεί κίνδυνος είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου, τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασυνήθεις προφυλάξεις. Αυτή η αρχή θεωρείται ότι έχει εφαρμογή γενικά σε ενέργειες στις οποίες η ισχυριζόμενη αμέλεια είναι μια παράλειψη να πάρει ένας τη δέουσα φροντίδα για τη ασφάλεια των άλλων.» Βάρος απόδειξης αμέλειας: Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ιορδάνους ν. Ζήνωνος 1(Β) Α.Α.Δ.
(1998)σελ.652 το γενικό βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για υποστήριξη ενός επίδικου θέματος που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε. Στην υπόθεση Παυλή κ.ά. ν. Αβραάμ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 220 σημειώνονται τα πιο κάτω: «Είναι γνωστή η αρχή ότι ο ενάγων φέρει το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών του και σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων. Δεν χρειάζεται, νομίζουμε, να επεκταθούμε επί του θέματος, παραθέτοντας προς τούτο τη νομολογία. Από την άλλη όμως είναι γνωστή και η αρχή της μετακίνησης του βάρους της απόδειξης (shifting of evidential burden of proof) από το ένα μέρος στο άλλο κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις και τελικά είναι γνωστές και οι αρχές που διέπουν το δόγμα res ipsa loquitur (τα πράγματα ομιλούν αφ΄ εαυτών). Στην υπόθεση Theodoulou v. Pelopidha 1 C.L.R.
(1981)σελ. 230, έχει αποφασιστεί ότι η αρχή της μετακίνησης του βάρους της απόδειξης στους ώμους της άλλης πλευράς τυγχάνει εφαρμογής και στις αγωγές για αμέλεια.» Ως προς την νομική πτυχή της εξέτασης και διακρίβωσης αμέλειας, συντρέχουσας αμέλειας και τον καθορισμό ευθύνης μεταξύ των διαδίκων σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji, 1 Α.Α.Δ.
(1990)σελ. 1013. «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα άρθρα 52, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: .............................. .............................. Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζεται με βάση το άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων από την μια, και Ενάγοντος από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα..» Στον καταμερισμό ευθύνης μεταξύ δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (βλ. Χαραλάμπους ν. Στυλιανού 1 Α.Α.Δ.
(1991)σελ. 284). Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου 1 Α.Α.Δ.
(1989)σελ. 178 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis 1 Α.Α.Δ.
(1988)σελ. 25 και Polycarpou v. Adamou 1 Α.Α.Δ.
(1988)σελ. 727).» Τέλος, αναφέρω ότι η ευθύνη αποφασίζεται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει παρουσιασθεί στο Δικαστήριο (βλ. Fabrery and Another v. Demetriou 1 C.L.R.
(1976)σελ.1). Τα σχέδια σκηνών τροχαίων δυστυχημάτων που περιλαμβάνουν τις διάφορες μετρήσεις και ευρήματα και φωτογραφίες και στη συγκεκριμένη υπόθεση τα Τεκμήρια 1,3 και 9, αποτελούν πραγματική μαρτυρία (Βλ. Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας, 2 Α.Α.Δ.
(2000)σελ. 218). Εξαίρεση αποτελούν οι υποτιθέμενες πορείες των εμπλεκομένων οχημάτων, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι πορείες των ενεχομένων οχημάτων των διαδίκων και το υποτιθέμενο σημείο σύγκρουσης, δεν αποτελούν πραγματικά ευρήματα αλλά απλώς μέρος της εκδοχής των μαρτύρων που τα ανέφεραν αλλά και των ευρημάτων στη σκηνή όπως εκδορών και των λαδιών εν προκειμένω των ενεχομένων οχημάτων (βλ. Κυριακίδου κ. ά ν. Νικολάου, 1 Α.Α.Δ.
(1993)σελ. 45). Πραγματική μαρτυρία είναι η μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο αντικειμενικό εύρημα ενέχει αποδεικτική δυναμική όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτό των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενές αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων (Κυριακίδου κ.ά ν. Νικολάου (ανωτέρω), Σιάτης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 551, Κακόψητος ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 200, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51). Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας 2 Α.Α.Δ.
(1990)σελ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου, 1 Α.Α.Δ.
(1996)σελ. 1243, Κυριάκου ν. Δημητρίου, 1 Α.Α.Δ.
(1997)σελ. 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου ΛΤΔ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ, 1 Α.Α.Δ.
(1997)σελ. 1388, Στέλλα Ιωαννίδου κ.α. ν. Jaggid Singh κ.α.,
(2001)1 ΑΑΔ 1805). Στην υπόθεση Ευθύμιος Κλημήδης v. Valentina Nani Πολ. Έφεση Αρ. 375/2010 ημερ. 3.12.2015 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Ο καταμερισμός της ευθύνης γίνεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας του μέσου συνετού πολίτη και όχι μικροσκοπικά, όπως παρατήρησε, με αναφορά στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Γρηγορίου
(1989)1 ΑΑΔ 178. Η αμέλεια συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής, κάτω από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και αντικειμενικά (Δέστε Φοινικαρίδης κ.α. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475).» Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Χριστοφή Παυλή κ.ά. ν. Ανδρέα Αβραάμ
(2000)1 Α.Α.Δ. 220, ο ενάγων φέρει το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών του και σε υποθέσεις αστικών ατυχημάτων. Το κριτήριο παραμένει κατά πόσο η εκδοχή του ενάγοντος προκύπτει ως πιο αληθής παρά όχι, ιδωμένη και εξεταζόμενη από μόνη της κατά ένα αντικειμενικό επίπεδο πιθανότητας και όχι κατά πόσο η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά του εναγόμενου (βλ. Μπούλος Μαρσέλ ν. Λαïκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1ΑΑΔ 1858). Ως προς τον καταμερισμό της ευθύνης το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη ως καθοριστικούς παράγοντες (α) την υπαιτιότητα και (β) την αιτιώδη συνάφεια. Ο καταμερισμός γίνεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας του μέσου συνετού πολίτη και όχι μικροσκοπικά, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 ΑΑΔ, 178. Η αμέλεια συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής, κάτω από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και αντικειμενικά (βλ. Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ, 475). Ευρήματα: Οι δύο οδηγοί στην παρούσα υπόθεση οδηγούσαν τις μοτοσικλέτες τους με τον ενάγοντα στην οδηγό αγωγή έχοντας συνεπιβάτη του τον κ. Παναγιώτη Παναγή ( Μ.Ε. 3) σε αντίθετες πορείες. Ήταν μέρα και υπήρχε φυσικός φωτισμός και επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες με στεγνό οδόστρωμα. Το δυστύχημα προκλήθηκε σε δευτερεύουσας σημασίας δρόμο πλάτους 3.30μ. Ο δρόμος και τα χαρακτηριστικά του ήταν γνωστά και στους δύο οδηγούς. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και ενώ η ορατότητα και των δύο οδηγών λόγω ελαφριάς στροφής όπως διακρίνεται στις φωτογραφίες του Τεκμ. 9 και λόγω παρεμβολής στο οδόστρωμα κλαδιών κυπαρισσιού και άγριων χόρτων σε απόσταση 50 εκ. εντός του οδοστρώματος με αποτέλεσμα να μειώνουν την ορατότητα και των δύο οδηγών και περισσότερο του εναγόμενου, ξαφνικά αντίκρισαν ο ένας τον άλλο σε απόσταση 5 - 10 μ. να οδηγούν τα οχήματα τους όχι στο αριστερότερο σημείο του οδοστρώματος ως προς την πορεία τους. Ενεργώντας και οι δύο ενστικτωδώς και απρόβλεπτα και στην προσπάθεια τους κάτω από την αγωνία της στιγμής, καθώς έτσι αντιλήφθηκαν και οι δύο οδηγοί ότι θα συγκρούονταν μετωπικά, για να αποφύγουν την μεταξύ τους σύγκρουση, οδήγησαν και οι δύο δεξιότερα με αποτέλεσμα να συγκρουστούν στην μέση του δρόμου με την αριστερή πλευρά των οχημάτων τους. Αποτέλεσμα ήταν να ανατραπούν οι μοτοσικλέτες τους και να τραυματιστούν και οι δύο οδηγοί σοβαρά και να υποστούν ζημιές οι μοτοσικλέτες. Υπό το φως των ανωτέρω ευρημάτων μου, των νομικών αρχών και τη νομολογία θα πρέπει να εξετάσω :(α) κατά πόσο ο εναγόμενος ήταν ένοχος αμέλειας, και (β) στη περίπτωση αυτή, κατά πόσο ο ενάγων ήταν ένοχος συντρέχουσας αμέλειας. Σύμφωνα με τη κρατούσα γνώμη που προέρχεται από την πιο πάνω νομολογία, όταν δύο μέρη κινούνται με τέτοιο τρόπο σε σχέση ο ένας προς τον άλλο έτσι ώστε να δημιουργείται κίνδυνος σύγκρουσης, ο καθένας από τους δύο οφείλει προς τον άλλο καθήκον να κινείται με την δέουσα προσοχή και φροντίδα και να εξασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα. Το κατά πόσο οι διάδικοι έλαβαν τις κατάλληλες προφυλάξεις για να αποφύγουν τη σύγκρουση ή όχι, αποτελεί πάντοτε θέμα πραγματικών γεγονότων. Στη παρούσα περίπτωση η άποψη που αποκόμισα είναι ότι και οι δύο οδηγοί ευθύνονταν για την πρόκληση του δυστυχήματος καθώς αντί να οδηγήσουν όπως θα έκαμνε ένας συνετός οδηγός τα οχήματα τους αριστερότερα ως προς την πορεία τους τα οδήγησαν αντίθετα με αποτέλεσμα να συγκρουστούν στην αριστερή τους πλευρά. Με αυτά τα δεδομένα κατά την άποψη μου ευθύνη φέρουν και οι δύο οδηγοί. Κατάληξη: Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας, τη νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα της αμέλειας και τα ευρήματα μου όπως τα έχω καταγράψει πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος βαραίνει και τους δύο ενεχόμενους οδηγούς εξίσου ήτοι από 50% τον καθένα δηλαδή τον ενάγοντα και τον εναγόμενο στην οδηγό Αγωγή Αρ. 6188/2010 και επομένως στην αγωγή 3972/2011 καταλογίζεται στον εναγόμενο ευθύνη σε ποσοστό 50%. (Υπογρ.)................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.