← Κύπρος

Jiang Zhimin ν. Eminently Real Estate Development Co Ltd, Αρ. Αγωγής: 432/2017, 31/10/2017

Jiang Zhimin ν. Eminently Real Estate Development Co Ltd, Αρ. Αγωγής: 432/2017, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A370 Αρ. Αγωγής: 432/2017 Μεταξύ: Jiang Zhimin, εκ Κίνας Ενάγουσας και Eminently Real Estate Development Co Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένης Αίτηση ημερ 24.5.2017 υπό εναγομένης - αιτήτριας για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2017 Για εναγόμενη - αιτήτρια: κα Στυλιανή Κωνσταντινίδου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Νάσια Παντελίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας αγωγής, είναι αίτημα της ενάγουσας για έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα συνήψε συμφωνία με την εναγομένη στις 12.5.2014 για αγορά μίας κατοικίας στην Παρεκλησιά της επαρχίας Λεμεσού για το συνολικό ποσό €595.000,

  1. Η ενάγουσα εξόφλησε πλήρως το συμφωνηθέν αντάλλαγμα και κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε την 21.2.2017 και πιστό αντίγραφο επιδόθηκε στην εναγομένη εταιρεία στις 22.2.
  2. Λόγω παράλειψης της εναγομένης να καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, εκδόθηκε στις 24.4.2017μετά από αίτηση της ενάγουσας, απόφαση ως η απαίτηση ερήμην της εναγομένης. Διατάχθηκε συγκεκριμένα η ειδική εκτέλεση της σύμβασης και η εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα της ενάγουσας. Ακολούθησε στις 24.5.2017 η καταχώριση εκ μέρους της εναγομένης της παρούσας αίτησης, με την οποία ζητά την ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου και διαζευκτικά τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία της. Η αίτηση συνοδεύεται από τρεις ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη ένορκη δήλωση υπογράφεται από τον Guang Chao εκ των διευθυντών και μετόχων της εναγομένης εταιρείας. Αναφέρει στην εν λόγω ένορκη δήλωση ότι εκτός από τον ίδιο, διευθυντής είναι και η εταιρεία MNF Company Services Ltd, της οποίας διευθύντρια είναι η κα Μαρία Φούρναρη που ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου. Η εναγομένη ασχολείται με οικοδομικές κατασκευές και αγοραπωλησίες ακινήτων. Ο ίδιος ασκεί τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες πέραν της Κύπρου και στη Κίνα, όπου διαμένει. Αναφέρει στη συνέχεια ότι στις 15.5.2017, επισκέφθηκε το εγγεγραμμένο γραφείο της εναγομένης ιδιώτης επιδότης, ο οποίος άφησε κάποια έγγραφα. Υπάλληλος της εναγομένης του παρέδωσε τα έγγραφα μεταξύ των οποίων ήταν και μία επιστολή στην αγγλική γλώσσα από το δικηγορικό γραφείο Areti Charidimou and Associates LLC. Σύμφωνα με τα πιο πάνω έγγραφα, προκύπτει ότι εκδόθηκε εναντίον της ενάγουσας, απόφαση στην παρούσα αγωγή για ειδική εκτέλεση καθώς και άλλα διατάγματα σχετικά με το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 12.5.
  3. Από έρευνα που έκαμε μεταξύ των υπαλλήλων της εναγομένης, προέκυψε ότι είχαν επιδοθεί κάποια έγγραφα τον Φεβρουάριο του 2017, τα οποία ο υπάλληλος της εναγομένης Κυριάκος Προδρόμου παρέλειψε να του τα παραδώσει. Ο εν λόγω υπάλληλος, είχε αναφέρει στο πρόσωπο που του παρέδωσε τα έγγραφα ότι ο διευθυντής της εταιρείας απουσίαζε στο εξωτερικό, το ίδιο και η υπεύθυνη υπάλληλος για παραλαβή των εγγράφων. Παρόλα αυτά, του ζητήθηκε να υπογράψει την παραλαβή, όπως και έπραξε. Τα έγγραφα παραδόθηκαν από τον εν λόγω υπάλληλο στο διευθυντή της εταιρείας και τότε διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για το κλητήριο στην παρούσα αγωγή για την οποία εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, ο ομνύων επικοινώνησε την ίδια ημέρα με τον δικηγόρο της εναγομένης εταιρείας και έδωσε οδηγίες για την καταχώριση της παρούσας αίτησης. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι η επίδοση που έγινε στις 22.2.2017 στον Κυριάκο Προδρόμου, δεν είναι έγκυρη. Αυτό γιατί αρμόδια για την παραλαβή των εγγράφων είναι η υπεύθυνη λογιστηρίου της εναγομένης κα Χαραλαμπία Σιάφκου, με την οποία ο ίδιος διατηρεί επικοινωνία ενόσω βρίσκεται στο εξωτερικό. Ο Κυριάκος Προδρόμου που παρέλαβε τα έγγραφα είναι ένας απλός υπάλληλος από τους 15 υπαλλήλους που εργοδοτεί η εναγομένη. Συγκεκριμένα είναι ένας πωλητής και σε καμία περίπτωση δεν ήταν αρμόδιος να παραλάβει οποιοδήποτε έγγραφο που αφορά την εναγομένη εταιρεία. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι από τη στιγμή που ο ίδιος και η υπεύθυνη του λογιστηρίου έλειπαν, ο επιδότης θα μπορούσε να επιδώσει την αγωγή στην εταιρεία MNF Company Services Ltd και συγκεκριμένα στη διευθύντρια της κα Μαρία Φούρναρη που είναι δικηγόρος. Σε καμία περίπτωση κατά το μάρτυρα, εάν η εναγομένη λάμβανε γνώση δεν θα παρέλειπε να καταχωρίσει εμφάνιση σε μια αγωγή με τόσο μεγάλο ποσό. Στη συνέχεια, ο ομνύων αναφέρει ότι η εναγομένη έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Αναφέρθηκε σε δύο συμφωνίες τις οποίες υπέγραψε η εναγομένη με εταιρείες ιδιοκτησίας της ενάγουσας, σύμφωνα με τις οποίες η ενάγουσα θα επένδυε μέσω εταιρειών της, €2.000.000,00 στην Κύπρο. Ταυτόχρονα θα διόριζε την εναγομένη ως διαχειρίστρια του επενδυτικού του έργου. Συμφωνήθηκε επίσης ότι στο ακίνητο που θα αγοραζόταν δυνάμει του πιο πάνω επενδυτικού σχεδίου θα ανεγείρονταν 29 διαμερίσματα και 6 κατοικίες για τις οποίες η εναγομένη είχε έτοιμους αγοραστές με προοπτική κέρδους αρκετών εκατομμυρίων ευρώ. Εν όψει αυτών των προοπτικών, η εναγομένη συμφώνησε με την ενάγουσα όσο και με τον συνεργάτη της, ενάγοντα στην αγωγή 433/17 του Ε.Δ. Λεμεσού, να πωλήσουν σε αυτούς δύο κατοικίες στη τιμή €500.000,00 πλέον ΦΠΑ. Η εν λόγω τιμή ήταν αρκετά πιο κάτω από την πραγματική αξία των ακινήτων, αφού η εναγομένη στηριζόμενη στις πιο πάνω συμφωνίες υπολόγιζε ότι θα είχε αρκετό κέρδος από την εν λόγω συνεργασία. Παρά τις πιο πάνω συμφωνίες και το γεγονός ότι η εναγομένη εταιρεία είχε υποστεί αρκετά έξοδα για ετοιμασία του ακινήτου στο οποίο θα γινόταν η επένδυση, τόσο η ενάγουσα όσο και ο συνεργάτης της αδικαιολόγητα δεν προχώρησαν στην υλοποίηση των συμφωνιών ημερ. 30.6.2014 για επένδυση στο εν λόγω ακίνητο. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι η ενάγουσα μαζί με το συνεργάτη της, τον παραπλάνησαν ότι δήθεν θα προβούν σε επένδυση €2.000.000,00 μαζί με την αγορά των δύο επιδίκων κατοικιών ύψους €1.000.000, με σκοπό να τους πωλήσει τις πιο πάνω κατοικίες πολύ πιο φθηνά από την πραγματική τους αξία. Σκοπός τους επίσης ήταν μέσω των πιο πάνω κατοικιών να αποκτήσουν την Κυπριακή ιθαγένεια, πράγμα το οποίο πέτυχαν εξαπατώντας την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι η ενάγουσα παραπλανεί το Δικαστήριο, αφού απέκρυψε το ουσιώδες γεγονός ότι στις 4.7.2014 η εναγομένη πλήρωσε στην ενάγουσα το ποσό των €70.000 ως επιστροφή του ΦΠΑ. Παρόλα αυτά, η ενάγουσα με την αγωγή της επιζητεί και αυτό το ποσό ζητώντας μάλιστα και τόκο. Την αίτηση συνοδεύει και 2η ένορκη δήλωση του Κυριάκου Προδρόμου, ο οποίος είναι ο υπάλληλος της εναγομένης που παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα στην παρούσα αγωγή. Επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγομένης εταιρείας αναφορικά με την επίδοση της αγωγής. Είναι η θέση του ότι δεν είχε εξουσία να παραλάβει τα έγγραφα, αλλά το έπραξε γιατί ο επιδότης του ανέφερε ότι εάν αρνείτο θα τα άφηνε ούτως ή άλλως στο γραφείο του. Επαναλαμβάνει επίσης την θέση ότι τοποθέτησε τα έγγραφα στο χαρτοφύλακα του αλλά δυστυχώς ξέχασε να αναφέρει οτιδήποτε στους προϊσταμένους του. Την αίτηση συνοδεύει 3η ένορκη δήλωση της Χαραλαμπίας Σιάφκου, η οποία είναι υπεύθυνη του λογιστηρίου της εναγομένης εταιρείας και κατ' ισχυρισμό, το αρμόδιο πρόσωπο για παραλαβή εγγράφων. Στην ένορκη της δήλωση, επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό ότι δεν παρέλαβε το κλητήριο στην αγωγή επειδή την μέρα που επιδόθηκε στον Κυριάκο Προδρόμου, η ίδια απουσίαζε από το γραφείο της λόγω προσωπικού προβλήματος. Μόλις έγινε αντιληπτή η επίδοση των εγγράφων, η εναγομένη απευθύνθηκε αμέσως στο δικηγόρο της με οδηγίες για καταχώριση της παρούσας αίτησης. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση με ειδοποίηση ένστασης, αρνείται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι η εναγομένη εταιρεία δεν έχει αποδείξει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Επιπλέον, ο ισχυρισμός για κακή επίδοση του κλητηρίου είναι αβάσιμος, αφού αυτή έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Η αμέλεια που επέδειξε ο υπάλληλος της εναγομένης δεν μπορεί να στερήσει τους καρπούς της επιτυχίας της ενάγουσας. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Αθανασίας Παντελίδου, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Με την πιο πάνω ένορκη δήλωση, η ομνύουσα αρνείται ότι το πρόσωπο που παρέλαβε το κλητήριο είναι ένας απλός υπάλληλος της εναγομένης. Αντιθέτως, προκύπτει από τις ενόρκους δηλώσεις της ίδιας της αίτησης ότι ο Κυριάκος Προδρόμου βρισκόταν στο γραφείο και είχε αρμοδιότητα να παραλαμβάνει έγγραφα όταν η υπεύθυνη απουσίαζε. Ανεξαρτήτως τούτου, η επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγομένης σε υπάλληλο που εργάζεται εκεί δεν θεωρείται κατά την ομνύουσα κακή επίδοση. Ο ισχυρισμός ότι αρμοδιότητα παραλαβής εγγράφων είχε μόνο ένα πρόσωπο, είναι κατασκευασμένος με απώτερο σκοπό να παραπλανηθεί το Δικαστήριο ως προς τη νομιμότητα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Η ομνύουσα αναφέρθηκε επί του προκειμένου σε προηγούμενη προειδοποιητική επιστολή (τεκμ.2) που επιδόθηκε στις 8.12.2016 στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγομένης - αιτήτριας και παραλήφθηκε από κάποια κυρία Χαρά Νικολάου, υπάλληλο της αιτήτριας. Το γεγονός αυτό εσκεμμένα δεν αποκαλύφθηκε κατά την ομνύουσα από την αιτήτρια με σκοπό να παραπλανηθεί το Δικαστήριο. Ήταν περαιτέρω η θέση της ομνύουσας ότι η παράλειψη του Κυριάκου Προδρόμου να ενημερώσει τον διευθυντή της εναγομένης για την επίδοση του κλητηρίου, είναι κατασκευασμένος, αβάσιμος και ανυπόστατος. Αυτό γιατί μετά την προειδοποιητική επιστολή που παρέλαβε η κα Χαρά Νικολάου, ο κ. Προδρόμου περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2016 πήρε τηλέφωνο στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας σε σχέση με το υπό κρίση αγοραπωλητήριο έγγραφο. Όλες οι τηλεφωνικές επικοινωνίες των δικηγόρων της ενάγουσας με την εναγομένη εταιρεία γίνονταν μέσω του κ. Κυριάκου Προδρόμου, ο οποίος όχι μόνον δεν ήταν ένας απλός υπάλληλος της εταιρείας, αλλά εν πάση περιπτώσει γνώριζε πολύ καλά τα γεγονότα που αφορούσαν το επίδικο συμβόλαιο. Ο κ. Προδρόμου ανέφερε τότε στους δικηγόρους της ενάγουσας ότι ο λόγος που δεν εκδόθηκαν ακόμη ξεχωριστοί τίτλοι, οφειλόταν σε ένα υπόλοιπο στους αρχιτέκτονες, διακοσμητές, και στις περιφράξεις χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε επεξήγηση αν αυτά αφορούσαν το επίδικο ακίνητο. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από την εναγομένη προκειμένου να αποδείξει καλή υπεράσπιση, η ομνύουσα ισχυρίστηκε ότι από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει καμία υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Η εναγομένη επικαλέστηκε άλλες συμβάσεις ημερ. 30.6.2014 που καμία ανάμειξη δεν έχουν με το επίδικο αγοραπωλητήριο ημερ. 12.5.
  4. Στις εν λόγω συμβάσεις, η ενάγουσα δεν είχε καμία συμμετοχή. Η ομνύουσα αρνήθηκε επίσης ότι το επίδικο ακίνητο πωλήθηκε σε χαμηλότερη τιμή λόγω υποσχέσεων για επενδύσεις μέσω της εναγομένης εταιρείας. Η ενόρκως δηλούσα ανέφερε στη συνέχεια ότι η εναγομένη έχει κινήσει την αγωγή με αρ. 1540/17 στο Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον του συνεργάτη της ενάγουσας και της εταιρείας του. Στην εν λόγω αγωγή, γίνεται εκτεταμένη αναφορά στις κατ' ισχυρισμό συμφωνίες τις οποίες επικαλείται η εναγομένη. Ως εκ τούτου η εναγομένη εταιρεία δεν μπορεί να επικαλείται για σκοπούς υπεράσπισης στην παρούσα υπόθεση, γεγονότα που αφορούν άλλη δικαστική διαδικασία που η ίδια καταχώρισε. Η ομνύουσα ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα στην παρούσα, ουδέποτε ήταν συμβαλλόμενο μέρος στις εν λόγω συμφωνίες γι' αυτό και η πιο πάνω αγωγή δεν στρέφεται εναντίον της. Επανέλαβε ότι οι επενδυτικές συμφωνίες τις οποίες επικαλείται η εναγομένη δεν αφορούν σε καμία περίπτωση την αγορά του επίδικου ακινήτου. Ψευδώς και παραπλανητικά η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες αυτές σχετίζονται με το επίδικο ακίνητο. Η υπογραφή του επίδικου αγοραπωλητηρίου εγγράφου δεν έχει γίνει λόγω των πιο πάνω συμφωνιών καθότι η συνεργασία των διαδίκων στην παρούσα ξεκίνησε πολύ πριν την υπογραφή τους. Η ενάγουσα κατέβαλε όλο το τίμημα για την αγορά της επίδικης κατοικίας και ως εκ τούτου, η εναγομένη εταιρεία είχε τη συμβατική υποχρέωση να προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για έκδοση ξεχωριστού τίτλου, γεγονός το οποίο παρέλειψε να πράξει μέχρι σήμερα. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για επιστροφή ΦΠΑ, η ομνύουσα ανέφερε ότι η ενάγουσα ουδέποτε απέκρυψε οποιοδήποτε γεγονός σε σχέση με αυτό το θέμα. Η επιστροφή του ΦΠΑ δεν αποτελεί αξίωση της ενάγουσας, ούτε και αντικείμενο στην επίδικη απόφαση που εκδόθηκε στις 24.4.
  5. Η αξίωση για ΦΠΑ ζητείτο διαζευκτικά στην αγωγή και βεβαίως στην πορεία εγκαταλείφθηκε αφού το Δικαστήριο εξέδωσε μόνο διάταγμα ειδικής εκτέλεσης ως η βάση της αγωγής και όχι διάταγμα για επιστροφή του τιμήματος και του ΦΠΑ. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου υιοθετώντας τις πιο πάνω θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα της αίτησης και ένστασης και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Η θέση της συνηγόρου για την αιτήτρια ήταν ότι πέραν του γεγονότος ότι αποδείχθηκε συζητήσιμη υπεράσπιση, έχει αποδειχθεί επιπλέον ότι δεν έγινε καλή επίδοση της αγωγής σύμφωνα με τους κανονισμούς πολιτικής δικονομίας. Από την πλευρά της η συνήγορος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση, απέρριψε την θέση για κακή επίδοση ισχυριζόμενη ότι το πρόσωπο που παρέλαβε το κλητήριο στα γραφεία της εναγομένης ήταν εργοδοτούμενος της και πρόσωπο στο οποίο μπορούσε να γίνει η επίδοση. Αρνήθηκε επίσης ότι αποδείχθηκε συζητήσιμη υπεράσπιση από την αιτήτρια, σημειώνοντας ότι οι συμβάσεις και κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης δεν έγιναν από την αιτήτρια. Νομική πτυχή Με την αίτηση, ζητείται διαζευκτικά πέραν του παραμερισμού της ερήμην εκδοθείσας απόφασης και διάταγμα για την ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου. Όμως με τον τρόπο που προωθήθηκε η αίτηση με τις ένορκες δηλώσεις που την συνοδεύουν και την αγόρευση του συνηγόρου για την αιτήτρια, το αίτημα που προωθήθηκε ήταν μόνο αυτό της αίτησης παραμερισμού της απόφασης. Οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns

(1994)1 A.A.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε την υιοθέτηση της Αγγλικής υπόθεσης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις πιο πάνω αρχές ως ακολούθως: α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. Στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλή τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου Μαύρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26. Από την άλλη όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της διαφορετικής εκδοχής του εναγομένου. Θα πρέπει να προσκομιστούν ταυτόχρονα και κάποια αποδεικτικά στοιχεία που να εμπεριέχουν ένα βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή του εναγομένου. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 όπου στην σελίδα 799, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.» Πέραν των πιο πάνω, η αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Αναφέρθηκε επιπλέον στις πιο πάνω αποφάσεις ότι κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης για αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας και η τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στα πλαίσια αυτά, πέραν της υποχρέωσης αποκάλυψης καλής υπεράσπισης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την συμπεριφορά του αιτητή και δύναται, αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Αυτό συμβαίνει όπου διαπιστώνεται συμπεριφορά που είναι περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει επίσης ότι σε περιπτώσεις κακής επίδοσης της αγωγής ή ακόμα περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος δεν είχε καθόλου λάβει γνώση για την αγωγή ή την πορεία της υπόθεσης, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής εξουσίας. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου 1Α Α.Α.Δ.
(1997)247, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αντικανονική επίδοση εκθεμελιώνει τη διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται αυτοδικαίως (ex debito justitiae). Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας για κακή επίδοση της αγωγής. Η Δ.5 Θ.7 που καθορίζει την διαδικασία επίδοσης σε νομικά πρόσωπα έχει ως εξής: 7. In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; and in the case of any company not formed in Cyprus, the copy may be left at its place of business in Cyprus, or if there is no such place, with any person in Cyprus who appears to be authorized to transact business for the company in Cyprus, and such leaving of the copy shall he deemed good service unless the Court or a Judge otherwise orders. And where by any law provision is made for the service of any writ of summons or other process on any corporate body or any society or fellowship or any body or number of persons, corporate, or unincorporate, the service of the office copy of a writ may be effected accordingly. Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι η επίδοση σε νομικό πρόσωπο μπορεί να επιτευχθεί πέραν από την επίδοση σε αξιωματούχο (on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body) και με την παράδοση στα γραφεία του νομικού προσώπου (or delivery of such copy at the office of such body). Τα γεγονότα στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43, που επικαλέστηκε η αιτήτρια. διαφέρουν από αυτά της παρούσας. Σε εκείνη την υπόθεση δεν ήταν καν γνωστό σε ποιο άτομο αφέθηκε το κλητήριο στα γραφεία της εταιρείας και αν αυτό την εκπροσωπούσε σε οιονδήποτε βαθμό. Στην παρούσα περίπτωση, είναι παραδεκτό ότι το κλητήριο παραδόθηκε στον κον Προδρόμου, υπάλληλο της αιτήτριας που εκείνη την ώρα βρισκόταν στα γραφεία της. Σύμφωνα δε με την ένορκη δήλωση της ένστασης, δεν επρόκειτο για απλό υπάλληλο όπως ισχυρίζεται η αιτήτρια αλλά για το πρόσωπο με το οποίο συνομιλούσαν οι συνήγοροι της ενάγουσας για τους σκοπούς της παρούσα υπόθεσης. Αυτό μάλιστα έγινε μετά από επίδοση προηγούμενης προειδοποιητικής επιστολής (τεκμ.2) στις 8.12.2016 στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγομένης, η οποία παραλήφθηκε από κάποια κυρία Χαρά Νικολάου, και όχι από τα πρόσωπα που η εναγομένη ισχυρίζεται ότι περιοριστικά είχαν δικαίωμα να δέχονται επιδόσεις. Σημειώνεται ότι δεν υπήρξε καμία αμφισβήτηση των πιο πάνω ισχυρισμών της ένστασης με αίτημα αντεξέτασης ως προς την εξουσία του κου Προδρόμου να παραλαμβάνει έγγραφα στα γραφεία της εταιρείας. Ανεξαρτήτως τούτου, η παραλαβή στο γραφείο της εναγομένης εταιρείας του κλητηρίου εντάλματος από τον υπάλληλο της κο Προδρόμου δεν συνιστά κακή επίδοση αφού είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Δ.5 Θ.7. Δεν τίθεται ως εκ τούτου ζήτημα αυτοδίκαιου παραμερισμού της απόφασης λόγω κακής επίδοσης όπως ισχυρίστηκε η αιτήτρια. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον με την ένορκη δήλωση της αίτησης, έχει αποδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση που αποτελεί και τον πιο σημαντικό παράγοντα προκειμένου να εγκριθεί το αίτημα για παραμερισμό της απόφασης. Από μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Τα επενδυτικά συμβόλαια που επικαλείται η αιτήτρια και οι κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις που έγιναν δεν αφορούν την ενάγουσα αλλά άλλο πρόσωπο. Η εναγομένη ισχυρίζεται βέβαια ότι δυνάμει αυτών των παραστάσεων, πώλησε το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα, σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του. Δεν εξειδικεύει όμως ποια ήταν η πραγματική αξία και τι ζημιά έχει υποστεί από την πώληση σε μειωμένη τιμή. Ούτε βέβαια μπορεί αυτό το στοιχείο να επηρεάσει την απαίτηση της ενάγουσας για ειδική εκτέλεση της σύμβασης. Η εναγομένη μπορεί να επιζητήσει με ξεχωριστή αγωγή ως αποζημιώσεις, την ζημιά που έχει κατ' ισχυρισμό υποστεί λόγω των πιο πάνω παραστάσεων. Όπως η ίδια δέχεται, αυτό έπραξε με την καταχώρηση της αγωγής 1540/17 εναντίον του προσώπου που κατ' ισχυρισμό προέβη στις ψευδείς παραστάσεις. Όμως η εναγομένη δεν μπορεί να επικαλείται τις εν λόγω παραστάσεις που της έδωσε τρίτο πρόσωπο, προκειμένου να αποφύγει την ειδική εκτέλεση σύμβασης, στην οποία η ενάγουσα πλήρωσε ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα. Γεγονός παραμένει ότι η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει με το υλικό που προσκόμισε στο Δικαστήριο, ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής ούτε και έδωσε τέτοιες λεπτομέρειες ως προς την κατ' ισχυρισμό πραγματική αξία του επίδικου ακινήτου. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές, η αιτήτρια όφειλε να προσκομίσει κάποια αποδεικτικά στοιχεία που να εμπεριέχουν ένα βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή της. Καθήκον το οποίο η αιτήτρια απέτυχε να εκπληρώσει. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση - ενάγουσας και εναντίον της αιτήτριας - εναγομένης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.