RODOU CHARALAMBOUS & SONS LIMITED ν. ΠΑΝΙΚΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3404/15, 19/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A347 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3404/15 Μεταξύ: RODOU CHARALAMBOUS & SONS LIMITED Εναγόντων και
- ΠΑΝΙΚΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ
- ΟΝΟΡΑΝ ESTATES & INVESTMENTS LlMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 19.10.2017 Για Ενάγοντες: κα Α. Γεωργίου για A. CHR. THEOPHILOU LLC. Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Χρ. Παύλου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €3.693, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, δυνάμει συμφωνίας ημερ. 12.4.
- Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, Ενάγοντες και Εναγόμενοι υπήρξαν διάδικοι στην Αγωγή Ναυτοδικείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεµεσού αρ. 2/07, (Αγωγή στο Ανώτατο Δικαστήριο αρ. 19/06), η οποία καταχωρήθηκε από την Ενάγοντες εναντίον των Εναγοµένων 1 και 2 και εναντίον της εταιρείας WW Overseas Shipmanagement Ltd. Οι Εναγόµενοι 2 ονοµάζονταν Panpa Estates & Investments Ltd και κατά ή περί την 17.12.09 µετονοµάστηκαν σε Onopan Estates & Investments Lίmited. Κατά ή περί την 25.11.09 εκδόθηκε στην πιο πάνω Αγωγή, εναντίον όλων των εκεί Εναγοµένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισµένα, απόφαση για το ποσό των €62.449,38 µε τόκο 8% ετησίως από 25.6.06 µέχρι 14.10.08 και 5,5% ετησίως από 15.10.08 µέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα €6.142 µε τόκο 8% ετησίως από 25.5.06 µέχρι 14.10.08 και 5,5% ετησίως από 15.10.08 µέχρι εξοφλήσεως (στο εξής η Απόφαση). Οι Εναγόµενοι παρέλειψαν να εξοφλήσουν την Απόφαση, µε αποτέλεσµα στις 26.1.10 οι Ενάγοντες να καταχωρήσουν εναντίον του Εναγόµενου 1, την Αίτηση Πτώχευσης αρ. 54/10 (στο εξής η Αίτηση Πτώχευσης). Στη συνέχεια οι Εναγόµενοι και η εταιρεία WW Overseas Shipmanagement Ltd καταχώρησαν εναντίον της Απόφασης, την Έφεση αρ. 18/10 (στο εξής η Έφεση) και στις 26.3.10 καταχώρησαν Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης (στο εξής η Αίτηση αναστολής εκτέλεσης) µέχρι την εκδίκαση της Έφεσης. Να σημειωθεί ότι όλα τα πιο πάνω είναι παραδεκτά από τους Εναγόμενους στην έκθεση υπεράσπισης τους. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι κατά ή περί την 12.4.10, που ήταν ορισµένες η Αίτηση Πτώχευσης για ακρόαση και η Αίτηση αναστολής εκτέλεσης, υπεγράφη στην Λεµεσό, από τους δικηγόρους τους και για λογαριασµό τους, κατόπιν εξουσιοδότησης και/ή οδηγιών τους, συµφωνία µεταξύ των διαδίκων, µε την οποία συµφώνησαν, µεταξύ άλλων, όπως µέχρι την αποπεράτωση της Έφεσης: (α) αποσυρθούν η Αίτηση Πτώχευσης και η Αίτηση αναστολής εκτέλεσης, (β) οι Εναγόµενοι παραδώσουν στον δικηγόρο των Εναγόντων τραπεζική επιταγή εις διαταγή του για το ποσό των €87.841,91 (ήτοι το ποσό της Απόφασης και των δικηγορικών εξόδων) και (γ) οι Ενάγοντες εξασφαλίσουν τραπεζική εγγύηση προς όφελος των Εναγοµένων για το ποσό των €87.841,91 (στο εξής η Συμφωνία). Σύµφωνα µε τον όρο 2 της Συμφωνίας, τα έξοδα της τραπεζικής εγγύησης θα βάρυναν τους Ενάγοντες, µέχρι τελικής εκδίκασης της Έφεσης και σε περίπτωση που η Έφεση αποτύγχανε ή αποσυρόταν, θα βάρυναν τους Εναγόµενους και θα έπρεπε να καταβληθούν σε 5 µέρες από την απόρριψη της Έφεσης. Οι Ενάγοντες εκτέλεσαν πλήρως τις υποχρεώσεις τους που απέρρεαν από την Συµφωνία. Συγκεκριµένα µε την υπογραφή της απέσυραν την Αίτηση Πτώχευσης, εξασφάλισαν τραπεζική εγγύηση για το ποσό των €87.841,91, την παρέδωσαν στους δικηγόρους τους και πλήρωσαν όλα τα έξοδα της τραπεζικής εγγύησης και τις ανανεώσεις αυτής. Κατά ή περί την 11.9.13 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την Έφεση. Οι Εναγόµενοι όμως παρέλειψαν να συµµορφωθούν µε τον όρο 2 της Συµφωνίας, δηλ. να καταβάλουν τα έξοδα της τραπεζικής εγγύησης και τις διαδοχικές ανανεώσεις αυτής, τα οποία υπολογίζονται στο συνολικό ποσό των €3.693,
- Οι Ενάγοντες απαίτησαν από τους Εναγόμενους, τόσο προφορικά όσο και με επιστολές, όπως προβούν σε εξόφληση και/ή πληρωµή του πιο πάνω ποσού αλλά µέχρι σήµερα δεν το έπραξαν. Οι Εναγόμενοι πλην των όσων αναφέρονται ανωτέρω ότι παραδέχονται, στην έκθεση υπεράσπισης τους, ουσιαστικά απορρίπτουν τους υπόλοιπους ισχυρισμούς. Ισχυρίζονται δε ότι για σκοπούς συµβιβασµού της Αίτησης Πτώχευσης, ο Εναγόμενος 1 πρότεινε στους Ενάγοντες να τους δώσει τραπεζική εγγύηση για το ποσό της Απόφασης και των δικηγορικών εξόδων και εκείνοι να αποσύρουν την Αίτηση Πτώχευσης και να αποδεχτούν αναστολή εκτέλεσης της απόφασης µέχρι την εκδίκαση της Έφεσης. Οι Ενάγοντες του αντιπρότειναν να τους πληρώσει το ποσό της Απόφασης και να του δώσουν εκείνοι τραπεζική εγγύηση για την επιστροφή του ποσού που θα τους πλήρωνε στη περίπτωση που η Έφεση επιτύγχανε. Οι Εναγόµενοι πλήρωσαν στους Ενάγοντες το ποσό των €87.841,91 που αντιπροσώπευε το ποσό της Απόφασης και παράλληλα τους παραδόθηκε τραπεζική εγγύηση για την επιστροφή του ίδιου ποσού σε περίπτωση που το Εφετείο ανέτρεπε την απόφαση. Με βάση την διευθέτηση αυτή, οι Ενάγοντες απέσυραν άνευ βλάβης την Αίτηση Πτώχευσης. Ουδέποτε οι Εναγόµενοι υποσχέθηκαν και/ή δεσµεύτηκαν να πληρώσουν στους Ενάγοντες οποιαδήποτε έξοδα για την τραπεζική εγγύηση ούτε και υπέγραψαν ή εξουσιοδότησαν τους δικηγόρους τους ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να υπογράψει για λογαριασµό τους την Συµφωνία. Η πληρωµή των οποιωνδήποτε εξόδων της τραπεζικής εγγύησης ήταν υποχρέωση και ευθύνη των Εναγόντων. Δέχονται δε ότι οι Ενάγοντες, µε επιστολή των δικηγόρων τους ηµερ. 3.4.14, τους ζήτησαν να τους πληρώσουν και το ποσό των €3.693,16, ως έξοδα της τραπεζικής εγγύησης, σύµφωνα µε το περιεχόµενο Συµφωνίας. Αναφέρουν όμως ότι αγνοώντας την ύπαρξη της Συµφωνίας ζήτησαν µε επιστολή όπως τους σταλεί αντίγραφο αυτής αλλά δεν έλαβαν τέτοιο. Έλαβαν γνώση για την ύπαρξη κάποιας γραπτής συµφωνίας µε ηµεροµηνία 12 Απριλίου, όταν αυτή στάληκε µε φαξ στις 23.1.15 στον δικηγόρο τους, από τους δικηγόρους των Ενάγοντων. Όταν οι Εναγόµενοι είδαν για πρώτη φορά την Συµφωνία, διαπίστωσαν ότι αυτή υπογράφηκε για λογαριασµό τους από άγνωστο τους πρόσωπο, χωρίς την έγκριση και/ή την εξουσιοδότηση τους και συνακόλουθα θεωρούν ότι δεν τους δεσµεύει µε οποιοδήποτε τρόπο. Ως εκ των άνω ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ τους. Στην απάντηση τους στην υπεράσπιση, οι Ενάγοντες αρνούνται και απορρίπτουν το περιεχόµενο της έκθεσης υπεράσπισης στην έκταση που δεν συνάδει µε τους δικούς τους ισχυρισμούς και υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι την συμφωνία την υπέγραψε για λογαριασµό των Εναγόµενων ο δικηγόρος κ. Νίκος Νικολάου που εκ µέρους του δικηγορικού γραφείου Ανδρέας Γιωρκάτζιης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. εκπροσωπούσε τότε τους Εναγόµενους στον χειρισµό της Αίτησης Πτώχευσης, υπογραφή που και τους δεσµεύει. Μαρτυρία Η παρούσα αγωγή διέπεται από τις πρόνοιες της νέας Διαταγής 30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Παρά δε το ότι η απαίτηση ξεπερνά τις €3.000, εντούτοις με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 Κ.5
(4), κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, το Δικαστήριο εξέδωσε οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας, όπως στην περίπτωση αγωγών που η απαίτηση δεν ξεπερνά τις €3.000 (Ταχεία Εκδίκαση). Έτσι οι διάδικοι κατέθεσαν γραπτώς την μαρτυρία τους. Καμία δε εκ των δύο πλευρών δεν αιτήθηκε να της επιτραπεί προφορική εξέταση μάρτυρα της ή αντεξέταση μάρτυρα του αντιδίκου της (δυνάμει των προνοιών της Δ.30 Κ.7), οπόταν η ακρόαση περιορίσθηκε σε γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες οι συνήγοροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο, προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι εν λόγω αγορεύσεις έχουν μελετηθεί προσεκτικά, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά στο περιεχόμενο τους. Για την απόδειξη της απαίτησης τους οι Ενάγοντες κατέθεσαν γραπτές ένορκες δηλώσεις της Χριστίνας Παπαδιοφάντους (στο εξής Μ.Ε.1) (στην οποία επισυνάπτονται 2 τεκμήρια), της Στέφανης Παδουβά (στο εξής Μ.Ε.2) (στην οποία επισυνάπτονται 2 τεκμήρια), της Μαρίας Σωκράτους (στο εξής Μ.Ε.3) (στην οποία επισυνάπτονται 5 τεκμήρια) και του Ανδρέα Θεοφίλου (στο εξής Μ.Ε.4) (στην οποία επισυνάπτονται 20 τεκμήρια). Από πλευράς Εναγομένων κατατέθηκε ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
- Περαιτέρω κατατέθηκαν και αρκετά παραδεκτά γεγονότα. Λαμβάνοντας υπόψην τις βασικές θέσεις των διαδίκων, ως αυτές προκύπτουν μέσα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους και τις γραπτές τους αγορεύσεις (στο μέτρο πάντα που συνάδουν μεταξύ τους), τα παραδεκτά αλλά και τα αμφισβητούμενα γεγονότα και το περιεχόμενο του συνόλου της κατατεθειμένης στο φάκελο γραπτής μαρτυρίας, θα παραθέσω στο σημείο αυτό, όσο το δυνατό πιο συνοπτικά την μαρτυρία. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της η Μ.Ε.1, ως υπεύθυνη του Τµήµατος Πτωχεύσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεµεσού, έχει υπό την κατοχή και φύλαξη της τον φάκελο της Αίτησης Πτώχευσης αρ. 54/
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, την Αίτηση καταχώρησε ο κ. Ανδρέας Χρ. Θεοφίλου για το δικηγορικό γραφείο A.CHR. ΤΗΕΟΡΗΙLΟU LLC και την ένσταση στην Αίτηση καταχώρησε το δικηγορικό γραφείο Αντρέας Γιωρκάτζης & Σία. Σύµφωνα δε µε τα πρακτικά του Δικαστηρίου, σε όλες τις εµφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εκδίκασης της Αίτησης, για τον Καθ' ου η Αίτηση (Εναγόμενο 1 στην παρούσα) εµφανίστηκε ο δικηγόρος κ. Νίκος Νικολάου και για τους Αιτητές (Ενάγοντες στην παρούσα) εµφανίστηκε στις 2.3.10, 9.3.10, 15.3.10, 29.3.10 και 12.4.10 η κα Μαρία Σωκράτους και στις 23.3.10 ο κ. Θεοφίλου. Επισυνάπτονται δε στην εν λόγω ένορκη δήλωση και αντίγραφα των πρακτικών των πιο πάνω ημερομηνιών. Η Μ.Ε.2, υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου Δηµόσια Εταιρεία Λτδ, στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι είναι η υπεύθυνη των λογαριασµών των Εναγόντων και έχει υπό την επίβλεψη της τους σχετικούς φακέλους και/ή ηλεκτρονικές καταχωρήσεις που αφορούν την εν λόγω εταιρεία. Η εν λόγω Τράπεζα, κατόπιν αιτήματος των Εναγόντων, εξέδωσε στις 22.4.10 την Τραπεζική Εγγύηση με αρ. 00393-02-0021151, µε δικαιούχους τους Εναγόμενους, για το ποσό €87.810,43 (επισυνάπτεται ως τεκμήριο). Η Τραπεζική Εγγύηση παραχωρήθηκε από τους Ενάγοντες στους Εναγόµενους στα πλαίσια της Έφεσης αρ. 18/10 που είχαν καταχωρήσει οι Εναγόµενοι. Από το ηλεκτρονικό σύστηµα της Τράπεζας φαίνεται ότι οι χρεώσεις των Εναγόντων για την έκδοση, χαρτοσήµανση και για τις διαδοχικές ανανεώσεις της Τραπεζικής Εγγύησης, µέχρι και την απόσυρση της, η οποία έγινε στις 23.10.
- και οι αποκοπές των χρεώσεων αυτών από τον τραπεζικό τους λογαριασµό, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €3.693,16 (αντίγραφα τιµολογίων και καταστάσεων λογαριασµού επισυνάπτονται ως τεκμήριο). Το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες και η Τράπεζα εξοφλήθηκε πλήρως. Η Μ.Ε.3 είναι δικηγόρος, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο A. CHR. THEOPHILOU LLC, που ήταν οι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με την ένορκη της δήλωση αυτή βοηθούσε τον κ. Ανδρέα Θεοφίλου στον χειρισµό ορισµένων υποθέσεων των Εναγόντων, περιλαμβανομένων της Αγωγής Ναυτοδικείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεµεσού αρ. 2/07, της Έφεσης αρ. 18/10, της Αίτησης αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης µέχρι εκδίκασης της Έφεσης που είχε καταχωρηθεί στις 26.3.10 και της Αίτησης Πτώχευσης αρ. 54/
- Ο κ. Θεοφίλου είχε το χειρισµό των διαπραγµατεύσεων όσον αφορά τις πιο πάνω υποθέσεις, µε το δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Γιωρκάτζης & Σία, που ήταν οι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν τους Εναγόμενους. Όσον αφορά την Αίτηση Πτώχευσης, η κα Σωκράτους πραγµατοποίησε τις περισσότερες εµφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, κατόπιν οδηγιών του κ. Θεοφίλου. Τον Εναγόµενο 1, ο οποίος ήταν ο Καθ' ου η αίτηση στην Αίτηση Πτώχευσης, εκπροσωπούσε σε κάθε εµφάνιση στο Δικαστήριο ο δικηγόρος κ. Νίκος Νικολάου, ο οποίος εργαζόταν κατά τον χρόνο εκείνο στο δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Γιωρκάτζης & Σία. Ένεκα προσπάθειας των δικηγόρων των δυο πλευρών για διευθέτηση της Αίτησης Πτώχευσης και της Αίτησης αναστολής εκτέλεσης, κατά την εµφάνιση τους στο Δικαστήριο στις 29.3.10, ο κ. Νίκος Νικολάου ζήτησε από το Δικαστήριο ακόµα λίγο χρόνο, καθότι οι δύο πλευρές είχαν σχεδόν καταλήξει σε συµφωνία για αποπληρωµή του χρέους και χρειάζονταν ακόµα λίγο χρόνο για ολοκλήρωση της συµφωνίας, για να αποσυρθεί η Αίτηση Πτώχευσης. Η κα Σωκράτους συµφώνησε με το αίτηµα αυτό και έτσι η Αίτηση Πτώχευσης ορίστηκε στις 12.4.10 για ακρόαση. Στα πλαίσια των διαπραγµατεύσεων που γίνονταν για διευθέτηση της Αίτησης Πτώχευσης και της Αίτησης για αναστολή εκτέλεσης, στις 9.4.10 ο κ. Νίκος Νικολάου, µετά από τηλεφωνική συνεννόηση, απέστειλε στους δικηγόρους των Εναγόντων, µέσω ηλεκτρονικού µηνύµατος, προσχέδιο συµφωνίας που επρόκειτο να υπογραφτεί µεταξύ των διαδίκων µαζί µε προσχέδιο της Τραπεζικής Εγγύησης που επρόκειτο να δοθεί από τους Ενάγοντες προς όφελος των Εναγοµένων. Την ίδια ημέρα ο κ. Θεοφίλου προέβη σε αλλαγές στο προσχέδιο της συμφωνίας και το προσχέδιο με τις αλλαγές αυτές, το προώθησε την ίδια ημέρα, η κα Σωκράτους, κατόπιν οδηγιών του κ. Θεοφίλου, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, στον κ. Νικολάου (επισυνάπτεται αντίγραφο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος). Στις 12.4.10 πριν η κα Σωκράτους εμφανισθεί με τον κ. Νικολάου ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεµεσού στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης και ενώ βρίσκονταν έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου, δυνάµει οδηγιών που είχε λάβει από τον κ. Θεοφίλου και εξουσιοδότησης των Εναγόντων, µονόγραψε και υπέγραψε στο όνοµα και για λογαριασµό των Εναγόντων την Συµφωνία που φέρει ηµερομηνία 12 Απριλίου καθώς και την Τραπεζική Εγγύηση. Την ίδια ώρα και στην παρουσία της κας Σωκράτους ο κ. Νίκος Νικολάου εκ µέρους του δικηγορικού γραφείου Αντρέα Γιωρκάτζη & Σία, µονόγραψε και υπέγραψε τα πιο πάνω έγγραφα στο όνοµα και για λογαριασµό των Εναγοµένων. Στην συνέχεια οι δύο δικηγόροι εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και η κα Σωκράτους απέσυρε άνευ βλάβης την Αίτηση Πτώχευσης, ως οι ρητές οδηγίες του κ. Θεοφίλου και η Συµφωνία των διαδίκων (πρωτότυπο της Συµφωνίας και της Τραπεζικής Εγγύησης επισυνάπτονται ως τεκμήριο). Στις 11.9.13, µετά από ακροαµατική διαδικασία, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την Έφεση. Επειδή όπως είχε ενηµερωθεί από τον κ. Θεοφίλου, οι Εναγόµενοι δεν συµµορφώθηκαν µε τους όρους της Συµφωνίας και συγκεκριµένα µε τον όρο 2 και μετά από οδηγίες του κ. Θεοφίλου, η κα Σωκράτους ετοίμασε και απέστειλε στις 16.10.13, επιστολή προς τους δικηγόρους των Εναγοµένων µε την οποία, µεταξύ άλλων, τους καλούσαν να µεριµνήσουν για την πληρωµή εκ µέρους των Εναγοµένων, των οφειλοµένων προς τους Ενάγοντες ποσών. Λόγω παράλειψης ανταπόκρισης στην επιστολή αυτή και μετά από οδηγίες του κ. Θεοφίλου η κα Σωκράτους ετοίμασε και απέστειλε δεύτερη επιστολή ηµερ. 3.4.14, η οποία απευθυνόταν πλέον προς τους ίδιους τους Εναγόµενους και ανέθεσε σε ιδιώτη επιδότη την προσωπική επίδοση αυτής στους Εναγόμενους (αντίγραφα των επιστολών με τα επισυνημμένα σε αυτές έγγραφα επισυνάπτονται ως τεκμήρια). Ο Μ.Ε.4 είναι ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες στις υποθέσεις που αφορούν την παρούσα και είχε προσωπικά τον χειρισµό των νοµικών θεµάτων που εγείρονται, σε συνεργασία µε την κα Μαρία Σωκράτους. Σύμφωνα με την ένορκη του δήλωση, οι συζητήσεις, διαβουλεύσεις και διαπραγµατεύσεις και η ανταλλαγή αλληλογραφίας στα πλαίσια των διαπραγµατεύσεων, όσον αφορά την Αίτηση Πτώχευσης 54/10, την Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της υπόθεσης Ναυτοδικείου µέχρι την εκδίκαση της Έφεσης 18/10 και τη σύνταξη της επίδικης Συµφωνίας, έγιναν από τον ίδιο µε τη βοήθεια της κας Σωκράτους από πλευράς των Εναγόντων και από τον δικηγόρο κ. Νίκο Νικολάου, ο οποίος εργαζόταν τότε στο Δικηγορικό Γραφείο Αντρέα Γιωρκάτζη & Σία, από πλευράς των Εναγομένων. Στα πλαίσια των εν λόγω διαπραγµατεύσεων αντάλλαξαν πολλές επιστολές µε τους δικηγόρους των Εναγομένων, µε τις οποίες γινόταν προσπάθεια για εξώδικο συµβιβασµό µέχρι που κατέληξαν στην σύνταξη της επίδικης Συµφωνίας (επισυνάπτονται αντίγραφα της αλληλογραφίας αυτής ως τεκμήρια). Στα πλαίσια της αλληλογραφίας αυτής ο κ. Θεοφίλου είχε τονίσει, ως εκπρόσωπος των Εναγόντων, ότι για να γινόταν αποδεκτή η πρόταση των συναδέλφων του υπήρχε ο όρος ότι εάν οι Εναγόμενοι αποτύγχαναν στην Έφεση, θα έπρεπε να καταβάλουν στους Ενάγοντες τα έξοδα της εγγυητικής. Περαιτέρω στις 26.3.10, κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης που είχε ο κ. Θεοφίλου με τον κ. Νικολάου είχαν προωθηθεί δύο επιστολές από τον τελευταίο προς το δικηγορικό γραφείο του κ. Θεοφίλου, ηµερ. 26.3.10, το περιεχόμενο των οποίων ήταν ένα προσχέδιο της Συµφωνίας που θα γινόταν µεταξύ των µερών για διευθέτηση της Αίτησης Πτώχευσης (οι επιστολές αυτές επισυνάπτονται ως τεκμήρια). Επί της πρώτης εκ των επιστολών αυτών ο κ. Θεοφίλου έκανε κάποιες χειρόγραφες σηµειώσεις για τροποποίηση. Στην δεύτερη επιστολή, η οποία λήφθηκε την ίδια ημέρα περιλαµβανόταν το προσχέδιο της Συµφωνίας µε τις τροποποιήσεις που είχε προτείνει ο κ. Θεοφίλου, ενσωµατωµένες στο κείµενο. Περαιτέρω στις 29.3.10, κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης που είχε µε τον κ. Νικολάου, είχαν προωθηθεί ακόµα δύο επιστολές, εκ µέρους του δικηγορικού γραφείου Ανδρέα Γιωρκάτζη & Σία, προς το δικηγορικό γραφείο του κ. Θεοφίλου, των οποίων το περιεχόµενο ήταν επίσης το προσχέδιο της Συµφωνίας που θα γινόταν µεταξύ των µερών για διευθέτηση της Αίτησης Πτώχευσης (οι επιστολές αυτές επισυνάπτονται ως τεκμήριο). Στην πρώτη επιστολή περιλαµβανόταν το προσχέδιο της Συµφωνίας µε κάποια προσθήκη µε την οποία ο κ. Θεοφίλου διαφωνούσε και διέγραψε χειρόγραφα. Στην δεύτερη επιστολή επίσης περιλαµβανόταν το προσχέδιο της Συµφωνίας και ο κ. Θεοφίλου έκανε πάλι κάποιες χειρόγραφες τροποποιήσεις στο κείµενο. Στις 9.4.10 ο κ. Θεοφίλου έδωσε οδηγίες στην κα Σωκράτους και προώθησε µέσω ηλεκτρονικού ταχυδροµείου το προσχέδιο της Συµφωνίας µε τις τελευταίες διορθώσεις που είχε κάνει, µαζί µε το προσχέδιο της Τραπεζικής Εγγύησης, στον κ. Νικολάου, σε απάντηση δικού του ηλεκτρονικού µηνύµατος που έλαβαν νωρίτερα την ίδια µέρα. Από την εν λόγω αλληλογραφία φαίνεται ότι ο όρος αναφορικά με την καταβολή των εξόδων της τραπεζικής εγγύησης που ο κ. Θεοφίλου είχε θέσει για τους Ενάγοντες, από την αρχή ήταν αποδεκτός και δεν έτυχε καµίας τροποποίησης στην πορεία των διαπραγµατεύσεων. Ενόψει των πιο πάνω στις 12.4.10 η ώρα 8:30 π.µ., λίγο πριν κατέβουν οι δικηγόροι στο Δικαστήριο για να υπογράψουν την Συµφωνία και να αποσυρθεί η Αίτηση Πτώχευσης, στάληκε από το δικηγορικό γραφείο Αντρέα Γιωρκάτζη & Σία, το τελικό προσχέδιο της εν λόγω Συµφωνίας, ηµεροµηνίας 12 Απριλίου, µεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων, µαζί µε προσχέδιο Εγγυητικής επιστολής που λήφθηκε από το γραφείο του κ. Θεοφίλου για τελική έγκριση πριν υπογραφεί. Έτσι αφού συµφωνήσαν µε το κείµενο τόσο της Συµφωνίας όσο και της Τραπεζικής Εγγύησης, την ίδια µέρα δηλ. στις 12.4.10, υπεγράφη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεµεσού, από τους δικηγόρους τους στο όνοµα και για λογαριασµό των διαδίκων στην παρούσα και συγκεκριµένα από την κα Μαρία Σωκράτους, για λογαριασµό των Εναγόντων και τον κ. Νίκο Νικολάου για λογαριασµό των Εναγοµένων, κατόπιν εξουσιοδότησης και οδηγιών των διαδίκων, Συµφωνία µεταξύ των διαδίκων, µε την οποία συµφώνησαν, μεταξύ άλλων, όπως µέχρι την αποπεράτωση της Έφεσης 18/10: (α) η Αίτηση Πτώχευσης 54/10 και η Αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης αποσυρθούν, (β) οι Εναγόµενοι παραδώσουν στον δικηγόρο των Εναγόντων τραπεζική επιταγή εις διαταγή του για το ποσό των €87.841,91 και (γ) οι Ενάγοντες εξασφαλίσουν τραπεζική εγγύηση προς όφελος των Εναγόµενων για το ποσό των €87.841,
- Περαιτέρω σύµφωνα µε τον όρο 2 της Συµφωνίας, τα έξοδα της Τραπεζικής Εγγύησης θα βάρυναν τους Ενάγοντες µέχρι τελικής εκδίκασης της πιο πάνω Έφεσης και σε περίπτωση που η Έφεση αποτύγχανε ή αποσυρόταν, τα έξοδα της Τραπεζικής Εγγύησης θα βάρυναν τους Εναγόµενους και θα έπρεπε να καταβληθούν σε 5 µέρες από την απόρριψη της Έφεσης. Αυτός ο όρος ήταν βασική προϋπόθεση για τη σύναψη της Συµφωνίας και την απόσυρση της Αίτησης Πτώχευσης, για αυτό και η Συµφωνία υπογράφηκε την ίδια ηµέρα που αποσύρθηκε η εν λόγω Αίτηση. Στο κείµενο της Συµφωνίας, εκ παραδροµής δεν αναγράφεται το έτος που υπεγράφη αλλά δεν υπάρχει αµφιβολία για την ηµεροµηνία υπογραφής της. Οι Εναγόντες εκτέλεσαν πλήρως τις υποχρεώσεις τους που απέρρεαν από τη Συµφωνία αφού την ίδια ημέρα δηλ. στις 12.4.10 απέσυραν την Αίτηση Πτώχευσης άνευ βλάβης, αργότερα εξασφάλισαν την Τραπεζική Εγγύηση, την παρέδωσαν στους δικήγορους τους και πλήρωσαν όλα τα έξοδα της Τραπεζικής Εγγύησης και τις ανανεώσεις αυτής µέχρι που εκδόθηκε η απόφαση στην Έφεση. Οι Εναγόµενοι κατέβαλαν στους Ενάγοντες το ποσό που αντιστοιχούσε στην απόφαση ηµερ. 25.11.09 και στα δικηγορικά έξοδα και οι Ενάγοντες έδωσαν στους Εναγόµενους, µέσω των δικηγόρων τους, την Τραπεζική Εγγύηση. Τελικά στις 11.9.13 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την Έφεση. Παρόλα ταύτα, οι Εναγόµενοι παρέλειψαν να συµµορφωθούν µε τον όρο 2 της Συµφωνίας δηλ. για καταβολή των εξόδων της τραπεζικής εγγύησης, τα οποία καταβλήθηκαν από τους Ενάγοντες και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €3.693,
- Οι Ενάγοντες, µέσω επιστολής των δικηγόρων τους προς τους δικηγόρους των Εναγομένων, απαίτησαν και κάλεσαν τους Εναγόµενους να συµµορφωθούν µε τις συµβατικές τους υποχρεώσεις και να προβούν σε εξόφληση του πιο πάνω ποσού των €3.693,
- Τελικά, η προφορική απάντηση του κ. Ανδρέα Γιωρκάτζη, στον κ. Θεοφίλου, µετά από κάποιους µήνες, ήταν πως δεν εκπροσωπούσαν πλέον τους Εναγόµενους. Γι' αυτό και στη συνέχεια ο κ. Θεοφίλου έδωσε οδηγίες στην κα Σωκράτους και προώθησε δεύτερη επιστολή µέσω ιδιώτη επιδότη προς τους Εναγόµενους µε ηµερ. 3.4.
- Προς απάντηση της επιστολής αυτής έλαβαν επιστολή ηµερ. 23.4.14 των Κ.Κ. Π.Ν.ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., µε την οποία επιβεβαίωναν λήψη της επιστολής και µεταξύ άλλών ζητούσαν να τους εφοδιάσουν µε αντίγραφο της Συµφωνίας. Το αντίγραφο της Συµφωνίας δόθηκε στον κ. Χριστάκη Παύλου (δικηγόρο των Εναγοµένων) σε συνάντηση που είχε ο κ. Θεοφίλου μαζί του και ο κ. Παύλου ανέλαβε να δώσει την θέση των πελατών του, αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση. Στις 23.1.15 στάληκε ξανά επιστολή µέσω τηλεοµοιότυπου προς τον κ. Παύλου µε επισυνηµµένο αντίγραφο της Συµφωνίας και της Τραπεζικής Εγγύησης όπως είχε υπογραφεί αλλά ούτε ο κ. Παύλου ούτε οι Εναγόµενοι απάντησαν. Ο Εναγόμενος 1, δικηγόρος στο επάγγελμα και διευθύνοντας σύμβουλος των Εναγομένων 2, στην δική του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι ούτε ο ίδιος ούτε οι Εναγόμενοι 2 υπέγραψαν στις 12.4.10 ή σε οποιαδήποτε άλλη ηµεροµηνία ή έδωσαν οδηγίες ή εξουσιοδότησαν τους δικηγόρους που εµφανίζονταν για λογαριασµό τους στην Αίτηση Πτώχευσης 54/10 να υπογράψουν την Συµφωνία στην οποία αναφέρονται οι Ενάγοντες. Εκείνο που έκαναν οι Εναγόµενοι ήταν να εξουσιοδοτήσουν τους δικηγόρους που τους αντιπροσώπευαν να διαπραγµατευτούν τρόπους διευθέτησης της εν λόγω Αίτησης Πτώχευσης και η διαπραγµάτευση αυτή τελούσε υπό την αίρεση της τελικής έγκρισης της όποιας διευθέτησης, από τους Εναγόμενους. Για σκοπούς συµβιβασµού της Αίτησης Πτώχευσης ο Εναγόμενος 1 πρότεινε στους Ενάγοντες να τους δώσει Τραπεζική Εγγύηση για το ποσό της απόφασης ηµερ. 25.11.09 και των δικηγορικών εξόδων στην Αγωγή Ναυτοδικείου 2/
- Αν η πρόταση του γινόταν αποδεκτή τότε, επειδή δεν θα αναγκαζόταν να πληρώσει άµεσα το ποσό της πιο πάνω απόφασης και των δικηγορικών εξόδων, ήταν έτοιµος και πρόθυµος να επιβαρυνθεί τα έξοδα της παραχώρησης της Τραπεζικής Εγγύησης. Η πρόταση του όμως απορρίφθηκε από τους Ενάγοντες, οι οποίοι αντιπρότειναν να τους πληρώσουν οι Εναγόµενοι ολόκληροι το ποσό της απαίτησης και των δικηγορικών εξόδων και εκείνοι να παραχωρήσουν στους Εναγόμενους, τραπεζική εγγύηση για την επιστροφή του ποσού αυτού σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης 18/
- Εφόσον οι Ενάγοντες θα εισέπρατταν άµεσα το ποσό της απαίτησης και των δικηγορικών εξόδων στην πιο πάνω υπόθεση, ήταν λογικό και δίκαιο να επιβαρυνθούν εκείνοι µε τα όποια έξοδα έκδοσης της τραπεζικής εγγύησης. Κανένας εκ των Εναγομένων δεν γνώριζε για την ύπαρξη της Συµφωνίας ηµερ. 12.4.10 ή οποιασδήποτε άλλης ηµεροµηνίας, κατά το χρόνο της σύνταξης και/ή της υπογραφής της. Για πρώτη φορά ο Εναγόμενος 1 πληροφορήθηκε για την ύπαρξη κάποιας Συµφωνίας µε την επιστολή των δικηγόρων των Ενάγοντων ημερ. 3.4.14, η οποία επιδόθηκε στους Εναγόμενους στις 10.4.
- Οι Εναγόµενοι έχοντας άγνοια για την ύπαρξη της, µε επιστολή του δικηγορικού γραφείου Ω.Ν. ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. µε ηµερ. 23.4.14, ζήτησαν από τους δικηγόρους των Ενάγοντων όπως τους εφοδιάσουν µε αντίγραφο της Συµφωνίας, εκείνοι όµως δεν το έπραξαν. Οι Εναγόµενοι είδαν για πρώτη φορά την Συµφωνία όταν αυτή στάληκε µε φαξ στον δικηγόρο τους κ. Χριστάκη Παύλου από τους δικηγόρους των Ενάγοντων, στις 23.1.
- Αν τα πράγµατα είχαν εξελιχθεί όπως περιγράφονται από τους Ενάγοντες, τότε θα έπρεπε η Συµφωνία να καταχωρείτο στην δικαστική διαδικασία της Αίτησης Πτώχευσης και να γινόταν αναφορά στο πρακτικό του Δικαστηρίου, ότι δηλ. ο λόγος της απόσυρσης της Αίτησης Πτώχευσης ήταν η υπογραφή της Συµφωνίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε. Κανένας των Εναγομένων δεν οφείλει στους Ενάγοντες το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό και το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αγωγή µε έξοδα εναντίον των Εναγόντων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι στην έγγραφη μαρτυρία τους οι μάρτυρες των Εναγόντων αναφέρονται στα γεγονότα για τα οποία έχουν προσωπική γνώση ο καθένας ή σε περίπτωση που δεν έχουν προσωπική γνώση αποκαλύπτουν από πού αντλούν την γνώσης του αυτή. Περαιτέρω στις ένορκες δηλώσεις τους επισυνάπτουν και τα έγγραφα στα οποία αναφέρονται. Ξεκινώντας από την μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή συµµορφώνεται με τους κανόνες που θέτει η Δ.30 Κ.5
(5)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, προέρχεται από ανεξάρτητους μάρτυρες και δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Εναγομένων. Ως εκ των άνω γίνεται δεκτή. Όσον αφορά την μαρτυρία των Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί ως προς τα γεγονότα που αναφέρονται, ούτε και ως προς έγγραφα που επισυνάπτονται και τα οποία την στηρίζουν. Άλλωστε οι Εναγόμενοι ουσιαστικά δεν αμφισβητούν την ύπαρξη και υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας αλλά υποστηρίζουν ότι αυτή δεν τους δεσμεύει για τους λόγους που ισχυρίζονται. Από την άλλη υποστηρίζουν ότι η εν λόγω μαρτυρία, στο μέτρο που αφορά τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί της υπογραφή της Συμφωνίας δεν πρέπει να γίνει δεκτή καθότι κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με την νομολογία, για να καταδειχθεί η πραγματική πρόθεση των μερών. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Προκύπτει αβίαστα από όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου ότι ο λόγος της αναφοράς στις διαπραγματεύσεις από πλευράς των εν λόγω μαρτύρων δεν ήταν για να αποδείξουν την ύπαρξη της «πραγματικής πρόθεσης των μερών» σε αντίθεση με το γραπτό κείμενο της Συμφωνίας αλλά για να παραθέσουν, μέσα από το ιστορικό της υπόθεσης (περιλαμβάνοντας και σχετική αλληλογραφία), όλες τις περιστάσεις, οι οποίες οδήγησαν στην σύνταξη και υπογραφή της Συμφωνίας και τον σκοπό αυτής, στα πλαίσια απόδειξης της θέσης τους και αντίκρουση της αντίθετης δικογραφημένης θέσης των Εναγομένων, ότι δηλ. δεν δεσμεύονται από αυτήν καθότι υπογράφηκε για λογαριασµό τους από άγνωστο σ' αυτούς πρόσωπο, χωρίς την γνώση και έγκριση ή εξουσιοδότηση τους. Ενόψει δε των ανωτέρω κρίνω περαιτέρω ότι αυτά δεν έχρηζαν δικογράφησης και δεν μπορούν να θεωρηθούν εκτός των δικογραφημένων προτάσεων, ούτε και είναι άσχετα, ως επίσης υποστηρίζουν οι Εναγόμενοι. Είναι επίσης θέση των Εναγομένων ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 χαρακτηρίζεται από πλατειασμούς και επαναλήψεις και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει κατά την έναρξη της ακρόασης να ασκήσει την εξουσία που του παρέχει τη Δ.30 Κ.5
(5)και να καταδικάσει τους Ενάγοντες στην πληρωμή εξόδων γιατί επιχείρησαν να θέσουν με την μαρτυρία τους άσχετα θέματα ή γεγονότα ή που πλατειάζουν στην καταγραφή της ουσιαστικής μαρτυρίας. Αναφορικά με την πιο πάνω θέση θα πρέπει να λεχθεί ότι η Μ.Ε.3 δεν πλατειάζει στην καταγραφή της ουσιαστικής μαρτυρία της, η οποία είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και όχι εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών, ούτε και επαναλαμβάνει γεγονότα. Η έγγραφη μαρτυρία του Μ.Ε.4 είναι μεγαλύτερη από των άλλων μαρτύρων. Αυτό όμως δικαιολογείται κατά την κρίση μου εκ του ότι αυτός ήταν βασικά το πρόσωπο που είχε την πληρέστερη εικόνα των γεγονότων, όντας ο δικηγόρος ο οποίος χειρίστηκε, εκπροσωπώντας τους Ενάγοντες, τις σχετικές με τα επίδικα θέματα υποθέσεις. Δεν μου διαφεύγει δε ότι πράγματι σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του αναφέρεται σε γεγονότα που έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά. Από την άλλη όμως δεν θεωρώ ότι αυτό αποτελεί πλατειασμό καθότι φαίνεται ότι γίνεται στα πλαίσια παράθεσης του όλου ιστορικού της υπόθεσης και για πληρέστερη κατανόηση. Περαιτέρω κρίνω ότι με την μαρτυρία του δεν επιχειρεί να εισαγάγει άσχετα με την υπόθεση θέματα ούτε και ισχυρισμούς εκτός των δικογράφων. Ως εκ των άνω δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να καταδικασθούν οι Ενάγοντες στην πληρωμή εξόδων, ως εισηγούνται οι Εναγόμενοι. Όσον όμως αφορά την μαρτυρία του Μ.Ε.4 θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η όποια αναφορά του σε νομικά θέματα ή συμπεράσματα προκύπτοντα από τα γεγονότα και έγγραφα που εκθέτει, δεν αποτελεί μαρτυρία και δεν λαμβάνεται υπόψη. Αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να προβεί στον απαραίτητο δικανικό συλλογισμό που περιλαμβάνει την υπαγωγή στο Νόμο των πραγματικών γεγονότων στα οποία θα καταλήξει, ώστε να οδηγηθεί στην τελική του απόφαση. Με τις πιο πάνω διευκρινίσεις καταλήγω ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 γίνεται δεκτή. Από την άλλη ο Εναγόμενος 1 στην δική του ένορκη δήλωση, επί της ουσίας περιορίζεται στο να αρνηθεί ότι γνώριζε για την ύπαρξη της επίδικης Συμφωνίας και ισχυρίζεται ότι εξουσιοδότησε μεν τους δικηγόρους που τους αντιπροσώπευαν να διαπραγματευτούν κάποια διευθέτηση της Αίτησης Πτώχευσης αλλά ότι η υπογραφή της Συμφωνίας έγινε εν αγνοία και χωρίς τις οδηγίες ή την εξουσιοδότηση των Εναγομένων. Λαμβανομένων όμως υπόψην των περιβαλλουσών συνθηκών, κρίνεται ότι η όλη θέση του στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα δεν είναι λογικό:
(1)να εξουσιοδότησαν τους δικηγόρους τους για τέτοια διαπραγμάτευση,
(2)να μην αμφισβητεί το ότι όλες οι δηλώσεις που αυτοί έκαναν στο Δικαστήριο δεσμεύουν τους Εναγόμενους,
(3)να μην αμφισβητεί την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων, όπου πουθενά δεν αναφέρεται ότι η διευθέτηση τελεί υπό την τελική έγκριση των Εναγομένων,
(4)μετά την υπογραφή της Συμφωνίας οι Εναγόμενοι να εκτέλεσαν όλες τις υποχρεώσεις που είχαν με βάση αυτή (πλην της προβλεπόμενης από τον όρο 2), και παρά ταύτα να ισχυρίζεται ότι η όποια συμφωνία τελούσε υπό την αίρεση της έγκρισης τους και ότι δεν γνώριζαν για την επίδικη Συμφωνία που αποτέλεσε την διευθέτηση για την οποία εξουσιοδότησαν τους δικηγόρους τους. Ισχυρίζεται επίσης, αποφεύγοντας όμως να αναφέρει πότε και πως έγινε αυτό, ότι ο ίδιος για σκοπούς συµβιβασµού της Αίτησης Πτώχευσης πρότεινε στους Ενάγοντες να τους δώσει τραπεζική εγγύηση για το ποσό της απόφασης ηµερ. 25.11.09 και των δικηγορικών εξόδων στην Αγωγή Ναυτοδικείου 2/07 και ότι η πρόταση του απορρίφθηκε από τους Ενάγοντες, οι οποίοι αντιπρότειναν να τους πληρώσουν οι Εναγόµενοι ολόκληροι το ποσό της απαίτησης και των δικηγορικών εξόδων και εκείνοι να παραχωρήσουν στους Εναγόμενους τραπεζική εγγύηση για την επιστροφή του ποσού αυτού σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης 18/
- Ούτε όμως αυτή η θέση του ευσταθεί. Αυτό γιατί ουσιαστικά διαψεύδεται από την προαναφερόμενη αλληλογραφία, από την οποία φαίνεται ότι οι δικηγόροι του στις 13.1.10, με επιστολή προς τους δικηγόρους των Εναγόντων πρότειναν, προς αποφυγή καταχώρησης αίτησης αναστολής της διαδικασίας της ειδοποίησης πτώχευσης 33/10, να αποδεχθούν εγγράφως οι Ενάγοντες τέτοια αναστολή με αντάλλαγμα να καταβληθούν τα επιδικασθέντα έξοδα στους Ενάγοντες και να δοθεί γραπτή εγγύηση (όχι τραπεζική εγγύηση) του Εναγόμενου 1 για το εξ αποφάσεως χρέος (βλ. τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Μ.Ε.4). Στην απαντητική τους επιστολή ημερ. 18.1.10 οι δικηγόροι των Εναγόντων αντιπροτείνουν να πληρωθούν αυτοί το ποσό της απόφασης και να αναλάβει ο διευθυντής τους προσωπική ευθύνη και εγγύηση να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό κριθεί ως τέτοιο σε περίπτωση ανατροπής της απόφασης κατ' έφεση (βλ. τεκμήριο 3 στην ίδια ένορκη δήλωση). Η δε πρόταση να πληρώσουν οι Εναγόµενοι ολόκληρο το ποσό της απαίτησης και των δικηγορικών εξόδων και οι Ενάγοντες να τους παραχωρήσουν τραπεζική εγγύηση για την επιστροφή του ποσού αυτού σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, φαίνεται ότι έγινε για πρώτη φορά, στις 16.2.10 από τους δικηγόρους των Εναγομένων και όχι από τους Ενάγοντες (βλ. τεκμήριο 4 στην ίδια ένορκη δήλωση). Είναι δε παράδοξο και στοιχείο που επίσης καταδεικνύει την μη πειστικότητα της όλης θέσης του Εναγόμενου 1, το γεγονός ότι παρά τον ισχυρισμό του ότι εξουσιοδότησε τους δικηγόρους που τους αντιπροσώπευαν να διαπραγματευτούν κάποια διευθέτηση της Αίτησης Πτώχευσης και ενώ ως προκύπτει από την αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών, οι διαπραγματεύσεις έλαβαν κάποια έκταση και χρόνο (από τον Ιανουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 2010), το μόνο που ο ίδιος δηλώνει ότι γνωρίζει για αυτές είναι το αμέσως προαναφερόμενο. Οι δε αναφορές του σε νομικά θέματα ή συμπεράσματα, ως έχει λεχθεί και για τον Μ.Ε.4, δεν αποτελούν μαρτυρία και δεν λαμβάνονται υπόψη. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 δεν μπορεί να γίνει δεκτή και συναφώς απορρίπτεται. Ευρήματα Οι διάδικοι στην παρούσα Αγωγή υπήρξαν και διάδικοι στην Aγωγή Ναυτοδικείου αρ. 2/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεµεσού, (Aγωγή στο Ανώτατο Δικαστήριο αρ. 19/06), η οποία καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες εναντίον των Εναγοµένων 1 και 2 (στο εξής οι Εναγόµενοι) και εναντίον της εταιρείας WW Overseas Shipmanagement Ltd. Οι Εναγόµενοι 2 προηγουμένως ονοµάζονταν Panpa Estates & Investments Ltd και περί την 17.12.09 µετονοµάστηκαν σε Onopan Estates & Investments Limited. Στις 25.11.09 εκδόθηκε απόφαση, στην πιο πάνω Aγωγή Ναυτοδικείου, εναντίον των Εναγοµένων και της εταιρείας WW Overseas Shipmanagement Ltd και υπέρ των Εναγόντων, που τους διέτασσε να πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισµένα το ποσό των €62.449,38 µε τόκο 8% ετησίως από 25.6.06 µέχρι 14.10.08 και 5,5% ετησίως από 15.10.08 µέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα €6.142 µε τόκο 8% ετησίως από 25.5.06 µέχρι 14.10.08 και 5,5% ετησίως από 15.10.08 µέχρι εξοφλήσεως (στο εξής η Απόφαση). Οι Εναγόµενοι παρά τις επανειληµµένες εκκλήσεις των Εναγόντων για εξόφληση της Απόφασης και των δικηγορικών εξόδων, αρνούνταν και παρέλειπαν να πληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους µε αποτέλεσµα οι Ενάγοντες στις 26.1.10, να καταχωρήσουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, την Αίτηση Πτώχευσης αρ. 54/10, εναντίον του Εναγόµενου 1 (στο εξής η Αίτηση Πτώχευσης). Στη συνέχεια οι Εναγόµενοι µε την εταιρεία WW Overseas Shipmanagement Ltd καταχώρησαν, εναντίον της Απόφασης, την Έφεση αρ. 18/10 (στο εξής η Έφεση) και στις 26.3.10 αίτηση αναστολής εκτέλεσης της Απόφασης, µέχρι την εκδίκαση της Έφεσης. Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, τους Ενάγοντες εκπροσωπούσε, για το δικηγορικό γραφείο A.CHR. ΤΗΕΟΡΗΙLΟU LLC, ο δικηγόρος Μ.Ε.4, ο οποίος είχε προσωπικά τον χειρισµό των υποθέσεων, σε συνεργασία µε την επίσης δικηγόρο Μ.Ε.
- Κατά τον ίδιο χρόνο τους Εναγόμενους εκπροσωπούσε, για το δικηγορικό γραφείο Αντρέας Γιωρκάτζης & Σία, ο δικηγόρος κ. Νίκος Νικολάου. Με την εξουσιοδότηση των διαδίκων οι δικηγόροι αυτών προέβησαν σε διαπραγματεύσεις με σκοπό την διευθέτηση της Αίτησης Πτώχευσης και της αίτησης αναστολής εκτέλεσης. Στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων ανταλλάγηκε μεταξύ των διηγόρων σχετική αλληλογραφία. Έτσι στις 16.2.10 οι δικηγόροι των Εναγομένων με επιστολή τους προς τους δικηγόρους των Εναγόντων πρότειναν όπως πληρώσουν οι Εναγόµενοι ολόκληρο το ποσό της Απόφασης και των δικηγορικών εξόδων και οι Ενάγοντες να τους παραχωρήσουν τραπεζική εγγύηση για την επιστροφή του ποσού αυτού σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης. Σε απάντηση της επιστολής αυτής, με επιστολή τους ημερ. 17.2.10, οι δικηγόροι των Εναγόντων δήλωσαν ότι αποδέχονται την πιο πάνω πρόταση, με τον όρο όμως ότι εάν οι Εναγόμενοι αποτύχουν στην Έφεση να καταβάλουν στους Ενάγοντες τα έξοδα της τραπεζικής εγγύησης. Ο όρος δε αυτός αποτελούσε βασική προϋπόθεση για τους Ενάγοντες για την σύναψη οποιασδήποτε σχετικής συμφωνίας, εξ ου και τέθηκε από αυτούς και στην συνέχεια περιλήφθηκε σε όλη την αλληλογραφία που ακολούθησε, όταν στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων διαμορφωνόταν η συμφωνία διευθέτησης και ουδέποτε τέθηκε από πλευράς Εναγομένων θέμα μεταβολής του. Σε όλες τις εµφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εκδίκασης της Αίτησης Πτώχευσης, για τον Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενο 1, εµφανίστηκε ο δικηγόρος κ. Νίκος Νικολάου και για τους Αιτητές - Ενάγοντες, η Μ.Ε.3 (στις 2.3.10, 9.3.10, 15.3.10, 29.3.10 και 12.4.10) και ο Μ.Ε.4 στις 23.3.
- Στις 29.3.10 ενώ συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις, εμφανιζόμενος στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης, ο κ. Νικολάου ζήτησε από το Δικαστήριο ακόµα λίγο χρόνο, καθότι, ως είπε, είχαν «καταλήξει σχεδόν σε µια συµφωνία για αποπληρωµή του χρέους» και χρειάζονταν ακόµα λίγο χρόνο για ολοκλήρωση της συµφωνίας για να αποσυρθεί η Αίτηση Πτώχευσης. Η κα Σωκράτους συµφώνησε με το αίτηµα αυτό και έτσι η Αίτηση Πτώχευσης ορίστηκε στις 12.4.10 για ακρόαση. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίσθηκαν μέχρι και τις 12.4.10 το πρωί, οπόταν οι δικηγόροι των διαδίκων κατέληξαν στην σύνταξη σχετικής Συμφωνίας και σχετικής Τραπεζικής Εγγύησης. Στην συνέχεια την ίδια ημέρα αφού η κα Σωκράτους έλαβε οδηγίες από τον κ. Θεοφίλου, έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου όπου θα εμφανιζόταν για την Αίτηση Πτώχευσης, µονόγραψε και υπέγραψε στο όνοµα και για λογαριασµό των Εναγόντων την προαναφερόμενη Συµφωνία καθώς και την Τραπεζική Εγγύηση. Την ίδια ώρα και στην παρουσία της κας Σωκράτους ο κ. Νίκος Νικολάου, εκ µέρους του δικηγορικού γραφείου Αντρέα Γιωρκάτζη & Σία, µονόγραψε και υπέγραψε τα πιο πάνω έγγραφα στο όνοµα και για λογαριασµό των Εναγοµένων. Η Συμφωνία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, όπως µέχρι την αποπεράτωση της Έφεσης: (α) η Αίτηση Πτώχευσης και η αίτηση αναστολής εκτέλεσης αποσυρθούν, (β) οι Εναγόµενοι παραδώσουν στον δικηγόρο των Εναγόντων τραπεζική επιταγή εις διαταγή του για το ποσό των €87.841,91 και (γ) οι Ενάγοντες εξασφαλίσουν Τραπεζική Εγγύηση προς όφελος των Εναγόµενων για το ποσό των €87.841,
- Περαιτέρω σύµφωνα µε τον όρο 2, τα έξοδα της Τραπεζικής Εγγύησης θα βάρυναν τους Ενάγοντες µέχρι τελικής εκδίκασης της Έφεσης και σε περίπτωση που αυτή αποτύγχανε ή αποσυρόταν, τα έξοδα της Τραπεζικής Εγγύησης θα βάρυναν τους Εναγόµενους και θα έπρεπε να καταβληθούν σε 5 µέρες από την απόρριψη της Έφεσης. Στην συνέχεια την ίδια ημέρα δηλ. στις 12.4.10 η κα Σωκράτους και ο κ. Νικολάου εμφανίστηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και η κα Σωκράτους απέσυρε άνευ βλάβης την Αίτηση Πτώχευσης. Περαιτέρω οι Ενάγοντες εξασφάλισαν Τραπεζική Εγγύηση για το ποσό των €87.841,91 και την παρέδωσαν στους δικηγόρους τους. Οι Εναγόµενοι κατέβαλαν στους Ενάγοντες το ποσό των €87.841,91 (ήτοι το ποσό της Απόφασης και των δικηγορικών εξόδων) και οι Ενάγοντες, µέσω των δικηγόρων τους, έδωσαν στους Εναγόµενους την Τραπεζική Εγγύηση. Στις 11.9.13 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την Έφεση. Οι Ενάγοντες πλήρωσαν στην Τράπεζα όλα τα έξοδα για την έκδοση, χαρτοσήµανση και τις διαδοχικές ανανεώσεις της Τραπεζικής Εγγύησης, µέχρι και την απόσυρση της (η οποία έγινε στις 23.10.13), τα οποία ανήλθαν στο ποσό των €3.693,
- Παρά τα πιο πάνω οι Εναγόµενοι παρέλειψαν να συµµορφωθούν µε τον όρο 2 της Συµφωνίας δηλ. να καταβάλουν τα έξοδα της Τραπεζικής Εγγύησης. Οι Ενάγοντες, µέσω επιστολής των δικηγόρων τους προς τους δικηγόρους των Εναγομένων, απαίτησαν και κάλεσαν τους Εναγόµενους να συµµορφωθούν µε τις συµβατικές τους υποχρεώσεις και να προβούν σε εξόφληση του πιο πάνω ποσού. Τελικά, η προφορική απάντηση του κ. Ανδρέα Γιωρκάτζη, στον κ. Θεοφίλου, µετά από κάποιους µήνες, ήταν πως δεν εκπροσωπούσαν πλέον τους Εναγόµενους. Γι' αυτό και στη συνέχεια ο κ. Θεοφίλου έδωσε οδηγίες στην κα Σωκράτους και προώθησε επιστολή µέσω ιδιώτη επιδότη προς τους Εναγόµενους µε ηµερ. 3.4.
- Προς απάντηση της επιστολής αυτής έλαβαν επιστολή ηµερ. 23.4.14 των Κ.Κ. Π.Ν.ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., µε την οποία επιβεβαίωναν λήψη της επιστολής και µεταξύ άλλων ζητούσαν να τους εφοδιάσουν µε αντίγραφο της Συµφωνίας. Το αντίγραφο αυτής δόθηκε στον δικηγόρο των Εναγοµένων κ. Χριστάκη Παύλου σε συνάντηση που είχε ο κ. Θεοφίλου μαζί του και ο κ. Παύλου ανέλαβε να δώσει την θέση των πελατών του, αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση. Στις 23.1.15 στάληκε ξανά επιστολή µέσω τηλεοµοιότυπου προς τον κ. Παύλου µε επισυνηµµένο αντίγραφο της Συµφωνίας και της Τραπεζικής Εγγύησης αλλά ούτε ο κ. Παύλου ούτε οι Εναγόµενοι απάντησαν. Οι Εναγόμενοι μέχρι σήμερα δεν πλήρωσαν το αξιούμενο ποσό. Νομική πτυχή Διαφωτιστική ως προς το νομικό θέμα που εγείρεται στην παρούσα είναι η υπόθεση Καλαμαράς ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1989)1E Α.Α.Δ. 343, όπου γίνεται αναφορά στην In Re Charalambous
(1985)1 Α.Α.Δ. 746 αλλά και σε αγγλική νομολογία. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση ο διάδικος δεσμεύεται έναντι των αντιδίκων του ακόμα και από δηλώσεις ή συμβιβασμούς με πολύ σοβαρότερες συνέπειες γι' αυτόν, που ο διορισμένος δικηγόρος του κάμνει για λογαριασμό του στη διαδικασία που τον αντιπροσωπεύει, ακόμα και στην απουσία του πελάτη του, υπό τον όρο, βέβαια, ότι τέτοιες δηλώσεις ή συμβιβασμοί αναφέρονται στο επίδικο θέμα της διαδικασίας και όχι σε "παράλληλα" (collateral) θέματα. Στην υπόθεση Strauss v. Francis [1866] Q.B. 379 (στην οποία παραπέμπει η πιο πάνω απόφαση) τονίσθηκε ότι όταν, όπως γίνεται συνήθως ο δικηγόρος διορίζεται χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό να διεξάγει μια νομική διαδικασία, έχει προφανή πληρεξουσιότητα να κάμει οτιδήποτε που κατά την κρίση του θεωρεί ότι εξυπηρετεί το συμφέρον του πελάτη του και αν, μέσα στα πλαίσια αυτής της πληρεξουσιότητας, συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία με τον αντίδικο δικηγόρο αναφορικά με το επίδικο θέμα, η συμφωνία αυτή μόνο δεσμευτική μπορεί να κριθεί. Όσον αφορά την έκταση της σιωπηρής πληρεξουσιότητας (ostensible authority) του δικηγόρου να δεσμεύσει τον πελάτη του αναφορικά με κάποιο συμβιβασμό που κάνει, στην ίδια υπόθεση γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Waugh and Others v. H.B. Clifford & Sons Ltd. and Others [1982] 1 All E.R. 1095, όπου λέχθηκε ότι ένα θέμα θα πρέπει να κριθεί σαν "παράλληλο" (collateral) στην αγωγή και, επομένως, πέραν της σιωπηρής πληρεξουσιότητας του δικηγόρου, μόνο στην περίπτωση που καθαρά περιλαμβάνει θέμα ξένο και άσχετο προς την αγωγή. Η αρχή που διέπει το υπό κρίση θέμα διατυπώθηκε στην υπόθεση In Re Charalambous ως ακολούθως: «The law thus became well established that the solicitor or counsel retained in an action has an implied authority as between himself and his client to compromise the suit without reference to the client, provided that the compromise does not involve matter 'collateral to the action'; and ostensible authority, as between himself and the opposing litigant, to compromise the suit without actual proof of authority, subject to the same limitation; and that a compromise does not involve 'collateral matter' merely because it contains terms which the court not have ordered by way of judgment in the action». Ως δε λέχθηκε στην Θεμιστοκλέους ν. Sunrise Clothing Industry Limited
(2000)1Α Α.Α.Δ. 547, εξ ορισμού η εντολή προς εκπροσώπηση του διαδίκου περιλαμβάνει κάθε μέτρο που έχει σχέση με το αποτέλεσμα της δίκης. Η εντολή του δικηγόρου (προς εκπροσώπηση διαδίκου), εκτείνεται εν πάση περιπτώσει μέχρι την οριστική επίλυση του επιδίκου θέματος. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Εταιρείας Τεχνικών Έργων Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 94, αναφορά έγινε στην Langdale ν. Danby [1982] 3 All E.R. 129 (HL), όπου αποφασίστηκε ότι παραστάσεις στις οποίες ο διάδικος προβαίνει, μέσω του δικηγόρου του, προς τον αντίδικο του στο πλαίσιο της δίκης, μπορεί να οδηγήσουν στη θεμελίωση εξ υποσχέσεως κωλύματος εφόσον: (α) είναι σαφείς, (β) ο αντίδικος βασίζεται σ' αυτές και αναπροσαρμόζει τη θέση του σε βαθμό και έκταση που (γ) θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον πρώτο διάδικο να αποστεί από τις παραστάσεις του. Η αδικία προκύπτει από τη ζημία που θα προκαλείτο στον δεύτερο διάδικο εάν εκαλείτο να επιστρέψει στην κατάσταση πραγμάτων που υπήρχε πριν τροποποιήσει τη θέση του. Στην Πήττα κ.α. ν. Δήμου Στροβόλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 126/2010, ημερ. 26.4.15, λέχθηκε ότι ο δικηγόρος αντιπροσωπεύει τον πελάτη του και στη βάση της φαινόμενης πληρεξουσιότητας (ostensible authority) οι παραδοχές και οι διαβεβαιώσεις στις οποίες προβαίνει δεσμεύουν τον πελάτη του. Στην ίδια υπόθεση παρατέθηκε και το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 253: «Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή'. (HadjiYiannis v. Attorney-General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 32). Το Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του (
- i)Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T. 598). (
- ii)Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd. v. High Trees House Ltd. [1947] 1 K.B. 130) και (iii) Περιουσιακού Κωλύματος.» Τέλος στην Marketventures Ltd v. Καλλικά
(2010)1Α Α.Α.Δ 48, παρατέθηκε το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Κατερίνας Δημήτρη
(1999)1 Α.Α.Δ. 551: «Οι συνέπειες από τη φαινόμενη πληρεξουσιότητα βρίσκουν έρεισμα κατά τα επικρατούντα, στις αρχές του κωλύματος (estoppel) που αποτελούν μέρος του δικαίου μας κατά το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/
- αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε βέβαια προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ότι αποκλείονται από τις διατάξεις του Κεφ.
- (βλ. σχετικά Παΐκκος v. Κοντεμενιώτη
(1989)1 C.L.R. 50). Βρίσκεται στον πυρήνα της δέσμευσης η εμφάνιση των πραγμάτων όπως αυτή μπορεί να συνδεθεί προς παράσταση, ρητή ή με τη συμπεριφορά. Κωλύεται εκείνος που παριστά ή που επιτρέπει με αυτό τον τρόπο να παρίσταται άλλος ως αντιπρόσωπός του, να αρνηθεί δέσμευση όταν ο τρίτος, στηριγμένος σ' αυτή την παράσταση, ενεργεί προς βλάβη του ή, ακόμα ευρύτερα, διαφοροποιεί τη θέση του.» Συμπεράσματα Στην παρούσα οι Εναγόμενοι εξουσιοδότησαν τους δικηγόρους τους να προβούν σε διαπραγματεύσεις με σκοπό την διευθέτηση της Αίτησης Πτώχευσης και της αίτησης αναστολής εκτέλεσης. Αυτό ουσιαστικά το δέχεται και ο Εναγόμενος
- Η θέση του δε ότι η όποια συμφωνία στην οποία θα κατέληγαν οι δικηγόροι τελούσε υπό την αίρεση της τελικής έγκρισης των Εναγομένων, δεν έγινε δεκτή για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει άλλωστε ούτε από την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε από τους δικηγόρους στον πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, οι οποίες να σημειωθεί κράτησαν περίπου 3 μήνες (από τον Ιανουάριο του 2010 μέχρι τον Απρίλιο του ίδιου έτους), ούτε και από δηλώσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, ως φαίνεται από τα πρακτικά της Αίτησης Πτώχευσης. Η συμφωνία λοιπόν στην οποία κατέληξαν οι δικηγόροι των Εναγομένων με τους δικηγόρους των Εναγόντων και υπογράφηκε από αυτούς, έγινε προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων των διαδίκων και για λογαριασμό αυτών, στα πλαίσια των διαδικασιών που τους αντιπροσώπευαν και ιδιαίτερα στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης, τα θέματα της οποίας αφορούσε άμεσα και δεν ήταν "παράλληλα" εν τη εννοία της προαναφερθείσας νομολογίας. Ως εκ των άνω και λαμβανομένων υπόψην και των προαναφερόμενων νομικών αρχών, η Συμφωνία αυτή δεν μπορεί παρά να δεσμεύει και τους δύο διαδίκους. Το γεγονός ότι η ύπαρξη της και το περιεχόμενο της Συμφωνίας δεν δηλώθηκε στο Δικαστήριο κατά την απόσυρση της Αίτησης Πτώχευσης, δεν μεταβάλλει κατά την κρίση μου τα ανωτέρω καθότι πουθενά από τη νομολογία δεν προκύπτει ότι κάτι τέτοιο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω θα πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα: Ο όρος 2 της Συμφωνίας αποτελούσε για τους Ενάγοντες βασική προϋπόθεση για την σύναψη αυτής. Τέθηκε δε από αυτούς από τα αρχικά στάδια των διαπραγματεύσεων, έγινε δεκτός από την άλλη πλευρά και ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Η όλη δε Συμφωνία, ως τελικά διαμορφώθηκε και υπογράφηκε, ήταν σαφής και αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για τους Ενάγοντες για να αποσύρουν την Αίτηση Πτώχευσης. Δυνάμει λοιπόν της Συμφωνίας αυτής οι Ενάγοντες τηρώντας τις δικές τους υποχρεώσεις απέσυραν την Αίτηση Πτώχευσης, εξασφάλισαν Τραπεζική Εγγύηση για το ποσό των €87.841,91, η οποία παραδόθηκε στους Εναγόμενους και πλήρωσαν όλα τα έξοδα της Τραπεζικής Εγγύησης. Στηριζόμενοι λοιπόν σε αυτήν διαφοροποίησαν την θέση τους και έδρασαν προς βλάβη τους. Ακόμη και οι ίδιοι οι Εναγόμενοι τήρησαν τους όρους της Συμφωνίας πλην του όρου
- Η όλη συμπεριφορά αυτών τόσο πριν όσο και μετά την Συμφωνία και αυτή η ίδια η Συμφωνία θεμελίωσαν, κατά την κρίση μου, κώλυμα λόγω συμπεριφοράς, το οποίο εμποδίζει τους Εναγομένους από του να αρνηθούν την δέσμευση τους από τους όρους της Συμφωνίας, κάτι το οποίο εάν επιτρεπόταν θα ήταν άδικο για τους Ενάγοντες. Εν πάση λοιπόν περιπτώσει η μη τήρηση από πλευράς των Εναγομένων του όρου 2 της Συμφωνίας δηλ. η μη πληρωμή των εξόδων της Τραπεζικής Εγγύησης μετά την απόρριψη της Έφεσης, συνιστά παράβαση της Συμφωνίας, που δίδει δικαίωμα στους Ενάγοντες να τους επιδικασθεί το ποσό των εν λόγω εξόδων που αυτή κατέβαλαν στην Τράπεζα. Τέλος δεν μου διαφεύγει ότι η Συμφωνία δεν είναι χαρτοσημασμένη, ως απαιτείται δυνάμει του άρθρου 4 του περί Χαρτοσήμων Νόμου 19/
- Όμως η μη δέουσα χαρτοσήμανση μιας τέτοιας Συμφωνίας δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της. Απλά είναι απαραίτητη για να κατατεθεί ως τεκμήριο σε δικαστική διαδικασία, για να γίνει δηλ. αποδεκτή ως μαρτυρικό υλικό, όπως προβλέπεται στο άρθρο 36 του Νόμου 19/
- Οι Ενάγοντες όφειλαν λοιπόν να προβούν στην χαρτοσήμανση της πριν καταθέσουν την Συμφωνία ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Ούτε όμως η παράλειψη αυτή καθιστά άκυρη την Συμφωνία. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο έχει κατά πάντα χρόνο, δυνάμει του άρθρου 35
(2)του ίδιου Νόμου, την εξουσία να διατάξει την καταβολή του µη καταβληθέντος τέλους χαρτοσήµου μαζί με το σχετικό πρόστιμο (βλ. Maximos Court Ltd v. Πιερή κ.α.
(2001)1Β Α.Α.Δ. 87 και Αναφορικά με την Αίτηση της Joint Stock Commercial Bank "Bank of Moscow" (Open Joint Stock Company), Πολ. Αιτ. Αρ. 151/15, ημερ. 23.11.15). Κατάληξη Ως εκ των άνω κρίνεται ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στον απαραίτητο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Καταληκτικά εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €3.693,16 με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. Εξασκώντας δε την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 35
(2)του περί Χαρτοσήμων Νόμου 19/63, δίδονται οδηγίες στους Ενάγοντες όπως προβούν στην δέουσα χαρτοσήμανση της Συμφωνίας, καταβάλλοντας τα τέλη χαρτοσήμανσης και το πρόστιμο που προβλέπεται στον ίδιο Νόμο. Η παρούσα απόφαση να μην συνταχθεί παρά μόνο όταν οι Ενάγοντες συμμορφωθούν πλήρως με τις πιο πάνω οδηγίες. (Υπ.)............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Τελική - Παράβαση συμφωνίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο