ΖΕΤΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ και όπως μετονομάστηκε σύμφωνα με την Ειδοποίηση Μετονομασίας της με ημερομηνία 29.09.2017 σε ΣΥΝΕΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΚΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, Αρ. Αίτησης/ Έφεσης: 782/2013, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A368 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/ Έφεσης: 782/2013 ΜΕΤΑΞΥ:- ΖΕΤΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Αιτήτριας/Εφεσείουσας και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ και όπως μετονομάστηκε σύμφωνα με την Ειδοποίηση Μετονομασίας της με ημερομηνία 29.09.2017 σε ΣΥΝΕΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΚΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/ Εφεσείουσα: Η κα Κάλλια Σταύρου Για Καθ' ων η Αίτηση/ Εφεσίβλητους: Ο κ. Ανδρέας Ιωάννου Κίτσιος για Α.Ι. Κίτσιος Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αιτήτρια με αίτηση της επιδιώκει την ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης που εξέδωσε ο Διαιτητής Λοΐζος Σωτηρίου την 4.06.2013 η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτή την 19.07.2013 σύμφωνα με την οποία η αιτήτρια καταδικάστηκε στην καταβολή του ποσού των €297.947,67σ. με τόκο 9% από 4.06.2003 και στα έξοδα για το ποσό των €150,
- Η αίτηση βασίζεται επί των άρθρων 12, 28 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, των Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων (Νόμοι 1985 μέχρι 2011), ως μεταγενέστερα έχουν τροποποιηθεί, των περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, των περί Τόκων Νόμο 2/77 και 39(Ι)/01, των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.33, Δ.48 και Δ.59, στη Νομολογία και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η αίτηση είναι οι ακόλουθοι: « Α. Ο Διαιτητής με την πιο πάνω απόφαση και/ή ειδοποίηση του ημερομηνίας 4.6.2013 έσφαλε νομικά και/ή επί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης ενώπιον του, καθότι μεταξύ άλλων η εν λόγω απόφαση του είναι αναιτιολόγητη υπό τις περιστάσεις και/ή εκφεύγει και/ή συγκρούεται με την κείμενη Νομοθεσία και/ή Νομολογία και/ή των όρων εντολής και/ή Διαιτησίας του και/ή των Δικονομικών Κανόνων και/ή εκδόθηκε κατ΄ αντίθεση των Συνταγματικών Δικαιωμάτων της Αιτήτριας / Εφεσείουσας και/ή άλλως πως. Β. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 4.6.2013 εξεδόθηκε λανθασμένα, ενόψει του ότι μεταξύ άλλων δεν αποδείχθηκε η λήψη γνώσης της Αιτήτριας / Εφεσείουσας για την διαιτησία ούτως ώστε να δύναται να παρευρεθεί. Γ. Η Αιτήτρια αποστερήθηκε του δικαιώματος της να ακουστεί και/ή υπερασπιστεί τη θέση της επί της ουσίας και συνεπώς αποστερήθηκε του συνταγματικού δικαιώματος δίκαιης δίκης, άνευ ουσιαστικής αιτιολογίας, ενώ ο Διαιτητής γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει, ότι η Αιτήτρια δεν ειδοποιήθηκε για να ενστεί και/ή ακουστεί στην εν λόγω διαιτησία. Δ. Ο Διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος και/ή διορίστηκε μονομερώς από τους Καθ΄ων η αίτηση/Εφεσίβλητους με τους οποίους διατηρεί επανειλημμένως συνεργασία και αποκομίζει οφέλη και υπάρχει σχέση οικονομικής εξάρτησης και/ή συνεργασίας μεταξύ τους. Ε. Η επίδικη απόφαση και/ή ειδοποίηση Διαιτησίας δέον όπως απορριφθεί και/ή ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί από το Δικαστήριο, βάση συσωρευτικά και/ή κεχωρισμένα των προαναφερθέντων λόγων και/ή μεταξύ άλλων ενόψει του ότι η κατ΄ ισχυρισμό διαιτητική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων 68/87 και 22/85, του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, ως έχει τροποποιηθεί και/ή της λοιπής νομικής βάσης της παρούσας αίτησης.» Την αίτηση υποστηρίζει η ίδια η καθ' ης η αιτήτρια με ένορκη δήλωση της στην οποία δηλώνει τα ακόλουθα: « Όλα όσα αναφέρω και επί των οποίων ορκίζομαι ως ορθά και αληθή στην παρούσα Ένορκο Δήλωση, εμπίπτουν στην προσωπική μου γνώση, εκτός όπου ρητά πιο κάτω αναφέρω διαφορετική πηγή γνώσης μου. Περί τις 19.7.2013 μου κοινοποιήθηκε έγγραφο σύμφωνα με το οποίο προς μεγάλη μου έκπληξη είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον μου σε διαδικασία διαιτησίας για το ποσό των €297.947,67 πλέον τόκο 9% από 4.6.2013 (Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α στην παρούσα την σχετική απόφαση/ειδοποίηση). Εγώ ουδέποτε έλαβα σχετική ειδοποίηση από τους Καθ΄ων η αίτηση/Εφεσιβλήτους για να παρευρεθώ σε οιανδήποτε διαιτησία. Πουθενά δεν προκύπτει απόφαση του διαιτητή ότι έλαβα γνώση της διαιτησίας αλλά αναφέρεται μόνο μια ημερομηνία, αντιλαμβάνομαι η ημερομηνία της ειδοποίησης, χωρίς να αναφέρεται η ημερομηνία που έλαβα γνώση. Επίσης αμφισβητώ το επιδικασθέν από το Διαιτητή ποσόν και ισχυρίζομαι ότι αυτός δεν ήταν αμερόληπτος, διορίστηκε μονομερώς από τους Καθ΄ων η αίτηση/Εφεσιβλήτους με τους οποίους συνεργάστηκε ξανά στο παρελθόν και αποκομίζει οφέλη και έχει συμφέροντα από αυτούς. Επίσης το ποσόν είναι υπερβολικά και αδικαιολόγητα διογκωμένο και εμπεριέχει παράνομες χρεώσεις και δεν δικαιολογείται ο εξάμηνος ανατοκισμός τον οποίο ο Διαιτητής επιδίκασε προς όφελος των Καθ΄ων η αίτηση/Εφεσιβλήτων. Επιφυλάσσω πλήρως τα δικαιώματά μου όπως τοποθετηθώ περαιτέρω επί της ουσίας της εν λόγω διαιτησίας και γραμματίου, μόλις λάβω όλα τα σχετικά έγγραφα και συμβουλευθώ τους δικηγόρους μου αναφορικά με τα δικαιώματα και υπεράσπισή μου, καθότι το μόνο έγγραφο που έχω στο παρόν στάδιο είναι το προαναφερθέν τεκμήριο. Άνευ βλάβης των ανωτέρω και ως τυγχάνω νομικής συμβουλής και ειλικρινά πιστεύω η επίδικη απόφαση του Διαιτητή είναι παντελώς αδικαιολόγητη και ατεκμηρίωτη κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος. Άπαντα τα ανωτέρω ορκίζομαι ως ορθά και αληθή και αιτούμαι υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου ως η Αίτηση/Έφεση.» Οι καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους: «Α. Προδικαστικές Ενστάσεις:
- α) Η Αίτηση/Έφεση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας είναι αντικανονική, παράτυπη και άκυρη, αφού αυτή δεν έγινε σύμφωνα με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 101
(2)των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών τύπο (CAP198) CO-OPERATIVE SOCIETIES RULES). β) Η πιο πάνω αντικανονικότητα είναι μη θεραπεύσιμη και η αίτηση/έφεση υπόκειται σε απόρριψη προδικαστικά. Ο δεύτερος λόγος της Προδικαστικής Ένστασης μετά την εκ συμφώνου διόρθωση του ονόματος του Διαιτητή ο οποίος διεξήγαγε τη Διαιτησία, κατά την ημερομηνία που ήταν προγραμματισμένη η αίτηση για ακρόαση, εξέλειπε και δεν θα με απασχολήσει στη συνέχεια.
- Στην παρούσα διαδικασία έπρεπε να είναι μέρος και ο Διαιτητής αφού του καταλογίζεται κακή συμπεριφορά, επιδίδοντας του την σχετική έφεση. Β. ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΩΝ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ ΟΙ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΒΑΛΛΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΙΟ ΚΑΤΩ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ:
- Δεν έγινε κανένα λάθος ή παράλειψη από τον Διαιτητή για να δικαιολογείται η ακύρωση της Διαιτητικής Απόφασης, ούτε προβάλλεται κανένας λόγος από τους προβλεπόμενους από τον Νόμο, τους Κανονισμούς ή την Νομολογία για ακύρωση της Διαιτητικής απόφασης, που εκδόθηκε στις 4/6/2013, αναφορικά με τον Λογαριασμό δανείου δυνάμει γραμματίου υπ΄ αρ. 7321704-
- Η παραπομπή της διαφοράς σε Διαιτησία μεταξύ των δύο μερών, έγινε νομότυπα και σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται από τη σχετική Νομοθεσία και Κανονισμούς, ο δε διορισμός του Διαιτητή έγινε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και όχι από τους Καθ΄ ων η Αίτηση όπως ισχυρίζεται η Εφεσείουσα.
- Η Διαιτητική απόφαση πληροί τα κριτήρια της σχετικής Νομοθεσίας και/ή Κανονισμών, είναι δε επαρκώς αιτιολογημένη.
- Κατά την διεξαγωγή της Διαιτησίας την 4/6/2013, και την έκδοση απόφασης από τον Διαιτητή κ. Λοϊζο Σωτηρίου την ίδια μέρα, τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες, αφού προηγουμένως επιδόθηκε στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα στις 14/5/2013 σχετική ειδοποίηση με την οποία καλούσε την Αιτήτρια/Εφεσείουσα να παρευρεθεί στην εν λόγω Διαιτησία.
- Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα έλαβε γνώση για όλες τις λεπτομέρειες σχετικά με τη διεξαγωγή της Διαιτησίας στις 4/6/2013 αφού της επιδόθηκε σχετική ειδοποίηση στις 14/5/2013 και ως εκ τούτου δεν στερήθηκε της ευκαιρίας να παρευρεθεί και να ακουσθεί στη Διαιτησία.
- Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα ενεργεί κακόπιστα με την καταχώριση της παρούσας αίτησης/Έφεσης, ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε έλαβε ειδοποίηση για να παρευρεθεί στην Διαιτησία ενώ έλαβε γνώση για την διεξαγωγή της Διαιτησίας αφού της επεδόθη στις 14/05/2013, σχετική ειδοποίηση για να παραστεί στις 4/6/2013 στις 12.30 και δεν παρέστη.
- Ο διορισμός του Διαιτητή κ. Λοΐζου Σωτηρίου, έγινε με βάση την σχετική Νομοθεσία και το έγγραφο υποθήκης το οποίο υπέγραψε η Εφεσείουσα και σε καμία περίπτωση δε διορίστηκε μονομερώς .Επιπλέον ήταν καθ' όλα αμερόληπτος.
- Δεν συντρέχουν υπό τας περιστάσεις αι υπό του νόμου και της νομολογίας προϋποθέσεις για την επέμβαση του Δικαστηρίου μέσα στα πλαίσια της άσκησης του εποπτικού του ρόλου για ακύρωση η διαφοροποίηση της απόφασης του Διαιτητή ημερ. 4/6/2013.» Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης στηρίζεται σε ένορκες δηλώσεις τις οποίες υπογράφουν η κα Θεοδώρα Μιλτιάδους και ο κ. Χρίστος Χ'' Κωσταντή. Η κα Θεοδώρα Μιλτιάδους δηλώνει στην ένορκη δήλωση της ότι εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ στο Τμήμα ανάκτησης χρεών. Μεταξύ των καθηκόντων της είναι η προώθηση νομικών διαδικασιών για την είσπραξη καθυστερημένων δανείων των Αιτητών και άλλων οφειλών. Δηλώνει ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Δηλώνει ότι μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της έλαβε μέρος μαζί με το συνάδελφο της κ. Μάριο Τσαγγάρη στην διαδικασία Διαιτησίας η οποία αφορούσε την διαφορά μεταξύ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και της κας Ζέτας Νικολάου για το ποσό των €297.947,67σ. η οποία προερχόταν από τον λογαριασμό δανείου υπ΄ αρ. 7321704-4 δυνάμει γραμματίου. Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας ενώπιον του Διαιτητή κ. Λοΐζου Σωτηρίου, η πρωτοφειλέτιδα, κα Ζέτα Νικολάου, παρόλο που ειδοποιήθηκε νομότυπα με επίδοση σχετικής γραπτής ειδοποίησης, δεν παρουσιάστηκε και ως εκ τούτου, προχώρησε η διαδικασία και εξεδόθη απόφαση εναντίον της στην απουσία της. Η επίδοση της ειδοποίησης έγινε από τον επιδότη κ. Χρίστο Χ'' Κωσταντή, ο οποίος επιβεβαίωσε με ένορκη δήλωση ότι προέβη στην επίδοση της ειδοποίησης προς την κα. Ζέτα Νικολάου στις 14/5/
- Η σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης τέθηκε ενώπιον του Διαιτητή κατά την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στις 4/06/
- Δηλώνει ότι στα πλαίσια του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου ο κ. Λοΐζος Σωτηρίου νομότυπα διορίστηκε από τον Έφορο Εποπτείας & Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών για να διεξάγει τη Διαιτησία για επίλυση της διαφοράς του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και της κας Ζέτας Νικολάου. Ο Διαιτητής κ. Λοΐζος Σωτηρίου, αφού είχε ενώπιον του την ένορκη δήλωση επίδοσης της ειδοποίησης, προς την κα Ζέτα Νικολάου να παραστεί και δεν παρέστη και λαμβάνοντας υπόψη και τα αποδεικτικά στοιχεία που του παρουσιάστηκαν για απόδειξη της απαιτήσεως, ενήργησε νομότυπα, δίκαια και νόμιμα εκδίδοντας την σχετική Διαιτητική απόφαση την οποία επισυνάπτει ως Τεκμ. Α. Εκφράζει την πίστη ότι η εκδοθείσα απόφαση εκ μέρους του Διαιτητή και η διεξαχθείσα διαδικασία δεν είχε ούτε έχει κανένα μεμπτό σημείο για να παρίσταται ανάγκη ούτως ώστε το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του εποπτικού του ρόλου να παρέμβει ακυρώνοντας ή διαφοροποιώντας την απόφαση του Διαιτητή. Ο κ. Χρίστος Χ'' Κωσταντή, Ιδιώτης Δικαστικός Επιδότης δηλώνει στη δική του ένορκη δήλωση ότι στις 14.05.2013 επέδωσε στην κα Ζέτα Νικολάου, δικηγόρο από την Λεμεσό, ειδοποίηση για να παραστεί στις 4.06.2013 και ώρα 12.30 μ.μ στη διεξαγωγή Διαιτησίας για επίλυση της διαφοράς μεταξύ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και της ίδιας. Η επίδοση της σχετικής ειδοποίησης έγινε στην ίδια προσωπικά και υπέγραψε η ίδια κατά την παραλαβή της ειδοποίησης. Επισύναψε αντίγραφο του εγγράφου που επιδόθηκε μαζί με την ένορκη δήλωση του για την επίδοση ως Τεκμ. Α. Οι ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση αγορεύσεων των οποίων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών είχαν την καλοσύνη να με εφοδιάσουν με γραπτό κείμενο. Σε αυτές κάνουν αναφορά τόσο στα γεγονότα όσο και στη νομική πτυχή που διέπει το κάθε ζήτημα το οποίο επικαλούνται. Θα πρέπει να πω ότι οι εισηγήσεις τους ήταν εμπεριστατωμένες και με βοήθησαν για να αντιληφθώ τις θέσεις τους και να εξαγάγω τα δικά μου συμπεράσματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων και στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
- Αν και δεν εξειδικεύονται σε αυτή συγκεκριμένες διατάξεις του, εντούτοις εφόσον η διαιτησία έχει αποπερατωθεί και έχει εκδοθεί η απόφαση του Διαιτητή το μόνο άρθρο πλέον που έχει εφαρμογή είναι το Άρθρο 20
(2). Βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας διαιτησίας όπου επιλύθηκε μια διαφορά είναι ο περιορισμός των επίδικων θεμάτων. Γι' αυτό και ο Περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, επιτρέπει την ακύρωση μιας απόφασης ενός Διαιτητή ή ενός Διαιτητικού Δικαστηρίου για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2). Όταν ο Διαιτητής ή το Διαιτητικό Δικαστήριο έχει εκδώσει την απόφαση του, τότε μόνο στη βάσει του άρθρου 20
(2)μπορεί ένα Δικαστήριο να παραμερίσει μια τέτοια απόφαση (βλ. Αναφορικά με την διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιίας Βασιλικού Λτδ v. Αρχής Λιμένων
(2001)ΑΑΔ
(1)σελ. 24 στην οποία διευκρινίζεται ότι ο νόμος μας έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο αγγλικό νόμο του 1934, βλ. και Russel on the " Law of Arbitrations 19η έκδ. στη σελ. 426 και Mustill and Boud "Commercial Arbitration in England"
(1982)σελ. 526. Σύμφωνα με το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί για συγκεκριμένους μόνο λόγους και όχι για οποιοδήποτε λόγο. Οι λόγοι αυτοί είναι οι εξής:- α) η κακή συμπεριφορά του Διαιτητή. β) ο κακός χειρισμός της υπόθεσης από το διαιτητή. γ) η παράτυπη διεξαγωγή της διαιτησίας. δ) η απόφαση του διαιτητή να εκδόθηκε παράτυπα. Είναι φανερό ότι στην παρούσα περίπτωση από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δικαιολογεί ακύρωση της διαιτητικής απόφασης για οποιονδήποτε από τους πιο πάνω λόγους. Προβάλλεται ο ισχυρισμούς ότι δεν επιδόθηκε στην αιτήτρια ειδοποίηση για να παραστεί στην Διαιτησία. Όμως αυτός ο ισχυρισμός αποδεικνύεται αναληθής εφόσον καταρρίπτεται από το Τεκμ. Α στην ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Χ"Κωνσταντή, ιδιώτη επιδότη. Από την άλλη οι υπόλοιποι ισχυρισμοί που προβάλλονται χαρακτηρίζονται από γενικότητα και αοριστία χωρίς αυτοί να εξειδικεύονται όπως θα έπρεπε όπως είναι για παράδειγμα ο ισχυρισμός ότι αμφισβητεί το επιδικασθέν από τον Διαιτητή ποσό. Για όλα αυτά όμως θα γίνει αναφορά όταν θα εξετασθούν οι λόγοι στους οποίους βασίζεται η αίτηση στη συνέχεια της απόφασης μου. Υπενθυμίζω ότι στην απόφαση Τσιμεντοποιία Βασιλικού Λτδ v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)
(1)Α.Α.Δ σελ. 23 αναφέρθηκαν τα εξής: «Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο αποκλεισμός ή ακριβέστερα ο περιορισμός των ενδίκων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης. Έτσι ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4 που έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο Αγγλικό Νόμο του 1934, επιτρέπει την ακύρωση μίας τέτοιας απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2).» Στην υπόθεση Ελένη Κούλλουρου v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1(B) Α.Α.Δ. σελ. 987, η οποία επιβεβαίωσε τα περί περιορισμένων λόγων Έφεσης υιοθετώντας και σχετικό απόσπασμα από πρωτόδικη απόφαση την οποία επικύρωσε, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Έχω την άποψη ότι το πιο πάνω άρθρο του Νόμου θα πρέπει να ερμηνευτεί μέσα στο πιο πάνω πνεύμα της νομολογίας και όχι έξω από αυτό. Η φράση συνεπώς αδικημένος που διατυπώνεται στον νόμο έχει ακριβώς την έννοια της παρουσίας του μέρους που κλήθηκε στην διαιτησία και την προβολή εκ μέρους του θετικών και συγκεκριμένων ισχυρισμών. Που αφορούν είτε την ουσία είτε την διαδικασία στην οποία κλήθηκε και έλαβε μέρος. Αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου που παραπέμπεται σε διαιτησία, το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ' έφεση προς το δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του Περί Διαιτησίας Νόμου. Θα καθιστούσε τις σχετικές νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου αφού τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στην διαιτησία. Δεν θα πρέπει εξ' άλλου να παραγνωρίζεται και κρίνω πώς είναι σημαντικό αυτό, πώς είναι εκ του νόμου η υποχρέωση της παραπομπής της διαφοράς σε δεσμευτική διαιτησία. Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο Δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους βέβαια προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Για αυτό άλλωστε τα άρθρα 19 και 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, δεσμεύουν το δικαστήριο και ρητά σηματοδοτούν αλλά και καθορίζουν τις εξουσίες που του παρέχονται. Και έχω ήδη αναφερθεί στην εμβέλεια των άρθρων αυτών και πώς η νομολογία και τα συγγράμματα ερμηνεύουν την εξουσία του δικαστηρίου.» Θα προχωρήσω ευθύς αμέσως στην εξέταση της προδικαστικής ένστασης η οποία αφορά τη χρησιμοποίηση λανθασμένου και άκυρου ενδίκου μέσου. Οι καθ' ων η αίτηση προέβαλαν ως λόγον ένστασης ότι η αιτήτρια χρησιμοποιεί λανθασμένο και άρα άκυρο ένδικο μέσο για την ακύρωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Η Αίτηση/Έφεση θα πρέπει να απορριφθεί κατά τους καθ' ων η αίτηση προδικαστικά από το Δικαστήριο χωρίς να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως για τους πιο κάτω λόγους: Ο τρόπος και ο τύπος υποβολής Έφεσης για ακύρωση Διαιτητικής απόφασης, προβλέπεται από τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 στο άρθρο 52
(4), τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς (Κεφ. 198) και δη τον κανονισμό 101
(2)όπου προβλέπεται ειδικός τύπος Έφεσης, στο σώμα της οποίας θα πρέπει να αναγράφονται και οι λόγοι της Αίτησης και η Αιτιολογία τους, σύμφωνα με το άρθρο 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4. Ο εν λόγω κανονισμός προνοεί τα ακόλουθα: Καν. 101 «
(2)An appeal against an award of the arbitrator or arbitrators under the provisions of section 53
(3)of the Law shall be made by notice of appeal in the form set out in the Second Appendix hereto, filed with the Registrar together with a copy of the award appealed against within twenty-one days from the date of such award and delivered to any party affected by the appeal within the same period. Όσον αφορά τον τύπο της Έφεσης αυτός προβλέπεται από τον Κανονισμό 101
(2)των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών (Co-Operative Societies) όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω. Διαπιστώνεται ότι η αιτήτρια δεν χρησιμοποίησε τον προβλεπόμενο από τους σχετικούς Κανονισμούς, ήτοι τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς (Κεφ. 198) και δη τον κανονισμό 101
(2)τύπο Έφεσης, αλλά Αίτηση δια κλήσεως σύμφωνα με τη Δ.48 των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο τύπος Έφεσης που χρησιμοποίησε η αιτήτρια, είναι εντελώς λανθασμένος και αντικανονικός. Είναι δε γι΄αυτόν τον λόγο που συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση ότι δεν είναι θεραπεύσιμη και έτσι η Έφεση θα πρέπει να απορριφθεί προδικαστικά. Ούτε βεβαίως έχει επισυναφθεί η εκκαλούμενη Διαιτητική απόφαση, όπως είναι επιτακτική υποχρέωση της αιτήτριας με βάση τον σχετικό κανονισμό Καν. 101 εδ
(2)[.] shall be made by notice of appeal in the form set out in the Second Appendix hereto, filed with the Registrar together with a copy of the award appealed against [.] αλλά η ειδοποίηση για την έκδοση της Διαιτητικής απόφασης. Συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν πρόκειται για απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη, αλλά πρόκειται για αντικανονικότητα τέτοια, που οδηγεί την αίτηση σε απόρριψη. Ακόμη και εάν υποτεθεί ότι θα μπορούσε να γίνει διόρθωση, με βάση την Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ούτε αυτή είναι υποβοηθητική ως προς την τύχη της αίτησης αφού όπως έχει νομολογηθεί (Bank for Foreign. Tr. Of Russian Fed. V. ICC Chem. (U.K.) Ltd,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1728) η Διαταγή 64, δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στην υπόθεση Μ.Ι. Holdings Public Ltd v. Παναγή,
(2006)1 ΑΑΔ 298 η αγωγή ηγέρθη βάσει της Δ.2 Θ.1 αντί της Δ.2 Θ.6 και τέθηκε το θέμα κατά πόσο η χρήση λανθασμένου τύπου συνιστά παρατυπία που διορθώνεται από τη Δ.64 Θ.1. Όπως εξηγήθηκε η Δ.64 δεν καταργεί τις διατάξεις των Θεσμών που πρέπει να τηρούνται και ότι δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς. Θεραπεύει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον είναι θεραπεύσιμες. Δεν παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις και το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως έχει δημιουργηθεί. Η παρατυπία μέχρι την άρση της υπάρχει. Ο Κανονισμός 101
(2)προβλέπει με επιτακτικό τρόπο τον τύπο έναρξης της διαδικασίας (shall be made by notice of appeal in the form set out in the Second Appendix hereto). Κατ' ακολουθίαν είναι φανερό ότι η παρούσα διαδικασία ξεκίνησε με βάση εσφαλμένο ένδικο μέσο που δεν θεραπεύεται. Και ως τέτοια υπόκειται σε απόρριψη. Παρά την πιο πάνω απόφαση μου σε σχέση με την προδικαστική ένσταση θα προχωρήσω στην εξέταση και των υπόλοιπων λόγων που προβάλλονται στην αίτηση αλλά και αυτούς της ένστασης για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου. Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους μπορεί να ζητείται ακύρωση της απόφασης του Διαιτητή και τον τρόπο παράθεσης τους, σχετική είναι η απόφαση, Ελένη Κούλλουρου v.Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αθηαίνου,
(2005)1(β) Α.Α.Δ. 987 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου το οποίο είχε αποφασίσει ότι: «.......η αιτήτρια όφειλε, συμμορφούμενη με τον πιο πάνω θεσμό, να καταγράψει ποιο ακριβώς είναι το παράπονο της ή η αδικία που υπέστη από την απόφαση του διαιτητή με την έννοια ότι οι ένορκες δηλώσεις που συνιστούν μαρτυρία θα πρέπει να συνάδουν με τους λόγους και την αιτιολογία της αίτησης - έφεσης. Θα πρόσθετα ότι θα έπρεπε στο σώμα της αίτησης να αναφέρονται ειδικά και εξειδικευμένα οι λόγοι για τους οποίους επιζητείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός της απόφασης του διαιτητή σε συνάρτηση με το άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4 όπως έχει εξηγηθεί και με όσα η νομολογία υποδεικνύει.» Είναι σαφές από το απόσπασμα της πιο πάνω απόφασης ότι η Αιτήτρια στην προκείμενη αίτηση της δεν συμμορφώθηκε από την επιτακτική πρόνοια του σχετικού κανονισμού. Με την αίτηση της η αιτήτρια προβάλλει ως λόγο Δ στον οποίο επίσης στηρίζει την αίτηση της επιδιώκοντας την ακύρωση της Διαιτητικής απόφασης τον ακόλουθο: «Ο Διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος . διατηρεί επανειλημμένως συνεργασία και αποκομίζει οφέλη και υπάρχει σχέση οικονομικής εξάρτησης και/ή συνεργασίας μεταξύ τους.» Για όσα καταλογίζει τον Διαιτητή η αιτήτρια ως άνω θα έπρεπε να τον καθιστούσε ως μέρος της διαδικασίας ή τουλάχιστον να του είχε φροντίσει να επιδοθεί η αίτηση σε αυτόν για να του παράσχει τη δυνατότητα να εμφανιστεί εάν επιθυμούσε. Στον Russell on Arbitration 19η έκδοση, εξηγείται ότι παρόλο που παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η Έφεση δεν επιδίδεται στο διαιτητή, η σύγχρονη αντίληψη είναι, όταν ο αιτητής επικαλείται κακή συμπεριφορά του διαιτητή (misconduct), είτε επί τεχνικών θεμάτων είτε επί πραγματικών γεγονότων, η αίτηση θα πρέπει να επιδίδεται στο διαιτητή. Και ο διαιτητής σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα είτε να έχει πλήρη παρουσία στη διαδικασία, ή να καταχωρήσει ένορκη δήλωση και να θέσει εκείνα τα γεγονότα τα οποία κρίνει ότι μπορούν να βοηθήσουν το δικαστήριο, είτε βεβαίως να μην πάρει κανένα μέτρο, θεωρούμενος ότι δεν προτίθεται να κάμει τίποτε περισσότερο παρά να αποδεχθεί την απόφαση του Δικαστηρίου. Η σύγχρονη αυτή αντίληψη εδράζεται στο γεγονός ότι σε κανένα του οποίου η συμπεριφορά τίθεται κάτω από κριτική, ως θέμα φυσικής δικαιοσύνη, δεν θα του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει ή να εξηγήσει. Κατά τα πιο πάνω θα έπρεπε η αίτηση τουλάχιστον να είχε επιδοθεί στον Διαιτητή. Σχετικός είναι και ο Κανονισμός 101
(2)που προνοεί επίδοση της αίτησης σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο, και σε κάθε περίπτωση ο διαιτητής δεν μπορεί να εξαιρεθεί από τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Όταν κυρίως όπως στην παρούσα υπόθεση του καταλογίζεται με διάφορους τρόπους κακός χειρισμός και συμπεριφορά κατά τη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς. Περαιτέρω ως προς το θέμα αυτό, δηλαδή ότι θα πρέπει να επιδίδεται η αίτηση στον Διαιτητή, οποτεδήποτε του αποδίδεται μομφή για ουσιαστικούς ή τεχνικούς λόγους και εδώ με τον ισχυρισμό που προβάλλει η αιτήτρια, ότι ο διαιτητής προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης χωρίς να την ειδοποιήσει να παραστεί και ότι δεν ήταν αμερόληπτος και ότι ενήργησε συμφεροντολογικά, είναι σαφές ότι ισχυρίζονται απρεπή διαγωγή για ουσιαστικό θέμα και λόγο. Σχετικά ως προς το θέμα αυτό είναι τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Χρίστος Συμεωνίδης v. Ανδρέας Μενελάου Πολ. Έφεση 6/2012 , ημερ. 22/12/2016 στην οποία λέχθηκαν υπό του Τ. Οικονόμου, Δ. τα εξής: «Η νομική αρχή που διέπει το ζήτημα έχει όντως μεταβληθεί και αποτυπώνεται στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd (ανωτέρω), απ' όπου η ακόλουθη χαρακτηριστική αναφορά: «Ο δικηγόρος του μας παρέπεμψε στη 19η έκδοση του Russell on the Law of Arbitration, στην οποία υιοθετείται η θέση, αντίθετα με προηγούμενες εκδόσεις του Συγγράμματος, ότι η επίδοση αίτησης, με την οποία επιδιώκεται η απομάκρυνση διαιτητή, στον ίδιο είναι επιβεβλημένη. Σ' αυτό κατατείνει η σύγχρονη πρακτική των Αγγλικών Δικαστηρίων. Η αίτηση επιδίδεται στο διαιτητή, οποτεδήποτε αποδίδεται σ΄αυτό απρεπής διαγωγή, για ουσιαστικούς ή τεχνικούς λόγους.» Στην ίδια υπόθεση εξηγείται ότι: «Το δικαίωμα του διαιτητή να ακούεται, οποτεδήποτε του προσάπτεται μομφή για απρεπή διαγωγή, συνιστά, όπως σημειώνεται στο Russell (ανωτέρω), απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης.» Δεν βρίσκουμε ότι η διαφορά που επικαλέστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο συνιστά έγκυρο στοιχείο διαφοροποίησης της παρούσας υπόθεσης από την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου. Για να δοθεί η πλήρης διάσταση της νομολογίας, που παρά τις διακυμάνσεις είναι πλέον η κρατούσα, παραθέτουμε, από όσα μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα, στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Mustill & Boyd, Commercial Arbitration (London, 2nd ed., 1989, Butterworth), σελ. 553: «Whenever an application is made to the Court to set aside or remit an award on grounds of misconduct, "technical" or otherwise, the notice of motion should be served on the arbitrator or umpire concerned. He may then either (
- a)take an active part in the proceedings or (
- b)file an affidavit for the assistance of the court or (
- c)take no action. Στο ίδιο σύγγραμμα υποδεικνύεται, με παραπομπή στην υπόθεση Port Sudan Cotton Co v. Govindaswamy Chettiar & Sons [1977] 1 Lloyd's Rep. 166, ότι εάν οι ισχυρισμοί για απρεπή διαγωγή αποτύχουν, ο διαιτητής δικαιούται, εάν εμφανιστεί, σε έξοδα, όπως δικαιούται και στα έξοδα τυχόν ένορκης δήλωσης που θα έχει καταθέσει. Εάν οι ισχυρισμοί επιτύχουν, τότε δεν καταδικάζεται στα έξοδα, εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως είναι ο δόλος ή όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδικασία. Τέλος αναφέρεται, με παραπομπή στην υπόθεση Bank Mellat v. GAA Development and Construction Co [1988] 2 Lloyd's Reports 44, ότι είναι σε εξαιρετικές περιστάσεις που είναι δυνατό το Δικαστήριο να επιτρέψει τη συνέχιση της αίτησης εάν αυτή δεν έχει επιδοθεί στο διαιτητή. Υπό το φως των ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση κρίνεται εσφαλμένη. Με την επίδοση της αίτησης στον εφεσίβλητο, αυτός κατέστη διάδικος με δυνατότητα να ενεργήσει ως αναφέρεται ανωτέρω, περιλαμβανομένου δικαιώματος να υπερασπιστεί τον εαυτό του καταχωρώντας ένσταση.» Καταλήγω ότι από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει δεν προκύπτει οτιδήποτε το μεμπτό στην διαιτητική διαδικασία και διαιτητική απόφαση καθώς ό,τι προκύπτει από το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε ως λόγος για την ακύρωση της ούτως ή άλλως είναι αόριστο και κενό περιεχομένου. Κατά συνέπεια δεν συντρέχει κανένας λόγος για παρέμβαση του Δικαστηρίου για ανατροπή της διαιτητικής απόφασης σε σχέση με τον λόγο της επίδειξης κακής συμπεριφοράς από τον Διαιτητή. Προχωρώ με τους υπόλοιπους λόγους που προβάλλει στην αίτηση της η αιτήτρια. Η αιτήτρια προβάλλει ότι ο διορισμός του Διαιτητή έγινε μονομερώς. Ο Διαιτητής όμως διορίστηκε νομότυπα σύμφωνα με το Άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου από τον Έφορο Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών για να διεξάγει τη Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και της αιτήτριας. Η αιτήτρια προβάλλει περαιτέρω τον ισχυρισμό ότι δεν της επιδόθηκε και δεν έλαβε την ειδοποίηση για να παρευρεθεί στη Διαιτησία. Στην ένορκη δήλωση του ο ιδιώτης επιδότης κ. Χ" Κωνσταντή (Τεκμ. Α΄ της ένορκης δήλωση του επιδότη που είναι επισυνημμένη στην ένσταση), η επίδοση της ειδοποίησης για τη Διαιτησία έγινε προσωπικά στην αιτήτρια στις 14.05.2013, την οποία μάλιστα ειδοποίηση παρέλαβε έναντι της υπογραφής της και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός αυτός είναι εντελώς αβάσιμος και αναληθής. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία αυτή του επιδότη κ. Χ" Κωνσταντή, δεν έχει αμφισβητηθεί από την αιτήτρια είτε με αίτημα για αντεξέταση του είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση είτε άλλως πώς. Το γεγονός δε ότι η αιτήτρια επέλεξε να μην είναι παρούσα κατά την εκδίκαση της διαφοράς και την έκδοση της διαιτητικής απόφασης δεν σημαίνει ότι δεν ειδοποιήθηκε κατάλληλα. Παρόλο ότι έλαβε γνώση για τον ορισμό της Διαιτησίας στις 14.05.2013 αυτή δεν παρέστη με δική της επιλογή και ανάληψη της σχετικής ευθύνης και συνεπειών για ό, τι ήθελε προκύψει σε αυτή. Προκύπτει από τη νομολογία μας αδυναμία έγερσης με την έφεση θεμάτων τα οποία θα μπορούσαν και έπρεπε να εγερθούν ενώπιον του Διαιτητή. Η αιτήτρια στην αίτηση της προβάλλει ισχυρισμούς περί καταχρηστικής και παράνομης χρέωσης ποσών και τόκων καθώς και ανατοκισμό (παράγρ. 6 της ένορκης δήλωσης της). Εάν η αιτήτρια είχε αυτή την πεποίθηση θα έπρεπε να είχε προβάλει τον ισχυρισμό της αυτό κατά τη διεξαγωγή της Διαιτησίας και να εξετάζονταν από τον Διαιτητή. Ο τρόπος αμφισβήτησης του ποσού ή των οφειλόμενων τόκων δεν έχει να κάνει με την εγκυρότητα της επίδικης Διαιτητικής απόφασης. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας η αιτήτρια δεν μπορεί να αμφισβητεί θέματα όπως η εγκυρότητα του διορισμού του διαιτητή, το ποσόν και τους τόκους και/ ή να εγείρει οποιαδήποτε άλλα θέματα τα οποία θα έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον του Διαιτητή κατά την διαδικασία της Διαιτησίας, πράγμα το οποίο η αιτήτρια παρέλειψε να πράξη αφού δεν εμφανίστηκε στη Διαιτητική διαδικασία παρόλο που ειδοποιήθηκε δεόντως να παραστεί. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα στην απόφαση, Ελένη Κούλλουρου v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου (πιο πάνω): «Αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου που παραπέμπει σε Διαιτησία, το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά του επιτρέπεται να προβάλει κατ' Έφεση προς το Δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του Διαιτητή , αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών νόμου και του περί Διαιτησίας νόμου.» Περαιτέρω οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να εφεσιβληθεί μια Διαιτητική απόφαση όπως αναφέρεται πιο πάνω είναι περιορισμένοι και σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο τρόπος υπολογισμού των τόκων μετά την έκδοση της απόφασης. Περαιτέρω επισημαίνεται ότι ο λόγος αυτός έχει τεθεί με τόση γενικότητα που είναι αδύνατο να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα χωρίς επεξήγηση. Οποιαδήποτε διαφορά ως προς τον τρόπο υπολογισμού των τόκων μετά την έκδοση μιας διαιτητικής απόφασης δεν αποτελεί λόγο για ακύρωση της. Επομένως, η αιτήτρια παράτυπα αλλά και αβάσιμα επιχειρεί τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης αφού από το ιστορικό της υπόθεσης όπως το παραθέτει η ίδια, φαίνεται να επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την διαδικασία Διαιτησίας και για τις οφειλές της προς τους καθ' ων η αίτηση. Σχετική είναι η απόφαση Ανδρέα Χατζηγεωργίου Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 ΑΑΔ 707 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάσισε τα εξής : «Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδωση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του Επαρχιακού Δικαστηρίου δια της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει το απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση είναι τελική και δεσμευτική για την καθ' ης η αίτηση και δεν δικαιολογείται η ακύρωση ή η προβολή οποιασδήποτε υπεράσπισης επί της ουσίας της διαφοράς, σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Τα ζητήματα αυτά τα εξετάζει ο Διαιτητής αν τεθούν ενώπιον του και με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει στη διάθεση του αυτός και μόνο έχει τη δυνατότητα αξιολόγησης του μαρτυρικού αυτού υλικού προτού προχωρήσει στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Η καθ' ης η αίτηση επέλεξε, αν και ειδοποιήθηκε δεόντως καθώς της επιδόθηκε σχετική ειδοποίηση, να μην εμφανιστεί κατά την ημερομηνία της ακροαματικής διαδικασίας. Συνεπώς απορρίπτονται οι σχετικές αιτιάσεις της αιτήτριας. Όπως λέχθηκε στο τέλος της απόφασης Χ"Γεωργίου (πιο πάνω): «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς.» Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που προβάλλεται στην αίτηση ο οποίος θα μπορούσε να παράσχει έρεισμα στο Δικαστήριο για ικανοποίηση της με την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Οι λόγοι που προβλήθηκαν είναι νόμω και ουσία αβάσιμοι και απορρίπτονται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση/εφεσιβλήτων και εναντίον της αιτήτριας/εφεσείουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο