← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΛΕΝΙΑΣ ΜΑΡΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ κ.α., Αγωγή αρ.: 700/12, 12/10/2017

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΛΕΝΙΑΣ ΜΑΡΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ κ.α., Αγωγή αρ.: 700/12, 12/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A333 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 700/12 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Εναγόντων και ΛΕΝΙΑΣ ΜΑΡΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, από τη Λεμεσό ΛΟΥΚΑ ΜΑΡΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, από τη Λεμεσό Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27/4/2016 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Εναγόμενης 1 Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη 1 - αιτήτρια: κα Χατζηξενοφώντος για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Ηλία για ΗΛΙΑ & ΗΛΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 1 και 2 είναι για την πληρωμή του ποσού των €431.848,19 πλέον τόκους και έξοδα, στη βάση πιστωτικών διευκολύνσεων και συγκεκριμένα δανείου που παραχωρήθηκε στους εναγομένους 1 και

  1. Περαιτέρω, οι ενάγοντες αξιούν την εκποίηση του ακινήτου της εναγομένης 1, το οποίο η τελευταία υποθήκευσε προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου. Σύμφωνα με ό,τι προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες (Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ), βάσει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 16.7.2012, παραχώρισαν στους εναγόμενους 1 και 2 δάνειο ύψους €370.000, ποσό το οποίο ήταν τοκοφόρο και θα αποπληρώνετο με δόσεις. Προς εξασφάλιση της εξόφλησης του δανείου (πλέον τόκων, δικαιωμάτων και εξόδων), η εναγομένη 1 στις 16.7.2009 υποθήκευσε (αρ. υποθήκης Υ05428/09) το ακίνητο της (οικόπεδο με κτίρια) που βρίσκεται στην ενορία Αγίου Νικολάου στον Δήμο Λεμεσού. Η εναγόμενη 1 στην Έκθεση Υπεράσπισης της παραδέχεται μεν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, είναι όμως η θέση της ότι οι ενάγοντες δεν την ετερμάτισαν νόμιμα και κατά συνέπεια δεν έχουν καταστεί απαιτητά τα αξιούμενα ποσά. Ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες αξιώσεις τους καθότι «καταστρατήγησαν τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας περί καταναλωτικής πίστεως, περί τόκου κ.ο.κ.». Περαιτέρω, πως τα αξιούμενα ποσά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα «και/ή είναι παρανόμως αυξημένα και/ή κεφαλαιοποιημένα και/ή ανατοκισμένα και/ή άλλως πως». Πως η «επιβολή των ισχυριζόμενων τόκων είναι παράνομη, παράτυπη και αδικαιολόγητη». Πως έχουν καταβληθεί από τους εναγόμενους σε διάφορες ημερομηνίες διάφορα ποσά τα οποία οι ενάγοντες «παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή εσφαλμένα παρέλειψαν να πιστώσουν τον επίδικο λογαριασμό». Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά των πιο πάνω ισχυρισμών, η εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία «είναι και/ή κατέστη άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη εκτελεστή» ένεκα της παράνομης συμπεριφοράς των εναγόντων οι οποίοι «άσκησαν καταχρηστικούς και/ή άκυρους και/ή καταπιεστικούς συμβατικούς όρους και/ή προχώρησαν στην αδικαιολόγητη επιβολή υπερχρεώσεων σ' αυτούς και/ή σε κεφαλαιοποιήσεις τόκων και/ή σε ανατοκισμό και/ή σε αντισυμβατικές και/ή παράνομες επιβαρύνσεις και/ή χρεώσεις σε βάρος της». Με την υπό κρίση Αίτηση, η εναγόμενη 1 αιτείται την τροποποίηση του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης της, δια της διαγραφής συγκεκριμένων παραγράφων και δια της προσθήκης νέων, ώστε να περιλάβει σ' αυτό: (α) ισχυρισμούς και λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων, τις οποίες αποδίδει στους ενάγοντες και οι οποίες, κατά την ίδια, καθιστούν την συμφωνία δανείου «άκυρη και/ή ακυρώσιμη χωρίς κανένα και/ή το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα». (β) ισχυρισμούς για ενέργειες των εναγόντων οι οποίες «απέκλειαν» την ελεύθερη συναίνεση και βούληση της, με αποτέλεσμα η επίδικη συμφωνία, κατά την ίδια, να αποτελεί προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού και/ή αθέμιτης πίεσης εκ μέρους των εναγόντων, οι οποίοι «εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι αποτελούσαν ισχυρό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, επέβαλαν καταχρηστικούς και/ή αυθαίρετους όρους οι οποίοι είναι παράνομοι και/ή αντίκεινται στις αρχές της επιείκειας και των σχετικών συναλλακτικών ηθών». (γ) ισχυρισμούς για την οικογενειακή και την προσωπική της ζωή και γενικότερα για την κατάσταση της υγείας της κατά την σύναψη της επίδικης συμφωνίας, περιστάσεις οι οποίες καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους επηρέαζαν την πνευματική της ικανότητα και ως εκ τούτου καθιστούν την επίδικη συμφωνία άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθότι συνήφθη κατόπιν ψυχικής πίεσης. (δ) λεπτομέρειες για παραλείψεις ενεργειών των εναγόντων τις οποίες όφειλαν και/ή είχαν υποχρέωση και/ή καθήκον να εκτελέσουν προ και/ή κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ώστε αυτή να είναι καθ' όλα έγκυρη. (ε) ισχυρισμούς αναφορικά με την παράβαση των εναγόντων της υποχρέωσης των να μετριάσουν την ζημιά τους. Η εναγόμενη 1 με την αιτούμενη τροποποίηση επιθυμεί να συμπεριλάβει στο δικόγραφο της και Ανταπαίτηση με την οποία να αξιώνει εναντίον των εναγόντων την έκδοση διατάγματος το οποίο να ακυρώνει την επίδικη συμφωνία, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω της συμπεριφοράς των εναγόντων έναντι της, καθώς επίσης και την έκδοση διατάγματος το οποίο να υποχρεώνει τους ενάγοντες να προβούν σε αναδιάρθρωση του επίδικου δανείου. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 θθ. 1-5, Διαταγή 48 θθ. 2-4, στην πρακτική και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Μαρίας Μακρίδη, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων της εναγόμενης 1, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Είναι η θέση της ομνύουσας πως μετά που ανέλαβαν την υπεράσπιση της εναγόμενης 1 οι νέοι δικηγόροι της, έκριναν, αφού μελέτησαν την υπόθεση, τα σχετικά έγγραφα και τα δικόγραφα, πως το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης της θα έπρεπε να τροποποιηθεί ώστε να περιληφθούν σ' αυτήν οι θέσεις της σε «ότι αφορά στους όρους της συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων καθώς και να γίνει προσθήκη Ανταπαίτησης». Είναι ουσιώδες στοιχείο, προσθέτει, για την υπεράσπιση της εναγόμενης 1, να δικογραφηθεί η θέση της αναφορικά με «το δικαίωμα της τράπεζας να εφαρμόζει όρους που τέθηκαν μονομερώς από αυτή και που είναι ιδιαίτερα επαχθείς και ετεροβαρείς για την εναγόμενη 1 καθώς και τις περιστάσεις υπογραφής του επίδικου δανείου που έγινε σε μια περίοδο που η πνευματική ικανότητα της εναγόμενης 1 ήταν περιορισμένη λόγω της διάστασης με τον σύζυγο της». Επίσης, θα πρέπει να δικογραφηθεί στην Υπεράσπιση η θέση της αναφορικά «με την πηγή αποπληρωμής των υποχρεώσεων της προς την τράπεζα αλλά και για το δικαίωμα της τράπεζας να προχωρήσει με την καταχώρηση της αγωγής». Προβάλλει, τέλος, πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες ώστε να δικογραφηθούν στην Έκθεση Υπεράσπισης που συνετάχθη από τους προηγούμενους δικηγόρους της εναγόμενης 1, όλα τα γεγονότα ώστε η τελευταία να παρουσιάσει ορθά την υπόθεση της. Οι ενάγοντες καταχώρησαν Ένσταση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «
  2. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν αποτελεί τροποποίηση αλλά ουσιαστικά και πραγματικά αντικατάσταση της υφιστάμενης υπεράσπισης με μία εντελώς νέα και διαφορετική υπεράσπιση, η οποία τροποποιεί εκ βάθρων τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 1 όπως είχαν προβληθεί με την υπεράσπισή της ημερομηνίας 2/1/
  3. Η παρούσα αγωγή εκκρεμεί από το έτος 2012 και ο ισχυρισμός της Αιτήτριας στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει το αίτημα ότι η τροποποίηση δεν θα επιφέρει αδικία ή ζημιά στους Ενάγοντες, είναι ανυπόστατος.
  4. Εάν επιτραπεί η τροποποίηση, θα προκληθεί σύγχυση και θα περιπλεχθούν τα πράγματα και ως αποτέλεσμα θα καθυστερήσει η δίκαια εκδίκαση της υπόθεσης, προς βλάβη των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση.
  5. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη.
  6. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος για τροποποίηση ήταν στην Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια, αλλά με την μαρτυρία που προσκόμισε στο Δικαστήριο με την μορφή Ένορκης Δήλωσης της Μαρίας Μακρίδη, δεν παρουσιάστηκε η κατάλληλη μαρτυρία για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τροποποίηση.
  7. Υπάρχει παντελής έλλειψη μαρτυρίας, η οποία να επιτρέπει στο Δικαστήριο να αξιολογήσει κατά πόσο συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση.
  8. Τα γεγονότα και οι προϋποθέσεις πριν την σύνταξη του επίδικου δανείου ήταν καλά γνωστά στην Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια πριν την ημερομηνία της επίδικης Συμφωνίας, ημερομηνίας 16/7/
  9. Ως εκ τούτου η όποια υπεράσπιση μπορούσε να προβληθεί εκ μέρους της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας, στην βάση των δεδομένων γεγονότων, προβλήθηκε με την υπεράσπιση της ημερομηνίας 2/1/
  10. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν βασίζεται σε αληθινά γεγονότα αλλά σε εκ των υστέρων σκέψεις και νομικές συμβουλές των νέων δικηγόρων της Αιτήτριας.
  11. Υπάρχει πάρα πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση, η οποία εμποδίζει το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Αιτήτριας.» Η Ένσταση στηρίζεται στο ίδιο με την Αίτηση, νομικό πλαίσιο. Υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Χριστάκη Δημητρίου, υπαλλήλου των Εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Όπως αναφέρει, γνωρίζει καλά τα γεγονότα που σχετίζονται με την αγωγή. Αντί άλλων ισχυρισμών, επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης. Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. (SABA & CO (T.M.P.) ν. T.M.P. Agents

(1994)1 ΑΑΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726). Κλασσική απόφαση που δείχνει την λεγόμενη τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934. Όπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί εκεί, αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Διευκρινίζοντας ή περιορίζοντας τη γενικότητα με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω) πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών, αλλά αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση επαναορίστηκε ξανά για ακρόαση. Η θεμελιακή αρχή την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας σ΄ αυτού του είδους τις αιτήσεις, τέθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ούτως ώστε να συνάδει η Έκθεση Απαίτησης με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε ότι εν πρώτοις δεν είναι νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Στη σελίδα 707 της απόφαση αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις, είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην υπόθεση Geto Tracing Import-Export Ltd v. Το πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev, Aγωγή Ναυτοδικείου αρ.56/93, ημερ. 30.9.1993, λέχθηκε πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές.» Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. (ανωτέρω). «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Για το ίδιο θέμα της καθυστέρησης, σημαντική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα, Πολ. Έφεση 10341, ημερ. 19/1/
  2. Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Ότι, δε, η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Αναφορικά με το θέμα της παροχής εξήγησης για την καθυστέρηση που διαπιστώνεται στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, και με αυτό ασχολήθηκε το Εφετείο στην υπόθεση (SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Από τα ανωτέρω προκύπτει πως ο παράγοντας «καθυστέρηση» εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Οι τροποποιήσεις που επιζητούνται είναι πράγματι σε έκταση, όμως δεν διαφοροποιούν τη θέση που η Εναγόμενη 1 προέβαλε εξ' αρχής. Η ήδη προβαλλόμενη θέση της είναι πως οι Ενάγοντες προέβησαν σε παράνομες, παράτυπες και καταχρηστικές ενέργειες, οι οποίες καταστούν την επίδικη συμφωνία άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη εκτελεστή. Προβαλλόμενη είναι επίσης η θέση πως οι ενάγοντες προχώρησαν αδικαιολόγητα σε κεφαλαιοποιήσεις τόκων, σε επιβολή παράνομων και/ή αντισυμβατικών χρεώσεων ή επιβαρύνσεων. Με την προβολή Ανταπαίτησης, επιθυμεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα της σε περίπτωση που κληθεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Είναι γι' αυτό που διατείνεται ειδικότερα ότι το αξιούμενο ποσό δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικά οφειλόμενο ποσό και ότι σε αυτό προστέθηκαν παράνομες και μη επιτρεπτές χρεώσεις, για τους λόγους που η ίδια εκθέτει στους ισχυρισμούς που επιθυμεί να προσθέσει στην Υπεράσπιση της. Κατά την κρίση μου, η εν λόγω αξίωση της έναντι των Εναγόντων δεν συνιστά νέο λόγο Υπεράσπισης. Ούτε επιχειρεί με την Ανταπαίτηση την προσθήκη νέων γεγονότων. Επεκτείνει τους ισχυρισμούς της κατά τρόπο ώστε να δικαιολογούνται οι θεραπείες που αναταπαιτητικά αξιώνει. Πυρήνας των προτεινόμενων τροποποιήσεων εξακολουθούν να είναι οι ίδιοι ισχυρισμοί. Τα γεγονότα ως προς την ουσία τους δεν διαφοροποιούνται με οποιοδήποτε τρόπο. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ1, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις δικογράφων οι οποίες είναι αναγκαίες, ώστε να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Σκοπός είναι η διακρίβωση των πραγματικών ζητημάτων για τα οποία υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών. Το κυρίαρχο στοιχείο κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Νομολογιακά έχει λεχθεί ότι τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του εάν επιδείχθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλ. Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά. Πολ. Έφεση 96/2006, ημερ. 27.7.2007). Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσον η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια καθυστέρησε αδικαιολόγητα να υποβάλει το αίτημα της. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα «καθυστέρηση». Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ. α. (ανωτέρω), λέχθηκε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο, τονίστηκε, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Σε σχέση με τον παράγοντα αυτό η Εναγόμενη 1 δίδει σαφείς και επαρκείς εξηγήσεις στην υποστηρίζουσα την Αίτηση, Ένορκη της Δήλωση, για τη χρονική στιγμή που κατά την ίδια κατέστη αναγκαία η τροποποίηση της Υπεράσπισης της. Εξάλλου η υπόθεση δεν έχει αχθεί ακόμη σε ακρόαση και δεν βρίσκω ότι θα προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της, εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Ούτε έχω πεισθεί από την υπάρχουσα ενώπιον μου μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 1 ενεργεί με κακή πίστη ή ότι θα δημιουργηθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί χρηματικά εάν εγκριθεί το αίτημα της. Η ενέργεια της Εναγομένης 1 να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, μπορεί να υποδηλοί αβλεψία, λάθος ή ακόμη και αμέλεια εκ μέρους της όχι όμως κακοπιστία. Κρίνω ότι θα πρέπει να δοθεί στην πλευρά της το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις της ούτως ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να απονείμει δικαιοσύνη υπό το φως πληρέστερων στοιχείων. Ούτε έχω διαπιστώσει στην προκειμένη περίπτωση, να υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους της Εναγόμενης 1-Αιτήτριας. Επαναλαμβάνω ότι το ουσιαστικότερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές επίδικες διαφορές. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω πως το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να συμπληρώνει τον εαυτόν του ως Δικαστήριο, ορθά και αποτελεσματικά και να ρυθμίζει τις ενώπιον του διαδικασίες ώστε να παρεμποδίζει κατάχρηση τους με απώτερο σκοπό την διασφάλιση της δίκαιης δίκης [βλ. Τζενάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 ΑΑΔ, Re Beogradska D.D.
(1996)1ΑΑΔ 911, Ηλίας Ηλία (αρ.3)
(1995)1 ΑΑΔ 786, Παπόρης ν. Μaskinjabriken "Sio" A/S
(1996)1 B ΑΑΔ 1037]. Συνοψίζοντας όλα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω και έχοντας κατά νου την φύση της αντιδικίας, τις θεραπείες που ζητούνται, το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται στα δικόγραφα, τις θέσεις των πλευρών, κρίνω ότι θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας. Κρίνω ότι θα πρέπει να δοθεί στην πλευρά της το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις της, ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να απονείμει δικαιοσύνη υπό το φως πληρέστερων στοιχείων. Με την συμπερίληψη όλων των ισχυρισμών στα δικόγραφα, θα αποτραπούν άλλες δικαστικές διαδικασίες οι οποίες πιθανόν να απαιτηθεί να εγκριθούν και θα αποτραπεί η περαιτέρω σπατάλη χρόνου του Δικαστηρίου καθώς επίσης και η σπατάλη εξόδων. Έτσι θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις και ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της παραχώρησης διατάγματος τροποποίησης. Διά ταύτα επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως η Αίτηση. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός είκοσι
(20)ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Απάντηση στην Υπεράσπιση εκ μέρους των Εναγόντων, να καταχωρηθεί εντός των επόμενων δεκαπέντε
(15)ημερών από της καταχώρησης της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Να ακολουθηθούν οι θεσμοί για τα περαιτέρω. Τα έξοδα της Αίτησης, καθώς επίσης και εκείνα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των Ενάγοντων και εναντίον της Εναγόμενης 1. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να καταβληθούν μετά το πέρας της υπόθεσης. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης και ανταπαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.