← Κύπρος

ΕΥΓΕΝΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ ν. GERLINGTON LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1651/15, 27/10/2017

ΕΥΓΕΝΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ ν. GERLINGTON LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1651/15, 27/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A356 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1651/15 Μεταξύ: ΕΥΓΕΝΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ Ενάγουσας και

  1. GERLINGTON LIMITED
  2. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  3. ΝΙΚΟΛΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
  4. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΔΑΜΟΥ
  5. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ Εναγομένων Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 27.10.2017 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Ε. Ιωάννου για κ. Μ. Ιωάννου. Για Εναγόμενο 1-Καθ' ου η αίτηση 1:κ. Κ. Θωμά για Yiannakis K. Thoma Law Firm LLC. Για Εναγόμενους 2 και 3-Καθ' ων η αίτηση 2 και 3:κα Ι. Τσιντίδου για Γενικό Εισαγγελέα. Για Εναγόμενο 5-Καθ' ου η αίτηση 5: κ. Φ. Σωφρονίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, δια γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, το οποίο καταχωρήθηκε στις 7.5.15, η Ενάγουσα αξιώνει βασικά την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων με τα οποία:

(1)να κηρύσσονται άκυρα διάφορα στοιχεία και έγγραφα που υποβλήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών και αφορούν την Εναγόμενη 1 καθώς και αλλαγές στους αξιωματούχους αυτής και το εγγεγραμμένο γραφείο της,
(2)να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 2 και 3 όπως παύσουν να χρησιμοποιούν για σκοπούς οποιασδήποτε υπόθεσης και/ή έρευνας και/ή ανάκρισης και/ή δικαστικής διαδικασίας και/ή να προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα παύθηκε και/ή αντικαταστάθηκε από διευθύντρια της Εναγομένης 1 στις 13.5.14,
(3)να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 όπως προβούν στις αναγκαίες ενέργειες και υποβάλουν στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών όλα τα αναγκαία έγγραφα κατά τρόπο που να φαίνεται ότι η Ενάγουσα παύθηκε από διευθύντρια της Εναγομένης 1 στις 25.6.14 και να γίνουν όλες οι αναγκαίες διορθώσεις σύμφωνα με τα πρακτικά της έκτακτης γενικής συνέλευσης της Εναγόμενης 1 ημερ. 13.5.14,
(4)να αναφέρονται αναφορικά οποιεσδήποτε διαδικασίες και/ή αναφορές από τους Εναγομένους 1-5 στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν τα ψεύτικα και/ή πλαστά έγγραφα του Εφόρου Εταιρειών με αλλαγές αξιωματούχων της Εναγομένης
  1. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αξιώνονται αποζημιώσεις λόγω δολίων παραστάσεων από τους Εναγόμενους 1, 2, 4 και 5, προς τον Έφορο Εταιρειών. Την ίδια ημερομηνία η Ενάγουσα καταχώρησε και μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων (στο εξής η κυρίως αίτηση) ως ακολούθως: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στους Εναγομένους 2 και 3 και/ή στον κάθε ένα ξεχωριστά από το να προβάλλουν και/ή ισχυρίζονται σε οποιαδήποτε υπόθεση δικαστικής ή μη φύσεως και/ή σε οποιαδήποτε ανάκριση και/ή έρευνα ότι η Ενάγουσα παύθηκε από διευθύντρια της Εναγομένης 1 την 13.5.
  2. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στους Εναγομένους 1-5 από το να χρησιμοποιούν για οποιοδήποτε θέμα οποιοδήποτε έγγραφο του Εφόρου Εταιρειών στο οποίο αναφέρεται ότι η Ενάγουσα παύθηκε από διευθύντρια της Εναγομένης 1 την 13.5.
  3. Το Δικαστήριο δεν εξέτασε την κυρίως αίτηση μονομερώς αλλά διέταξε όπως καταστεί δια κλήσεως και επιδοθεί, όπερ και εγένετο. Το ιστορικό της υπόθεσης μέχρι την ακρόαση της παρούσας έχει συνοπτικά ως ακολούθως: · Στις 18.6.15 ο Εναγόμενος 4 καταχώρησε αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της. · Στις 3.7.15 καταχώρησαν ένσταση στην κυρίως αίτηση οι Εναγόμενοι 2 και 3, όπως έπραξε και ο Εναγόμενος
  4. Την ίδια ημέρα ο Εναγόμενος 3 καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της επίδοσης που του έγινε στην αγωγή και αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω παράλειψης συνέχισης της διαδικασίας. · Στις 7.7.15 η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση παράτασης του χρόνου καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης και στις 24.7.15 καταχώρησε αίτηση για αντεξέταση του Εναγόμενου 4, αναφορικά με την ένσταση του στην κυρίως αίτηση καθώς και ενστάσεις στις αιτήσεις για παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής στον Εναγόμενο 3 και για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης. · Στις 4.9.15 η Ενάγουσα καταχώρησε έκθεση απαίτησης. · Στις 4.11.15:
(1)οι αιτήσεις αντεξέτασης τους Εναγόμενου 4 και παραμερισμού της επίδοσης στον Εναγόμενο 3, ορίσθηκαν για ακρόαση στις 2.12.15,
(2)οι αιτήσεις για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης και η αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης, αποσύρθηκαν και απορρίφθηκαν,
(3)η κυρίως αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες στις 2.12.15 και
(4)ο Εναγόμενος 4 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για αντεξέταση του. · Στις 6.11.15 ο Εναγόμενος 4 καταχώρησε αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης, η οποία εγκρίθηκε στις 10.11.
  1. · Στις 16.11.15 ο Εναγόμενος 4 καταχώρησε την έκθεση υπεράσπισης του και στις 23.11.15 η Ενάγουσα καταχώρησε απάντηση σε αυτήν. · Στις 2.12.15 επιφυλάχθηκαν αποφάσεις στις αιτήσεις για αντεξέταση του Εναγόμενου 4 και παραμερισμού της επίδοσης στον Εναγόμενο 3 και η κυρίως αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 27.1.
  2. · Στις 27.1.16 οι Εναγόμενοι 1 και 5 καταχώρησαν έκθεση υπεράσπισης. · Στις 29.2.16 με ενδιάμεσες αποφάσεις του το Δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις για παραμερισμό της επίδοσης στον Εναγόμενο 3 και για αντεξέταση του Εναγόμενου
  3. Την ίδια ημέρα η κυρίως αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες στις 2.3.16, όπως έγινε και στις 21.3.16, 13.5.16 και στις 20.5.
  4. Στην συνέχεια ορίσθηκε για οδηγίες στις 8.6.16, με οδηγίες όπως οι Εναγόμενοι 1 και 5 καταχωρήσουν την δική τους ένσταση, κάτι το οποίο και έπραξαν στις 8.6.16, οπόταν η κυρίως αίτηση ορίσθηκε εκ νέου για οδηγίες στις 14.6.16 και στις 12.10.16 Στις 26.9.16, η Ενάγουσα (στο εξής η Αιτήτρια) καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης. Η αίτηση εδράζεται στις Δ.39 Κ.1, 2, Δ.48 Κ.4
(1)
(2), θθ.1, 2, 4
(2), 8
(1)(qq) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στην εν γένει δικαιοδοσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, στην οποία επισυνάπτεται και η ένορκη δήλωση που ζητά να καταχωρήσει. Τόσο η παρούσα αίτηση όσο και η κυρίως αίτηση ορίσθηκαν για ακρόαση στις 2.12.16, με οδηγίες να καταχωρηθούν ενστάσεις στην παρούσα. Στις 24.11.16, οι Εναγόμενοι 1 και 5, οι οποίοι τότε εκπροσωπούνταν από το ίδιο δικηγορικό γραφείο καταχώρησαν κοινή ένσταση στην παρούσα. Το ίδιο έπραξαν και οι Εναγόμενοι 2 και 3 στις 28.11.
  1. Ο δε Εναγόμενος 4 δήλωσε ότι δεν φέρει ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης των Εναγομένων 2 και 3 (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3) μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:
  2. Τα στοιχεία που δίνονται δεν είναι επαρκή για να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  3. Δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος ώστε να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αφού οι ισχυρισμοί τους οποίους η Αιτήτρια θέλει να θέσει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποτελούν επανάληψη των ισχυρισμών που αναφέρει στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης ημερ. 7.5.15 ή/και στοιχεία που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να υποβληθούν στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης ημερ. 7.5.
  4. Συγκεκριμένα οι ισχυρισμοί της παραγράφου 3 αποτελούν επανάληψη των παραγράφων 4 και 8 της ένορκης δήλωσης ημερ. 7.5.15, οι ισχυρισμοί των παραγράφων 4 και 5 αποτελούν μαρτυρία, η οποία έχει ήδη δοθεί, οι ισχυρισμοί της παραγράφου 6 αποτελούν επανάληψη της παραγράφου 9 της ένορκης δήλωσης ημερ. 7.5.15 και οι ισχυρισμοί των παραγράφων 7-9 ουσιαστικά φαίνεται να επαναλαμβάνουν τη θέση της Αιτήτριας ως προς την ημερομηνία παύσης της ως Διευθύντριας.
  5. Δεν ζητούνται οδηγίες για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά απαντητικής που δεν επιτρέπεται σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία. Οι λόγοι ένστασης των Εναγομένων 1 και 5 (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 5) μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:
  6. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν τηρεί τους όρους και προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και/ή η νομολογία καθότι η Αιτήτρια, ως η ρητή παραδοχή της δηλώνει ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα, που δεν είναι η μητρική της και/ή προβαίνει σε ένορκη δήλωση που δεν είναι κατανοητή γλώσσα για την ίδια.
  7. Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα.
  8. Με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση η Αιτήτρια επιχειρεί να εισάγει γεγονότα τα οποία γνώριζε προηγουμένως ή/και τα οποία όφειλε να συμπεριλάβει στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης ημερ. 7.5.15 ή/και επιχειρεί να καλύψει τα κενά και την συγκάλυψη γεγονότων της εν λόγω ένορκης δήλωσης.
  9. Η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι αναγκαία και χρήσιμη, ούτε και έχει καταδείξει καλό λόγο καθότι τα όσα ζητά να προσθέσει τίποτα ουσιαστικό δεν προσθέτουν και/ή σε τίποτα δεν διαφοροποιούν την υφιστάμενη εκδοχή της που δόθηκε με την ένορκη δήλωση ημερ. 7.5.
  10. Η Αιτήτρια δεν αποσκοπεί στην προσκόμιση μαρτυρίας αλλά γενικώς σχολίων και επιχειρηματολογίας.
  11. Με την αίτηση ζητά να της επιτραπεί να προσάξει ανεπίτρεπτη μαρτυρία.
  12. Η αίτηση γίνεται καταχρηστικά, επιπόλαια, απαράδεκτα και κακόπιστα με μοναδικό σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση και/ή εκτροχιασμό της όλης διαδικασίας. Η ένσταση των Εναγομένων 2 και 3 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Στέλλας Γεωργίου, ασκούμενης δικηγόρου στο Επαρχιακό Γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας στην Λεμεσό. Η δε ένσταση των Εναγομένων 1 και 5 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
  13. Στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Στις 2.12.16 η παρούσα ορίσθηκε για ακρόαση στις 30.1.17, όπως και έγινε εκ νέου στις 30.1.17, 16.3.17, 3.5.17 και 26.6.17, ημερομηνία που ορίσθηκε για οδηγίες η κυρίως αίτηση. Στις 26.6.17 αποσύρθηκε το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τους Εναγόμενους 1 και 5 και τόσο η παρούσα όσο και η κυρίως αίτηση ορίσθηκαν για οδηγίες στις 6.7.
  14. Στην συνέχεια οι δύο αιτήσεις ορίσθηκαν για οδηγίες στις 7.7.17 οπόταν η παρούσα ορίσθηκε για ακρόαση στις 12.9.17, ημερομηνία που παρέμεινε για οδηγίες η κυρίως αίτηση. Στις 12.9.17 η ακρόαση της παρούσας αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος από τους Εναγόμενους 1 και
  15. Έτσι τελικά η παρούσα ορίσθηκε στις 5.10.17 οπόταν και διεξήχθη η ακρόαση της. Στα πλαίσια ακρόασης της οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Εδώ να σημειωθεί ότι λόγω της προαναφερόμενης αλλαγής δικηγόρων, κατατέθηκαν δύο ξεχωριστές αγορεύσεις για εν έκαστο των Καθ' ων η αίτηση 1 και 5, παρά το ότι η ένσταση που καταχώρησαν είναι κοινή. Νομική πτυχή Αίτηση προς εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προβλέπεται από τη Δ.48 Κ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής µετά από αίτηση ή προφορικό αίτηµα, µπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συµπληρωµατικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γενονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουµένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39» Με βάση την εν λόγω διάταξη, η οποία έχει τροποποιηθεί ως ανωτέρω με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 5/99 ημερ. 23.12.99, δεν είναι επιτρεπτή πλέον κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων, σε αντίθεση με το τι ίσχυε προηγουμένως, σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων, η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας τηρουμένου βέβαια του δικαιώματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα δυνάμει της Δ.39. Έτσι με την διάταξη αυτή σκοπείται η καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων, πέραν της αρχικής που συνοδεύει την αίτηση ή την ένσταση ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διάδικους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο όλα εκείνα τα γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηριχθούν οι εκατέρωθεν θέσεις τους ώστε η αίτηση να οδηγηθεί σε ακρόαση στην βάση μιας ολοκληρωμένης και σφαιρικής εικόνας της διαφοράς. Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε τέτοια περίπτωση εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 510). Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο θέτει η εν λόγω Διάταξη. Εποµένως το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα ασκήσει την διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται, νοουµένου ότι προβάλλεται καλός λόγος γι' αυτό. Το βάρος δε είναι στους ώμους του Αιτητή να καταδείξει κάθε φορά την ύπαρξη τέτοιου λόγου. Όσον αφορά το τι συνιστά «καλό λόγο» αυτό δεν καθορίζεται στην σχετική Διάταξη. Λαμβάνοντας όμως υπόψην το σκοπό της Δ.48 Κ.4
(2)αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψην το είδος της ενδιάμεσης αίτησης, η φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στην μαρτυρία του αντιδίκου. Φυσικά τα πιο πάνω πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό το φως του κανόνα καθολικής εφαρμογής ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που είχε δοθεί αρχικά στο Δικαστήριο (βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453). Η αμφισβήτηση δε γεγονότων δεν θεμελιώνει δίχως άλλο «καλό λόγο» ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψην όλοι οι σχετικοί παράμετροι. Για να καταδειχθεί «καλός λόγος» σε τέτοια περίπτωση ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο, όχι όμως και άσχετο, υλικό. Ενδεικτική των ανωτέρω είναι η υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ 195 όπου επιτράπηκε η καταχώρηση δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, εφόσον κρίθηκε ότι δεν επρόκειτο για εισαγωγή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας ή για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των Αιτητών αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που ήταν επιθυμητό να επιτραπεί να προβληθούν, αναφορικά με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του Καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση της ένστασης του, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων στην κυρίως αίτηση. Από την υπόθεση Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1Α Α.Α.Δ 643, προκύπτει ότι η επανάληψη του περιεχόμενου της αρχικής στην κυρίως αίτηση ένορκης δήλωσης, δεν αποτελεί καλό λόγο. Περαιτέρω από την ίδια υπόθεση συνάγεται ότι για να κριθεί το κατά πόσο στοιχειοθετείται καλός λόγος δεν είναι απαραίτητο να επισυνάπτεται αυτούσια η συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία ζητείται να καταχωρηθεί αλλά σε κάθε περίπτωση ο Αιτητής θα πρέπει να θέτει και να εξειδικεύει τα απαραίτητα εκείνα γεγονότα ή στοιχεία - έστω και περιληπτικά - ώστε το Δικαστήριο να γνωρίζει το περιεχόμενο της, για να μπορεί να αξιολογήσει και να κρίνει κατά πόσο είναι αναγκαία η καταχώρηση της, για τον σκοπό που ζητείται. Ως δε λέχθηκε στην υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφεση Αρ. 24/14, ημερ. 3.11.16, το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Κατά την εξέταση αιτήσεων όπως η κυρίως αίτηση στην παρούσα δηλ. αναφορικά με το εάν θα πρέπει να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο περιορίζεται στο να διαπιστώσει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το έργο αυτό επιτελείται κατά την ακρόαση της αγωγής όταν αποφασίζονται τελεσίδικα όλα τα επίδικα θέματα. Ως έχει νομολογηθεί στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις (προβαίνοντας σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων) σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε να καταλήξει σε ευρήματα και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Εξετάζει την μαρτυρία και όλα τα σχετικά στοιχεία σε τέτοιο βαθμό και καταλήγει σε συμπεράσματα στο μέτρο που αυτά είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (βλ. Bacardi & Co Ltd ν. Vimco Ltd
(1996)1 A.A.Δ 788). Ως δε προκύπτει από την Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερ. 17.7.14, η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς δεν τεκμηριώνει καλό λόγο στα πλαίσια της Δ.48 Κ.4
(2)Εξέταση της αίτησης Πριν προχωρήσω στην ουσία της αίτησης θα εξετάσω την θέση των Καθ' ων η αίτηση 1 και 5 ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή η Αιτήτρια προβαίνει σε ένορκη δήλωση σε μη κατανοητή για αυτήν γλώσσα. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην Paskalev v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 284/14, ημερ. 13.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε σχέση με τη γλώσσα στην οποία είναι συνταγμένη ένορκη δήλωση, σκιαγραφήθηκε σε αριθμό υποθέσεων, με αναφορά στα συγγράμματα, Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17 (παράγραφοι 314 και 321) και Annual Practice του 1995 (σ. 683). (Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abaas Narar
(2003)1(B) Α.Α.Δ. 772, Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Φωτίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Umer Abdul Satter v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1320/2009, ημερομηνίας 3/11/2009 και Valentina Stoeva v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1405/2009, ημερομηνίας 10/11/2009). Όπως προκύπτει από τις εν λόγω αποφάσεις, η ένορκη δήλωση, εφόσον το περιεχόμενο της συνιστά μαρτυρία, θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Στην περίπτωση που η ένορκη δήλωση είναι συνταγμένη σε ξένη γλώσσα, θα πρέπει να συνοδεύεται με μετάφραση της, καθώς και με ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της. Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος, έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ' αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος ορκίζεται ως προς τη μετάφραση». Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, η πιο πάνω θέση των Καθ' ων η αίτηση 1 και 5 δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι προφανές ότι τα ως άνω νομολογηθέντα ισχύουν στις περιπτώσεις προσώπων που η γλώσσα στην οποία είναι συνταγμένη η ένορκη δήλωση, δεν τους είναι κατανοητή. Στην πιο πάνω απόφαση ο ενόρκως δηλών ήταν αλλοδαπός, ο οποίος δεν γνώριζε την ελληνική, η δε ένορκη δήλωση ήταν στα ελληνικά, χωρίς να συνοδεύεται όμως από δήλωση μεταφραστή, ο οποίος να ορκίζεται ως προς τη μετάφραση. Η παρούσα όμως διαφοροποιείται κατά την κρίση μου από τέτοιες περιπτώσεις καθότι η Αιτήτρια αναφέρει μεν ότι είναι αλλοδαπή αλλά δεν δηλώνει ότι δεν γνωρίζει την ελληνική αλλά ότι η γνώση της σε αυτήν είναι μέτρια και ότι ο δικηγόρος της την έχει βοηθήσει στην σύνταξη της ένορκης δήλωσης, της έχει εξηγήσει όλα τα νομικά θέματα και γεγονότα, τα έχει αντιληφθεί πλήρως και στη συνέχεια τα παραθέτει. Ως εκ των άνω η εν λόγω θέση δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι ο σκοπός για τον οποίο επιχειρείται η κατάθεση μιας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση (στην περίπτωση γραπτής αίτησης). Στην προκειμένη στην ένορκη της δήλωση, η Αιτήτρια ουσιαστικά αναφέρει αυτούσια τα όσα επιθυμεί να καταθέσει με την συμπληρωματική της ένορκη δήλωση (την οποία και επισυνάπτει) και ως προς τον σκοπό της αίτησης δηλώνει ότι η παύση της στον Έφορο Εταιρειών από διευθύντρια της Εναγόμενης 1 εταιρείας και η ημερομηνία τερματισμού της είναι η 25.6.14, όπως φαίνεται στα επίσημα έγγραφα του Εφόρου Εταιρειών, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει, και ότι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως εγκριθεί το αίτημα της ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα του να έχει όλα τα ορθά και πραγματικά στοιχεία ενώπιον του διότι φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι ακόμη και πρόσφατα ήτοι την 21.9.16 καταχωρούσαν δικόγραφο σε άλλη υπόθεση επιμένοντας ότι αυτή παύθηκε στις 13.5.14, κάτι που έκαναν σκόπιμα ώστε να επιτύχουν στις επιδιώξεις τους. Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω ότι η Αιτήτρια δεν επιθυμεί να αντικρούσει ή να απαντήσει σε ισχυρισμούς ή γεγονότα τα οποία τέθηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχώρησαν οι Καθ' ων η αίτηση προς υποστήριξη των ενστάσεων τους. Εκείνο που πράττει ουσιαστικά είναι να επαναλαμβάνει την βασική της, στην κυρίως αίτηση, θέση αναφορικά με την ημερομηνία τερματισμού της από διευθύντρια της Εναγόμενης 1 και την χρήση άλλης τέτοιας ημερομηνίας από τους Εναγόμενους στα πλαίσια διαδικασιών, δικαστικών και μη και να αναφέρει ότι η αίτηση αποσκοπεί στο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ορθά και πραγματικά στοιχεία, προσθέτοντας ότι οι Εναγόμενοι συνεχίζουν να πράττουν με τον ίδιο τρόπο. Με την παράγραφο 3 της αιτούμενης προς καταχώρηση, συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που θέτει στην παράγραφο 8 της ένορκης της δήλωσης ημερ. 7.5.15, αναφορικά με ανάκριση στην οποία υποβλήθηκε από τον ανακριτή της υπόθεσης Εναγόμενο 3 και με τις παραγράφους 4 και 5 επιχειρεί να θέσει τα όσα ο εν λόγω Εναγόμενος κατέγραψε στην κατάθεση του αναφορικά με τις σχετικές με το θέμα ενέργειες του, με τις οποίες βασικά δεν προστίθεται τίποτα στην όλη θέση της. Πρόκειται ουσιαστικά για προσπάθεια παράθεσης κάποιων λεπτομερειών επί της ίδια θέσης, οι οποίες όμως δεν μεταβάλλουν ούτε και προσθέτουν οτιδήποτε στην εν λόγω θέση ώστε να θεωρούνται αναγκαίες. Με την παράγραφο 6 της υπό αναφορά ένορκης δήλωσης, στα πλαίσια της ίδιας πάντα θέσης της για τους άλλους όμως Εναγόμενους, η Αιτήτρια επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό της παραγράφου 10 της ένορκης της δήλωσης ημερ. 7.5.15 και κάνει αναφορά σε έκθεση υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της Αγωγής 2881/14 στις 21.9.16. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι στο εν λόγω δικόγραφο γίνεται πράγματι αναφορά στην Αιτήτρια και στο μέχρι πότε αυτή ήταν Διευθυντής της Εναγόμενης 1. Αφορά όμως διαδικασία στην οποία η Αιτήτρια δεν είναι διάδικος (πρόκειται για αγωγή κάποιας εταιρείας εναντίον του Εναγόμενου 5 στην παρούσα) και η επιφύλαξη ότι θα κληθεί ως Τριτοδιάδικος δεν μεταβάλλει το γεγονός αυτό. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί αυτό το δεδομένο και πάλι δεν προσθέτει κατά την κρίση μου οτιδήποτε στην θέση και τους ισχυρισμούς που η Αιτήτρια εκθέτει στην ένορκη της δήλωση ημερ. 7.5.15 εφόσον, ως η ίδια αναφέρει, θέλει να καταδείξει ότι οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να πράττουν με τον ίδιο τρόπο. Τέλος με την παράγραφο 7 επαναλαμβάνει την βασική της θέση, την οποία αναφέρει και στην παράγραφο 3 της ένορκης της δήλωσης ημερ. 7.5.15. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω αλλά και την φύση και τα θέματα που εξετάζονται στα πλαίσια αιτήσεων όπως η κυρίως αίτηση, κρίνεται ότι η Αιτήτρια απέτυχε να θέσει τέτοια στοιχεία ή γεγονότα που να καταδεικνύουν την ύπαρξη αναγκαιότητας και εν γένει καλού λόγου ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παροχής άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Καταληκτικά η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας και υπέρ των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 - Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 και 5, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. Θα υπολογισθεί, θα εγκριθεί και θα πληρωθεί ένα σετ εξόδων για τους Εναγόμενους 2 και 3 και ένα σετ εξόδων για τους Εναγόμενους 1 και 5. (Υπ.)................. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Interim (Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.