← Κύπρος

AΝΤΡΟΥΛΛΑ ΠΙΠΟΝΙΑ κ.α. ν. ΜΤΝ CYPRUS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2701/16, 26/10/2017

AΝΤΡΟΥΛΛΑ ΠΙΠΟΝΙΑ κ.α. ν. ΜΤΝ CYPRUS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2701/16, 26/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A352 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2701/16 Μεταξύ:

  1. AΝΤΡΟΥΛΛΑ ΠΙΠΟΝΙΑ
  2. ΕΥΔΟΚΙΑ ΜΑΡΚΟΥ Εναγουσών και
  3. ΜΤΝ CYPRUS LIMITED
  4. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ (ΠΑΜΠΟΣ) ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
  5. ΜΑΡΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγομένων Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 26.10.2017 Για τις Ενάγουσες - Αιτήτριες: κ. Ν. Καλλής. Για Εναγόμενους 1 - Καθ' ων η αίτηση: κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι Ενάγουσες αξιώνουν τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι να λειτουργούν και/ή να χρησιμοποιούν σταθμό βάσης καμουφλαρισμένης κεραίας κινητής τηλεφωνίας επί της οδού Περικλείτου 7, περιοχή Αγίου Σπυρίδωνα, στην Λεμεσό. Β. Διάταγμα το οποίο να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως απομακρύνουν άμεσα τον προαναφερόμενο σταθμό βάσης καμουφλαρισμένης κεραίας κινητής τηλεφωνίας. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να επανατοποθετήσουν και/ή επαναλειτουργήσουν στην οδό Περικλείτου οποιονδήποτε σταθμό βάσης κεραίας κινητής τηλεφωνίας. Δ. Οιανδήποτε περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή, δίκαιη και αναγκαία για την προστασία της υγείας των κατοίκων της περιοχής και ειδικότερα των Εναγουσών. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 21.9.16 και την ίδια ημέρα οι Ενάγουσες καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ως ακολούθως: Α. Διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 όπως αμέσως παύσουν και/ή διακόψουν την λειτουργία και/ή την χρήση καθ' οιονδήποτε τρόπο του σταθμού βάσης καμουφλαρισμένης κεραίας κινητής τηλεφωνίας και/ή άλλως πως μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα άμεσης απομάκρυνσης του σταθμού βάσης καμουφλαρισμένης κεραίας κινητής τηλεφωνίας, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στην Δ.48 Κ.1, 2 και 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 23 του Συντάγματος, στο Δίκαιο της επιείκειας, στη Νομολογία, στην διακριτική ευχέρεια και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2, η οποία είναι και η μητέρα της Ενάγουσας
  6. Στις 26.9.16, όταν ήταν ορισμένη η αίτηση, δόθηκε από το Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και η αίτηση ορίσθηκε για τον σκοπό αυτό στις 30.9.
  7. Στις 29.9.16 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Χριστίνας Περικλέους. Στις 30.9.16 διατάχθηκε όπως η αίτηση επιδοθεί στους Εναγόμενους. Ορίσθηκε για τον σκοπό αυτό στις 10.10.
  8. Κατά την ημερομηνία εκείνη, αφού προηγήθηκε η επίδοση τόσο της αίτησης όσο και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στους Εναγόμενους 1, 2 και 3, εμφανίσθηκε δικηγόρος για τους Εναγόμενους 1 και ζήτησε χρόνο όπως καταχωρήσει ένσταση ενώ καμία εμφάνιση υπήρξε για τους Εναγόμενους 2 και
  9. Η ένσταση των Εναγομένων 1 καταχωρήθηκε στις 19.10.16 και με αυτή εγείρονται βασικά οι ακόλουθοι λόγοι:
  10. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη: (α) καθότι τα γεγονότα και/ή τα τεκμήρια πάνω στα οποία στηρίζεται δεν δημιουργούν το υπόβαθρο και/ή δεν παρέχουν έρεισμα και/ή δεν συνηγορούν στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (β) καθότι ο σταθμός βάσης καμουφλαρισμένης κεραίας κινητής τηλεφωνίας έχει τοποθετηθεί νόμιμα, μετά από άδεια που έχει ληφθεί από τον Δήμο Λεμεσού. (γ) καθότι με βάση εμπεριστατωμένες μελέτες που διενεργήθηκαν στην βάση Ευρωπαϊκών προτύπων και αφορούσαν τη μέτρηση των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων στο σημείο που είναι εγκατεστημένος ο σταθμός βάσης κεραίας κινητής τηλεφωνίας, η έκθεση του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία είναι πολύ χαμηλότερη από τα Εθνικά Όρια Έκθεσης.
  11. Τα τεκμήρια και/ή μαρτυρία που επισυνάπτονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία και/ή είναι αμφισβητούμενα καθότι: (α) η αίτηση υποστηρίζεται από μαρτυρία και/ή τεκμήρια τα οποία δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία και/ή η αποδεικτική τους αξία στο μέτρο που αφορούν έρευνα που έχει γίνει από μη εγκεκριμένο μελετητή είναι αμφισβητούμενη. (β) τα τεκμήρια αυτά δεν μπορούν να ληφθούν καν υπόψη καθότι έχουν ετοιμαστεί από πρόσωπο, για το οποίο όμως δεν υπάρχει η δυνατότητα στην πλευρά των Εναγομένων 1 να αντεξετάσουν, ούτε αναφορικά με την κατάρτιση του, ούτε αναφορικά με τα ευρήματα του.
  12. Δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια και/ή λογική συνάφεια μεταξύ των ισχυριζόμενων προβλημάτων υγείας και θανάτων από καρκίνο αφενός και της εγκατάστασης του σταθμού βάσης κεραίας κινητής τηλεφωνίας αφ' ετέρου, και γενικότερα με την πιθανότητα βλάβης στην υγεία των Εναγουσών.
  13. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων καθότι: (α) αποκαλύπτεται υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. (β) δεν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, η οποία να συνδέει την εγκατάσταση του σταθμού βάσης κεραίας κινητής τηλεφωνίας με την πιθανή πρόκληση βλάβης στην υγεία των Εναγουσών. (γ) δεν υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας των Εναγουσών στην αγωγή τους. (δ) σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων η ζημιά, την οποία θα υποστούν οι Εναγόμενοι 1 θα είναι ανεπανόρθωτη και δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα και/ή εν πάση περιπτώσει οι Ενάγουσες δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα αποζημίωσης των Εναγομένων
  14. Οι Εναγόμενοι 1 διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία και δύνανται να αποζημιώσουν τις Ενάγουσες σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της αγωγής.
  15. Με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ουσιαστικά αποφασίζεται η τύχη της αγωγής. Η ένσταση των Εναγομένων 1, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αναστασίας Λοΐζου, η οποία εργάζεται για αυτούς, ως εσωτερική νομική σύμβουλος. Στο σημείο αυτό, για σκοπούς οικονομίας της απόφασης, δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το περιεχόμενο των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων. Σχετική αναφορά θα γίνει στην συνέχεια, στο μέτρο που αυτό κριθεί αναγκαίο. Στα πλαίσια ακρόασης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Οι αγορεύσεις αυτές έχουν μελετηθεί προσεκτικά, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάλειψης στο σημείο αυτό. Νομική πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Odysseos v. Pieris Estates and another

(1982)1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, και
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως και πάλι δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos ανωτέρω, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι. Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση δηλ. να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις ("pleadings"). Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία δηλ. πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον Ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Δηλ. πρέπει να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον Ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των οποιωνδήποτε αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων το φέρει ο Αιτητής (βλ. Iacovou Brothers v Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1377). Εξέταση της αίτησης Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς οι αναφορές στην έκθεση απαίτησης, ότι από την λειτουργία του σταθμού βάσης καμουφλαρισμένης κεραίας κινητής τηλεφωνίας (στο εξής «η κεραία») «δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος για την δημόσια υγεία» (παρ. 4), «οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την προστασία της υγείας του κοινού και/ή των περιοίκων» σε συνδυασμό με την υπό το (Δ) αξιούμενη θεραπεία, στο μέτρο που αναφέρεται σε θεραπεία «αναγκαία για την προστασία της υγείας των κατοίκων της περιοχής», παραπέμπουν σε άσκηση λαϊκής ή δημοτικής αγωγής («actio popularis»), έννομου διαβήματος που όμως το κοινοδίκαιο αλλά και το Σύνταγμα μας, δεν αναγνωρίζουν στο δικαϊικό μας σύστημα (βλ. Ttofinis ν. Theocharides and another
(1983)2 C.L.R. 363, Pitsillos v. C.B.C.
(1982)3 C.L.R. 208 και Thanos Club Hotel Ltd. κ.α. ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου κ.α.
(2000)3 Α.Α.Δ. 323). Η παρούσα αίτηση δεν μπορεί λοιπόν παρά να εξετασθεί μόνο στο μέτρο που αφορά την διαφορά ανάμεσα στους συγκεκριμένους διαδίκους. H παρούσα αγωγή είναι ουσιαστικά προληπτική («quia timet») εφόσον η βλάβη την οποία επικαλούνται οι Ενάγουσες είναι απλώς επαπειλούμενη, δηλ. δεν έχει ακόμη επέλθει και σκοπός της αγωγής είναι να εμποδίσει την επαπειλούμενη παραβίαση των δικαιωμάτων τους από τους Εναγόμενους. Δικαίωμα για έγερση τέτοιας αγωγής έχει αναγνωρισθεί και στην Κυπριακή νομολογία και συγκεκριμένα στην Parico Aluminium Desings Ltd v. Muskita Aluminium Co κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 215, όπου γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 24, παρ. 832, στο οποίο αναφέρεται ότι όπου ένας Ενάγοντας αποδεικνύει ότι έχει δικαίωμα το οποίο έχει παραβιασθεί και ότι επαπειλείται περαιτέρω παραβίαση σε σημαντικό βαθμό, δικαιούται σε απαγορευτικό διάταγμα για να εμποδίσει την επαπειλούμενη παραβίαση με βάση τις συνηθισμένες αρχές χορήγησης απαγορευτικών διαταγμάτων. Λαμβάνοντας υπόψην και το δεδομένο αυτό κρίνω ότι από την έκθεση απαίτησης στην παρούσα αγωγή αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση, η οποία αφορά την διεκδίκηση από τις Ενάγουσες (στο εξής οι Αιτήτριες), διαφόρων θεραπειών με τις οποίες να διαταχθούν ουσιαστικά οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3), (οι Εναγόμενοι 1 ως εταιρεία που ασχολείται με τηλεπικοινωνίες και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως τα πρόσωπα, τα οποία επέτρεψαν στους Εναγόμενους 1 την εγκατάσταση της κεραίας στην οροφή της κατοικίας τους), να σταματήσουν την λειτουργία της κεραίας, να την απομακρύνουν και να μην επανατοθετήσουν άλλη τέτοια στην συγκεκριμένη οδό, όπου διαμένουν, ώστε να προστατευθούν οι Ενάγουσες και τα ανήλικα τέκνα της μιας εξ αυτών από την επαπειλούμενη βλάβη στην υγεία τους, λόγω της εκπεμπόμενης, πολύ πιο πάνω από το κανονικό όριο, ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. Όσον δε αφορά την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, οι Αιτήτριες υποστηρίζουν ότι και αυτή πληρούται, με βάση τα ακόλουθα στοιχεία που εκθέτουν στις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την αίτηση τους: Οι Αιτήτριες διαμένουν στην οδό Περικλείτου 10 στον Άγιο Σπυρίδωνα στην Λεμεσό. Οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 είναι σύζυγοι και διαμένουν στην ίδια οδό, στον αρ.
  1. Σε άγνωστη για τις Αιτήτριες ημερομηνία οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 επέτρεψαν όπως οι Καθ' ων η αίτηση 1, τοποθετήσουν στην ταράτσα της κατοικίας τους την επίδικη κεραία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκπέμπεται ακτινοβολία ψηλής συχνότητας επί της πιο πάνω οδού και να δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος για τη υγεία των Αιτητριών και των ανηλίκων τέκνων της Αιτήτριας
  2. Παρά τις επανειλημμένες συστάσεις των Αιτητριών αλλά και άλλων γειτόνων, οι Καθ' ων η αίτηση εξακολουθούν να διατηρούν την κεραία σε λειτουργία, προκαλώντας καθημερινά μεγαλύτερη ζημιά στην υγεία των Αιτητριών και των ανηλίκων τέκνων της Αιτήτριας 1 και ο κίνδυνος να προσβληθούν από πολύ σοβαρή ανίατη ασθένεια καθημερινά αυξάνεται. Προς επίρρωση των πιο πάνω παραπέμπουν σε έκθεση ειδικού (επισυνάπτουν ως τεκμήριο 1, «Έκθεση Μέτρησης και Επιπέδων Έκθεσης Κινδύνου από Ηλεκτρομαγνητική Ακτινοβολία Υψηλής Συχνότητας» ημερ. 26.4.16). Επίσης αναφέρουν ότι από έρευνα που έχουν κάνει έχουν διαπιστώσει ότι ήδη αρκετά άτομα κάθε ηλικίας έχουν προσβληθεί από ανίατη ασθένεια εντός της πιο πάνω οδού και ότι τούτο προφανώς οφείλεται στην εκπομπή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από την συγκεκριμένη κεραία αφού τίποτε άλλο στην περιοχή υπάρχει που να εκπέμπει τέτοια ακτινοβολία. Στην προαναφερόμενη έκθεση, η οποία συντάχθηκε από τον Τεχνικό Σύμβουλο της εταιρείας ΗΜΠ-Υπηρεσίες Λτδ, Ανδρέα Νεοκλέους, αυτός καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα και παρατηρήσεις: Οι μέγιστες τιμές της έντασης της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας υψηλής συχνότητας, στα διάφορα σημεία της περιοχής όπου έγιναν οι μετρήσεις, είναι πολύ ψηλότερες από το 1μ W/m square και συγκεκριμένα είναι χιλιάδες φορές πάνω από το κανονικό όριο που θέτει η Αυστριακή Ένωση των Γιατρών. Καταλήγει ότι «Είναι φανερό ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος για την δημόσια υγεία και ιδίως για τα παιδιά που επηρεάζονται περισσότερο από την ακτινοβολία. Μετά από έρευνα στην οδό Περικλείτου οι περισσότεροι κάτοικοι υποφέρουν πονοκεφάλους και ημικρανίες και τελευταία 8 τουλάχιστον άτομα έχουν πεθάνει από καρκίνο. Επιπρόσθετα πρέπει να υπάρχουν άλλα άτομα που υποφέρουν από καρκίνο και άλλες σοβαρές ασθένειες που αναφέρονται στην έκθεση των γιατρών αλλά δεν θέλουν να γίνουν γνωστά τα ονόματα τους. Τελευταία μια γυναίκα γέννησε μωρό με σοβαρό πρόβλημα στον εγκέφαλο που ως γνωστό, σύμφωνα με την ιατρική έκθεση, μπορεί να προκληθεί από την βλαβερή επίδραση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και κυρίως τα πολύ υψηλά επίπεδα έκθεσης του κοινού και των παιδιών στην ακτινοβολία, επιβάλλεται η άμεση απομάκρυνση της κεραίας από την περιοχή». Στην ίδια έκθεση αναφέρεται εισαγωγικά ότι όσον αφορά τα συμπεράσματα λήφθηκαν υπόψην τα όρια που έχουν συσταθεί από την Αυστριακή Ένωση των Γιατρών και συγκεκριμένα ότι για ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία υψηλής συχνότητας η ένταση της στα κανονικά όρια, ώστε να υπάρχει πλήρης προστασία, πρέπει να είναι μικρότερη του 1μ W/m square. Περαιτέρω αναφέρεται ότι δεν είναι αποδεκτά τα υψηλά όρια που θέτει η ICNIRP και κάθε άλλο ίδρυμα που δέχεται τα όρια αυτής και την μεθοδολογία μέτρησης που ακολουθεί. Από το 2000 διάφορες ομάδες επιστημόνων δημοσίευσαν και υποστήριξαν χαμηλά όρια για προστασία από ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Το Συμβούλιο της Ευρώπης δημοσίευσε Συστάσεις για προστασία από ηλεκτρομαγνητικά πεδία και εισηγήθηκε χαμηλά όρια. Επίσης η Διεθνής Επιτροπή για την Έρευνα στον Καρκίνο κατέταξε τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία σαν πιθανά καρκινογόνα για τον άνθρωπο. Τέλος παραπέμπει στις οδηγίες από την Αυστριακή Ένωση των Γιατρών για την διάγνωση και θεραπεία προβλημάτων υγείας και ασθενειών που έχουν σχέση με ηλεκτρομαγνητικά πεδία, η οποία συστήνει χαμηλά όρια τα οποία υιοθετούνται στην έκθεση. Από την άλλη οι Καθ' ων η αίτηση 1 αφού δέχονται ότι πράγματι έχουν τοποθετήσει την κεραία στην οροφή του κτιρίου των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, κατόπιν συμφωνίας ενοικίασης με τις εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες του κτιρίου και αναφέρουν ότι η εγκατάσταση της κεραίας έγινε νόμιμα καθότι είχαν χορηγηθεί τόσο πολεοδομική άδεια όσο και άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή δηλ. τον Δήμο Λεμεσού, αρνούνται ότι τυχόν ανίατη ασθένεια που έχει προσβάλει τους περιοίκους οφείλεται στην εν λόγω κεραία ή στην ακτινοβολία που αυτή εκπέμπει. Προς επίρρωση της δικής τους θέσης επισυνάπτουν ως Τεκμήριο 2 μελέτη με τίτλο «Τεχνική Έκθεση Αποτελεσμάτων Μετρήσεων Ηλεκτρομαγνητικής Ακτινοβολίας», η οποία έγινε για την επίδικη κεραία, από εταιρεία που είναι εγκεκριμένη - διαπιστευμένη για να διενεργεί τέτοιες, από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δηλαδή το Τμήμα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών του Υπουργείου Μεταφορών Επικοινωνιών και Έργων (στο εξής ΤΗΕ). Αναφέρουν ότι η μελέτη αφορά τον υπολογισμό και αξιολόγηση των επιπέδων έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία και της σύγκρισης τους με τα Επιτρεπτά Όρια Έκθεσης, όπως αυτά καθορίζονται από τις Ευρωπαϊκές Συστάσεις και την Παγκόσμια Επιτροπή Προστασίας από Μη-ιοντίζουσα Ακτινοβολία (ICNIRP). Η μεθοδολογία των μετρήσεων στην έκθεση συνάδει πλήρως με αυτήν που απαιτείται από το ΤΗΕ. Επίσης η μεθοδολογία των μετρήσεων βασίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύσταση Μέτρησης Μη-ιοντίζουσας Ακτινοβολίας (EEC/REC/
(02)04), η οποία καθορίζει τις διαδικασίες και μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούνται. Περαιτέρω η διενέργεια των μετρήσεων έγινε σύμφωνα με το πρότυπο CYS EN 50492:2008. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων (η μελέτη έγινε με τρόπο ώστε να παρουσιάζει το χειρότερο δυνατό σενάριο) και στα τρία διαφορετικά σημεία όπου έγιναν, έδειξαν ότι η έκθεση του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία είναι πολύ πιο χαμηλή από τα Εθνικά Όρια Έκθεσης, τα οποία έχουν καθοριστεί από το Υπουργείο Υγείας ως τα επίπεδα αναφοράς που αναφέρονται στη σύσταση της ΕΕ1999/519/ΕΚ. Προσθέτουν δε ότι πέραν της δικής τους μελέτης, η οποία έγινε στις 2.2.16, στις 6.11.15 εκπονήθηκε παρόμοια μελέτη με παρόμοια αποτελέσματα από το ΤΗΕ (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4). Αρνούνται επίσης ότι η έκθεση που ετοιμάστηκε για τις Αιτήτριες έγινε από ειδικό και περαιτέρω υποστηρίζουν ότι αυτή δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα καθότι: (α) δεν τους παρέχεται η δυνατότητα να αντεξετάσουν το πρόσωπο αυτό, (β) η έκθεση δεν συνάδει καθόλου με τις οδηγίες του ΤΗΕ, (γ) το πρόσωπο αυτό δεν είναι εγκεκριμένος μελετητής από το πιο πάνω Τμήμα σε αντίθεση με την εταιρεία που ετοίμασε την δική τους μελέτη, (δ) στην έκθεση του αναφέρει ότι δεν δέχεται τα υψηλά όρια έκθεσης που θέτει η Παγκόσμια Επιτροπή Προστασίας από Μη-ιοντίζουσα Ακτινοβολία και κάθε άλλο ίδρυμα που δέχεται τα όρια και την μεθοδολογία μέτρησης που ακολουθεί η εν λόγω Επιτροπή, τα οποία όμως όρια αναγνωρίζει το ΤΗΕ. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση 1 υποστηρίζουν ότι η μαρτυρία που στηρίζει την αίτηση δεν παρουσιάζει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των ισχυριζόμενων ασθενειών και θανάτων και της εγκατάστασης της κεραίας και σε καμία περίπτωση δεν συνδέονται ή σχετίζονται με την ύπαρξη της και με την ύπαρξη αυξημένου κινδύνου στην υγεία των Αιτητριών και της οικογένειας τους. Οι Αιτήτριες κανένα ιατρικό ή άλλο πιστοποιητικό παρουσιάζουν που να δείχνει την ισχυριζόμενη καθημερινή ζημιά στην υγεία τους και την αύξηση του κινδύνου προσβολής τους από ανίατη ασθένεια. Σε σχέση δε με την αναφορά των Αιτητριών ότι από έρευνα διαπίστωσαν την προσβολή αρκετών ατόμων κάθε ηλικίας, από ανίατη ασθένεια λόγω της συγκεκριμένης κεραίας, υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια 2 δεν φαίνεται να έχει εμπειρογνωμοσύνη για τέτοια έρευνα, δεν επισυνάπτεται τέτοια ούτε αναφέρεται αριθμός ασθενών ή άλλα στοιχεία αλλά ούτε και ποια είναι η ανίατη ασθένεια. Περαιτέρω από την μελέτη των Καθ' ων η αίτηση 1 φαίνεται ότι υπάρχει στην περιοχή ακτινοβολία και από άλλους παρόχους υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών αντίθετα με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας 2, πως τίποτε άλλο υπάρχει στην περιοχή που να εκπέμπει τέτοια ακτινοβολία. Ο δε ειδικός που ετοίμασε την έκθεση των Αιτητριών ενώ έχει σπουδάσει φυσική εκφέρει άποψη και επί ιατρικών θεμάτων και καταλήγει σε αυθαίρετα συμπεράσματα: (α) ως προς τον κίνδυνο για την δημόσια υγεία και ιδίως για τα παιδιά, (β) ως προς το ότι οι 8 περίοικοι που απεβίωσαν από καρκίνο προφανώς έπαθαν καρκίνο εξαιτίας της συγκεκριμένης κεραίας, (γ) ότι πρέπει να υπάρχουν και άλλα άτομα που υποφέρουν από την ίδια και άλλες σοβαρές ασθένειες και (δ) ότι το νεογέννητο με το σοβαρό πρόβλημα στον εγκέφαλο είναι θύμα της ακτινοβολίας της κεραίας. Επίσης στην έκθεση του αναφέρεται σε «ιατρική έκθεση», η οποία όμως δεν προσήχθη στο Δικαστήριο. Ως είναι παγίως νομολογημένο, στα πλαίσια εξέτασης της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία, τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Δεν εξετάζει δηλ. σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Με άλλα λόγια το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802). Στην παρούσα, ως προκύπτει από την σχετική μαρτυρία που παρουσίασαν οι διάδικοι, οι θέσεις τους επί των ουσιωδών θεμάτων, όπως το ύψος της εκπεμπόμενης από την κεραία ακτινοβολίας, το κατά πόσο αυτή βρίσκεται σε τέτοια όρια ώστε να δημιουργείται βλάβη στην υγεία των ανθρώπων, το ποιος καθορίζει τα όρια αυτά αλλά και το κατά πόσο υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω ακτινοβολίας και της προσβολής περιοίκων από ανίατη ασθένεια, είναι εκ διαμέτρου αντίθετες και εδράζονται σε μαρτυρία που η κάθε πλευρά υποστηρίζει ότι προέρχεται από ειδικούς και έγινε στην βάση τεχνικών και ιατρικών στοιχείων. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι οι σχετικές με αυτά τα θέματα θέσεις των Καθ' ων η αίτηση 1 δεν έχουν αμφισβητηθεί από τις Αιτήτριες. Ως έχει όμως προαναφερθεί, στα πλαίσια της παρούσας, το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάσει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της, ούτε και να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Πόσο μάλλον όταν, όπως στην παρούσα προκύπτουν δύσκολα τεχνικά και ιατρικά θέματα αλλά και νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται ώριμη εξέταση, κάτι που μπορεί να γίνει μόνο στο τέλος της διαδικασίας στην ίδια την αγωγή (βλ. Σταυράκης κ.α. ν. Δήμος Λευκωσίας, Πολ. Έφεση Αρ. Ε 68/13, ημερ.24.3.15). Από την άλλη το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό θα πρέπει να καταλήξει σε κάποια ευρήματα μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου
  1. Χωρίς λοιπόν να προβαίνω σε αξιολόγηση και κρίση επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών ως προς τα γεγονότα, στοιχεία και τα σχετικά με αυτά συμπεράσματα, κρίνω ότι από τις ένορκες δηλώσεις που τέθηκαν ενώπιον μου καθώς και από το τεκμήριο που τις συνοδεύει («Έκθεση Μέτρησης και Επιπέδων Έκθεσης Κινδύνου από Ηλεκτρομαγνητική Ακτινοβολία Υψηλής Συχνότητας» ημερ. 26.4.16), οι Αιτήτριες, με το περιορισμένο βάρος που έχουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, έχουν καταδείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, δηλ. ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους. Προχωρώ στην συνέχεια στην εξέταση του κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η υπό αναφορά προϋπόθεση ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Στην Parico ανωτέρω λέχθηκε σχετικά ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο αιτητής πετύχει στην αξίωση του στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο καθ' ου η αίτηση θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του αιτητή. Ως επίσης έχει νομολογηθεί, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1Γ Α.Α.Δ 1848). Στην Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp. [1990] 3 All E.R. 523, έγινε δεκτό ότι στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, ο χρηματικός παράγων για σκοπούς αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά επενεργούν και άλλοι. Στην Κυρισάββα κ.ά. v. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, επιβεβαιώθηκε η θέση ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου. Στην Highgate Primary School Ltd κ.α. v.Φυλακτίδη
(2009)1Α Α.Α.Δ 317, η οποία αφορούσε την πρόκληση οχληρίας στους αιτητές, λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών (βλ. και M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Το γεγονός δηλαδή ότι ο καθ' ου η αίτηση μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που του επιτρέπει να αποζημιώσει τον αιτητή, σε περίπτωση επιτυχίας του στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στον αιτητή, υπό την ευρύτερη έννοια. Ως προαναφέρθηκε η παρούσα αγωγή είναι προληπτική και εκ των αξιούμενων θεραπειών φαίνεται ότι ο σκοπός της είναι να εμποδίσει την επαπειλούμενη παραβίαση των δικαιωμάτων των Αιτητριών και ιδιαίτερα της υγείας των ιδίων και της οικογένειας τους, από την εκπεμπόμενη από την κεραία ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Το γεγονός λοιπόν ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 έχουν πολλά περιουσιακά στοιχεία και δύνανται να αποζημιώσουν, ως αναφέρουν, τις Αιτήτριες σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της αγωγής είναι άνευ σημασίας εφόσον οι Αιτήτριες δεν αξιώνουν οποιαδήποτε αποζημίωση. Άλλωστε το συγκεκριμένο δικαίωμα, το οποίο επιδιώκουν να προστατεύσουν, ως εκ της φύσεως του, δεν αποτελεί κατά την κρίση μου, δικαίωμα η παραβίαση του οποίου είναι έστω και με δυσκολία αποτιμητή σε χρήμα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι στοιχειοθετείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Παρά το ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία, στην βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, υπέρ της έκδοσης ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων. To ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα χορήγησε το παρεμπίπτον διάταγμα. Αποτελεί έτσι θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία, η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν εσφαλμένη (βλ. Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1W.L.R. 670, Baccardi & Co ν. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 788 και Milton Investment Company Co Ltd κ.α. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 424/11, ημερ. 27.3.14). Το ισοζύγιο αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία στον ουσιώδη χρόνο (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Οι σχετικοί με την άσκηση της διακριτικής εξουσία του Δικαστηρίου παράγοντες εξετάζονται με γνώμονα τις ανάγκες της δικαιοσύνης, όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, στα πλαίσια του έργου της στάθμισης των αντίστοιχων αναγκών ή συμφερόντων των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη η έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος. Στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στην στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση, το στοιχείο της διατήρησης του «status quo ante», της διατήρησης, δηλ. της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο καθ' ου η αίτηση άρχισε την δραστηριότητα, της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση (βλ. Κ. Κωσταντινίδη, Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεπιμπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, CORPUS DE JURE CYPRII, σελ. 179, American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504 και Parico ανωτέρω). Στην παρούσα στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της έκδοσης ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων, στην βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κρίνω ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψην και ότι η αγωγή είναι προληπτική καθώς και ότι τα διατάγματα είναι προστακτικά και ουσιαστικά ταυτόσημα με τις θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή. Σε περιπτώσεις που η αγωγή είναι προληπτική, ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ισχυρή πιθανότητα ότι η επίφοβη ενέργεια θα προκύψει και δεν είναι αρκετό απλά να δηλώνεται ότι υπάρχει φόβος ότι θα προκύψει. Πρέπει να διατείνεται και να αποδείξει ότι εκείνο που συμβαίνει, σκοπό έχει να παραβιάσει τα δικαιώματα του (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 24, παρ. 832). Ως έχει δε νομολογηθεί όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και η τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντoς τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι το επείγον του πράγματος, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας της άμεσης διεξαγωγής της δίκης (βλ. Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ v. C. Koukkouris Trading Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 149 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1572). Η χορήγηση λοιπόν προσωρινών διαταγμάτων όμοιων με αυτά που αξιώνονται στην αγωγή είναι ανεπιθύμητη. Όμως αυτό δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιάμεσα, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Περαιτέρω ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές. Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (βλ. Avila Management Services Limited κ.α. v. Stepanek κ.α.
(2012)1Β Α.Α.Δ 1403). Η εξουσία όμως του Δικαστηρίου για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και εκεί όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης επιβάλλει (βλ. Σταυράκης κ.α. ν. Δήμος Λευκωσίας, Πολ. Έφεση Αρ. Ε68/13, ημερ.24.3.15). Σε ό,τι αφορά στο προστακτικό των διαταγμάτων, αναμφίβολα τέτοια διατάγματα δίδονται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη, αλλά η έκδοσή τους δεν αποκλείεται όταν υπάρχει ή θεωρείται από το Δικαστήριο ότι υπάρχει επείγον θέμα προς εξέταση ή όπου η φύση των πραγμάτων είναι τέτοια που ενδεχομένως η μη έκδοση τους να επηρεάσει ανεπανόρθωτα την όλη πορεία της διαφοράς (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Starport Nominees Ltd κ.α.
(2010)1Β Α.Α.Δ 1271). Ως όμως έχει λεχθεί στην Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 734, προστατικά διατάγματα θα πρέπει να εκδίδονται μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. Στο σύγγραμμα David Bean, Injunctions, 10η έκδοση, σελ. 41-44, παρ. 3.46-3.53, γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις, από τις οποίες προκύπτει ότι για την έκδοση προστακτικού διατάγματος το Δικαστήριο πρέπει να αισθανθεί σε μεγάλο βαθμό την ασφάλεια ότι κατά τη δίκη θα φανεί ότι ορθά έκδωσε το εν λόγω διάταγμα, κάτι το οποίο απαιτεί την απόδειξη μίας ιδιαίτερα ξεκάθαρης και δυνατής υπόθεσης. Αυτό ισχύει καθότι όσο πιο μεγάλος ο βαθμός ασφάλειας ότι ο αιτητής θα αποδείξει τελικά την υπόθεση του, τόσο πιο μικρός είναι ο κίνδυνος πρόκλησης αδικίας και δυσμενούς επηρεασμού στον εναγόμενο (βλ. επίσης Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, σελ. 40-43). Στο σύγγραμμα Civil Litigation, John O' Hare & Robert N Hill, 6η έκδοση, Kεφ. 14, Pre Trial Remedies, υπό τον τίτλο, «Interlocutory mandatory injunctions», σελ. 313 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The courts have always been reluctant to grant mandatory injunctions at an interlocutory stage. In some cases the injunction sought amounts to the whole remedy claimed in the action so bringing the case within the principles of the two previous exceptions..... In other cases the court fears that, because it will alter and not preserve the status quo, a mandatory injunction is more likely to increase rather than reduce the risk of injustice (Sheperd Homes Ltd v Sandham
(1971)Ch 340, interlocutory order to pull down a fence; Bristol & West Building Society v Marks & Spencer pl
(1991)41 EG 139, an interlocutory order to re open and keep open during shopping hours the side-doors of a store leading to and from an adjoining arcade of shops). In these exceptional cases a plaintiff may be required to show a high probability that his claim will succeed if he is to surmount the court's reluctance.» Στην Κοσμά ν. Χ"Κυπρή κ.ά.
(2000)1Α Α.Α.Δ. 169 λέχθηκε ότι από την στιγμή που ικανοποιείται το Δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση ενός προστακτικού διατάγματος, αφού αυτό, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στον αιτητή θεραπείας. Εκεί επρόκειτο μάλιστα για ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείτο στην αγωγή. Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.α.
(2013)1Α Α.Α.Δ 222, η οποία επίσης αφορούσε την έκδοση προστακτικού διατάγματος, ταυτόσημου με το αξιούμενο ως τελικό στην αγωγή. Στα πλαίσια αυτά λέχθηκαν και τα ακόλουθα, καθοδηγητικά ως προς το πώς το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζει τέτοια αιτήματα: «Επανερχόμενοι στην πρωτόδικη απόφαση, σημειώνουμε ότι επισημαίνονται οι διαφορές που υπάρχουν στους δύο εκατέρωθεν ισχυρισμούς και ιδιαιτέρως ως προς τη σημασία που θα μπορούσε να προσδοθεί, έχοντας υπόψη ότι δεν θα ήταν ορθό για το δικαστήριο να προβεί σε τελικά συμπεράσματα, αφού το έργο αυτό θα πρέπει να διεξαχθεί στο στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263. ............................................ Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. Έκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ανάλυση των δεδομένων που έγινε από το πρωτόδικο δικαστήριο βασιζόμενο στις διαφορές που υπήρχαν μεταξύ των δύο ενόρκων δηλώσεων, ιδιαιτέρως των σχετιζομένων με την εμπλοκή εκάστου των εφεσιβλήτων, όπως επίσης και το γεγονός ότι το εν λόγω πρατήριο πετρελαιοειδών είχε άδεια λειτουργίας από το 2004 ή 2005, δεν ήταν ανεπαρκής. Η δε κατάληξη ότι η υπόθεση της εφεσείουσας, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της δυνατότητας εξέτασης της προσαχθείσας μαρτυρίας για σκοπούς συντηρητικού διατάγματος, δεν ήταν ούτε ξεκάθαρη, ούτε ισχυρή, θεωρούμε ότι ήταν ορθή. Τα πιο πάνω επέτρεπαν στο πρωτόδικο δικαστήριο να ενεργήσει όπως ενήργησε». Δεν είναι βέβαια όλα τα προστακτικά διατάγματα που εμπίπτουν στην πιο πάνω κατηγορία εφόσον υπάρχουν και τέτοια τα οποία διατάσσουν κάποιο πρόσωπο να συνεχίσει κάποιες ενέργειες στις οποίες προηγουμένως προέβαινε προς διατήρηση της ίδιας κατάστασης πραγμάτων (status quo) μέχρι και την εκδίκαση της υπόθεσης όπου σε τέτοια περίπτωση δεν εναποτίθεται το επαυξημένο βάρος στους ώμους του αιτητή. Ως προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ουσιώδες ως προς την έκδοση διαταγμάτων όπως τα αξιούμενα στην παρούσα δηλ. τα οποία ζητούνται στα πλαίσια προληπτικής αγωγής, είναι προστακτικά και ουσιαστικά ταυτόσημα με τις τελικές θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή, ο αιτητής να αποδείξει μια ασυνήθιστα δυνατή και ξεκάθαρη υπόθεση. Στα πλαίσια της παρούσας έχω ήδη καταλήξει ότι από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου οι Αιτήτριες έχουν καταδείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, δηλ. ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ καθότι το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο αυτή η μαρτυρία είναι και ικανοποιητική, ώστε να μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην διαπίστωση ότι υπάρχει μια ασυνήθιστα δυνατή και ξεκάθαρη υπόθεση και κατ' επέκταση να προχωρήσει στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Λαμβάνοντας υπόψην τις θέσεις που προβάλλονται στις σχετικές ένορκες δηλώσεις των μερών και ειδικότερα στις εκθέσεις των ειδικών τους, οι οποίες δεν μπορεί να αξιολογηθούν στο στάδιο αυτό ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα και ή συμπεράσματα επί της ουσίας της αγωγής, κρίνω ότι η απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Συγκεκριμένα στην έκθεση, στην οποία οι Αιτήτριες στηρίζουν την αίτηση τους, αναφέρεται ότι τα όρια που λήφθηκαν υπόψην είναι αυτά που έχουν συσταθεί από την Αυστριακή Ένωση των Γιατρών. Οι δε Καθ' ων η αίτηση 1 αναφέρουν ότι η δική τους έκθεση έγινε με βάση τα «Επιτρεπτά Όρια Έκθεσης», όπως αυτά καθορίζονται από τις Ευρωπαϊκές Συστάσεις και την Παγκόσμια Επιτροπή Προστασίας από Μη-ιοντίζουσα Ακτινοβολία (ICNIRP) και ότι η μεθοδολογία των μετρήσεων συνάδει πλήρως με αυτή που απαιτείται από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δηλαδή το Τμήμα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών του Υπουργείου Μεταφορών Επικοινωνιών και Έργων και βασίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύσταση Μέτρησης Μη-ιοντίζουσας Ακτινοβολίας (EEC/REC/
(02)04), η οποία καθορίζει τις διαδικασίες και μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούνται. Προσθέτουν δε ότι πέραν της δικής τους έκθεσης, 3 περίπου μήνες προηγουμένως έγινε παρόμοια μελέτη με παρόμοια αποτελέσματα από το ΤΗΕ. Στην έκθεση δε που έγινε για τις Αιτήτριες αναφέρεται γενικά ότι δεν είναι αποδεκτά τα όρια που θέτει η ICNIRP και κάθε άλλο ίδρυμα που δέχεται τα όρια αυτής και τη μεθοδολογία μέτρησης που ακολουθεί, χωρίς όμως να εξηγείται με σαφή τρόπο το γιατί. Όσον δε αφορά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ακτινοβολίας από την κεραία και της βλάβης στην υγεία των Αιτητριών, αυτές όχι μόνο περιορίζονται στο να αναφέρουν γενικά και αόριστα ότι οι ίδιες έχουν κάνει «έρευνα» από την οποία έχουν «διαπιστώσει ότι ήδη αρκετά άτομα κάθε ηλικίας έχουν προσβληθεί από ανίατη ασθένεια εντός της πιο πάνω οδού» αλλά καταλήγουν, και πάλι χωρίς να εξηγούν πως και εάν έχουν κάποια ειδικότητα ως προς τούτο, ότι «τούτο προφανώς οφείλεται στην εκπομπή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από την συγκεκριμένη κεραία». Προς επίρρωση της θέσης τους ότι τα πιο πάνω συνδέονται αναφέρουν ότι «τίποτε άλλο στην περιοχή υπάρχει που να εκπέμπει τέτοια ακτινοβολία». Ως προς τούτο όμως είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση 1, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι υπάρχει στην περιοχή ακτινοβολία και από άλλους παρόχους υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών. Σε σχέση δε με το ίδιο θέμα της αιτιώδους συνάφειας, στην έκθεση που εκπονήθηκε για λογαριασμό των Αιτητριών, ο συντάξας αυτήν, ο οποίος δεν αναφέρει οποιαδήποτε προσόντα σε σχέση με ιατρικά θέματα, αναφέρεται επίσης γενικά σε έρευνα που έγινε στην περιοχή, την οποία δεν αποκαλύπτει ποιος διενήργησε και σύμφωνα με την οποία οι περισσότεροι κάτοικοι στην συγκεκριμένη οδό υποφέρουν από πονοκεφάλους και ημικρανίες και ότι τελευταία 8 τουλάχιστον άτομα έχουν πεθάνει από καρκίνο. Προσθέτει δε, προβαίνοντας ουσιαστικά σε υπόθεση, ότι «πρέπει να υπάρχουν άλλα άτομα που υποφέρουν από καρκίνο και άλλες σοβαρές ασθένειες αλλά δεν θέλουν να γίνουν γνωστά τα ονόματα τους» ενώ κάνει αναφορά και σε «έκθεση των γιατρών», η οποία όμως δεν επισυνάπτεται. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η θέση των Αιτητριών, ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για την υγεία τους καθότι η κεραία εκπέμπει ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, η οποία είναι χιλιάδες φορές μεγαλύτερη από τα κανονικά όρια που είναι «ασφαλή» για την υγεία και ότι αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την προσβολή περιοίκων από ανίατες ασθένειες, έχοντας κατά νου τις αντίθετες θέσεις των Καθ' ων η αίτηση 1, ως φαίνονται πάντα από τις ένορκες δηλώσεις και τις εκθέσεις που έχουν θέσει οι δύο πλευρές, δεν είναι ούτε ξεκάθαρη ούτε τόσο δυνατή ώστε να οδηγεί στην αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Στα πλαίσια δε εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψην και το ότι η εγκατάσταση της κεραίας έγινε νόμιμα μετά από χορήγηση τόσο πολεοδομικής όσο και άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή δηλ. τον Δήμο Λεμεσού. Περαιτέρω δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ούτε και η ζημιά που θα υποστούν οι Καθ' ων η αίτηση 1 από την έκδοση των διαταγμάτων. Φαίνεται από τα όσα έχουν θέσει και δεν έχουν αμφισβητηθεί, ότι σε περίπτωση διακοπής λειτουργίας και απομάκρυνσης της κεραίας, οι πελάτες τους δεν θα μπορούν, λόγω του ότι δεν θα εκπέμπεται σήμα, να χρησιμοποιήσουν τα κινητά τους τηλέφωνα στην περιοχή με αποτέλεσμα οι Καθ' ων η αίτηση 1 να υποστούν μεγάλη οικονομική ζημιά αλλά και απώλεια πελατείας. Τέλος όσον αφορά την εξέταση της διατήρησης του status quo, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, τέτοια γίνεται και λαμβάνεται υπόψην στην περίπτωση που οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι, πράγμα που ως προκύπτει από τα πιο πάνω δεν ισχύει στην παρούσα. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει σαφώς υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι αυτό είναι ορθό και δίκαιο. Καταληκτικά η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των Εναγουσών - Αιτητριών και υπέρ των Εναγομένων 1 - Καθ' ων η αίτηση 1, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.)............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Interim (Αστικά - Ενδιάμεση - Αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.