← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΟΡΡΟΣ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. αγωγής: 6396/2010, 17/10/2017

ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΟΡΡΟΣ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. αγωγής: 6396/2010, 17/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A341 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 6396/2010 ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΟΡΡΟΣ Ενάγoντας εναντίον ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:17/10/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κος Σάββας Βασιλείου Για τους εναγόμενους: κα Κάλια Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Με βάση την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγομένων αποζημιώσεις, οι οποίες να είναι αυξημένες και τιμωρητικές, συνεπεία των δημοσιευμάτων που αναρτήθηκαν στην εφημερίδα ΄΄Πολίτης΄΄ στις 13, 14, 15 και 16 Οκτωβρίου 2010, καθώς επίσης και Διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους από του να συνεχίζουν να προβαίνουν σε περαιτέρω δημοσιεύματα και βεβαίως η βάση της αγωγής αφορά το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης και ειδικότερα του λιβέλλου. Χωρίς βεβαίως να παρατίθεται αυτολεξεί το περιεχόμενο των δικογράφων, ο ενάγοντας στην έκθεση απαιτήσεως, κάνει αναφορά στην επαγγελματική και συνδικαλιστική δράση, καθώς επίσης και στην οικογενειακή του κατάσταση και ακολούθως, κάνει αναφορά στην ιδιότητα της εναγόμενης 1 ως εταιρείας, η οποία εκδίδει την ευρείας κυκλοφορία εφημερίδα ΄΄Πολίτης΄΄, η οποία είναι τόσο σε ένυπη, όσο και σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδύκτιο, όπου μπορεί το αναγνωστικό κοινό να προστρέξει και να εντοπίσει οποιοδήποτε κείμενο, τόσο σε έντυπη, όσο και σε ηλεκτρονική μορφή. Ως προς τον εναγόμενο 2, αυτός ήταν ο συντάκτης και αρθρογράφος των επίδικων δημοσιευμάτων. Ακολούθως, παρατίθενται αυτολεξεί τα δημοσιεύματα, τα οποία ο ενάγοντας τα θεωρεί δυσφημιστικά στο σύνολο τους και ότι όλα σχετίζονται μεταξύ τους και ένας αναγνώστης, καθώς επίσης και άτομα που γνώριζαν τον ενάγοντα, θα μπορούσαν να τα διασυνδέσουν όλα μεταξύ τους και που αφορούν τον ενάγοντα, θίγοντας την τιμή, την υπόληψη, την αξιοπρέπεια, φήμη, ήθος, χαρακτήρα και γενικά την υπόσταση του ως εργαζόμενου και ως προσώπου και επειδή αποδίδουν ταυτόχρονα σε αυτόν διάπραξη ποινικών και αστικών αδικημάτων. Τα δημοσιεύματα δεν θα παρατεθούν σε αυτό το στάδιο αυτολεξεί, πλην όμως θα γίνει ειδική μνεία για κάθε ένα δημοσίευμα ξεχωριστά κατά το στάδιο της αξιολόγησης. Υπάρχουν επίσης κάποια σκίτσα, για τα οποία επίσης θα γίνει ειδική μνεία και αξιολόγηση πιο κάτω. Περαιτέρω, ο ενάγοντας δικογραφεί γεγονότα, τα οποία καταδεικνύουν την θέση του ότι τα άτομα, που λογικώς σκεπτόμενα, γνώριζαν τον ενάγοντα, θα συνέδεαν τα επίδικα δημοσιεύματα με τον ενάγοντα και που συνίστανται στην επαγγελματική του δράση στην Αρχή Λιμένων Κύπρου (ΑΛΚ) και της υπερωριακής του απασχόλησης, την αναγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Πολίτης στο πρώτο δημοσίευμα, στο περιεχόμενο των δημοσιευμάτων και παραπομπής ενός δημοσιεύματος σε άλλο προγενέστερο δημοσίευμα, όπου το όνομα του ενάγοντα αναγράφεται στο πρωτοσέλιδο της πιο πάνω αναφερόμενης εφημερίδας και κατ΄ επέκταση, όλα τα επόμενα δημοσιεύματα συνδέουν τον ενάγοντα, λόγω της ενασχόλησης της εφημερίδας για τα όσα ελάμβαναν χώρα στην ΑΛΚ. Επιπρόσθετα, ο ενάγοντας δικογραφεί τις δικές του ερμηνείες αναφορικά με τα επίδικα δημοσιεύματα και τι αυτά του αποδίδουν, ως προς τον τρόπο δράσης του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στην ΑΛΚ και που καταδεικνύουν κυρίως παρατυπίες, παρανομίες, κατάχρηση και γενικά διασπάθιση δημοσίου χρήματος, κυρίως μέσω των υπερωριών και του ύψους της αμοιβής και χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο, ο δε ενάγοντας αποδίδει στα εν λόγω δημοσιεύματα τον χαρακτήρα του δυσφημιστικού, προκαλώντας ενδεχόμενα την κοινωνική αποστροφή εναντίον του ενάγοντα, χλευή, μίσος, περιφρόνηση, ο οποίος θα έπρεπε να απολογηθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις δε, είναι δημοσιεύματα που τυγχάνουν εφαρμογής και χαρακτηρισμού ως αληθινού υπαινιγμού (true innuendo) και σε κάποια άλλα ως ψευδοϋπαινιγμού (false innuendo) με βάση το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων, τα οποία ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι μεταξύ τους συνδέουν τον ενάγοντα, λόγω της ενασχόλησης της εφημερίδας με τα όσα ελάμβαναν στην ΑΛΚ, αλλά και της ύπαρξης του πρώτου δημοσιεύματος, όπου το όνομα του ενάγοντα βρίσκεται στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας και των μεταγενέστερων δημοσιευμάτων, τα οποία παραπέμπουν στο πρώτο δημοσίευμα. Ακολούθως, ο ενάγοντας για να υποστηρίξει την απαίτηση του για επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων, δικογραφεί γεγονότα και περιστάσεις που τον συνδέουν με τα επίδικα δημοσιεύματα και το εργασιακό του περιβάλλον, στην έκταση που έλαβαν τα δημοσιεύματα και το περιεχόμενο τους και με τον τρόπο και χρόνο που παρουσιάστηκαν, σε συνδυασμό με την ευρεία κυκλοφορία της εφημερίδας σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, στο τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του και τον τρόπο που αμοιβόταν, υπεραμυνόμυνος το νομότυπο των πιο πάνω ενεργειών και το προσοδοφόρο για το κράτος σύστημα εργασίας και που δεν υπήρξε οποιαδήποτε κατάχρηση δημόσιου χρήματος ή θέσης, αλλά απεναντίας ήταν υποχρεωτική η εκτέλεση υπερωριακής εργασίας, η οποία ήταν απαιτητική, δύσκολη, επικίνδυνη και σημαντική. Επίσης αναφέρει ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να αναφέρουν στα δημοσιεύματα την όλη ορθή εικόνα, η οποία διαστρεβλώθηκε και παρουσιάστηκε κακόβουλα, με αποτέλεσμα η φήμη, η τιμή και η υπόληψη του να θιγούν. Χωρίς βεβαίως να παρατίθεται αυτολεξεί το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης, οι εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση, με βάση την οποία η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και επιπρόσθετα, ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική και καταπιεστική, διότι έχει καταχωρηθεί ταυτόχρονα μαζί με άλλες 5 αγωγές. Επίσης, χωρίς να εμπίπτει στο πλαίσιο της προδικαστικής ένστασης, οι εναγόμενοι προβάλλουν την θέση ότι συγκεκριμένα δημοσιεύματα δεν εμπίπτουν και δεν αναγράφονται στην γενική οπισθογράφηση που έχει καταχωρηθεί. Στο ίδιο μήκος κύματος, οι εναγόμενοι εγείρουν ακόμα ένα επιπρόσθετα ζήτημα που άπτεται της ορθής δικογράφησης της έκθεσης απαίτησης και πιο συγκεκριμένα, ότι θα έπρεπε να υπάρχει σε ξεχωριστή παράγραφο κάθε φορά, τα όσα επικαλείται ενάγοντας για ψευδοϋπονοούμενο και νομικό υπονοούμενο και για τα οποία ο ενάγοντας δεν δικογραφεί με επάρκεια από απόψεως λεπτομερειών, ως είναι η θέση των εναγομένων και υπάρχει σωρευτική αναφορά, πράγμα που δεν ενδείκνυται, ως είναι επίσης η θέση των εναγομένων. Από απόψεως παραδοχών, οι εναγόμενοι παραδέχονται την ιδιότητα του ενάγοντα ως υπαλλήλου της ΑΛΚ, την ιδιότητα των εναγομένων και την δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων, αρνούνται όμως ότι αυτά είναι δυσφημιστικά και ότι όλα στο σύνολο τους αφορούν ή/και συνδέουν τον ενάγοντα και ότι όλα μαζί συνδέονται μεταξύ τους. Επιπρόσθετα, είναι οι θέσεις τους, οι οποίες δικογραφούνται σε μεγάλη έκταση, όπως συμβαίνει και με την έκθεση απαίτησης με τις αντίστοιχες αντίθετες θέσεις, ότι τα δημοσιεύματα ήταν καλόπιστα, αποτελούν και αναγράφουν την αλήθεια, αποτελούν εύλογο σχόλιο που εμπίπτει στην δημοσιογραφική ιδιότητα και το δικαίωμα που έχουν να ενημερώνουν το κοινό και να προβαίνουν σε σχόλια. Αναφέρουν επίσης ότι τα όσα αναφέρονται στα επίδικα δημοσιεύματα, αποτελούν μεταφορά των όσων έχουν αναφερθεί στην Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής που έλαβε χώρα μια μέρα πριν την δημοσίευση του πρώτου επίδικου δημοσιεύματος, για την οποία οι εναγόμενοι δικογράφησαν λεπτομερώς τις συνθήκες και τους λόγους που έλαβε χώρα η εν λόγω συνεδρία και τι λέχθηκε σε αυτήν και ποιοι ήταν προσκεκλημένοι, συμπεριλαμβανομένων και των ΜΜΕ και συνεπώς, όλα τα δημοσιεύματα είχαν δημόσιο ενδιαφέρον, έγιναν καλόπιστα, αποτελούσαν εύλογο σχόλιο και μετέφεραν την αλήθεια και το όλο κλίμα και εντυπώσεις που έχουν δημιουργηθεί σε εκείνην την συζήτηση, συμπεριλαμβανομένων των ζητημάτων που αφορούσαν την υπερωριακή απασχόληση στην ΑΛΚ. Κατά τα λοιπά οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα όπως αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και καλούν τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του και αρνούνται τις αιτούμενες θεραπείες και ειδικότερα την αιτούμενη θεραπεία για καταβολή επαυξημένων αποζημιώσεων. Ο ενάγοντας με την απάντηση στην υπεράσπιση, αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων που είναι αντίθετοι με τους ισχυρισμούς του, αρνείται τα προδικαστικά ζητήματα, για τα οποία υπάρχουν διαδικασίες που θα έπρεπε να ακολουθηθούν για να προωθηθούν αυτά τα ζητήματα, επαναλαμβάνει την θέση του ότι τα επίδικα δημοσιεύματα έχουν μια λογική συνέχεια και συνοχή, συνδέονται μεταξύ τους και αυτά συνδέουν με την σειρά τους τον ενάγοντα. Επίσης, υπεραμύνεται της πλήρους και ορθής δικογράφησης όλων των επίδικων δημοσιευμάτων και απορρίπτει τις θέσεις των εναγομένων περί αλήθειας και εύλογου σχολίου, δίνοντας την δική του αντικρουστική ερμηνεία και εκδοχή, με ταυτόχρονη λεπτομερή δικογράφηση θέσεων και ερμηνειών. Εν κατακλείδι, ο ενάγοντας επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του περιέχονται στα δικόγραφα του, καθώς επίσης και τις αιτούμενες θεραπείες. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πρώτος κατέθεσε ο ενάγοντας, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση. Σε αυτήν, κάνει αναφορά στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, καθώς επίσης και στην επαγγελματική του σταδιοδρομία και συνδικαλιστική δράση και έτυχε εκτίμησης και σεβασμού και ουδέποτε έχει παραβεί τον νόμο. Επίσης αναφέρεται στην ιδιότητα των εναγομένων, ως εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και ιδιοκτήτρια της εφημερίδας ΄΄Πολίτης΄΄ και αρθρογράφου των επίδικων δημοσιευμάτων αντίστοιχα. Ακολούθως, κάνει αναφορά στα επίδικα δημοσιεύματα, τα οποία θεωρεί ότι είναι δυσφημιστικά, ότι αποτελούν μεταξύ τους μια σειρά και αλληλουχία και συνδέονται μεταξύ τους και όλα μαζί αναφέρονται και συνδέουν και γενικά αφορούν τον ενάγοντα και στην προφορική του εξέταση τα κατέθεσε ως τεκμήρια, για το δε περιεχόμενο τους θα γίνει ειδική αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ακολούθως, παραθέτει εκείνα τα στοιχεία και γεγονότα, τα οποία λογικώς σκεπτόμενα άτομα που τον γνώριζαν, όταν διάβαζαν τα δημοσιεύματα, συνέδεαν αυτά με το πρόσωπο του ενάγοντα και που αφορούν την ιδιότητα του ενάγοντα ως υπαλλήλου στην ΑΛΚ και τα καθήκοντα του, την αμοιβή του από την υπερωριακή απασχόληση και τις προεκτάσεις της υπερωριακής απασχόλησης, όπως π.χ. η υποχρεωτική ανάπαυση μετά από υπερωριακή απασχόληση. Επίσης, ως προς το στοιχεία συνδεσιμότητας των επίδικων δημοσιευμάτων μεταξύ τους, αναφέρθηκε στην ονομαστική αναφορά στο πρωτοσέλιδο του πρώτου δημοσιεύματος και την αναφορά σε ακόλουθα δημοσιεύματα στο πρώτο δημοσίευμα και την διασύνδεση του ενάγοντα με την ισχυριζόμενη προβληματική κατάσταση στην ΑΛΚ. Επιπρόσθετα, προβάλλει την θέση ότι τα επίδικα δημοσιεύματα, μέσω υπαινιγμών και υπονοούμενων, αποδίδουν στον ενάγοντα ψευδώς και κακόβουλα την εύλογη εντύπωση στον μέσο, κοινό και λογικά σκεπτόμενο αναγνώστη, την ερμηνεία και έννοια ότι ο ενάγοντας εμπλέκεται σε ασυδοσίες, καταχράζοντας το σύστημα των υπερωριών και διασπαθίζοντας το δημόσιο χρήμα και γενικά ότι αμοίβεται παράνομα, υπερβολικά και χωρίς να το αξίζει, χωρίς να εργάζεται και χωρίς να υπάρχει τέτοια ανάγκη, ότι ο ενάγοντας εμπλέκεται σε διάπραξη αδικημάτων και ευθύνεται για την ισχυριζόμενη κακή οικονομική και γενικά λειτουργική κατάσταση της ΑΛΚ, πλήττωντας την τιμή, υπόληψη, επαγγελματισμό, το ήθος και την αξιοπρέπεια του ενάγοντα και τον εξέθεσε σε γενικό μίσος, περιφρόνηση, χλευή και αποστροφή στο οικογενειακό και εργασιακό του περιβάλλον, μειώνοντας την αξιοπρέπεια και υπερηφάνια του. Ως προς την απαίτηση του για επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων, παραθέτει γεγονότα τα οποία συνίστανται στην διασύνδεση των δημοσιευμάτων μεταξύ τους και παραπομπή τους στο όνομα του ενάγοντα με εναρκτήριο λάκτισμα το πρώτο δημοσίευμα, όπου το όνομα του ενάγοντα αναγραφόταν στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ΄΄Πολίτης΄΄, στην έκταση που έλαβαν τα δημοσιεύματα και τον χρόνο και τρόπο που αυτά έλαβαν χώρα και την εύκολη προσβασιμότητα του αναγνωστικού κοινού στην έντυπη και ηλεκτρονική μορφή των επίδικων δημοσιευμάτων, στην νομότυπη, αναγκαία, υποχρεωτική, αιτιολογημένη, δικαιολογημένη και αποτελεσματική υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντα, την φύση της εργασίας του η οποία ήταν σημαντική, σκληρή, πολύωρη και επικίνδυνη και για την οποία απαιτείται η στελέχωση του τμήματος από προσοντούχο προσωπικό και η οποία δεν εξαρτάται από τον ίδιο. Αναφέρει επίσης ο ενάγοντας ότι οι εναγόμενοι παραποίησαν, παράφρασαν και αλλοίωσαν την αλήθεια, παρέλειψαν να μεταφέρουν την αληθή και συνολική εικόνα και γενικά πραγματικότητα, παρουσιάζοντας τον ενάγοντα ότι κατ΄ επιλογή και με επιτηδειότητα εργάζεται σε υπερωριακή απασχόληση, εξαπατώντας ουσιαστικά το Δημόσιο και όλη αυτή η εικόνα ήταν δυσφημιστική για τον ίδιο και πλήττοντας την προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική του υπόσταση, όπως την έχει περιγράψει και που κάθε δημοσιεύμα, παραπέμπει και διασυνδέει το πρόσωπο του ενάγοντα. Ολοκληρώνοντας την γραπτή του δήλωση, αναφέρει ότι κανείς από την εφημερίδα ή τους εναγόμενους γενικά δεν επικοινώνησαν με τον ενάγοντα και την ΑΛΚ για να αναζητήσουν τις απόψεις τους και ούτε έχει διενεργηθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ή άλλης μορφής έρευνα εις βάρος του ή της ΑΛΚ και ούτε έχει κληθεί από οποιονδήποτε φορέα για να εκθέσει τις απόψεις του. Συνεχίζοντας προφορικώς την κυρίως εξέταση του και αφού προηγουμένως κατέθεσε ως τεκμήρια τα επίδικα δημοσιεύματα, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθαν στην αντίληψη του τα επίδικα δημοσιεύματα και πιο συγκεκριμένα, μετά από επικοινωνία που είχαν μαζί του γνωστοί και συγγενείς, έχοντας ειρωνικό και κοροϊδευτικό ύφος, χωρίς να δώσει ποτέ οποιοδήποτε δικαίωμα στην ζωή του για οποιονδήποτε αρνητικό σχολιασμό, με αποκορύφωμα να τον απαρνηθεί ακόμα και ο ίδιος ο υιός του, όταν στον σχολείο τον ρώτησαν εάν ήταν ο πατέρας του αυτός που αναγραφόταν στο επίδικο δημοσίευμα και που καταστρέφουν την ΑΛΚ και αυτός απάντησε αρνητικά και όταν επέστρεψε στο σπίτι ο υιόε του ήταν βουρκωμένος. Ο ενάγοντας δεχόταν για αρκετό χρόνο σχετικές κλήσεις για αυτό το ζήτημα, ακόμα και σήμερα που η ΑΛΚ ιδιωτικοποιήθηκε, λέγοντας ότι αυτός ήταν ο λόγος που έχει καταστραφεί η ΑΛΚ και έγινε η ιδιωτικοποίηση. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι ήταν μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΣΥ.Π.Υ.Α.Λ.Κ. (Συντεχνία Πλοηγικής Υπηρεσίας Αρχής Λιμένων Κύπρου) και από τα δημοσιεύματα επηρεάστηκε η συνδικαλιστική του δράση. Στην αρχή της αντεξέτασης του, έδωσε κάποιες διευκρινήσεις και διορθώσεις αναφορικά με τις προσωπικές του περιστάσεις, τα καθήκοντα και την θέση που κατείχε στην ΑΛΚ, το πως λειτουργούσε το σύστημα βάρδιας, το γεγονός ότι έχει πλέον αφυπηρετήσει και αναφέρθηκε στην συνολική του θητεία στην ΑΛΚ. Ακολούθως, έκανε αναφορά, στην έκταση που γνώριζε, ως προς το ζήτημα της κυκλοφορίας της επίδικης εφημερίδας, καθώς επίσης και της ανάρτησης των επίδικων δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο, υπεραμυνόμενος τα όσα έχει αναφέρει στην γραπτή του δήλωση. Επίσης αναφέρθηκε, στην έκταση που γνώριζε, ως προς την κάλυψη οργανικών θέσεων, διευκρινίζοντας ότι ο ίδιος ήταν τεχνικός, μηχανικός σε ρυμουλκό, όπου συμμετείχε στην συντήρηση των μηχανημάτων του ρυμουλκού και δεν ασκούσε διοικητικά καθήκοντα, καθορίζοντας επίσης και τις υπηρεσίες που υπήρχαν στην ΑΛΚ, οι οποίες η μια βοηθά την άλλη εάν χρειαστεί. Δεν ήταν στα καθήκοντα του η πρόσληψη ωρομίσθιου προσωπικού, ο ίδιος δε υπήρξε ωρομίσθιος, ούτε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΛΚ ή γενικός διευθυντής αυτής και ούτε είχε καθήκοντα στην επιβολή φορολογίας σε εισαγόμενα αυτοκίνητα. Εξέφρασε άγνοια για το τι λέχθηκε, τι έγγραφα κατατέθηκαν και ποιοι ήταν παρόντες στην Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής, λέγοντας όμως χαρακτηριστικά, υπό τύπον ερώτησης, εάν σε εκείνη την συνεδρία έγινε αναφορά σε ΄΄πάρτι΄΄, ήτοι την λέξη που χρησιμοποιήθηκε στο πρώτο δημοσίευμα με τίτλο ΄΄Πάρτι υπερωριών στην Αρχή Λιμένων΄΄, παραδεχόμενος όμως ότι οι ώρες των υπερωριών που αναγράφονται στο πρωτοσέλιδο του πρώτου δημοσιεύματος και το ποσό που καταβλήθηκε, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αρνούμενος όμως σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι κάποια από τα επίδικα δημοσιεύματα δεν τον αφορούσαν, λέγοντας ότι ένας που διαβάζει την εφημερίδα, το μυαλό του θα πάει στα ονόματα που αναγράφονται στο πρωτοσέλιδο του πρώτου δημοσιεύματος. Εξέφρασε το παράπονο ότι από την στιγμή όπου οι μηχανικοί ρυμουλκού αριθμούσαν σε λιγότερο αριθμό από τις οργανικές θέσεις, αναγκαστικά εργάζονταν σε υπερωριακή απασχόληση, με στέρηση της οικογένειας και όχι να προβαίνει σε πάρτι με τραγούδια και μουσικές και η μόνη μουσική που είχε ήταν ο θόρυβος του μηχανοστασίου, ο οποίος του στέρησε κάποιο βαθμό από την ακοή του και κάποιος που είδε το όνομα του στην εφημερίδα, σίγουρα θα τον κοροϊδεψε και θα είπε ότι ο ενάγοντας κάνει πάρτι. Δεν διαφώνησε σε υποβολή ότι στην έκταση που γίνεται αναφορά σε γεγονότα στα δημοσιεύματα ότι αυτά είναι αληθή, διαφώνησε όμως σε υποβληθείσα θέση ότι σε αυτά υπάρχουν έντιμα και καλόπιστα σχόλια και διαφώνησε με τον τρόπο που έγινε η δημοσίευση των θεμάτων ως ΄΄πάρτι υπερωριών΄΄, αν και σε κατοπινό στάδιο δεν διαφώνησε ότι υπήρξαν εύλογα σχόλια. Επίσης έδωσε την δική του εξήγηση, εκδοχή και ερμηνεία που καταδεικνύουν ότι συγκεκριμένα δημοσιεύματα τον αφορούν και τον συνδέουν, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετικές υποβληθείσες θέσεις περί του αντιθέτου, λέγοντας επίσης πως ότι δημοσιεύεται και αφορά την ΑΛΚ τον επηρεάζει, αρνούμενος επίσης σχετική υποβληθείσα θέση περί του αντιθέτου. Επίσης αναφέρθηκε, στην έκταση που γνώριζε, για την έγερση αγωγών από άλλα πρόσωπα για τα ίδια δημοσιεύματα, καθώς επίσης και τι συνιστά, κατά τον ίδιο, η αναίτια και δυσφημιστική επίθεση από την εφημερίδα ΄΄Πολίτης΄΄ εις βάρος του και πιο συγκεριμένα, στο ότι πήγαινε στο λιμάνι για να δουλέψει υπερωρίες και όχι για να κάνει πάρτι, με αποτέλεσμα να τους κοροϊδέψουν ακόμα και οι εργοδότες τους, πέραν των φίλων και γνωστών. Η μαρτυρία του συνεχίστηκε με τοποθετήσεις του που άπτονταν σε θέσεις που υπάρχουν στην γραπτή του δήλωση και που ήταν νομικού περιεχομένου και μετά από νομική συμβουλή που έλαβε, αναφέρθηκε στο ζήτημα της κυκλοφορίας της εφημερίδας ΄΄Πολίτης΄΄, δεν θυμόταν ονόματα των ατόμων που επικοινωνούσαν μαζί του και που ήταν από τον εργασιακό του χώρο και εκτός αυτού, τα οποία καταδεικνύουν, για τον ίδιο, θόρυβο και αναστάτωση, έχοντας υπ΄ όψη ότι το κοροϊδευτικό ύφος των ατόμων που επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Υπεραμύνθηκε την ορθότητα και την αλήθεια των θέσεων και ερμηνειών του, αρνούμενος σχετικές υποβληθείσες θέσεις για το αντίθετο. Έδωσε επίσης την δική του εξήγηση για την θέση του ότι έπρεπε η εφημερίδα, για να είναι αντικειμενική, θα έπρεπε να επικοινωνήσουν μαζί του και διευκρίνησε ότι δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε επαγγελματική ζημιά, διότι όλα γίνονταν νομότυπα. Αιτιολόγησε το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή, το οποίο θεώρησε ο ενάγοντας εύλογο και απέρριψε υποβληθείσα θέση ότι η αγωγή είναι καταχρηστική, καθώς επίσης και θέσεις που αφορούν την ελευθερία του τύπου και του εύλογου σχολίου. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο κ. Νίκος Ζωμενής. Ανέφερε ότι το 2010 εργαζόταν στην AΛΚ, στο τμήμα μηχανικών ρυμουλκού, υπεύθυνος στο τμήμα της επαρχίας Λεμεσού και αναφέρθηκε στα καθήκοντα του και συγκεκριμένα, το τμήμα του υποχρεωνόταν να προσφέρει άτομα για επάνδρωση πλωτών μέσων και να επιλαμβάνεται ζημιών στις εργασίες και ο ίδιος ήταν υπεύθυνος του τμήματος. Γνωρίζει τον ενάγοντα, με τον οποίον εργαζόταν μαζί για πολλά χρόνια και ως προς το τρόπο που λειτουργούσε η υπερωριακή απασχόληση, ανέφερε ότι ετοιμαζόταν ένας κατάλογος που μοιραζόταν το προσωπικό ημερολογιακά και αυτός ίσχυε για ένα μήνα και ο επόμενος κατάλογος ήταν η συνέχεια του προηγούμενου. Σε περίπτωση που υπήρχε οποιαδήποτε ζημιά, όσοι δεν εργάζονταν βάση του καταλόγου, δημιουργούσαν μία ομάδα που επιλαμβανόταν του περιστατικού. Όταν ερωτήθηκε από ποιον δημιουργήθηκε το σύστημα των υπερωριών, ανέφερε ότι οι μηχανικοί εργάζονταν με ξεχωριστό τρόπο από τους υπόλοιπους και πιο συγκεκριμένα, μοιράζονταν τις μέρες και όχι τις ώρες και ο τρόπος αυτός ήταν δική του επιλογή, διότι μπορούσαν να γνωρίζουν χονδρικά πότε εργάζονται και πότε όχι, σε αντίθεση δηλαδή με ό,τι συνέβαινε σε άλλα τμήματα που δεν ήξεραν οι εργαζόμενοι πότε θα εργαστούν και πότε όχι και η υπηρεσία αποδεχόταν το σύστημα αυτό, διότι δεν δημιουργήθηκε ποτέ οποιοδήποτε πρόβλημα. Απαντώντας σε ερώτηση αναφορικά με την αναγκαιότητα υπερωριών στο τμήμα του, ανέφερε ότι το λιμάνι εργαζόταν από τις 6:00 π.μ. μέχρι να ολοκληρωθεί η εργασία, που πολλές φορές ήταν μετά τα μεσάνυχτα και το προσωπικό ήταν πέντε άτομα, με τον ίδιο συμπεριλαμβανομένου, ο οποίος εργαζόταν περιορισμένα λόγω προβλημάτων υγείας. Διευκρίνισε ότι αυτός που εργαζόταν στην νυχτερινή βάρδια δεν προερχόταν στην εργασία του η ώρα 6:00 π.μ. και οποιοσδήποτε καλείτο να εργαστεί υπερωριακά, αυτό εξαρτώταν με βάση τις ανάγκες λειτουργίας της Αρχής Λιμένων Κύπρου. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε με λεπτομέρειες για τα ωράρια που αντιστοιχούσε σε κάθε βάρδια, όπου με βάση το σύστημα των υπερωριών, αποκλειόταν το ενδεχόμενο κάποιος εργαζόμενος να μην προσέλθει στην βάρδια του και δεν παρουσιάστηκε ποτέ οποιοδήποτε πρόβλημα προσέλευσης εργαζόμενου στην βάρδια του, για όσο χρονικό διάστημα ο μάρτυρας ήταν προϊστάμενος του σχετικού τμήματος. Διευκρίνισε ότι το σύστημα υπερωριών ήταν υποχρεωτικό, για να μπορεί να εργαστεί η ΑΛΚ. Εξέφρασε την άποψη ότι τα συστήματα είναι δεκτικά βελτιώσεων και τίποτα δεν είναι τέλειο, συμπεριλαμβανομένου και του συστήματος υπερωριών, το οποίο δεχόταν κριτική. Από πλευράς υπεράσπισης κατέθεσε μόνο ένας μάρτυρας, ήτοι ο κ. Διονύσης Διονυσίου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση. Σε αυτήν αναφέρει τα ακαδημαϊκά του προσόντα και εμπειρίες του, στην διαδικασία που προηγείται της έκδοσης της εφημερίδας και των θεμάτων που αυτή θα περιλαμβάνει, ιδίως σε ζητήματα κοινοβουλευτικού ενδιαφέροντος, στην ιδιότητα του εναγομένου 2 ως συντάκτη της εφημερίδας ΄΄Πολίτης΄΄ και ορισμένων από τα επίδικα δημοσιεύματα, ιδιοκτησίας της εναγόμενης 1 εταιρείας. Ο εναγόμενος 2 ήταν ο κοινοβουλευτικός συντάκτης που κάλυψε την συνεδρία της επιτροπής ελέγχου της Βουλής, η οποία έλαβε χώρα μια μέρα πριν την δημοσίευση του πρώτου επίδικου δημοσιεύματος. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της εν λόγω συνεδρίας, η οποία ήταν δημόσια και παρίσταντο εκπρόσωποι και άλλων ΜΜΕ. Αναφερόμενος στα τεκμήρια που ακολούθως κατέθεσε, εξέφρασε την άποψη ότι τα όσα αναγράφονται στα τεκμήρια 2 και 3, αποτελούν ουσιωδώς αληθή γεγονότα, στα οποία καταγράφονται με συνοπτικό τρόπο, τα όσα έχουν λεχθεί στην εν λόγω συνεδρία από τις εκεί παριστάμενους και για συγκεκριμένα θέματα και ειδικότερα, για το ζήτημα των υπερωριών στην ΑΛΚ, όπου ανάμεσα στα ονόματα που έχουν αναφερθεί και δημοσιευθεί, ήταν και αυτό του ενάγοντα. Συγκεκριμένα, ως προς τον κατάλογο που έχει δημοσιευθεί και που αναγράφεται το όνομα του ενάγοντα στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας και που αποτελεί το πρώτο δημοσίευμα, ήτοι το τεκμηριο 2, ανέφερε ότι αυτός προέρχεται και είναι δημόσιο έγγραφο της Γενικής Ελέγκτριας, ήτοι από ανεξάρτητο αξιωματούχο του Κράτους και συνεπώς, αποτελούσε δικαίωμα, αλλά συνάμα και υποχρέωση, να τον δημοσιεύσουν, εν΄ όψει του ότι δεν ήταν απόρρητος. Ο σκοπός δεν ήταν ο διασυρμός, αλλά για να γίνει πιο ισχυρή η κριτική για να ρυθμιστεί το σύστημα των υπερωριών και για να μην αφήνεται να νοηθεί ότι όλοι οι υπάλληλοι εργάζονται υπερωριακά. Αναφέρθηκε επίσης στο σύστημα των υπερωριών, όπως π.χ. η επίκληση της υποχρεωτικής ανάπαυσης μετά από υπερωριακή απασχόληση, με αποτέλεσμα να γίνεται αναπλήρωση από υπαλλήλους, οι οποίοι εργάζονταν υπερωριακά επίσης, καθώς και η μετατροπή του καθεστώτος κάποιων υπαλλήλων σε μόνιμους ωρομίσθιους και γενικά αναφέρθηκε στο τι λέχθηκε και τι εισηγήσεις έγιναν στην εν λόγω συνεδρία. Εξέφρασε την θέση ότι η δημοσίευση των ονομάτων δεν αφορούσε προσωπικά τον ενάγοντα ή οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο και αυτά τέθηκαν από την Γενική Ελέγκτρια ως παράδειγμα και συνεπώς, οι εναγόμενοι με τον ίδιο τρόπο, δημοσίευσαν τον εν λόγω κατάλογο, θεωρώντας πρόκληση την καταβολή σημαντικών ποσών ως υπερωριακή απασχόληση, πέραν του κανονικού μισθού, τα οποία υπολοίπονταν κατά πολύ των μισθών πολιτών και το σύστημα υπερωριακής απασχόλησης ήταν αμφιλεγόμενο, με βάση τα όσα έχουν λεχθεί στην πιο πάνω αναφερόμενη συνεδρία και στα οποία έχει στηριχθεί η εφημερίδα για να ασκήσει την κριτική της και να προβεί στα εύλογα σχόλια που ανέκυπταν για να καταδειχθεί ο προκλητικός χαρακτήρας του θέματος που αφορούσε κάθε δημοσίευμα ξεχωριστά, για τα οποία γινόταν αναφορά από τον μάρτυρα κατά περίπτωση και που δεν αφορούσαν τον ενάγοντα όλα τα δημοσιεύματα, κατά τον μάρτυρα, δίνοντας ταυτόχρονα το δικό του σχόλιο, εξήγηση και ερμηνεία για την ύπαρξη ενός εκάστου δημοσιεύματος ξεχωριστά. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που χαρακτηρίζει τα επίδικα δημοσιεύματα δυσφημιστικά και κακόβουλα και ότι επιτίθενται στον ενάγοντα, καθώς επίσης απορρίπτει τις θέσεις του ενάγοντα που αφορούν παραποίηση, παράφραση ή αλλοίωση της αλήθειας και παράλειψη καταγραφής όλης της αλήθειας και γενικά των γεγονότων. Ως προς το παράπονο του ενάγοντα που είχε ως επίκεντρο την μη επικοινωνία μαζί του για να εξακρίβωση τα ορθότητας των στοιχείων που αναγράφονται στα επίδικα δημοσιεύματα ή έστω να ζητηθεί η άποψη του, ανέφερε ότι δεν υπήρχε η ανάγκη για οποιαδήποτε επιβεβαίωση και εξακρίβωση, έχοντας υπ΄ όψη ότι και ο ενάγοντας επιβεβαίωσε τα όσα καταγράφονται και που αφορούν την υπερωριακή απασχόληση και επιπρόσθετα αυτών, δεν αφορούν τον ενάγοντα το σύνολο των επίδικων δημοσιευμάτων, είτε αφορούν απόψεις και σχόλια γενικά για την ΑΛΚ και όχι ειδικά για τον ενάγοντα. Επιπρόσθετα δε, ο ενάγοντας δεν έχει επικοινωνήσει με τους εναγόμενους και εάν το έπραττε, θα δημοσίευαν την θέση του, πράγμα το οποίο έγινε με την ανακοίνωση της ΑΛΚ, η οποία συμπεριλήφθηκε στο τεκμήριο

  1. Αναγνώρισε το γεγονός ότι τα επίδικα δημοσιεύματα να μην άρεσαν στον ενάγοντα, ο οποίος τα θεωρεί ως δυσφημιστικά και μπορεί να θεωρηθούν σκληρά, έντονα ή ακόμα και προκλητικά και ότι αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντα να θεωρεί ως τέτοια τα δημοσιεύματα, πλην όμως, κατά τον μάρτυρα, αυτό δεν αποτελεί επίθεση ή κακοβουλία εναντίον του ενάγοντα, αλλά απεναντίας κάλυψη ενός θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος και γενικά το κοινό θα πρέπει να γνωρίζει τι συμβαίνει σε δημόσιους οργανισμούς, όπως η ΑΛΚ, από απόψεως διοίκησης, λειτουργίας και οικονομικών και είναι δεκτικά κριτικής. Στην κατακλείδα της γραπτής του δήλωσης, θίγει το ζήτημα της ταυτόχρονης καταχώρησης και άλλων αγωγών από άλλους συναδέλφους του ενάγοντα για τα ίδια δημοσιεύματα, εκφράζοντας την θέση ότι αυτό αποτελεί καταχρηστική κίνηση, που αποβλέπει σε πλήγμα της ελευθερίας έκφρασης του λόγου και της ελευθεροτυπίας. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε τα τεκμήρια για τα οποία αναφέρθηκε στην γραπτή του δήλωση και αιτιολόγησε πως κατέληξε να αναγραφεί στο πρωτοσέλιδο του πρώτου δημοσιεύματος ο τίτλος ΄΄πάρτι υπερωριών στην Αρχή Λιμένων Κύπρου΄΄ και πιο συγκεκριμένα, η λέξη ΄΄πάρτι΄΄ λέχθηκε από τους παριστάμενους στην συνεδρία της επιτροπής ελέγχου της Βουλής, η οποία χρησιμοποιήθηκε με την μεταφορική της σημασία, δίνοντας και την δική του ερμηνεία σε αυτήν την λέξη, για να αποδώσει ο συντάκτης την εικόνα που αποκόμισε για το σύστημα των υπερωριών, ήτοι ότι δεν υπήρχαν κανονισμοί που να τηρούνται και γενικά υπήρχε μια χαλαρότητα και για το ζήτημα αυτό, ο Γενικός Εισαγγελέας δήλωσε ότι θα προχωρούσε σε ποινική διερεύνηση του θέματος. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στην θέση που κατέχει σήμερα στην εφημερίδα ΄΄Πολίτης΄΄ στην πώληση των φύλλων της εφημερίδας, στην ανάρτηση της εφημερίδας στο διαδίκτυο και τον τρόπο που γινόταν. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι όλα τα επίδικα δημοσιεύματα αφορούν και γενικά συνδέουν τον ενάγοντα, λέγοντας ότι με τα επίδικα δημοσιεύματα, έγινε κάλυψη όλων των θεμάτων που αφορούν την ΑΛΚ, όπως αυτά έχουν προκύψει από την έκθεση της Γενικής Ελέγκτριας και δύναται ένας μέσος καλόπιστος αναγνώστης να αντιληφθεί ποια δημοσιεύματα αφορούν τον ενάγοντα και ποια όχι. Τα εν λόγω δημοσιεύματα, κατά τον μάρτυρα, έχουν το κάθε ένα την δική του αυτοτέλεια και ιστορικό και μόνο το ζήτημα των υπερωριών αφορά τον ενάγοντα, τα δε υπόλοιπα αφορούν επί μέρους ζητήματα της ΑΛΚ και έκανε την δική του αναφορά σε κάθε ένα δημοσίευμα και για ποιο θέμα επικεντρωνόταν και το πιο σημαντικό, κατά τον ίδιο, ήταν το ζήτημα των υπερωριών, αποσυνδέοντας ο μάρτυρας για συγκεκριμένα δημοσιεύματα τον ενάγοντα. Υπεραμύνθηκε του τρόπου σύνταξης και δημοσίευσης των άρθρων, για τα οποία δεν υπάρχει απεριόριστος χώρος. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι όλα τα επίδικα δημοσιεύματα μαζί και το κάθε ένα ξεχωριστά, δίνουν την εντύπωση ότι για την κατάσταση που επικρατεί στην ΑΛΚ ευθύνεται ο ενάγοντας, δίνοντας την δική του εξήγηση για τις συνθήκες και τους λόγους που οδήγησαν στην δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων και ότι προηγήθηκε η συνεδρία στην επιτροπή ελέγχου της Βουλής την προηγούμενη ημέρα της δημοσίευσης του πρώτου δημοσιεύματος και που η εικόνα που σχηματίστηκε με αυτά που λέχθηκαν στην συνεδρία ήταν αρνητική. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι τα επίδικα δημοσιεύματα αποτελούν μια αναίτια δυσφημιστική επίθεση και ρήγμα στο καλό όνομα, χαρακτήρα, υπόληψη, φήμη, εντιμότητα, επαγγελματισμό, προσωπικότητα και ήθος του ενάγοντα, εκφράζοντας την λύπη του για αυτά τα συναισθήματα του ενάγοντα και ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση, εκφράζοντας επίσης την απορία για ποιον λόγο δεν έχει εγερθεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εναντίον των προσώπων που ανέφεραν στην πιο πάνω αναφερόμενη συνεδρία για τα όσα ελάμβαναν χώρα, αποδεχόμενος ταυτόχρονα ότι πέραν της καταγραφής των όσων έχουν λεχθεί σε εκείνην την συνεδρία, η εφημερίδα έκανε και τα δικά της σχόλια. Συμφώνησε ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν αναφέρουν τους λόγους που υπήρχε η υπερωριακή απασχόληση και ότι στην συνεδρία της Βουλής αναφέρθηκαν κάποιοι λόγοι, οι οποίοι όμως δεν γίνονταν αποδεκτοί και έχρηζε το σύστημα των υπερωριών βελτίωσης. Έδωσε επίσης και την δική του εξήγηση για την δημοσίευση του καταλόγου των ονομάτων των εργαζομένων που εργάστηκαν υπερωριακά, ήτοι η τεκμηρίωση της θέσης που προβλήθηκε στην συνεδρία της επιτροπής ελέγχου της Βουλής για παραβάσεις από πλευράς εργαζομένων και αιτιολόγησε την θέση του για τον λόγο που δεν δημοσιεύθηκε συγκεκριμένη αναφορά για την υπέρβαση των ωραρίων και παραβίασης της νομοθεσίας όσον αφορά την χρονική διάρκεια εργασίας, καθώς επίσης και την μη αναγραφή των εσόδων που επιφέρει η εργασία των εργαζομένων, επικαλούμενος ταυτόχρονα και τον περιορισμένο χώρο που υπάρχει για να γίνει ένα δημοσίευμα. Υπεραμύνθηκε της θέσης ότι δικαιωματικά καταγράφονται εύλογα σχόλια, αρνούμενος ότι τα δημοσιεύματα είναι κακόβουλα και κακόπιστα, εκφράζοντας και την συμπόρευση του με τα όσα αναφέρθηκαν στην συνεδρία από τον τότε Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και την Γενική Ελέγκτρια, η οποία εκφράστηκε αρνητικά ως προς το σύστημα των υπερωριών, αφήνοντας αιχμές για το ενδεδειγμένο και το νομότυπο των διαδικασιών και πρακτικών που ακολουθούνταν στο σύστημα της υπερωριακής απασχόλησης. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι έχει γίνει στοχοποίηση των εργαζομένων στα επίδικα δημοσιεύματα, ανέφερε ότι δεν έχει εφευρεθεί από τους εναγόμενους ο κατάλογος όπου αναγράφεται και το όνομα του ενάγοντα και ο οποίος δημοσιεύθηκε στο πρωτοσέλιδο του πρώτου δημοσιεύματος, αλλά ο κατάλογος αυτός κατατέθηκε από την ίδια την Γενική Ελέγκτρια, η οποία ανέφερε και άλλα ζητήματα που αφορούν την υπερωριακή απασχόληση και τα οποία επικαλέστηκε ο μάρτυρας, δίνοντας την δική του ερμηνεία σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν για τα όσα λέχθηκαν από την Γενική Ελέγκτρια. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι με βάση τα επίδικα δημοσιεύματα δόθηκε η εντύπωση ότι ο ενάγοντας εργάστηκε παράτυπα και παράνομα σε υπερωριακή απασχόληση, θεώρησε ο μάρτυρας ότι δεν είναι αυτό που αναγράφηκε, αλλά σχολιάστηκε και υποστηρίχθηκε ότι υπάρχει μια εξόφθαλμη υπερβολή, που οι φορολογούμενοι θα πρέπει να γνωρίζουν, επικεντρώνοντας ο μάρτυρας στο ύψος των ποσών που καταβάλλονται για την υπερωριακή απασχόληση, πέραν του βασικού μισθού, ποσά τα οποία θεωρεί ο μάρτυρας ως παράλογα, παραπέμποντας στο κλίμα που δημιουργήθηκε στην συνεδρία της Βουλής, ήτοι ότι το σύστημα δεν λειτουργεί σωστά. Στην θέση που του υποβλήθηκε ότι η εφημερίδα ήταν υποχρεωμένη να καταγράψει τους λόγους και την αναγκαιότητα υπερωριακής εργασίας, επικαλέστηκε εκ νέου τον περιορισμένο χώρο, αλλά και της αξιολόγησης που προηγείται και του αρνητικού αντίκτυπου και επικριτικού τόνου που υπήρχε με βάση τα όσα λέχθησαν στη εν λόγω συνεδρία και αυτός ο αντίκτυπος και επικριτικός τόνος καταγράφηκε και από άλλα ΜΜΕ. Oλοκληρώνοντας την αντεξέταση του κατά την τελευταία δικάσιμο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι όλα όσα αναγράφησαν στα επίδικα δημοσιεύματα, στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στα δεδομένα και τα όσα λέχθησαν στην συνεδρία της επιτροπής ελέγχου της Βουλής, αποτελούν εύλογο σχόλιο το οποίο εδράζεται σε πραγματικά γεγονότα και ήταν απολύτως δικαιολογημένα, αναλύοντας και επεξηγώντας ένα - ένα τα επίδικα δημοσιεύματα και λοιπά τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα την αλήθεια των όσων αναγράφονται στα επίδικα δημοσιεύματα και το αρνητικό κλίμα και κριτική που δέχθηκε το σύστημα υπερωριών στην ΑΛΚ, το οποίο ήταν προβληματικό, χωρίς να είναι παράνομο, όπως ανέφερε στην σελίδα 3 των στενοτυπημένων πρακτικών της τελευταίας δικασίμου, υπεραμυνόμενος εκ νέου το δικαίωμα της εφημερίδας να σχολιάζει και να ενημερώνει επί πραγματικών γεγονότων. Αρνήθηκε εκ νέου την υποβληθείσα θέση οτι έχει στοχοποιηθεί ο ενάγοντας, ιδίως με το πρώτο δημοσίευμα, στο πρωτοσέλιδο, όπου αναγράφεται το όνομα του, επικαλούμενος την ιδιότητα του καταλόγου, την προέλευση αυτού, την αλήθεια του καταλόγου, λέγοντας ταυτόχρονα ότι ένας σοβαρός και καλός σκεπτόμενος αναγνώστης, θα διάβαζε το σύνολο του κάθε δημοσιεύματος και θα μπορούσε να αντιληφθεί ποιο θέμα αφορά και ποιους αφορά και που δεν αφορά κάθε δημοσίευμα τον ενάγοντα, ως είναι η θέση του. Ως προς το ζήτημα των υπερωριών, επικαλέστηκε τους χαρακτηρισμούς που απέδωσαν η Γενική Ελέγκτρια και οι παρευρισκόμενοι στην εν λόγω συνεδρία που αναφέρθηκε πιο πάνω και ότι δεν ήταν λογικό το όλο σύστημα και με βάση αυτό, όλοι εργάζονταν υπερωριακά και λαμβάνουν υπέρογκα ποσά και αυτό ήταν που ήθελαν να ψέξουν, ήτοι η κακή λειτουργία της ΑΛΚ και η διασπάθιση δημοσίου χρήματος, χωρίς να διασύρουν τον ενάγοντα, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι έχει διασυρθεί ο ενάγοντας. Έθιξε επίσης το ζήτημα ότι ουδείς από τους εργαζόμενους δεν έχει διαμαρτυρηθεί για το γεγονός ότι εργάζεται υπερωριακά, καθώς επίσης και για την μαζική έγερση αγωγών από το ίδιο δικηγορικό γραφείο, η οποία έχει και οικονομικό αντίκτυπο και πλήγμα στην ελευθερία του τύπου και της έκφρασης, προκαλώντας ταυτόχρονα και αρνητικά συναισθήματα. Αρνηθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι δεν έχει καλύψει η εφημερίδα με πληρότητα όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Στην σύντομη επανεξέταση του, έδωσε διευκρινήσεις για την πηγή άντλησης της γνώσης του αναφορικά με την κυκλοφορία της επίδικης εφημερίδας. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο και για σκοπούς πληρότητας της μαρτυρίας, θα παραθέσει τα επίδικα δημοσιεύματα και τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια 2 έως
  2. Όσον αφορά τα σκίτσα, αυτά βεβαίως δεν θα μεταφερθούν στο κείμενο της παρούσας απόφασης, πλην όμως θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω. Τα κείμενα των επίδικων δημοσιευμάτων έχουν λοιπόν ως ακολούθως: Τεκμήριο 2 Ταξίδια μετά συζύγων, εξαπάτηση υπουργείων και άλλα πολλά Πάρτι υπερωριών στην Αρχή Λιμένων Αγωγές εναντίον συγκεκριμένων προσώπων θα εγείρει ο γεν. Εισαγγελέας Την ώρα που η ανεργία καλπάζει και γενικά ο Κύπριος φορολογούμενος δεινοπαθεί και αγωνιά για τη δουλειά του, στην Αρχή Λιμένων Κύπρου στήνεται πρωτοφανές πάρτι με τις υπερωρίες. Υπάλληλοι της Αρχής λαμβάνουν πέραν των 40 χιλιάδων ευρώ ετησίως για υπερωρίες, μέχρι ακόμα και 47 χιλιάδες (λεπτομέρειες στον διπλανό πίνακα). Το πλέον φοβερό, όμως, είναι ότι εργαζόμενοι υπερωριακά δεν πηγαίνουν την επόμενη ημέρα στην εργασία τους και τους αναπληρώνουν άλλοι συνάδελφοί τους που για να το κάμουν πληρώνονται κι αυτοί υπερωριακά. Χθες, στην επιτροπή Ελέγχου της Βουλής αποκαλύφθηκαν ακόμα σκάνδαλα, ατασθαλίες και παρανομίες, που ταλανίζουν για χρόνια την Αρχή. Ο γ. εισαγγελέας, αφού τα πληροφορήθηκε, έγραψε σε επιστολή του ότι θα εγείρει αγωγές εναντίον συγκεκριμένων προσώπων. Όπως τόνισε «όλα αυτά δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα». Τεκμήριο 3 «Έβγαλαν τα παλούκια» στην Αρχή Λιμένων. Επεμβαίνει ο εισαγγελέας Αυθαιρεσίες ολκής Ενεοί έμειναν όσοι παρακολούθησαν χθες τη συνεδρίαση της επιτροπής Ελέγχου της Βουλής. Οι αυθαιρεσίες, οι ατασθαλίες, η ατιμωρησία και η έλλειψη σεβασμού στο δημόσιο χρήμα βγάζουν μάτι ΓΡΑΦΕΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ Σκάνδαλα, τρύπιες διαδικασίες και κραυγαλέες παρανομίες σημειώνονται για χρόνια στην Αρχή Λιμένων Κύπρου (ΑΛΚ). Πολλά από τα κακώς έχοντα στην Αρχή καταγγέλθηκαν στη Νομική υπηρεσία. Ο γενικός εισαγγελέας, Πέτρος Κληρίδης, σε πρόσφατη επιστολή του τονίζει ότι όχι μόνο θα προβεί σε καταγγελίες στην αστυνομία, αλλά και θα μελετήσει ο ίδιος το ενδεχόμενο αγωγής εναντίον όσων ευθύνονται για παραβίαση της νομοθεσίας και των αρχών χρηστής διοίκησης. Μαφία στις προσλήψεις «Υπάρχουν τέτοιες σοβαρές παρατυπίες, που δεν πρέπει να αφεθούν να περάσουν απαρατήρητες», επισημαίνει ο Πέτρος Κληρίδης. Ταυτόχρονα, το υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, το οποίο είναι η αρμόδια αρχή για την Αρχή Λιμένων, ανακοίνωσε χθες στη Βουλή ότι θα καταθέσει πρόταση - εισήγηση στο Υπουργικό Συμβούλιο για διορισμό ερευνητικής επιτροπής (ερευνώντος λειτουργού) ειδικά για τις αυθαιρεσίες που γινόντουσαν κατά την πρόσληψη ωρομίσθιων υπαλλήλων. Όπως αποδείχθηκε, η Αρχή Λιμένων εξέδιδε ανακοίνωση για την πρόσληψη τέτοιων έκτακτων υπαλλήλων, πλην όμως δεν μεριμνούσε για τη δημοσιοποίησή της στον Τύπο. Έτσι, έληγε σε λίγες ημέρες αργότερα η προθεσμία υποβολής αιτήσεων και ουδείς έπαιρνε είδηση. Κατ' αυτό τον τρόπο ειδοποιούνταν ημέτεροι, γνωστοί και φίλοι, οι οποίοι υπέβαλλαν αίτηση και η πρόσληψή τους ήταν εκ των προτέρων εξασφαλισμένη. Πέραν τούτου, αντί οι ωρομίσθιοι αυτοί υπάλληλοι να προσλαμβάνονται για απασχόληση διάρκειας 17 ωρών ή 23 ωρών εβδομαδιαίως, όπως προνοούν οι κανονισμοί, παράνομα τους παρείχαν καθεστώς πλήρους απασχόλησης 38 ωρών εβδομαδιαίως. Μετά από απασχόληση 52 εβδομάδων γινόντουσαν αυτόματα μόνιμοι ωρομίσθιοι υπάλληλοι. Αν η απασχόληση είναι διάρκειας μέχρι 23 ώρες εβδομαδιαίως, ο ωρομίσθιος δεν αποκτά μονιμότητα. Ο «Π» κατέχει αντίγραφα τέτοιων ανακοινώσεων των ετών 2007 και
  3. Μια από αυτές συντάχθηκε στις 28/3/2007 και οι ενδιαφερόμενοι έπρεπε να υποβάλλουν αίτηση, μέχρι τις 2.30 η ώρα στις 30/3/
  4. Δηλαδή, δύο ημέρες αργότερα. Συνεπώς, η ανακοίνωση γράφτηκε για το θεαθήναι και δεν κοινοποιήθηκε πουθενά. Κανονικά, για την πρόσληψη ωρομισθίων έπρεπε η Αρχή να απευθύνεται στο γραφείο Εργασίας και να ζητά κατάλογο ανέργων, οι οποίοι θα καλούνταν σε συνέντευξη για πρόσληψη. Μετά συζύγων. Ιδιαίτερα έντονος είναι ο γενικός εισαγγελέας στις αυθαιρεσίες που έγιναν σχετικά με ταξίδια μελών του δ.σ. της Αρχής και στο θέμα της μισθολογικής αναβάθμισης του γενικού διευθυντή της, Γιαννάκη Κόκκινου. Όπως αναφέρει έκθεση της γενικής Ελέγκτριας, για τα ταξίδια δεν εξασφαλίζεται έγκριση του δ.σ. για την έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων δεν ζητούνται προσφορές από ταξιδιωτικά γραφεία για εξασφάλιση καλύτερων τιμών και το χειρότερο από όλα είναι ότι «σε μια περίπτωση η τιμή του εισιτηρίου φαίνεται αδικαιολόγητα υψηλή για τον προορισμό Λάρνακα - Λονδίνο - Βρυξέλλες, Λονδίνο - Λάρνακα σε οικονομική θέση με κόστος 1.200 ευρώ». Όπως λέχθηκε μετά τη συνεδρία της επιτροπής Ελέγχου, όπου συζητήθηκαν οι ατασθαλίες, ο συγκεκριμένος σύμβουλος πήρε μαζί του στο ταξίδι και τη σύζυγο του! Κορόιδεψαν το υπουργείο Σοβαρή παρανομία, αλλά και δόλια παραπλάνηση του υπουργείου Συγκοινωνιών έγινε και όσον αφορά την αναβάθμιση της μισθολογικής κλίμακας του γενικού διευθυντής της Αρχής το
  5. Η θέση του αναβαθμίστηκε από 66.987 ευρώ (σε προσωπική βάση) σε 70685 ευρώ. Ωστόσο, το υπουργείο Οικονομικών απέρριψε το σχετικό αίτημα του δ.σ. της Αρχής Λιμένων. Εντούτοις, η ΑΛΚ απέστειλε στο υπουργείο Συγκοινωνιών, μαζί με τον προϋπολογισμό της για το 2008 και συνοδευτική επιστολή, στην οποία ψευδώς ανέφερε ότι για την αναβάθμιση της θέσης εξασφαλίστηκε έγκριση του υπ. Οικονομικών. Για το θέμα θα κατατεθεί αγωγή. 4.000 ευρώ το μήνα! Πάρτι με υπερωρίες Το μεγάλο πάρτι στην Αρχή Λιμένων γίνεται με τις υπερωρίες. Υπάλληλοι λαμβάνουν έκαστος πέραν των 45 και 46 χιλιάδων ευρώ το χρόνο για υπερωριακή απασχόληση. Και το πλέον προκλητικό είναι ότι, μετά τις υπερωρίες, δεν πάνε δουλειά, επειδή, όπως υποστηρίζουν, υπάρχει πρόνοια στη σύμβασή τους για αναγκαστική ανάπαυση 9 ωρών. Τέτοια πρόνοια, όμως, δεν υπάρχει, τονίζει η γενική ελέγκτρια. Το χειρότερο είναι ότι την εργασία τους κάνουν άλλοι υπάλληλοι, οι οποίοι πληρώνονται επίσης υπερωριακά! Ακόμα πιο προκλητικό είναι το ότι παρατηρείται μεγάλη αύξηση των υπερωριών σε περιόδους κατά τις οποίες μειώνεται η κίνηση στα λιμάνια. Κομπίνα με τέλη Για χρόνια ολόκληρα, όλα τα εισαγόμενα αυτοκίνητα που έφθαναν στα λιμάνια του τόπου φορολογούνταν με την ταρίφα που ισχύει για οχήματα με απόβαρο μέχρι δύο τόνων. Δηλαδή, με 59 ευρώ μόνο και όχι και με 159 ευρώ που είναι τα λιμενικά τέλη για όσα έχουν βάρος πάνω των δύο τόνων. Αποτέλεσμα της τακτικής αυτής ήταν να χάνει τεράστια ποσά η Αρχή Λιμένων. Μόλις αποκαλύφθηκε η μεγάλη αυτή κομπίνα και εφαρμόστηκαν κανονικά οι σχετικοί κανονισμοί, είχαμε το 2007 (πρώτη χρονιά) 240 οχήματα με βάρος πάνω των δύο τόνων, το 2008 έγινε εισαγωγή 918 οχημάτων με πέραν των δύο τόνων βάρος και ο.κ.ε. Η κομπίνα αυτή πέρασε στο ντούκου, χωρίς να τιμωρηθεί κανένας. Ούτε καν εξηγήσεις ζητήθηκαν. Επίσης, καταγγέλθηκε στην επιτροπή Ελέγχου ότι, πλοία, αντί να πληρώνουν τέλη για τρεις ώρες εξυπηρέτησης, με άνωθεν εντολές πληρώνουν τέλη για δύο ώρες. Την καταγγελία έκανε ο γ.γ. της ΣΥΑΛΚ, Μιχάλης Σπύρου. Τεκμήριο 4 Προωθούνται έργα και επενδύσεις αμφιβόλου αποτελεσματικότητας Βουλιάζουν την Αρχή Λιμένων Σε έργα τα οποία, σύμφωνα με μελέτες, δεν αναμένεται να αποδώσουν, προχωρεί η Αρχή Λιμένων. Ήδη το απόθεμα των 208 εκατ. Ευρώ που συσσωρεύθηκε μέσα σε δέκα χρόνια είναι εκτεθειμένο σε κίνδυνο. Και η Αρχή Λιμένων οδηγείται στην κατάσταση προ του 2000 ΓΡΑΦΕΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ Έντονοι φόβοι ότι η Αρχή Λιμένων θα βουλιάξει οικονομικά εκφράστηκαν την Τρίτη στη Βουλή, λόγω των μεγάλων και αμφίβολης βιωσιμότητας έργων που προωθεί ο ημικρατικός οργανισμός στο λιμάνι της Λεμεσού. Όπως τονίστηκε, τα υπό προώθηση έργα θα εξαντλήσουν τα αποθέματα της Αρχής και αν η πτωτική τάση της κίνησης στο λιμάνι συνεχιστεί, τότε οι συνέπειες θα είναι τραγικές. Έργα 85 εκατ. Πρόκειται για την κατασκευή της νέας αίθουσας επιβατών και την επέκταση του λιμανιού της Λεμεσού, τα οποία θα κοστίσουν πέρα των 85 εκατ. ευρώ με σημερινές τιμές. Είναι έργα που για την αναγκαιότητα της κατασκευής τους αλλά και τη βιωσιμότητά τους τοποθετήθηκαν αρνητικά ακόμα και οι οίκοι οι οποίοι εκπόνησαν τις μελέτες σκοπιμότητας των εν λόγω έργων. Μάλιστα, για την επέκταση του λιμανιού, οι μελετητές αναφέρουν σαφώς ότι «ακόμα και αν αυξηθεί το διαμετακομιστικό εμπόριο, το έργο δεν αναμένεται να έχει σημαντική θετική ταμειακή εκροή πριν το έτος 2010». Δηλαδή, θα πραγματοποιούνται ζημιές. Πρέπει να σημειωθεί ότι το διαμετακομιστικό εμπόριο μέσω του λιμανιού μειώνεται προοδευτικά, αφού υπάρχει έντονος ανταγωνισμός από άλλα λιμάνια της Μεσογείου. Στον αέρα τα 208 εκατ. Ήδη, τα αποθέματα που η Αρχή Λιμένων πραγματοποίησε τα τελευταία δέκα χρόνια βρίσκονται στα όρια εξάντλησης. Μετά τις γενναίες αυξήσεις τις οποίες ενέκρινε η Βουλή το έτος 2000 ύψους 30% σε όλα τα τέλη της Αρχής, προκειμένου να τη βοηθήσει να ορθοποδήσει οικονομικά, σήμερα έχει καταθέσεις ή επενδύσεις σε μετοχές και χρεόγραφα ύψους 208 εκατ. ευρώ. Την ίδια, όμως ώρα η Αρχή Λιμένων χρωστά 42 εκατ. ευρώ σε συγκεκριμένο δάνειο και άλλα 90 και πλέον εκατομμύρια ευρώ στο ταμείο συντάξεων των υπαλλήλων της. Για την κατασκευή της αίθουσας επιβατών υπογράφτηκε συμβόλαιο με εργολάβο ύψους 15 εκατ. ευρώ, ενώ απαιτούνται άλλα 5 εκατ. για τον μηχανικό εξοπλισμό της αίθουσας και τις αμοιβές των μελετητών. Άλλα 66 εκατ. ευρώ θα κοστίσει η επέκταση του λιμανιού, οπότε το σημερινό αποθεματικό της μετατρέπεται αυτόματα σε έλλειμμα. Στο κουτουρού Αναφερόμενη στην επένδυση των 66 εκατ. για εκβάθυνση και επέκταση του λιμανιού, η γενική ελέγκτρια, Χρυστάλλα Γιωρκάτζη, σημειώνει, σε έκθεσή της, ότι «δεν έχει γίνει κοστολόγηση των υπηρεσιών της Αρχής και δεν έχει τεκμηριωθεί ότι προκύπτουν οφέλη από το διαμετακομιστικό εμπόριο, το οποίο διεξάγεται σε συνθήκες διεθνούς ανταγωνισμού και τα τέλη που χρεώνονται είναι πολύ χαμηλότερα (περίπου 1/3) των τελών για το κυπριακό φορτίο». Επισημαίνεται ακόμη ότι η εκτέλεση των δύο έργων άρχισε να σχεδιάζεται από το προηγούμενο συμβούλιο της ΑΛΚ και το σημερινό διοικητικό συμβούλιο τα προωθεί προς υλοποίηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι το δ.σ. πριν δύο χρόνια υποστήριζε ότι το 2010 η υφιστάμενη δυναμικότητα του λιμανιού θα ξεπερνιόταν, αλλά βρισκόμαστε ήδη στο 2010 και το διαμετακομιστικό εμπόριο έχει υποστεί μείωση. Συγκεκριμένα, η χωρητικότητά του είναι 500 χιλιάδες κοντέινερ και όμως σήμερα (το 2010) διακινούνται μόνο 300 χιλ. κοντέινερ. Ήδη η Αρχή Λιμένων έχει πέσει έξω στους υπολογισμούς της. Αρχή Λιμένων «Όλη η αλήθεια» Η Αρχή Λιμένων υποστηρίζει ότι όσα λέχθηκαν την Τρίτη στην επ. Ελέγχου της Βουλής δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Σε χθεσινή ανακοίνωσή της υποστηρίζει ότι για την αναβάθμιση του διευθυντή της ΑΛΚ υπήρχε έγκριση του υπουργικού και της Βουλής. Όσον αφορά το ωρομίσθιο προσωπικό, αναφέρει ότι οι προσλήψεις γίνονταν στη βάση αναγκών και ότι εφαρμόζει πλέον τη διαδικασία που ακολουθεί και η Κυβέρνηση. Για τα ταξίδια θεωρεί ότι δεν έγινε τίποτε το μεμπτόν και επιλέγει τα φθηνότερα εισιτήρια. Επίσης, αναφέρεται και στις συνεδριάσεις του δ.σ. υποστηρίζοντας ότι γίνονται στη βάση της νομοθεσίας με την οποία λειτουργεί η Αρχή. Τα εισιτήρια Καλόμαθε ο κύριος Ο αξιωματούχος της Αρχής Λιμένων ο οποίος, σύμφωνα με καταγγελίες που έγιναν ενώπιον του γενικού εισαγγελέα, χρέωνε και το εισιτήριο της συζύγου του στην Αρχή, καλόμαθε. Μετά από το ταξίδι Λάρνακας - Βρυξελλών - Λονδίνου (1200 ευρώ), επιχείρησε να το επαναλάβει. Γι' αυτό σε επόμενο υπηρεσιακό του ταξίδι στο Λονδίνο πήρε πάλι τη γυναίκα του μαζί του. Και το εισιτήριο της, αξίας 490 ευρώ, το χρέωσε στην Αρχή. Ζήτησε, λοιπόν, 980 ευρώ από το λογιστήριο, αλλά αρνήθηκαν να τον πληρώσουν. Του είπαν ότι θα τον καταγγείλουν και παραδέχθηκε ότι έκανε λάθος. Τελικά, συμβιβάστηκε με τα μισά! Τεκμήριο 5 Με άποψη Το πάρτι στην Αρχή Λιμένων Η Αρχή Λιμένων, όπως και κάθε ημικρατικός οργανισμός, ανήκει κατά κύριο λόγο στο κράτος. Για τη λειτουργία του, δηλαδή, πληρώνει ο φορολογούμενος πολίτης, όταν καλείται μάλιστα να ζήσει υπό καθεστώς λιτότητας, απαιτεί, οι δημόσιοι λειτουργοί να σέβονται το δημόσιο χρήμα. Το πρόβλημα, όπως παρουσιάστηκε χθες από τον «Πολίτη», προκαλώντας μάλιστα και την οργή του γενικού εισαγγελέα, ο οποίος ετοιμάζεται να κινηθεί ποινικά, βαρύνει τις πλάτες κάποιων δημοσίων υπαλλήλων. Δεν μπορούμε όμως να σταθούμε μόνο σε αυτούς. Η κύρια και σοβαρότερη ευθύνη, η οποία μάλιστα είναι ευθύνη πολιτική, βαρύνει τις πλάτες του Συμβουλίου της Αρχής Λιμένων. Πραγματικά ο κάθε Κύπριος διερωτάται τι κάνουν εκεί αυτοί οι καλοπληρωμένοι διορισμένοι επιτελείς από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας; Πώς αφήνουν τον κάθε υπάλληλο να συμπεριφέρεται στον ημικρατικό αυτό οργανισμό λες και είναι το αμπελοχώραφο του παππού του; Πώς μπορούν να δικαιολογήσουν 47 και 40 χιλιάδες ευρώ υπερωρίες; Πώς ακόμα μπορούν να δικαιολογήσουν τις απουσίες κάποιων από τις κανονικές τους βάρδιες, για να εμφανίζονται την επομένη και να εισπράττουν υπερωριακό καθεστώς; Έχουμε την εντύπωση ότι το συμβούλιο του ημικρατικού οργανισμού της Αρχής Λιμένων θα πρέπει να δικαιολογήσει αυτή την κατάσταση, εάν δικαιολογείται, Πιστεύουμε ότι στο θέμα οφείλει να παρέμβει και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και να τους ζητήσει εξηγήσεις εκ μέρους των πολιτών αυτής της χώρας. Πιστεύουμε ότι, εάν δεν δοθούν ικανοποιητικές απαντήσεις από τα μέλη του συμβουλίου της Αρχής, θα πρέπει να ζητηθεί η παραίτησή τους ή ακόμα να παραιτηθούν οι ίδιοι από μόνοι τους. Το κεφάλαιο ημικρατικοί σε αυτή τη χώρα επιτέλους πρέπει να μπει σε μια τάξη, διότι είμαστε σίγουροι ότι η αρχή Λιμένων δεν είναι ούτε η πρώτη και ίσως ούτε η τελευταία που λειτουργεί σαν ξέφραγο αμπέλι. Τεκμήριο 6 'Σένα τα λέω πεθερά.

(1)Γιατί όλα τα βέλη έπεσαν ξαφνικά πάνω στην Αρχή Λιμένων; Οι άνθρωποι είχαν «ανακαλύψει την ταχινόπιτα» από χρόνια κι εμείς τους προσέξαμε προχθές, όταν έγλειφαν τα δάκτυλά τους! Πού ήταν οι υπουργοί, οι βουλευτές μας, οι λογής λογής αρμόδιοι που πάντοτε ωραιοποιούσαν την κατάσταση; Δεν ήξεραν, δεν . διάβαζαν; Την Έκθεση της γενικής ελέγκτριας, πριν από πέντε χρόνια - «56 εκατομμύρια λίρες (το 2006) δεν είχαμε ευρώπουλα), θα ζημιώσει η Αρχή Λιμένων Κύπρου μέχρι το 2021, αν εκτελέσει τα έργα που προγραμματίζει (εκβάθυνση λιμανιού, νέα αίθουσα επιβατών και επέκταση κρηπιδωμάτων)», έλεγε η ελέγκτρια. Τα αμφιβόλου βιωσιμότητας έργα προχώρησαν ή προχωρούν και ταυτόχρονα ξεχείλιζαν κι οι τσέπες των εμπλεκομένων. Γ.Κ 'Σένα τα λέω πεθερά.
(2)Πάνω στο έτοιμο, που θα βγάζαμε τον πολυκαιρισμένο αμίαντο από τη θάλασσα της Λεμεσού, έγινε βούκινο το «οικονομικό. παρατράβηγμα» της Αρχής Λιμένων Κύπρου. Να την πληρώσει άραγε το πολυδάπανο έργο, που μας υπόσχονται ότι δρομολογήθηκε; Το κόστος πιθανόν να ξεπεράσει τα 2,5 εκατομμύρια ευρώ αν γίνει η ενδεδειγμένη, ολοκληρωμένη δουλειά διαχείρισης του συνόλου του βυθισμένου αμιάντου. Κάποιοι παράγοντες της πόλης πρέπει επιτέλους να πατήσουν πόδι. Και να πουν. Παιχνίδια κύριοι της Αρχής Λιμένων με τη θάλασσα της Λεμεσού, μην παίζετε. Κι αποφύγετε ιδιαίτερα τα επικίνδυνα «τσαλαβουτήματα» με τον αμίαντο! Τεκμήριο 7 Θα ζητηθεί διορισμός ερευνητικής επιτροπής για την Αρχή Λιμένων Κύπρου Έρευνα από πρώην δικαστή Πέραν των παρατυπιών για τους ωρομίσθιους θα διερευνηθούν το θέμα των ταξιδιών, αναβαθμίσεις μισθών και άλλα ΓΡΑΦΕΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ Σε εισήγηση για διορισμό διμελούς ερευνητικής επιτροπής προς διερεύνηση των παρανομιών, παρατυπιών και πιθανών ποινικών αδικημάτων που διαπράχθηκαν στην Αρχή Λιμένων προσανατολίζεται το υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων. Πιο εκτενής έρευνα Σύμφωνα με πληροφορίες του «Π»., όταν το υπουργείο παρέλαβε έκθεση της γενικής ελέγκτριας για τα κακώς έχοντα στην Αρχή, ο γενικός διευθυντής του, Μάκης Κωνσταντινίδης, μελέτησε το θέμα και σύνταξε έκθεση, στην οποία προτείνει το υπουργείο να ζητήσει από το Υπουργικό να διορίσει την πιο πάνω επιτροπή ειδικά για τις παρατυπίες που σημειώνονταν στο θέμα της πρόσληψης των ωρομισθίων υπαλλήλων της Αρχής. Πρόεδρος της επιτροπής, σύμφωνα με την εισήγηση, θα πρέπει να είναι συνταξιούχος δικαστικός. Μετά, όμως, και τις παρατυπίες ή παρανομίες και σε άλλους τομείς δραστηριότητας της Αρχής λιμένων, οι οποίες αποκαλύφθηκαν στη συνεδρία της επιτροπής Ελέγχου της Βουλή, την περασμένη Τρίτη, η υπουργός Ερατώ Κοζάκου Μαρκουλλή έδωσε οδηγίες να μελετηθεί το θέμα πιο σφαιρικά, ώστε η όποια ερευνητική επιτροπή διοριστεί να ασχοληθεί και με άλλες παρανομίες και όχι μόνο με αυτές που αφορούν την πρόσληψη ωρομισθίων. Γι' αυτό και η τελική απόφαση αναμένεται να ληφθεί εντός των προσεχών ημερών. Των ωρομισθίων. Όπως ήδη γράψαμε, οι προσλήψεις έκτακτων ωρομισθίων γίνονταν με συνοπτικές διαδικασίες και με χοντρές παρανομίες, ώστε μετά από εργασία 52 εβδομάδων οι ωρομίσθιοι να μονιμοποιούνται αυτόματα. Προκλητικό είναι το γεγονός ότι εξέδιδαν κάθε φορά ανακοίνωση για την πρόθεση της Αρχής να προσλάβει ωρομίσθιους και δινόταν προθεσμία για εκδήλωση ενδιαφέροντος μόνο δύο ημερών. Μάλιστα, η ανακοίνωση δεν δημοσιοποιείτο, παρά μόνο μερικές φορές αναρτάτο σε κάποια πινακίδα των γραφείων της Αρχής. Δεν έπαιρνε κανένας είδηση και έτσι τις θέσεις λάμβαναν ημέτεροι, φίλοι και συγγενείς. Συμπληρωματικός 2 εκατ. ευρώ Στο μεταξύ, κατατέθηκε στη βουλή συμπληρωματικός προϋπολογισμός της Αρχής Λιμένων ύψους 2.065.000 ευρώ. Το μεγαλύτερο κονδύλι (1,8 εκατ. ευρώ) αφορά έξοδα για την ανέλκυση και νόμιμη διάθεση του αμιάντου που βρίσκεται μέσα και γύρω από το ναυάγιο του πλοίου Farcas II στο λιμάνι της Λεμεσού. Τεκμήριο 8 50 ευρώ την ώρα! Από το χώρο του λιμανιού της Λεμεσού προέρχεται ο πιο κάτω διάλογος. Δύο υπάλληλοι κουβεντιάζουν μεταξύ τους και σχολιάζουν το θόρυβο που προκλήθηκε από τη δημοσίευση των ποσών που λαμβάνουν έκαστος από υπερωρίες κάθε χρόνο. Ποσά που ξεπερνούν και τις 40 χιλ. ευρώ. -Ρε, ούλλοι τους συζητούν για μας. Εννά μας δείχνουν σε λίγο. -Εγώ δεν είναι τούτο που φοούμαι. Αν δημοσιεύσουν τζιαι τους μισθούς μας οι εφημερίδες να δεις τι έχουμε να πάθουμε. Θα μας βάλουν στη μούττη του σιιπέττου. Εμείς, απλώς να προσθέσουμε τούτο. Υπάρχουν υπάλληλοι της Αρχής Λιμένων που αμείβονται υπερωριακά και λαμβάνουν 50 ευρώ την ώρα. Ένα μεγάλο ποσοστό των Κυπρίων εργαζομένων δεν παίρνουν τόσα λεφτά για ολόκληρο μεροκάματο. Τίποτε άλλο. Τα λόγια είναι περιττά. Τεκμήριο 9 480 ευρώ μία μέρα. Πλοηγοί πληρώνονται βασιλικά, χωρίς να εργάζονται. Εξωφρενικές υπερωρίες Παλιά κι αγιάτρευτη ασθένεια είναι οι υπερωρίες στα λιμάνια. Το 2006 αποφασίστηκε «κομμένες οι περιττές υπερωρίες», αλλά το πάρτι συνεχίζεται ΓΡΑΦΕΙ ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ Μέχρι και 60 ευρώ για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης λαμβάνουν συγκεκριμένοι υψηλόμισθοι υπάλληλοι της Αρχής Λιμένων. Συγκεκριμένα, ένας υπάλληλος αυτού του «στάτους», που εργάζεται υπερωριακά ένα οκτάωρο σε ημέρες που είναι αργίες (Σάββατα, Κυριακές και γιορτές) λαμβάνει 480 ευρώ! Δηλαδή, αν δουλέψει τρεις αργίες και για οκτώ ώρες την κάθε μια λαμβάνει 1.440 ευρώ, ποσό που δεν λαμβάνει για εργασία ενός μηνός ένας νέος επιστήμονας. Πληρώνονται και κάθονται Το πιο συγκλονιστικό, όμως, που πληροφορηθήκαμε, είναι πως υπάρχουν υψηλόμισθοι υπάλληλοι της Αρχής, οι οποίοι εργάζονται υπερωριακά ακόμα και ημέρες που δεν υπάρχει ανάγκη να εργαστούν. Είναι κλεισμένοι στα γραφεία τους, τίποτε δεν κάνουν, κάποιοι ρίχνουν ακόμα και τον ύπνο τους, αλλά οι χρυσοφόρες υπερωρίες τρέχουν. Αποτέλεσμα τούτου είναι να λαμβάνουν υπέρογκα ποσά ετησίως, τα οποία, όταν δημοσιεύτηκαν την περασμένη Τετάρτη από τον «Π», προκάλεσαν σοκ παγκυπρίως. Πρόκειται για υπαλλήλους που κατέχουν τη θέση πλοηγού και εργάζονται στο λιμάνι παρά το γεγονός ότι στο ωράριο της υπερωριακής απασχόλησής τους δεν υπάρχει κίνηση πλοίων στο λιμάνι. Τα καθήκοντά τους έχουν σχέση με την πλοήγηση και, αφού δεν εισέρχονται πλοία στο λιμάνι ή δεν φεύγουν από αυτό, δεν υπάρχει, συνακόλουθα, ούτε ανάγκη να εργαστούν. Μπορεί, για παράδειγμα, να δουλεύουν δύο γερανογέφυρες για ξεφόρτωμα πλοίου κι αυτοί να κάθονται στα γραφεία τους και να πληρώνονται υπερωριακά, όπως λέχθηκε την Τετάρτη στη Βουλή. Έμεινε στα χαρτιά Το θέμα αυτό είχε εγερθεί και το 2006 και το τότε διοικητικό συμβούλιο της Αρχής διέταξε τη διεξαγωγή έρευνας και τη σύνταξη σχετικής έκθεσης. Στην έκθεση, που υιοθετήθηκε από το διοικητικό συμβούλιο, επισημαίνεται ότι το καθεστώς αυτό πρέπει να τερματιστεί και οι πλοηγοί να εργάζονται υπερωριακά μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει κίνηση πλοίων στα λιμάνια. Ωστόσο, ουδέποτε εφαρμόστηκε η εν λόγω απόφαση και το καθεστώς των χρυσοφόρων και μη αναγκαίων υπερωριών συνεχίζεται. Αυξάνονται αλματωδώς Το μέγεθος όμως, του σκανδάλου με τις υπερωρίες γίνεται ακόμα μεγαλύτερο από το γεγονός ότι ο αριθμός των υπερωριών μεγαλώνει συνεχώς, παρά το γεγονός ότι χρόνο με το χρόνο μειώνεται η άφιξη πλοίων στα λιμάνια, των φορτίων που μεταφέρουν, καθώς και οι επιβάτες. Ο μόνος αριθμός που μεγαλώνει είναι εκείνος των εμπορευματοκιβωτίων. Το 2001 τα πλοία που έφθασαν ήταν 3.667, μετέφεραν φορτία 1.409.740 τόνων και οι ώρες της υπερωριακής απασχόλησης ήταν 57.893. Το 2005 έφθασαν στα λιμάνια μας 3.158 πλοία, μετέφεραν φορτία 1.180.801 τόνων και οι ώρες υπερωριακής απασχόλησης ήταν 110.723. Το 2006 έφθασαν 2.884 πλοία, με 1.086.338 τόνους φορτίο και οι ώρες υπερωριακής απασχόλησης ήταν 128.518. Το 2007 ελλιμενίστηκαν 2.730 πλοία, με φορτία 1.270.650 τόνων και οι υπερωρίες σε ώρες ήταν 116.105. Το έτος 2008 έφθασαν 2.531 πλοία (τα λιγότερα), μετέφεραν 1.194.546 τόνους και η υπερωριακή απασχόληση έφθασε στις 128.886 ώρες. Όταν ο βουλευτής Γ. Βαρνάβας ρώτησε την περασμένη Τετάρτη «πως εξηγείται αυτό το φαινόμενο;», δεν πήρε, δυστυχώς, απάντηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ To νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση υπόθεση, είναι αναμφίβολα τα πιο κάτω άρθρα του περί Αστικών Αδικημάτων νόμου Κεφ. 148, το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται αυτολεξεί: 17.-
(1)Η δυσφήμηση συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo- (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. Για τoυς σκoπoύς τoυ εδαφίoυ αυτoύ "έγκλημα" σημαίvει πoιvικό αδίκημα ή άλλη αξιόπoιvη πράξη βάσει oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς πoυ ισχύει στη Δημoκρατία, καθώς και πράξη πoυ τελέστηκε oπoυδήπoτε η oπoία, αv τελείτo στη Δημoκρατία, θα ήταv αξιόπoιvη σε αυτή.
(2)Η ευθύvη τηv oπoία υπέχει τo πρόσωπo για δυσφημηστική δήλωση δεv είvαι μικρότερη για μόvo τo λόγo ότι- (α) πρoβαίvει σε αυτή υπό μoρφή επαvάληψης ή φημoλoγίας (hearsay)͘ ή (β) αvαφέρει έγκαιρα ή μεταγεvέστερα τηv πηγή στηv oπoία στηρίζεται η δήλωση πoυ έγιvε͘ ή (γ) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθιvή͘ ή (δ) δεv σκόπευε στηv πραγματικότητα vα πρoβεί σε αυτή ή vα δημoσιεύσει αυτή για τov εvάγovτα και ότι αφoρoύσε αυτόv͘ ή (ε)τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22, αγvooύσε τηv ύπαρξη τoυ εvάγovτα. Νoείται ότι τo Δικαστήριo δύvαται vα λάβει υπόψη αυτές ή παρόμoιες περιστάσεις κατά τηv επιδίκαση απoζημίωσης.
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι- (α) Απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα σωματική πoιvή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη͘ (β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (γ) απoδίδoυv στov εvάγovτα μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo͘ (δ) απoδίδoυv σε γυvαίκα ή κoρασίδα μoιχεία ή ασέλγεια.
(4)Δυσφήμηση διαπράττεται και αv ακόμη τo δυσφημηστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως͘ αρκεί αv τo vόημα αυτό, και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτή τηv ίδια τηv δυσφημηστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo. 18.-
(1)Πρόσωπo δημoσιεύει δυσφημηστικό δημoσίευμα αv πρoκαλεί τέτoια χρήση τoυ εvτύπoυ, γραπτoύ, ζωγραφιάς, oμoιώματoς, χειρovoμιώv, λόγωv ή άλλωv ήχωv ή άλλωv μέσωv, με τα oπoία μεταδίδεται τo δυσφημηστικό δημoσίευμα, είτε με έκθεση, αvάγvωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδoση, κoιvoπoίηση, διαvoμή, επίδειξη, έκφραση, εκφώvηση ή άλλως πως, ώστε τo δυσφημηστικό vόημα αυτoύ vα περιέρχεται ή vα εvδέχεται vα περιέλθει σε γvώση oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ ή- (α) Αυτoύ πoυ δυσφημείται από αυτό͘ ή (β) τoυ συζύγoυ ή της συζύγoυ αυτoύ πoυ δημoσίευσε τη δυσφημηστική δήλωση κατά τη διάρκεια τoυ γάμoυ.
(2)Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ, κoιvoπoίηση με αvoικτή επιστoλή ή ταχυδρoμικό δελτάριo, αvεξάρτητα αv απoστέλλεται πρoς αυτόv πoυ δυσφημείται ή πρoς άλλo, συvιστά δημoσίευση. 19. Σε αγωγή για δυσφήμηση απoτελεί υπεράσπιση- (α) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv αληθές: Νoείται ότι, όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα περιέχει δυo ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγoρίες κατά τoυ εvάγovτα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφoυ αυτής δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε μιας κατηγoρίας, αv τo μέρoς τoυ δημoσιεύματoς πoυ δεv απoδείχτηκε ως αληθές δεv βλάπτει oυσιωδώς τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα, αφoύ ληφθεί υπόψη τo αληθές τωv υπόλoιπωv κατηγoριώv͘ (β) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv έvτιμo σχόλιo για θέμα δημoσίoυ συμφέρovτoς: Νoείται ότι όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα συvίσταται εv μέρει στov ισχυρισμό γεγovότωv και εv μέρει στηv έκφραση γvώμης, υπεράσπιση έvτιμoυ σχoλίoυ δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε ισχυρισμoύ γεγovότoς, αv η έκφραση γvώμης απoτελεί έvτιμo σχόλιo αφoύ ληφθoύv υπόψη αυτά τα oπoία ισχυρίζovται ή αvαφέρovται στo δυσφημηστικό δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή τα oπoία απoδεικvύovται: Νoείται περαιτέρω ότι η βάσει της παράγραφoυ αυτής υπεράσπιση δεv επιτυγχάvει αv o εvάγωv απoδείξει ότι η δημoσίευση δεv έγιvε καλή τη πίστει εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ
(2)τoυ άρθρoυ 21 τoυ Νόμoυ αυτoύ. (γ) ότι η δημoσίευση τoυ δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς ήταv πρovoμιoύχα δυvάμει τωv άρθρωv 20 και 21͘ (δ) ότι η δυσφήμηση έγιvε χωρίς πρόθεση δυvάμει τoυ άρθρoυ 22. Ως προς το νομολογιακό πλαίσιο, το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στις πιο κάτω αποφάσεις. Στην υπόθεση Ο Φιλελεύθερος Λτδ - ν - Δώρος Γεωργιάδης κ.α ECLI:CY:AD:2014:A541, Πολιτική Έφεση 335/2008 ημερ. 17/7/2014, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω, από τα οποία το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας και εξέτασης υπαγωγής των ευρημάτων και συμπερασμάτων στον νομικό κανόνα και προϋποθέσεων του αγώγιμου δικαιώματος της δυσφήμισης και στην προκειμένη περίπτωση του λιβέλλου: ΄΄Στην υπόθεση Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη (πιο πάνω) αναλύονται οι αρχές που διέπουν το θέμα της δυσφήμισης σε υποθέσεις όπως η παρούσα, τις οποίες παραθέτουμε: «Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Στον Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 αναφέρονται τα εξής: «The general approach. In ruling on meaning, the court is not determining the actual meaning of the words but delimiting the outside boundaries of the possible rance of meaning and setting the "ground rules" for the trial. Thus in Shan v Standard Chartered Bank the allegations were capable of bearing the meaning that the plaintiffs were guilty of money laundering; but the use of miscellaneous qualifying words such as "alleged" or "apparently" meant that in the alternative they were capable of imputing no more than reasonable suspicion. The nature of the exercise has been summarized as follows (citations omitted): "
(1)The governing principle is reasonableness.
(2)The hypothetical reasonable reader is not naïve but he is not unduly suspicious. He can read between the lines. He can read in an implication more readily than a lawyer and may indulge in a certain amount of loose thinking but he must be treated as being a man who is not avid for scandal and someone who does not, and should not, select one bad meaning where other non-defamatory meanings are available.
(3)Over-elaborate analysis is best avoided.
(4)The intention of the publisher is irrelevant.
(5)The article must be read as a whole, and any "bane and antidote" taken together.
(6)The hypothetical reader is taken to be representative of those who would read the publication in question.
(7)In delimiting the range of permissible defamatory meanings, the court should rule out any meaning which, can only emerge as the produce of some strained, or forced, or utterly unreasonable interpretation .
(8)It follows that it is not enough to say that by some person or another the words might to be understood in a defamatory sense". (Jeynes v New Magazines Ltd
(2008)EWCA Civ 130.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η γενική προσέγγιση: Κατά την απόφαση ως προς το νόημα, το δικαστήριο δεν καθορίζει την πραγματική σημασία των λέξεων, αλλά προσδιορίζει τα ακραία όρια του δυνατού εύρους των εννοιών και θέτει τους «βασικούς κανόνες» για τη δίκη. Έτσι, στην υπόθεση Shah ν Standard Chartered Bank, οι ισχυρισμοί ήταν ικανοί να αποδώσουν το νόημα ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι για ξέπλυμα χρήματος. αλλά η χρήση των διαφόρων διακριτικών λέξεων όπως "κατ΄ισχυρισμόν" ή "προφανώς" σήμαινε εναλλακτικά ότι δεν μπορούσαν να προσδώσουν τίποτε περισσότερο πέραν της εύλογης υποψίας. Η φύση του θέματος έχει συνοψιστεί ως εξής (οι αναφορές παραλείπονται): «
(1)Η βασική αρχή είναι η λογική.
(2)Ο υποθετικός λογικός αναγνώστης δεν είναι αφελής αλλά ούτε υπερβολικά καχύποπτος. Μπορεί να διαγιγνώσκει. Μπορεί να αντιληφθεί ένα υπονοούμενο πιο εύκολα από ότι ένας δικηγόρος και μπορεί να ενδώσει σε ένα πιο χαλαρό (ελεύθερο) τρόπο σκέψης αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένας άνθρωπος που δεν διψά για σκάνδαλα και ως κάποιος που δεν επιλέγει ή δεν θα πρέπει να επιλέγει μόνο την κακή σημασία, όπου υπάρχουν άλλες μη δυσφημιστικές σημασίες.
(3)Υπερβολικά λεπτομερής ανάλυση είναι καλύτερα να αποφεύγεται.
(4)Η πρόθεση του δημοσιεύοντος είναι άσχετη.
(5)Το άρθρο πρέπει να αναγνωστεί ως σύνολο και «το δηλητήριο με το αντίδοτο» να συνεξεταστούν.
(6)Ο υποθετικός αναγνώστης θεωρείται αντιπροσωπευτικός εκείνων που θα διάβαζαν το επίμαχο δημοσίευμα.
(7)Οριοθετώντας το φάσμα των επιτρεπτών δυσφημιστικών σημασιών, το δικαστήριο θα πρέπει να αποκλείει κάθε έννοια η οποία μπορεί να προκύψει μόνο και μόνο ως παράγωγο ορισμένης παρατραβηγμένης, εξαναγκαστικής ή εντελώς παράλογης ερμηνείας.
(8)Επομένως, δεν αρκεί να πούμε ότι, από ορισμένους, οι λέξεις θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές ως δυσφημιστικές. Στις περιπτώσεις όπου τα επίδικα δημοσιεύματα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδουν στον παραπονούμενο κάποια συμμετοχή σε σχέση με ποινικά αδικήματα, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί με βάση τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές είναι μέχρι ποιο βαθμό συμμετοχή σε αυτό αποδίδεται στον παραπονούμενο.» Στον Gatley (ανωτέρω), σελ. 124 αναφέρονται τα εξής: «It is usually said that there are two levels of imputation below that of guilt ("Level 1") which are possible in such a situation, both of which are defamatory, though in different degrees: that there are reasonable grounds to suspect that the claimant is involved ("Level 2") or that there are grounds to investigate what the claimant has done ("Level 3"). In Lewis v. Daily Telegraph
(1964)A.C. 234 it was admitted that the words were defamatory in the last sense (or something like it) but the defendants could justify that by showing that the investigation was taking place.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Συνήθως λέγεται ότι υπάρχουν δύο επίπεδα καταλογισμού, κάτω από εκείνο της ενοχής (επίπεδο 1) , τα οποία είναι δυνατόν σε μια τέτοια περίπτωση, να είναι και τα δύο δυσφημιστικά, διαφορετικού όμως βαθμού σοβαρότητας : ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι για να υποψιαστεί κανείς την εμπλοκή του ενάγοντος (επίπεδο 2) ή ότι υπάρχει βάσιμος λόγος για να διερευνηθεί τί έπραξε ο ενάγων (επίπεδο 3) . Στην υπόθεση Lewis ήταν παραδεκτό ότι οι λέξεις ήταν δυσφημιστικές με την τελευταία έννοια (ή κατά τρόπο ανάλογο), αλλά οι εναγόμενοι μπόρεσαν να το αιτιολογήσουν, προβάλλοντας ότι η διεξαγωγή της έρευνας ελάμβανε χώρα. » Εν ολίγοις, συνάγεται από τα πιο πάνω πως αν αναφέρεται στο δημοσίευμα ότι ο παραπονούμενος είναι υπό υποψία ή ότι διερευνάται γι΄ αυτόν υπόθεση δεν μπορεί ευλόγως να ερμηνευτεί ή να γίνει αντιληπτό ότι σημαίνει πως αυτός είναι ένοχος γιατί αν ο κοινός λογικός άνθρωπος σκεφτόταν πως όποτε υπάρχει αστυνομική έρευνα ο υπό διερεύνηση είναι ένοχος, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να δοθεί ακριβής πληροφόρηση για ο,τιδήποτε για το οποίο το κοινό ενδιαφέρεται να γνωρίζει και να πληροφορείται. Συνάγεται επίσης πως σε περίπτωση που τα επίδικα δημοσιεύματα επιδέχονται μιας πιο «αθώας» ερμηνείας από την πιο σοβαρή που εισηγείται ο παραπονούμενος, τότε θα προτιμηθεί η πρώτη.»΄΄ Επίσης στην ίδια υπόθεση αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω αναφορικά με την υπεράσπιση της αλήθειας: ΄΄«Με βάση το άρθρο 19 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, αποτελεί υπεράσπιση ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές. Στον Gatley (ανωτέρω) σελ. 320 αναφέρονται τα εξής: «Substantial justification sufficient. Some leeway for exaggeration and error is given by the defences of fair comment and qualified privilege. However, for the purposes of justification, if the defendant proves that "the main charge, or gist, of the libel is true, he may not justify statements or comments which do not add to the sting of the charge or introduce any matter by itself actionable. .... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... .... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... When considering substantial truth it is important to «isolate the essential core of the libel and not to be distracted by inaccuracies around the edge - however substantial». Journalists «need to be permitted a degree of exaggeration even in the context of actual assertions» (Turn v. New Group Newspapers Ltd
(2005)EWHC 799 QBD) ...» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ουσιαστική αλήθεια επαρκής. Κάποιο περιθώριο για υπερβολή και σφάλμα παρέχεται μέσα από την υπεράσπιση του δίκαιου σχολίου και του προνομίου υπό επιφύλαξη. Ωστόσο, για σκοπούς της υπεράσπισης της αλήθειας, αν ο εναγόμενος αποδείξει ότι η κυρίως κατηγορία ή η ουσία της δυσφήμισης αληθεύει, δεν απαιτείται να δικαιολογήσει τις δηλώσεις ή τα σχόλια εκείνα που δεν προσθέτουν στην κατηγορία ή δεν εισάγουν ισχυρισμό που από μόνος του θα ήταν αγώγιμος. .... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... .... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... Κατά την εξέταση της ουσιαστικής αλήθειας, είναι βασικό να απομονωθεί ο αναγκαίος πυρήνας του λιβέλου και όχι να αποσπαστεί η προσοχή από ανακρίβειες σε σχέση με περιθωριακές λεπτομέρειες - έστω και ουσιαστικές. Οι δημοσιογράφοι «πρέπει να δικαιούνται κάποιο βαθμό υπερβολής ακόμη και σε σχέση με ισχυρισμούς γεγονότων .» Στην Ραδιοφωνικό Ιδρυμα Κύπρου ν. Χαράλαμπου Καψού, ΠΕ 256/2006, ημερ. 24.10.2006 λέχθηκαν τα εξής: «Η υπεράσπιση της αλήθειας έχει καταχωρηθεί νομοθετικά μέσω του άρθρου 19(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Σε αγωγή για δυσφήμηση αποτελεί υπεράσπιση - (α) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές. Νοείται ότι, όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δύο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά του ενάγοντα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφου αυτής δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε μιας κατηγορίας, αν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείκτηκε ως αληθές, δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντα, αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπόλοιπων κατηγοριών.» Όπως προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του προαναφερθέντος άρθρου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, όπως και εδώ, κάποιο δημοσίευμα περιέχει περισσότερους από ένα δυσφημιστικούς ισχυρισμούς, έστω και αν δεν αποδειχθεί η αλήθεια κάποιων από τους ισχυρισμούς, εν τούτοις μπορεί να στοιχειοθετηθεί και να επιτύχει η υπεράσπιση της αλήθειας. Το κριτήριο το οποίο θέτει ο ίδιος ο νομοθέτης σε μια τέτοια περίπτωση είναι η διακρίβωση κατά πόσο το μέρος ή τα μέρη του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ότι είναι αληθινά, βλάπτουν ουσιωδώς την υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου όμως υπόψη του αληθούς των υπόλοιπων κατηγοριών. Νομοθετική πρόνοια με παρόμοιο λεκτικό συναντάτο και στο Αγγλικό Defamation Act 1952, άρθρο
  2. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Pumplin v. Express Newspapers Ltd (No. 2)
(1998)1 All E.R. 282, μια υπεράσπιση η οποία βασίζεται στη μερική αλήθεια των προβληθέντων ισχυρισμών, μπορεί να ευσταθήσει, εάν δε αυτό δεν καταστεί δυνατό, ο εναγόμενος μπορεί να βασισθεί στα αποδειχθέντα ως αληθή γεγονότα, έτσι ώστε να μειώσει και σχεδόν να εκμηδενίσει το ποσό των επιδικασθησόμενων αποζημιώσεων. Όπως δε τονίστηκε και στην υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers Ltd and others
(1999)4 All E.R. 609, η απόδειξη της αλήθειας συνιστά μια ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Εάν ο εναγόμενος αποδείξει ουσιωδώς την αλήθεια των ισχυρισμών του αυτό είναι αρκετό. Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Grobbelaar v. News Group Newspapers Ltd and another
(2002)4 All E.R. 732, τονίστηκε ότι είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι για να επιτύχει υπεράσπιση της αλήθειας, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να αποδείξει την αλήθεια ενός εκάστου επιβλαβούς ισχυρισμού στον οποίο έχει προβεί. Είναι αρκετό εάν αποδείξει το κεντρί (sting) των ισχυρισμών του και οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) θα πρέπει να διακριβώσουν ποιο είναι το κεντρικό σημείο (sting) του δημοσιεύματος. Όπως περαιτέρω αναφέρεται και στο σύγγραμμα Gatley on libel and Slander, 6th Edition, para 1053, είναι επαρκές εάν η υπεράσπιση της αλήθειας καλύπτει την κύρια κατηγορία ή την ουσία της δυσφήμησης και ο εναγόμενος δεν χρειάζεται όπως δικαιολογήσει επουσιώδεις λεπτομέρειες ή καταχρηστικές εκφράσεις, οι οποίες δεν προσθέτουν στο κεντρί της δυσφήμησης, ή οι οποίες δεν προκαλούν στον αποδέκτη επίπτωση διαφορετική απ΄ εκείνη η οποία προκλήθηκε από το ουσιώδες μέρος το οποίο αποδεικνύεται αληθές. Είναι αρκετό εάν η ουσία της δυσφημιστικής δήλωσης δικαιολογείται.»΄΄ Επίσης στην πιο πάνω υπόθεση αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄«Στον Gatley (ανωτέρω) αποδίδεται στον όρο «σχόλιο» η εξής έννοια: «Though "comment" is often equated with "opinion" this is an over - simplification. More accurately it has been said that the sense of comment is "something which is or can be reasonably be inferred to be deduction, inference, conclusion, criticism, remark, observation etc. Clark v. Norton
(1910)VLR 494.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Αν και το «σχόλιο» συχνά ταυτίζεται με την «γνώμη», αυτό αποτελεί μια υπεραπλούστευση. Ακριβέστερα έχει ειπωθεί ότι , η έννοια του σχολίου «είναι ή μπορεί εύλογα να συναχθεί ότι αποτελεί συμπέρασμα, κριτική, διαπίστωση, παρατήρηση κ.λ.π.» Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου για να πετύχει πρέπει σωρευτικά να ικανοποιήσει ότι οι πιο κάτω τρεις προϋποθέσεις (βλ. Gatley, 10η έκδ., σελ. 289), (α) τα γεγονότα για τα οποία έγινε το σχόλιο να είναι ουσιωδώς αληθή, (β) το σχόλιο να είναι εύλογο και καλόπιστο, (γ) το σχόλιο να αφορά θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος ή συμφέροντος. Στην Lyon v. Daily Telegraph
(1943)1 KB 746 τονίστηκε ότι το δικαίωμα έντιμου σχολίου είναι ένα από τα βασικά δικαιώματα του ελεύθερου προφορικού και γραπτού λόγου και είναι ζωτικής σημασίας στην επικράτηση του δικαίου στο οποίο βασιζόμαστε για την προσωπική μας ελευθερία.» Όπως έχουμε προαναφέρει, το ουσιαστικό μέρος των γεγονότων που παρατίθενται στα δημοσιεύματα είναι αληθές. Κατά το χρόνο των δημοσιευμάτων υπήρχαν στα χέρια της Αστυνομίας καταθέσεις από νεαρές κοπέλες στις οποίες περιέγραφαν άσεμνες επιθέσεις τόσο από τον εφεσίβλητο όσο και από τον Σερδάρη (Τεκμήρια 23-30). Η δε φύση των αδικημάτων που διερευνούσε η Αστυνομία και η ιδιότητα του εφεσίβλητου ως γνωστού μουσικοσυνθέτη, καθώς και η σχέση του με τις παραπονούμενες, καθιστούν το εγειρόμενο με τα δημοσιεύματα θέμα, θέμα γενικού ενδιαφέροντος επί του οποίου μπορούσε να ασκηθεί κριτική. Η προστασία της φήμης ενός ατόμου πρέπει να σταθμίζεται με το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης. Στην υπόθεση Αρκτίνος ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 ΑΑΔ 856 τονίστηκε ότι, «Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Στην υπόθεση Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. A, vol. 103
(1986)8 Ε.Η.R.R. 407 para. 41, το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 10, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2, εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες, αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. Όπως όμως ανάφερε το Ε.Δ.Δ.Α., η ελευθερία της έκφρασης ρητά περιορίζεται προς όφελος της προστασίας της φήμης ενός ατόμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 10. Το στάθμισμα αυτών των δύο δικαιωμάτων έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α., σύμφωνα με τις οποίες οιοσδήποτε περιορισμός του ενός δικαιώματος πρέπει να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου δικαιώματος.» ΄΄ Στην υπόθεση Ανδρέας Πετρίδης - ν - Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κ.α. 2013 1Β ΑΑΔ ΣΕΛ. 1462, από την οποία επίσης το Δικαστήριο και για τους ίδιους λόγους αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄ Η σύγχρονη διατύπωση της υπεράσπισης του εντίμου σχολίου, την οποία και υιοθετούμε, εντοπίζεται στην υπόθεση Spiller & Anor v. Joseph & Anors [2010] UKSC 53, η οποία ουσιαστικά υιοθετεί τα στοιχεία που μπορούν να στοιχειοθετήσουν την υπεράσπιση, όπως συνοψίζονται στην Paul v. Cheng [2001] E.M.L.R. 31 από τον δικαστή Lord Nicholls of Birkenhead στο ακόλουθο απόσπασμα: «[i] . First, the comment must be on a matter of public interest. . ... [ii] Second, the comment must be recognisable as comment, as distinct from an imputation of fact. If the imputation is one of fact, a ground of defence must be sought elsewhere, for example, justification or privilege. Much learning has grown up around the distinction between fact and comment. For present purposes it is sufficient to note that a statement may be one or the other, depending on the context. Ferguson J gave a simple example in the New South Wales case of Myerson v. Smith's Weekly
(1923)24 SR (NSW) 20, 26: 'To say that a man's conduct was dishonourable is not comment, it is a statement of fact. To say that he did certain specific things and that his conduct was dishonourable is a statement of fact coupled with a comment.' [iii] Third, the comment must be based on facts which are true or protected by privilege: see, for instance, London Artists Ltd v Littler [1969] 2 QB 375, 395. If the facts on which the comment purports to be founded are not proved to be true or published on a privilege occasion, the defence of fair comment is not available. [iv] Next the comment must explicitly or implicitly indicate, at least in general terms, the facts on which it is based. [v] Finally, the comment must be one which could have been made by an honest person, however prejudiced he might be, and however exaggerated or obstinate his views: see Lord Porter in Turner v Metro-Goldwyn-Mayer Pictures Ltd [1950] 1 All ER 449, 461, commenting on an observation of Lord Esher MR in Merivale v Carson
(1888)20 QBD 275, 281. It must be germane to the subject-matter criticised. Dislike of an artist's style would not justify an attack upon his morals or manners. But a critic need not be mealy-mouthed in denouncing what he disagrees with. He is entitled to dip his pen in gall for the purposes of legitimate criticism: see Jordan CJ in Gardiner v Fairfax
(1942)42 SR (NSW) 171, 174. These are the outer limits of the defence. The burden of establishing that a comment falls within these limits, and hence within the scope of the defence, lies upon the Defendant who wishes to rely upon the defence. [vi] A Defendant is not entitled to rely on the defence of fair comment if the comment was made maliciously» Ένας εναγόμενος δεν δικαιούται να βασισθεί στην υπεράσπιση του ευλόγου σχολίου εάν το σχόλιο έγινε κακόβουλα. Το βάρος να αποδείξει κακοβουλία βαρύνει τον ενάγοντα. .......................................................................................................................................................................................................................................................... Για να μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, η επίμαχη δήλωση πρέπει να συνίσταται σε γνώμη ή σχόλιο και όχι σε δήλωση γεγονότων. Για να αποφασίζεται τούτο, αυτή η δήλωση θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο [βλ. Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λίμιτεδ κ.ά. ν. Φιλίππου
(1998)1 Α.Α.Δ. 958]. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander (11η έκδοση) παράγραφος 12.10, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «While some indication, express or implied, of what underlies the alleged comment is necessary the ultimate question on whether the words are comment or fact is how they would strike the ordinary, reasonable reader and it is unlikely that any attempt to formulate general principles of construction will be of much help, especially bearing in mind that any particular statement must be taken in the context of the piece as a whole.» Στην πρόσφατη απόφαση British Chiropractic Association v. Singh [2011] 1 WLR 133 επιδιώχθηκε από το Δικαστήριο να συσχετιστεί ο διαχωρισμός με το αντικείμενο και το πλαίσιο του συγκεκριμένουδημοσιεύματος και τη διαφορά στην οποία αφορούσε («.to the subject-matter and context of the particular article and the dispute to which it relates»). .......................................................................................................................................................................................................................................................... Στην υπόθεση Μαυρίδης ν Παπαδόπουλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 136 λέχθηκε ότι για να έχει ο εναγόμενος το πλεονέκτημα της υπεράσπισης του ευλόγου σχολίου, έπρεπε να είχε δώσει και κάποιο ελάχιστο πραγματικό υπόβαθρο ούτως ώστε οι δηλώσεις του να μη συνιστούν δηλώσεις γεγονότων αυτών καθ' αυτών. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιωδώς αληθινά. Όπως τίθεται το ζήτημα στο σύγγραμμα Brown, The Law of Defamation in Canada (σελίδες 15-84 μέχρι 15-86): «[The facts] must be truly stated, or, at least, be substantially true. They must not be patently distorted or materially misstated, or so incomplete as to lead to a material alteration of the truth. A necessary foundation for the defence of fair comment is the truth of the facts commented upon. It is not sufficient to show some of the facts upon which the comment is made are true if some are also false, or if material facts are omitted which would fundamentally change the complexion of the facts which are stated.» Ο σχολιαστής δεν υποχρεούται στην παράθεση όλων των γεγονότων που σχετίζονται με το αντικείμενο του σχολίου. Παρατηρείται σχετικά από τον δικαστή Tysoe που έδωσε την απόφαση του Εφετείου για τη Βρετανική Κολομβία στην υπόθεση Creative Salmon Company Ltd. v. Staniford [2009] BCCA 61(CanLII): «. the requirement to state the facts truly does not obligate the commentator to set out all facts, both pro and con, relevant to the matter upon which he or she is commenting. Such an obligation would unduly hinder the commentator from forcefully expressing his or her opinion.» Η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου δεν παύει να είναι διαθέσιμη επειδή στα γεγονότα του δημοσιεύματος υπάρχουν κάποιες μικροανακρίβειες ή παραλείψεις [Βλ. Andrews v Chapman [1853] 3 C & K 286 at 290 και Qadir v. Associated Newspapers Ltd [2013] E.M.L.R. 15]. .......................................................................................................................................................................................................................................................... Όπως υπέδειξε πρωτόδικα ο δικαστής Eady J στην υπόθεση Joseph v. Spiller [2009] EWHC 1152: "the defence is wide enough to embrace not only expressions of opinion in the more common sense but also, in some cases, inferences of fact where it is clear they are not objectively verifiable: see eg Gatley on Libel and Slander, 11th ed
(2008), at para 12.7. For example, where a conclusion is expressed by the commentator in circumstances where it is obvious to the reader that he cannot know the answer (eg in relation to someone's secret motives), it would be taken as comment rather than fact." ......................................................................... «Formerly, it was widely believed that the idea of malice was essentially the same in fair comment 173 and that the cases were essentially interchangeable. It has now been demonstrated that this is incorrect. "The rationale of the defence of fair comment is different, and is different in a material respect. It is not based on any notion of performance of a duty or protection of an interest .. [Its] basis is the high importance of protecting and promoting the freedom of comment by everyone at all times on matters of public interest, irrespective of their particular motives. In the nature of things the instances of misuse of privilege . (for example, 'some private advantage unconnected with the duty or interest which constitutes the reason for the privilege') are not necessarily applicable to fair comment."174 Accordingly, "a comment which falls within the objective limits of the defence of fair comment can lose its immunity only by proof that the defendant did not genuinely hold the view he expressed. Honesty of belief is the touchstone. Actuation by spite, animosity, intent to injure, intent to arouse controversy or other motivation, whatever it may be, even if it is the dominant or sole motive, does not of itself defeat the defence. However, proof of such motivation may be evidence, sometimes compelling evidence, from which lack of genuine belief in the view expressed may be inferred."175» (Η παραπομπή 173 είναι στην υπόθεση Henwood v. Harrison [1872] L.R. 6 C.P.606 και οι παραπομπές 174 και 175, στην υπόθεση Tse Wai Chun v. Cheng [2000] HKCFA 86). ..................................................................... Για το ζήτημα της κακοβουλίας, σε ό, τι αφορά το έντιμο σχόλιο, το δικαστήριο απεφάνθη πως ο εφεσείων απέτυχε να καταδείξει ότι ο εφεσίβλητος είχε οποιαδήποτε έχθρα ή διαφορά εξαιτίας της οποίας θα προέβαινε σ' αυτό το δημοσίευμα. Αυτό δεν είναι το ζητούμενο. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας στην παράγραφο 75 της Joseph v. Spiller (ανωτέρω), κατέληξε, υιοθετώντας την άποψη του Lord Nicholls of Birkenhead στην Cheng (ανωτέρω), πως η εμβέλεια της κακοβουλίας έχει στενέψει σημαντικά. Το γεγονός ότι το κίνητρο του εναγόμενου μπορεί να ήταν ο φθόνος (spite) ή η κακή πίστη δεν είναι πλέον ουσιώδες. Το μόνο ζήτημα είναι κατά πόσο αυτός πίστευε ότι το σχόλιο του ήταν δικαιολογημένο.΄΄ Στην Θεοφάνης Καραβίας - ν - Σταύρος Σταύρου
(2012)1Α Α.Α.Δ 469, αποφασίσθηκαν επίσης τα ακόλουθα, από τα οποία επίσης το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας και εξέτασης κατά πόσο ο ενάγοντας έχει στοιχειοθετήσει την υπόθεση του: ΄΄Τόσο το Σύνταγμά μας όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβασις διά την προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, (η «Σύμβασις»), προστατεύουν φυσικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης - (Άρθρο 19 του Συντάγματος και 10 της Σύμβασης) - και το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου - (Άρθρο 2 της Σύμβασης). Και τα δύο πιο πάνω δικαιώματα, ως εκ της φύσεώς τους, θα πρέπει να τυγχάνουν σεβασμού από όλους, και τα δικαστήρια, εξετάζοντας υποθέσεις όπως η παρούσα, θα πρέπει να εξισορροπούν τα δύο αυτά δικαιώματα, ώστε να μην υπάρχει παραβίασή τους. Λεπτομερής ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα της εξισορρόπησης των δύο αυτών δικαιωμάτων γίνεται, με αναφορά σε νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 856, στην οποία αναφέρεται:- (σελ. 871-872) «Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Στην υπόθεση Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. Α, vol. 103 [1986] 8 E.H.R.R. 407 at para. 41 το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από την πρώτη παράγραφο του Άρθρου 10, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2, εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία.» Επανερχόμενοι στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και με δεδομένο ότι οι δηλώσεις του εφεσείοντα είναι δυσφημιστικές, το ερώτημα το οποίο εγείρεται και το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι: Κατά πόσο η επιτυχία της υπεράσπισης του εντίμου ή δίκαιου σχολίου (fair comment) ορθά αποφασίστηκε. Για να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, ο εναγόμενος θα πρέπει να δείξει ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότος, ότι υπάρχει πραγματική βάση για το σχόλιο και ότι αυτό αφορά σε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Αν, όμως, ο ενάγοντας δείξει ότι το σχόλιο δεν έγινε έντιμα ή ότι αυτό έγινε κακόβουλα, τότε η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου δεν μπορεί να επιτύχει - (βλ. Gatley on Libel and Slander, Eighth Edition, The Common Law Library, Number 8, παραγράφους 693-748, σελ. 291-326). Είναι, επίσης, θεμελιωμένο ότι το σχόλιο πρέπει να είναι δίκαιο και, για να είναι τέτοιο, θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσο ένας έντιμος άνθρωπος θα μπορούσε να έχει αυτές τις απόψεις. Σχόλιο αποτελεί η έκφραση γνώμης επί γεγονότων. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται το σχόλιο δεν είναι αναγκαίο να περιλαμβάνονται στο κείμενο, μπορεί, απλώς, να γίνεται νύξη σ' αυτά. Αν τα γεγονότα αναφέρονται αληθώς, η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου επιτυγχάνει, εφόσον το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι τα σχόλια έχουν γίνει εύλογα και έντιμα. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάγκη, για να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, να αποδεικνύονται ως αληθινά όλα τα γεγονότα, αρκεί ορισμένα από αυτά να είναι αληθινά - (βλ. Gatley on Libel and Slander, Tenth Edition, The Common Law Library, παράγραφο 12.14, σελ. 299-301). Στην υπόθεση Ηλιάδης ν. Βενιζέλου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 960, τονίστηκε ότι η ελευθερία του λόγου και έκφρασης του τύπου διασφαλίζεται τόσο από το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όσο και από το Άρθρο 19 του Συντάγματος. Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης και τη λήψη και μετάδοση πληροφοριών και ιδεών χωρίς επέμβαση οποιασδήποτε δημόσιας αρχής. Δεν νοείται όμως η ελευθερία του τύπου να μη συνδέεται με κάποιες ευθύνες και περιορισμούς στη συλλογή και μετάδοση πληροφοριών. Με την πάροδο του χρόνου έχουν διαμορφωθεί κάποιες γενικές αρχές στην ερμηνεία των περιορισμών που μπορούν να επιβάλλονται. Οι αρχές αυτές είναι, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες: (α) Η ελευθερία είναι ο κανόνας και ο περιορισμός της η εξαίρεση. (β) Ο περιορισμός πρέπει να προνοείται από το νόμο. (γ) Ο περιορισμός πρέπει να επιδιώκει ένα θεμιτό σκοπό που δικαιολογείται από τους λόγους που επιτρέπονται από το Άρθρο 10 της Σύμβασης και (δ) ο περιορισμός πρέπει να αποδεικνύεται ότι είναι «αναγκαίος» για το θεμιτό σκοπό που επιδιώκεται. Η νομολογία των χωρών του κοινοδικαίου, αλλά και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δείχνει μια συνεχή τάση διεύρυνσης των ορίων της ελευθερίας του λόγου και του περιορισμού του πεδίου των παρεκκλίσεων που προνοούνται για το δικαίωμα (βλέπε Εκδόσεις Αρκτίνος Ltd ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 856 και Lingens v. Austria, App. No 9815/82, Ser. A. Vol. 103 [1986] 8E.H.R.R. 407). Παρατηρείται δε, ιδιαίτερα στην Αγγλία, η τάση για διεύρυνση του πεδίου της υπεράσπισης του προνομίου υπό αίρεση (Reynolds v. Times Newspapers [1998] 3 All E.R. 961, [1999] 4 All E.R. 609 και Charman v. Orion Ltd [2008] 1 All E.R. 750). Υπήρξε επίσης εισήγηση από τον ενάγοντα, ότι όλα τα δημοσιεύματα τον συνδέουν και τον αφορούν. Χωρίς καμία αμφιβολία, μόνο στο πρώτο δημοσίευμα αναγράφεται το όνομα του ενάγοντα και συνεπώς υπάρχει νομολογιακή προσέγγιση για αυτό το ζήτημα, ήτοι όταν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο όνομα του ενάγοντα. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. Στυλιανού
(2006)1 Α.Α.Δ. 632 υπεδείχθη ότι: ΄΄ δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για τη δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος η ρητή αναφορά στο όνομα του προσώπου στο οποίο αφορά το δημοσίευμα, αλλά είναι αρκετή η αναφορά σε στοιχεία που προδίδουν την ταυτότητα και τον φωτογραφίζουν. Στο σύγγραμμα Media Law των Robertson και Nicol, 4η Έκδοση, σελ. 93, εξηγείται ότι στην περίπτωση που το δημοσίευμα μεταφέρει και αποδίδει κατακριτέα συμπεριφορά σε κάποιον δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα αν ο ενάγων αποδείξει ότι τουλάχιστον κάποιοι αναγνώστες μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν ως το κρινόμενο πρόσωπο, ή ότι τα γεγονότα υπονοούσαν τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους του. Σε τέτοια περίπτωση «ο στόχος» του δημοσιεύματος μπορεί να εγείρει αγωγή και αν η γνώση των γεγονότων εξαρτάται από ειδικές συνθήκες που δεν είναι γνωστές σε όλους, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι δημοσιεύτηκε σε πρόσωπα που μπορούσαν να διακρίνουν την σύνδεση του δημοσιεύματος με τον ενάγοντα. Η Αρκτίνος ανωτέρω είναι σχετική. Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να τεθεί σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αν το συγκεκριμένο πρόσωπο που ήγειρε την αγωγή είναι το συγκεκριμένο πρόσωπο που εδείχνετο προσωπικά από τις λέξεις (Στυλιανού ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 968). Αν η απάντηση είναι θετική τότε υπάρχει και αγώγιμο δικαίωμα. Θα πρέπει τέλος να λεχθεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, που δεν κατονομάζεται ο ενάγων, δεν έχει σημασία η πρόθεση του συντάκτη, ότι δηλαδή δεν στόχευε τον ενάγοντα γιατί εκείνο που έχει σημασία είναι κατά πόσο ένας λογικός αναγνώστης μπορούσε να σκεφτεί ότι απευθυνόταν στον ενάγοντα. (Hulton v. Jones [1910] A.C. 20).» ..................................................................... Είναι ορθή η διαπίστωση ότι όπου σε ένα δημοσίευμα δεν γίνεται ονομαστική αναφορά σε όνομα, χρειάζονται γεγονότα που να συνδέουν το δημοσίευμα με τον ενάγοντα (βλ. σχετικά Knupffer v. London Express Newspaper Ltd [1944] 1 All E.R. 495 (HL), Eteria Ellinike Ekdosis "Glafx" Ltd v. Vaso Loizia
(1984)1 C.L.R. 729, Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 285, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. Στυλιανού
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 632 και Gatley on Libel and Slander, 10η Έκδοση, παρ. 262).΄΄ Στην υπόθεση Μακάριος Δρουσιώτης - ν - Νικόλα Παπαδόπουλου
(2012)1Α Α.Α.Δ 102, αποφασίσθηκε, επικυρώνοντας πρωτόδικη απόφαση, ότι: «Το κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, κρίνεται από το Δικαστήριο και αποφασίζεται ως ζήτημα πραγματικό, με απόδοση στις λέξεις ή φράσεις, της συνήθους φυσικής τους έννοιας, με γνώμονα το μέτρο του μέσου λογικού πολίτη. Δεν έχει σημασία το κατά πόσον ένας αναγνώστης ή ακόμη και ο ίδιος ο ενάγων, δυνατόν να θεωρήσει το δημοσίευμα δυσφημιστικό, ούτε και έχει σημασία η μαρτυρία που τυχόν δίδεται για το πώς ένα δημοσίευμα έγινε αντιληπτό σε σχέση με το νόημα και τη γενική του έννοια. Ο ενάγων, δε μπορεί να αποδώσει ο ίδιος δυσφημιστική έννοια στο δημοσίευμα και να θεωρήσει τον εαυτό του θιγμένο, αν το κείμενο είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, όχι μόνον την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά και το σύνολο του περιεχομένου του, με αναφορά στο χρόνο και τόπο του δημοσιεύματος καθώς και στην ισχύουσα κοινή γνώμη για το θέμα, με την επισήμανση, ότι κάποια μομφή δυνατόν να είναι δυσφημιστική, ανεξαρτήτως αν γίνεται πιστευτή από αυτούς στους οποίους δημοσιοποιείται. Οι λέξεις στις οποίες αποδίδεται δυσφημιστικό περιεχόμενο πρέπει να ερμηνεύονται στο σύνολό τους. Είναι δυνατόν η μια ή η άλλη διατύπωση σε ένα κείμενο, να θεωρείται δυσφημιστική, όπως είναι εξίσου δυνατόν, να υπάρχουν εκεί και άλλες φράσεις ή προτάσεις οι οποίες να απομακρύνουν από την πρώτη εντύπωση (βλ. Gatley On Libel and Slander, 10η έδ., 2004, παρα. 3.12 - 3.17).».................................................................. Η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ευλογία και γνώρισμα κάθε πολιτισμένης κοινωνίας, όμως ο περιορισμός του δικαιώματος αυτού, δικαιολογείται προς όφελος της προστασίας της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων. Ο περιορισμός είναι προς όφελος και των ιδίων των δημοσιογράφων έτσι ώστε τα γραφόμενα τους να απεικονίζουν την αλήθεια και όχι την αναλήθεια. Τελικός κριτής για την αναγκαιότητα του περιορισμού είναι το Δικαστήριο. Αν γινόταν παραδεκτή, άνευ συνεπειών, η προβολή αναληθών δημοσιευμάτων, το κοινό θα έπαυε να τους αποδίδει πίστη, είτε αυτά είναι αληθή είτε είναι ψευδή. Η φήμη αποτελεί αναπόσπαστο και σημαντικό μέρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μια και κηλιδωθεί από ανυπόστατους ισχυρισμούς σε εφημερίδες εθνικής εμβέλειας ή άλλα συγγράμματα (που αναλόγως της περίπτωσης, μπορεί να έχουν το ίδιο ή και περισσότερο εκτόπισμα), η φήμη του ατόμου μπορεί να ζημιωθεί για πάντα, ιδιαίτερα εάν δεν παρέχεται η ευκαιρία στο ίδιο να την υπερασπίσει. Όταν αυτό συμβαίνει, χαμένοι είναι τόσον η κοινωνία όσο και το άτομο. Η προστασία της φήμης του ατόμου συντελεί στο καλό του δημοσίου. Είναι προς το δημόσιο συμφέρον να μην αμαυρώνεται η φήμη δημοσίων προσώπων με ασύδοτο λόγο και ψέμα. Η προστασία της υπόληψης είναι απαραίτητη για την ανεμπόδιστη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Δεν είναι δίκαιο το άτομο να λειτουργεί κάτω από τη σκιά του ψόγου και της υπονόμευσης της κοινωνικής του υπόστασης. Είναι αυτή η πραγματικότητα που καθιστά αναγκαίο τον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης. Το θέμα της εξισορρόπησης του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης και της μετάδοσης πληροφοριών από τον Τύπο και τα ΜΜΕ, με το θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου για τη φήμη και υπόληψή του, είναι δύσκολο και λεπτό. Από τη μια, το δικαίωμα ελευθερίας του Τύπου, δίδει ενθάρρυνση στην ελεύθερη συζήτηση πάνω σε δημόσια θέματα, ενώ από την άλλη, παρίσταται αναγκαίος ο αποκλεισμός αναληθών και δυσφημιστικών δηλώσεων έτσι ώστε να προστατεύεται το άτομο και για να βελτιώνεται η ποιότητα της δημοσιογραφίας με τον αποκλεισμό της κακής πληροφόρησης και την προστασία του δικαιώματος του κοινού για ορθή ενημέρωση. Δεν υφίσταται δικαίωμα στη δυσφήμιση οποιουδήποτε προσώπου. Ωστόσο, η προστασία του δικαιώματος στη φήμη, δε θα πρέπει να είναι υπέρμετρη σε σχέση με την προστασία άλλων ανταγωνιστικών δικαιωμάτων, όπως το συζητούμενο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης. Θα πρέπει να υπάρχει μεταξύ των δύο αναλογία. Η έννοια της αναλογικότητας δεν εξυπακούει ισότητα μεταξύ ανταγωνιστικών συμφερόντων, αλλά αντιπαραβολή με ανοικτή συζήτηση, θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, με τρόπο που να μην αποθαρρύνει το κοινό από την έκφραση γνώμης λόγω φόβου ποινικών ή άλλων κυρώσεων. Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη, προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, την οποία το Δικαστήριο κατατάσσει ψηλά, αποδίδοντας της ιδιαίτερη αξία ως ουσιαστικό θεμέλιο της δημοκρατικής κοινωνίας και βασικής προϋπόθεσης προόδου της. Η ελευθερία αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον, θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες, αλλά και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος. Πολιτικά ή άλλα δημόσια πρόσωπα, έχοντας εισέλθει στο δημόσιο στίβο, θα πρέπει να αναμένουν και ανέχονται πιο εύκολα τη δημόσια κριτική και είναι γεγονός ότι, στους δημοσιογράφους αναγνωρίζεται και σε κάποιο βαθμό επιτρέπεται (με τη χαλαρή έννοια του όρου) - και ένας βαθμός υπερβολής ή ακόμη και πρόκλησης σε αυτά που αναφέρονται, νοουμένου βεβαίως ότι εμπίπτουν εντός των αναφερόμενων παραμέτρων [βλ. μεταξύ άλλων, «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Αλωνεύτη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1863 (Ολομέλεια), Stoll v. Switzerland, Application 69698/01, ημερομηνίας 25.04.06 (Ολομέλεια), Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 856, Ονουφρίου κ.ά. ν. Εταιρείας «Κ.Κ. Σύγχρονες Κούρσες Λτδ
(2006)1(Α)Α.Α.Δ. 742, Λουκαϊδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Jameel v. Wall Street Journal Europe [2006] 4 All.E.R. 609).»................................................................ Όσον αφορά την έννοια του «έντιμου» τούτο σημαίνει ότι πρέπει να είναι η έκφραση της έντιμης και ειλικρινούς γνώμης του εναγομένου, έστω και αν αυτό μεταδίδει το νόημα ότι η διαγωγή του ενάγοντα ήταν ανέντιμη, ανειλικρινής ή υποκριτική. (Slim a.o. v. Daily Telegraph Ltd and Another [1968] 1 All E.R.497).΄΄ Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ, - ν -ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΑΡΑΜΕΣΙΝΗ,
(2011)1Α Α.Α.Δ 715 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος την υπόθεση Δικαστηρίου εφόσον το θέμα αποφασίζεται ως πραγματικό ζήτημα. Η ετυμηγορία του Δικαστηρίου τεκμαίρεται να εκφράζει την αντίληψη του ιδεατού μέσου κοινού λογικού ανθρώπου (Knuffer v. London Express Newspaper Ltd [1954] 1 All E.R. 495, Κουτσού v. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1198, Salmond on the Law of Torts, 16η έκδ., σελ. 142 και Street on Torts, 11η εκδ., σελ. 487-488). Μαρτυρία ως προς το πώς το δημοσίευμα έγινε αντιληπτό από τον ίδιο τον ενάγοντα ή τους μάρτυρες του, δεν είναι παραδεκτή και δεν ενέχει σημασία. (Capital & County's Bank v. Henty [1882] 7 A.C. 745, Papadopoullos v. Kyrix Publishing Co. Ltd a.o.
(1963)2 C.L.R. 290 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ v. Γεωργιάδη
(2011)1 A.A.Δ. 407). Το κείμενο ή κείμενα, πρέπει να ιδωθούν σωρευτικά και οι λέξεις να αναγνωσθούν λογικά, χωρίς υπερβολική ανάλυση, ούτε όμως υπερβολική υποψία. (Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 και Jeynes v. New Magasines Ltd [2008] EWCA Civ. 130).΄΄ Ως προς τον νομικό ή αληθινό υπαινιγμό (true innuendo) και τον ψευδοϋπαινιγμό (false innuendo), έννοιες για τις οποίες και οι δύο πλευρές επιχειρηματολόγησαν, το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση από την υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ κ.α. - ν - Νίκου Στέλικου
(2004)1Β Α.Α.Δ 949, στην οποία αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Η διαφορά μεταξύ του νομικού ισχυρισμού και του ψευδοϋπαινιγμού εξετάστηκε στην Αγγλική υπόθεση Slim v. Daily Telegraph Ltd [1968] 1 All ER 497, στην οποία λέχθηκε ότι, ". Words may de defamatory in their ordinary and natural meaning. They may also, or in the alternative, bear a defamatory innuendo. A 'true' or 'legal' innuendo is a meaning which is different from the ordinary and natural meaning of the words, and defamatory because of special facts and circumstances known to those to whom the words are published. The ordinary meaning and the innuendo give rise to different causes of action, and, accordingly, must be separately pleaded - Sim v. Stretch. Words in their ordinary and natural meaning may be defamatory because of what they say expressly, e.g. 'A is a thief'; or because of what they imply to the ordinary sensible man without knowledge of any special circumstances." Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση DDSA Ltd v. Times Newspapers [1972] 3 All ER 417, στην οποία ο Lord Denning ανέφερε ότι, "In the first place, there ought to have been an innuendo pleaded. This article is capable of many different meaning so many that it was necessary for the fair conduct of the trial that there should be pleaded a 'popular' or 'false' innuendo, or whatever you like to call it. In that innuendo the plaintiffs should set out the meaning or meanings which they say the words bear. That is necessary, not only for the fair conduct of the trial, but also to enable the defendant to know what to plead, whether to plead justification or fair comment or to apologise." Στην Αγγλία η θέσπιση το 1949 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δ.19, θ.6
(2)και τώρα Δ.82, θ.3
(1)) έχει καταστήσει αναγκαία την παράθεση λεπτομερειών όταν προβάλλεται ισχυρισμός από τον ενάγοντα ότι οι λέξεις χρησιμοποιήθηκαν με μορφή άλλη από τη συνηθισμένη. Όμως στην Κύπρο που εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.19, θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η παράθεση των πιο πάνω λεπτομερειών δεν κρίνεται ως αναγκαία, νοουμένου ότι ο ενάγων προβάλλει στα σχετικά δικόγραφα τη σύνοψη των ουσιωδών γεγονότων πάνω στα οποία θα στηρίξει την αξίωση του (βλ. Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ ν. Χατζηκώστα
(1990).΄΄ Τα συστατικά στοιχεία τα οποία πρέπει ο ενάγων να αποδείξει για να επιτύχει το αγώγιμο δικαίωμα της δυσφήμισης είναι τα ακόλουθα: Α) η ύπαρξη της δημοσίευσης Β) το δημοσίευμα να είναι δυσφημιστικό Γ) το δημοσίευμα αναφερόταν ή γινόταν αντιληπτό από τρίτα πρόσωπα ότι αναφερόταν στον ενάγοντα. Βεβαίως, σε περίπτωση λιβέλλου, όπως στην παρούσα υπόθεση και στην οποία η δυσφήμιση αποτυπώνεται σε μόνιμη μορφή, δεν απαιτείται να αποδειχθεί από τον ενάγοντα ειδική ή άλλη συγκεκριμένη ζημιά, βλάβη ή απώλεια. Ηγέρθηκε επίσης από την πλευρά της υπεράσπισης, ότι ορισμένα δημοσιεύματα, για τα οποία θα γίνει ειδική μνεία πιο κάτω στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, ότι αποτελούν σάτιρα και γενικά αποδίδουν μια χιουμοριστική διάθεση και χροιά. Επί αυτού του θέματος, στην υπόθεση Κουτσού ν. Μικελλίδης κ.ά
(2007)1 Α.Α.Δ. 1256, εξετάστηκε η έκφραση της γνώμης υπό μορφή σάτιρας με βάση το κριτήριο της αντίληψης του αντικειμενικού αναγνώστη υπό το σύνολο των περιστάσεων. Έγινε αποδεκτό ότι δημοσιεύματα με τη χρήση υπερβολών και εξωπραγματικών καταστάσεων, συνιστούν σάτιρα ως μέσου έκφρασης της γνώμης του συγγραφέα τους και δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά με τη συνήθη και φυσική σημασία συγκεκριμένων λέξεων σε αυτά, ή πιστευτά στην κυριολεξία από τον αντικειμενικό αναγνώστη υπό τις περιστάσεις. Η σάτιρα, σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη, αποτελεί λογοτεχνικό είδος, όπου ασκείται κριτική με τρόπο σκωπτικό σε πρόσωπα και καταστάσεις της κοινωνίας με σκοπό την διόρθωση τους. Αναφέρεται ως παράδειγμα ότι ο Γ. Σουρής με τα ποιήματα του σατίριζε τους πολιτικούς της εποχής του. Στην υπόθεση New Times Inc v. Isaacks, του Supreme Court of Texas, case No. 03-0019, September 3, 2004,, τέθηκαν οι πιο κάτω παράμετροι: «Satire, particularly realistic satire is a distortion of the familiar with the pretence of reality in order to convey an underlying critical message... According to one commentator, satire deals with actual cases, mentions real people by name or describes them unmistakably (and often unflatteringly) .. Thus, defamation claims involving humor in general, and satire in particular, raise important issues pertaining to free speech. Humor is an important medium of legitimate expression and central to the well-being of individuals, society and their government. Despite its typical literal 'falsity' any effort to control it runs severe risks to free expression as dangerous as those addressed to more 'serious' forms of communication'.. Is there a recognized exception from the laws of libel when words otherwise defamatory are uttered in a humorous context; Of course, common sense tells us there must be. Humor takes many forms-sheer nonsense, biting satire, practical jokes, puns clever and otherwise, one-liners, ethnic jokes, incongruities, and rollicking parodies, among others. Laughter can soften the blows dealt by a cruel world, or can sharpen the cutting edge of truth. Without humor the ability to recognize the ridiculous in any situation-there can be no perspective. Humor is protected form of free speech, just as much to be given full scope, under appropriate circumstances, as the political speech, the journalist expose, or the religious tract. Humor is usually understood to be humor and to convey no serious, objective factual allegations about its target. Although perhaps annoying or embarrassing, humorous statements will have no substantial impact on reputation and therefore ought not to be held to be defamatory. Incidental jibes and barbs may be humorous forms of epithets or "mere name-calling" and are not actionable under settled law governing such communications. And it is on these bases that most cases are decided». Σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη, η αθυρόστομη σάτιρα συνδέεται με την κωμωδία την σχετική με τον Αριστοφάνη, ως έχουσα τα χαρακτηριστικά του ύφους των κωμωδιών του Αριστοφάνη. Αθυρόστομος δε, σύμφωνα πάντα με τον Μπαμπινιώτη, είναι αυτός που εκφράζεται χρησιμοποιώντας βωμολοχίες. Το κριτήριο είναι, σύμφωνα με την Κουτσού ανωτέρω, πώς θα μπορούσε και πώς θα έπρεπε να αντιλαμβανόταν τα δημοσιεύματα ο αντικειμενικός αναγνώστης, τοποθετημένος στο σύνολο των περιστάσεων που τα περιέβαλλαν. Την κρίση αυτή την εκφράζει, ως καθοριστική του αντικειμενικού αναγνώστη, το ίδιο το δικαστήριο. Ως προς την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, την οποία ήγειραν οι εναγόμενοι, το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση από την υπόθεση Σωκράτης Ηλιάδης - ν - Κώστα Βενιζέλου κ.α. 1 Α.Α.Δ. σελ. 209, όπου και το ακόλουθο απόσπασμα: ΄΄Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη προνοείται από το Αρθρο 21 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, που προνοεί τα ακόλουθα: «Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλή τη πίστει, στις ακόλουθες περιπτώσεις, δηλαδή - (α) αν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευσε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσει αυτό προς το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση και ο τελευταίος έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος ή το πρόσωπο που δημοσίευσε έχει έννομο προσωπικό συμφέρον που χρειάζεται προστασία, και το πρόσωπο προς το οποίον έγινε η δημοσίευση τελεί υπό αντίστοιχο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να προστατεύσει το εν λόγω συμφέρον: Νοείται ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ' έκταση είτε κατ'ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .» Η υπεράσπιση αυτή αφορά το καθήκον του τύπου να πληροφορεί το κοινό για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και το δικαίωμα του κοινού να τυγχάνει πληροφόρησης για τέτοια θέματα, αφού τέτοιος ελεύθερος διάλογος είναι εκ των ουκ άνευ σε μία δημοκρατική κοινωνία. Μερικές από τις αρχές που διέπουν το θέμα διαφαίνονται από το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Reynolds (πιο πάνω), που περιληπτικά έχουν ως ακολούθως: (α) Πληροφόρηση για πολιτικά θέματα, αν περιέχει δυσφημιστικό υλικό, δεν καλύπτεται αυτόματα από την υπεράσπιση προνομίου υπό επιφύλαξη, αλλά είναι το περιεχόμενο της πληροφόρησης που μπορεί να έχει αυτό το αποτέλεσμα, ανάλογα με τη σπουδαιότητα του για το κοινό και το σχετικό δικαίωμα του κοινού να τυγχάνει πληροφόρησης. (β) Η υπεράσπιση έχει ελαστικότητα και βασίζεται στις πραγματικότητες των καιρών: Η σημασία των θεμάτων και το ενδιαφέρον του κοινού είναι παράγοντες που υπόκεινται σε αλλαγή. (γ) Η ύπαρξη της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη εξαρτάται από αριθμό παραγόντων, που έχουν ως πυρήνα τους το καθήκον του τύπου να ερευνά για να βρει την αλήθεια του δημοσιεύματος και να δημοσιεύει με δίκαιο τρόπο συγκρουόμενες εκδοχές. Η ύπαρξη της υπεράσπισης αυτής σε κάθε περίπτωση και σε κάθε χώρα, αποφασίζεται από ένα συνδυασμό των ειδικών νομοθετικών προνοιών και της αντίληψης των κριτηρίων που τη διέπουν, όπως προκύπτουν από τη νομολογία. Το θέμα εξισορρόπησης του δικαιώματος ελευθερίας έκφρασης και του δικαιώματος του ατόμου για τη φήμη του, είναι ένα δύσκολο έργο. Έχει επίσης λεχθεί επί του προκειμένου ότι ανακριβείς δηλώσεις είναι αναπόφευκτες στον ελεύθερο διάλογο και πρέπει να προστατεύονται, αν η ελευθερία της έκφρασης θα έχει τις αναγκαίες προϋποθέσεις που χρειάζεται για να επιβιώσει. Το κύριο επιχείρημα για την προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου είναι η ενθάρρυνση για ένα ελεύθερο διάλογο σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Η υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ (πιο πάνω) είναι σχετική. (Βλ. και απόφαση ΕΔΑΔ Alithia Publishing Co Ltd & Constantinides v. Cyprus, decision 22.5.08, Appl. No. 1755/2003).΄΄ Ως προς το ζήτημα που ηγέρθηκε από τον ενάγοντα, ήτοι ότι δεν αναζητήθηκε η άποψη του από τους εναγόμενους, σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Καψού, που αναφέρθηκε πιο πάνω, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα, από το οποίο το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση και που αφορά το καθήκον του δημοσιογράφου: ΄΄Εκείνο που έκαναν ήταν ουσιαστικά η ουδέτερη μετάδοση πληροφοριών ως προς καταγγελίες που άλλοι ήγειραν και που άλλοι άσκησαν καθήκον να τις ερευνήσουν. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν συμφωνούμε ότι το καθήκον του δημοσιογράφου είναι να διερευνά ο ίδιος την ουσία των υπό διερεύνηση καταγγελιών προς το σκοπό επαλήθευσης ή διάψευσης τους. Αντίθετα, θα λέγαμε, θα πρέπει να αποφεύγεται το στήσιμο πειθαρχικών ή και κάποτε ποινικών δικών ή διερευνητικών επιτροπών από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και θα πρέπει να αφήνονται τα αρμόδια όργανα που αναλαμβάνουν τη διερεύνηση να ασκήσουν ανεπηρέαστα τα καθήκοντά τους. Το δημοσιογραφικό καθήκον σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να εξικνείται στην κατά το δυνατό ακριβή και υπεύθυνη μετάδοση ενημερωτικών πληροφοριών ως προς το αντικείμενο των καταγγελιών ή κατηγοριών, τα μέτρα που λαμβάνονται προς διερεύνησή τους και την εξέλιξη των γεγονότων που σχετίζονται με τις καταγγελίες ή τη διερεύνησή τους. Ουσιαστικά δε, αυτό έχουν κάνει εδώ οι εφεσείοντες, χωρίς να έχουν οι ίδιοι πάρει θέση ως προς τη βασιμότητα των καταγγελιών και χωρίς να έχουν προβεί σε χαρακτηρισμούς, σχολιασμούς, κριτική ή έκφραση γνώμης. Η ενημέρωση του κοινού στην οποία προέβηκαν, υπήρξε όντως σε κάποια σημεία της ανακριβής, ενώ σε άλλα σημεία της το βάσιμο των πληροφοριών τους δεν έχει αποδειχθεί. Όμως ο κεντρικός άξονας, η ουσία και τα πιο σημαντικά μέρη των επίδικων δημοσιευμάτων αποδείχθηκαν ως αληθή και δικαιολογημένα, ενώ δεν μπορούμε να διακρίνουμε οποιανδήποτε άμεση ή έμμεση κακοβουλία των εφεσειόντων ή στόχευση επιφοράς βλάβης στην υπόληψη του εφεσίβλητου.΄΄ Τέθηκε επίσης από τον ενάγοντα, ότι όλα τα δημοσιεύματα τον συνδέουν και τον αφορούν, λόγω της ιδιότητας του ως εργαζομένου στην ΑΛΚ. Επί αυτού του θέματος υπάρχει νομολογιακή προσέγγιση και πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση Θεόδωρος Στυλιανού - ν - Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ 2007 1Β ΑΑΔ 968, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: ΄΄Στο σύγγραμμα «Gatley on Libel & Slander", πιο πάνω, παραγρ. 283, στην οποία έκανε αναφορά και το πρωτόδικο δικαστήριο, διαβάζουμε τα εξής: «Where the words complained of reflect on a body or class of persons generally, such as lawyers, clergymen, publicans, or the like, no particular member of the body or class can maintain an action. "If" said Wiles J. in Eastwood v. Holmes, "a man wrote that all lawyers were thieves, no particular lawyer could sue him, unless there was something to point to the particular individual." Σε δική μας μετάφραση: «Όταν οι λέξεις για τις οποίες γίνεται το παράπονο αντανακλούν σε ένα σώμα ή τάξη προσώπων γενικά, όπως δικηγόρους, κληρικούς, ιδιοκτήτες κέντρων αναψυχής ή παρόμοιους, δεν μπορεί συγκεκριμένο μέλος του σώματος ή της τάξης αυτής να εγείρει αγωγή. «Εάν», όπως είπε ο Wiles Δ. στην Eastwood ν. Holmes, «ένας άνθρωπος έγραφε ότι όλοι οι δικηγόροι ήσαν κλέφτες, δεν μπορούσε συγκεκριμένος δικηγόρος να εγείρει αγωγή, εκτός αν υπήρχε κάτι που έδειχνε σ' αυτό το συγκεκριμένο πρόσωπο.» Στο ίδιο σύγγραμμα, παραγραφος 285 κάτω από τον τίτλο «The real test" διαβάζουμε το εξής: «The crucial question in these cases in which an individual plaintiff sues in respect of defamation of a class or group of individuals is whether on their true construction the defamatory words were published of and concerning the individual plaintiff. Unless this can be answered in the affirmative he has no cause of action". "The true question always is: was the individual or were the individuals bringing the action personally pointed to by the words complained of?" Σε δική μας μετάφραση: «Η κρίσιμη ερώτηση σ' αυτές τις υποθέσεις στις οποίες ένας συγκεκριμένος ενάγων εγείρει αγωγή σχετική με δυσφήμιση μιας τάξης ή ομάδας προσώπων, είναι το κατά πόσο στην ορθή τους ερμηνεία οι δυσφημιστικές λέξεις φαίνεται να δημοσιεύθηκαν με τρόπο που αφορά το συγκεκριμένο ενάγοντα. Αν η ερώτηση αυτή δεν απαντηθεί θετικά, τότε δεν έχει αιτία αγωγής. Η ακριβής ερώτηση είναι πάντοτε η εξής: Ήταν το συγκεκριμένο ή ήταν τα συγκεκριμένα πρόσωπα που ήγειραν την αγωγή τα πρόσωπα που εδείχνοντο προσωπικά από τις δυσφημιστικές λέξεις;» To πρωτόδικο δικαστήριο βασίστηκε επίσης και στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Knupffer (πιο πάνω): «When defamatory words are written or spoken of a class of persons it is not open to a member of that class to say that the words were spoken of him unless there was something to show that the words about the class refer to him as an individual. In this case there was nothing to show that the words referred to the appellant as an individual." Σε δική μας μετάφραση: «Όπου οι δυσφημιστικές λέξεις έχουν γραφεί ή λεχθεί αναφορικά με μια τάξη προσώπων, δεν είναι δυνατό για ένα μέλος της τάξης αυτής να ισχυρισθεί ότι οι λέξεις έχουν λεχθεί αναφορικά με τον ίδιο εκτός αν υπήρχε κάτι που να δείχνει ότι οι λέξεις αναφορικά με την τάξη αναφέρονταν στον ίδιο τον εφεσείοντα ως άτομο.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατ΄ αρχήν, προτού το Δικαστήριο προχωρήσει με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και της εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων, κρίνεται σκόπιμο να αξιολογηθούν κάποιες θέσεις που προβλήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, η θέση που προβλήθηκε υπό τύπον προδικαστικής ένστασης, ήτοι ότι η παρούσα αγωγή δεν αποκαλύπτει νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα, αναμφίβολα δεν ευσταθεί, διότι από την μια μέσα από τα δικόγραφα, αποκαλύπτεται σαφέστατα το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, ήτοι αυτό της δυσφήμισης και ειδικότερα του λιβέλλου, αλλά και από την άλλη, η πλευρά των εναγομένων, δεν έχει προωθήσει εκείνα τα ενδεδειγμένα μέτρα που προβλέπονται από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, έτσι ώστε να ακουστεί προδικαστικά αυτή η θέση. Εν πάση όμως περιπτώση, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο ο ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει το αγώγιμο δικαίωμα του. Ως προς την προβαλλόμενη θέση περί καταχρηστικής και καταπιεστικής άσκησης του δικαιώματος και που συνίσταται στην καταχώρηση και άλλων αγωγών, γίνεται ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω. Oύτε βεβαίως οι θέσεις που προβλήθηκαν από πλευράς εναγομένων περί μη ορθής δικογράφησης των θέσεων του ενάγοντα και μη πλήρους συμπερίληψης μέρους εκ των επίδικων δημοσιευμάτων που δεν καλύπτονται από την γενική οπισθογράφηση γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο, διότι μέσα από την έκθεση απαίτησης, διαφαίνεται με σαφήνεια, λεπτομέρεια και πληρότητα το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, ήτοι αυτό της δυσφήμισης και δη του λιβέλλου, το οποίο είναι απολύτως κατανοητό και ουδεμία σύγχυση ή εμπλοκή δημιουργείται. Επιπρόσθετα, η πλευρά των εναγομένων, δεν έδειξε να έχει επηρεαστεί δυσμενώς και ούτε έθεσε ζήτημα μη κατανόησης της υπόθεσης που είχαν να αντιμετωπίσουν, αλλά απεναντίας, μέσα από την ακροαματική δια

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.