← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης: 288/16, 30/10/2017

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης: 288/16, 30/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A363 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 288/16 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟΝ ΚΕΦ. 4 ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΝ 22/85 ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ 68/87, 8/92, 22(ι)92, 140(ι) 2000 ΚΑΙ 17(ι) 2000, ΑΡΘΡΑ 52 ΚΑΙ 53 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ 142/87 ΘΕΣΜΟΣ 79 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, εκ Λεμεσού Αιτητών -και-

  1. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ
  2. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΖΗΝΩΝΟΣ ΒΟΣΚΑΡΙΔΗ Καθ' ων η αίτηση 30.10.2017 Για τους Αιτητές: κα Κοφιλά για Καννάβα, Κιτρομηλίδου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Χ'Ξενοφώντος για Κώστα Μελά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές ζητούν άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερ 21.10.2014 εναντίον των Καθ΄ων η Αίτηση όπως κατά τον ίδιον τρόπο εκτελείται η απόφαση του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρο 21, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 68/87 και 190/89, 8/98, 22

(1)92, 140
(1)/99, 140
(1)2000 και 177
(1)2000, άρθρα 52 και 53, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 142/87, Θεσμός 79, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.47, Δ.48, Θ. Θ. 1-3 και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 37
(1)και
(2)και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου συνοδεύεται δε από τη ένορκη δήλωση του Χρήστου Δημητρίου. Οι Kαθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην οποία αναφέρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης (παρατίθενται αυτούσιοι):
  1. Η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη, ελλιπής και/ή οι νόμοι και οι θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν νομιμοποιούν εις την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν προσδίδουν εις το Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την παρούσα αίτηση.
  2. Τα γεγovότα πoυ περιγράφovται στηv έvoρκη δήλωση είναι ανεπαρκή και/ή δεν είναι ικανά ώστε να δικαιoλoγoύv και/ή να στηρίζoυv τηv αιτoύμεvη θεραπεία.
  3. Η αίτηση, δεν έχει συνταχθεί δικονομικά ορθά και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή ανυπάρκτη.
  4. Η ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση, είναι ελλιπής και/ή δεν αναφέρει την πηγή γνώσης του ενόρκως δηλούνται και/ή δεν εμπεριέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη.
  5. Δεν παρουσιάζονται ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα σχετικά έγγραφα.
  6. Η υπαγωγή των Καθ' ών η Αίτηση στην δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών Διαιτητή, παραβιάζει και/ή στερεί το δικαίωμα του για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο αφού ο Διαιτητής διορίζεται μονομερώς από τους Αιτητές χωρίς δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση να ακουστούν και/ή να έχουν λόγο επί του θέματος.
  7. Η ρήτρα παραπομπής της υπόθεσης σε Διαιτησία είναι καταχρηστική κατά παράβαση των περί καταχρηστικών ρητρών Νόμο και ως εκ τούτου η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση είναι άκυρη και/ή ο Διαιτητής δεν είχε δικαιοδοσία να προχωρήσει στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης και/ή εγγραφή της διαιτητικής απόφασης αντίκειται στην δημόσια πολιτική και/ή στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
  8. Η Διαιτησία αντίκειται και/ή διεξήχθητε κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.
  9. Η υπαγωγή των Καθ'ων η Αίτηση στην δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών Διαιτητή παραβιάζει το Σύνταγμα, την Ε.Σ.Δ.Α, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον Περί Διαιτησίας Νόμο. Το δικαίωμα του για πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο, προς διάγνωση της ισχυριζόμενης αστικής υποχρέωσης του παραβιάζεται κατάφορα.
  10. Η Διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και/ή ελλείπουν ουσιώδεις στοιχεία και/ή πληροφορίες οι οποίες θα έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί στους Καθ'ων η Αίτηση για τα δικαιώματα τους.
  11. Η Διαιτητική απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας συνεπώς είναι άκυρη και/ή ανυπόστατη.
  12. Η διαιτητική απόφαση είναι λανθασμένη και/ή ελαττωματική και έρχεται σε αντίθεση με τα όσα προβλέπονται στον Νόμο περί Καταχρηστικών ρητών και στην οδηγία 93/13 ΕΟΚ.
  13. Η διαιτητική απόφαση είναι προϊόν δόλου του Διαιτητή.
  14. Ο Διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά και/ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση.
  15. Η Διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα και/ή διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα.
  16. Οι Αιτητές επέδειξαν κακοπιστία και/ή δόλια συμπεριφορά.
  17. Οι Αιτητές κωλύονται (estoppel) από το να διεκδικήσουν εγγραφή της διαιτητικής απόφασης λόγω του ότι έχει παρέλθει υπέρμετρη και/ή υπερβολική και/ή παράλογη καθυστέρηση (unconscionable delay - laches) εξ υπαιτιότητας και/ή αδικαιολόγητης αδράνεια των Αιτητών.
  18. Η Διαιτητική απόφαση και/ή η δοθείσα θεραπεία αντίκειται στον Νόμο και/ή στην Δημόσια Πολιτική.
  19. Η υπαγωγή των Καθ'ων η Αίτηση στην δικαιοδοσία και/ή απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών Διαιτητή είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανυπόστατη καθώς δεν υπήρξε, ούτε εγέρθηκε οποιαδήποτε «διαφορά» ώστε να ενεργοποιηθεί η σχετική νομοθετική πρόνοια ήτοι το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου και του θεσμού 79 των Περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών.
  20. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται και/ή εξυπακούονται από την επισυνημμένη ένορκο δήλωση που στηρίζει την ένσταση» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Αικατερίνης Χαραλάμπους Βοσκαρίδου, η οποία αναλύει και εξειδικεύει τους λόγους ένστασης. Κατά την ακροαματική διαδικασία ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάσθηκε και οι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το άρθρο 52
(2), στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση, παρέχει εξουσία στον ΄Εφορο να παραπέμψει την επίδικη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει πως η διεξαγωγή της διαιτησίας γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί διαιτησίας. Η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου προνοεί ότι: «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μίας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποίησης της απόφασης.» Επίσης, η παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου προνοεί ότι: «
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ΄ αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Ο Κανονισμός 78 της ΚΔΠ 142/87 ρυθμίζει το ζήτημα Παραπομπής διαφοράς στον ΄Εφορο ενώ ο Κανονισμός 79 διέπει τον τρόπο διορισμού του Διαιτητή δυνάμει του οποίου δεν είναι αναγκαία ούτε η ειδοποίηση των Καθ΄ ων η αίτηση αναφορικά με τον διορισμό του Διαιτητή ούτε και η εκ των προτέρων συμφωνία και συγκατάθεση τους γι΄ αυτό. Στην υπόθεση Χ" Γεωργίου Νικολάου v. Νέας Σ.Π.Ε. Αγλαντζιάς
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 707 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Στην υπόθεση Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 716, αναφέρθηκε ότι το θέμα της παραπομπής σε διαιτησία ρυθμίζεται εξ ολοκλήρου από τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και τους Θεσμούς ενώ η διαδικασία βασίζεται στο άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου είναι ζήτημα τύπου. Έχοντας υπόψη επίσης ότι δεν καθορίζεται ρητά εκ του νόμου ο τύπος και η μορφή της αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, οι σχετικές με τους τύπους της αίτησης και ένστασης πρόνοιες της Διαταγής 48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, εφαρμόζονται (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1Δ AAΔ 1978). Ως εκ τούτοι οι λόγοι ένστασης υπό στοιχεία 1 και 3 δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Ο Δικαστής Κωνσταντινίδης στην Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου αρ. 110/95
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 για έκδοση διατάγματος certiorari αναφέρει τα εξής στη σελίδα 831: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώρηση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή .. . Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή. . Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο.» Από την πιο πάνω νομοθετική ρύθμιση και νομολογία προκύπτει ότι σ' αυτού του είδους αιτήσεις το Δικαστήριο οφείλει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: (
  1. i)Η διαιτητική απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης, (
  2. ii)Η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται, και (iii) Η αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση επιδόθηκε στο εν λόγω πρόσωπο. Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης, που αφορούν την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, κρίνω ότι αυτή είναι έγκυρη και σύμφωνη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σ' αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι βρίσκεται στην υπηρεσία των Αιτητών, ότι γνωρίζει καλά όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση και ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση, προβαίνοντας ακολούθως σε μία εκτενή αναφορά του ιστορικού επισυνάπτοντας σ' αυτή όλα τα σχετικά με την παρούσα διαδικασία έγγραφα. Ορθή είναι η θέση των Αιτητών ότι από τα όσα αναφέρονται η προσωπική γνώση του ενόρκως δηλούντα, πηγάζει, και από την ιδιότητά του, ως υπαλλήλου των Αιτητών (βλέπετε σχετικά την υπόθεση Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αγίου Δομετίου Λτδ ν. Γεώργιου Χ'' Γεωργίου κ.α., Γεν. Αίτηση Αρ. 618/08, ημερομηνίας 13.02.2009). Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, αναφέρθηκε ότι όταν ο ομνύων έχει προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται, αυτή του η γνώση δε διαπιστώνεται μόνο από τη σχετική διαβεβαίωση που δίδει στην ένορκη δήλωση αλλά μπορεί να διαπιστώνεται και χωρίς διαβεβαίωση και από το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτει. Όπως έχει αναφερθεί περαιτέρω στην ίδια απόφαση: «.Εκείνο που έχει σημασία σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι εάν ο ομνύων είχε ή όχι προσωπική εμπλοκή ή γνώση σε κάθε στάδιο της εξελικτικής πορείας της δικαιοπραξίας, αλλά το σημαντικό είναι το κατά πόσο παρουσιάζει στο Δικαστήριο μαρτυρία, η οποία είναι αποδεκτή κατά το δίκαιο της απόδειξης και σχετική, με την έννοια ότι μπορεί, με βάση αυτή, να αποδειχθούν οι διάφορες πτυχές της αξίωσης. Εδώ είναι φανερό ότι η όποια γνώση και πληροφόρηση του ομνύοντα προέρχεται και εκπηγάζει από τα έγγραφα τα οποία προσφέρονται ως δεόντως τηρηθέντα από τον Οργανισμό στον οποίο υπηρετεί και τα οποία συνιστούν αποδεκτή εξ ακοής μαρτυρία..Σημειώνουμε περαιτέρω, ότι εν πάση περιπτώσει, η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης έχει μειωθεί, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια νόμου, [Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/2004]». Ο ισχυρισμός επίσης ότι δεν έχουν παρουσιασθεί όλα τα σχετικά έγγραφα (πέμπτος λόγος ένστασης) δεν έχει τεκμηριωθεί με οποιοδήποτε τρόπο αφού δεν παρατίθενται λεπτομέρειες και δεν εξειδικεύονται ποια είναι τα έγγραφα που δεν έχουν παρουσιασθεί και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο σ' αυτού του είδους τις υποθέσεις δεν υπεισέρχεται στην ουσία και/ή ορθότητα της διαιτητικής απόφασης (βλέπε υπόθεση Κούλλουρου v. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 987) και έτσι οι λόγοι ένστασης υπό στοιχεία 6-20, πιο πάνω, οι οποίοι αφορούν την ουσία της απόφασης του Διαιτητή την διαδικασία που ακολουθήθηκε στην διαιτησία και αν θα μπορούσε να γίνει διαιτησία, μπορούσαν να εξετασθούν στα πλαίσια έφεσης στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποίησης στους καθ' ων η αίτηση της εν λόγω απόφασης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 52
(4), πράγμα το οποίο δεν έπραξαν και αντικείμενο της παρούσας αίτησης είναι μόνο η λήψη άδειας για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του Διαιτητή. Οι Καθ΄ων η Αίτηση με τους πιο πάνω λόγους ένστασης εγείρουν θέματα που αφορούν την ουσία της διαιτητικής απόφασης και εφόσον η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση, δεν έχει εφεσιβληθεί, είναι τελική και δεσμευτική για τους Καθ΄ων η Αίτηση (βλ. άρθρο 52
(5)του Νόμου 22/85) και δεν δικαιολογείται η ακύρωση της ή η προβολή οποιασδήποτε υπεράσπισης επί της ουσίας της διαφοράς, σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η υπαγωγή των Καθ' ων η αίτηση στη δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος από τους Αιτητές Διαιτητή παραβιάζει και/ή στερεί το δικαίωμα του για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο αφού ο Διαιτητής διορίζεται μονομερώς και ότι η ρήτρα παραπομπής σε Διαιτησία είναι καταχρηστική δεν μπορούν να εξετασθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Επίσης οι λόγοι ένστασης 6 και 7 ότι με την επιλογή του Διαιτητή οι Αιτητές τους έφεραν προ τετελεσμένων δεν μπορούν να εξετασθούν στα πλαίσια της παρούσης. Αλλά ακόμη και αν μπορούσαν να εξετασθούν τέτοια ζητήματα από το λεκτικό του άρθρου 52
(2)προκύπτει ότι αυτό διαχωρίζει την Παραπομπή σε διαιτησία από την διεξαγωγή αυτής, και για την Παραπομπή το άρθρο, δεν περιέχει οποιαδήποτε άλλη πρόνοια εκτός από την εξουσία του Εφόρου για Παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, ως εκ τούτου οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Στην υπόθεση Τhe Co-operative Grocery of Vasilia v. Haralambous N. Spirou and others 4 RSCC 12, όπου εξετάστηκε η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 53 του περί Συνεργατικών Νόμου, οι πρόνοιες του οποίου ήταν παρόμοιες με τις πρόνοιες του άρθρου 52, αναφέρθηκε ότι οικειοθελώς οι Καθ΄ ων η αίτηση αποδέχθηκαν να ακολουθήσουν τη διαδικασία της διαιτησίας και το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 53 δεν ήταν αντισυνταγματικό τονίζοντας πως τα μέλη των συνεργατικών εταιρειών εκούσια υπάγονται σε διαιτησία. Επίσης οι ισχυρισμοί περί κακής συμπεριφοράς, πρόθεσης παραπλάνησης και δόλου εκ μέρους των Αιτητών ή και του Διαιτητή δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αφού πρόκειται για ισχυρισμούς που υπεισέρχονται στην ουσία της υπόθεσης και έπρεπε να είχαν εγερθεί είτε πριν ή και κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της διαιτησίας ή σε έφεση με βάση το άρθρο 52
(4). Ως προς τον ισχυρισμό περί υπέρμετρης καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας εγγραφής της επίδικης διαιτητικής απόφασης, αυτός παρέμεινε ασαφής και αόριστος αφού δεν τέθηκε οποιοδήποτε υπόβαθρο που να δικαιολογεί εύρημα ότι η παρέλευση του συγκεκριμένου χρόνου έχει επηρεάσει με καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματά των Καθ' ων η αίτηση. Εν πάση περιπτώσει το διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης ή και της γνωστοποίησης αυτής δεν είναι υπέρμετρα μεγάλο, σε βαθμό που να δικαιολογεί τη μη εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Προβάλλεται επίσης από τους Καθ΄ ων η αίτηση ως λόγος ένστασης ότι η επίδικη Απόφαση δεν έχει τα χαρακτηριστικά έγκυρης απόφασης. Στην υπόθεση Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το λεκτικό του αρ. 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του αρ. 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act,
  1. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, 713 «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση».» Ως περαιτέρω προκύπτει από τη νομολογία, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τύπος λέξεων ως προϋπόθεση για την εγκυρότητα μιας διαιτητικής απόφασης, εκείνο το οποίο απαιτείται είναι να προκύπτει σαφές νόημα, καθότι μία ασαφής ή αβέβαιη απόφαση δεν θεωρείται καλή και δεν δύναται να εκτελεστεί (βλ. στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, σελ. 43, παρ. 96). Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσης από το λεκτικό της επίδικης απόφασης, είναι ξεκάθαρο ότι η απόφαση εκδόθηκε στα πλαίσια διαιτησίας, φαίνεται σ΄ αυτή το όνομα του Διαιτητή, ότι η απόφαση εκδόθηκε υπέρ των Αιτητών καθώς και το ποσό της Απόφασης με τους τόκους και τα έξοδα και ότι είναι πληρωτέα σε αυτούς από τους Καθ΄ ων η αίτηση. Προκύπτει επίσης από τα Τεκμήρια Γ και Δ των ενόρκων δηλώσεων ημερ. 18.06.2015 που συνοδεύει την αίτηση ότι τους επεδόθηκε αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης ενημερώνοντας τους για το δικαίωμα να καταχωρήσουν έφεση στη διαιτητική απόφαση μέσα σε 21 ημέρες από την επίδοση της. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε δεόντως στους Καθ΄ ων και πως αυτοί δεν υπέβαλαν έφεση εναντίον αυτής εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Επίσης στον φάκελο του Δικαστηρίου βρίσκονται κατατεθειμένες οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης της Αίτησης. Σε αυτές αναφέρεται πως η Αίτηση επιδόθηκε τόσο στην Καθ΄ ης 1 όσο και στον Καθ΄ ου
  2. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως οι Καθ΄ ων ειδοποιήθηκαν δεόντως για τη διεξαγωγή της διαδικασίας Διαιτησίας και έλαβαν μέρος σε αυτή Οι Καθ΄ ων η αίτηση έλαβαν γνώση της Απόφασης και του δικαιώματος υποβολής έφεσης το οποίο δεν άσκησαν. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και οι αντίθετοι ισχυρισμοί, απορρίπτονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά ενόψει των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο δίδεται άδεια για την καταχώριση και εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για σκοπούς εκτέλεσης, ως η παρ. Α της Αίτησης. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ. (Υπ.) Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΙΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.