Δημήτρη (Ντίμη) Κίρζη, προσωπικά και/ή υπό την Ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Νίκου Κίρζη κ.α. ν. Sharelink Securities and Financial Services Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 895/2010, 3/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A325 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής 895/2010 Μεταξύ:
- Δημήτρη (Ντίμη) Κίρζη, προσωπικά και/ή υπό την Ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Νίκου Κίρζη
- Έλενας Κίρζη, προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Νίκου Κίρζη
- Ευφροσύνης (Έφης) Κίρζη, προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Νίκου Κίρζη
- Βανέσας Δ. Κίρζη
- Ναδίνας Κίρζη
- Νίκου Δ. Κίρζη Εναγόντων -και-
- Sharelink Securities and Financial Services Limited
- Γιώργου Φαλέκου
- Χριστόδουλου Έλληνα
- Χαράλαμπου Παπανικολάου
- Τόλιας Αποστολίδου
- Μάριου Γεωργιάδη
- Σάββα Παστελλή
- Φίλιππου Λάρκου
- Γιώργου Λιβέρα
- Δήμητρας Γεωργιάδου
- Χρίστου Βαλσάμη Εναγομένων ----------------------------- Ημερ.: 3.10.2017 Για Ενάγοντες: κ. Δ. Αραούζος με κ. Χρ. Περικλέους για Chrysses Demetriades & Co LLC Για Εναγομένους 1, 3‑6, 7, 8, 9, 11: κ. Μ. Ηλάδης για Γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2: κα Α. Ιγνατίου για κ. Χρ. Ιωαννίδη Για Εναγόμενο 10: κα Α. Κλαΐδου με κα Μ Πανάου ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατά τη δικάσιμο της 3.7.2017 παρουσιάστηκε ως Μ.Ε.3 η Έλενα Μιχαηλίδου, υπάλληλος στο νομικό τμήμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Ανάφερε ότι περί το έτος 2009 υπήρχαν θέματα τα οποία απασχόλησαν την Επιτροπή σε σχέση με την Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Έγινε κάποια διερεύνηση στην οποία η μάρτυρας δεν είχε εμπλοκή. Απλά παρουσίασε δέσμη από σχεδόν εκατόν έγγραφα που βρίσκονταν στο Αρχείο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Έγιναν, ως δέσμη, Τεκμ.8 και αριθμήθηκαν 8.250 μέχρι 8.
- Κατά την παρουσίαση της δέσμης η μόνη δήλωση από πλευράς υπερασπίσεως έγινε από τον κ. Μ. Ηλιάδη, που εκπροσωπεί τους Εναγομένους 1, 3 - 6, 8, 9 και 11, που ανέφερε: «Ισχύει πάντοτε η επιφύλαξη που είχαμε κάνει για έγγραφα». Ως Μ.Ε.4 παρουσιάστηκε ο Άλκης Πιερίδης. Ο Πιερίδης ενήργησε ως ερευνών λειτουργός μαζί με άλλους συναδέλφους του, κατόπιν εντολής της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σε καταγγελία της Εναγόμενης 1 αναφορικά με ενέργειες του τότε υπαλλήλου της, Εναγόμενου
- Το Τεκμ.8 αποτελείται από έγγραφα που παραδόθηκαν στην Επιτροπή ή ετοιμάστηκαν από την Επιτροπή, όπως καταθέσεις που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας. Κατά τη διερεύνηση κλήθηκε να προβεί και προέβηκε σε παραστάσεις και η Εναγόμενη
- Το έργο της διερεύνησης δεν ολοκληρώθηκε. Διαφάνηκε πρόβλημα στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Διορίστηκαν εκ νέου ερευνώντες λειτουργοί αλλά και πάλι το ζήτημα δεν προχώρησε καθότι διαφάνηκε νέο πρόβλημα στη σύνθεση του διοικητικού οργάνου. Ερευνώντες λειτουργοί διορίστηκαν και για τρίτη φορά αλλά η διερεύνηση εγκαταλείφθηκε. Η ουσία του ζητήματος είναι ότι τα έγγραφα που ως δέσμη έγιναν Τεκμ.8 είχαν παραδοθεί ή ετοιμαστεί στα πλαίσια διερεύνησης που διεξάχθηκε από ερευνώντες λειτουργούς που ενετάλησαν από διοικητικό όργανο η νομιμότητα του οποίου έπασχε. Σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία όσοι κλήθηκαν ενώπιον των ερευνώντων λειτουργών ήταν υποχρεωμένοι να απαντήσουν σε όλες τις ερωτήσεις που τους ετίθεντο, ωστόσο, δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία, ούτε και προβλήθηκε θέση, ότι οποιοσδήποτε των Εναγομένων επιθυμούσε να παραμείνει σιωπηρός και εξαναγκάστηκε να μιλήσει. Για σκοπούς των ενστάσεων της Υπεράσπισης το Τεκμ.8 μπορεί να διαχωριστεί σε τρεις κατηγορίες: (α) Μαρτυρία που έχει περισυλλεγεί από τρίτα πρόσωπα που δεν είναι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή. (β) Μαρτυρία που έχει περισυλλεγεί από τους Εναγόμενους στην παρούσα αγωγή που προϋπήρχε της διερεύνησης. (γ) Καταθέσεις και δηλώσεις προσώπων που είναι Εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή. Οι δικηγόροι Υπεράσπισης υπόβαλαν ενστάσεις όταν η πλευρά των Εναγόντων επιχείρησε μέσω του μάρτυρα Πιερίδη να αναφερθεί στο περιεχόμενο κάποιων από τα έγγραφα. Οι ενστάσεις φαίνεται να περιορίζονται στις δύο τελευταίες κατηγορίες εγγράφων. Το Δικαστήριο είναι της θέσης πως οι όποιες ενστάσεις θα έπρεπε να είχαν εγερθεί όταν επιχειρήθηκε η παρουσίαση των εγγράφων. Εφόσον αυτά έχουν ήδη ενταχθεί στο μαρτυρικό υλικό δεν είναι επιτρεπτή η προσβολή της αποδεκτότητας τους σε ενδιάμεσο στάδιο. Παραμένει ενδεχομένως η δυνατότητα εισήγησης στο τέλος της δίκης ότι, ενόψει και νέων δεδομένων, κάποια μαρτυρία θα πρέπει να αγνοηθεί προς εξυπηρέτηση της δίκαιας αντιμετώπισης της υπόθεσης. Παρά ταύτα το Δικαστήριο θα εξετάσει την ουσία των ενστάσεων ώστε να μέρη να έχουν υπόψη την προσέγγιση του Δικαστηρίου ως προς τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Στην Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186 η σχετική μαρτυρία ήταν το αποτέλεσμα δεύτερης νεκροψίας που πραγματοποιήθηκε μετά από έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα και της Αστυνομίας και αφού σχετική αίτηση προς το Θανατικό Ανακριτή είχε απορριφθεί. Ως εκ τούτου η δεύτερη αυτή νεκροψία ήταν εκτός νομοθετικής κάλυψης και εγειρόταν ζήτημα κατά πόσο η μαρτυρία αυτή θα μπορούσε να γίνει δεκτή (admissible) από το Κακουργιοδικείο στην ποινική υπόθεση που ο εφεσείοντας αντιμετώπιζε κατηγορούμενος για το φόνο του θύματος. Αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου ότι οι αρχές του Αγγλικού Κοινοδικαίου που σχετίζονται με τη δεκτότητα μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε με τρόπο παράνομο τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο, με την επιφύλαξη ότι δεν υπάρχει στην Κύπρο δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Στην επιφύλαξη αυτή θα πρέπει να προστεθεί η προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων δικαιωμάτων ότι όταν το Εθνικό Δίκαιο μιας χώρας επιτρέπει τη χρήση μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε παράνομα αυτό δεν αποτελεί από μόνο του παραβίαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, αλλά η εφαρμογή του σε μια συγκεκριμένη περίπτωση δυνατό να αποτελέσει μια τέτοια παραβίαση. Με τις πιο πάνω επιφυλάξεις το Εφετείο κατέληξε ότι τα νομολογηθέντα στην Αγγλική υπόθεση R. ν. Sang [1979] 1 All E.R. 1222 εφαρμόζονται. Εκεί λέχθηκε ότι το εκδικάζον δικαστήριο σε μια ποινική δίκη έχει πάντοτε διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να δεχθεί μαρτυρία αν κατά την γνώμη του ο δυσμενής της επηρεασμός υπερισχύει της αποδεικτικής της αξίας. Και, εκτός σε σχέση με παραδοχή και ομολογία και γενικά σε σχέση με μαρτυρία που λαμβάνεται από τον κατηγορούμενο μετά τη διάπραξη του αδικήματος, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αρνηθεί την αποδοχή σχετικής αποδεκτής μαρτυρίας για το λόγο ότι εξασφαλίστηκε με ανάρμοστα ή άδικα μέσα. Δεν απασχολεί το δικαστήριο ο τρόπος εξασφάλισης της. Κατέληξε το Εφετείο ότι η μαρτυρία που προέκυπτε από τη δεύτερη νεκροψία ορθά είχε γίνει δεκτή από το Κακουργιοδικείο. Στην Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.ά
(2004)2 Α.Α.Δ. 51 η πλειοψηφία του Εφετείου ακολουθώντας τη νομολογία του ΕΔΑΔ (Saunders v. United Kingdom [1997] 23 EHRR 313, Heaney & McGuiness v. Ireland Appl 34720/97, 21.12.2000) αποφάσισε ότι το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης περιορίζεται στην περίπτωση μαρτυρίας του ιδίου του κατηγορούμενου και δεν επεκτείνεται σε μαρτυρικό υλικό το οποίο, αν και έχει ως πηγή τον κατηγορούμενο, εντούτοις υπάρχει εξ αντικειμένου και ανεξάρτητα από τη θέληση του. Στη δεύτερη περίπτωση δεν παραβιάζεται ούτε το δικαίωμα της σιωπής, ούτε το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορούμενου. Στην Αγγλία οι αρχές του Κοινοδικαίου όπως έχουν διαμορφωθεί σε ποινικές υποθέσεις εφαρμόζονται και στις αστικές υποθέσεις. Η αφετηρία εξέτασης του ζητήματος είναι ότι αν η μαρτυρία είναι σχετική συνήθως θα γίνει αποδεκτή. Δεν υπάρχει κανόνας δικαίου ότι η μαρτυρία πρέπει να απορριφθεί επειδή έχει εξασφαλιστεί κατά τρόπο αντικανονικό ή παράνομο. Στην Helliwell v. Piggott-Sims [1980] FSR 356 αποφασίστηκε ότι στην περίπτωση των αστικών υποθέσεων ο Δικαστής δεν διατηρεί διακριτική ευχέρεια και δεν μπορεί να αρνηθεί να αποδεχτεί μαρτυρία στη βάση ότι αυτή μπορεί να έχει εξασφαλιστεί παράνομα. Σήμερα αναγνωρίζονται στην Αγγλία τρεις περιπτώσεις όπου μαρτυρία που διαφορετικά θα ήταν αποδεκτή μπορεί να αποκλειστεί σε αστική υπόθεση. Αυτό είναι επιτρεπτό για σκοπούς προστασίας της απονομής της δικαιοσύνης και σε σχέση με έγγραφα που αποκτήθηκαν κατά παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης. Ακόμα με την εισαγωγή της Δ.32 θ.1
(2)στους Αγγλικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία να αποκλείσει μαρτυρία που διαφορετικά θα ήταν επιτρεπτή. Η εξουσία ασκείται έχοντας υπόψη τον υπέρτατο αντικειμενικό σκοπό των θεσμών που είναι η δυνατότητα στο Δικαστήριο να χειριστεί την υπόθεση κατά τρόπο δίκαιο. Η πρόνοια εξετάστηκε στην Jones v. University of Warwick [2003] 1 WLR 954, όπου η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία εργοδότησε ερευνητή που, προσποιούμενος ότι ήταν ερευνητής αγοράς, επισκέφθηκε τον ενάγοντα τραυματία του επίδικου δυστυχήματος στο σπίτι του και έχοντας κρυμμένη κάμερα κατέγραψε βίντεο που έδειχνε τον ενάγοντα να έχει πλήρη λειτουργικότητα του χεριού του. Η θέση του Ενάγοντα ήταν ότι είχαν παραβιαστεί τα δικαιώματα του για δίκαια δίκη και το δικαίωμα στην οικογενειακή και ιδιωτική ζωή κάτω από την αγγλική νομοθεσία του Human Rights Act
- Η απόφαση εκδόθηκε από τον γνωστό Λόρδο Αρχιδικαστή Woolf. Ο ερευνητής είχε αναμφίβολα διαπράξει το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και σημειώνεται ότι θα ήταν εντελώς ανεπιθύμητο τα Δικαστήρια να ενθαρρύνουν τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους ασφαλιστικών εταιρειών. Το Δικαστήριο, σημειώνεται, όφειλε, ασκώντας την εξουσία που του παρείχαν οι θεσμοί, να λάβει υπόψη το αντίκτυπο της απόφασης στην απονομή της δικαιοσύνης γενικά, σταθμίζοντας τους παράγοντες, τη σημασία της μαρτυρίας και το βαθμό της παραβίασης. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να αγνοεί τις πραγματικές περιστάσεις. Αποφασίστηκε ότι η περίπτωση δεν ήταν τέτοια όπου η συμπεριφορά των ασφαλιστών των εναγομένων ήταν τόσο κατακριτέα ώστε να αποκλειστεί η μαρτυρία η οποία και έγινε αποδεκτή. Φαίνεται πως η προσέγγιση των αγγλικών δικαστηρίων είναι ότι τέτοια μαρτυρία μπορεί να αποκλειστεί μόνο όπου η συμπεριφορά του αντιδίκου είναι σε τέτοιο βαθμό καταδικαστέα, ώστε η αποδοχή της μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε παράνομα να ανατρέπει τη δίκαια διεξαγωγή της δίκης. Γι' αυτό και φαίνεται να αποδίδεται σημασία στο κατά πόσο η μαρτυρία αποκαλύπτεται έγκαιρα στην άλλη πλευρά. Στην Lifely v. Lifely [2008] EWCA Civ
- Εξετάστηκε από το Αγγλικό Εφετείο κατά πόσο θα επιτρεπόταν η παρουσίαση ενός ημερολογίου που αποσπάστηκε από τον ενάγοντα με παράνομη επέμβαση στην περιουσία δηλαδή το ημερολόγιο του εναγόμενου αδελφού του. Το Δικαστήριο στάθμισε δύο παράγοντες, τα δικαιώματα του εναγόμενου δυνάμει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ για προστασία της οικογενειακής και ιδιωτικής του ζωής και της κατοικίας και το δικαίωμα του ενάγοντα για δίκαια δίκη κάτω από το άρθρο
- Η μαρτυρία έγινε δεκτή. Είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου ότι δεν θα εξυπηρετούσε να αποφασίζετο γενικά το ζήτημα της αποδοχής μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε με τρόπο παράνομο ή αντικανονικό στις αστικές υποθέσεις. Το ζήτημα θα μπορούσε να αποφασιστεί στη βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και τις παραμέτρους που έχουν σημασία στα ιδιαίτερα της περιστατικά. Οι ενάγοντες δεν είχαν καμιά ανάμιξη στις περιστάσεις που οδήγησαν στην εξασφάλιση της μαρτυρίας για την προσαγωγή της οποίας υποβλήθηκαν οι ενστάσεις. Η μαρτυρία εξασφαλίστηκε από τους ερευνώντες λειτουργούς που διόρισε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για τη διερεύνηση καταγγελίας της Εναγόμενης 1 Εταιρείας εναντίον του εργοδοτούμενου της Εναγόμενου
- Δεν είναι η θέση ότι οι ερευνώντες λειτουργοί χρησιμοποίησαν αθέμιτους τρόπους για να εξασφαλίσουν οποιοδήποτε από το μαρτυρικό υλικό που επιχειρείται να παρουσιαστεί στην παρούσα αγωγή. Η παρανομία, πάνω στην οποία εδράζονται οι ενστάσεις έγκειται στη σύνθεση του διοικητικού οργάνου που διόρισε τους ερευνώντες λειτουργούς. Το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν σε κάθε περίπτωση ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η προσαγωγή της σχετικής μαρτυρίας, είτε αυτή συνίστατο σε υλικό που προϋπήρχε και παραδόθηκε στους ερευνώντες λειτουργούς από τους Εναγόμενους, είτε σε παραδοχές ή δηλώσεις των ιδίων των Εναγομένων προς τους ερευνώντες λειτουργούς. Οι Ενάγοντες θα πρέπει να έχουν την ευχέρεια που τους κατοχυρώνει το Άρθρο 30 του Συντάγματος και του ανάλογου περιεχομένου άρθρο 6 της ΕΣΔΑ να παρουσιάσουν όλο το υλικό που μπορεί να διαθέτουν ώστε να προβάλουν κατά τρόπο δίκαιο την αξίωση τους. Θα ήταν δυσανάλογη δυσχέρεια για τους Ενάγοντες να μη τους επιτραπεί να παρουσιάσουν το υλικό αυτό για το λόγο και μόνο ότι έπασχε η σύνθεση του διοικητικού οργάνου που διόρισε τους ερευνώντες λειτουργούς. Εάν κατά τη διάρκεια της δίκης ήθελε φανεί ότι κάποια επιμέρους μαρτυρία εξασφαλίστηκε συνεπεία παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος οιουδήποτε των Εναγομένων τότε αυτή μπορεί να αγνοηθεί. Ως εκ των ανωτέρω οι υποβληθείσες ενστάσεις απορρίπτονται και τα έγγραφα του Τεκμ.8 παραμένουν ενταγμένα στο μαρτυρικό υλικό. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αποδεκτότητα μαρτυρίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο