Σταύρου Χατζημιχαήλ ν. NEWDISCOVERY BICKS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 664/10, 31/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A375 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 664/10 Μεταξύ: Σταύρου Χατζημιχαήλ Ενάγοντα - και - NEWDISCOVERY BICKS LTD Εναγόμενων Και όπως τροποποιήθηκε με Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερ. 11/10/16: Μεταξύ: Σταύρου Χατζημιχαήλ Ενάγοντα - και - 1. NEWDISCOVERY BICKS LTD 2. Δημήτρης Παπαχατζής Εναγόμενων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση, ημερ. 28/3/17, για ακύρωση και παραμερισμό Διατάγματος προσθήκης Εναγόμενου και Τροποποίησης Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 31/10/17 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή - Εναγόμενο 2: κ.κ. Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σια ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση ο κ. Α. Νικολάου ) Για τον Καθ' ου η αίτηση - Ενάγοντα: κ. Στέλιος Κ. Στυλιανού (για να ακούσει απόφαση η κα Β. Μαλτά) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 22/2/10. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγων αξίωνε από την Εναγόμενη 1, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για ζημιά και απώλεια συνεπεία κακοτεχνιών και ελαττωματικών εργασιών, υπαναχώρησης και μη αποπεράτωσης κατοικίας και λόγω παράβασης συμφωνίας, ημερ. 1/12/16, μεταξύ του ίδιου και της Εναγόμενης 1. Στις 8/7/15, κατόπιν αίτησης, ημερ. 10/11/14, από την Εναγόμενη 1, το Δικαστήριο έκδωσε Διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Στη συνέχεια, ο Ενάγων καταχώρησε αίτηση, ημερ. 26/2/16, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, την προσθήκη του Δημήτρη Παπαχατζή ως Εναγόμενου 2 και την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 καταχώρησαν Ειδοποίηση Ένστασης στην αίτηση. Με ενδιάμεση απόφασή του, το Δικαστήριο στις 11/10/16 έγκρινε την αίτηση, εκδίδοντας ανάλογο Διάταγμα, την ακύρωση του οποίου αιτείται με την παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος 2. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής αιτείται (παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα αυτολεξεί): «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται (set aside) το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ημερομηνίας 11/10/2016, δυνάμει του οποίου: (
- i)ο Εναγόμενος 2 προστέθηκε ως Εναγόμενος 2 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή (
- ii)τροποποιήθηκε η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα ώστε να τεθούν οι θέσεις του Ενάγοντα σε σχέση με τον Εναγόμενο αλλά και την κατ' ισχυρισμό διασύνδεσή του με τους Εναγόμενους 1 επί τω ότι:
(1)Δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον του Εναγόμενου 2 και/ή οιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον του Εναγόμενου 2 έχει παραγραφεί.
(2)Παραβιάσθηκε το δικαίωμα της δίκαιης δίκης του Εναγόμενου 2 και/ή το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε κατ' αντίθεση των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης.
(3)Εβασίσθη σε κατάχρηση της διαδικασίας και/ή επί σκοπώ εξασφάλισης αθέμιτου πλεονεκτήματος και/ή παράλληλης άλλης θεραπείας (collateral purpose) και/ή για αλλότριο του δικαίου σκοπό και/ή τείνει να προκαλέσει στον Εναγόμενο 2 αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή ενόχληση και/ή αγωνία και/ή έξοδα. Β. Συμπληρωματικό και/ή παρεπόμενο Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διαγράφει και/ή ακυρώνει το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, ημερ. 21/10/2016, κατά το μέτρο που έχει οιανδήποτε αναφορά στον Εναγόμενο 2. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλονται οποιεσδήποτε εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες (stay of proceedings) σε σχέση και/ή αναφορικά με την Αγωγή υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο μέχρι την εκδίκαση της παρούσης. Δ. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. Ε. Νόμιμους τόκους, πλέον Έξοδα, πλέον ΦΠΑ.» Η νομική βάση της Αίτησης εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.1, Δ.2 θ.6, Δ.9 θθ.1, 4 - 7, 10, 11, Δ.13, Δ.16, Δ.17 θ.10, Δ.19 θθ.1, 4, 5, 20 - 23, 26, Δ.20 θθ.1 - 2 Δ.19, θθ.4 - 7, 9, 13 16 και 26, Δ.20 θθ. 1 - 2, Δ.25, Δ.26 θ.14, Δ.40 θθ.7(β) - 11, Δ.27 θ.3, Δ.35 θ.18, Δ.39, Δ.40, Δ.42Α, Δ.48 θθ.1 - 8, 9(j), (o), Δ.63 θθ. 1 - 2, Δ.64 θθ.1 - 2, στα άρθρα 1 - 20, 29, 31, 32, 41 - 44 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 11 και 17 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου, Ν. 33/64, στα άρθρα 36 και 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στα άρθρα 14, 17 - 19, 23 και 198 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ .149, στα άρθρα 25, 29 - 30 και 44 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001, Ν. 29(Ι)/01, στα Άρθρα 30
(2), 54, 61 και 152 του Συντάγματος, στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, επί του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στη Νομολογία καθώς και στις Συμφυείς και Εγγενείς Εξουσίες, στη Γενική Πρακτική και στη Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την πολυσέλιδη Ένορκη Δήλωση, ημερ. 28/3/17, του Δημήτρη Παπαχατζή, Εναγόμενου 2 - Αιτητή, ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) παραβιάστηκαν τα δικαιώματά του καθότι δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να ακουστεί από το Δικαστήριο στην αίτηση του Ενάγοντα για προσθήκη του Εναγόμενου 2 και για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, (β) ουδέν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του υφίσταται ή το επίδικο αδίκημα έχει παραγραφεί δυνάμει του άρθρου 68, Κεφ. 148, γεγονότα τα οποία ο Ενάγων απέκρυψε κατά την ακρόαση της αίτησης για προσθήκη του Εναγόμενου 2 και τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, (γ) ο Ενάγων όφειλε να γνωρίζει ότι η Εναγόμενη 1 δεν ήταν εγγεγραμμένη εργολήπτρια, (δ) το Διάταγμα, ημερ. 21/10/16, είναι αποτέλεσμα κατάχρησης της διαδικασίας και παραπλάνησης του Δικαστηρίου, και (δ) ο ίδιος πάσχει από προβλήματα υγείας και η προσθήκη του ίδιου ως Εναγόμενος στην παρούσα αγωγή τού προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά. ΕΝΣΤΑΣΗ Στην υπό εξέταση αίτηση, ο Ενάγων - Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε Ένσταση. Η νομική βάση της Ένστασης εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9 θθ.1, 4 - 7, 10, 11, Δ.13, Δ.17 θ.10, Δ.19 θθ.5, 20, 26, Δ.25, Δ.27 θ.3, Δ.39 θ.2, Δ.48 θθ.1 - 5, 8, 9, Δ.63 θθ. 1 - 2, Δ.64 θθ.1 - 2, στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στα άρθρα 36 και 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στα άρθρα 14, 17 - 19, 23 και 198 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ .149, στα άρθρα 24, 25 και 30 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001, Ν. 29(Ι)/01, στα Άρθρα 30
(2)και
(3)του Συντάγματος, στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και στις Συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) υπάρχουν επίδικα θέματα που πρέπει να αποφασισθούν μεταξύ όλων των διάδικων, (β) ο Ενάγων έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 2, (γ) το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 2 δεν έχει παραγραφεί, (δ) η προσθήκη του Εναγόμενου 2 είναι καλόπιστη, βάσιμη, δικαιολογημένη, νόμιμη, νομότυπη, σύμφωνη με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, δεν αποσκοπεί σε αλλότριο σκοπό ή εξασφάλιση αθέμιτου πλεονεκτήματος και δεν είναι καταχρηστική, (ε) το δικαίωμα του Ενάγοντα να ενάγει τον Εναγόμενο 2 είναι νομικά και πραγματικά βάσιμο και δικαιολογημένο, (στ) δεν συντρέχει κανένας λόγος να ανασταλούν οι εκκρεμούσες διαδικασίες, (ζ) δεν συντρέχει κανένας λόγος για παραμερισμό ή ακύρωση του Διατάγματος, ημερ. 11/10/16, και (η) η αίτηση είναι ελαττωματική, παράτυπη και αντικανονική, νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη. Η Ένσταση του Ενάγοντα υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Σταύρου Χατζημιχαήλ, Ενάγοντα, ημερ. 3/7/17, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 2 και ισχυρίζεται ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι παράτυπη, ελαττωματική και αντικανονική. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος 2 με την Ένορκη Δήλωσή του προβαίνει σε συμπεράσματα τα οποία θα μπορούσαν να εξαχθούν μόνο με την ακρόαση της αγωγής επί της ουσίας της. Μετά την τροποποίηση της Υπεράσπισης των Εναγόμενων 1 και την έγερση σχετικής προδικαστικής Ένστασης, περιήλθε σε γνώση του Ενάγοντα, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δεν ήταν εγγεγραμμένοι εργολήπτες και δεν κατείχαν τη σχετική ετήσια άδεια εργολήπτη και κατέστη αναγκαία η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης καθώς και η προσθήκη του διευθυντή των Εναγόμενων 1 ως διάδικου καθότι ήταν το πρόσωπο που τον διαβεβαίωνε ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία ήταν εγγεγραμμένη ως εργολάβος και εργολήπτης και λόγω της άμεσης εμπλοκής του σε όλα τα επίδικα θέματα. Αρνείται ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί και ισχυρίζεται ότι ουδείς λόγος συντρέχει για τον παραμερισμό του επίδικου Διατάγματος. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι δυο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε γραπτές αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις τους με βάση το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης αντιστοίχως, παραπέμποντας σε νομολογία και εφοδιάζοντας το Δικαστήριο με εκτεταμένες αγορεύσεις. Έλαβα υπόψη κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν. Αξιολόγησα επίσης το περιεχόμενο της αίτησης, της ένστασης και της συνοδευτικής Ένορκης Δήλωσης αμφότερων των πλευρών καθώς επίσης και τη δικογραφία, στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς μεταξύ των διάδικων. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Το πρώτο ζήτημα το οποίο πρέπει να εξεταστεί είναι η δικαιοδοτική βάση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.48 θ.8
(4)στην οποία προβλέπεται ότι: "Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just." Μελέτη της σχετικής νομολογίας καταδεικνύει ότι η εμβέλεια της Δ.48 θ.8
(4)καλύπτει ένα ευρύ φάσμα διαταγμάτων, ακόμα και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της Δ.48 θ.8
(1), περιλαμβανομένου και του επίδικου διατάγματος (Tσίμον Kύρας κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 1417, Έλληνας ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, 444, 445, και HadjiSoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, Αίγλη Κωνσταντινίδου κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 853). Για μετριασμό των τυχόν επιπτώσεων από την έκδοση διαταγμάτων μονομερώς και την επίλυση της διαφοράς σε πρώτο βαθμό από το πρωτόδικο δικαστήριο, η σοφία του Νομοθέτη έχει οδηγήσει στη θέσπιση της Δ.48 θ.8
(4)(RICHARD HARAZIM, Πολιτική ECLI:CY:AD:2016:D552, Αίτηση 140/2016, 15/12/2016, Nικολαΐδου Έλλη ν. Nίκου Aττίπα κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 1620). Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνεται ότι η παρούσα αίτηση στα πλαίσια της Δ.48 θ.8
(4), δίδει το δικαίωμα στον Εναγόμενο 2 να αμφισβητήσει το επίδικο Διάταγμα, που εκδόθηκε στην απουσία του. Κατ' ακολουθία, οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2 ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και ότι το εν λόγω Διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί επειδή εκδόθηκε κατά παράβαση των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης και του συνταγματικού δικαιώματός του να ακουστεί στα πλαίσια της αίτησης, ημερ. 26/2/16, κρίνονται ως ανεδαφικοί, αφού με την παρούσα διαδικασία του διδεται η ευκαιρία να ακουστεί. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (όπως ίσχυε πριν τις τροποποιήσεις που έγιναν στις 26.9.2014 και εντεύθεν). Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης δικογράφων είναι γνωστές από την πλούσια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου από τις οποίες προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφων επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ 704, σελ. 707). Στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1 Α.Α.Δ. 745, το Εφετείο αναφέρθηκε στην τάση της νομολογίας που δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση στο ζήτημα της τροποποίησης, η οποία επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Ο παράγοντας καθυστέρηση, όπως αναφέρθηκε, λαμβάνεται μεν υπόψη, όμως δεν είναι καθοριστικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αλλά συνυπολογίζεται μαζί με όλους τους υπόλοιπους παράγοντες. Επιπρόσθετα, το Εφετείο σημείωσε ότι για να αποδειχθεί κακοπιστία χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, και όχι αόριστοι και ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί. Σχετική επί του θέματος είναι και η Δ.9 θ.10, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει όπως οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο κρίνεται ως αναγκαίος διάδικος, να συνενωθεί σε υφιστάμενη αγωγή. Η πλούσια νομολογία επί του θέματος αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772, σελ. 778-779). Βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά ή οικονομικά συμφέροντα του προσώπου αυτού, σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα (Korkut v. Γεωργίου
(2007)1 ΑΑΔ 1213, Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 372). Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται με την αίτησή του ότι δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον ή το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί και γι' αυτό θα πρέπει να παραμεριστεί το επίδικο Διάταγμα. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του ότι ο Ενάγων δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση του γεγονότος ότι η Εναγόμενη 1 δεν ήταν εγγεγραμμένη εργολήπτρια με την καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης καθότι ο ίδιος όφειλε να το γνωρίζει. Στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησής του, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία «έγινε κατόπιν εξαπάτησης του από τους Εναγόμενους 1 και/ή Εναγόμενο 2 και/ή κατόπιν δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων των Εναγόμενων 1 και/ή του Εναγόμενου 2» (παράγραφος 11 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης). Στη συνέχεια, ο Ενάγων δικογραφεί τις κατ' ισχυρισμό Λεπτομέρειες Δόλου και/ή Απάτης και/ή Ψευδών Παραστάσεων των Εναγόμενων υπό στοιχεία (α) μέχρι και (δ). Περαιτέρω, ο Ενάγων ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησής του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 «τόσο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων τους με τον Ενάγοντα για την ανάθεση σε αυτούς της εκτέλεσης και/ή κατασκευής της πιο πάνω κατοικίας και/ή οικοδομής του και/ή μεταγενέστερα, κατά τη σύναψη της προαναφερόμενης συμφωνίας και/ή εκτέλεση του έργου δήλωναν και/ή διαβεβαίωναν τον Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι 1 ήσαν εγγεγραμμένοι και/ή αδειούχοι εργολάβοι και/ή εργολήπτες και/ή κατά τους ουσιώδεις χρόνους είχαν σε ισχύ τη σχετική ετήσια άδεια, σύμφωνα με το σχετικό νόμο και/ή ότι αυτοί δεν είχαν κανένα νομικό πρόβλημα στην ανάληψη και/ή εκτέλεση του προαναφερόμενου οικοδομικού έργου» (παράγραφος 2 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο Ενάγων επικαλείται δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους του Εναγόμενου 2. Ο δόλος, σύμφωνα με το Δίκαιο της Επιείκειας, έχει ευρύτερη έννοια από αυτή του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και καλύπτει ποικίλες ενέργειες και συμπεριφορές (Mason v. Αντωνίου κ.α., Π.Ε. 273/10, ημερ. 8/4/14). Ένας σοβαρός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από Δικαστήριο όταν εξετάζονται τέτοιου είδους αιτήσεις είναι κατά πόσο ο προτιθέμενος Εναγόμενος θα μπορούσε να θέσει θέμα παραγραφής. Κατά κανόνα, δεν δίδεται άδεια για προσθήκη Εναγόμενου μετά την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής καθότι αυτό θα αποστερούσε τον προτιθέμενο Εναγόμενο από την υπεράσπιση της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος. Η ίδια αρχή ισχύει και όταν τίθεται θέμα απώλειας δικαιώματος ή ουσιαστικού επηρεασμού, είτε των άμεσα εμπλεκομένων ως διαδίκων, είτε όσων έχουν νόμιμα συμφέροντα στην υπόθεση (Γεωργίου Ρίτα ν. Γιαννάκη Φιλιαστίδη κ.α.
(2013)1 ΑΑΔ 526). Σχετική είναι η υπόθεση Liff v. Peasly and another
(1980)1 All E.R. 623, στην οποία το Εφετείο διέταξε τη διαγραφή αγωγής που είχε παραγραφεί εναντίον Εναγόμενου που προστέθηκε κατόπιν διατάγματος σε μονομερή αίτηση, αναφέροντας ότι η προσθήκη του Εναγόμενου μετά την παραγραφή της αγωγής είχε ως αποτέλεσμα την αποστέρηση του κεκτημένου δικαιώματος να επικαλεστεί παραγραφή της αγωγής. Στην ίδια υπόθεση, τονίστηκε ότι καίριο χρονικά σημείο αποτελεί η ημερομηνία καταχώρησης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, και όχι η ημερομηνία που καταχωρήθηκε αρχικά η αγωγή. Επειδή το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει θέματα παραγραφής συναρτάται άμεσα με τη φύση του αγώγιμου δικαιώματος, το ζήτημα παραγραφής εξετάζεται από το Δικαστήριο υπό το φως των δικογραφημένων θέσεων των διάδικων και ειδικότερα της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα. Στην παρούσα αγωγή ο Εναγόμενος 2 δεν έχει καταχωρήσει ακόμη την Υπεράσπισή του. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές σε σχέση με την παραγραφή ή μη του αγώγιμου δικαιώματος στην υπό εξέταση υπόθεση, διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Η πλευρά του Εναγόμενου 2 παρέπεμψε το Δικαστήριο στο άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο, υπό τον τίτλο «Παραγραφή αγωγών σε αστικό αδίκημα» προνοεί, μεταξύ άλλων: «Καμιά αγωγή δεv εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αv αυτή εγερθεί- (α) εvτός τριών ετώv αμέσως μετά τηv πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία εγέρθηκε η αγωγή, ή . (δ) αv τo αστικό αδίκημα δόλια απoκρύφτηκε από τov εvαγόμεvo, εvτός τριών ετώv από τηv αvακάλυψη τoυ από τov εvάγovτα, ή από τo χρόvo πoυ θα αvακαλύπτετo από αυτό αv κατέβαλλε εύλoγη φρovτίδα και επιμέλεια.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 2 αγόρευσε υπέρ της θέσης ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί καθότι έχουν παρέλθει 3 χρόνια από τη σύναψη της επίδικης σύμβασης και επίσης ότι ο Ενάγων θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να ανακαλύψει το αστικό αδίκημα και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε ανάλογο συμπέρασμα. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα επικαλέστηκε στην αγόρευσή του το άρθρο 14 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Ν. 66(Ι)/2012, το οποίο υπό τον τίτλο «Δόλος, απόκρυψη, λάθος», προνοεί μεταξύ άλλων ότι: «14.
(1)Ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει, αν η αγωγή αφορά δόλο του εναγομένου ή αν ο εναγόμενος έχει σκόπιμα αποκρύψει γεγονός σχετικό με την βάση της αγωγής ή αν η αγωγή αφορά θεραπεία συνεπειών που προέκυψαν από λάθος, μέχρις ότου ο ενάγων ανακαλύψει ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να ανακαλύψει τον δόλο, την απόκρυψη ή το λάθος, ανάλογα με την περίπτωση.» Ήταν η θέση της πλευράς του Ενάγοντα ότι το αγώγιμο δικαίωμα δεν έχει παραγραφεί καθότι η πρώτη φορά που έλαβε γνώση ο Ενάγων για τα αστικά αδικήματα ήταν με την αίτηση τροποποίησης της Εναγόμενης 1, ημερ. 10/11/
- Η διαφορετική προσέγγιση των αντίδικων πλευρών σε σχέση με το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα της παραγραφής έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχει διάταση μεταξύ των 2 πλευρών ως προς το πότε συντελέστηκε το κατ´ ισχυρισμό αστικό αδίκημα. Αυτό διότι, τα διαφορετικά νομοθετικά καθεστώτα που επικαλούνται οι διάδικοι ισχύουν ανάλογα με την ημερομηνία διάπραξης του αστικού αδικήματος. Συγκεκριμένα, το άρθρο 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Ν. 66(Ι)/2012, έχει καταργήσει από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, δηλαδή από την 1η Ιουλίου 2012, το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 μόνο σε σχέση με πράξη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω Νόμου. Δηλαδή, αν θεωρηθεί ότι το αστικό αδίκημα συντελέστηκε πριν την 1/7/12 ισχύει, σε σχέση με την παραγραφή, το Κεφ. 148, ενώ αν θεωρηθεί ότι συντελέστηκε μετά την 1/7/12 ισχύει ο Ν. 66(Ι)/
- Στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης δεν καθορίζεται επακριβώς ο χρόνος που έγιναν οι κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις ή ο δόλος ή η απάτη από τον Εναγόμενο 2, ως παρατίθενται αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα ανωτέρω. Το Δικαστήριο δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να προβεί σε ευρήματα γεγονότων ως προς πότε ακριβώς συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής ώστε να αρχίζει να μετρά ο χρόνος παραγραφής καθότι τα γεγονότα δεν έχουν ακόμη αποκρυσταλλωθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο χρόνος συντέλεσης των πράξεων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα της αγωγής παραμένει αδιευκρίνιστος στο παρόν στάδιο. Στην υπόθεση P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Company Limited κ.α. (Αρ.1)
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 300 (Αγωγή Ναυτοδικείου), σελ. 307-308, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως όμως δείχνει η νομολογία, η εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει τη διαγραφή εναγομένου, επιφέροντας τη δραστική συνέπεια της απόρριψης της αγωγής εναντίον του, όχι μόνο πρέπει να ασκείται και ως εκ τούτου με φειδώ αλλά και μπορεί να ασκείται μόνο προκειμένου περί καθαρής περίπτωσης. Όπως παρατήρησε ο Λοϊζου, Π., στην υπόθεση Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. 1. Compania Espanola de Laminaction, S.A. 2. The Ship "Four Star II" (όπως τροποποιήθηκε Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. 1. Four Star Lines S.A., 2. The Ship "Four Star II)
(1989)1 C.L.R. 623, στις σελίδες 627-628: «Έχει καθιερωθεί από τη νομολογία μας ότι εφόσον υπάρχουν διαφορές ως προς τα νομικά και πραγματικά θέματα - και στην υπόθεση εκείνη υπήρχαν τέτοιες διαφορές σχετικά με τη φορτωτική και τη συμφωνία μεταφοράς του φορτίου, όπως εδώ - οι διαφορές πρέπει να εκδικάζονται και αποφασίζονται από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής και όχι σε ενδιάμεσο στάδιο όπου η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου είναι οι ένορκοι δηλώσεις.»» Κατά συνέπεια, υπό το φως των νομικών αρχών που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, δεν υπάρχουν τέτοια γεγονότα στα οποία το Δικαστήριο να μπορεί να βασισθεί για να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί ή όχι κατά την ημερομηνία καταχώρησης του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ήτοι στις 21/10/
- Ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος 2 δεν έχει αποσείσει το βάρος και επίπεδο απόδειξης που ο ίδιος φέρει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ο Εναγόμενος 2 αιτείται επίσης Συμπληρωματικό ή παρεπόμενο Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διαγράφει ή ακυρώνει το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, ημερ. 21/10/16, κατά το μέτρο που έχει οποιαδήποτε αναφορά στον Εναγόμενο
- Η Δ.27 θ.3 προνοεί τη διαγραφή δικογράφου για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή στη βάση ότι η αγωγή είναι μηδαμινή ή ενοχλητική και δίδεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει αναστολή ή απόρριψή της. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή, όταν αυτή δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή είναι επιπόλαιη ή σκανδαλώδης ή παρενοχλητική. Η εξουσία αυτή ασκείται με εξαιρετική φειδώ και αίτημα αυτής της μορφής ικανοποιείται όταν πράγματι το δικόγραφο αναμφίβολα στερείται αιτίας αγωγής και κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο ή εφόσον η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί με νομότυπες τροποποιήσεις. Πρόκειται στην ουσία περί συνοπτικής διαδικασίας η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει οποιοδήποτε δικόγραφο. Συνεπώς, ακριβώς λόγω της φύσης και των δραστικών συνεπειών, το Δικαστήριο οφείλει να ασκεί την εξουσία του αυτή με προσοχή και φειδώ και πάντα σε αναφορά με ξεκάθαρες περιπτώσεις (In Re Pelmaco Development Co Ltd
(1991)1 AAΔ 246, Nίκος Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338, Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1 ΑΑΔ 21). Στην πρόσφατη απόφαση Κozinskaya River Limited κ.α. ν. KLCC Holdings Limited, Π.Ε. E43/2013, ημερ. 23/3/17, επαναλήφθηκαν οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται κατά την εξέταση αίτησης με βάση τη Δ.27 θ.
- Η δικονομική αυτή πρόνοια, ανέφερε το Εφετείο, επιτρέπει την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης ή μη αγώγιμου δικαιώματος ως προκαταρκτικού. Η απόρριψη δικογράφου δυνάμει της Δ.27 θ.3, λόγω ανυπαρξίας αγώγιμου δικαιώματος, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο, με την Έκθεση Απαίτησης να αποτελεί το ουσιαστικό, αν όχι το μόνο στοιχείο, για διερεύνηση του θέματος. Στην πιο πάνω υπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά το ότι απόρριψε την αίτηση λόγω της μη αναφοράς στη Δ.27 θ.3, προχώρησε στην παράθεση του σκεπτικού του ως προς την ουσία του θέματος. Προσδιορίζοντας το αγώγιμο δικαίωμα των εφεσίβλητων στον κατ' ισχυρισμό δόλο, απάτη και συμπαιγνία μεταξύ των εφεσείοντων και σε βάρος των εφεσίβλητων, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η περίπτωση δεν μπορούσε να ενταχθεί στο πλαίσιο της Δ.27 θ.3, αφού με βάση τις δικογραφημένες θέσεις των εφεσίβλητων θα πρέπει τουλάχιστο να ακουστεί μαρτυρία προκειμένου να διαπιστωθεί το στέρεο των αξιώσεων. Το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ανέφερε ότι δεν είχε ενώπιόν του περίπτωση τόσο φανερή, έξω από κάθε αμφιβολία, που να δικαιολογούσε τον τερματισμό της διαδικασίας στο ενδιάμεσο στάδιο της αίτησης. Ανεξαρτήτως της Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή και να διαγράψει δικόγραφα όταν αυτά είναι καταπιεστικά, ενοχλητικά και αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (Annual Practice του 1958, σελ. 574). Η διαφορά μεταξύ της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και της Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι ότι στην μεν πρώτη περίπτωση επιτρέπεται η προσκόμιση μαρτυρίας υπό μορφή Ενόρκων Δηλώσεων για να αποδειχθεί ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, στη δε άλλη περίπτωση η προσκόμιση μαρτυρίας δεν επιτρέπεται και η φύση της αγωγής ή το ελάττωμα στο δικόγραφο πρέπει να εμφανές από το ίδιο το δικόγραφο ή τις λεπτομέρειές του. Είναι, δυνατή η ταυτόχρονη επίκληση τόσο της Δ.27 θ.3 όσο και της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου από τον Εναγόμενο. Σε κάθε περίπτωση, η εξουσία αυτή ασκείται με περίσκεψη και φειδώ και όπου είναι ξεκάθαρο ότι η απαίτηση θα αποτύχει. Συνοψίζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, διαγραφή δικογράφου ως ανυπόστατο αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και μπορεί να διαταχθεί μόνο σε περιπτώσεις πέραν από κάθε αμφιβολία. Στην υπό εξέταση περίπτωση, το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα, όπως προκύπτει μέσα από την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, είναι οι κατ' ισχυρισμό δόλος, απάτη και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους του Εναγόμενου
- Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι δυνατόν, στο παρόν στάδιο, να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αναμφίβολα το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα στερείται αιτίας αγωγής και ότι κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο, ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή του σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 2 ότι ο Ενάγων προβάλει στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης διαζευκτικούς ισχυρισμούς, είναι θεμελιωμένη αρχή ότι αυτό είναι επιτρεπτό, όμως ο διάδικος που το πράττει θα πρέπει κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει (Μούντης Μιχάλης και άλλοι ν. Κώστα Φοίβου Παπαχριστοφόρου κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 2637). Τόσο ο Εναγόμενος 2 όσο και ο ευπαίδευτος συνήγορός του στο στάδιο των αγορεύσεων παρέθεσαν τους διαζευκτικούς ισχυρισμούς του Ενάγοντα στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης για να εξαχθεί το συμπέρασμα, σύμφωνα με την πλευρά του Εναγόμενου 2, ποιους τελικά ισχυρισμούς θα προωθήσει ο Ενάγων κατά την ακροαματική διαδικασία. Τέτοια προσέγγιση όμως, δεν μπορεί να αποτελέσει στέρεο υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, ειδικά όταν, όπως αναφέρεται πιο πάνω, η νομολογία δίδει σε διάδικο το δικαίωμα της προβολής διαζευκτικών ισχυρισμών στο δικόγραφό του. Διαφαίνεται από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των διάδικων ως προς τα νομικά και πραγματικά θέματα. Οι διαφορές αυτές θα πρέπει να εκδικαστούν και αποφασιστούν κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, και όχι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο (P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Company Limited κ.α. (Αρ.1) ανωτέρω). Σχετικά με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 2 περί κατάχρησης της διαδικασίας ή εξασφάλισης αθέμιτου πλεονεκτήματος ή παράλληλης θεραπείας, δεν έχουν αναφερθεί ή εξειδικευθεί οποιαδήποτε γεγονότα που να δικαιολογούν τους εν λόγω ισχυρισμούς. Περαιτέρω, τα όσα αναφέρει ο Εναγόμενος 2 στην Ένορκη Δήλωσή του ότι έχει υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο στις 9/4/09, ότι βρίσκεται υπό συνεχή παρακολούθηση και ότι αδυνατεί να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα, δεν αποτελούν λόγους για έγκριση της παρούσας αίτησης. Ο Εναγόμενος 2 αιτείται περαιτέρω Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλονται οποιεσδήποτε εκκρεμούσες διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας. Ούτε το αιτητικό αυτό μπορεί να εγκριθεί για τους προαναφερόμενους λόγους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους πιο πάνω λόγους, δεν κρίνεται ότι τα αιτούμενα Διατάγματα είναι δικαιολογημένα και συνεπώς, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας αίτησης δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος για παρέκκλιση από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός να υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, και, ως εκ τούτου, ο Ενάγων - Καθ´ ου η αίτηση δικαιούται στα έξοδά του. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για παραμερισμό διατάγματος προσθήκης Εναγόμενου και τροποποίησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο