Π. ΔΑΥΙΔ ΕΙΔΗ ΥΓΕΙΙΝΗΣ ΛΤΔ κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Γεν. Αίτησης: 216/2017, 13/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A336 Αρ. Γεν. Αίτησης: 216/2017 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ:
- Π. ΔΑΥΙΔ ΕΙΔΗ ΥΓΕΙΙΝΗΣ ΛΤΔ (ΗΕ 113315) εκ Λεμεσού
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΑΥΙΔ (Α.Δ.Τ. 732104) εκ Λεμεσού Αιτητές ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Καθ' ων η αίτηση Γενική Αίτηση από Π. ΔΑΥΙΔ ΕΙΔΗ ΥΓΕΙΙΝΗΣ ΛΤΔ & ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΑΥΙΔ αιτητές 1 & 2 ημερ. 14.7.17 για ακύρωση διαδικασίας εκποίησης υποθήκης Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου 2017 Για αιτητή: κα Έλενα Μαζέρη Για καθ' ης η αίτηση: κα Άντρη Νεοφύτου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση τους οι αιτητές - εφεσείοντες, αιτούνται διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται η ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» η οποία τους επιδόθηκε δυνάμει του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/
- Η εν λόγω ειδοποίηση, αφορά την διαδικασία πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/24982, Τεμάχιο 600, Φ/Σχ. 53/60,0, το οποίο βρίσκεται στην Ανθούπολη, Κάτω Πολεμίδια. Στους λόγους έφεσης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η ειδοποίηση «ΙΑ» δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου. Συγκεκριμένα για την επίδικη υποθήκη, εκκρεμεί η αγωγή με αρ. 3489/16 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η εν λόγω αγωγή, καταχωρήθηκε εναντίον της εφεσίβλητης από τους εφεσείοντες και μεταξύ άλλων, ζητά την ακύρωση της ειδοποίησης «Ι» αλλά και της επίδικης υποθήκης. Επιπλέον, εκκρεμεί έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου που καταχωρήθηκε από τους εφεσείοντες, με αρ.139/17 εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερ. 28/2/
- Με την εν λόγω απόφαση, απορρίφθηκε αίτημα ακύρωσης πλειστηριασμού για το ίδιο ακίνητο που ήταν ορισμένος σε προγενέστερη ημερομηνία. Η έφεση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, την οποία υπογράφει ο εφεσείων 2, διευθυντής της εφεσείουσας 1 εταιρείας. Αναφέρεται στην πιο πάνω ένορκο δήλωση ότι κατά τον Ιούνιο του 2016, παρέλαβε την ειδοποίηση τύπου «Ι» η οποία απευθύνεται στην εφεσείουσα 1 εταιρεία, που είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης της επίδικης υποθήκης. Μετά την επίδοση, ήλθε σε επικοινωνία με την εφεσίβλητη τράπεζα ούτως ώστε να διευθετηθεί το οφειλόμενο ποσό. Ταυτόχρονα, ήταν σε διαπραγματεύσεις με εν δυνάμει αγοραστές του ενυπόθηκου ακινήτου ώστε να εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή επιλογή με σκοπό την άμεση διευθέτηση του χρέους. Στη συνέχεια, παρέλαβε στις 2.11.2016 την επιστολή ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» που επίσης απευθύνεται στην εφεσείουσα 1 ως ενυπόθηκη οφειλέτιδα. Απευθύνθηκε στους δικηγόρους του, οι οποίοι καταχώρησαν την αγωγή με αρ. 3489/16, η οποία μεταξύ άλλων αξιώνει ακύρωση της ειδοποίησης τύπου «Ι», καθώς και ακύρωση της επίδικης υποθήκης. Με την αγωγή προβάλλονται ισχυρισμοί ότι η εν λόγω υποθήκη είναι παράνομη και χωρίς κανένα νομικό αποτέλεσμα, αφού παραχωρήθηκε προς την εφεσίβλητη τράπεζα από την εφεσείουσα 1 κατόπιν ψευδών παραστάσεων, δόλου και αθέμιτης επιρροής, καθώς υπό συνθήκες που στοιχειοθετούν οικονομικό εξαναγκασμό εκ μέρους της εφεσίβλητης τράπεζας. Ταυτόχρονα καταχώρισε την αίτηση - έφεση με αρ. 459/16, η οποία μετά την καταχώριση ένστασης ορίστηκε για ακρόαση στις 20.2.
- Στις 28.2.2017 εκδόθηκε απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση στην ολότητα της, επειδή η αγωγή 3489/16 καταχωρήθηκε μετά την παραλαβή της ειδοποίησης «ΙΑ». Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, καταχωρήθηκε στις 11.4.2017 έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Κατά την 1.3.2017, ημερομηνία που είχε οριστεί ο πλειστηριασμός και ενώ οι διαπραγματεύσεις με τους εν δυνάμει αγοραστές όδευαν προς υλοποίηση, οι συνήγοροι του πληροφόρησαν την τράπεζα για τις προσπάθειες πώλησης του ακινήτου. Η τράπεζα αποφάσισε ως εκ τούτου, την αναστολή του πλειστηριασμού έως ότου πωληθεί το επίδικο ακίνητο σε τρίτους. Οι διαπραγματεύσεις για πώληση του ακινήτου σε τρίτους συνεχίστηκαν με ταυτόχρονη ενημέρωση των λειτουργών της τράπεζας. Συζητείτο επίσης η μεταβίβαση του ακινήτου στην τράπεζα στην περίπτωση που ναυαγούσαν οι διαπραγματεύσεις για πώληση. Οι διαπραγματεύσεις αυτές γίνονταν κατά τον ομνύοντα, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του αναφορικά με την αγωγή 3489/16 με την οποία αμφισβητείται η επίδικη υποθήκη. Παρά τα πιο πάνω, στις 22.6.2017 προς έκπληξη του και ενώ ακόμα οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν, επιδόθηκε τόσο στον ίδιο όσο και στην εφεσείουσα 1, νέα ειδοποίηση «ΙΑ» η οποία τους πληροφορούσε ότι η εφεσίβλητη τράπεζα, είχε πρόθεση να προχωρήσει σε πλειστηριασμό του επίδικου ακινήτου στις 6.11.
- Η εν λόγω ειδοποίηση συνοδευόταν επίσης με την ειδοποίηση «ΙΒ». Είναι αυτή την ειδοποίηση «ΙΑ» που οι εφεσείοντες προσβάλλουν με την παρούσα έφεση τους. Είναι ως εκ τούτου η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η ειδοποίηση «ΙΑ» που του επιδόθηκε στις 22.6.2017 θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω της εκκρεμοδικίας στην αγωγή 3489/
- Σε αντίθετη περίπτωση, η πιο πάνω αγωγή θα παραμείνει άνευ αντικειμένου και κατ' επέκταση θα ισοδυναμούσε με άρνηση δικαιοσύνης. Αυτό γιατί αν προχωρήσει ο πλειστηριασμός, η απόδοση αποζημιώσεων δεν θα είναι ικανή θεραπεία για να αναπληρώσει τις απώλειες της εφεσείουσας 1 εταιρείας. Αναφέρεται τέλος ότι η ειδοποίηση «ΙΑ» παραπέμπει σε ποσό πλειστηριασμού ύψους €1.122.400,00 ενώ οι διαπραγματεύσεις για την πώληση του σε ενδιαφερόμενους αγοραστές, κυμαίνεται περίπου στο ποσό των €2.000.
- Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η υποτιμημένη αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου από την εφεσίβλητη τράπεζα, ενδέχεται να επιφέρει καταστροφικές οικονομικές συνέπειες στην εφεσείουσα 1, αφήνοντας ένα υπόλοιπο ποσόν δανείου που είναι έκδηλα υπερβολικό. Η εφεσίβλητη τράπεζα καταχώρισε ειδοποίηση ένστασης. Σε αυτή αναφέρει ότι η αγωγή 3489/2016 δεν εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Νόμου 9/1965. Ως προκύπτει από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης της εν λόγω αγωγής, πουθενά δεν αξιώνεται ακύρωση και παραμερισμός των ενεργειών της τράπεζας για προώθηση της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου 9/1965 και/ή πουθενά δεν αμφισβητείται η ειδοποίηση τύπου «Ι». Αναφέρεται επίσης ότι οι εφεσείοντες, κωλύονται να επικαλούνται την αγωγή 3489/16 ως λόγο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Ο πιο πάνω ισχυρισμός αιτιολογείται από την απόρριψη της αρχικής έφεσης για αναστολή του πλειστηριασμού. Αιτιολογείται επίσης από την παραπλάνηση της εφεσίβλητης τράπεζας από τους εφεσείοντες, με την οποία πέτυχαν την αναστολή του πλειστηριασμού υποσχόμενοι την άμεση εξόφληση των οφειλομένων. Η εφεσίβλητη τράπεζα, καλόπιστα και βασιζόμενη στα λεγόμενα των εφεσειόντων, ακύρωσε την προγραμματισμένη ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού. Στη συνέχεια όμως, οι εφεσείοντες ανακάλεσαν την πρόταση τους για διευθέτηση της υπόθεσης και σε καμία ενέργεια δεν προέβησαν για εξόφληση του χρέους, όπως υποσχέθηκαν στην καθ' ης η αίτηση τράπεζα. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης, η αγωγή 3489/16 είναι καταχρηστική και η καταχώριση της αποτελεί μία εκ των υστέρων προσπάθεια δημιουργίας από τους εφεσείοντες, των δεδομένων δυνάμει των οποίων θα μπορούσε να παραμεριστεί η ειδοποίηση τύπου «ΙΑ». Οι περιβάλλουσες συνθήκες καταχώρισης της αγωγής 3489/16, καταδεικνύουν πρόθεση για τεχνική δημιουργία των τυπικών προϋποθέσεων που απαιτεί ο Νόμος για ακύρωση του πλειστηριασμού. Ως εκ τούτου, η εν λόγω αγωγή είναι καταχρηστική, δεν συνάδει με το πνεύμα του Νόμου και σκοπό έχει, την αποστέρηση από τον ενυπόθηκο δανειστή, της διεκδίκησης των νομίμων δικαιωμάτων του. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον στην αγωγή 3489/16 υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Περαιτέρω οι εφεσείοντες θα πρέπει να αποδείξουν ότι εάν δεν ακυρωθεί ο πλειστηριασμός θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αγορεύσεις: Η συνήγορος για τους εφεσείοντες στην αγόρευση της έκαμε αναφορά στη νομική βάση της αίτησης με έμφαση στο άρθρο 44Γ
(3)το οποίο καθορίζει τις προϋποθέσεις για ακύρωση πλειστηριασμού δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου 9/
- Στη συνέχεια αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει όλους τους λόγους ένστασης της εφεσίβλητης τράπεζας. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι η αγωγή 3489/16 έχει καταχωρηθεί εμπρόθεσμα και δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η προηγούμενη ειδοποίηση «ΙΑ» ημερομηνίας 2.11.2016 κατέστη άνευ αντικειμένου καθότι έχει ανασταλεί ο πλειστηριασμός για τον οποίο ενημέρωνε τους αιτητές ότι θα λάβει χώρα την 1.3.
- Με την παρούσα αίτηση - έφεση, επιζητείται η ακύρωση της διαδικασίας πώλησης της νέας ειδοποίησης «ΙΑ» ημερομηνίας 22.6.
- Η παρούσα διαδικασία καταχωρήθηκε εφτά μήνες μετά την καταχώριση της αγωγής 3489/
- Ως εκ τούτου κατά την επίδοση της νέας ειδοποίησης «ΙΑ» ήταν σε γνώση της καθ' ης η αίτηση, η ύπαρξη της εν λόγω αγωγής. Ήταν επιπλέον η θέση της συνηγόρου ότι το άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Νόμου 9/1965, σε κανένα σημείο δεν θέτει χρονικό πλαίσιο αναφορικά με το δικαίωμα καταχώρισης αγωγής. Ακολούθως, η συνήγορος απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η πιο πάνω αγωγή δεν αμφισβητεί την ειδοποίηση τύπου «Ι». Με παραπομπή στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, το οποίο επισυνάπτεται ως τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της αίτησης, αναφέρει ότι ρητά επιζητείται η ακύρωση της ειδοποίησης «Ι», δυνάμει του Νόμου 9/
- Η συνήγορος ανέφερε επίσης ότι για να εμπίπτει μια αγωγή στις πρόνοιες του Νόμου δεν χρειάζεται να αξιώνεται ρητά η ακύρωση της ειδοποίησης «Ι» αλλά οι θεραπείες πρέπει να είναι τέτοιες ούτως ώστε να επηρεάζουν το περιεχόμενο της εν λόγω ειδοποίησης. Π.χ. να επιζητείται η ακύρωση της σχετικής υποθήκης ή να υπάρχει ισχυρισμός ότι δεν οφείλεται το απαιτούμενο ποσό. Στην προκειμένη περίπτωση με μια απλή ανάγνωση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης, εμφαίνεται καθαρά ότι αμφισβητείται η εγκυρότητα των πιστωτικών διευκολύνσεων για τις οποίες δόθηκε η υποθήκη αλλά και η εγκυρότητα και δεσμευτικότητα της ιδίας της υποθήκης. Ως εκ τούτου, η πιο πάνω αγωγή επιδιώκει πέραν της ακύρωσης της ειδοποίησης «Ι» και την ακύρωση των απαιτήσεων της τράπεζας, όπως προκύπτουν από τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις. Η συνήγορος απέρριψε τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ειδοποίηση ένστασης για καταχρηστική αγωγή και εκ των υστέρων προσπάθεια δημιουργίας των δεδομένων που προβλέπει ο Νόμος για ακύρωση της ειδοποίησης «ΙΑ». Η αποτυχία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δεν συνιστά κώλυμα αφού αυτή δεν οφείλεται στους αιτητές αλλά σε ανεξάρτητους παράγοντες, πέραν της θέλησης τους. Ο λόγος για τον οποίο δεν έχει μέχρι σήμερα πωληθεί το ακίνητο δεν είναι εξ υπαιτιότητας των αιτητών αλλά λόγω αδυναμίας του προτιθέμενου αγοραστή να δανειοδοτηθεί για τον σκοπό αυτό. Η εφεσίβλητη τράπεζα, απέτυχε να αποδείξει τον ισχυρισμό ότι οι εφεσείοντες την παραπλάνησαν ως προς το ενδιαφέρον τρίτου για το ακίνητο προκειμένου να ακυρώσουν τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό. Δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο που να καταδεικνύει αυτόν τον ισχυρισμό. Αντιθέτως, η εφεσίβλητη τράπεζα παραδέχεται ότι μετά την ακύρωση του πρώτου πλειστηριασμού, οι εφεσείοντες ήλθαν σε διαπραγματεύσεις μαζί της για σκοπούς διευθέτησης της υπόθεσης. Και ενώ η τράπεζα ήταν σε διαπραγματεύσεις με τους εφεσείοντες και γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής 3489/16, επέδωσε εκδικητικά την επίδικη ειδοποίηση «ΙΑ» για μόνο το λόγο ότι δεν τελεσφόρησαν οι προσπάθειες πώλησης του επίδικου ακινήτου. Από την άλλη πλευρά, η συνήγορος για την καθ' ης η αίτηση τράπεζα στην αγόρευση της, παρέπεμψε σε όλους τους λόγους που προβάλλονται στην ειδοποίηση ένστασης. Με αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης, επανέλαβε τη θέση ότι η παρούσα αίτηση - έφεση είναι καταχρηστική και ότι οι εφεσείοντες κωλύονται λόγω συμπεριφοράς με την οποία παραπλάνησαν την τράπεζα, να ζητούν την ακύρωση της ειδοποίησης «ΙΑ». Κατά την συνήγορο δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση του χρέους και η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε με αποκλειστικό σκοπό να δημιουργηθούν οι τυπικές προϋποθέσεις ακύρωσης της πώλησης δυνάμει του Νόμου 9/
- Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι η ερμηνεία του άρθρου 44Γ
(3)(δ) του Νόμου 9/1965 κατά τον τρόπο που προτείνουν οι εφεσείοντες, ήτοι ότι δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός για την καταχώριση της σχετικής αγωγής, όχι μόνο επιφέρει αδικία, αλλά είναι παράλογη και καθιστά τη διαδικασία του μέρους VIA του Νόμου ανεφάρμοστη. Επιπλέον με το εν λόγω άρθρο, ο Νόμος δεν απαιτεί μόνο την εκκρεμοδικία μιας αγωγής χωρίς να εξετάζεται οτιδήποτε άλλο. Τέτοια ερμηνεία θα καταστρατηγούσε τους ευρύτερους σκοπούς του Νόμου. Θα πρέπει κατά την συνήγορο, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκείται σύμφωνα με τα ιδιάζοντα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα πάντοτε το ευρύτερο συμφέρον της δικαιοσύνης. Υπό τας περιστάσεις θα πρέπει να εξετάζεται, το κατά πόσον μία αγωγή ασκείται καταχρηστικά, καθώς και οι πιθανότητες επιτυχίας της αλλά και κατά πόσον είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εκτός αν παραμεριστεί η ειδοποίηση «ΙΑ». Ήταν η τελική θέση της συνηγόρου ότι οι εφεσείοντες χρησιμοποιούν την παρούσα διαδικασία με τρόπο καταχρηστικό για να αποφύγουν τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου. Υποστήριξε ότι η παρούσα αίτηση-έφεση, είναι αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψεων των εφεσειόντων και καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς. Επιπλέον, τυχόν επιτυχία της αίτησης - έφεσης θα αποστερήσει από την εφεσίβλητη τράπεζα τα νόμιμα δικαιώματα της και θα καταστρατηγήσει τον σκοπό του τροποποιηθέντος νομοθετικού πλαισίου του Νόμου 9/
- Νομική πτυχή Η εφεσίβλητη τράπεζα επέλεξε παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί για την επίδικη υποθήκη, η αγωγή των εφεσειόντων με αρ. 3489/16 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, να προωθήσει την διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου 9/
- Καθίσταται ως εκ τούτου αναγκαίο όπως παρατεθούν οι προϋποθέσεις εκποίησης δυνάμει των πιο πάνω διατάξεων ώστε να διερευνηθούν οι ισχυρισμοί των εφεσειόντων που ζητούν με την παρούσα αίτηση - έφεση, την ακύρωση της διαδικασίας πώλησης. Το μέρος VIA φέρει τίτλο «Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου από τον Ενυπόθηκο Δανειστή» και εισήχθη στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 με τον τροποποιητικό Νόμο 142(Ι)/
- Η προβλεπόμενη διαδικασία που συμπεριλαμβάνει τα άρθρα 44Α έως 44ΙΑΑ, είναι πιο απλοποιημένη και διαφέρει από τις διατάξεις του Κεφ. 6 αλλά και το μέρος VI του Νόμου 9/
- Πρόκειται στην ουσία για διαδικασία αναγκαστικής πώλησης ακινήτου που διεξάγεται από τον ίδιο τον ενυπόθηκο δανειστή. Σύμφωνα με το άρθρο 44Β, σε περίπτωση υπερημερίας για περίοδο που δεν είναι μικρότερη των 120 ημερών, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου εκτός εάν η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης ανασταλεί με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων Νόμων ή Κανονισμών. Συγκεκριμένα επιδίδεται δυνάμει του άρθρου 44Β
(2)η ειδοποίηση «Θ» ως προς την παρατηρηθείσα υπερημερία και η ειδοποίηση υπό τον τύπο «Ι» δυνάμει του άρθρου 44Γ
(1), με τη οποία ενυπόθηκος οφειλέτης καλείται εντός 30 ημερών να εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος. Στην εν λόγω ειδοποίηση, επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με το ενυπόθηκο χρέος Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2), στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται ως ανωτέρω, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να του επιδώσει δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΑ», στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Η εν λόγω ειδοποίηση θα πρέπει να επιδίδεται εντός περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3), εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης «ΙΑ», δύναται να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, επικαλούμενος τα πιο κάτω: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις· (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί· (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή· (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση τύπου «Ι» που προβλέπεται στο εδάφιο 1. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση του άρθρου 44Γ
(3), δεν απαιτείται να συντρέχουν όλοι οι πιο πάνω λόγοι για την ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης. Αρκεί να αποδειχθεί ένας από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3), ώστε η έφεση να πετύχει και να διαταχθεί από το Δικαστήριο η ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Είναι επιπλέον σαφές από την διατύπωση του άρθρου 44Γ
(3)ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης, δικαιούται να αμφισβητήσει την διαδικασία πώλησης που προβλέπει το μέρος VIA του Νόμου 9/1965, με έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου μόνον μετά την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ», η οποία είναι αυτή που καθορίζει και την ημερομηνία πώλησης. Η αμφισβήτηση της διαδικασίας πώλησης, γίνεται μέσω αιτήματος για ακύρωση της ειδοποίησης «ΙΑ» για τους λόγους που το ίδιο το άρθρο 44(Γ)3 καθορίζει. Το μέρος VIA του Νόμου 9/1965 δεν προβλέπει ακύρωση των προηγούμενων ειδοποιήσεων του τύπου «Θ» και «Ι» αλλά μόνον ακύρωση της ειδοποίησης «ΙΑ». Δεν είναι τυχαίο ότι η προθεσμία των 30 ημερών για την καταχώρηση έφεσης, ξεκινά μόνον μετά από την επίδοση της ειδοποίησης «ΙΑ». Δεν προβλέπεται επίσης αίτηση ακύρωσης της ειδοποίησης «ΙΒ» που αφορά τον διορισμό εκτιμητή. Συμπεράσματα Η ένσταση της εφεσίβλητης τράπεζας στο αίτημα των εφεσειόντων για ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού, επικεντρώθηκε κυρίως στην αγωγή 3489/
- Πέραν του ισχυρισμού ότι αυτή καταχωρήθηκε καταχρηστικά, υποστηρίχθηκε επίσης ότι δεν εμπίπτει στις αγωγές που προβλέπει το άρθρο 44(Γ).3 (δ) αφού με αυτήν δεν αμφισβητείται η ειδοποίηση «Ι». Αναφορικά με τον τελευταίο ισχυρισμό μετά από μελέτη του κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης (τεκμ. 3 της έφεσης), κρίνω ότι δεν ευσταθεί. Είναι ξεκάθαρο τόσον από το κλητήριο όσον και από την έκθεση απαίτησης ότι με την αγωγή 3489/16, οι εφεσείοντες επιζητούν όχι μόνον την ακύρωση της ειδοποίησης «Ι» αλλά αμφισβητούν επίσης την επίδικη δανειακή σύμβαση και την σύμβαση υποθήκης. Εξ' άλλου όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο των εφεσειόντων με την αγωγή που προβλέπει το άρθρο 44(Γ)3(δ), δεν χρειάζεται να αξιώνεται ρητά η ακύρωση της ειδοποίησης «Ι» αλλά οι θεραπείες πρέπει να είναι τέτοιες ούτως ώστε να επηρεάζουν το περιεχόμενο της εν λόγω ειδοποίησης όπως πχ να επιζητείται η ακύρωση της σχετικής υποθήκης και της δανειακής σύμβασης. Η συνήγορος της εφεσίβλητης τράπεζας, ισχυρίστηκε επίσης ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την έφεση παρά την ύπαρξη αγωγής αν κρίνει ότι αυτή ασκήθηκε καταχρηστικά. Υποστήριξε επίσης ότι στα πλαίσια αυτής της διακριτικής ευχέρειας, εξετάζονται οι πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής καθώς και το κατά πόσον θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν πετύχει η έφεση. Με όλο το σέβας, ούτε οι πιο πάνω ισχυρισμοί ευσταθούν αφού δεν βρίσκουν έρεισμα στην σχετική νομοθεσία. Το άρθρο 44(Γ)3(δ) που καθορίζει την προϋπόθεση καταχώρησης αγωγής, είναι επιτακτικής φύσης. Με αυτήν την έννοια δεν παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο να εξετάσει οτιδήποτε άλλο πέραν της καταχώρησης αγωγής που σχετίζεται με την υποθήκη και την ειδοποίηση «Ι». Αν ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάζει και τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής ή την αδυναμία απονομής δικαιοσύνης θα το ανέφερε ρητά στο άρθρο 44(Γ)3(δ). Όπως όμως είναι διατυπωμένη η εν λόγω νομοθετική διάταξη, η έφεση θα πετύχει μόνο με την απόδειξη της καταχώρησης αγωγής και χωρίς να παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο να εξετάσει οτιδήποτε άλλο. Παρότι οι επισημάνσεις της συνηγόρου για την εφεσίβλητη ως προς τους σκοπούς και το πνεύμα του Νόμου είναι ορθές, εντούτοις είναι σαφές ότι δεν καθορίζεται ρητά από τον Νόμο, διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάζει ζητήματα αλλά από την καταχώρηση της αγωγής. Δεν συμφωνώ επίσης με την θέση ότι επειδή το πνεύμα του Νόμου είναι προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης των διαδικασιών εκποίησης θα πρέπει να ερμηνευτεί ότι καθορίζεται και συγκεκριμένη διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο χωρίς αυτή να αναφέρεται ρητά στις διατάξεις του Νόμου. Πέραν των πιο πάνω ο συνήγορος για την εφεσίβλητη επικαλέστηκε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με την καταχώρηση της αγωγής 3489/
- Στα πλαίσια αυτά, η εφεσίβλητη τράπεζα ισχυρίστηκε ότι η απαίτηση στην αγωγή 3489/16 δεν είναι γνήσια αλλά έγινε για να δημιουργηθούν τεχνικά οι τυπικές προϋποθέσεις του 44(Γ)3(δ) ώστε να ακυρωθεί η διαδικασία εκποίησης. Το ζήτημα βέβαια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο. Όμως από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου δεν καταδεικνύεται χωρίς άλλο ότι η απαίτηση των εφεσειόντων στην αγωγή 3489/16 δεν είναι γνήσια ή ότι καταχωρήθηκε καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό την επιτυχία της έφεσης. Ούτε η ματαίωση του πρώτου πλειστηριασμού καταδεικνύει κάτι τέτοιο έστω και αν η εφεσίβλητη τράπεζα ισχυρίζεται ότι παραπλανήθηκε από τους εφεσείοντες. Το κατά πόσον η απαίτηση των εφεσειόντων στην αγωγή 3489/16 είναι βάσιμη ή αν ασκήθηκε καταχρηστικά και με αλλότριους σκοπούς θα αποφασιστεί μετά την εκδίκαση της και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει τις εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων. Στο παρόν όμως στάδιο με το υλικό που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η αγωγή 3489/16 συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τελική κατάληξη μου είναι ότι στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσείοντες έχουν αποδείξει την καταχώρηση αγωγής εναντίον της ειδοποίησης «Ι» δυνάμει του εδαφίου (δ) του άρθρου 44Γ
(3). Η εκκρεμότητα της αγωγής 3489/16 έχει ως συνέπεια τον παραμερισμό της σκοπούμενης εκποίησης από την εφεσίβλητη τράπεζα, που καθορίστηκε για τις 6.11.
- Ενόψει των πιο πάνω, η έφεση γίνεται αποδεκτή. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η ειδοποίηση «ΙΑ» ημερομηνίας 15.6.17, που εξέδωσε η εφεσίβλητη και η οποία επιδόθηκε στην εφεσείουσα 1 στις 22.6.
- Με τον παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ», ουσιαστικά διακόπτεται η υπό κρίση διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 για εκποίηση του επίδικου ακίνητου και δεν χρειάζεται η χορήγηση οιασδήποτε άλλης θεραπείας. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον της εφεσίβλητης τράπεζας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο