ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. AMATHUS AEGEAS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3/2010, 25/10/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A350 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΝΑΥΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3/2010 Μεταξύ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Ενάγοντα -και- 1.AMATHUS AEGEAS LTD 2.ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ 3.ΜΕΘΟΔΙΟΣ ΚΑΤΣΙΗΣ Εναγόμενων ------- Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: Ο κ. Χρ. Χατζηλοϊζου. Για εναγόμενο 1: Ο κ. Χριστοφή, για Αντρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ. (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Κτίστη) Για εναγόμενους 2 και 3: Ο κ. Π. Μακρίδης, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Νικολάου) Ενάγων παρών. ------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας, με την υπό εξέταση αγωγή του, αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και τις απώλειες τις οποίες υπέστη συνεπεία εργατικού ατυχήματος το οποίο επεσυνέβη κατά την 29/6/2006 στο νέο λιμάνι Λεμεσού, για την πρόκληση του οποίου καθιστά υπεύθυνους τους εναγόμενους 1, 2 και
- Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, η εναγόμενη 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως πράκτορας του πλοίου «NADESTA» επί του οποίου επεσυνέβη το υπό εξέταση ατύχημα. Η εναγόμενη 2 είναι η Αρχή Λιμένων Κύπρου και αυτή η οποία παραχωρεί το μηχάνημα τύπου γερανού, ο οποίος χρησιμοποιείται στην εκφόρτωση εμπορευμάτων από πλοία. Μαζί με το γερανό, η Αρχή Λιμένων παραχωρεί και τον χειριστή ή τους χειριστές του. Ο εναγόμενος 3 είναι εργοδοτούμενος της εναγόμενης 2 και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο χειριστής του γερανού, ο οποίος παραχωρήθηκε από την εναγόμενη 2 στην εναγόμενη 1 για να χρησιμοποιηθεί στην εκφόρτωση του πλοίου «NADESTA». Ο ενάγοντας, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν ως λιμενεργάτης/αχθοφόρος στο λιμάνι Λεμεσού. Το υπό εξέταση ατύχημα επεσυνέβη σε αμπάρι του ρηθέντος πλοίου, κατά τη διαδικασία εκφόρτωσης δεσμίδων οικοδομικού σιδήρου, με τη χρήση του παραχωρηθέντος από την εναγόμενη 2 γερανού. Ο ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ένας εκ των λιμενεργατών που βρίσκονταν μέσα στο αμπάρι και εργάζονταν στη διαδικασία της εκφόρτωσης. Ο ενάγοντας, στο τροποποιημένο δικόγραφο της αναφοράς του, ισχυρίζεται ότι στη φάση της εκφόρτωσης από το ρηθέν πλοίο τοποθετήθηκαν στον γάντζο του γερανού δύο συρματόσχοινα με κρίκους στα άκρα τους. Στον κρίκο κάθε συρματόσχοινου τοποθετήθηκαν SHACKLE στα οποία τοποθετήθηκαν οι κρίκοι τεσσάρων άλλων συρματόσχοινων τα οποία, στη δεύτερη τους άκρη, είχαν γάντζους. Σ΄ αυτούς τους γάντζους προσδενόταν το φορτίο για να εκφορτωθεί. Σε κάποια φάση των ως άνω εργασιών, οι λιμενεργάτες είχαν προσδέσει τέσσερις δέσμες ράβδων σιδήρου στα εξαρτήματα πρόσδεσης του φορτίου και δόθηκε σήμα στον χειριστή του γερανού για ανύψωση του φορτίου. Ενώ απομακρυνόταν από τις δέσμες που είχαν προσδεθεί, ο χειριστής του γερανού τις ανύψωσε λίγο, με αποτέλεσμα μία από αυτές να ξεπεταχτεί πάνω από τις άλλες, να τον κτυπήσει και να τον ρίξει στο πάτωμα του αμπαριού. Αποτελεί ισχυρισμό του δικόγραφου του ότι ολόκληρο το σύστημα εργασίας ήταν ελαττωματικό και/ή επικίνδυνο και/ή ανεπαρκές και/ή ανασφαλές υπό τις περιστάσεις και/ή δεν χρησιμοποιούνταν τα κατάλληλα και ενδεδειγμένα υλικά και μέσα, γεγονός το οποίο γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν οι εναγόμενοι. Η εναγόμενη 1 στο δικόγραφο της απάντησης στην τροποποιημένη αναφορά του ενάγοντα, πέραν του ότι αρνείται τους ισχυρισμούς της αναφοράς του ενάγοντα, ειδικά το ότι ήταν η εργοδότης του ενάγοντα προβάλλει, ως προδικαστική ένσταση, το ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ή ανασταλεί λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος επί του οποίου βασίζεται. Οι εναγόμενοι επέδωσαν ειδοποίηση προς συνεναγομένους και αντάλλαξαν μεταξύ τους δικόγραφα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την πλευρά του ενάγοντα κατέθεσαν, εκτός από τον ίδιο (Μ.Ε.2), ο εξεταστής του επίδικου ατυχήματος Ανδρέας Ανδρέου (Μ.Ε.1), η υπάλληλος του Επαρχιακού Γραφείου Εργασίας Λεμεσού Δέσποινα Στυλιανού (Μ.Ε.4), η υπάλληλος του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λεμεσού Δέσποινα Παπαμιχαήλ (Μ.Ε.5), ο υπάλληλος του Ταμείου Προνοίας Λιμενεργατών Γιώργος Σιαρής (Μ.Ε.6), ο υπάλληλος του Τμήματος Φορολογίας Λεμεσού Χαράλαμπος Κυπριανού (Μ.Ε.7) και ο θεράπων γιατρός του ενάγοντα, Ανδρέας Παναγιώτου (Μ.Ε.3). Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι είναι Επιθεωρητής Εργασίας στο Τμήμα Εργασίας της Επαρχίας Λεμεσού. Στα καθήκοντά του περιλαμβάνεται και η διερεύνηση εργατικών ατυχημάτων. Με βάση την πείρα και τις γνώσεις του, η διαδικασία που ακολουθείται για την εκφόρτωση δεσμίδων οικοδομικού σιδήρου από πλοία είναι οι ακόλουθη: Οι λιμενεργάτες παραχωρούνται από το Τμήμα Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας. Η παραχώρηση γίνεται κατόπιν αίτησης η οποία υποβάλλεται στο Γραφείο Εργασίας από την εταιρεία η οποία πρακτορεύει το πλοίο, από την προηγούμενη μέρα. Η παραχώρηση των λιμενεργατών γίνεται με βάση κατάλογο που έχει στη διάθεσή του το Γραφείο Εργασίας, το οποίο ακολουθεί σειρά στο διορισμό τους. Με βάση τις υπάρχουσες συμφωνίες, για την εκφόρτωση του συγκεκριμένου τύπου φορτίου παραχωρούνται επτά λιμενεργάτες και ένας επιστάτης, ο οποίος στη γλώσσα των λιμενεργατών αποκαλείται και ως «Κάππος». Μεταξύ των λιμενεργατών που παραχωρήθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν και ο ενάγοντας. Οι εργασίες στο χώρο του λιμανιού διεξάγονται από την Αρχή Λιμένων. Η εταιρεία που θα εκφορτώσει το πλοίο ενημερώνει την Αρχή Λιμένων για τις ανάγκες της σε μηχανολογικό εξοπλισμό και υποβάλλει αίτημα για την παραχώρησή του. Η Αρχή Λιμένων παραχωρεί τόσο το μηχάνημα όσο και τον χειριστή του. Από τους επτά λιμενεργάτες που παραχωρούνται, συνήθως οι έξι από αυτούς κατεβαίνουν μέσα στο αμπάρι του πλοίου ο δε έβδομος παραμένει στο κατάστρωμα και εκτελεί χρέη «κουμάντου». Συγκεκριμένα, δίνει σήματα στο χειριστή του γερανού όταν αυτός δεν έχει οπτική επαφή με το φορτίο και τους λιμενεργάτες. Ο επιστάτης συντονίζει όλα τα θέματα της εκφόρτωσης. Το υπό εξέταση ατύχημα περιήλθε σε γνώση του αφού το ρηθέν πλοίο είχε ήδη αναχωρήσει από το λιμάνι Λεμεσού. Μετά που περιήλθε σε γνώση του, συνέλεξε πληροφορίες από την εναγόμενη 1, τον ενάγοντα, τους συναδέλφους του ενάγοντα που ήταν μαζί του στο αμπάρι τη μέρα του ατυχήματος και από τον χειριστή του γερανού. Βάσει των πληροφοριών που συνέλεξε, ετοίμασε έκθεση (Τεκμήριο 1). Στις 31/8/2006 πήγε στο λιμάνι Λεμεσού όπου υπήρχε πλοίο φορτωμένο με οικοδομικό σίδηρο σε δεσμίδες και παρακολούθησε τη διαδικασία εκφόρτωσης, παρά το ότι είχε και προηγούμενη εμπειρία από άλλα ατυχήματα που έγιναν με πανομοιότυπο τρόπο. Περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η εκφόρτωση των δεσμίδων του σιδήρου από το αμπάρι του πλοίου, ανέφερε ότι ο γερανός, κατ΄ αρχή, τοποθετείται στο μόλο του λιμανιού. Στο μεγάλο γάντζο του προσαρτώνται (κρεμάζονται) δύο συρματόσχοινα μεγάλου μήκους. Στην κατάληξη του καθενός από αυτά υπάρχει ένας μεγάλος κρίκος, τον οποίο αποκάλεσε και «θηλιά». Στον κάθε κρίκο τοποθετείται και από ένα shackle το οποίο, εξ όσων αντιλήφθηκα, έχει τη μορφή μεταλλικού κρίκου. Στο κάθε shackle προσαρτώνται (κρεμάζονται) τέσσερα μικρότερα σε μήκος συρματόσχοινα, στην άκρη των οποίων εφαρμόζονται τέσσερα μικρά γαντζάκια σε σχήμα «6». Η κάθε δεσμίδα σιδήρου έχει μήκος 12 περίπου μέτρα και στις δύο άκριές της υπάρχει από μια θηλιά. Είναι αυτές τις θηλιές που οι λιμενεργάτες, οι οποίοι εργάζονται στο αμπάρι, τοποθετούν, κρεμάζουν δηλαδή, στα μικρά γαντζάκια. Οι λιμενεργάτες είναι χωρισμένοι σε δύο ομάδες των τριών ατόμων. Η μια ομάδα βρίσκεται στην πλευρά του ενός συρματόσχοινου ενώ η άλλη στην αντίθετη πλευρά του άλλου συρματόσχοινου. Η κάθε ομάδα προσδένει τη θηλιά της δέσμης του σιδήρου που βρίσκεται στην πλευρά της σε ένα από τους γάντζους του συρματόσχοινου της πλευράς της. Στα τέσσερα γαντζάκια τοποθετούνται αντίστοιχα οι θηλιές τεσσάρων δεσμίδων σιδήρου. Μόλις γαντζωθούν όλες οι δεσμίδες, οι λιμενεργάτες μετακινούνται σε ασφαλές σημείο και ο χειριστής του γερανού αρχίζει την ανύψωση των δεσμίδων. Η ανύψωση γίνεται σε δύο φάσεις. Σε πρώτη κίνηση, ο χειριστής του γερανού τεντώνει τα συρματόσχοινα για να πιάσουν το βάρος και σταματά ώστε να φανεί αν οι δεσμίδες είναι ελεύθερες, δηλαδή δεν είναι μπλεγμένες μεταξύ τους. Εάν διαπιστωθεί ότι είναι μπλεγμένες, σταματά η ανύψωση και οι λιμενεργάτες αναλαμβάνουν να τις ξεδιαλύνουν. Εφόσον δεν υπάρχει πρόβλημα, συνεχίζει κανονικά η ανύψωση με σήμα που δίνεται από τον «κουμάντο», μέχρι το φορτίο να μεταφερθεί στο μόλο. Κατά την άποψή του, η μέθοδος εργασίας που ακολουθείτο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν ασφαλής για το λόγο ότι όσο περισσότερες δεσμίδες σιδήρου ανυψώνονται ταυτόχρονα, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να προκληθεί ατύχημα. Όπως επίσης διευκρίνισε, το πρόσωπο που εκτελεί καθήκοντα «κουμάντου» θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι οι λιμενεργάτες έχουν απομακρυνθεί πριν ξεκινήσει η ανύψωση του φορτίου. Ο ενάγοντας κατέθεσε ότι συμμετείχε στη συγκεκριμένη διαδικασία ανύψωσης. Στο αμπάρι του πλοίου κατέβηκαν οι έξι λιμενεργάτες ενώ ο έβδομος έμεινε «κουμάντος» για να δίνει σήμα στον χειριστή του γερανού. Χωρίστηκαν σε δύο ομάδες και κάθε φορά που ο χειριστής του γερανού κατέβαζε στο αμπάρι τον γάντζο με τα προσαρτήματά του, αρχικά ξεδιάλυναν τα συρματόσχοινα. Στη συνέχεια η κάθε ομάδα κατευθυνόταν στις δύο άκριες και πρόσδεναν τις δεσμίδες του σιδήρου στα γαντζάκια των συρματόσχοινων. Στην κάθε ομάδα εργάζονταν δύο άτομα. Περί ώρα 11:30, ο εναγόμενος 3 κατέβασε τα συρματόσχοινα μέσα το αμπάρι. Την ώρα που κατέβαζε τα συρματόσχοινα, ο ίδιος έβλεπε από τη θέση που ήταν τον εναγόμενο
- Αφού ξεδιάλυναν τα συρματόσχοινα κατευθύνθηκαν, η κάθε ομάδα, στις άκριες για να προσδέσουν τις δεσμίδες στα γαντζάκια. Πρόσδεσαν τέσσερις συνολικά δεσμίδες και, όταν τέλειωσαν, άρχισαν να απομακρύνονται ώστε να ξεκινήσει η ανύψωση του φορτίου. Ενώ βρισκόταν στα 2-3 μέτρα, έγινε η ανύψωση του φορτίου και μια δεσμίδα σιδήρου, που ήταν πιο λεπτή από τις άλλες, «πετάχτηκε» από μέσα και τον χτύπησε στο δεξί γόνατο. Από το χτύπημα έπεσε κάτω. Οι συνάδελφοί του φώναζαν στον χειριστή του γερανού να σταματήσει την ανύψωση. Στη συνέχεια κατέβασαν πλατφόρμα μέσα στο αμπάρι, η οποία τον μετέφερε στο μόλο του λιμανιού. Από το μόλο μεταφέρθηκε, με ασθενοφόρο, στην πολυκλινική «LIMASSOL CENTER». Αφού υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία μεταφέρθηκε στο χειρουργείο όπου χειρουργήθηκε στο δεξί γόνατο. Παρέμεινε στην κλινική για τρεις μέρες. Το πόδι του τοποθετήθηκε σε νάρθηκα για δύο μήνες και για τέσσερις μήνες περπατούσε με τη βοήθεια βακτηριών. Από την πρώτη βδομάδα ξεκίνησε να υποβάλλεται σε φυσιοθεραπεία. Συγχρόνως, παρακολουθείτο και από τον θεράποντα γιατρό του (Μ.Ε.3). Του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι 3/1/
- Για την περίοδο που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια δεν πληρωνόταν από τον εργοδότη του. Μετά τη λήξη της άδειάς του επέστρεψε στην εργασία του, αλλά δεν μπορούσε να εργαστεί όπως προηγουμένως. Συγκεκριμένα, δεν μπορούσε να ανεβαίνει σκάλες, να στέκεται ή να κάθεται για πολλή ώρα. Επίσης, το γόνατό του ήταν συνεχώς μουδιασμένο. Μετά που εργάστηκε για οκτώ μήνες, αποσύρθηκε. Έκτοτε δεν ξαναδούλεψε για το λόγο ότι το δεξί του πόδι είναι συνεχώς μουδιασμένο και δεν μπορεί να περπατήσει. Δεν έκαμε προσπάθεια να βρει άλλη δουλειά. Περιγράφοντας τη σημερινή του κατάσταση, ανέφερε ότι έχει συνεχώς μούδιασμα, δεν μπορεί να περπατήσει μεγάλες αποστάσεις, να μείνει όρθιος για πολλή ώρα, να ανεβαίνει σκάλες ή ανηφόρα. Επίσης, κατά την αλλαγή του καιρού, νιώθει πόνο. Σε κάποιες περιπτώσεις, όταν ο πόνος είναι αφόρητος, παίρνει φάρμακα. Προσπαθεί να μένει ήσυχος, χωρίς να κάνει δουλειές. Κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι, μετά που εργάστηκε για οκτώ μήνες, απολύθηκε από την εργασία του λόγω πλεονασμού. Η απόλυσή του δεν είχε σχέση με τον τραυματισμό του. Η μαρτυρία της Μ.Ε.4 περιστράφηκε γύρω από τη διαδικασία που ακολουθεί το Γραφείο Εργασίας Λεμεσού για την παραχώρηση λιμενεργατών σε ενδιαφερόμενους εργοδότες. Όπως κατέθεσε, στο τμήμα της διατηρείται μητρώο λιμενεργατών και γραφέων. Ο κάθε ενδιαφερόμενος εργοδότης υποβάλλει αίτηση στο τμήμα της και, βάσει των αιτήσεων, ετοιμάζεται κατάσταση με τις αιτήσεις των εργοδοτών και τις ανάγκες τους σε λιμενεργάτες και γραφείς. Οι λιμενεργάτες παραχωρούνται στους εργοδότες εκ περιτροπής. Βάσει του φύλλου εκχώρησης που είχε στην κατοχή της (Τεκμήριο 12), κατά την 29/6/2006 υπήρχαν αρκετές αιτήσεις από εργοδότες για προσωπικό. Η εναγόμενη 1 ήταν μία εκ των αιτητών. Με βάση το σχετικό έντυπο που είχε στην κατοχή της (Τεκμήριο 13), τη συγκεκριμένη μέρα παραχώρησε στην εναγόμενη 1 τους επτά λιμενεργάτες με αριθμό 67, 68, 70, 71, 72, 73 και
- Οι ως άνω αριθμοί αντιστοιχούν στα νούμερα των λιμενεργατών. Σύμφωνα με το μητρώο της, ο ενάγοντας ήταν ο αριθμός
- Κατά την αντεξέτασή της διευκρίνισε ότι, με βάση σχετική συμφωνία, η σειρά με την οποία παραχωρούν τους λιμενεργάτες ξεκινά από εκεί που έμεινε την προηγούμενη μέρα. Ο λιμενεργάτης δεν μπορεί να επιλέξει τον εργοδότη που θα εργαστεί. Ούτε ο εργοδότης μπορεί να επιλέξει τους λιμενεργάτες. Κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ο αιτητής μπορούσε να επιλέξει μόνο τον επιστάτη. Πριν εκδοθεί το φύλλο εκχώρησης των λιμενεργατών, επικοινωνούν με τον Πύργο Ελέγχου της Αρχής Λιμένων και ενημερώνονται για τη σειρά που τα πλοία μπαίνουν στο λιμάνι. Η Μ.Ε.5 κατέθεσε ότι εργάζεται στον Κλάδο Επιθεωρήσεων του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λεμεσού. Σύμφωνα με το αρχείο που διατηρούν στο γραφείο τους, ο ενάγοντας, κατά τον Ιούνιο του 2006, φαίνεται να εργοδοτήθηκε από αρκετές εταιρείες. Παρουσίασε κατάλογο με τους εργοδότες του ενάγοντα και τις απολαβές τις οποίες δήλωνε ο κάθε εργοδότης (Τεκμήριο 14). Στις 14/7/2006, ο ενάγοντας είχε αιτηθεί επίδομα σωματικής βλάβης με ημερομηνία που ξεκινούσε από 29/6/
- Ο Μ.Ε.6 κατέθεσε ότι το Ταμείο Προνοίας Λιμενεργατών είχε ασφαλισμένους όλους τους λιμενεργάτες. Ο ενάγοντας, ως λιμενεργάτης, ήταν μέλος του ταμείου. Ο λιμενεργάτης Θανάσης Πολυδώρου, ο οποίος είχε τον αμέσως προηγούμενο αριθμό του ενάγοντα, εργάστηκε στο λιμάνι Λεμεσού κατά την περίοδο Ιουνίου 2006 - 30/11/
- Παρουσίασε δύο βεβαιώσεις των απολαβών που είχε το πρόσωπο αυτό, όπως δηλώθηκαν στο ταμείο τους (Τεκμήρια 15 και 16). Διευκρίνισε ότι για να ετοιμάσει τις ρηθείσες βεβαιώσεις συμβουλεύτηκε τις καταστάσεις του ταμείου. Ο Μ.Ε.7 παρουσίασε τις φορολογικές δηλώσεις που υπέβαλε ο ενάγοντας για τα φορολογικά έτη 2005 και 2006 (Τεκμήρια 17 και 19). Παρουσίασε, επίσης, τη φορολογία η οποία του επεβλήθη για τα ως άνω έτη (Τεκμήρια 18 και 20). Ο Μ.Ε.3 κατέθεσε ότι ήταν ο θεράπων ιατρός του ενάγοντα και αυτός ο οποίος διενήργησε τη χειρουργική επέμβαση στο δεξί γόνατό του. Λεπτομερής αναφορά στη μαρτυρία του αλλά και στα ευρήματά του γίνεται στην ενότητα της απόφασής μου που αφορά την ιατρική μαρτυρία. Η εναγόμενη 1 δεν πρόσφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Για την πλευρά των εναγομένων 2 και 3 κατέθεσαν, εκτός από τον ίδιο τον εναγόμενο 3 (Μ.Υ.2) ο υπάλληλος της Αρχής Λιμένων Πέτρος Δίας (Μ.Υ.1) και ο ειδικός ορθοπεδικός Ηλίας Γεωργίου (Μ.Υ.3). Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι από 1/1/2015 κατέχει τη θέση του λειτουργού Ασφαλείας, Υγείας και Περιβάλλοντος στην εναγόμενη
- Προηγουμένως, τη θέση αυτή κατείχε ο Σόλων Κασίνης, ο οποίος αφυπηρέτησε. Στα καθήκοντα της θέσης του περιλαμβάνεται και η διερεύνηση ατυχημάτων. Επεξηγώντας τη διαδικασία που ακολουθείται από την εναγόμενη 2, για την παραχώρηση γερανών για εργασία στο λιμάνι Λεμεσού, ανέφερε ότι ο ενδιαφερόμενος πράκτορας καταθέτει αίτηση σε ειδικό έντυπο. Η Αρχή Λιμένων, αφού εγκρίνει την αίτηση, προσφέρει το γερανό μαζί με τους χειριστές του. Αφού παραχωρηθεί ο γερανός, αυτός βρίσκεται υπό τον έλεγχο του πράκτορα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η εναγόμενη 1 υπέβαλε αίτηση στις 27/6/2006 να της παραχωρηθεί γερανός για να χρησιμοποιηθεί στο πλοίο "NADESTA" (τεκμήριο 21), η οποία ενεκρίθη. Παραχωρήθηκε ο γερανός μαζί με τους δύο χειριστές του, ένας εκ των οποίων ήταν ο εναγόμενος
- Ο γερανός εργάστηκε στο συγκεκριμένο πλοίο στις 28 και 29/6/
- Ενημερώθηκε για το επίδικο ατύχημα από τους φακέλους της εναγόμενης
- Κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος, ο προκάτοχός του Σόλων Κασίνης πήρε κατάθεση από τον εναγόμενο 3 (τεκμήριο 22) και από κάποιο Δημήτρη Παναγιώτου, ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα «κουμάντου» κατά τον ουσιώδη χρόνο (τεκμήριο 23). Μέρος της κυρίως εξέτασης του εναγόμενου 3 αποτέλεσε η γραπτή του κατάθεση που έδωσε στο λειτουργό της Αρχής Λιμένων, Σόλωνα Κασίνη (Τεκμήριο 22). Σύμφωνα με όσα αναφέρει στην κατάθεσή του, η εκφόρτωση των δεσμίδων σιδήρου τη συγκεκριμένη μέρα ξεκίνησε η ώρα 07:
- Στο πόστο εργάζονταν επτά λιμενεργάτες εκ των οποίων οι έξι εργάζονταν μέσα στο αμπάρι για το «κοτσάρισμα», την πρόσδεση δηλαδή, των δεσμίδων και ο έβδομος εκτελούσε χρέη «κουμάντου» επειδή ο ίδιος δεν είχε οπτική επαφή με το αμπάρι του πλοίου. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει οπτική επαφή με το αμπάρι του πλοίου, ο «κουμάντος» είναι αυτός που τους καθοδηγεί, επειδή συνεννοείται με τους λιμενεργάτες και ακολούθως δίνει τις ανάλογες οδηγίες προς τους χειριστές του γερανού. Περί ώρα 11:30 ο «κουμάντος» του έκανε νόημα να μαϊνάρει, να κατεβάσει δηλαδή τα προσαρτήματα του γερανού μέσα στο αμπάρι για να μπορέσουν οι λιμενεργάτες να προσδέσουν τις δεσμίδες σιδήρου επί των γάντζων. Μετά από κάποια λεπτά του έκανε νόημα να «φερμάρει», να τεντώσει δηλαδή τα συρματόσχοινα. Αφού εκτέλεσε τις ως άνω οδηγίες, ο «κουμάντος» του έκανε νόημα να «βιράρει» ελαφρώς, να ανυψώσει δηλαδή το φορτίο, πράγμα το οποίο έκαμε. Στη συνέχεια του έδωσε οδηγίες να «τορνάρει», να στρίψει δηλαδή το γερανό δεξιά-αριστερά. «Τόρναρε» πολύ λίγο και αμέσως ο «κουμάντος» του είπε να σταματήσει. Μετά που σταμάτησε, του λέχθηκε ότι κάποια δεσμίδα σιδήρου, κατά τη διάρκεια του «τορναρίσματος», ελευθερώθηκε και κτύπησε κάποιο λιμενεργάτη. Στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του επεξήγησε ότι κάθε φορά που κατέβαζε τα προσαρτήματα του γερανού μέσα στο αμπάρι, κανόνιζε να τα κατεβάζει 10-20 πόντους πιο κάτω ώστε να υπάρχει περιθώριο, το λεγόμενο «λάσκο» για να μπορούν οι λιμενεργάτες να κοτσάρουν τις δεσμίδες σιδήρου. Μετά το «κοτσάρισμα» έπαιρνε οδηγίες από τον «κουμάντο» να «φερμάρει», να τεντώσει δηλαδή τα συρματόσχοινα για να φανεί αν οι δεσμίδες «έπιασαν καλά» επί των γάντζων. Στο διάστημα αυτό ο «κουμάντος» έδινε οδηγίες στους λιμενεργάτες να αποσυρθούν σε ασφαλή απόσταση για να μπορέσει να «βιράρει», να ανυψώσει δηλαδή το φορτίο. Ο Μ.Υ.3 κατέθεσε ότι εξέτασε τον ενάγοντα στις 8/12/2011 και ετοίμασε σχετική έκθεση, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 24). Λεπτομερής αναφορά στη μαρτυρία του και τα ευρήματα και αυτού του μάρτυρα γίνεται στην ενότητα της απόφασής μου που ασχολείται με την ιατρική μαρτυρία. Το εγερθέν υπό της εναγόμενης 1 ζήτημα της παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντα Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η εναγόμενη 1 στο δικόγραφο της Απάντησής της, εγείρει, υπό μορφή προδικαστικής ένστασης, ζήτημα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα επί του οποίου βασίζεται η παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν εγείρουν το ζήτημα αυτό στο δικόγραφο της δικής τους Απάντησης, συντάσσονται, όμως, με τις θέσεις της εναγόμενης 1 επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Η θέση την οποία προώθησε η πλευρά της εναγόμενης 1 είναι ότι στην υπό εξέταση υπόθεση εφαρμογής τυγχάνει το νομοθέτημα περί Παραγραφής, το οποίο ίσχυε στην Αγγλία κατά τον προ της ανεξαρτησίας χρόνο, συγκεκριμένα, το Limitation Act του 1939, βάσει του οποίου, για την έγερση αγωγής για αποζημιώσεις συνεπεία τραυματισμού λόγω αμέλειας ή παράβασης καθήκοντος, καθορίζεται ως χρόνος παραγραφής τα τρία χρόνια από της γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Συνεπώς, το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί. Η πλευρά του ενάγοντα διαφωνεί με τις ως άνω θέσεις της εναγόμενης 1 και ισχυρίζεται ότι εφαρμογής τυγχάνει ο περί Παραγραφής Νόμος Κεφ.
- Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, η υπό εξέταση υπόθεση καταχωρίστηκε αρχικά, κατά την 30/12/2009, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Ναυτοδικείου. Κατά την 30/6/2010 παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Επισημαίνεται ότι, συμφώνως του άρθρου 22Β(ι) του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει ναυτικές υποθέσεις οι οποίες παραπέμπονται σ΄ αυτό από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στο άρθρο 19 του περί Δικαστηρίων Νόμου καθορίζεται η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Ναυτοδικείου. Όπως ειδικότερον αναφέρεται: «
- Το Ανώτατον Δικαστήριον, επιπροσθέτως προς τας εξουσίας και την δικαιοδοσίαν ήτις ανατίθεται εις αυτό υπό του Συντάγματος, θα έχη αποκλειστικήν πρωτόδικον δικαιοδοσίαν- (α) ως ναυτοδικείον περιβεβλημένον και ασκούν τας εξουσίας διά των οποίων περιεβάλλετο και τας οποίας ήσκει το Ανώτατον Δικαστήριον της Δικαιοσύνης εν Αγγλία εν τη επί ναυτικών υποθέσεων δικαιοδοσία αυτού ευθύς αμέσως προ της ημέρας της Ανεξαρτησίας∙» Στο άρθρο 29
(2)του ίδιου Νόμου καθορίζεται το εφαρμοζόμενο υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δίκαιο κατά την ενάσκηση της δικαιοδοσίας του ως Ναυτοδικείου. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό αναφέρει τα ακόλουθα: «29.-
(1)Έκαστον δικαστήριον εν τη ασκήσει της πολιτικής ή ποινικής αυτού δικαιοδοσίας θα εφαρμόζη- ........
(2)Το Ανώτατον Δικαστήριον εν τη ασκήσει της δικαιοδοσίας- (α) δι΄ης περιβέβληται δυνάμει της παραγράφου (α) του άρθρου 19 θα εφαρμόζη, τηρουμένων των διατάξεων των παραγράφων (γ) και (ε) του εδαφίου
(1), το υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δικαιοσύνης, εν Αγγλία, εν τη ασκήσει της επί ναυτικών υποθέσεων δικαιοδοσίας αυτού εφαρμοζόμενον κατά την προ της ημέρας ανεξαρτησίας ημέραν δίκαιον, ως θα ετροποποιείτο τούτο διά νόμου της Δημοκρατίας∙» Στην υπόθεση ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ «ASPHODEL» ΣΗΜΑΙΑΣ ΛΙΒΕΡΙΑΣ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΚΥΡΟΒΟΛΙΟ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. OSCAR SHIPPING PTE LTD, ECLI:CY:AD:2014:A982, Πολ. Έφεση αρ. 150/2013 ημερ. 22/12/2014 οριοθετούνται τα πλαίσια εντός των οποίων ασκείται η δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου στην Κύπρο. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Η δικαιοδοσία Ναυτοδικείου στην Κύπρο ασκείται δυνάμει των προνοιών του Administration of Justice Act 1956 που ισχύει στην ημεδαπή νομοθεσία δυνάμει των άρθρων 19(α) και 29
(2)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60. Το Administration of Justice Act 1956, με το άρθρο 1, καθορίζει λεπτομερώς τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά οι πρόνοιες που αφορούν κατά κύριο λόγο την in personam δικαιοδοσία. .... Τονίζεται ότι η ναυτική δικαιοδοσία του Ανωτάτου δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν των προνοιών του Administration of Justice Act 1956, εφόσον ρητώς τα άρθρα 19 και 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, αναφέρονται στη νομοθεσία ή δίκαιο που εφαρμοζόταν στη νομοθεσία ή δίκαιο που εφαρμοζόταν στην Αγγλία ″κατά την προ της ημέρας ανεξαρτησίας ημέραν δίκαιον, ως θα ετροποποιείτο τούτο διά νόμου της Δημοκρατίας.″ ....» Στο νομοθέτημα Administration of Justice Act 1956 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη ναυτική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «
(1)The Admiralty jurisdiction of the High Court shall be as follows, that is to say, jurisdiction to hear and determine any of the following questions or claims- ............... (
- f)any claim for loss of life or personal injury sustained in consequence of any defect in a ship or in her apparel or equipment, or of the wrongful act, neglect or default of the owners, charterers or persons in possession or control of a ship or of the master or crew thereof or of any other person for whose wrongful acts, neglects or defaults the owners, charterers or persons in possession or control of a ship are responsible, being an act, neglect or default in the navigation or management of the ship, in the loading, carriage or discharge of goods on, in or from the ship or in the embarkation, carriage or disembarkation of persons on, in or from the ship; ...........» Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι η υπό εξέταση διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου. Συνεπώς, εφαρμοστέο στην υπό εξέταση περίπτωση δίκαιο είναι το Αγγλικό Δίκαιο το οποίο εφαρμοζόταν κατά την προ της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας μέρα. Η νομοθεσία η οποία εφαρμοζόταν στην Αγγλία κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, σε σχέση με την παραγραφή των αγώγιμων δικαιωμάτων, είναι το Limitation Act 1939. Στο άρθρο 2 αναφέρονται τα ακόλουθα: «2. Limitation of actions of contract and tort, and certain other actions. (Ι) The following actions shall not be brought after the expiration of six years from the date on which the cause of action accrued, that is to say:- (
- a)Actions founded on simple contract or on tort; (
- b)Actions to enforce a recognisance; (
- c)Actions to enforce an award, where the submission is not by an instrument under seal; (
- d)Actions to recover any sum recoverable by virtue of any enactment, other than a penalty or forfeiture or sum by way of penalty or forfeiture. [Provided that, in the case of actions for damages for negligence, nuisance or breach of duty (whether the duty exists by virtue of a contract or of provision made by or under a statute or independently of any contract or any such provision) where the damages claimed by the plaintiff for the negligence, nuisance or breach of duty consist of or include damages in respect or personal injuries to any person, this subsection shall have effect as if for the reference to six years there were substituted a reference to three years.]» Στο σύγγραμμα Halsbury΄s Laws of England Third Edition, v.24, στις παραγράφους 380 και 381, αναφέρονται τα ακόλουθα: «380. Six-year period. The period of limitation (
- a)is six years from the accrual of the cause of action for an action founded on simple contract or on tort (b), subject to certain exceptions (b), for an action to enforce a recognisance (c), for an action to enforce an award, where the submission is not by an instrument under seal (d), and for an action to recover any sum recoverable by virtue of any enactment, other than a penalty or forfeiture or sum by way of penalty or forfeiture (e). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 381. Three-year period in personal injury actions. In the case of actions for damages for negligence, nuisance or breach of duty (whether the duty exists by virtue of a contract or of provision made by or under a statute or independently of any contract or any such provision) where the damages claimed by the plaintiff for the negligence, nuisance or breach of duty consist of or include damages in respect of personal injuries to any person, the period of limitation is three years (s).» Αυτό το οποίο καταδεικνύει η νομολογία μας είναι ότι όταν μια αγωγή καταχωρείται εκπρόθεσμα, το Δικαστήριο δεν την απορρίπτει αλλά διατάσσει την αναστολή της όλης διαδικασίας. Αυτή είναι η εύλογη συνέπεια του γεγονότος ότι η ουσία της αγωγής δεν εκδικάζεται έτσι ώστε να διαγνωστούν ουσιαστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Φεσσά κ.α. ν. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337: «Η εφεσίβλητη-εναγόμενη ήγειρε το ζήτημα της παραγραφής, που απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο ως προδικαστική ένσταση, γιατί απόφαση πάνω σ΄ αυτή θα περάτωνε τη διαδικασία. Το δικάσαν δικαστήριο απεφάνθη πως η αγωγή δεν μπορούσε να προχωρήσει γιατί καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα και κατ΄ ακολουθία την απέρριψε. Εφόσον βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο παρατηρούμε πως το ορθό διατακτικό θα ήταν η αναστολή της παραπέρα διαδικασίας στην υπόθεση και όχι η απόρριψη της αγωγής. Αυτό καθιερώνει τη νομολογία. Είναι όμως και η εύλογη συνέπεια του γεγονότος πως η ουσία της αγωγής δεν εκδικάζεται, για να απολήξει στην απόρριψή της. Η διαδικασία απλώς αναστέλλεται. Να προσθέσουμε μάλιστα πως, αν ο διάδικος, υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφό του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Στη μελέτη του πρώην μέλους του Ανωτάτου Δικαστηρίου και νυν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Κώστα Κληρίδη «Το Δίκαιο της Παραγραφής, μια Aναδρομή και Πρόσφατες Εξελίξεις» μνημονεύεται η αγγλική υπόθεση Ketteman and others v. Hamel Properties Ltd
(1988)1 All E.R. 38 από την οποία παρατίθεται (σε μετάφραση) το ακόλουθο απόσπασμα: «. η υπεράσπιση της παραγραφής επιτρέπει σε εναγόμενο να εγείρει ένα διαδικαστικό εμπόδιο το οποίο αποτρέπει τον ενάγοντα από του να προωθήσει την αγωγή εναντίον του. Δεν έχει να κάνει τίποτε με την ουσία της αγωγής η οποία δυνατόν να είναι ολοκληρωτικά υπέρ του ενάγοντα. Η Βουλή προνόησε πως ένας εναγόμενος θα πρέπει να έχει την ευκαιρία να αποφεύγει να αντιμετωπίζει μπαγιάτικες αξιώσεις. Η επιλογή εναπόκειται στον εναγόμενο και αν αυτός επιθυμεί να επωφεληθεί της νομοθετικής υπεράσπισης, αυτή θα πρέπει να δικογραφείται. Ένας εναγόμενος δεν είναι απαραίτητο να επιθυμεί όπως επικαλεσθεί την υπεράσπιση της παραγραφής και δυνατόν να προτιμήσει να αντιμετωπίσει τα επίδικα θέματα στην ουσία τους. Εάν και οι δύο πλευρές ετοιμάσουν την υπόθεση τους για να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά και νομικά θέματα που εγείρονται στη διαφορά και εκδικάζονται. η επίκληση παραγραφής πλέον δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό σαν διαδικαστικό εμπόδιο..» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Στην υπό εξέταση υπόθεση παρατηρείται η ακόλουθη ιδιομορφία: Παρά το ότι το ζήτημα της παραγραφής εγείρεται στο δικόγραφο της απάντησης της εναγόμενης 1 ως προδικαστική ένσταση, εντούτοις, δεν επιδιώχθηκε από την εναγόμενη 1 η επίλυσή του πριν την έναρξη της ακρόασης. Παρά το ότι στο δικόγραφο της αναφοράς του ενάγοντα θεμελιώνονταν τα γεγονότα, όπως η ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο για την επίλυσή του, δεν ζητήθηκε όπως ακουστεί προδικαστικά. Κατά τη δικάσιμο της 18/11/2014, κατά την οποία είχε προγραμματιστεί να ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης με την παρουσίαση μαρτύρων, το Δικαστήριο ζήτησε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης 1 να τοποθετηθεί επί της προδικαστικής ενστάσεως που εγειρόταν στο δικόγραφο της Απάντησης. Ο κ. Χριστοφή απάντησε ότι δεν επιθυμούσε την επίλυσή του στο στάδιο εκείνο. Κατόπιν αυτού, η αγωγή προχώρησε σε ακρόαση με την επ΄ ακροατηρίω εξέταση μαρτύρων. Μετά που ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του εξεταστή του ατυχήματος (Μ.Ε.1) και του ενάγοντα (Μ.Ε.2) υπεβλήθη από την εναγομένη 1 γραπτή αίτηση ημερομηνίας 16/1/2015 με την οποία εξαιτείτο την αναστολή ή απόρριψη της αγωγής λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα. Η αίτηση εκείνη απεσύρθη και ακολούθησε η καταχώριση δεύτερης γραπτής αίτησης ημερομηνίας 22/4/2015 με το ίδιο αίτημα. Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 31/7/2015, απέρριψε την αίτηση. Ένας εκ των λόγων απόρριψης ήταν το ότι δεν ήταν κατάλληλο το στάδιο εκείνο για να αποφασιστεί το ως άνω εγειρόμενο ζήτημα. Με την τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 1 επανήγειρε το ζήτημα, αξιώνοντας την αναστολή της αγωγής λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα. Με τις θέσεις των συνηγόρων της εναγόμενης 1 συμφωνούν και οι συνήγοροι των εναγομένων 2 και 3, παρά το ότι δεν εγείρουν το ζήτημα αυτό στο δικόγραφο της δικής τους απάντησης. Είμαι της άποψης ότι, από τη στιγμή που η αγωγή αφέθηκε να προχωρήσει σε ακρόαση με την παρουσίαση μαρτυρίας, η επίκληση της παραγραφής δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει πλέον κανένα σκοπό ως διαδικαστικό εμπόδιο (Ketteman and others v. Hamel Properties Ltd, ανωτέρω). Η πλευρά της εναγομένης 1, από τη στιγμή που ήγειρε την παραγραφή στο δικόγραφό της, είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει όπως το ζήτημα αυτό εκδικαστεί προδικαστικά, αντί να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει σε κανονική ακροαματική διαδικασία με την παρουσίαση μαρτυρίας. Είμαι της άποψης ότι δεν μπορεί η εναγόμενη 1 να εγείρει την παραγραφή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, κατά το δοκούν. Η αδράνειά της να την εγείρει στο ορθό και κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας αποτελεί, κατά την άποψή μου, εμπόδιο για το Δικαστήριο να αναστείλει, στο στάδιο αυτό, την αγωγή λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος. Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η ένσταση της παραγραφής θα πρέπει να απορριφθεί. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγησή τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιόν μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275). Θα ξεκινήσω με τη μαρτυρία του εξεταστή του ατυχήματος (Μ.Ε.1). Ο μάρτυρας αυτός κλήθηκε ως ειδικός εμπειρογνώμονας σε θέματα ασφάλειας σε χώρους εργασίας, ειδικά κατά την εκφόρτωση εμπορευμάτων από πλοία, αλλά και σε διερευνήσεις εργατικών ατυχημάτων. Τα καθήκοντα των εμπειρογνωμώνων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην υπόθεση Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enterprises Ltd. κ.α.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 814, 823 αναφέρθηκε ότι ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Εν πρώτοις, θα πρέπει να αναφερθεί ότι τόσο η ειδικότητα του μάρτυρα όσο και η εμπειρογνωμοσύνη του στα θέματα που έχουν αναφερθεί πιο πάνω υπήρξαν αδιαμφισβήτητες. Η πρώτη μου παρατήρηση είναι ότι η μαρτυρία του ήταν πολύ διαφωτιστική εν σχέσει με τη διαδικασία η οποία ακολουθείται ώστε να εκφορτωθούν οι δεσμίδες οικοδομικού σιδήρου από το αμπάρι του πλοίου και να μεταφερθούν στο μόλο του λιμανιού. Περιέγραψε πολύ παραστατικά και με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο γαντζώνονται, «κοτσάρονται» στη γλώσσα των λιμενεργατών, οι δεσμίδες του σιδήρου επί των εξαρτημάτων του γερανού, το πώς επακριβώς τα εξαρτήματα προσαρτώνται επί του γερανού καθώς και τη διαδικασία που ακολουθεί ο χειριστής του γερανού για να ανυψώσει τις δεσμίδες και να τις μεταφέρει εκτός του αμπαριού. Περιέγραψε, ακόμα, με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο εργάζονται οι λιμενεργάτες για να γαντζώσουν τις δεσμίδες σιδήρου επί των προσαρτημάτων. Τα σχεδιαγράμματα τα οποία ετοίμασε, ιδιαίτερα αυτό το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεσή του - τεκμήριο 1 - παρά το ότι δεν αποτυπώνει τη σκηνή του επίδικου ατυχήματος, εντούτοις, ήταν ιδιαίτερα βοηθητικό ώστε το Δικαστήριο να διαμορφώσει ιδίαν άποψη για τη βήμα προς βήμα μέθοδο που εφαρμόζεται για την εκφόρτωση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων. Διευκρινίζεται ότι στο σχεδιάγραμμα του τεκμηρίου 1 αποτυπώνεται η διαδικασία εκφόρτωσης δεσμίδων οικοδομικού σιδήρου από άλλο πλοίο, την οποία παρακολούθησε. Όπως δε επεξήγησε, η συγκεκριμένη διαδικασία ακολουθείται σε κάθε εκφόρτωση δεσμίδων σιδήρου από αμπάρι πλοίου. Θα πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι επεξήγησε με πλήρη πειστικότητα τους λόγους για τους οποίους η μέθοδος εργασίας που ακολουθείτο από τους λιμενεργάτες στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν ασφαλής καθώς και το ποια ήταν η ασφαλέστερη μέθοδος που θα έπρεπε να ακολουθείται. Σε αντίθεση με την περιγραφή της ακολουθητέας διαδικασίας για την εκφόρτωση του οικοδομικού σιδήρου, η μαρτυρία του για τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος κάθε άλλο παρά διαφωτιστική ήταν. Δεν έχω ικανοποιηθεί ως προς την πληρότητα και αρτιότητα της από μέρους του διερεύνησης του ατυχήματος. Αντί να προβεί σε μια εις βάθος διερεύνηση των αιτιών που ξεκίνησε η ανύψωση του φορτίου από το χειριστή του γερανού πριν ακόμα απομακρυνθούν όλοι οι λιμενεργάτες σε ασφαλή απόσταση, αρκέστηκε απλά στο να παραθέσει την εκδοχή του ενάγοντα η οποία εμπεριέχεται σε γραπτή του κατάθεση. Χωρίς να διαφεύγει της προσοχής μου ότι ήταν πρακτικά αδύνατο να προέβαινε ο ίδιος σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς το κατά πόσο ο χειριστής του γερανού από τη θέση που βρισκόταν είχε οπτική επαφή με τους λιμενεργάτες που βρίσκονταν μέσα στο αμπάρι τη δεδομένη στιγμή, ενόψει του ότι το πλοίο είχε ήδη αναχωρήσει όταν ανέλαβε τη διερεύνηση του ατυχήματος, εντούτοις, όφειλε, κατά την άποψή μου, να λάμβανε και την εκδοχή των άμεσα εμπλεκόμενων στη συγκεκριμένη διαδικασία ανύψωσης, όπως του λιμενεργάτη που εκτελούσε καθήκοντα «κουμάντου», του προσώπου δηλαδή που ήταν υπεύθυνο να κατευθύνει το χειριστή του γερανού, αλλά και του επιστάτη, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για να εποπτεύει την όλη διαδικασία. Η δικαιολογία την οποία έδωσε στο Δικαστήριο για την παράλειψή του να πάρει καταθέσεις από τα πρόσωπα αυτά, συγκεκριμένα επειδή το πλοίο είχε ήδη αναχωρήσει, κάθε άλλο παρά πειστική ήταν. Ενόψει των όσων αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η θέση την οποία περιγράφει στη σελίδα 2 της έκθεσής του - Τεκμήριο 1 - ότι ο χειριστής του γερανού τη συγκεκριμένη ώρα, λόγω της θέσης και του ύψους του θαλάμου χειρισμού του γερανού, είχε οπτική επαφή με τους λιμενεργάτες που βρίσκονταν μέσα στο αμπάρι του πλοίου, δεν αποτελεί δική του διαπίστωση αλλά αυτό το οποίο του ανάφερε ο ενάγοντας. Συνεπώς, πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να αναφέρω ότι η συγκεκριμένη μαρτυρία του ενάγοντα θα σχολιαστεί εκτενώς κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας. Στρέφομαι, τώρα, στη μαρτυρία του ενάγοντα (Μ.Ε.2). Η γενική εντύπωση που άφησε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν ενός ειλικρινή και αξιόπιστου μάρτυρα. Περιέγραψε τα γεγονότα, όπως τα βίωσε με ευθύτητα και λιτότητα. Απάντησε στα όσα του ζητήθηκαν, χωρίς υπεκφυγές. Η μαρτυρία του σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος παρέμεινε ακλόνητη. Αποδέχομαι, χωρίς κανένα δισταγμό, ότι το ατύχημα επεσυνέβη κάτω από τις συνθήκες που με καθαρότητα και σαφήνεια περιέγραψε. Ειδικότερον, αποδέχομαι ότι πριν ακόμα προλάβει να απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση ξεκίνησε η ανύψωση του φορτίου. Κατ΄αυτή τη φάση, μία εκ των προσδεθεισών επί των γάντζων δεσμίδα σιδήρου, που ήταν λεπτότερη από τις άλλες, «πετάχτηκε» από μέσα και τον κτύπησε με την άκριά της στο δεξί του γόνατο. Φυσικά, θα πρέπει να επισημάνω ότι η μαρτυρία του, σε σχέση με τη δυνατότητα του χειριστή του γερανού (εναγόμενου 3) να έχει οπτική επαφή με το αμπάρι του πλοίου και τους λιμενεργάτες, δεν είχε την απαιτούμενη ακρίβεια και σαφήνεια. Η θέση την οποία προέβαλε κατά την κύρια εξέτασή του ήταν ότι την ώρα που ο εναγόμενος 3 κατέβασε τα συρματόσχοινα μέσα στο αμπάρι, τον έβλεπε. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του αν τον έβλεπε και ο εναγόμενος 3, απάντησε θετικά. Αξίζει να αναφερθεί ότι ήταν η θέση επί της οποίας εστιάστηκαν τα σφοδρότερα πυρά της υπεράσπισης. Η συγκεκριμένη θέση του, όμως, κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόμενων 2 και
- Θεωρώ ορθότερο όπως μεταφέρω αυτούσια, αμέσως πιο κάτω, τα σχετικά αποσπάσματα της αντεξέτασής του: «Ε. Άρα συμφωνείς μαζί μου ότι στο σημείο που ήσουν ο βιντζέρης, ο γερανοδηγός δεν σε έβλεπε; Α. Την ώρα που κατέβηκαν τα σύρματα και τα χωρίζαμε εγώ είδα τον βιντζέρη. Ε. Και είπετε ότι όταν κατέβαζε τα συρματόσχοινα εσύ είδες τον; A. Βεβαίως τον είδα. E. Μετά που κατέβασε τα συρματόσχοινα εσύ μετακινήθηκες; A. Αφού τα χωρίζουμε τα συρματόσχοινα και πάμε να κοτσάρουμε. E. Μετακινήθηκες από το σημείο που κατέβασε τα συρματόσχοινα; A. Βέβαια. E. Συμφωνούμε. A. Θα μείνω εκεί να κρατώ τα συρματόσχοινα, αφού πρέπει να κοτσάρω. E. Σου υποβάλλω ότι την ώρα του ατυχήματος ο γερανοδηγός, ο βιντζέρης δεν είχε οπτική επαφή μαζί σου, δεν σε έβλεπε. A. Εγώ πώς τον έβλεπα; E. Αφού κύριε κατέβηκαν τα συρματόσχοινα, εσύ μετακινήθηκες σωστά; A. Πού μετακινήθηκε; E. Έπιασες τα και άνοιξες στις άκριες; A. Να πάω να κοτσάρω ναι. E. Από το σημείο που είχες οπτική επαφή με τον βιντζέρη, όπως ισχυρίζεσαι, έφυγες που εκείνο το σημείο επήες κάπου αλλού σωστά; A. Ναι αλλά στην ευθεία που έβλεπε ο βιντζέρης. E. Εγώ σου υποβάλλω ότι δεν είχε ο βιντζέρης οποιαδήποτε οπτική επαφή μαζί σου. A. Εγώ δεν το δέχομαι. ---- Α. Εγώ στην κατάθεση μου είπα ότι την ώρα που κοτσάραμε εγώ επροσπαθούν να φύγω μέσα στα σίδερα μέσα στα τέλια, δεν μπορώ να βλέπω ή πάνω ή πλευρό. Βλέπω μπροστά μου πού να πατήσω διότι δεν είναι premix να περάσεις, είναι μέσα στα σίδερα μέσα στα τέλια που επερπάτας. E. Συμφωνούμε, άρα από τη στιγμή που δεν έβλεπε ούτε πάνω ούτε στο πλάι, όπως είπες δεν μπορείς να ξέρεις εάν ο βιντζέρης είχε οπτική επαφή μαζί σου, σωστά; A. Όχι διότι την ώρα που κατέβασε τα σύρματα κάτω τα συρματόσχοινα βλέπαμε τον βιντζέρη, μετά εάν δεν μας έβλεπε εκείνος δεν ξέρουμε. E. Μετά που τα κατέβασε έπιασες τα; A. Και με τους συντρόφους μου. E. Μάλιστα επίσης αφού ήσουν σκυφτός όπως είπες δεν ξέρεις εάν ο Δημήτρης ο κουμάντος έδωκε σήμα στον βιντζέρη, σωστά; A. Σωστά δεν ξέρω βέβαια. E. Εμένα η θέση μου είναι ότι ο βιντζέρης δεν είχε καμιά οπτική επαφή μαζί σου στο σημείο τη δεδομένη στιγμή του ατυχήματος. A. Δεν ξέρω τι είπε ο βιντζέρης εγώ την ώρα που ήρτε μέσα είπαμε έβλεπα τον βιντζέρη εάν έβλεπε ο βιντζέρης αλλού, δεν ξέρω. E. Μετά επίσης κύριε είναι η θέση μου ότι ο βιντζέρης στον βιντζέρη μάλλον σήμα δόθηκε από τον κουμάντο τον κύριο Δημήτρη Παναγιώτου για να πιάει τα λάσκα να τεντώσουν τα συρματόσχοινα, συμφωνείς ή διαφωνείς ή δεν γνωρίζεις; A. Δεν ξέρω εγώ επήα τζιαμέ επιάσαμε τα συρματόσχοινα, κοτσάραμε και απομακρυνόμουν δεν έβλεπα με τον κουμάντο με τον βιντζέρη απομακρυνόμουν εγώ και εβίραρε ο βιντζέρης έκαμε την ανύψωση και ένα μάτσο πετάχτηκε και μου χτύπησε, τι άλλο να πω.» Όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας του για την κατάσταση της υγείας του και τα κατάλοιπα από τον τραυματισμό του θεωρώ ορθό όπως σχολιαστεί κατά την αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας. Η Μ.Ε.4 κρίνεται ως αντικειμενική, αμερόληπτη και χωρίς προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η μαρτυρία της ήταν επικεντρωμένη στη διαδικασία που ακολουθείται από το Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας Λεμεσού για την παραχώρηση λιμενεργατών σε ενδιαφερόμενους εργοδότες, μαρτυρία η οποία παρέμεινε αδιαμφισβήτητη στην ολότητά της. Αυτό το οποίο συνάγεται αβίαστα από τη μαρτυρία της καθώς και από τα έγγραφα που κατέθεσε (Τεκμήρια 12 και 13) είναι ότι ο ενάγοντας κατά την 29/6/2006 παραχωρήθηκε στην εναγόμενη 1, για να εργαστεί επί του πλοίου "NADESTA", κατόπιν αιτήσεως την οποία υπέβαλε η εναγόμενη 1 για παραχώρηση προσωπικού. Αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η μαρτυρία των υπαλλήλων του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Μ.Ε.5) και του Τμήματος Φορολογίας Λεμεσού (Μ.Ε.7), όπως και του υπαλλήλου του Ταμείου Προνοίας Λιμενεργατών (Μ.Ε.6). Φυσικά, θα πρέπει να αναφέρω ότι η βαρύτητα που θα δοθεί στο περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσαν θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο. Θετική εντύπωση έχει αφήσει στο Δικαστήριο και ο εναγόμενος
- Αποδέχομαι, χωρίς κανένα δισταγμό, τη βασική του θέση ότι το σημείο στο οποίο είχε εγκατασταθεί ο γερανός στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν τέτοιο που δεν του επέτρεπε να έχει οπτική επαφή μέσα στο αμπάρι του πλοίου, εκεί που εργάζονταν λιμενεργάτες. Η θέση αυτή υποστηρίζεται πλήρως από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρόσωπο που εκτελούσε καθήκοντα «κουμάντου» βρισκόταν σε σημείο ψηλότερο από εκεί που εργάζονταν οι λιμενεργάτες, ώστε να έχει οπτική επαφή μαζί του για να του δίνει τα κατάλληλα σήματα, βάσει των οποίων κατεύθυνε ανάλογα το γερανό του. Όπως, επίσης, επεξήγησε με απόλυτη πειστικότητα, στις περιπτώσεις που τυγχάνει να έχει οπτική επαφή με το αμπάρι του πλοίου και τους λιμενεργάτες, το πρόσωπο που εκτελεί καθήκοντα «κουμάντου» δεν χρειάζεται να βρίσκεται ψηλότερα αλλά είναι κοντά στους λιμενεργάτες και του δίνει σήματα από το σημείο εκείνο. Αξίζει να επισημανθεί ότι η συγκεκριμένη επεξήγηση ουδόλως αμφισβητήθηκε από πλευράς του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα. Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του με τη μαρτυρία του ενάγοντα, έχω να αναφέρω ότι, αν ευσταθούσε η θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε οπτική επαφή με το αμπάρι και τους λιμενεργάτες που εργάζονταν μέσα σ΄ αυτό, λογικά δεν υπήρχε λόγος το πρόσωπο που εκτελούσε καθήκοντα «κουμάντου» να στεκόταν σε ψηλότερο σημείο αλλά θα βρισκόταν στο ίδιο σημείο με τους υπόλοιπους λιμενεργάτες. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η θέση του εναγόμενου 3 ότι κατευθύνετο αποκλειστικά από τα σήματα και τις οδηγίες που του έδινε ο «κουμάντος», βρίσκεται σε συμφωνία με την κατάθεση που έδωσε στην Αρχή Λιμένων ο Δημήτρης Παναγιώτου ο οποίος, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, ήταν το πρόσωπο που εκτελούσε καθήκοντα «κουμάντου» στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κατάθεσή του παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον Μ.Υ.1 (Τεκμήριο 23). Αναμφίβολα, το περιεχόμενό της συνιστά εξ ακοής μαρτυρία. Στην πρόσφατη υπόθεση Πανίκκος Κοκκινής ν. Συμεών Κοκκινής, ECLI:CY:AD:2017:A179, Πολ. Έφεση αρ. 247/2011 ημερομηνίας 17/5/2017, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέσει με τον τρόπο χειρισμού από το Δικαστήριο εξ ακοής μαρτυρίας: «Η τροποποίηση που επιτεύχθηκε στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, με το Νόμο αρ. 32(Ι)/2004, είχε στόχο να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων απόδειξης, (Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas) Co Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. και Τριφταρίδης ν. Liu, Έφεση αρ. 13/2015, ημερ. 5.10.2016). Η κατάθεση μαρτυρίας, ακόμη και εξ ακοής, είναι επιτρεπτή εφόσον συντρέχουν οι λόγοι που εξειδικεύονται στο Νόμο, και δεν πρέπει το αποδεκτό της μαρτυρίας να συγχέεται με τη βαρύτητα που θα αποδοθεί στο τέλος της ημέρας από το Δικαστήριο σε τέτοια μαρτυρία, λεκτική ή έγγραφη, (Χατζηγαβριήλ ν. Ellinas Finance Public Company Ltd,
(2013)1 Α.Α.Δ. 668). Τα άρθρα 24 και 26 του Κεφ. 9, δίνουν πλέον το στίγμα του τρόπου με τον οποίο ένα Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί και εξ ακοής μαρτυρία διαφυλάσσοντας τα δικαιώματα των διαδίκων. Το άρθρο 27 αφορά τη βαρύτητα της εξ ακοής μαρτυρίας και την αξιολόγηση της, ενώ και το άρθρο 26
(1)περιέχει με την επιφύλαξη του πρόνοια για το χειρισμό στον οποίο θα προβεί το Δικαστήριο όταν ζητηθεί από αντίδικο να κλητευθεί ως μάρτυρας πρόσωπο, η μαρτυρία του οποίου έχει προσφερθεί μέσω του έτερου διαδίκου, ώστε να μην γίνει δεκτή η κλήτευση αν αυτή δεν είναι εύλογη και εφικτή ή δεν είναι αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, (δέστε και την πρόσφατη απόφαση στη ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν. Γεώργιου Δράκου, Ποινική Έφεση αρ. 129/2015, ημερ. 5.4.2017).» Ενόψει του ότι ο Δημήτρης Παναγιώτου, που υπογράφει τη ρηθείσα κατάθεση, για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι, δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταθέσει ενόρκως και να υποβληθεί σε αντεξέταση, θεωρώ ορθότερο όπως μη προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της κατάθεσής του - Τεκμήριο
- Πέραν των πιο πάνω, αξίζει ακόμα να επισημανθεί ότι ο ισχυρισμός του εναγόμενου 3, ότι ξεκίνησε την ανύψωση του φορτίου κατόπιν του σήματος το οποίο του έδωσε ο «κουμάντος», κατ΄ ουσίαν, παρέμεινε αναντίλεκτη. Υπενθυμίζω ότι ο ενάγοντας στη μαρτυρία του ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν ο «κουμάντος» έδωσε σήμα στον «βιντζιέρη» (εναγόμενο 3) να προχωρήσει στην ανύψωση του φορτίου. Φυσικά, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, πριν προχωρήσει στην ανύψωση του φορτίου προέβηκε, ως πρώτη φάση, στο τέντωμα των συρματόσχοινων, στο «φερμάρισμα» κατά τη γλώσσα των λιμενεργατών, για να διαφανεί αν οι δεσμίδες σιδήρου ήταν καλά προσδεδεμένες επί των γάντζων. Από την πλευρά του ο ενάγοντας δεν έκαμε αναφορά, στη μαρτυρία του, ότι προηγήθηκε το τέντωμα των συρματόσχοινων πριν ξεκινήσει η ανύψωση του φορτίου. Δεν θεωρώ, όμως, ότι υπάρχει οποιαδήποτε αντίφαση στη μεταξύ τους μαρτυρία. Αυτό το οποίο διαφάνηκε, μέσα από τη μαρτυρία του ενάγοντα, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός, είναι ότι η δεσμίδα σιδήρου που τον κτύπησε «ξεπετάχτηκε», στη φάση της ανύψωσης του φορτίου, πριν προλάβει να απομακρυνθεί. Αξιολογώντας, περαιτέρω, τη μαρτυρία του εναγόμενου 3 θα πρέπει να αναφέρω ότι, ενώ ο ίδιος επέμεινε ότι είχε δώσει τη γραπτή κατάθεσή του κατά την ίδια ή το αργότερο την επόμενη μέρα του ατυχήματος, εντούτοις η κατάθεσή του η οποία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου - Τεκμήριο 22 - φέρει ημερομηνία 19/3/
- Ας σημειωθεί δε ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει στο Δικαστήριο κάποια λογική εξήγηση ως προς το λόγο που η παρουσιασθείσα κατάθεσή του φέρει ημερομηνία πολύ μεταγενέστερη της ημερομηνίας του ατυχήματος. Όμως, θα πρέπει να επισημάνω ότι, ανεξάρτητα από την ημερομηνία που φέρει η κατάθεσή του, η βασική θέση που εμπεριέχεται σ΄ αυτή, ότι δεν είχε οπτική επαφή με το αμπάρι και τους λιμενεργάτες που βρίσκονταν σ΄ αυτό και ότι κατεύθυνε το γερανό του με βάση τα σήματα που του έδινε ο «κουμάντος», έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για το λόγο που επεξηγήθηκε λεπτομερώς πιο πάνω. Ως αντικειμενικός και ανεξάρτητος κρίνεται και ο Μ.Υ.
- Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η μαρτυρία του, πέραν του ότι παρέμεινε σχεδόν αδιαμφισβήτητη, ήταν τυπικής, κατά το πλείστον, φύσεως και επικεντρώθηκε στη διαδικασία που ακολουθείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο από την Αρχή Λιμένων για την παραχώρηση γερανών για εργασία στο λιμάνι Λεμεσού. Γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητά της. Τα ευρήματα στα οποία καταλήγω με βάση την ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία είναι τα ακόλουθα: Την 29/6/2006 ο ενάγοντας είχε παραχωρηθεί από το Γραφείο Εργασίας Λεμεσού στην εναγόμενη 1, μαζί με έξι ακόμα λιμενεργάτες και ένα επιστάτη, για να εργαστούν επί του πλοίου «NADESTA» το οποίο πρακτόρευε η εναγόμενη 1 και ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι Λεμεσού. Η εργασία την οποία θα εκτελούσαν ήταν η εκφόρτωση δεσμίδων οικοδομικού σιδήρου από αμπάρι του ως άνω πλοίου. Τη συγκεκριμένη μέρα, η διαδικασία της εκφόρτωσης ξεκίνησε η ώρα 07:
- Η εκφόρτωση γινόταν με τη βοήθεια γερανού μάρκας DEMAG ο οποίος είχε παραχωρηθεί στην εναγόμενη 1 από την εναγόμενη 2, κατόπιν γραπτού αιτήματος που υπέβαλε η εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 21). Μαζί με το γερανό, η Αρχή Λιμένων, παραχώρησε στην εναγόμενη 1 και τους χειριστές του, ένας εκ των οποίων ήταν ο εναγόμενος
- Πάνω στον γάντζο του γερανού εφαρμόστηκαν, από την προηγούμενη μέρα, τα κατάλληλα προσαρτήματα, όπως αυτά απεικονίζονται στο σχήμα 1 του σχεδιαγράμματος το οποίο αποτελεί μέρος της έκθεσης του Μ.Ε.1 - Τεκμήριο
- Τα ως άνω προσαρτήματα δεν ήταν ιδιοκτησία της εναγόμενης 2, ούτε είχε σχέση με την παραχώρησή τους. Αποδέχομαι ότι η διαδικασία της εκφόρτωσης με τον γερανό γινόταν κατά τον τρόπο που περιέγραψε λεπτομερώς στη μαρτυρία του ο Μ.Ε.
- Οι έξι λιμενεργάτες, περιλαμβανομένου του ενάγοντα, κατέβηκαν στο αμπάρι του πλοίου όπου βρίσκονταν οι δεσμίδες οικοδομικού σιδήρου ενώ ο έβδομος εξ αυτών, ο οποίος ορίστηκε όπως εκτελεί καθήκοντα «κουμάντου», είχε πάρει θέση σε ψηλότερο σημείο ώστε να έχει οπτική επαφή με τον χειριστή του γερανού και να τον κατευθύνει δίνοντάς του τα κατάλληλα σήματα. Τα καθήκοντα των έξι λιμενεργατών ήταν να προσδένουν («κοτσάρουν») τις δεσμίδες σιδήρου επί των μικρών γάντζων του προσαρτήματος του γερανού. Μετά την πρόσδεση των δεσμίδων, πριν ξεκινήσει η ανύψωση του φορτίου για να μεταφερθεί από το αμπάρι του πλοίου στο μόλο του λιμανιού, οι λιμενεργάτες θα έπρεπε να απομακρύνονται σε ασφαλή απόσταση από το προσδεδεμένο φορτίο. Περί ώρα 11:30 π.μ., χειριστής του γερανού ήταν ο εναγόμενος
- Αφού ο εναγόμενος 3 κατέβασε τα προσαρτήματα του γερανού μέσα στο αμπάρι, οι έξι λιμενεργάτες ξεδιάλυναν πρώτα τα συρματόσχοινα του προσαρτήματος και στη συνέχεια, χωρισμένοι σε δύο ομάδες, κατευθύνθηκαν, η κάθε ομάδα, σε μία εκ των δύο άκριων του προσαρτήματος για να προσδέσουν τις δεσμίδες σιδήρου επί των γάντζων. Η κάθε ομάδα πρόσδενε τη θηλιά που βρισκόταν στην άκρια της κάθε δεσμίδας επί των γάντζων που βρίσκονταν στην πλευρά της. Συνολικά πρόσδεσαν τέσσερις δεσμίδες σιδήρου. Πριν ξεκινήσει η ανύψωση, ο εναγόμενος 3, κατόπιν σήματος του «κουμάντου», τέντωσε τα συρματόσχοινα του προσαρτήματος για να φανεί κατά πόσο αυτά «έπιασαν το βάρος των δεσμίδων». Αφού διαπιστώθηκε ότι είχαν προσδεθεί καλά, ο εναγόμενος 3, πάλι με σήμα που του έδωσε ο «κουμάντος», ξεκίνησε την ανύψωση του φορτίου. Πριν ο ενάγοντας προλάβει να απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση, ενώ είχε ήδη ξεκινήσει η ανύψωση του φορτίου, μία εκ των προσδεθεισών δεσμίδων σιδήρου που ήταν λεπτότερη από τις υπόλοιπες «ξεπετάχτηκε» από μέσα και τον κτύπησε με την άκριά της στο δεξί του γόνατο. Από το κτύπημα ο ενάγοντας έχασε την ισορροπία του και έπεσε κάτω. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια ειδικού κλωβού τον οποίο κατέβασε μέσα στο αμπάρι ο εναγόμενος 3, μεταφέρθηκε στο μόλο του λιμανιού και ακολούθως, με ασθενοφόρο, σε κλινική για περίθαλψη. ΕΥΘΥΝΗ Το πρωτεύον ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης από το Δικαστήριο είναι το ποιος ήταν ο εργοδότης του ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στο δικόγραφο της αναφοράς του ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι εργοδότες του ήταν η εναγόμενη 1 και/ή η εναγόμενη 2 και/ή ο εναγόμενος
- Τους περιγράφει δε ως τα πρόσωπα που είχαν υπό την ευθύνη τους την εκφόρτωση του πλοίου "NADESTA" ή το είχαν υπό τον έλεγχο (control) ή/και την κατοχή τους. Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι ο ενάγοντας, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν ως λιμενεργάτης. Στο άρθρο 2 του Νόμου που ρυθμίζει την απασχόληση λιμενεργατών Κεφ.184 επεξηγείται ότι «εργοδότης», σε σχέση με λιμενεργάτη, σημαίνει το πρόσωπο από το οποίο αυτός εργοδοτείται ή πρόκειται να εργοδοτηθεί ως λιμενεργάτης. Όπως αποκάλυψε η ενώπιόν μου μαρτυρία, η εναγόμενη 1 ήταν το πρόσωπο που πρακτόρευε το ως άνω περιγραφόμενο πλοίο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συμφώνως των ευρημάτων μου, ήταν αυτή που αιτήθηκε από το Γραφείο Εργασίας Λεμεσού την παραχώρηση των επτά λιμενεργατών, στους οποίους περιλαμβάνετο ο ενάγοντας. Ήταν, επίσης, το πρόσωπο το οποίο αιτήθηκε την παραχώρηση, από την εναγόμενη 2, του γερανού ο οποίος χρησιμοποιήθηκε στη διαδικασία της εκφόρτωσης των δεσμίδων σιδήρου του συγκεκριμένου πλοίου. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.1, οι λιμενεργάτες τη συγκεκριμένη στιγμή είναι εργοδοτούμενοι της εταιρείας που πρακτορεύει το πλοίο Όπως, επίσης διευκρίνισε, τον κύριο λόγο της επιλογής της μεθόδου εργασίας έχει η εταιρεία που πρακτορεύει το πλοίο. Τα ενώπιόν μου δεδομένα δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας ότι η εναγόμενη 1, ως η πράκτορας του συγκεκριμένου πλοίου, είχε τον έλεγχο αλλά και την ευθύνη της διοργάνωσης της εκφόρτωσης των δεσμίδων σιδήρου από το αμπάρι του πλοίου. Ως η διοργανωτής δε της διαδικασίας εκφόρτωσης του πλοίου, αναμφίβολα είχε και τον κύριο λόγο στην επιλογή της μεθόδου εργασίας η οποία θα εφαρμόζετο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Θα πρέπει, ακόμα, να προστεθεί το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η εναγόμενη 1 ήταν το πρόσωπο που είχε την υποχρέωση πληρωμής των λιμενεργατών, περιλαμβανομένου του ενάγοντα, για τις υπηρεσίες τις οποίες πρόσφεραν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τα όσα περιγράφονται πιο πάνω με οδηγούν στο μόνο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι εργοδότης του ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η εναγόμενη
- Όσον αφορά την εναγόμενη 2, όπως αποκάλυψε η ενώπιόν μου μαρτυρία, η εμπλοκή που είχε στην όλη υπόθεση ήταν η παραχώρηση του γερανού, κατόπιν αιτήματος της εναγόμενης 1, μαζί με τους χειριστές του, οι οποίοι ήταν εργοδοτούμενοι της εναγόμενης
- Καμιά ανάμειξη είχε στη διοργάνωση της διαδικασίας εκφόρτωσης του οικοδομικού σιδήρου. Ούτε λόγο είχε στην επιλογή της μεθόδου εργασίας, βάσει της οποίας θα εργάζονταν οι λιμενεργάτες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί και η αδιαμφισβήτητη θέση του Μ.Ε.1 ότι η εναγόμενη 2 δεν διοργανώνει τη διαδικασία εκφόρτωσης. Ούτε υποχρέωση πληρωμής των λιμενεργατών είχε για τις υπηρεσίες που θα πρόσφεραν για την εκφόρτωση του φορτίου. Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η εναγόμενη 2 δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η εργοδότης του ενάγοντα. Όμως, ούτε και ο εναγόμενος 3 είχε οποιαδήποτε σχέση με την εργοδότηση του ενάγοντα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο εναγόμενος 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εργοδοτούμενος της εναγόμενης 2, ήταν δε ο ένας εκ των δύο χειριστών του γερανού ο οποίος παραχωρήθηκε στην εναγόμενη
- Σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, ο εναγόμενος 3 στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε οπτική επαφή με το αμπάρι του πλοίου στο σημείο που βρίσκονταν οι λιμενεργάτες γι΄ αυτό κατηύθυνε το γερανό του βασιζόμενος στα σήματα που του έδινε το πρόσωπο το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκτελούσε καθήκοντα «κουμάντου». Όπως δε υπήρξε αδιαμφισβήτητο, το πρόσωπο που εκτελούσε καθήκοντα «κουμάντου» ήταν ο Δημήτρης Παναγιώτου ο οποίος ήταν μεταξύ των επτά λιμενεργατών που παραχωρήθηκαν στην εναγόμενη 1 για εργασία επί του συγκεκριμένου πλοίου. Όπως, επίσης, αποκάλυψε η ενώπιόν μου μαρτυρία, ο εναγόμενος 3 όχι μόνο δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στον τρόπο με τον οποίο διεξάγετο η διαδικασία της εκφόρτωσης, αλλά ούτε καν στη θέση που θα τοποθετείτο ο γερανός είχε οποιαδήποτε ανάμιξη. Επισημαίνω ότι, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη επί του σημείου αυτού μαρτυρία του, τη θέση του γερανού την είχε καθορίσει ο «κάππος», ο επιστάτης δηλαδή ο οποίος εργοδοτείτο από την εναγόμενη
- Αποτελεί εύρημά μου ότι ο εναγόμενος 3, κατά το χειρισμό του γερανού, ενεργούσε κάτω από τις οδηγίες και υποδείξεις των εργοδοτούμενων της εναγόμενης
- Στην υπόθεση Mersey Docks and Harbour Board v. Coggins and Griffiths (Liverpool) Ltd [1946] 2 All E.R. 345 οι εφεσείοντες είχαν ενοικιάσει ένα γερανό στους εφεσίβλητους που ήταν εταιρεία στιβαδόρων για εκφόρτωση πλοίου. Οι εφεσείοντες παραχώρησαν και τον οδηγό του γερανού ο οποίος ήταν κανονικά εργοδοτούμενός τους για να χειρίζεται τον γερανό. Για τη χρονική περίοδο της σύμβασης ενοικιάσεως η εργασία του οδηγού του γερανού εποπτευόταν από τους υπαλλήλους των εφεσιβλήτων. Η εποπτεία δεν επεκτεινόταν στον έλεγχο της διακυβέρνησης του γερανού. Κατά τη διάρκεια της εκφόρτωσης ο οδηγός του γερανού λόγω κακού χειρισμού κατά τη διακυβέρνηση του γερανού τραυμάτισε ένα τρίτο πρόσωπο. Αποφασίστηκε ότι, εφόσον ο έλεγχος των εφεσιβλήτων δεν επεκτεινόταν και στους χειρισμούς του οδηγού κατά τη διακυβέρνηση του γερανού, οι εφεσείοντες παρέμεναν υπεύθυνοι για την αμέλεια του οδηγού. Θεωρώ ορθό να μεταφέρω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα της ως άνω απόφασης: «The stevedores were entitled to tell him where to go, what parcels to lift, and where to take them, i.e., they could direct him as to what they wanted him to do, but they had no authority to tell him how he was to handle the crane in doing his work. In driving the crane, which was the board's property confided to his charge, he was acting as the servant of the board, not as the servant of the stevedores. It was not in consequence of any order of the stevedors that he negligently ran down the plaintiff. It was in consequence of his negligence in driving the crane, that is to say, in performing the work which he was employed by the board to do.» Η υπόθεση Mersey Docks (ανωτέρω) μνημονεύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μεταφορική Εταιρεία Γ. και Μ. Περικλέους Λτδ. ν. Μιχαήλ κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1661 και στην Ιωάννου & Παρασκευαϊδης Λτδ ν. Πανιά κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ.
- Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης είναι εντελώς διαφορετικά από τα γεγονότα της Mersey Docks (ανωτέρω). Πρωτίστως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν τίθεται ζήτημα λανθασμένου ή αμελούς χειρισμού του γερανού από τον εναγόμενο
- Αντίθετα, σύμφωνα με τα ευρήματά μου, το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη συνεπεία λανθασμένου σήματος που δόθηκε στον εναγόμενο 3 από εργοδοτούμενο της εναγόμενης 1, συγκεκριμένα από το πρόσωπο που εκτελούσε καθήκοντα «κουμάντου», με αποτέλεσμα ο εναγόμενος 3 να ξεκινήσει την ανύψωση του φορτίου πριν ο ενάγοντας απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση. Κάτω από τα δεδομένα που αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, η εναγόμενη 2, ως η γενική εργοδότης του εναγόμενου 3, δεν θα μπορούσε να έχει εκ προστήσεως οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος. Είμαι της άποψης ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης, ως προς την απόδοση ευθύνης, προσομοιάζουν περισσότερο με τα γεγονότα της υπόθεσης Μεταφορική Εταιρεία Γ. και Μ. Περικλέους Λτδ (ανωτέρω). Στην υπόθεση εκείνη οι εφεσείοντες, οι οποίοι εκτελούσαν μεταφορές, ανέλαβαν να μεταφέρουν έπιπλα από διαμέρισμα που βρισκόταν στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας. Για το κατέβασμα των επίπλων οι εφεσείοντες εξασφάλισαν γερανό που τους παραχωρήθηκε από τους εφεσίβλητους 2, με οδηγό του γερανού υπάλληλο των εφεσιβλήτων. Στο γερανό προσδέθηκε κλωβός που ανήκε στους εφεσείοντες. Ο κλωβός ανυψωνόταν μέχρι τον τρίτο όροφο και επικάθετο στη βεράντα του διαμερίσματος. Το θύμα εργοδοτείτο από τους εφεσείοντες. Κατά τον ουσιώδη χρόνο στοίβαζε τα έπιπλα στον κλωβό και παρέμενε μέσα σ΄ αυτόν κατά την κατάβαση. Μετά την εκφόρτωση των επίπλων το θύμα παρέμενε μέσα στον κλωβό και ανυψωνόταν μέχρι τη βεράντα για νέα φόρτωση. Κατά τη μοιραία κατάβαση, σε κάποια στιγμή, ο φορτωμένος κλωβός έγειρε προς τα κάτω και το θύμα έπεσε από ύψος 12 περίπου μέτρων και σκοτώθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι εφεσείοντες, ως οι εργοδότες του θύματος, παρέλειψαν να το προμηθεύσουν με ασφαλές σύστημα εργασίας και να εποπτεύουν κατάλληλα τη διεξαγωγή των εργασιών. Η ευθύνη των εφεσειόντων συνίστατο στο ότι ο κλωβός ήταν ακατάλληλος για τη συγκεκριμένη χρήση, εφόσον η μία από τις τέσσερις πλευρές του ήταν εντελώς ανοικτή και συγχρόνως η πρόσδεσή του στο γερανό ήταν ελαττωματική δημιουργώντας κίνδυνο αστάθειας. Η μεταφορά του θύματος στον κλωβό ήταν επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις. Το άρθρο 13 του Περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/1996 προνοεί τα ακόλουθα: «13.-
(1)Κάθε εργoδότης πρέπει vα διασφαλίζει τηv ασφάλεια, υγεία και ευημερία στηv εργασία όλωv τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ: . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
(2)Χωρίς επηρεασμό της γεvικότητας τωv υπoχρεώσεωv τoυ, πoυ αvαφέρovται στo εδάφιo
(1), oι υπoχρεώσεις κάθε εργoδότη επεκτείvovται ώστε vα περιλαμβάvoυv τα ακόλoυθα- (α) τηv παρoχή και διατήρηση εγκαταστάσεωv, συστημάτωv και μεθόδωv εργασίας τα oπoία vα είvαι ασφαλή και χωρίς κιvδύvoυς για τηv υγεία, (β) τις διευθετήσεις πoυ διασφαλίζoυv τηv ασφάλεια και τηv απoυσία κιvδύvωv για τηv υγεία σε σχέση με τηv χρήση, χειρισμό, απoθήκευση και μεταφoρά αvτικειμέvωv και oυσιώv, (γ) τηv παρoχή, τέτoιωv πληρoφoριώv, oδηγιώv, εκπαίδευσης και επιτήρησης για τηv διασφάλιση της ασφάλειας και υγείας τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ, ..............» Στην υπόθεση L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 304 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, σε σχέση με το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του: «.Η υποχρέωση επιμέλειας ενός εργοδότη προς τους εργοδοτουμένους του πηγάζει από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο βασίζεται στις αρχές του κοινού δικαίου. Ο εργοδότης έχει βασική υποχρέωση να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό, να παρέχει ασφαλή εξοπλισμό, ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας (Δέστε: Χριστοφή κ.ά. v. Θεοδούλου κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 512). Η φύση του καθήκοντος επιμέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτούμενους του αναλύεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παράγραφοι 965-971, σελ. 578-
- Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ' ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1953] A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας.» Σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, τα καθήκοντα των λιμενεργατών, περιλαμβανομένου του ενάγοντα, οι οποίοι βρίσκονταν στο αμπάρι του πλοίου, ήταν να προσδένουν άλλως «κοτσάρουν» τις δεσμίδες του σιδήρου στις υποδοχές που επικρέμμονταν επί του προσαρτήματος του γερανού της Αρχής Λιμένων, τα γνωστά γαντζάκια, όπως τα αποκάλεσαν οι μάρτυρες. Όπως δε διαφάνηκε μέσα από την ενώπιόν μου μαρτυρία, «κοτσάρονταν», κάθε φορά τέσσερις δεσμίδες σιδήρου επί των ως άνω υποδοχών, οι οποίες ανυψώνονταν από το γερανό και μεταφέρονταν στο μόλο του λιμανιού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, η ως άνω εφαρμοζόμενη μέθοδος εργασίας δεν ήταν ασφαλής για το λόγο ότι όσο περισσότερες δέσμες ανυψώνονταν ταυτόχρονα, τόσο μεγαλύτερος ήταν ο κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος. Όπως, επίσης υπέδειξε, πριν ξεκινήσει η ανύψωση του φορτίου, ο λιμενεργάτης που εκτελούσε καθήκοντα «κουμάντου» θα έπρεπε να βεβαιωθεί ότι έγινε η πρόσδεση των δεσμίδων σιδήρου επί των υποδοχών και ότι όλοι οι λιμενεργάτες είχαν απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση. Στην υπό εξέταση περίπτωση, αναμφίβολα, δεν είχε ακολουθηθεί η ως άνω ασφαλής μέθοδος εργασίας. Εν πρώτοις, θα πρέπει να επισημανθεί ότι είχε δοθεί σήμα από το πρόσωπο που εκτελούσε καθήκοντα «κουμάντου» να ξεκινήσει η ανύψωση του φορτίου πριν βεβαιωθεί ότι οι λιμενεργάτες είχαν απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση. Θα έπρεπε πρώτα να βεβαιωθεί ότι όλοι οι λιμενεργάτες είχαν απομακρυνθεί, πριν δώσει το ανάλογο σήμα στον εναγόμενο
- Αποτέλεσμα της ως άνω παράβασης του καθήκοντος από το πρόσωπο που εκτελούσε καθήκοντα «κουμάντου», ήταν ο τραυματισμός του ενάγοντα. Όμως, και ο μεγάλος αριθμός, κατά τον Μ.Ε.1, δεσμίδων σιδήρου που είχαν προσδεθεί επί των ειδικών υποδοχών του προσαρτήματος του γερανού δεν είναι άσχετος με τον τραυματισμό του ενάγοντα, παρά το ότι δεν αποτελεί, κατά την άποψή μου, τη βασική γενεσιουργό αιτία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Υπενθυμίζω ότι, συμφώνως των ευρημάτων μου, η μία εκ των δεσμίδων σιδήρου του συγκεκριμένου φορτίου «ξεπετάχτηκε» και κτύπησε τον ενάγοντα. Όπως δε ο Μ.Ε.1 επεξήγησε πολύ παραστατικά ώστε να γίνει αντιληπτή η έννοια του «ξεπετάχτηκε», όταν προσδένονται οι δεσμίδες σιδήρου επικαλύπτουν, εν μέρει, η μια την άλλη. Όταν γίνει η ανύψωση, αυτή που είναι από κάτω, προσπαθεί να απελευθερωθεί κάνοντας μια κίνηση δεξιά-αριστερά. Κατά την άποψή μου, το ατύχημα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν ο αριθμός των δεσμίδων που είχαν προσδεθεί ήταν μικρότερος. Θα πρέπει, επίσης, να επισημάνω ότι, όπως αποκάλυψε η ενώπιόν μου μαρτυρία, η εναγόμενη 1 εργοδοτούσε και επιστάτη, τον «κάππο» δηλαδή, ο οποίος είχε καθήκον να εποπτεύει τους λιμενεργάτες. Δεν φαίνεται, όμως, να υπήρξε οποιαδήποτε επόπτευση από μέρους του της εργασίας που εκτελούσαν οι λιμενεργάτες αλλά ούτε και παρέμβασή του ώστε να μειωθεί ο αριθμός των δεσμίδων που είχαν προσδεθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αναμφίβολα, όλες οι ως άνω περιγραφόμενες πράξεις και παραλείψεις συνιστούν αμέλεια εκ μέρους των ως άνω προσώπων. Έχοντας κατά νου όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι η εναγόμενη 1 είναι εκ προστήσεως υπεύθυνη για την ως άνω αμελή συμπεριφορά των εργοδοτούμενών της. Ενόψει της κατάληξής μου, ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, η διαδικασία της ειδοποίησης μεταξύ συνεναγομένων θα πρέπει να απορριφθεί. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο ενάγοντας είναι ένοχος συντρέχουσας αμέλειας: Στην υπόθεση Σφυρή ν. Πολυκάρπου
(2005)1 Α.Α.Δ. 941, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη συντρέχουσα αμέλεια. «Αν και η συντρέχουσα αμέλεια δεν βασίζεται πάνω σε υποχρέωση επιμέλειας, βασίζεται πάνω στην πρόβλεψη. Όπως η αμέλεια απαιτεί την πρόβλεψη πρόκλησης ζημιάς σε άλλους, έτσι και η συντρέχουσα αμέλεια απαιτεί την πρόβλεψη πρόκλησης ζημιάς στον εαυτό του. Ένα πρόσωπο είναι ένοχο συντρέχουσας αμέλειας αν μπορούσε λογικά να προβλέψει ότι, αν δεν ενεργούσε ως ένας λογικός και συνετός άνθρωπος, θα μπορούσε να προκαλέσει τραύματα στον εαυτό του. Και μέσα στις εκτιμήσεις του θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πιθανότητα ότι άλλα πρόσωπα μπορεί να είναι απρόσεκτα». Στην πρόσφατη υπόθεση Andreas v. Vrondis & Sons (Constructions) Ltd v. Σοφοκλή Παπαλεοντίου, ECLI:CY:AD:2017:A177, Πολ.Εφεση αρ. 189/2011, ημερ. 15/5/2017, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη συντρέχουσα αμέλεια: "Η συντρέχουσα αμέλεια που έχει ως αποτέλεσμα τον επιμερισμό της ευθύνης αποτελεί ζήτημα πραγματικό και αποφασίζεται στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των δεδομένων της κάθε υπόθεσης. Η εναπόθεση συντρέχουσας αμέλειας αποτιμάται στο σύνολο των γεγονότων, ως θέμα νομικής και λογικής συνέπειας. Έχει σημασία η γενεσιουργός αιτία ενός ατυχήματος, η αιτιώδης συνάφεια της επιδεικνυόμενης αμέλειας και του συμβάντος και ο βαθμός φροντίδας και προσοχής που θα πρέπει να επιδειχθεί και από το άλλο εμπλεκόμενο μέρος. (Παναγή ν. Παναγιώτου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1267 και Σαμαρά ν. Πιπονίδου
(2013)1 Α.Α.Δ. 629). Το Εφετείο δύναται να επέμβει στον καταμερισμό ευθύνης όπου διαφαίνεται ότι ο καταμερισμός ήταν εμφανώς λανθασμένος. Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων έναντι των εναγομένων, αλλά στο καθήκον περί αυτοπροστασίας, με βάρος απόδειξης που φέρει ο εναγόμενος, (Charlesworth & Perry on Negligence 7η έκδ. σελ. 146-147, παρ. 3-11 και Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v. Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28)." Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν θα μπορούσε να αποδοθεί οποιοδήποτε ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας στον ενάγοντα. Εν πρώτοις, θα πρέπει να επισημάνω ότι, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του, δεν ήταν προβλεπτό ότι η λεπτότερη δέσμη σιδήρου, η οποία είχε προσδεθεί μαζί με τις άλλες, μπορούσε να «ξεπεταχτεί» και να τον χτυπήσει. Θα πρέπει δε να υποδείξω ότι, όπως ο ενάγοντας επεξήγησε στη μαρτυρία του, δεν μπορούσαν να αφήσουν πίσω κάποια δεσμίδα που να μην την προσδέσουν. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «πιάνεις ολόκληρο το αμπάρι και πιάνεις γραμμή τα μάτσα και πάεις σειρά». Επιπρόσθετα, δεν έχει διαφανεί ότι παρέλειψε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για αυτοπροστασία του, κάτι το οποίο θα συνιστούσε αμέλεια εκ μέρους του. Ούτε η υπεράσπιση εισηγήθηκε κάποιο μέτρο αυτοπροστασίας το οποίο παρέλειψε να πάρει ο ενάγοντας. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι, όπως αποκάλυψε η ενώπιόν μου μαρτυρία, οι λιμενεργάτες, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργάζονταν με βάση το ενθαρρυντικό σύστημα, συγκεκριμένα, όσο περισσότερες δεσμίδες σιδήρου εκφορτώνονταν, τόσο περισσότερο θα ήταν το χρηματικό κέρδος των λιμενεργατών. Δεν θεωρώ, όμως, ότι η από μέρους του ενάγοντα αποδοχή του ως άνω συστήματος εργασίας θα μπορούσε να τον καταστήσει ένοχο συντρέχουσας αμέλειας. Όπως είναι νομολογημένο, η αποδοχή του κινδύνου πρέπει να αποδεικνύεται πως ήταν το προϊόν της ελεύθερης θέλησης του εργοδοτούμενου. Αυτό εξυπακούει δυνατότητα εκλογής. Τέτοια δυνατότητα δεν θεωρείται ότι υπάρχει στις περιπτώσεις εργοδοτουμένων που απλώς ανταποκρίνονται στην υποχρέωσή τους για εκτέλεση της εργασίας τους, χωρίς οτιδήποτε άλλο (Fysco v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1025 και Ευαγγέλου ν. Ναυτιλιακής Εταιρείας Αμαθούς Λτδ κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 187, 191). Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Όπως έχει ήδη αναφερθεί, για την πλευρά του ενάγοντα κατέθεσε ο ειδικός χειρούργος τραυματιολόγος Ανδρέας Παναγιώτου (Μ.Ε.3) ενώ για την πλευρά των εναγόμενων 2 και 3 κατέθεσε ο ειδικός ορθοπεδικός χειρουργός Ηλίας Γεωργίου (Μ.Υ.3), η μαρτυρία του οποίου υιοθετήθηκε και από την εναγόμενη 1. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, η ιατρική μαρτυρία θεωρείται μαρτυρία εμπειρογνώμονα γι' αυτό και η εξέτασή της διέπεται από τις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες τα Δικαστήρια εξετάζουν τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων (Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 298). Στην υπόθεση Novichkova v. Βλαβή
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, σε σχέση με την αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας. «Επί διϊστάμενης ιατρικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο οφείλει, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, να κρίνει την μαρτυρία αυτή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων μη δίνοντας προβάδισμα σε οποιαδήποτε ιατρικώς εκφρασθείσα γνώμη από εκάτερο των διαδίκων. Η κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα που παρουσιάζονται ενώπιον του, σχηματίζοντας ιδίαν άποψη επί του θέματος, αιτιολογώντας επαρκώς την κατάληξη του, ως προς την προτίμηση του με αναφορά σ' αυτά τα δεδομένα.» Εν πρώτοις, θα πρέπει να αναφερθεί ότι τόσο η ειδικότητα όσο και η εμπειρογνωμοσύνη των ως άνω μαρτύρων υπήρξαν αδιαμφισβήτητες. Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι ο ενάγοντας, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, τραυματίστηκε στο δεξί γόνατο. Αμέσως μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στην κλινική "LEMESOS MEDICAL CENTER" όπου αρχικά υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο και σε μαγνητική τομογραφία (MRI). Ο ακτινολογικός έλεγχος στον οποίο υπεβλήθη δεν έδειξε οποιοδήποτε κάταγμα. Στη συνέχεια υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση από τον Μ.Ε.
- Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, λανθασμένα, κατά την άποψή μου, στην ιατρική βεβαίωση του Μ.Ε.3 (τεκμήριο 9) αναφέρεται ότι ο ενάγοντας υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία. Όπως αποκάλυψε η ενώπιόν μου μαρτυρία, ήταν σε μαγνητική τομογραφία που υπεβλήθη, όπως άλλωστε επιμαρτυρείται και από τη σχετική έκθεση αποτελεσμάτων η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (τεκμήριο 11). Στην ιατρική βεβαίωση του Μ.Ε.3 - τεκμήριο 9 - περιγράφεται λεπτομερώς η χειρουργική θεραπεία στην οποία υπέβαλε τον ενάγοντα. Η θεραπεία αυτή ήταν η ακόλουθη:
- Αρθροσκόπηση δεξιού γόνατος
- Αρθροσκοπική συνδεσμοπλαστική του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου με τετραπλό ημιτεντονώδη τένοντα
- Ανοιχτή συρραφή της έσω οπίσθιας γωνιάς του γόνατος με συρραφή του έσω πλαγίου συνδέσμου
- Αρθροσκοπική μερική μηνισκεκτομή του έσω και έξω μηνίσκου Στη βεβαίωσή του ο Μ.Ε.3 καταγράφει, επίσης, το τι έδειξε η μαγνητική τομογραφία - τεκμήριο 11 - στην οποία υπεβλήθη ο ενάγοντας. Αυτά τα οποία αναφέρονται ότι έδειξε η μαγνητική τομογραφία είναι τα ακόλουθα:
- Υπερεξάρθρημα δεξιού γόνατος με ρήξη της έσω οπίσθιας γωνιάς του γόνατος
- Ολική ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου και μερική ρήξη του οπίσθιου χιαστού συνδέσμου δεξιού γόνατος
- Ρήξη έσω και έξω μηνίσκου δεξιού γόνατος Η υπεράσπιση, στα πλαίσια της αντεξέτασης του Μ.Ε.3, δεν αμφισβήτησε ούτε ότι τα όσα κατέδειξε η μαγνητική τομογραφία είναι αυτά τα οποία καταγράφονται στην ιατρική βεβαίωση - τεκμήριο 9 - ούτε και τα ευρήματα του Μ.Ε.
- Δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, ούτε η ορθότητα της χειρουργικής θεραπείας στην οποία υπεβλήθη ο ενάγοντας από τον Μ.Ε.
- Από πλευράς του ο Μ.Υ.3, αρχικά, δεν αμφισβήτησε ούτε αυτός τα ευρήματα του Μ.Ε.3 καθώς και την ορθότητα της χειρουργικής θεραπείας την οποία ακολούθησε ο Μ.Ε.
- Ενόσω, όμως, βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα του υπεδείχθη η έκθεση μαγνητικής τομογραφίας - τεκμήριο 11 - στην οποία υπεβλήθη ο ενάγοντας πριν τη χειρουργική επέμβαση. Κατά το μάρτυρα, ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε το τεκμήριο
- Όπως ισχυρίστηκε, παρά το ότι την είχε ζητήσει επανειλημμένα από τον ενάγοντα, κατά το χρόνο που τον υπέβαλε στη δική του εξέταση, εντούτοις δεν του παρουσιάστηκε για το λόγο ότι, όπως του αναφέρθηκε από τον ενάγοντα, δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθεί. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ισχυρισμός του Μ.Υ.3 ότι ζήτησε από τον ενάγοντα να του παρουσιάσει την έκθεση μαγνητικής τομογραφίας, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα. Όπως ο Μ.Υ.3 ανέφερε στη μαρτυρία του, το περιεχόμενο του τεκμηρίου 11 ανατρέπει αρκετά από τα ευρήματα τόσο του Μ.Ε.3 όσο και τα δικά του. Ειδικότερον, ανατρέπει (α) το εύρημα για ρήξη του έξω μηνίσκου (β) το εύρημα για μερική ρήξη του οπίσθιου χιαστού (γ) το εύρημα για πλήρη ρήξη το πρόσθιου χιαστού και (δ) το εύρημα για ρήξη του έσω πλάγιου συνδέσμου της έσω οπίσθιας γωνίας. Όπως αποκάλυψε η ενώπιόν μου μαρτυρία, ένα από τα έγγραφα τα οποία αποκαλύφθηκαν από τον ενάγοντα στα πλαίσια της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων ήταν και η ρηθείσα έκθεση μαγνητικής τομογραφίας. Όπως επιμαρτυρεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων του ενάγοντα ημερομηνίας 13/2/2012, όχι μόνο αποκαλύπτεται ενόρκως η ρηθείσα έκθεση αλλά επισυνάπτεται και αντίγραφό της μαζί με τα υπόλοιπα αντίγραφα των αποκαλυφθέντων εγγράφων. Καθίσταται, λοιπόν, φανερό ότι αυτή είχε περιέλθει σε γνώση των δικηγόρων υπεράσπισης από πολύ νωρίς. Χωρίς να αμφισβητώ τη θέση του Μ.Υ.3, ότι δεν του είχε παρουσιαστεί από τον ενάγοντα, από τον οποίο την είχε ζητήσει, εντούτοις θεωρώ ότι, λογικά, θα μπορούσε να απευθυνθεί έγκαιρα στους δικηγόρους υπεράσπισης, με οδηγίες των οποίων είχε υποβάλει σε εξέταση τον ενάγοντα, ώστε να μεριμνήσουν να τον εφοδιάσουν με αντίγραφό της. Ακόμα δε και στην περίπτωση που δεν είχε αποκαλυφθεί ενόρκως, θα μπορούσε να διευθετηθεί μεταξύ των δικηγόρων ενάγοντα και εναγομένων η λήψη αντιγράφου της. Θα μπορούσε δε να καθυστερήσει τη σύνταξη της δικής τους ιατρικής έκθεσης μέχρι να την εξασφαλίσει και να μελετήσει το περιεχόμενό της ή ακόμα θα μπορούσε να ετοιμάσει συμπληρωματική ιατρική έκθεση η οποία θα έπρεπε να παραδοθεί έγκαιρα στην πλευρά του ενάγοντα. Όμως, τίποτε από τα πιο πάνω δεν έπραξε, με αποτέλεσμα και η γραμμή που ακολούθησε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.3 να τροχιοδρομηθεί με βάση την υπάρχουσα έκθεσή του - τεκμήριο
- Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.3, δεν αμφισβήτησε ούτε τα ευρήματά του, ούτε την ορθότητα της χειρουργικής θεραπείας που ακολουθήθηκε. Συνεπώς, θα αντέβαινε στις νομολογιακές αρχές η αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Υ.3, η οποία δεν είχε τεθεί έγκαιρα στον Μ.Ε.3 από την υπεράσπιση για να τη σχολιάσει κατάλληλα και να μπορέσει να πάρει θέση (Adidas v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Ενόψει του ότι η μαρτυρία αυτή παρέμεινε μονόπλευρη δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Συνεπώς, αποδέχομαι τα ως άνω περιγραφόμενα ευρήματα του Μ.Ε.3 τα οποία γίνονται και ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αδιαμφισβήτητο παραμένει, επίσης, το ότι ο ενάγοντας παρέμεινε κλινήρης υπό φαρμακευτική αγωγή και εξήλθε της κλινικής την 1/7/
- Συνεστήθη η βάδιση με βακτηρίες, η οποία διήρκεσε για τέσσερις μήνες. Συνεστήθη, επίσης, πρόγραμμα φυσιοθεραπείας το οποίο ο ενάγοντας ακολούθησε για οκτώ μήνες. Ό,τι αμφισβήτησε η υπεράσπιση από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 ήταν η μετεγχειρητική κατάσταση της υγείας του ενάγοντα και τα κατάλοιπα από τον τραυματισμό του. Αμφισβητήθηκε, επίσης, και η σοβαρότητα του τραυματισμού του. Αυτό το οποίο έχω να αναφέρω, αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, είναι ότι έδωσε μια πλήρη εικόνα της μετεγχειρητικής εξέλιξης του τραυματισμού του ενάγοντα, μέχρι την τελευταία εξέταση στην οποία τον υπέβαλε, χωρίς υπερβολή αλλά και χωρίς να υποτιμήσει τα κατάλοιπα του τραυματισμού του. Επισημαίνω την παραδοχή του ότι υπήρξε αποκατάσταση του τραύματος σε ικανοποιητικό βαθμό, ώστε να επιτρέπει στον ενάγοντα να βαδίζει χωρίς να πέφτει. Τεκμηρίωσε, επίσης, επιστημονικά το λόγο για τον οποίο είναι αδύνατο να υπάρξει πλήρης αποκατάσταση του τραύματος. Όσον αφορά τα κατάλοιπα του τραυματισμού του ενάγοντα, έχω να αναφέρω ότι διαχώρισε τα αντικειμενικά του ευρήματα, τα οποία ανέλυσε λεπτομερώς, από τα ευρήματα που στηρίζονταν σε παράπονα που του έκανε ο ενάγοντας. Επεξήγησε δε, με τρόπο πειστικό, τι εννοούσε με τη φράση «κλειστός ακρωτηριασμός» τον οποίο χρησιμοποίησε στην ιατρική βεβαίωσή του - τεκμήριο
- Όπως ειδικότερον ανέφερε, γράφτηκε μεταφορικά και με τον όρο αυτό εννοούσε ότι όλοι σχεδόν οι σύνδεσμοι του δεξιού γόνατος είχαν τραυματιστεί και δεν επιτελούσαν τη λειτουργία που η φύση τους προόρισε να επιτελούν. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, θα πρέπει να προστεθεί ότι επεξήγησε επιστημονικά το λόγο για τον οποίο υπάρχει μεγάλη πιθανότητα, την οποία καθόρισε σε ποσοστό 95%, μελλοντικά να απαιτηθεί όπως ο ενάγοντας υποβληθεί σε εγχείρηση αλλαγής της άρθρωσης του δεξιού γόνατος, άποψη την οποία αποδέχομαι ανεπιφύλακτα. Αποδέχομαι, επίσης, ότι η δαπάνη για να υποβληθεί ο ενάγοντας σε αυτού του είδους την επέμβαση ανέρχεται σε Λ.Κ.7.000, ποσό το οποίο παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Με βάση τη μαρτυρία του, όπως την έχω αποδεχθεί, καταλήγω σε εύρημα ότι κατά την τελευταία εξέταση, τον Ιούλιο του 2015, ο ενάγοντας παρουσίαζε αστάθεια δεύτερου βαθμού του έσω πλάγιου και του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου με σχετική χωλότητα στη βάδιση. Υπήρχε, επίσης, πλήρης κινητικότητα της άρθρωσης του δεξιού γόνατος. Παρατηρήθηκε, επίσης, μικρό πρήξιμο του γόνατος. Θα πρέπει να επισημάνω, όμως, ότι το εύρημα του Μ.Ε.3 ότι ο ενάγοντας δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα προ του ατυχήματος καθήκοντά του, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο για το λόγο ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα, επέστρεψε στην προ του ατυχήματος εργασία του κατά την 3/1/2008 και συνέχισε να ασκεί το ίδιο επάγγελμα για 8 μήνες περίπου μέχρι που απολύθηκε λόγω πλεονασμού. Αναμφίβολα, το διάστημα των 8 μηνών που εργάστηκε ο ενάγοντας κάθε άλλο παρά σύντομο ήταν για να θεωρηθεί ότι δεν ήταν σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του. Επισημαίνω δε ότι ο λόγος για τον οποίο απολύθηκε ήταν άσχετος με τον τραυματισμό του. Στρεφόμενος στη μαρτυρία του Μ.Υ.3, αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημανθεί είναι ότι συμφωνεί και αυτός ότι παραμένουν κάποια κατάλοιπα στον ενάγοντα ελαφρότερης, όμως έντασης, κατά την άποψή του, σε σύγκριση με αυτά τα οποία περιέγραψε ο Μ.Ε.
- Κατά την άποψή του υπάρχει μικρού βαθμού αστάθεια του έσω πλάγιου συνδέσμου καθώς και πιθανότητα ήπιας έντασης περιοδικών, παροδικών ενοχλήσεων. Αυτό το οποίο έχω διαπιστώσει, εξετάζοντας με προσοχή τη μαρτυρία του, ήταν μια προσπάθεια υποβάθμισης από μέρους του τόσο της σοβαρότητας του τραυματισμού του ενάγοντα όσο και των κατάλοιπων του τραυματισμού του, ακόμα και του χρόνου που ήταν αναγκαίος για την αποθεραπεία του. Ο Μ.Ε.3, με τη μαρτυρία του, έδωσε μια αντικειμενικότερη και ρεαλιστικότερη εικόνα του τραυματισμού του ενάγοντα και της μετεγχειρητικής εξέλιξης της κατάστασης του τραυματισμένου γόνατος. Ως παράδειγμα δε αναφέρω την άποψή του για την πιθανότητα ανάπτυξης μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας. Η άποψη του Μ.Υ.3 ήταν ότι δικαιολογείται μεν η ανάπτυξή της, σε περίπτωση όμως που επέλθει, μεγαλύτερη συμμετοχή θα έχει η φυσική, μέσω του χρόνου, φθορά της άρθρωσης καθώς και το βεβαρημένο ιστορικό του ενάγοντα. Από πλευράς του ο Μ.Ε.3, δεν διαφώνησε ότι στην ανάπτυξή της μπορεί να συνδράμουν τόσο οι εκφυλιστικές αλλοιώσεις όσο και η ηλικία του ενάγοντα. Όπως, όμως, επεξήγησε πολύ πειστικά, η σοβαρότητα του τραυματισμού του ενάγοντα είναι ένας επιπρόσθετος λόγος που συντείνει στη μελλοντική ανάπτυξη μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας. Όσον αφορά την άποψη του Μ.Υ.3, για την ικανότητα του ενάγοντα να ασκήσει την προ του ατυχήματος εργασία του, θα πρέπει να επισημάνω ότι έχω επεξηγήσει πιο πάνω το λόγο για τον οποίο η αντίθετη άποψη του Μ.Ε.3 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Αξιολογώντας το μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα που αφορά την πορεία της υγείας του μετά τον τραυματισμό καθώς και τη σημερινή του κατάσταση, παρά το ότι έχω εντοπίσει στοιχεία υπερβολής, όπως το ότι το πόδι του είναι συνεχώς μουδιασμένο, ότι δεν μπορεί να φορέσει τις κάλτσες του ή να εκτελέσει βαθύ κάθισμα, εντούτοις, κατά το μεγαλύτερο της μέρος υποστηρίζεται από τα ευρήματα του θεράποντα γιατρού του (Μ.Ε.3). Αναφέρω, ως παράδειγμα, το παράπονο του ότι δεν μπορεί να περπατήσει μεγάλες αποστάσεις, κατάλοιπο το οποίο ο Μ.Ε.3 απέδωσε στην αστάθεια που παρέμεινε στο γόνατό του. Όσον αφορά την ικανότητα του ενάγοντα για εργασία, αυτό το οποίο θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι, σύμφωνα με παραδοχή του ιδίου, μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας επέστρεψε στην προ του ατυχήματος εργασία του, την οποία εκτελούσε συνεχώς μέχρι που απολύθηκε από αυτή για λόγους άσχετους με τον τραυματισμό του. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να τονιστεί ότι, όπως ανέφερε, δεν έκαμε προσπάθεια να βρει άλλη εργασία μετά την απόλυσή του. Καθίσταται, λοιπόν, φανερό ότι δεν δικαιούται σε οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για ανικανότητα προς εργασία ή, ακόμα, για μείωση της ικανότητας για εργασία. Στην υπόθεση Παναγιώτη Παναγή ν. Σάββα Κακόψιτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 839, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας (βλ. Ioannou and Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 789, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 1303, Ηρακλέους ν. Πήτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Αριστοδήμου ν. Θωμά, Π.Ε. 9320 και Βρυωνίδη ν. Σωφρονίου, Π.Ε. 9479, ημερ. 23.09.97). Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση (βλ. υπόθεση Παναγή πιο πάνω). Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος.» Στην υπόθεση Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A107, Πολ. Έφεση αρ. 333/2009, ημερομηνίας 12/2/2014, αναφέρεται ότι: «Σύμφωνα με τη νομολογία ο ″Στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. (Βλ. Fletcher v. Autocar Transporters Ltd
(1968)1 All E.R. 726, Constantinou v. Slahouris
(1969)1 C.L.R. 416). Με άλλες λέξεις, το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς, η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.″ (Βλ. Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1028 και Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049). Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74).» Έχει νομολογηθεί ότι προηγούμενες αποφάσεις προσφέρουν μόνο βοηθητική καθοδήγηση στον καθορισμό του ορθού μέτρου αποζημίωσης στη βάση των ιδιαίτερων δεδομένων της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Τιτώνη ν. Χαρ. Πηλακούτας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 479, η οποία μνημονεύεται και στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγομένων 2 και 3, ο εφεσείων, συνεπεία εργατικού ατυχήματος το οποίο επεσυνέβη όταν ήταν σε ηλικία 34 χρόνων, υπέστη (α) πολλαπλή ρήξη έσω πλαγίου συνδέσμου, (β) ρήξη αρθρικού υμένος μέχρι την οπισθία επιφάνεια του γόνατος, (γ) ρήξη του γόνατος και (δ) ρήξη αμφοτέρων των χιαστών συνδέσμων του γόνατος. Κατά την εγχείρηση αφαιρέθηκε ο μηνίσκος και έγινε προσπάθεια συρραφής των χιαστών συνδέσμων. Έγινε συρραφή του αρθρικού υμένος και πολλαπλή συρραφή του έσω πλάγιου συνδέσμου κατά στρώματα. Το πόδι ακινητοποιήθηκε σε γύψο και παρέμεινε στο νοσοκομείο για 10 μέρες. Η αφαίρεση του γύψου έγινε μετά από 6 βδομάδες και υποβάλλετο σε φυσιοθεραπεία η οποία διάρκεσε 3 μήνες περίπου. Παρέμειναν ως μόνιμα κατάλοιπα η αδυναμία να εκτελέσει βαθύ κάθισμα, πόνος όταν γονατά, όταν ανεβοκατεβαίνει σκάλες, δεν μπορεί να σηκώσει βάρος ούτε να «βαδίζει επί μακρώ» και να τρέξει. Το δεξί του γόνατο παρουσίαζε πρόσθια και πλάγια αστάθεια με μειωμένη κάμψη κατά 10-12◦. Επίσης, ο δεξιός τετρακέφαλος μυς παρουσίαζε ατροφία κατά 2-2½ εκ. έναντι του αριστερού. Περαιτέρω, δημιουργήθηκαν αρχόμενες αλλοιώσεις οστεοαρθρίτιδας στο δεξί γόνατο και ασβεστώσεις στα μαλακά μόρια της περιοχής του έσω μηριαίου κονδύλου του πλαγίου συνδέσμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το ποσό των Λ.Κ.10.000 που επιδικάστηκε πρωτόδικα ως γενικές αποζημιώσεις. Στην Constantin v. Αντωνιάδη
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1701 ο εφεσίβλητος, ηλικίας 16½ χρόνων κατά το χρόνο του ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη, υπέστη εκτεταμένες εκδορές στο αριστερό ημιθωράκιο και στην εμπρόσθια επιφάνεια της αριστερής κνήμης, έντονη αιμάρθωση στο γόνατο με επώδυνη και περιορισμένη κινητικότητα. Υπό γενική νάρκωση έγινε εκκενωτική παρακέντηση στο δεξί γόνατο και αφαιρέθηκε μεγάλη ποσότητα αίματος. Έγινε, επίσης, χειρισμός για έλεγχο των συνδέσμων του γόνατος και διαπιστώθηκε οπίσθια αστάθεια (ρήξη οπίσθιου χιαστού συνδέσμου). Τοποθετήθηκε γύψινος επίδεσμος, ο οποίος αφαιρέθηκε σε δύο βδομάδες, οπόταν ο εφεσίβλητος ξεκίνησε εντατική φυσιοθεραπεία. Παρουσίαζε σοβαρής μορφής οπίσθια αστάθεια στο δεξί γόνατο, ενώ η κινητικότητα και η μυϊκή ισχύς ήταν ικανοποιητική. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το ποσό των Λ.Κ.40.000 το οποίο είχε επιδικαστεί πρωτόδικα ως γενικές αποζημιώσεις. Στην υπό εξέταση υπόθεση, έχοντας κατά νου τη σοβαρότητα του τραυματισμού του ενάγοντα, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη καθώς και τα κατάλοιπα τα οποία παρέμειναν, όπς αυτά περιγράφονται πιο πάνω, έχω καταλήξει ότι το ποσό των €50.000 είναι δίκαιο και εύλογο να επιδικαστεί προς όφελός του ως γενικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά τον τόκο, όπως είναι νομολογημένο, βάσει του άρθρου 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ο χρόνος από τον οποίο θα αρχίζει ο τόκος. Ευχέρεια που όμως αιτιολογείται δικαστικά και με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης. Εκτός ιδιαίτερων συνθηκών, δεν είναι ορθό ο υποστείς τραυματισμούς από την αδικοπραξία του αντιδίκου του να μη λαμβάνει και το ευεργέτημα του νόμιμου τόκου από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος (Χρυσάνθου κ.α. ν. Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1295). Τα δεδομένα της υπό εξέταση υπόθεσης δικαιολογούν, κατά την άποψή μου, την έναρξη του χρόνου από τον οποίο θα επιδικαστεί τόκος όχι από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Ο χρόνος των τρεισήμισι περίπου χρόνων που παρήλθε από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι την καταχώριση της παρούσας αγωγής είναι υπερβολικά μεγάλος, υπό τις περιστάσεις, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η επιδίκαση τόκου από της ημερομηνίας καταχώρισης της αγωγής. Ως εκ τούτου, επιδικάζεται νόμιμος τόκος επί του ποσού των €50.000 από τις 30/12/2009, ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αγωγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, με τις ανάλογες τροποποιήσεις που επήλθαν στο ποσοστό του νόμιμου τόκου. Οι ειδικές ζημιές του ενάγοντα Ο ενάγοντας, στο τροποποιημένο δικόγραφο της αναφοράς του, αξιώνει τα ακόλουθα κονδύλια: (α) Απώλεια ημερομισθίων για την περίοδο από 29/6/2006 έως 3/1/2008 €262.740,93 (β) Φάρμακα € 500= (γ) Μεταφορικά € 500= (δ) Ιατρικά έξοδα € 7.000= (ε) Έξοδα φυσιοθεραπείας € 5.000= (στ) Έξοδα μελλοντικής εγχείρησης € 11.960= (ζ) Απώλεια ημερομισθίων για περίοδο 3 μηνών λόγω μελλοντικής εγχειρήσεως € 31.500= Σύνολο: €319.200,93
(1)Απώλεια απολαβών Ο ενάγοντας, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, επέστρεψε στην εργασία του την 3/1/
- Αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημάνω είναι ότι ο μεγάλος χρόνος που απαιτήθηκε για την ανάρρωση του ενάγοντα υποστηρίζεται από την καθόλα αποδεκτή μαρτυρία του θεράποντα γιατρού του (Μ.Ε.3). Σύμφωνα με όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ο Μ.Ε.3, τουλάχιστο μέχρι τον Νοέμβριο του 2007 που εξέτασε τον ενάγοντα για σκοπούς έκδοσης του ιατρικού πιστοποιητικού του - τεκμήριο 9 - αυτός βρισκόταν με αναρρωτική άδεια. Όπως δε υπήρξε αδιαμφισβήτητο, για την περίοδο που ο ενάγοντας βρισκόταν με αναρρωτική άδεια δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό για τα απωλεσθέντα ημερομίσθιά του. Στο δικόγραφο της αναφορά του ισχυρίζεται ότι κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο είχε μηνιαίες απολαβές €10.500, πλέον 13ο μισθό. Εκ προοιμίου, θα πρέπει να αναφέρω ότι ο υπολογισμός των ημερομισθίων που απώλεσε ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα για το Δικαστήριο για το λόγο ότι ο ενάγοντας δεν είχε ούτε σταθερό εργοδότη ούτε και σταθερό μισθό. Αξίζει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της υπαλλήλου του Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Δέσποινας Παπαμιχαήλ (Μ.Ε.5), μόνο για το διάστημα από 1/6 - 30/6/2006, βάσει της κατάστασης την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο - τεκμήριο 14 - εργοδοτήθηκε από 7 εργοδότες. Προς απόδειξη των απωλεσθεισών απολαβών του ενάγοντα παρουσιάστηκε μαρτυρία από τη Μ.Ε.5 η οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, παρουσίασε αναλυτική κατάσταση αποδοχών του κατά εργοδότη για το έτος 2006 - τεκμήριο 14, από τον υπάλληλο του Τμήματος Φορολογίας Λεμεσού Χαράλαμπο Κυπριανού (Μ.Ε.7) ο οποίος παρουσίασε τις φορολογικές δηλώσεις που υπέβαλε ο ενάγοντας για τα έτη 2005 και 2006 - τεκμήρια 17 και 19 - και τη φορολογία που του επιβλήθηκε για τα ως άνω έτη - τεκμήρια 18 και 20 - καθώς και από τον υπάλληλο του Ταμείου Προνοίας Λιμενεργατών (Μ.Ε.6) ο οποίος παρουσίασε δύο βεβαιώσεις που αφορούν το λιμενεργάτη Αθανάση Πολυδώρου, ο οποίος είχε τον αμέσως προηγούμενο αριθμό του ενάγοντα. Κατόπιν μελέτης των ως άνω παρουσιασθέντων εγγράφων, έχω καταλήξει ότι η φορολογική δήλωση που υπέβαλε ο ενάγοντας για το έτος 2005 αποτελεί την πλέον ασφαλή βάση για τον υπολογισμό των απολαβών τις οποίες απώλεσε κατά την περίοδο που βρισκόταν με αναρρωτική άδεια. Θεωρώ ότι η ως άνω φορολογική δήλωση είναι προτιμότερη από τη φορολογική δήλωση του έτους 2006 για το λόγο ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, δεν είχε απολαβές από την εργασία του για ολόκληρο το 2006 αλλά μόνο μέχρι την ημερομηνία του τραυματισμού του. Συνεπώς, το δηλωθέν για το 2006 εισόδημα αντικατοπτρίζει τις απολαβές μόνο 6 μηνών. Όσον αφορά τις βεβαιώσεις που κατέθεσε ο Μ.Ε.6 - τεκμήρια 15 και 16 - θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενάγοντας θα είχε και αυτός τις ίδιες απολαβές με το πρόσωπο που περιγράφεται σ΄ αυτές. Επισημαίνω, ακόμα, την έλλειψη παντελούς μαρτυρίας ότι τα ποσά που καταγράφονται στις ρηθείσες βεβαιώσεις αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές απολαβές του συγκεκριμένου προσώπου. Συνεπώς, θεωρώ επισφαλές να χρησιμοποιήσω τις ως άνω βεβαιώσεις ως βάση του υπολογισμού των απωλεσθεισών απολαβών του ενάγοντα. Ούτε και η αναλυτική κατάσταση αποδοχών του ενάγοντα για το έτος 2006 - τεκμήριο 14 - η οποία προέρχεται από το Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποτελεί, κατά την άποψή μου, ασφαλή βάση για το λόγο ότι αφορά μόνο το δηλωθέν εισόδημα των έξι πρώτων μηνών του
- Σύμφωνα με τη δήλωση εισοδήματος του 2005 - τεκμήριο 19 - ο ενάγοντας δήλωσε ακάθαρτο εισόδημα από την εργασία του Λ.Κ.55.
- Με βάση δε την ειδοποίηση επιβολής φορολογίας, του επιβλήθηκε φόρος Λ.Κ.11.299,20 (βλ. Λ.Κ.11.300). Συνεπώς, το καθαρό εισόδημα του ενάγοντα για το 2005 ήταν Λ.Κ.43.
- Έχοντας δε κατά νου ότι ο ενάγοντας ήταν με αναρρωτική άδεια για 18 μήνες, καταλήγω ότι το συνολικό ποσό των απολαβών που απώλεσε ανέρχεται σε Λ.Κ.65.925 (€112.639,46). Ο ενάγοντας δικαιούται να εισπράξει το κονδύλι αυτό ως η απώλεια των απολαβών του και όχι το ποσό που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησής του. Επισημαίνω ότι καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε εκ μέρους του ενάγοντα για τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε το ως άνω ποσό.
(2)Αξιώνεται από τον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.7.000 (€11.960) ως τα έξοδα της μελλοντικής εγχείρησης στην οποία θα υποβληθεί. Το Δικαστήριο, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.3, αποδέχτηκε ότι μελλοντικά ο ενάγοντας θα χρειαστεί όπως υποβληθεί σε επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής. Το ποσό δε που θα απαιτηθεί για την ως άνω επέμβαση ανέρχεται, κατά το Μ.Ε.3, σε Λ.Κ.7.000. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι δεν υπήρξε εισήγηση από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εναγομένων ότι το ως άνω κονδύλι είναι υπερβολικό. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι ο ενάγοντας δικαιούται το ως άνω ποσό ως τα έξοδα της μελλοντικής εγχείρησης για ολική αντικατάσταση της άρθρωσης του δεξιού του γόνατος στην οποία θα υποβληθεί. Συναφής με τη μελλοντική επέμβαση στην οποία θα υποβληθεί ο ενάγοντας είναι και η αξίωσή του για την απώλεια ημερομισθίων 3 μηνών λόγω της ως άνω επεμβάσεως. Από τη στιγμή, όμως, που ο ενάγοντας, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, δεν εργάζεται πλέον, καθίσταται φανερό ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση του ως άνω κονδυλίου.
(3)Το υπό (δ) κονδύλι των ειδικών ζημιών του ενάγοντα αφορά τα ιατρικά του έξοδα. Προς απόδειξή τους κατατέθηκαν από τον ενάγοντα (α) μία απόδειξη του θεράποντος γιατρού του (Μ.Ε.3) ημερομηνίας 27/7/2006 για το ποσό των Λ.Κ.2.000 (Τεκμήριο 3) στην οποία αναφέρεται ως αιτία της πληρωμής η χειρουργική επέμβαση και μία δεύτερη απόδειξη του ίδιου γιατρού (Τεκμήριο 4) ημερομηνίας 14/12/2007 για το ποσό των Λ.Κ.100 ως τα έξοδα για την ετοιμασία της ιατρικής του έκθεσης. Κατέθεσε, επίσης, δύο αποδείξεις της κλινικής στην οποία νοσηλεύτηκε (Τεκμήρια 7 και 8) για τα ποσά των Λ.Κ.2.431,53 και Λ.Κ.138 αντίστοιχα. Αξίζει να αναφερθεί ότι στο τεκμήριο 7 υπάρχει λεπτομερής περιγραφή των επιμέρους χρεωθέντων ποσών. Θα πρέπει να επισημάνω ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο των υπό αναφορά αποδείξεων. Συνεπώς, θεωρώ ότι ο ενάγοντας δικαιούται στην πληρωμή του συνολικού ποσού των ως άνω αποδείξεων, το οποίο ανέρχεται σε Λ.Κ.4.669,53 (€7.978).
(4)Αναφορικά με το κονδύλι των €5.000, το οποίο αντιπροσωπεύει έξοδα φυσιοθεραπείας, έχω να αναφέρω ότι κατατέθηκαν από τον ενάγοντα δύο αποδείξεις του φυσιοθεραπευτηρίου Στούππας και Καραολής Λτδ. Η πρώτη απόδειξη (Τεκμήριο 5Β) ημερομηνίας 28/2/2007 για ποσό Λ.Κ.2.115 και η δεύτερη ημερομηνίας 21/12/2007 (Τεκμήριο 5Α) για το ποσό των Λ.Κ.165. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία του θεράποντος γιατρού του ενάγοντα ότι συνεστήθη πρόγραμμα φυσιοθεραπείας για οκτώ μήνες, θεωρώ ότι δικαιολογείται η επιδίκαση μόνο του ποσού των Λ.Κ.2.115 (€3.613) το οποίο, σύμφωνα με την απόδειξη - τεκμήριο 5Β, αντιπροσωπεύει 141 φυσιοθεραπείες του γόνατος από 5/7/2006 μέχρι 28/2/2007.
(5)Αξιώνεται, ακόμα, ποσό €500 για φάρμακα. Θα πρέπει, όμως, να αναφερθεί ότι η μόνη απόδειξη που προσκομίστηκε από τον ενάγοντα (Τεκμήριο 6) ημερομηνίας 1/7/2006, προερχόμενη από το φαρμακείο της Κάτιας Λαμάρη Μαστορούδη, είναι για ποσό Λ.Κ.69,22 (€118,25). Συνεπώς, αυτό το ποσό μόνο μπορεί να επιδικαστεί προς όφελος του ενάγοντα. Όσον αφορά το κονδύλι για μεταφορικά έξοδα, καμιά μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς τεκμηρίωσή του, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να επιδικαστεί προς όφελος του ενάγοντα. Όλα τα ως άνω ποσά των ειδικών αποζημιώσεων θα φέρουν νόμιμο τόκο, με εξαίρεση το κονδύλι για τα έξοδα μελλοντικής επέμβασης, το οποίο θα φέρει νόμιμο τόκο από σήμερα. Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1 για τα ακόλουθα ποσά: Α. €50.000 ως γενικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο. Β. €136,308,71 ως ειδικές αποζημιώσεις. Το ποσό των €124.328,71 θα φέρει νόμιμο τόκο, ενώ το υπόλοιπο ποσό των €11.980, το οποίο αντιπροσωπεύει τα έξοδα μελλοντικής επέμβασης, θα φέρει νόμιμο τόκο από σήμερα. Ο ενάγοντας δικαιούται, επίσης, σε απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1 για τα έξοδά του, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον των εναγομένων 2 και 3 θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα των εναγόμενων 2 και 3, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης 1 ως ακολούθως: Α. €50.000 ως γενικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο. Β. €136,308,71 ως ειδικές αποζημιώσεις. Το ποσό των €124.328,71 θα φέρει νόμιμο τόκο, ενώ το υπόλοιπο ποσό των €11.980, το οποίο αντιπροσωπεύει τα έξοδα μελλοντικής επέμβασης, θα φέρει νόμιμο τόκο από σήμερα. Γ. Έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον των εναγόμενων 2 και 3 απορρίπτεται με έξοδα προς όφελός τους και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. /ΜΧΚ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο