← Κύπρος

LANURIA LIMITED ν. UTTERLAN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2176/16, 31/10/2017

LANURIA LIMITED ν. UTTERLAN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2176/16, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A372 Αρ. Αγωγής: 2176/16 Μεταξύ: LANURIA LIMITED , από τη Λεμεσό Ενάγουσας και

  1. UTTERLAN LIMITED, από τη Λεμεσό
  2. SERGEY SHISHKAREV, από τη Ρωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 2.8.16 από εναγομένους 1 και 2 - αιτητές για απόρριψη της αγωγής συνεπεία κατάχρησης Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2017 Για εναγόμενους 1 και 2 - αιτητές: κ. Χαχολιάδης Για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση : κ. Πίττας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα που είναι Κυπριακή εταιρεία, ήταν νόμιμη ιδιοκτήτρια 7,524 μετοχών με ονομαστική αξία €1,00 εκάστη (οι πωληθείσες μετοχές), οι οποίες αποτελούσαν το 10% του εκδομένου κεφαλαίου της Κυπριακής εταιρείας Deloports Ltd. Ο εναγόμενος 2 είναι Ρώσος πολίτης και μοναδικός ιδιοκτήτης και μέτοχος της εναγομένης 1, η οποία προηγουμένως μέσω της εταιρείας Maxria Ltd έλεγχε το υπόλοιπο 90% της εταιρείας Deloports Ltd. Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή της, αιτείται απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 για το ποσό των $20.000.000,00 το οποίο κατ' ισχυρισμό αντιπροσωπεύει το οφειλόμενο υπόλοιπο συμφωνηθείσας αντιπαροχής δυνάμει των όρων συμφωνίας αγοραπωλησίας των πιο πάνω μετοχών. Αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ότι δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας ημερ. 22.6.2015 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1, η ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη 1, τις πιο πάνω μετοχές της στην εταιρεία Deloports Ltd με τίμημα, το ποσόν των $40.000.000,
  3. Συμφωνήθηκε όπως το εν λόγω ποσόν πληρωθεί σε τρεις δόσεις ήτοι αρχικά $20.000.000, $10.000.000 πριν τις 15.6.2016 και $10.000.000 πριν τις 15.6.
  4. Ο εναγόμενος 2 συμφώνησε να υπογράψει σύμβαση εγγύησης προς όφελος της ενάγουσας για τα πιο πάνω ποσά, με αντάλλαγμα η ενάγουσα να συμφωνήσει στην πώληση και μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών στην εναγομένη
  5. Στις 3.7.2015, η εναγομένη 1 πλήρωσε προς την ενάγουσα το ποσό των $20.000.000,00 που αντιπροσώπευε την 1η δόση. Στις 6.7.2015 έλαβε χώρα η ολοκλήρωση της συμφωνίας αγοραπωλησίας και μεταβίβασης των μετοχών. Όμως κατά παράβαση των όρων της πιο πάνω συμφωνίας, η εναγομένη 1 παρέλειψε να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των $10.000,00 που αποτελούσε την δεύτερη δόση. Η ενάγουσα απέστειλε ειδοποίηση απαίτησης στην εναγομένη 1, όμως η εναγομένη 1 αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Η ειδοποίηση απαίτησης πληρωμής του ποσού, στάλθηκε και προς τον εναγόμενο 2 δυνάμει των όρων της σύμβασης εγγύησης. Στις 17.5.2016 η εναγομένη 1 καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή 1388/16 (η πρώτη αγωγή) με την οποία αμφισβητεί την συμφωνία αγοραπωλησίας των μετοχών. 'Όμως, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης στην παρούσα αγωγή, η πρώτη αγωγή καταχωρήθηκε από την εναγομένη 1 σε μια προσπάθεια αμφισβήτησης των υποχρεώσεων της δυνάμει της συμφωνίας αγοραπωλησίας μετοχών. Καταχωρήθηκε επίσης η αγωγή 1395/16 (η δεύτερη αγωγή) από την σύζυγο του εναγομένου 2 με την οποία αμφισβητείται η εγκυρότητα της σύμβασης εγγύησης. Ούτε και η 3η δόση έχει πληρωθεί από τους εναγόμενους παρά την παραλαβή από αυτούς γραπτών ειδοποιήσεων δυνάμει της σύμβασης αγοραπωλησίας μετοχών. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά από τους δύο εναγομένους, το ποσόν των $20.000.000,00 ως υπόλοιπο οφειλόμενο για την πώληση των ως άνω μετοχών και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της αγωγής, η ενάγουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση με σκοπό την παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου 2, καθώς επίσης και την αποκάλυψη πληροφοριών προς υποβοήθηση των διαταγμάτων παγοποίησης για τη διασφάλιση της εκτέλεσης απόφασης που δυνατό να εκδοθεί στην αγωγή. Μετά από μονομερή ακρόαση της εν λόγω αίτησης, το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα ως η παράγραφος Α του αιτητικού. Συγκεκριμένα, απαγορεύτηκε στον εναγόμενο 2 η μεταφορά εκτός Κύπρου και η αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού του στοιχείου μέχρι και του ποσού των $21.500.000,
  6. Επιπλέον, απαγορεύτηκε η αποξένωση και επιβάρυνση των περιουσιακών του στοιχείων στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων και των μετοχών και συμφερόντων του σε συγκεκριμένες εταιρείες. Στη συνέχεια και μετά από αίτημα του εναγομένου 2, το προσωρινό διάταγμα τροποποιήθηκε, έτσι ώστε ο περιορισμός του ποσού μέχρι τα $21.500.000,00 να ισχύει και για τα εκτός Κύπρου περιουσιακά του στοιχεία. Μετά από ακρόαση της πιο πάνω αίτησης, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 18.10.2016 ενδιάμεση απόφαση με την οποία οριστικοποίησε το ήδη εκδοθέν διάταγμα και επιπλέον εξέδωσε τα υπόλοιπα διατάγματα στη μονομερή αίτηση υπό παραγράφους Β, Δ

(1), (α), (β), (γ) και Ε. Τα εν λόγω διατάγματα, αφορούν κυρίως την απαγόρευση αλλοίωσης οποιουδήποτε στοιχείου σε σχέση με συγκεκριμένες μετοχές καθώς και την αποκάλυψη των ιδιοκτητών συγκεκριμένων κυπριακών εταιρειών, με τις οποίες σχετίζονται οι εναγόμενοι. Στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση ημερ. 15.9.2016, το Δικαστήριο απέρριψε ισχυρισμούς των εναγομένων σε σχέση με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους της ενάγουσας. Ακολούθησε καταχώρηση της παρούσας αίτησης ημερ. 2.8.2016 με την οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 αιτούνται την απόρριψη της αγωγής λόγω κατάχρησης της διαδικασίας. Διαζευκτικά, επιζητείται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στις Δ.16 Θ.9 & Δ.39 Θ.48 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο των συνηγόρων των εναγομένων. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό γιατί άπτεται των ιδίων θεμάτων με την πρώτη αγωγή 1388/16 που καταχώρισε η εναγομένη στην παρούσα. Τα επίδικα θέματα είναι στην ουσία τα ίδια και αφορούν την συμφωνία αγοραπωλησίας μετοχών ημερ. 22.6.2015 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης
  1. Υπάρχει δηλαδή ταύτιση των επιδίκων θεμάτων και του πραγματικού υποβάθρου των δύο αγωγών. Συγκεκριμένα στην αγωγή 1388/16, η εναγομένη 1 στην παρούσα αξιώνει δηλωτική απόφαση ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας λόγω απάτης και ψευδών παραστάσεων. Στην παρούσα αγωγή, η ενάγουσα επιζητεί ακριβώς το αντίθετο ήτοι την πληρωμή $20.000.000,00 δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, την οποία όμως, η εναγομένη 1 αμφισβητεί με την αγωγή 1388/
  2. Επειδή η αγωγή 1388/16 καταχωρήθηκε πρώτη, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Έγινε αναφορά στην ένορκη δήλωση και στη δεύτερη αγωγή με αριθμό 1395/16, με την οποία αμφισβητείται η συμφωνία εγγύησης ημερ. 22.6.
  3. Την αγωγή καταχώρησε η σύζυγος του εναγομένου
  4. Ισχυρίζεται ότι η εν λόγω σύμβαση εγγύησης είναι παράνομη αφού σύμφωνα με το ρωσικό δίκαιο, ο σύζυγος της προτού την υπογράψει έπρεπε να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της. Παρά την προγενέστερη ύπαρξη και της δεύτερης αγωγής, την οποία η ενάγουσα είχε την ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις της, εντούτοις αυτή καταχώρισε καταχρηστικά την παρούσα αγωγή. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η καταχώριση της παρούσας αγωγής, παρά το γεγονός της ύπαρξης δύο προηγουμένων αγωγών από τους εναγομένους για τα ίδια θέματα, καταδεικνύει ότι η ενάγουσα έχει αλλότρια κίνητρα και ότι σκοπός της παρούσας διαδικασίας δεν είναι άλλος από την εξασφάλιση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων προκειμένου να ασκήσει πίεση στους εναγομένους. Η ενάγουσα - καθ' ης αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση ένστασης, αρνούμενη ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική. Αναφέρεται στους λόγους ένστασης ότι αντιθέτως είναι οι αγωγές 1395/16 και 1388/16 που καταχωρήθηκαν καταχρηστικά και ενορχηστρωμένα από τους αιτητές, χωρίς καν να τις προωθήσουν με έκθεση απαίτησης παρά μόνο τις δύο τελευταίες ημέρες του δικαστικού έτους. Με τον τρόπο αυτό λόγω ακριβώς των θερινών διακοπών, η ενάγουσα δεν μπορούσε να καταχωρίσει ανταπαίτηση και κατά συνέπεια αδυνατούσε να πετύχει την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων για την προστασία των συμφερόντων της. Γι' αυτό το λόγο σύμφωνα με την ένσταση, καταχρηστική είναι η καταχώριση των πιο πάνω προγενέστερων αγωγών από τους αιτητές και όχι η καταχώριση της παρούσας αγωγής από την ενάγουσα. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού θα απωλέσει την προστασία που εξασφάλισε με τα υπό κρίση ενδιάμεσα διατάγματα. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι παράτυπη αφού γίνεται από δικηγόρο. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Dmitrii Pankov που είναι νομικός από τη Ρωσία και διευθυντής του νομικού τμήματος της ενάγουσας εταιρείας. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνονται όλοι οι λόγοι ένστασης με ιδιαίτερη έμφαση στην καταχρηστική καταχώριση των πιο πάνω αγωγών από τους αιτητές και στην αναγκαιότητα να προστατευθούν τα συμφέροντα της ενάγουσας όπως διασφαλίζονται με τα ενδιάμεσα διατάγματα στην παρούσα αγωγή. Αγορεύσεις: Ο συνήγορος των εναγομένων - αιτητών στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στην εξουσία του Δικαστηρίου για απόρριψη αγωγής δυνάμει της Δ.16 Θ.
  5. Αναφέρθηκε επίσης στη σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να απορρίψει ή να αναστείλει αγωγή, όταν αυτή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Με παραπομπή σε νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τα αιτήματα στην παρούσα αίτηση για απόρριψη ή αναστολή της αγωγής, στηρίζονται στην ορθή νομική βάση. Στη συνέχεια επί της ουσίας του αιτήματος, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η θέση για κατάχρηση της διαδικασίας στηρίζεται στο γεγονός ότι η παρούσα συνιστά στην ουσία, διασταυρούμενη αγωγή (cross action) με την πρώτη αγωγή 1388/
  6. Το γεγονός αυτό κατά τον συνήγορο, αποτελεί από μόνο του καλό λόγο για παραμερισμό ή αναστολή της παρούσας αγωγής. Στη συνέχεια, ο συνήγορος παρέπεμψε σε σειρά αποφάσεων όπου δικαστικές διαδικασίες απορρίφθηκαν ως καταχρηστικές στην περίπτωση που μεταγενέστερη διαδικασία, καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα. Στη συνέχεια, ο συνήγορος έκαμε αναφορά στα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής αλλά και της πρώτης αγωγής 1388/16, με την οποία η εναγόμενη 1 στην παρούσα, αμφισβητεί την συμφωνία αγοραπωλησίας μετοχών. Ήταν η θέση του ότι οι δύο αγωγές εδράζονται ακριβώς στα ίδια γεγονότα αφού η ενάγουσα επιδιώκει με την παρούσα, την εφαρμογή της πιο πάνω συμφωνίας, που ο εναγόμενος 2 αμφισβητεί με την πρώτη αγωγή. Είναι άσχετο το γεγονός ότι με την παρούσα, επιζητούνται και αποζημιώσεις εναντίον του εναγομένου 2, βάσει των όρων της συμφωνίας εγγύησης, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην πρώτη αγωγή. Αυτό γιατί τα επίδικα θέματα κατά τον συνήγορο, παραμένουν τα ίδια και στις δύο αγωγές. Ειδικότερα, εάν κριθεί ότι η συμφωνία αγοραπωλησίας μετοχών είναι έγκυρη, τότε αυτή η εγκυρότητα εξυπακούει και την εγκυρότητα της συμφωνίας εγγύησης. Ενώ εάν αποφασιστεί πως είναι άκυρη, τότε η ακυρότητα θα συμπαρασύρει και την συμφωνία εγγύησης. Εν όψει τούτου, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα με την καταχώριση της παρούσας αγωγής, ξεκάθαρα καταχράται τη δικαστική διαδικασία. Η παρούσα αγωγή, καταπιάνεται με το ουσιαστικό επίδικο θέμα της πρώτης αγωγής ήτοι το κατά πόσο η συμφωνία αγοραπωλησίας μετοχών είναι έγκυρη. Εν κατακλείδι, η προγενέστερη αγωγή αποτελεί αδιαμφισβήτητα διασταυρούμενη αγωγή με την παρούσα, ανεξάρτητα από το ότι δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση διαδίκων. Ήταν η θέση του δικηγόρου ότι η ταυτόχρονη ύπαρξη διασταυρούμενων αγωγών, συνιστά αυταπόδεικτη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στη συνέχεια, ο συνήγορος απέρριψε τους ισχυρισμούς της ένστασης περί κακόπιστης και ενορχηστρωμένης καταχώρισης των προγενέστερων αγωγών εκ μέρους των εναγομένων στην παρούσα. Συγκεκριμένα στην πρώτη αγωγή, η εναγομένη 1 στην παρούσα έχει στην κατοχή της εκτίμηση διεθνούς εγκεκριμένου και ανεξάρτητου εκτιμητή, αναφορικά με την αξία των μετοχών κατά το χρόνο αγοράς τους. Η εκτίμηση αυτή, δικαιολογεί τις αξιώσεις στην πρώτη αγωγή. Επιπλέον, η σύζυγος του εναγομένου 2 ως ήταν φυσιολογικό, θέλοντας να προστατεύσει τα συμφέροντα του συζύγου της, καταχώρισε την δεύτερη αγωγή με την οποία ζητά την ακύρωση της συμφωνίας εγγύησης μεταξύ του συζύγου της και της ενάγουσας. Καταχωρήθηκαν έτσι δύο ξεχωριστές αγωγές, αφού αναφέρονται σε δύο διαφορετικές συμφωνίες με διαφορετικές βάσεις αγωγής. Η ενάγουσα παραπλανητικά κατά τον συνήγορο, ισχυρίζεται ότι η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης έγινε δύο μέρες πριν τις θερινές διακοπές για να την εμποδίσει να καταχωρίσει ανταπαίτηση και συνάμα αίτημα για ενδιάμεσα διατάγματα. Με δεδομένο όμως ότι το κλητήριο στην πρώτη αγωγή καταχωρήθηκε δύο μήνες πριν την παρούσα, ο συνήγορος διερωτήθηκε γιατί στο διάστημα αυτό η ενάγουσα δεν προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας αγωγής για την εξασφάλιση ενδιαμέσων διαταγμάτων. Αντί να προχωρήσει τάχιστα με καταχώριση αγωγής, παραπονείται ότι η έκθεση απαίτησης στην πρώτη αγωγή καταχωρήθηκε δύο μέρες πριν τις θερινές διακοπές, επικαλούμενη παραπλανητικά, κατάχρηση εκ μέρους των αιτητών. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τα ενδιάμεσα διατάγματα και ο τρόπος με τον οποίο επιδιώχθηκε η έκδοση τους, αποτελούν μέρος της καταχρηστικής συμπεριφοράς της ενάγουσας που προτίμησε εσκεμμένα την καταχώριση της παρούσας αγωγής αντί την επιδίωξη ενδιάμεσων διαταγμάτων στα πλαίσια ανταπαίτησης στην πρώτη αγωγή. Εάν αυτό που εμπόδισε την ενάγουσα να επιδιώξει ενδιάμεση θεραπεία στην πρώτη αγωγή, είναι η καταχώριση έκθεσης απαίτησης δύο μέρες πριν τις θερινές διακοπές, τότε το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί οι καθ' ων η αίτηση δεν προώθησαν την παρούσα διαδικασία πολύ νωρίτερα και μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την καταχώριση της 1ης αγωγής, η οποία στην ουσία επέφερε και τον τερματισμό της συμφωνίας αγοραπωλησίας μετοχών. Ήταν στη συνέχεια η θέση του συνηγόρου ότι εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρούσα αγωγή και η έκδοση των ενδιαμέσων διαταγμάτων δεν αποτελεί καταχρηστική συμπεριφορά από την ενάγουσα, τότε λαμβάνοντας υπόψη πως η παρούσα και η πρώτη αγωγή συνιστούν διασταυρούμενες αγωγές, η έκδοση διατάγματος αναστολής της παρούσας διαδικασίας δεν θα ακυρώσει την προστασία των ενδιάμεσων διαταγμάτων που εκδόθηκαν υπέρ της ενάγουσας, ούτε και η τελευταία θα απωλέσει το όποιο δικονομικό πλεονέκτημα απέκτησε με τα ενδιάμεσα διατάγματα που θα συνεχίσουν να βρίσκονται σε ισχύ, ανεξάρτητα της όποιας αναστολής στην παρούσα αγωγή. Σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα έχει τη δυνατότητα να προσθέσει και τον εναγόμενο 2 στην πρώτη αγωγή ως συνεναγόμενο δι' ανταπαιτήσεως ώστε με την πρώτη αγωγή να αποφασιστεί παράλληλα και η υποχρέωση του εναγομένου 2 ως εγγυητή κάτω από τη συμφωνία εγγύησης. Ακολούθως, ο συνήγορος απέρριψε τον ισχυρισμό της ένστασης για απόρριψη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ένεκα του γεγονότος ότι γίνεται από δικηγόρο. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι αν η παρούσα αίτηση απορριφθεί θα εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο αγωγές με ταυτόσημα επίδικα γεγονότα. Η πρώτη αγωγή στην οποία η εναγομένη 1 ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει τίποτα στους καθ' ων η αίτηση λόγω δόλου ή ψευδών παραστάσεων και η παρούσα αγωγή με την οποία η ενάγουσα επιμένει στην εγκυρότητα της συμφωνίας και συνακόλουθα στον ισχυρισμό ότι οι αιτητές, της οφείλουν το υπόλοιπο ποσό της σύμβασης. Ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση στη δική του αγόρευση, αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της διαδικασίας. Ισχυρίστηκε ότι τα θέματα κατάχρησης που εγείρουν οι αιτητές στην παρούσα αίτηση τους, έχουν επίσης εγερθεί και αποφασιστεί τελεσίδικα στα πλαίσια της εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 20.7.2016 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Έγινε αναφορά σε αποσπάσματα της εν λόγω απόφασης με την οποία απορρίπτονται ακριβώς οι ίδιες θέσεις των αιτητών για κατάχρηση της διαδικασίας. Ο συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία, ισχυρίστηκε ότι μπορεί να δημιουργηθεί δεδικασμένο στα πλαίσια ενδιάμεσων αιτήσεων, εφόσον σε αυτές εκφραστεί τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Ήταν επί του προκειμένου η θέση του συνηγόρου ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε καινούργια μαρτυρία από την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Στη συνέχεια με παραπομπή στα γεγονότα της υπόθεσης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα αναγκάστηκε να εγείρει την παρούσα αγωγή ένεκα της δικονομικής συμπεριφοράς των αιτητών, η οποία αποσκοπούσε ακριβώς, στο να εμποδίσει την ενάγουσα από του να προσφύγει στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι παρά το γεγονός ότι οι αιτητές αγόρασαν τις μετοχές της Deloport Ltd από τον Ιούνιο του 2015 και παρά το ότι τους επόμενους δέκα μήνες αποξένωσαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τόσο της εναγομένης 1 όσο και της ίδιας της Deloport Ltd, ουδέποτε ήγειραν οποιοδήποτε θέμα ως προς την τιμή αγοράς των μετοχών ή την σύναψη της εγγύησης του εναγομένου
  7. Αντιθέτως, διαβεβαίωναν τους καθ' ων η αίτηση μέχρι και τον Μάϊο του 2016 ότι θα πλήρωναν τα οφειλόμενα ποσά. Για πρώτη φορά προσπάθησαν να αμφισβητήσουν τις σχετικές συμφωνίες, καταχωρώντας στις 17.5.2016, τις δύο πιο πάνω αγωγές. Όμως οι εν λόγω αγωγές, καταχωρήθηκαν κατά τον συνήγορο χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε προειδοποίηση ή απαίτηση προς την ενάγουσα στην παρούσα αγωγή. Οι εν λόγω αγωγές, καταχωρήθηκαν μέσω γενικά οπισθογραφημένων κλητηρίων και οι εκθέσεις απαίτησης τους, καταχωρήθηκαν στις 7.7.2016 και 8.7.2016 αντίστοιχα. Οι πιο πάνω ημερομηνίες, αποτελούσαν τις δύο τελευταίες ημέρες του δικαστηριακού έτους πριν τις καλοκαιρινές διακοπές. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα στην παρούσα δεν μπορούσε να καταχωρίσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση πριν τον Σεπτέμβρη του
  8. Κατά συνέπεια δεν μπορούσε να αιτηθεί και την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στα πλαίσια των πιο πάνω αγωγών ώστε να προστατεύσει τα συμφέροντα της. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η πραγματική πρόθεση των αιτητών, ήταν να αποτρέψουν την ενάγουσα από του να διεκδικήσει το λαβείν της μέσω των δικαστικών διαδικασιών. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής και της έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων, οι αιτητές προσπαθούν να ακυρώσουν με κάθε τρόπο την προσωρινή προστασία που πέτυχε η ενάγουσα. Υπό τας περιστάσεις, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η ενάγουσα δεν είχε άλλη επιλογή από του να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση και να ζητήσει προσωρινά διατάγματα προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα της. Με παραπομπή σε νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η έγερση νέας αγωγής αντί ανταπαίτησης, δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία, η παράλληλη ύπαρξη διασταυρούμενων αγωγών δεν συνεπάγεται ότι η μεταγενέστερη αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Αλλά ακόμα και εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι κάποια από τις αγωγές πρέπει να ανασταλεί, αυτή δεν θα πρέπει να είναι η παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τις αρχές που έθεσε η νομολογία, η παρούσα αγωγή δεν πρέπει να ανασταλεί καθότι η ενάγουσα έχει το βάρος απόδειξης της απαίτησης της κάτω από τις επίδικες συμφωνίες δανείου. Επιπλέον, έχει συγκεκριμένο όφελος από τη συνέχιση της παρούσας διαδικασίας αφού στα πλαίσια της έχουν εκδοθεί ενδιάμεσα προσωρινά διατάγματα που κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, έγιναν οριστικά μέχρι εκδίκασης της αγωγής. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αγωγή δεν θα πρέπει να απορριφθεί ή ανασταλεί, αφού με τον τρόπο αυτό θα επιβραβευθεί η καταχρηστική συμπεριφορά των αιτητών. Επανέλαβε την θέση ότι η ενάγουσα δεν είχε άλλη επιλογή από του να εγείρει την υπό κρίση αγωγή ως ξεχωριστή διαδικασία και όχι ως ανταπαίτηση στις άλλες αγωγές. Επανέλαβε επίσης ότι οι καθ' ων η αίτηση στις προηγηθείσες αγωγές δεν καταχώρισαν τις εκθέσεις απαίτησης τους μέχρι και την τελευταία ημέρα του δικαστικού έτους. Ως αποτέλεσμα οι καθ' ων η αίτηση δεν ήταν σε θέση να καταχωρίσουν υπεράσπιση και ανταπαίτηση, παρά μόνο μέχρι την έναρξη του νέου δικαστικού έτους, τον επόμενο Σεπτέμβριο. Στα πλαίσια αυτά, η ενάγουσα εκτός εάν καταχωρούσε την παρούσα αγωγή, δεν θα ήταν σε θέση να αιτηθεί προσωρινά διατάγματα, προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα της. Ένεκα της άμεσης και επείγουσας ανάγκης να εκδοθούν τα ενδιάμεσα διατάγματα, η ενάγουσα αναγκάστηκε να καταχωρίσει την παρούσα και να υποστεί έξοδα καταχώρισης, χωρίς να έχει οποιαδήποτε πρόθεση κατάχρησης της διαδικασίας, αφού οι καθ' ων η αίτηση δεν της άφησαν άλλη επιλογή. Εν κατακλείδι, ο συνήγορος σημείωσε ότι δεν υπάρχει ταύτιση διαδίκων μεταξύ των προηγηθεισών αγωγών και της παρούσας. Σημείωσε ότι η σύζυγος του εναγομένου 2 καταχώρισε γραπτή αίτηση ημερ. 2.9.2016 για την συνένωση της ως διαδίκου στην παρούσα. Ως εκ τούτου, έχουν τεθεί οι βάσεις κατά το συνήγορο για να αιτηθούν οι αιτητές τη συνένωση των εν λόγω αγωγών σε περίπτωση που όντως πιστεύουν ότι οι δύο εκκρεμοδικίες, πραγματικά επηρεάζουν τα δικαιώματα τους. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτοί που καταχρώνται τη δικαστική διαδικασία είναι οι αιτητές. Όχι μόνο με τη δικονομική συμπεριφορά τους όσον αφορά την καταχώριση των προγενέστερων αγωγών, αλλά και γιατί ξεκάθαρα με την υπό κρίση αίτηση, επιδιώκουν με έμμεσο τρόπο την ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων, τα οποία το Δικαστήριο μετά από ακρόαση κατέστησε οριστικά μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι είναι νομικά ανεπίτρεπτο να καλείται το παρόν Δικαστήριο να ακυρώσει ενδιάμεσα διατάγματα, τα οποία άλλος δικαστής έκρινε απαραίτητο να οριστικοποιήσει. Τέλος, ο συνήγορος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που είναι παράτυπη αφού γίνεται από δικηγόρο χωρίς να δίδεται επαρκής εξήγηση γι' αυτό. Συμπεράσματα Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση για παρατυπία της ένορκης δήλωσης της αίτησης επειδή αυτή υπογράφεται από δικηγόρο. Αναφορικά με τον πιο πάνω λόγο ένστασης, χρήσιμα είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 AAΔ 82, τα οποία παραθέτω αυτούσια κατωτέρω: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036).» Στην ίδια υπόθεση διευκρινίστηκε ότι δεν υπάρχει άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Τα ίδια ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι παράτυπη επειδή υπογράφεται από δικηγόρο. Εξ' άλλου, είναι εμφανές από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 2 διαμένει στο εξωτερικό, στοιχείο που αποτελεί καλό λόγο για να γίνει η ένορκη δήλωση από τον δικηγόρο του χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω επεξήγηση ή αιτιολόγηση του γεγονότος αυτού. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων έγκρισης του αιτήματος. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.16 Θ.9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Όμως, η Δ.16 Θ.9 αφορά αίτημα για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου και ως εκ τούτου δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της παρούσας αίτησης. Αιτήματα όπως αυτά της παρούσας για απόρριψη η αναστολή των δικαστικών διαδικασιών, εξετάζονται στα πλαίσια των συμφυών εξουσιών, επί των οποίων επίσης στηρίζεται η αίτηση (βλ. Beogradska
(1996)1 A.A.Δ 911). Σχετική είναι και υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R στην οποία επισημαίνεται ότι κάθε Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίζει κατάχρηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Η εξουσία αυτή, αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ορίζεται μεταξύ άλλων η υιοθέτηση από ένα διάδικο παράλληλων ένδικων μέσων για την επιδίωξη όμοιων σκοπών (βλ. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217). Στην απόφαση Beogradska (ανωτέρω), λέχθηκε ότι στις περιπτώσεις κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με χρήση πολλαπλών ένδικων μέσων για επιδίωξη του ίδιου σκοπού, το Δικαστήριο έχει στην διάθεση του τόσον τον μέτρο της απόρριψης της αγωγής όσον και αυτό της αναστολής της. Επιπλέον, κατάχρηση συνιστά και η χρήση ενός δικονομικού μέσου για αλλότριο σκοπό. Έχει νομολογηθεί ότι δικαστική διαδικασία μπορεί να κατασταλεί ως καταχρηστική όποτε η προσεπίκληση της μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (βλ. Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, M & M Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 και Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Προτού υπεισέλθω στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών περί κατάχρησης, θεωρώ σκόπιμο όπως διερευνηθεί η θέση της ενάγουσας για ύπαρξη δεδικασμένου στο εν λόγω θέμα. Όπως προαναφέρθηκε, οι πιο πάνω θέσεις για κατάχρηση όπως προβάλλονται από τους αιτητές, απορρίφθηκαν με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 15.9.2016 με την οποία οριστικοποιήθηκαν τα ενδιάμεσα διατάγματα στην παρούσα αγωγή. Στην ένσταση τους στην διαδικασία οριστικοποίησης των προσωρινών διαταγμάτων, οι αιτητές στην παρούσα, προέβαλαν ακριβώς τις ίδιες θέσεις περί κατάχρησης χωρίς όμως αυτές να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Αντιθέτως, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους της ενάγουσας. Η βασική αρχή που πηγάζει από την νομολογία σε σχέση με το ζήτημα, είναι ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις δεν ισχύουν οι αρχές του δεδικασμένου, δεδομένου ότι στην ενδιάμεση θεραπεία, το Δικαστήριο συνήθως δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις παραχώρησης ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων όπου το Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιονδήποτε στάδιο να τα αναθεωρήσει (βλ. Recnex Trading L.td κα ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 72/11 ημ. 16 Απριλίου, 2014). Εξαίρεση αποτελούν, οι περιπτώσεις όπου με την ενδιάμεση απόφαση, το Δικαστήριο προβαίνει σε μόρφωση και έκφραση γνώμης με τρόπο σαφή και καθοριστικό αναφορικά με οιοδήποτε νομικό ή πραγματικό ζήτημα. Σχετική είναι η απόφαση KSR Comercio S.A v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ 309 που αφορούσε ισχυρισμούς για δεδικασμένο σε ενδιάμεση αίτηση όπως και στην παρούσα περίπτωση. Λέχθηκε ότι οι αρχές του δεδικασμένου εφαρμόζονται σε κάθε δικαστική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης και της ενδιάμεσης αίτησης στην οποία εκδόθηκε παρεμπίπτουσα διαταγή. Μόνο κριτήριο είναι η ενασχόληση και απόφαση του Δικαστηρίου με καθοριστικό τρόπο σε οιοδήποτε πραγματικό ή νομικό ζήτημα. Στην πιο πάνω απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού παρέθεσε τις γενικές αρχές που ισχύουν στις περιπτώσεις δεδικασμένου, σημείωσε τα πιο κάτω: «Είναι, εντούτοις, απαραίτητη προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται και στην παραπάνω απόφαση, η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό είτε σε ζήτημα νομικό είτε πραγματικό. Η ενασχόληση του δικαστηρίου με την ουσία του επίδικου θέματος είναι η βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata. Βλέπε Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 16 παράγραφος 1529. Ο όρος "δικαστική διαδικασία" περιλαμβάνει και αίτηση στην οποία εκδόθηκε παρεμπίπτουσα διαταγή: Peareth v. Marriott [1882] 22 Ch.D. 182, 191 και Badar Bee ν. Habib Merican Noordin [1909] A.C. 615, P.C.» Ενόψει τούτου, το ζήτημα του δεδικασμένου θα πρέπει να εξεταστεί μόνο μέσα από το ερώτημα κατά πόσο η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 15.9.2016, αποφάνθηκε επί της ουσίας του ζητήματος της κατάχρησης. Έχω μελετήσει με προσοχή της πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση ημ. 15.9.2016 με την οποία οριστικοποιήθηκαν τα προσωρινά διατάγματα στην παρούσα αγωγή. Το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της προϋπόθεσης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, διερεύνησε τους ίδιους ισχυρισμούς για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όπως προβάλλονται στην παρούσα αίτηση. Το Δικαστήριο αιτιολογώντας την θέση του, αποφάνθηκε με τρόπο σαφή και καθοριστικό ότι δεν έχει αποδειχθεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας στην παρούσα περίπτωση. Συμφώνησε μάλιστα με την θέση της ενάγουσας ότι δεν είχε άλλη επιλογή από την καταχώρηση της παρούσας, λόγω της δικονομικής συμπεριφοράς των αιτητών. Η μόρφωση και έκφραση γνώμης με καθοριστικό και κατηγορηματικό τρόπο από το Δικαστήριο δεν αφήνει περιθώρια άλλης ερμηνείας από το ότι όντως ισχύουν στην παρούσα οι αρχές του δεδικασμένου όσον αφορά το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για μόνο αυτό τον λόγο χωρίς να εξεταστούν εκ νέου οι θέσεις των δύο πλευρών στο ζήτημα της κατ' ισχυρισμό κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Ανεξαρτήτως τούτου, θεωρώ σκόπιμο όπως εξετάσω το ζήτημα της κατάχρησης σε περίπτωση που η πιο πάνω θέση μου δεν γίνει αποδεκτή σε ενδεχόμενη έφεση. Έχοντας υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, κρίνω ότι δεν αποδεικνύεται στην παρούσα κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους της ενάγουσας. Κατ' αρχάς δεν έχουμε εδώ επιδίωξη του ιδίου σκοπού με την καταχώρηση παράλληλων ένδικων μέσων. Η πρώτη αγωγή 1388/16 δεν καταχωρήθηκε από την ενάγουσα αλλά από την εναγομένη 1 στην παρούσα. Η δε δεύτερη αγωγή 1395/16, καταχωρήθηκε από την σύζυγο του εναγομένου 2 στην παρούσα. Δεν μπορεί ως εκ τούτου να ισχυριστεί κανείς ότι η ενάγουσα επιδιώκει με την παρούσα, όμοιους σκοπούς καταχωρώντας παράλληλες διαδικασίες αφού οι προγενέστερες αγωγές δεν καταχωρήθηκαν από την ίδια. Δεν ισχύει επίσης η θέση των αιτητών ότι η παρούσα διαδικασία συνιστά διασταυρούμενη αγωγή με την πρώτη αγωγή 1388/16 με την έννοια ότι αφορούν τα ίδια επίδικα θέματα. Αυτό γιατί όπως προαναφέρθηκε δεν έχουμε ταύτιση διάδικων και επιδίκων θεμάτων μεταξύ της παρούσας και των προηγηθείσων αγωγών. Ο ισχυρισμός των αιτητών ότι η ενάγουσα θα μπορούσε στην πρώτη αγωγή να προσθέσει την σύζυγο του εναγομένου 1 ως εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένη δεν αλλάζει το σκηνικό. Πρόκειται για εντελώς υποθετικό σενάριο αφού δεν έχει εκφραστεί τέτοια πρόθεση από την ενάγουσα, η οποία βέβαια δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να πράξει κάτι τέτοιο. Πέραν τούτου όπως έχει νομολογηθεί, σε περίπτωση διασταυρούμενων αγωγών δεν συνεπάγεται ότι η μεταγενέστερη αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ή ανασταλεί. Το ποια από τις δύο αγωγές θα ανασταλεί εξαρτάται από τις περιστάσεις χωρίς να υπάρχει γενικός και άκαμπτος κανόνας. Ενδείκνυται όμως να μην αναστέλλεται η αγωγή στην οποία βρίσκεται το βάρος απόδειξης των γεγονότων. Άλλος σημαντικός παράγοντας είναι το κατά πόσο προκύπτει από μια αγωγή συγκεκριμένο ωφέλημα για τον ενάγοντα, το οποίο δεν θα ήταν ορθό να του στερηθεί. Σχετική είναι η υπόθεση Λύρας ν. Πετρολίνα Λτδ
(1996)1Β Α.Α.Δ. 1401 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Το ποια από δύο διασταυρούμενες αγωγές πρέπει να ανασταλεί, εξαρτάται από τις περιστάσεις. Γενικός και άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Ένας σημαντικός παράγοντας είναι το ποιος από τους δύο διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης εκεί όπου αυτό βρίσκεται στη μια πλευρά ή κυρίως στη μια πλευρά. Εκείνος που το φέρει πρέπει να αρχίζει πρώτος και γι' αυτό ορθό είναι να παραμένει η αγωγή στην οποία εκείνος είναι ενάγων. Άλλος σημαντικός παράγοντας είναι το κατά πόσο προκύπτει από μια αγωγή συγκεκριμένο ωφέλημα για τον ενάγοντα το οποίο δεν θα ήταν ορθό να του στερηθεί. Αν συντρέχει μόνο ο ένας από αυτούς τους παράγοντες, τότε υπερισχύει έναντι οποιωνδήποτε άλλων. Αν συνυπάρχουν, τότε το δικαστήριο τους σταθμίζει για να επιλέξει μεταξύ τους. Στην απουσία και των δύο αποκτά σημασία η χρονολογική σειρά στην καταχώριση των αγωγών. Αυτοί οι τρεις παράγοντες δεν εξαντλούν τις δυνατότητες. Δεν αποκλείονται και άλλοι - ήσσονος όμως σημασίας συγκριτικά με τους πρώτους δύο - οι οποίοι θα μπορούσαν ίσως να εκτοπίσουν την χρονολογική σειρά.» Στην προκειμένη περίπτωση, ανεξαρτήτως ποιος έχει το βάρος απόδειξης για την εγκυρότητα των συμβάσεων δανείου και εγγύησης, η ενάγουσα έχει συγκεκριμένο όφελος από την συνέχιση της παρούσας αγωγής. Και αυτό είναι η συνέχιση ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων που πέτυχε και τα οποία κατέστησαν οριστικά μετά από ακρόαση. Δεν ευσταθεί η θέση ότι δεν θα υποστεί ζημιά η ενάγουσα αν ανασταλεί μόνο και δεν απορριφθεί η παρούσα αφού τα προσωρινά διατάγματα θα εξακολουθήσουν να ισχύουν. Η θέση αυτή παραγνωρίζει το γεγονός ότι αν ανασταλεί η παρούσα, η ενάγουσα δεν θα μπορεί να προχωρήσει σε διαδικασίες παρακοής και εξαναγκασμού συμμόρφωσης των εναγομένων στην περίπτωση που παραβούν τα προσωρινά διατάγματα. Το καθοριστικό στοιχείο είναι ότι η ενάγουσα έχει όφελος από την συνέχιση της παρούσας αγωγής και ως εκ τούτου αυτή δεν θα μπορούσε να ανασταλεί, ακόμη και στην περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι πρόκειται για διασταυρούμενη αγωγή. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι οι αιτητές στηρίζουν την θέση τους στο δεύτερο στοιχείο που συνιστά κατά την νομολογία κατάχρηση διαδικασίας ότι δηλαδή η παρούσα καταχωρήθηκε με αλλότριο σκοπό ήτοι να ασκήσει πίεση στους αιτητές με την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Όμως από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η παρούσα είναι προϊόν αλλότριων κινήτρων της ενάγουσας. Η ενάγουσα εξήγησε με απόλυτη πειστικότητα ότι καταχώρησε την παρούσα αγωγή ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των αιτητριών που καταχώρησαν τις εκθέσεις απαίτησης τους στις προγενέστερες αγωγές, τις δύο τελευταίες ημέρες του δικαστικού έτους. Είναι σαφές ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε πλέον πριν του επόμενο Σεπτέμβριο να καταχωρήσει ανταπαίτηση και να επιδιώξει ενδιάμεση θεραπεία με προσωρινά διατάγματα ώστε να διασφαλίσει τα συμφέροντα της όπως καλύτερα μπορούσε. Η θέση ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να αποταθεί στο Δικαστήριο αμέσως με την καταχώρηση της αγωγής δεν ευσταθεί. Η καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου δεν διαφωτίζει ως προς τις θέσεις των αιτητριών. Μόνο με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης ξεκαθάρισε το σκηνικό ως προς την φύση και τις λεπτομέρειες της απαίτησης των αιτητριών. Τότε κατέστη αναγκαία σύμφωνα με την ενάγουσα και η καταχώρηση της παρούσας. Ανεξαρτήτως τούτου, η καταχώρηση της αγωγής και η επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας από την ενάγουσα δεν έχει αποδειχθεί πως θα μπορούσε χωρίς άλλο να προξενήσει πίεση στους αιτητές σε βαθμό που να ισοδυναμεί με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό που έπραξε η ενάγουσα ήταν η προσπάθεια εξασφάλισης των συμφερόντων της με τα ένδικα μέσα που διέθετε την συγκεκριμένη στιγμή. Υπό τας περιστάσεις δεν εντοπίζεται κανένα στοιχείο πίεσης εναντίον των εναγομένων ή κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους της ενάγουσας. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή ή η αναστολή της, δυνάμει των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.