← Κύπρος

ST. GEORGE'S CAR HIRE LIMITED ν. PRINCESS & MAZE HOLDINGS LIMITED, εμπορευόμενη στην Κύπρο υπό την επωνυμία «Goldcar» κ.α., Αρ. Αγωγής: 298/2017,

ST. GEORGE'S CAR HIRE LIMITED ν. PRINCESS & MAZE HOLDINGS LIMITED, εμπορευόμενη στην Κύπρο υπό την επωνυμία «Goldcar» κ.α., Αρ. Αγωγής: 298/2017, 20/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A407 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 298/2017 Μεταξύ: ST. GEORGE'S CAR HIRE LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων Και

  1. PRINCESS & MAZE HOLDINGS LIMITED, εμπορευόμενη στην Κύπρο υπό την επωνυμία «Goldcar», από τη Λευκωσία
  2. CHRISTIAN BORG, από τη Μάλτα, 0931655, Triq il-Fraxxnu, St. Julians
  3. MARK MUSSET, από τη Μάλτα, 1003267, Emerald, Triq F Assenza, Swieqi
  4. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΟΥΠΟΥΤΣΗ, από το χωριό Μονιάτης της επαρχίας Λεμεσού Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 08.02.2017 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.12.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Ενάγοντες: κ. Χαχολιάδης για N. Pirilides & Associates LLC (για ν' ακούσει απόφαση κ. Ζαχαρίου) Για Καθ' ου η Αίτηση- Εναγόμενο 4: κα Α. Κουντούρη για Μ. Χριστοφίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση κα Δ. Νικολάου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 8.2.17 οι ενάγοντες - αιτητές καταχώρησαν γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνουν εναντίον όλων των εναγόμενων τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Γενικές αποζημιώσεις για δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή απάτη εκ μέρους των Εναγομένων 1 έως 4, κατά τη διάρκεια της περιόδου Ιουνίου 2016 μέχρι ή περί τα τέλη Οκτωβρίου 2016 και/ή για συνομωσία των Εναγομένων 1 έως 4 προς εξαπάτηση των Εναγόντων κατά την πιο πάνω περίοδο και/ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό των Εναγομένων 1 έως 4 κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου σε βάρος των Εναγόντων. Β. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι ο σχεδιασμός και/ή το απατηλό σχέδιο και/ή η συνομωσία προς εξαπάτηση των Εναγόντων εκ μέρους των Εναγομένων 1 έως 4, δυνάμει προφορικής και/ή μερικώς προφορικής και μερικώς γραπτής συμφωνίας βάσει της οποίας οι Ενάγοντες εκμίσθωναν οχήματα άνευ οδηγού γνωστά ως οχήματα τύπου «Ζ» και/ή πρόσφεραν υπηρεσίες ενοικίασης οχημάτων στους Εναγόμενους 1 (η «Συμφωνία») κατά τη διάρκεια της περιόδου Ιουνίου 2016 μέχρι ή περί τα τέλη Οκτωβρίου 2016, αποτελούν δόλιες επινοήσεις και/ή σχεδιασμούς, οι οποίες εκτελέστηκαν και/ή σχεδιάστηκαν με απατηλή πρόθεση και/ή δόλια παρά των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 με απώτερο σκοπό την καταδολίευση και/ή εξαπάτηση των Εναγόντων. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους 1 έως 4 και/ή οποιοδήποτε από αυτούς να καταβάλουν και/ή εξοφλήσουν το ποσό των €26.112,91 και/ή παν ποσό ήθελε βρεθεί ως οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες και/ή αναλογούν σ' αυτούς ως εκ της εκ μέρους των τελευταίων και/ή άλλως προσφοράς υπηρεσιών και/ή εκμίσθωσης οχημάτων άνευ οδηγού γνωστά ως οχήματα τύπου «Ζ» στους Εναγομένους 1 κατά τη διάρκεια της περιόδου Ιουνίου 2016 μέχρι ή περί τα τέλη Οκτωβρίου 2016, επί τη βάση των αρχών της επιείκειας και/ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως αντικείμενο και/ή προϊόν συνομωσίας προς εξαπάτηση διά μέσου των πιο πάνω δόλιων σχεδιασμών και/ή σχεδίων. Δ. Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της Συμφωνίας εκ μέρους των Εναγομένων 1 η οποία έγινε στη Λεμεσό κατά ή περί τον Ιούνιο του
  5. Ε. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 έως 4 για απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή συνομωσία προς εξαπάτηση οι οποίες προκάλεσαν ζημιά στους Ενάγοντες καθώς και διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 έως 4 ευθύνονται και δέον όπως αποζημιώσουν τους Ενάγοντες για τη ζημιά και απώλεια που έχουν υποστεί λόγω των δολίων ενεργειών και/ή της συνωμοσίας και/ή άλλως των Εναγομένων 1 έως 4 κατά τη διάρκεια της περιόδου του Ιουνίου του 2016 μέχρι και/ή περί τα τέλη Οκτωβρίου του
  6. Στ. Νόμιμους Τόκους. Ζ. Έξοδα και ΦΠΑ. Ταυτόχρονα με την αγωγή οι Ενάγοντες-Αιτητές καταχώρησαν και μονομερή αίτηση με την οποία εξαιτούνται: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει και/ή ν' απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή3 και/ή 4 από του να αποσύρουν και/ή εμβάζουν και/ή πληρώνουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέτουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, από τα ποσά που ευρίσκονται κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς που διαχειρίζονται και/ή κατέχουν επ' ονόματι τους σε οποιαδήποτε Τράπεζα στην Κύπρο και/ή συγκεκριμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διαχειρίζονται και/ή κατέχονται από τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (η «Τράπεζα Κύπρου») υπ' αριθμό 357022670943, 357023220364 και 357021624212 αντίστοιχα, ούτως ώστε τα καθ' οιονδήποτε χρόνο κατατεθειμένα στους εν Κύπρο τραπεζικούς λογαριασμούς ποσά να μην είναι λιγότερα από €26.112,91 ή ισόποσου σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, εξαιρουμένης πληρωμής οποιουδήποτε ποσού χρημάτων που αφορά τη μισθοδοσία και/ή τις απολαβές των υπαλλήλων των Εναγομένων 1 και/ή τα έξοδα νομικής εκπροσώπησης των Εναγομένων 1 έως 4, μέχρι τελικής ακρόασης της παρούσας αγωγής. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει ή και να εμποδίζει τους Εναγομένους 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους και/ή υπαλλήλους αυτών από του να διαθέσουν, διαχειριστούν ή και μειώσουν την αξία οποιανδήποτε εκ των περιουσιακών τους στοιχείων, είτε κινητών είτε ακινήτων, που βρίσκονται και/ή είναι εγγεγραμμένα στην Κύπρο μέχρι του ποσού των €26.112,91, νοουμένου πως η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων θα υπολογίζεται εξαιρουμένων τυχόν υποθηκών και επιβαρύνσεων αυτών. Γ. Υποβοηθητικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους 1 ως 4, μέσω των διευθυντών τους, όπως εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του παρόντος Διατάγματος, ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους των Εναγόντων, ένορκη δήλωση με την οποία να παραθέτουν τις πληροφορίες που αυτοί οφείλουν να αποκαλύψουν δυνάμει του παρόντος Διατάγματος, και στην οποία θα επισυνάπτουν όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις πληροφορίες που αυτοί θα αποκαλύψουν αναφορικά με: α. τα περιουσιακά τους στοιχεία ευρισκόμενα εις την Κύπρο, η αξία των οποίων καλύπτει το αξιούμενο υπό των Εναγόντων ποσό των 26.112,91 ή το ισόποσο σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, είτε αυτά είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι τους είτε όχι, είτε κατέχονται εξ' ολοκλήρου είτε από κοινού με άλλους ("solely or jointly owned"), είτε το συμφέρον των Εναγομένων 1 έως 4 επί αυτών είναι επ' ονόματι τους ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πω ("legally, beneficially or otherwise"), συμπεριλαμβανομένου υπό την ιδιότητα τους ως δικαιούχους δυνάμει καταπιστεύματος, αποκαλύπτοντας την αξία, την τοποθεσία και τις λεπτομέρειες των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου της ταυτότητας οποιουδήποτε προσώπου ή οργανισμού που τα κατέχει εκ μέρους και/ή προς όφελος των Εναγομένων 1 έως
  7. β. όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούν στην Κύπρο είτε εξ' ολοκλήρου επ' ονόματι τους είτε από κοινού με άλλους ("solely or in joint names") και/ή επί των οποίων οι Εναγόμενοι 1 έως 4 έχουν δικαίωμα να υπογράφουν ("signatory") και/ή κατέχονται από αντιπρόσωπο εκ μέρους και προς όφελος των Εναγομένων 1 ως 4 και/ή επί των οποίων αυτοί με άλλο τρόπο έχουν εξουσία να ελέγχουν μεταφορές από και προς τον λογαριασμό, αποκαλύπτοντας όλες τις λεπτομέρειες του λογαριασμού συμπεριλαμβανομένων του αριθμού λογαριασμού, του ονόματος του κατόχου του λογαριασμού ("account holder"), το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός και το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία επίδοσης. Σημειώνεται ότι στην αίτηση συμπεριλαμβάνονται και άλλες θεραπείες (υπό σημεία Δ και Ε) οι οποίες ακολούθως αποσύρθηκαν και συνεπώς δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο. Η αίτηση στηρίζεται στα Άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα Άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48, ΘΘ1-9, στο Κοινοδίκαιο, στη Νομολογία, στις Αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση διαταγμάτων τύπου «Mareva» και επικουρικών διαταγμάτων αποκάλυψης ("ancillary discovery orders") και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του Πανίκου Λοϊζου ο οποίος είναι ένας από τους μετόχους της αιτήτριας εταιρείας και δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι ενάγοντες -αιτητές μέσα από την ένορκη δήλωση του Πανίκου Λοίζου λαμβάνονται υπόψη και δεν κρίνω σκόπιμο να τους επαναλάβω στην ολότητα τους. Συνοπτικά καταγράφονται τα ακόλουθα. Οι Ενάγοντες/Αιτητές αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη και συσταθείσα στην Κύπρο με έδρα των εργασιών τους την Λεμεσό και ασχολούνται και διεξάγουν εργασίες ενοικίασης πάσης φύσεως οχημάτων εκμισθωμένων άνευ οδηγού γνωστά ως οχήματα τύπου «Ζ». Οι Εναγόμενοι 1 αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στην Κύπρο ως αλλοδαπή εταιρεία με αριθμό εγγραφής ΑΕ 3023 και συσταθείσα στην Μάλτα. Οι Εναγόμενοι 1 επίσης ασχολούνται και διεξάγουν εργασίες ενοικίασης πάσης φύσεως οχημάτων εκμισθωμένων άνευ οδηγού γνωστά ως οχήματα τύπου «Ζ» και εμπορεύονται στην Κύπρο υπό την επωνυμία 'GoldCar' και/ή ως αντιπρόσωποι της εταιρείας GoldCars Rentals στην Κύπρο, διατηρούντες προς τούτο γραφείο ενοικιάσεως οχημάτων πλησίον του Διεθνή Αερολιμένα Λάρνακας Οι Εναγόμενοι /Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 αντίστοιχα είναι οι διορισθέντες διευθυντές στην εταιρεία των Εναγομένων 1, ο δε Εναγόμενος 4 είναι υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος των Εναγομένων 1 ως επίσης και το πρόσωπο το οποίο προσέγγισε αρχικά τους Ενάγοντες για να συνεργαστούν με τους Εναγομένους
  8. Συγκεκριμένα κατά ή περί το τέλος Ιουνίου του 2016, ο Εναγόμενος 4 προσέγγισε εκ μέρους των Εναγομένων 1 τους Ενάγοντες με το ενδεχόμενο πιθανής συνεργασίας τους στην παροχή από τους τελευταίους οχημάτων ενοικίασης τύπου «Ζ», τα οποία οι Εναγόμενοι 1 θα ενοικίαζαν σε πελάτες τους κυρίως μέσω διαδικτύου ή μέσω του γραφείου που είχαν πρόσφατα ανοίξει πλησίον του Διεθνή Αερολιμένα Λάρνακας για να εμπορεύονται ως αντιπρόσωποι (franchisers) της εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων - Ισπανικών συμφερόντων - γνωστής ως 'GoldCar Rentals'. Επισυνάπτουν αντίγραφο αποκόμματος περιοδικού όπου παρουσιάζεται το αναφερόμενο γραφείο των εναγομένων 1 πλησίον του Διεθνή Αερολιμένα Λάρνακας ως αντιπρόσωπων της εταιρείας 'GoldCar Rentals' στην Κύπρο (τεκμ.3). Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται πως, εξ όσων τους ανέφερε ο εναγόμενος 4, οι Εναγόμενοι 1 χρειάζονταν να έχουν άμεσα αυτοκίνητα για να ενοικιάζουν στους πελάτες τους μέχρι να αγοράσουν οι ίδιοι τα δικά τους, εξ ου και η προτεινόμενη συμφωνία θα είχε μεν μικρή διάρκεια πλην όμως ο Εναγόμενος 4 διαβεβαίωνε ότι θα ήταν μόνο η αρχή μιας συνεργασίας των Εναγόντων με μια πολλά υποσχόμενη και παγκοσμίου εμβέλειας εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων, για την οποία ο Εναγόμενοι 1 θα λειτουργούσαν ως αντιπρόσωποι στην Κύπρο και έτσι δεν επρόκειτο ποτέ να αφήσουν εκτεθειμένους τους Ενάγοντες στην πληρωμή των συμφωνηθέντων ενοικίων. Οι Ενάγοντες, βασιζόμενοι στις πιο πάνω διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του Εναγόμενου 4, πείστηκαν να συνεργαστούν με τους Εναγόμενους 1 και συμφώνησαν όπως τους παρέχουν σε συγκεκριμένες ημερήσιες τιμές, συγκεκριμένα αυτοκίνητα. Επισυνάπτουν σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα που τους απέστειλε ο Εναγόμενος 4 εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόμενων 1 ημερ. 29.06.2016 μέσω του οποίου οι τελευταίοι αποδέχτηκαν τις προτεινόμενες τιμές ενοικίασης των αυτοκινήτων ( Τεκμήριο 4) Στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας παρείχαν στους εναγόμενους 1 αυτοκίνητα που ζητούσαν για τις ανάγκες των πελατών τους χρεώνοντας τους Εναγόμενους 1 με τα διάφορα ποσά της ενοικίασης. Συγκεκριμένα η παροχή αυτοκινήτων από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους 1 ξεκίνησε από την 30.06.2016 με την ενοικίαση τριών αυτοκίνητων, τα οποία στην πορεία αυξήθηκαν σε 15 μέχρι και το τέλος Οκτώβριου του
  9. Την 30.06.2016 οι Εναγόμενοι 1 κατέβαλαν προς τους Ενάγοντες μέσω 2 εμβασμάτων το ποσό των €500 από λογαριασμό των Εναγομένων 1 και €500 από προσωπικό λογαριασμό του Εναγόμενου 3 καθώς και την 05.07.2016 ακόμα ένα ποσό των €
  10. Οι Ενάγοντες κατά τη διάρκεια του Ιουλίου του 2016 συνέχισαν να ζητούν από τους Εναγόμενους 1 σχεδόν καθημερινά, μέσω τηλεφωνικών κλήσεων και μηνυμάτων SMS προς τον Εναγόμενο 4, περαιτέρω πληρωμές έναντι του χρέους τους, αφού το οφειλόμενο ποσό αυξανόταν κατά περίπου €170 ημερησίως. Στις 29.07.2016, οι Εναγόμενοι έκαμαν το τελευταίο έμβασμα έναντι των οφειλών τους της τάξεως των €
  11. Ακολούθως οι εναγόμενοι 1 έστειλαν τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες έφεραν ημερομηνίες 10.09.2016 για €1.000, 25.09.2016 για €950 και 10.10.2016 για περαιτέρω €
  12. Ένεκα της καθυστέρησης που παρατηρείτο στην εξόφληση της οφειλής των Εναγομένων 1, οι Ενάγοντες κατέβαλλαν προσπάθειες να τους επιστραφούν τα ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα έτσι ώστε να περιορίσουν το οφειλόμενο ποσό το οποίο αυξανόταν επί καθημερινής βάσεως. Εντούτοις η συνεργασία συνεχίστηκε αφού οι Εναγόμενοι 1 μέσω των διευθυντών τους Εναγόμενων 2 και 3 αλλά και του Εναγόμενου 4 φρόντισαν να καθησυχάσουν τους ενάγοντες, με τον τελευταίο μάλιστα να αποστέλλει στους Ενάγοντες την 26.09.2016 ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στο οποίο μάλιστα επισύναψε μήνυμα της Τράπεζας Κύπρου προς τον Εναγόμενο 2 το οποίο δήθεν εξηγούσε τον λόγο γιατί οι Εναγόμενοι 1 καθυστερούσαν την εξόφληση του υπολοίπου που όφειλαν στους Ενάγοντες. Η ανησυχίες των Εναγόντων αυξήθηκαν όταν οι δύο πιο πάνω επιταγές της Τράπεζας Κύπρου με αριθμούς 23800766 και 23800767, για το ποσό των €950 έκαστη, επεστράφησαν απλήρωτες και ενώ είχαν παρουσιαστεί προς τούτο 3 φορές στην Τράπεζα των Εναγόμενων. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκαν ότι οι λογαριασμοί των Εναγόμενων 1 παγοποιήθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου βάσει του συστήματος ΚΑΠ. Κατόπιν των πιο πάνω και αφού οι ενάγοντες προέβησαν σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία ο Εναγόμενος 4 τηλεφώνησε στα γραφεία των Εναγόντων στην Λεμεσό για να δώσει μετρητά έναντι των δύο επιστραφέντων Επιταγών. Είναι όμως η θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι 1 ενέργησαν κατ' αυτό τον τρόπο ούτως ώστε να μπορέσουν να πείσουν την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να τους αφαιρέσει από το σύστημα ΚΑΠ. Περί το τέλος Οκτωβρίου/αρχές Νοεμβρίου του 2016, σταδιακά οι εναγόμενοι επέστρεψαν στους ενάγοντες όλα τα αυτοκίνητα πλην από ένα, το όχημα με αρ. εγγραφής ΜΜΖ 037, για το οποίο ακολούθως πληροφορήθηκαν από την αστυνομία όπου υπέβαλαν σχετική καταγγελία ότι καταστράφηκε ολοσχερώς από εμπρησμό ενώ βρισκόταν στην κατεχόμενη Κερύνεια. Ακολούθως των πιο πάνω οι ενάγοντες αξίωσαν από τους Εναγόμενους άμεση εξόφληση τόσο του υπολοίπου οφειλόμενου όσο και της ζημιάς που είχε υποστεί το πιο πάνω αναφερόμενο αυτοκίνητο τους και που συνολικά ανέρχονται στο ποσό των €26,112.
  13. Ακολούθησαν επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους 1 και/ή τους διευθυντές και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους τους προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Προβάλλεται περαιτέρω από τους ενάγοντες ότι εξαπατήθηκαν από τους εναγόμενους ένεκα των ψευδών παραστάσεων στις οποίες αυτοί προέβησαν ούτως ώστε δολίως να αποκομίσουν αθέμιτο όφελος. Ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 2 και/ή 3 υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές των Εναγόντων 1 και ο Εναγόμενος 4 υπό την ιδιότητα του ως υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος των Εναγομένων 1 είχαν συνεργήσει μεταξύ τους για να εξαπατήσουν τους Ενάγοντες να συνεχίσουν την παροχή και/ή ενοικίαση οχημάτων προς αυτούς χωρίς να έχουν πραγματική πρόθεση να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά. Είναι επίσης η θέση τους ότι οι εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 ενδέχεται να αποξενώσουν, τα περιουσιακά τους στοιχεία ή τις καταθέσεις τους σε τράπεζες της Κύπρου εκτός εάν εμποδιστούν με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Προς τούτο υποδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι 1 είναι μεν εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών στην Κύπρο πλην όμως είναι αλλοδαπή εταιρεία συσταθείσα στην Μάλτα και έτσι εύκολα μπορεί να αποξενώσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο κατέχει στην Κύπρο και να το μεταφέρει στο εξωτερικό αφήνοντας ανικανοποίητη τυχόν απόφαση υπέρ των Εναγόντων και ότι τα ίδια ισχύουν και για τους Εναγόμενους 2 και 3 οι οποίοι είναι επίσης από την Μάλτα. Αναφέρουν επίσης ότι από έρευνες που διενήργησαν διαπίστωσαν πως τα ποσά που πληρώνονταν μέσω διαδικτύου από πελάτες των εναγόμενων 1 καταθέτονταν σε λογαριασμό τους στο εξωτερικό. Προς ενίσχυση της θέσης ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 δεν έχουν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο επ' ονόματι τους παρά μόνο τραπεζικούς λογαριασμούς και συνεπώς θα είναι πάρα πολύ εύκολο να αποξενώσουν τυχόν καταθέσεις τους στην Κύπρο μεταφέροντας τα οποιαδήποτε υπόλοιπα σε λογαριασμούς του εξωτερικού. Το δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση έκρινε πως τα αιτούμενα διατάγματα δεν πρέπει να εκδοθούν μονομερώς και ως εκ τούτου ζητήθηκε από τους ενάγοντες-αιτητές χρόνος για την επίδοση της αίτησης. Μετά την πραγματοποίηση της επίδοσης προς τους εναγόμενους οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρέλειψαν να εμφανιστούν στην αίτηση με αποτέλεσμα να εκδοθούν εναντίον τους τα αιτούμενα διατάγματα. Ακολούθως στις 5.7.2017 σε σχέση με τους εναγόμενους 2 και 3 λόγω παράλειψης τους να καταχωρήσουν εμφάνιση στη αγωγή εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους για το ποσό των €26.112.91 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Ο εναγόμενος 4 μετά την επίδοση σε αυτόν της αίτησης καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης προβάλλοντας μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν υποδεικνύεται καλή βάση αγωγής εναντίον του και δεν έχει καταδειχθεί ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι λόγοι της ένστασης καταγράφονται ως ακολούθως:
  14. Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και/ή είναι παράτυπη.
  15. Η Αίτηση είναι αόριστη και/ή πρόωρη.
  16. Η Αίτηση καταχωρίστηκε καταχρηστικά και/ή αντικανονικά και/ή είναι άνευ αντικειμένου.
  17. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 καθώς και το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή η νομολογία για τη έκδοση των αιτούμενων προσωρινών απαγορευτικών και/ή προστακτικών διαταγμάτων και/ή επικουρικών διαταγμάτων και/ή Διαταγμάτων τύπου Mareva και/ή Διαταγμάτων Αποκάλυψης (Ancillary Discovery Orders).
  18. Τα αιτούμενα Διατάγματα είναι ασαφή και/ή τόσο γενικά και/ή παρέχουν διαζευκτικές οδηγίες και ως εκ τούτου καθίσταται αδύνατη η παρακολούθηση τους και/ή η κατανόηση τους και/ή η τήρηση τους και/ή είναι ανεφάρμοστα και/ή παράνομα και/ή αντίκεινται στη Νομολογία και/ή παραβιάζουν τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης.
  19. Δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  20. Δεν συντρέχουν λόγοι και/ή δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης Διαταγμάτων.
  21. Δεν καταδεικνύεται καλή βάση αγωγής ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας και/ή δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση
  22. Δεν έχει καταδειχθεί ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή δεν έχει καταδειχθεί ανεπανόρθωτη ζημιά.
  23. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση
  24. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε οποιαδήποτε θεραπεία και/ή οι Αιτητές βασίζουν την Αγωγή τους σε δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις του Καθ' ου η Αίτηση 4 χωρίς να παρέχουν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, οποιουσδήποτε ισχυρισμούς για λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή γεγονότων που δεικνύουν έστω οποιοδήποτε δόλο από μέρους του Καθ' ου η Αίτηση 4 ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος και/ή εργοδοτούμενος των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 και/ή ενεργούσε κατόπιν εντολών αυτών και ως εκ τούτου δεν δύναται να φέρει ευθύνη για τις πράξεις των εργοδοτών του.
  25. Η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και/ή βασίζεται σε αλλοιωμένα και/ή παραπλανητικά και/ή αναληθή γεγονότα σε μια κακόπιστη προσπάθεια των Αιτητών να αποκομίσουν, διαστρεβλώνοντας την αλήθεια και/ή αλλοιώνοντας κάποιες νομότυπες ενέργειες του Καθ' ου η Αίτηση 4, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος και/ή εργοδοτούμενος των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 και/ή ενεργούσε κατόπιν εντολών αυτών και/ή προστέθηκε στην υπό κρίση Αγωγή και/ή Αίτηση λόγω του ότι οι Καθ' ων οι Αίτηση 2 και 3 είναι μόνιμοι κάτοικοι Μάλτας και ως εκ τούτου οι Αιτητές καταχρηστικά καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση και/ή Αγωγή για αλλότριους σκοπούς και/ή αποκλειστικός σκοπός είναι η καταπίεση του Καθ' ου η Αίτηση
  26. Τα γεγονότα πάνω στα οποία καλείται το Δικαστήριο να στηρίξει την έκδοση του Διατάγματος είναι ψευδή και/ή αόριστα και/ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
  27. Η Αίτηση είναι επιπόλαια (frivolous) και καταπιεστική (vexatious)
  28. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 4 στην οποία αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και προβάλλει τους δικούς του ισχυρισμούς οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως. Ο ίδιος ήταν υπάλληλος των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 από το Μάρτιο του 2016 μέχρι και τα μέσα Ιουνίου 2017 που εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση καθότι, οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 του όφειλαν μισθούς από τον Απρίλιο του
  29. Ήταν ο μοναδικός υπάλληλος των εναγόμενων 1, 2 και 3 και ανάμεσα στα καθήκοντα που του ανατέθηκαν ήταν και η εξεύρεση συνεργατών προς εξυπηρέτηση και επίτευξη των σκοπών της Καθ' ης η Αίτηση 1 εταιρείας ένεκα και της πολύχρονης εμπειρίας του στον τομέα ενοικιάσεως αυτοκινήτων. Κατόπιν των οδηγιών των εναγόμενων 1,2 και 3 προσέγγισε τους Αιτητές και τους μεταβίβασε την πρόταση για συνεργασία στον τομέα ενοικιάσεως αυτοκινήτων. Η πρόταση συνεργασίας και οι όροι αυτής υποβλήθηκαν από τον ίδιο όχι προσωπικά αλλά εκ μέρους των εναγόμενων 1,2 και 3 ως εργοδοτούμενος των τελευταίων. Οι όροι της εν λόγω πρότασης έγιναν αποδεκτοί από τους ενάγοντες με αποτέλεσμα να τεθεί σε ισχύ η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των εναγόντων και των εναγόμενων
  30. Οι ενάγοντες στα πλαίσια της πιο πάνω συνεργασίας απέστελλαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην Καθ' ης η Αίτηση 1 εταιρεία τιμολόγια σύμφωνα με τις εκάστοτε χρεώσεις των ενοικιαζόμενων αυτοκινήτων και αποκλειστική ευθύνη για την εξόφληση τους είχαν οι εναγόμενοι 1 , 2 και
  31. Ο εναγόμενος 4 αρνείται ότι προέβηκε σε οποιαδήποτε περίπτωση σε οποιεσδήποτε παράνομες ή δόλιες ή ψευδείς παραστάσεις ή ενέργειες ή πράξεις σε βάρος των Αιτητών. Ισχυρίζεται ότι οι μόνες δοσοληψίες και επαφές που είχε προσωπικά με τους ενάγοντες περιορίζονταν αποκλειστικά στην ζήτηση, παραλαβή και επιστροφή οχημάτων πάντοτε υπό την καθοδήγηση και τις εντολές των εναγόμενων 1, 2 και
  32. Ο ίδιος δε ουδέποτε ήταν υπεύθυνος για την τήρηση και διαχείριση οποιωνδήποτε χρημάτων ή λογαριασμών της εναγόμενης 1 εταιρείας και ουδέποτε είχε πρόσβαση σε αυτά. Ο ίδιος ως υπάλληλος πριν ζητήσει οποιαδήποτε αυτοκίνητα από τους ενάγοντες πάντοτε επικοινωνούσε με τους εναγόμενους 2 και 3 και αφού πρώτα λάμβανε ρητή εντολή από τους ίδιους τότε επικοινωνούσε με τους ενάγοντες και ζητούσε την αποστολή συγκεκριμένου αριθμού αυτοκινήτων αναλόγως της ζήτησης. Επίσης, είναι ο ισχυρισμός του εναγόμενου 4 ότι ο ίδιος ως υπάλληλος και εργοδοτούμενος της εναγόμενης 1 εταιρείας ουδέποτε είχε πρόσβαση στο λογαριαμό της και κατά συνέπεια ουδέποτε είχε υποχρέωση εξόφλησης οποιωνδήποτε τιμολογίων είτε αναφορικά με τους ενάγοντες είτε αναφορικά με άλλους πιστωτές ή συνεργάτες της Καθ' ης η Αίτηση 1 εταιρείας. Ως αναφέρει εξαπατήθηκε και ο ίδιος από τους εναγόμενους 1,2 και 3 καθότι βασιζόμενος στις δηλώσεις και υποσχέσεις τους εργάσθηκε για αυτούς χωρίς να πληρωθεί τους μισθούς του και προς τούτο καταχώρησε στο Εργατικό Δικαστήριο σχετική αίτηση εναντίον των εναγόμενων 1 με την οποία αξιώνει πληρωμή των οφειλόμενων μισθών του και άλλες συναφείς θεραπείες. Περαιτέρω ο εναγόμενος 4 ισχυρίζεται πως όλες οι ενέργειες του ακόμα και σε σχέση με την εξήγηση του λόγου της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε για την καταβολή των οφειλών της εναγόμενης 1 γίνονταν κατόπιν εντολών των εναγόμενων 2 και 3 και σε καμία περίπτωση φέρει ο ίδιος οποιανδήποτε ευθύνη για την μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τους. Το ότι η εναγόμενη 1 βρισκόταν στο σύστημα ΚΑΠ και οι λογαριασμοί των εναγόμενων 2 και 3 είχαν παγιοποιηθεί ο ίδιος το πληροφορήθηκε εκ των υστέρων από λειτουργό της Τράπεζας. Επίσης ο ίδιος κατά τη διάρκεια εργοδότησης του ουδέποτε είχε ή λάμβανε οποιαδήποτε χρηματικά ποσά τοις μετρητοίς από πελάτες ή συνεργάτες ή οφειλέτες των εναγόμενων
  33. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2029). Με βάση τις νομολογημένες αρχές παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκδίδεται όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. H έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δικονομικά ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 AΑΔ 2015.) Είναι νομολογημένο πως η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 από μόνη της δεν είναι αρκετή. Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα. Είναι επίσης νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο που εξετάζει αίτημα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Όπως είναι γνωστό, κατά την ακρόαση των αιτήσεων σύμφωνα με τη Δ.48 Θ4 δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται με αντεξέταση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου είτε με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 218). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης, βεβαίως, της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Το βάρος απόδειξης ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις (Μαίρη Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού (πιο πάνω). Τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International Bv. V. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)A.Α.Δ 1460). Στην περίπτωση που το προσωρινό διάταγμα δοθεί μονομερώς η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας υφίσταται και διατηρείται στους ώμους του αιτητή (Ανδρέου v. Colossus Signs Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 1040). Στην απόφαση Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528 έχει επίσης τονιστεί ότι στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία ούτε καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο εκείνων που κρίνονται αναγκαία για την εξακρίβωση στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2029). Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου έχει ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στο άρθρο 4 του Κεφ. 6. το οποίο παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα με σκοπό την προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (Βλ. BP Holdings Ltd κ.α v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 694 και Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Oliver & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122). Το άρθρο 4 δεν εξετάζεται ανεξάρτητα από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στη προκειμένη όμως περίπτωση δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής οποιαδήποτε περιουσία. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αντικείμενο της αγωγής είναι η αξίωση των εναγόντων για την καταβολή αποζημίωσης ύψους €26.112,91 σεντ όπως πιο πάνω περιγράφεται. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω εάν τα αιτούμενα Διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν εναντίον του εναγόμενου 4 και έχοντας βέβαια κατά νου ότι το βάρος απόδειξης να ικανοποιήσει τις τασσόμενες από την νομολογία προϋποθέσεις παραμένει στον διάδικο που επιζητεί την έκδοση του διατάγματος. Σημειώνοντας παράλληλα εκ των προτέρων ότι στην υπό εξέταση υπόθεση η ενόρκως δηλών εναγόμενος 4 δεν αμφισβητήθηκε σε όσα ορκίστηκε αφού δεν αντεξετάστηκε (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ πιο πάνω). Εξέταση των τριών προϋποθέσεων Σε σχέση με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Εξετάζοντας την δεύτερη προϋπόθεση κατά πόσο δηλαδή υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Thinking Steel International BV v. Garamondani Bros Public Co. Ltd, (πιο πάνω), έχει αναφερθεί πως στην περίπτωση αιτήσεων βασιζόμενων σε ένορκες δηλώσεις τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται, στο βαθμό και στην έκταση που το βάρος απόδειξης επιβάλλει. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην παρούσα υπόθεση η βάση της αγωγής στηρίζεται ουσιαστικά σε παράβαση συμφωνίας συνεπεία της οποίας αξιώνονται από τους ενάγοντες αποζημιώσεις για το ποσό που περιγράφεται πιο πάνω. Στην ένορκη δήλωση βέβαια των αιτητών γίνεται και αναφορά σε δόλο και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους όλων των εναγόμενων στις οποίες όπως ισχυρίζονται βασίσθηκαν για να καταλήξουν στην επίδικη συμφωνία συνεργασίας. Τα πιο πάνω αμφισβητούνται από πλευράς του εναγόμενου 4, ο οποίος προβάλλει με την ένσταση του ότι ο ίδιος ουδεμία ανάμιξη είχε σε οποιαδήποτε τυχόν εξαπάτηση των εναγόντων αλλά κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε αποκλειστικά ως υπάλληλος των εναγομένων 1, 2 και 3 και ενεργούσε πάντοτε σύμφωνα με τις οδηγίες τους. Οι ισχυρισμοί αυτοί του εναγόμενου 4 παρέμειναν αναντίλεκτοι αφού οι ενάγοντες που έχουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους δεν έκαναν χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που τους παρέχει η Δ.48 θ.8 (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού (πιο πάνω) ). Με βάση τη Διάταξη 48 Θ4
(2)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτός τροποποιήθηκε αλλά και την νομολογία η ακρόαση και κατ' επέκταση απόδειξη των αμφισβητούμενων θέσεων και ισχυρισμών του κάθε διαδίκου σε τέτοιες αιτήσεις, όπως η παρούσα, βασίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αλλά και σε μαρτυρία που δυνατό να προσφερθεί, είτε μέσω συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που δύναται να καταχωρηθούν μετά από αίτημα οποιουδήποτε διαδίκου και σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, είτε μέσω αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα κατά την ακρόαση της αίτησης είτε με συνδυασμό αυτών ανάλογα βέβαια με το ποιος έχει την ευθύνη να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Η πλευρά των αιτητών δεν απάντησε με οποιοδήποτε τρόπο στους εν λόγω ισχυρισμούς της ένστασης, ούτε ζήτησε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα εναγόμενο 4 με αποτέλεσμα οι συγκεκριμένες θέσεις του τελευταίου να παραμείνουν αναντίλεκτες. Στο στάδιο των αγορεύσεων υποστηρίχτηκε ότι ο εναγόμενος 4 είναι ο πρωταγωνιστής και εκτελεστής του «δόλιου σχεδιασμού» των εναγόμενων που όμως ουδέποτε προωθήθηκε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση των εναγόντων ή μέσω αντεξέτασης έτσι ώστε να ελεγχθεί με οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία η θέση αυτή των εναγόντων. Τούτου δεδομένου τα όσα έχουν τεθεί από τον εναγόμενο 4 σε σχέση με την άρνηση του ότι ο ίδιος είχε οποιαδήποτε συμμετοχή σε οποιαδήποτε εξαπάτηση των εναγόντων αλλά ο ίδιος ενεργούσε ως υπάλληλος και με βάση τις οδηγίες των εναγομένων 1-3 παρέμειναν αναπάντητα. Είναι επίσης σημαντικό ότι ενώ οι ενάγοντες όπως ισχυρίζονται στη ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση τους προέβηκαν σε έρευνες αναφορικά με τους εναγόμενους 1, εντούτοις, δεν έχουν θέσει οποιαδήποτε στοιχεία που έστω να υποδεικνύουν κατά πόσο αυτοί παρέστησαν ψευδώς ότι εμπορεύονται ως αντιπρόσωποι (franchisers) της εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων - Ισπανικών συμφερόντων - γνωστής ως 'GoldCar Rentals'. Κυρίως όμως ακόμα και εάν αυτό γινόταν αποδεκτό , ότι δηλαδή οι εναγόμενοι 1 δεν είναι όπως οι ίδιοι παρουσιάσθηκαν αντιπρόσωποι της πιο πάνω αναφερομένης εταιρείας, δεν έχουν τεθεί οποιαδήποτε στοιχεία που να υποδεικνύουν τη γνώση του εναγόμενου 4 για το γεγονός αυτό. Αναντίλεκτη παρέμεινε επίσης η θέση του εναγόμενου 4 σύμφωνα με την οποία ο ίδιος προσωπικά δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου διαπιστώνεται πως δεν αμφισβητείται ότι ο εναγόμενος 4 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε ο ίδιος οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τους ενάγοντες. Η ιδιότητα του ως υπαλλήλου των εναγόμενων 1, 2 και 3 δηλώνεται άλλωστε και από τους ίδιους τους ενάγοντες στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της αίτησης όπου μάλιστα αναφέρουν ότι ο εναγόμενος 4 τους προσέγγισε εκ μέρους των εναγόμενων 1. Περαιτέρω διαπιστώνεται τόσο από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος (τεκμ. 4) βάσει του οποίου ξεκίνησε η επίδικη συμφωνία συνεργασίας όσο και από την ένορκη δήλωση των εναγόντων, ότι το εν λόγω μήνυμα στάλθηκε από τον εναγόμενο 4 όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά ενεργώντας εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόμενων 1. Αναντίλεκτος παραμένει επίσης ο ισχυρισμός του εναγόμενου 4 ότι στα πλαίσια της πιο πάνω συνεργασίας οι ενάγοντες απέστελλαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην εναγόμενη 1 εταιρεία τα τιμολόγια τους με τις εκάστοτε χρεώσεις των ενοικιαζόμενων αυτοκινήτων και αποκλειστική ευθύνη για την εξόφληση τους είχαν οι εναγόμενοι 1 , 2 και 3. Ο ισχυρισμός δε του εναγόμενου 4 ότι ο ίδιος ουδέποτε ήταν υπεύθυνος για την τήρηση και διαχείριση οποιωνδήποτε χρημάτων ή λογαριασμών της εναγόμενης 1 εταιρείας και ουδέποτε είχε πρόσβαση σε αυτά, όχι μόνο παρέμεινε αναντίλεκτος αλλά ενισχύεται και από τον ισχυρισμό των εναγόντων (βλ. παρ. 20 της ένορκης δήλωσης της αίτησης) όπου αναφέρεται ότι οι πληρωμές εκ μέρους των πελατών των εναγόμενων 1 γίνονταν μέσω διαδικτύου με κατάθεση σε λογαριασμό των εναγόμενων 1 που βρίσκεται στο εξωτερικό. Από τα στοιχεία συνεπώς που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου διαπιστώνεται πως δεν ικανοποιείται στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής και πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου 4. Παρά την πιο πάνω κατάληξη η οποία και προδικάζει την τύχη της αίτησης κρίνω όπως για σκοπούς πληρότητας εξετάσω και τη τρίτη προϋπόθεση. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η αφερεγγυότητα (ή η δυσκολία εκτέλεσης), από μόνη της δεν θεμελιώνει την τρίτη προϋπόθεση. Είναι στοιχείο όμως το οποίο, ενόψει των δεδομένων κάθε υπόθεσης, λαμβάνεται υπόψη (βλ. Pastella Marin Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd,
(1987)1 A.A.Δ. 583,) εφόσον με τη μη έκδοση διατάγματος θα καθίστατο αναποτελεσματική η δικαστική διαδικασία (βλ. επίσης Barley Johnson v. Yuill,
(1980)1 A.E.E.R 190 και Poldava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1301). Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στους αιτητές στο τελικό στάδιο, ανάλογα βέβαια πάντοτε με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εκεί όπου οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία ή εκεί που σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελεστεί η απόφαση. Η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Στην κρινόμενη περίπτωση το θέμα αφορά κατά την κρίση μου θέμα αποζημίωσης για συγκεκριμένο μάλιστα ποσό για το οποίο όπως αναφέρεται και πιο πάνω έχει ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγόμενων 2 και 3. Διαπιστώνεται ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και ή άλλα στοιχεία που να δεικνύουν ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής εναντίον του εναγόμενου 4, ο οποίος όπως προκύπτει είναι κύπριος και διαμένει στην επαρχία Λεμεσού, δεν θα μπορούν να εκτελέσουν την απόφαση. Και αυτό σε αντίθεση με τους υπόλοιπους εναγόμενους 1-3 για τους οποίους αναφέρουν ότι αυτοί είναι αλλοδαποί, βρίσκονται στο εξωτερικό όπου και διατηρούν λογαριασμούς και δεν έχουν οποιανδήποτε ακίνητη περιουσία στη Κύπρο. Η γενική και αόριστη θέση των εναγόντων ότι δημιουργούνται ερωτήματα σε σχέση με την τωρινή και μελλοντική φερεγγυότητα του εναγόμενου 4, όπως αυτή τέθηκε από το συνήγορο τους κατά την αγόρευση που εν πάση περιπτώσει δεν είναι το σωστό μέτρο και βήμα για την εισαγωγή μαρτυρίας, ουδόλως αναπληρώνει το κενό που παρουσιάζει η μαρτυρία των εναγόντων σε σχέση με την στοιχειοθέτηση της τρίτης προϋπόθεσης. Με βάση συνεπώς τα γεγονότα όπως διαγράφονται στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι οι ενάγοντες δεν έχουν ικανοποιήσει ούτε το τρίτο κριτήριο που θέτει η νομολογία μας. Τέλος και ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω, ότι αυτό κλίνει υπέρ του Καθ' ου η αίτηση - εναγόμενου 4 αφού τούτο κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι, οι ενάγοντες- αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση των διαταγμάτων εναντίον του εναγόμενου 4 και ως εκ τούτου η αίτηση εναντίον του απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενου 4 και εναντίον των Εναγόντων- Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other action/Interim (Αναφορά: Πολιτική - Προσωρινό διάταγμα). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.