← Κύπρος

ΣΟΦΙΑ ΜΠΟΥΝΤΑΚΙΔΟΥ κ.α. ν. ΗΕLLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5786/14, 22/12/2017

ΣΟΦΙΑ ΜΠΟΥΝΤΑΚΙΔΟΥ κ.α. ν. ΗΕLLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5786/14, 22/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A414 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5786/14 Μεταξύ:

  1. ΣΟΦΙΑ ΜΠΟΥΝΤΑΚΙΔΟΥ
  2. ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ Εναγόντων και ΗΕLLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED
  3. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 22.12.2017 Για Ενάγοντες 1 και 2 - Αιτητές 1 και 2: κ. Μ. Ιωάννου. Για Εναγόμενους 1 - Καθ' ων η αίτηση 1: κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 2 - Καθ' ου η αίτηση 2: κα Μ. Αναστασίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 30.12.14, οι Ενάγοντες αξιώνουν βασικά τα ακόλουθα: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή εσφαλμένα και/ή αδικαιολόγητα οι Εναγόμενοι παγοποίησαν τον τραπεζικό λογαριασμό τους υπ' αρ. 240-01-378082-
  4. Β. Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους από του να επεμβαίνουν στον πιο πάνω τραπεζικό λογαριασμό. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το υπόλοιπο ποσό που ήταν κατατεθειμένο στον εν λόγω λογαριασμό κατά τις 12.12.14 δηλ. €68.309,80 είναι αποκλειστική ιδιοκτησία των Εναγόντων και οι Εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα να το κατακρατούν. Δ. Απόφαση εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το πιο πάνω ποσό. Ε. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να ελευθερώσουν και/ή αποδεσμεύσουν τον πιο πάνω τραπεζικό λογαριασμό. Ζ. Αποζημιώσεις για παράβαση και/ή αθέτηση συμφωνίας εναντίον των Εναγομένων
  5. Η. Αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση χρημάτων και/ή παράνομη και/ή αδικαιολόγητη δέσμευση του λογαριασμού εναντίον και των δύο Εναγομένων. Την ίδια ημερομηνία οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής (στο εξής η παρούσα αίτηση), ως ακολούθως: Α. Διάταγμα το οποίο να διατάττει τους Εναγόμενους 1 και 2 όπως αποδεσμεύσουν και/ή ελευθερώσουν τον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό τον οποίο οι Ενάγοντες διατηρούν στους Εναγόμενους
  6. Β. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγομένους να επεμβαίνουν στον εν λόγω λογαριασμό και να παγοποιούν και/ή δεσμεύουν αυτόν. Γ. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους να προβαίνουν σε πράξεις κατά τρόπον ώστε να εμποδίζουν τους Ενάγοντες από του να έχουν πρόσβαση στον εν λόγω λογαριασμό. Δ. Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 9(1-4) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 32, 41 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις Δ.39 Κ.1, 2 και Δ.48 Κ.1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις γενικές αρχές, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας
  7. Ορίστηκε δε για πρώτη φορά στις 7.1.15, όταν το Δικαστήριο κρίνοντας ότι δεν μπορεί να της επιληφθεί μονομερώς, ζήτησε από τους συνηγόρους των Εναγόντων να επιλέξουν είτε να την επιδώσουν είτε να αγορεύσουν. Οι συνήγοροι ζήτησαν να επιδώσουν την Αίτηση, όπερ και εγένετο. Κατόπιν δε άδειας του Δικαστηρίου, οι Αιτητές καταχώρησαν στις 19.10.16 συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τους. Στην συνέχεια κρίνεται ότι θα πρέπει να παρατεθεί το ιστορικό της υπόθεσης ώστε να καταδειχθεί που οφείλεται η καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας. Το ιστορικό αυτό ως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης έχει συνοπτικά ως ακολούθως: · Στις 9.2.15 οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν ένσταση στην παρούσα, κάτι που έπραξαν στις 20.2.15 και οι Εναγόμενοι
  8. · Στις 17.2.15 οι Ενάγοντες καταχώρησαν δύο ξεχωριστές αιτήσεις εναντίον ενός εκάστου των Εναγομένων 1 και 2, λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης. Την ίδια ημέρα η παρούσα ορίσθηκε για οδηγίες στις 28.5.
  9. · Στις 8.4.15 δόθηκε χρόνο στους Εναγόμενους 1 να καταχωρήσουν υπεράσπιση μέχρι τις 28.5.
  10. · Στις 22.4.15 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση των Εναγομένων 2, στην παρούσα. · Στις 25.5.15 οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν έκθεση υπεράσπισης. · Στις 28.5.15 αποσύρθηκε η αίτηση για απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και δόθηκε περαιτέρω χρόνος για καταχώρηση της υπεράσπισης του Εναγόμενου 2, μέχρι τις 2.7.15, ημερομηνία κατά την οποία ορίσθηκε για επίδοση η αίτηση αντεξέτασης και για οδηγίες η παρούσα. · Στις 2.7.15 και 28.9.15 δόθηκε περαιτέρω χρόνος για καταχώρηση της υπεράσπισης του Εναγόμενου 2, και τις ίδιες ημερομηνίες ορίσθηκαν για ακρόαση η αίτηση αντεξέτασης και για οδηγίες η παρούσα. · Στις 23.11.15 ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε την έκθεση υπεράσπισης του καθώς και ένσταση στην αίτηση για αντεξέταση. · Την 1.12.15 αποσύρθηκε η αίτηση για απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 2 και η αίτηση για αντεξέταση και η παρούσα ορίσθηκαν για οδηγίες στις 9.2.
  11. · Στις 8.1.16 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην παρούσα. · Στις 9.2.16 η αίτηση για αντεξέταση και η παρούσα ορίσθηκαν για οδηγίες στις 22.2.16 και στην συνέχεια ορίσθηκαν εκ νέου για οδηγίες στις 28.3.
  12. Στις 28.3.16 η αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Εναγόντων ορίσθηκε για ακρόαση στις 9.5.16, ημερομηνία για την οποία ορίσθηκε για οδηγίες η αίτηση για αντεξέταση. · Στις 28.4.16 ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. · Στις 9.5.16 η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 13.6.16, ημερομηνία κατά την οποία ορίσθηκαν για οδηγίες τόσο η παρούσα όσο και η αίτηση για αντεξέταση. Στις 13.6.16 διεξήχθη η ακρόαση της αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. · Στις 18.10.16 με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους Ενάγοντες, η οποία καταχωρήθηκε στις 19.10.
  13. Στις 18.10.16 οι αιτήσεις αντεξέτασης και η παρούσα ορίσθηκαν για οδηγίες στις 18.11.
  14. · Στις 18.11.16 η αίτηση για αντεξέταση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 8.2.17, ημερομηνία κατά την οποία ορίσθηκε για οδηγίες η παρούσα. Στις 8.2.17 διεξήχθη η ακρόαση της αίτησης για αντεξέταση και η παρούσα ορίσθηκε για οδηγίες την 1.3.
  15. Την 1.3.17 η παρούσα ορίσθηκε εκ νέου για οδηγίες στις 23.3.
  16. · Την 1.3.17 ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένσταση του στην παρούσα. · Στις 23.3.17 το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του απέρριψε την αίτηση για αντεξέταση. Την ίδια ημέρα η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 ορίσθηκε για ακρόαση στις 3.5.17, ημερομηνία για την οποία παρέμεινε για οδηγίες η παρούσα. Στις 3.5.17 η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 αποσύρθηκε άνευ βλάβης και η παρούσα ορίσθηκε για οδηγίες στις 28.6.
  17. · Στις 12.5.17 ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε νέα αίτηση για να του δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένσταση του στην παρούσα. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 6.6.17 σχετική ένσταση. · Στις 28.6.17 η αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ορίσθηκε για ακρόαση στις 22.9.17, ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση άδεια για τροποποίηση της ένστασης τους, η οποία και δόθηκε. Στην συνέχεια η εν λόγω αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 13.10.17, ημερομηνία κατά την οποία ορίσθηκε για οδηγίες η παρούσα. · Στις 13.10.17 ζητήθηκε σύντομη αναβολή της ακρόασης της αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση καθότι, ως δήλωσαν οι συνήγοροι των διαδίκων, ήθελαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο να αποσυρθούν όλες οι εκκρεμούσες αιτήσεις. Τόσο η εν λόγω αίτηση όσο και η παρούσα ορίσθηκαν εκ νέου στις 17.10.17, οπόταν και τελικά προχώρησε η ακρόαση της αίτησης για συμπληρωματικής ένορκης δήλωση και η παρούσα παρέμεινε για οδηγίες κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφαση στην εν λόγω αίτηση. · Στις 30.10.17 το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του επέτρεψε στον Εναγόμενο 2 την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Την ίδια μέρα η παρούσα ορίσθηκε για ακρόαση στις 15.12.17 οπόταν και διεξήχθη η ακρόαση της. Στο μεταξύ καταχωρήθηκε στις 3.11.17 η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
  18. Στην ένσταση των Εναγομένων 1 (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση 1) εγείρονται βασικά οι ακόλουθοι λόγοι:
  19. Η αίτηση στερείται πραγματικού και νομικού υποβάθρου και/ή στηρίζεται σε λανθασμένο δικονομικό και/ή πραγματικό υπόβαθρο.
  20. Η αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων όπως προβλέπεται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και ιδιαίτερα την ύπαρξη βάσης αγωγής και/ή αγώγιμου δικαιώματος με καλή προοπτική επιτυχίας.
  21. Οι Αιτητές παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και/ή τα παρουσίασαν διαστρεβλωμένα με στόχο την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 1, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αντωνίας Τσούκκα, λειτουργού του Τμήματος Λογαριασμών και Ανάπτυξης Εργασιών αυτών. Στην ένσταση του Εναγόμενου 2 (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση 2) εγείρονται βασικά οι ακόλουθοι λόγοι:
  22. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν έναντι του Καθ' ου η αίτηση 2 οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή βάση και/ή αιτία αγωγής ούτε η αίτησή τους συνδέεται με οποιαδήποτε βάση αγωγής.
  23. Ο επίδικος τραπεζικός λογαριασμός και/ή το υπόλοιπο αυτού είναι δεσμευμένα και/ή παγοποιημένα δυνάμει Διατάγματος Παγώματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 30.12.14 το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των προνοιών των περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμων του 2007 έως
  24. Η αίτηση γίνεται καταχρηστικά και/ή είναι άνευ αντικειμένου εφόσον υπάρχει σε ισχύ σχετικό Διάταγμα Παγώματος ημερ. 30.12.
  25. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα ούτε να ακυρώσει άμεσα ή έμμεσα το Διάταγμα Παγώματος ημερ. 30.12.
  26. Η αίτηση αποτελεί κατάφορη κατάχρηση των διαδικασιών και δικαιοδοσιών των Δικαστηρίων για επίτευξη του ίδιου στόχου.
  27. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  28. Οι Αιτητές δεν προέβηκαν σε πλήρη αποκάλυψη των αληθινών γεγονότων. Η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 2, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αστ. 709, του Γραφείου Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Τ.Α.Ε.) Λεμεσού. Ως δε έχει λεχθεί, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, προς υποστήριξη της ένστασης του Καθ' ου η αίτηση 2, καταχωρήθηκε στις 3.11.17 συμπληρωματική ένορκη δήλωση και πάλι από τον Αστ.
  29. Στο σημείο αυτό, για σκοπούς οικονομίας της απόφασης, δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το περιεχόμενο των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων. Σχετική αναφορά θα γίνει στην συνέχεια, στο μέτρο που αυτό κριθεί αναγκαίο. Στα πλαίσια ακρόασης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Οι αγορεύσεις αυτές έχουν μελετηθεί προσεκτικά, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Νομική πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Odysseos v. Pieris Estates and another

(1982)1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, και
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως και πάλι δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos ανωτέρω, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι. Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση δηλ. να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις ("pleadings"). Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία δηλ. πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον Ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Δηλ. πρέπει να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον Ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των οποιωνδήποτε προσωρινών διαταγμάτων το φέρει ο Αιτητής (βλ. Iacovou Brothers v Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1377). Εξέταση της αίτησης Εξετάζοντας τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην έκθεση απαίτησης τους οι Αιτητές, στην βάση γεγονότων τα οποία επαναλαμβάνουν στα πλαίσια της παρούσας, ισχυρίζονται ότι η παγοποίηση του επίδικου λογαριασμού είναι πράξη παράνομη, αυθαίρετη και αδικαιολόγητη και αποτελεί επίσης παράβαση και/ή αθέτηση συμφωνίας από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση 1, καθότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση και/ή χωρίς οποιοδήποτε λόγο. Επίσης αναφέρουν ότι εγείρουν την αγωγή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 2, ως εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού οι Καθ' ων η αίτηση 1 με την επιστολή τους ημερ. 15.12.14 ισχυρίσθηκαν ότι ο λογαριασμός δεσμεύθηκε με οδηγίες νόμιμων Κυπριακών Αρχών, χωρίς όμως να λάβουν οποιαδήποτε ειδοποίηση από τέτοια Αρχή είτε προειδοποίηση είτε ενημέρωση για τον οικονομικό τους προγραμματισμό σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους και εάν οι εν λόγω Αρχές έπραξαν κάτι τέτοιο είναι παράνομο, αυθαίρετο, εσφαλμένο και αδικαιολόγητο. Αναφορικά δε με το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζουν οι Αιτητές την παρούσα, τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, ως προβάλλονται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται, είναι τα ακόλουθα: Από την 5.10.06 οι Αιτητές, οι οποίοι είναι ανδρόγυνο, διατηρούν στους Καθ' ων η αίτηση 1, τον επίδικο κοινό τρεχούμενο τραπεζιτικό λογαριασμό (στο εξής ο λογαριασμός). Ο Αστ. 709 του Γραφείου Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Τ.Α.Ε.) Λεμεσού, μετά από καταγγελία που έγινε στην Αστυνομία από Ρώσο επιχειρηματία, διερευνούσε εναντίον των Αιτητών και άλλων 4 προσώπων, υπόθεση που αφορούσε την διάπραξη των αδικημάτων της συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της κλοπής από διευθυντή, της συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της απάτης, της συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, της κλοπής από διευθυντή εταιρείας, της απάτης, της απόσπαση περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις καθώς και αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα οποία φαίνονταν να διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 16.6.09 - 30.5.14 στην Λεμεσό. Κατά ή περί τις 9.12.14 το πιο πάνω Γραφείο ενημέρωσε την Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης της Νομικής Υπηρεσίας (ΜΟΚΑΣ) ότι ξεκίνησε η διερεύνηση της εν λόγω υπόθεσης. Στις 12.12.14, στα πλαίσια διερεύνησης πιθανής διάπραξης, από διάφορα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και οι Αιτητές, αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του άρθρου 4 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 88(Ι)/07 (στο εξής ο Νόμος), η ΜΟΚΑΣ εξέδωσε, δυνάμει του άρθρου 55
(1)(ε) του Νόμου, Οδηγία για αναστολή ή μη εκτέλεση οποιοσδήποτε συναλλαγής ανάληψης χρημάτων για περίοδο μιας εργάσιμης ημέρας, από τους λογαριασμούς διαφόρων προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι Αιτητές. Η Οδηγία αυτή παραλήφθηκε την ίδια ημέρα από τους Καθ' ων η αίτηση
  1. Την ίδια ημέρα η Αιτήτρια 1 επισκέφθηκε κατάστημα των Καθ' ων η αίτηση 1 προκειμένου να αποσύρει χρήματα από τον επίδικο λογαριασμό και πληροφορήθηκε ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε και δεσμεύτηκε. Όταν ζήτησε από τον υπεύθυνο του καταστήματος να της δώσει συγκεκριμένους λόγους για την παγοποίηση του λογαριασμού, την παρέπεμψε σε άλλο κατάστημα των Καθ' ων η αίτηση
  2. Την ίδια ημέρα η Αιτήτρια 1 επισκέφθηκε το άλλο κατάστημα και ο εκεί υπεύθυνος την πληροφόρησε ότι ο λογαριασμός δεσμεύθηκε με οδηγίες κρατικού και κυβερνητικού οργανισμού. Η ισχύς της πιο πάνω Οδηγίας παρατάθηκε στις 15.12.14, για περίοδο τριών εργάσιμων ημερών, στις 19.12.14, για περίοδο ακόμα δύο εργάσιμων ημερών και στις 23.12.14, για περίοδο ακόμα δύο εργάσιμων ημερών. Οι Αιτητές έδωσαν οδηγίες στον δικηγόρο τους και μετά από δύο επιστολές που αυτός έστειλε στους Καθ' ων η αίτηση 1, οι τελευταίοι του απάντησαν με επιστολή ημερ. 15.12.14 ότι έλαβαν οδηγίες από «επίσημες αρχές επιβολής του Νόμου στην Κύπρο» («official law enforcement authorities in Cyprus») να δεσμευθούν τα ποσά που είναι κατατεθειμένα στον λογαριασμό. Στις 30.12.14 με την Αίτηση Αρ. 84/14, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ζήτησε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και το εν λόγω Δικαστήριο εξέδωσε την ίδια μέρα, Διάταγμα Παγώματος (στο εξής το Διάταγμα) με το οποίο απαγορεύεται η συναλλαγή με οποιονδήποτε τρόπο συγκεκριμένων χρηματικών ποσών τα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς των υπόπτων, μεταξύ των οποίων και του επίδικου λογαριασμού των Αιτητών. Το Διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 12.1.
  3. Στις 30.12.14 το Διάταγμα επιδόθηκε στους Καθ' ων η αίτηση
  4. Στις 12.1.15 καταχωρήθηκε ένσταση στο εν λόγω Διάταγμα. Ακολούθησε ακροαματική διαδικασία αναφορικά με την οριστικοποίηση του Διατάγματος και στις 17.3.15 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με απόφαση του οριστικοποίησε το Διάταγμα. Μετά από αυτό οι Αιτητές καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, τρεις αιτήσεις για ακύρωση του Διατάγματος ήτοι τις αιτήσεις ημερ. 4.5.15, 23.7.15 και 16.2.15, οι οποίες απορρίφθηκαν με αντίστοιχες αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 8.7.15, 11.3.16 και 12.1.
  5. Εν τω μεταξύ στις 14.9.15 καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση με αρ. 17573/2015 στην οποία η Αιτήτρια 1 είναι κατηγορούμενη ενώ ο Αιτητής 2 δεν είναι κατηγορούμενος. Οι αξιώσεις των Αιτητών εναντίον και των δύο Καθ' ων η αίτηση, ως προκύπτουν από την έκθεση απαίτησης τους, εδράζονται βασικά στον ισχυρισμό ότι η παγοποίηση του επίδικου λογαριασμού, χωρίς να λάβουν οποιαδήποτε ειδοποίηση, προειδοποίηση ή ενημέρωση, είναι παράνομη. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι αυτό ταυτόχρονα αποτελεί και παράβαση και/ή αθέτηση συμφωνίας από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση
  6. Ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, η Οδηγία ημερ. 12.12.14 για αναστολή ή μη εκτέλεση οποιοσδήποτε συναλλαγής ανάληψης χρημάτων από τον επίδικο λογαριασμό, εκδόθηκε από την ΜΟΚΑΣ, στα πλαίσια διερεύνησης πιθανής διάπραξης αδικημάτων, κατά παράβαση του άρθρου 4 του Νόμου. Η ΜΟΚΑΣ έχει τέτοια εξουσία δυνάμει του άρθρου 55
(1)(ε) του Νόμου, το οποίο προβλέπει ότι «δίδει εντολή προς πρόσωπα που ασκούν χρηµατοοικονοµικές ή άλλες δραστηριότητες για την αναστολή ή µη εκτέλεση συναλλαγής ή τον έλεγχο της κίνησης τραπεζικού λογαριασµού, όταν υπάρχει εύλογη υποψία ότι η συναλλαγή σχετίζεται µε νοµιµοποίηση εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες ή χρηµατοδότηση της τροµοκρατίας». Η εν λόγω Οδηγία παραδόθηκε την ίδια ημέρα στους Καθ' ων η αίτηση 1, οι οποίοι ως πρόσωπο που ασκεί χρηµατοοικονοµικές δραστηριότητες, ήταν εκ του Νόμου υποχρεωμένες να συμμορφωθούν. Η ισχύς της Οδηγίας παρατάθηκε από την ΜΟΚΑΣ με ενημέρωση προς τους Καθ' ων η αίτηση 1 μέχρι και τις 30.12.14 που κατόπιν της Αίτησης Αρ.84/14, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε το Διάταγμα Παγώματος. Το εν λόγω Δικαστήριο είχε τέτοια εξουσία, δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ούτε η έκδοση Οδηγίας ούτε Διατάγματος της φύσης των προαναφερομένων, προϋποθέτει ή προβλέπει ότι θα πρέπει να δοθεί προειδοποίηση ή ενημέρωση στα πρόσωπα που τα αφορά και αυτό για ευνόητους λόγους, οι οποίοι είναι άμεσα συνυφασμένοι με την φύση της διαδικασίας και την επίτευξη των σκοπών του Νόμου, χωρίς παρεμπόδιση από οποιαδήποτε πρόσωπα. Μετά την έκδοση του Διατάγματος, οι Καθ' ων η αίτηση 1 έλαβαν γνώση αυτού και προφανώς ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφωθούν με αυτό καθότι διαφορετικά θα προέβαιναν σε παρακοή Δικαστικού Διατάγματος. Υπό τις περιστάσεις αυτές κρίνεται λοιπόν άνευ ερείσματος και η θέση των Αιτητών ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 παρέβηκαν την συμφωνία που είχαν μαζί τους, όσον αφορά την ύπαρξη και λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και την διάθεση των ποσών που βρίσκονται κατατεθειμένα σε αυτόν. Εδώ να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Νόμος στο άρθρο 71 προβλέπει ότι η «µη εκτέλεση ή η καθυστέρηση εκτέλεσης οποιασδήποτε συναλλαγής για λογαριασµό πελάτη, από πρόσωπο που διεξάγει χρηµατοοικονοµικές ή άλλες δραστηριότητες δε θα λογίζεται ως παράβαση οποιασδήποτε συµβατικής ή άλλης υποχρέωσης του εν λόγω προσώπου προς τον πελάτη του αν οφείλεται (α) στη µη παροχή επαρκών στοιχείων ή πληροφοριών για τη φύση και τον οικονοµικό ή εµπορικό σκοπό της συναλλαγής, ή/και (ii) τα εµπλεκόµενα µέρη, ή (β) στη γνώση ότι τα χρήµατα που βρίσκονται σε πίστη του λογαριασµού ή η συναλλαγή, πιθανόν να συνδέονται µε αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες ή χρηµατοδότησης της τροµοκρατίας ή µε τη διάπραξη άλλου ποινικού αδικήµατος». Εάν λοιπόν στις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 71 τέτοια συμπεριφορά που είναι το ελάσσον, δεν συνιστά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να υφίσταται στην προκειμένη όπου υπάρχει Δικαστικό Διάταγμα που το απαγορεύει, που είναι το μείζον. Ο επίδικος λογαριασμός είναι κοινός, στο όνομα και των δύο Αιτητών. Αποτελεί όμως θέση αυτών ότι τα χρήματα στον λογαριασμό ανήκουν στον Αιτητή 2 και ενόψει του ότι ο λογαριασμός δεσμεύθηκε κατά την διερεύνηση διάπραξης ποινικών αδικημάτων και τελικά διαφάνηκε ότι ο Αιτητής 2 δεν διέπραξε οποιαδήποτε αδικήματα, εξ ου και δεν είναι κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση αρ. 17573/15, τότε θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η θέση όμως ότι τα χρήματα στον λογαριασμό ανήκουν στον Αιτητή 2 δεν κρίνεται πειστική και εξηγώ. Τόσο την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση όσο και την συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε από πλευράς Αιτητών, την κάνει η Αιτήτρια 1. Αυτή στην πρώτη της ένορκη δήλωση ανέφερε εξ αρχής ότι ο λογαριασμός είναι κοινός και έδωσε και αρκετές λεπτομέρειες από τις οποίες το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι τα χρήματα σε αυτόν ανήκουν και στους δύο και χρησιμοποιούνται για τις κοινές τους υποχρεώσεις. Συνοπτικά ανέφερε ότι ο λογαριασμός υπήρχε από τις 5.10.06, ότι υπήρχε δάνειο το οποίο έχει εξοφληθεί και παρέμεινε ο λογαριασμός στον οποίο κατέθεταν διάφορα ποσά όπως εισοδήματα από την εργασία τους καθώς και μέρος του προϊόντος πώλησης του διαμερίσματος τους στην Λεμεσό, κατόπιν συμφωνίας ημερομηνίας 24.10.13. Από τον λογαριασμό πλήρωναν τα προσωπικά τους έξοδα και απέσυραν χρήματα προκειμένου να πληρώσουν σε άλλη τράπεζα μηνιαία δόση δανείου που είχαν και ασφάλεια ζωής. Σε όλη δε την ένορκη της δήλωση αναφέρεται σε λογαριασμό τους (πληθυντικός αριθμός) και επίσης παραπονείται ότι η δέσμευση του έγινε χωρίς να τους δοθεί οποιαδήποτε προειδοποίηση από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή είτε ενημέρωση ώστε να κάνουν τον οικονομικό προγραμματισμό τους σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους αφού από αυτό τον λογαριασμό πλήρωναν τις υποχρεώσεις τους και συντηρούσαν την οικογένεια τους και με την δέσμευση του δεν μπορούν να καλύψουν τα προσωπικά τους έξοδα και τις υποχρεώσεις τους. Πάρα δε τα πιο πάνω, που δείχνουν σαφώς ότι τα χρήματα στον λογαριασμό είναι κοινά, με την συμπληρωματική ένορκη της δήλωση, την οποία έκανε 22 μήνες μετά, η Αιτήτρια 1 αναφέρει ότι τα χρήματα «ανήκουν στην ουσία» στον Αιτητή 2, χωρίς να δώσει άλλες λεπτομέρειες και χωρίς να αναφέρει κάτι που να διαφοροποιεί τα όσα είπε στην πρώτη της ένορκη δήλωση. Το πιο πάνω αποτελεί προφανώς εκ των υστέρων σκέψη της, μετά που έγινε γνωστό ότι στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε, ο Αιτητής 2 δεν είναι κατηγορούμενος, ώστε να διαφοροποιήσει τα γεγονότα και να πείσει ότι ενόψει αυτών δεν υπάρχει ανάγκη να εξακολουθήσει να είναι δεσμευμένος ο λογαριασμός. Ως δε έχει νομολογηθεί ένας κοινός λογαριασμός είναι κατά το Νόμο απλώς ένα χρέος το οποίο οφείλεται στους δικαιούχους του λογαριασμού από κοινού (βλ. Πουγεράσης κ.α. ν. Παπαφιλίππου
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1283). Όσον δε αφορά το ποιος μπορεί να αποσύρει λεφτά από ένα λογαριασμό σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Iacovides v. Schiza and others
(1967)1 C.L.R. 323: «We think that the law is well settled on this point and it is to be conveniently found summarised in the case of Re Bishop (deceased). National Provincial Bank, Ltd. v. Bishop and Others [1965] 1 All E.R. 249, Ch. D. The learned Judge in that case (Stamp J.) following Re Young[1885] 28 Ch. D. 705, said that the established principle was that where spouses opened a joint account on terms that cheques might be drawn by either, "in the absence of some circumstances or some evidence of intention that the joint account was to have a limited operation or was set up and kept up for some special purpose, each spouse has power to draw on the joint account not only for the benefit of both spouses but also for his or her own benefit. In the absence of some circumstances from which one infers an agreement to the contrary, one must treat the joint account as truly a joint account, a joint account on which each party has power to draw to take the money out of the ambit of the joint account and to employ as he or she thinks fit either for his own purposes or not and if he does draw money out and invests it in his own name I see no room for any inference that he holds that investment on trust for himself and his wife either in equal shares or in any other shares" (at pages 253 I—254 A of the Report)». Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι στην απουσία περιστάσεων ή μαρτυρίας που να δείχνουν πρόθεση, ο κοινός λογαριασμός ενός ζεύγους, να έχει περιορισμένη λειτουργία ή να έχει γίνει και να διατηρείται για ένα ειδικό σκοπό, κάθε σύζυγος έχει εξουσία να αποσύρει χρήματα από τον λογαριασμό όχι μόνο προς όφελος και των δύο συζύγων αλλά και για το δικό του ή της όφελος. Συνεπώς υπό τις περιστάσεις της παρούσας εάν ο λογαριασμός αυτός αποδεσμευθεί για τον λόγο που αναφέρουν οι Αιτητές, τίποτε δεν εμποδίζει την Αιτήτρια 1 που αντιμετωπίζει την ποινική υπόθεση να αποσύρει όλο το ποσό του λογαριασμού για δικό της όφελος. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η πιο πάνω εξέταση δεν γίνεται για σκοπούς αξιολόγησης και κατάληξης σε ευρήματα αξιοπιστίας ή γεγονότων αναφορικά με την ουσία της παρούσας αγωγής. Αυτό είναι κάτι που θα γίνει στο τέλος αυτής, όταν θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο της μαρτυρίας. Τα πιο πάνω εξετάσθηκαν και τέθηκαν για τους σκοπούς και μόνο εξακρίβωσης εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για την θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32, ως προβλέπει η σχετική νομολογία (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Ως εκ των άνω και πάντα για τους συγκεκριμένους σκοπούς της παρούσας αίτησης και μόνο, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Παρά το ότι το πιο πάνω κρίνει μοιραία την τύχη της αίτησης θα εξετάσω κατά πόσο συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η υπό αναφορά προϋπόθεση ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Στην Parico ανωτέρω λέχθηκε σχετικά ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο αιτητής πετύχει στην αξίωση του στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο καθ' ου η αίτηση θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του αιτητή. Όσον αφορά την προϋπόθεση αυτή οι Αιτητές αναφέρουν ότι από τον επίδικο λογαριασμό πλήρωναν τις υποχρεώσεις τους και συντηρούσαν την οικογένεια τους και λόγω της παγοποίησης δεν μπορούν να καλύψουν τα προσωπικά τους έξοδα και τις υποχρεώσεις τους, μεταξύ των οποίων και η πληρωμή μηνιαίας δόσης δανείου και ασφάλειας ζωής που έχουν σε άλλη τράπεζα. Καταλήγουν ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι Καθ' ων η αίτηση ουδεμία ζημία θα υποστούν εν αντιθέση με τους ιδίους που ταλαιπωρούνται και αντιμετωπίζουν προβλήματα και εάν παραμείνει δεσμευμένος ο λογαριασμός δεν θα μπορούν να πληρώνουν την δόση δανείου και την ασφάλεια ζωής και υπάρχει κίνδυνος η άλλη τράπεζα να τερματίσει την συμφωνία δανείου, να τους επιβληθούν τόκοι υπερημερίας και να εγερθεί εναντίον τους αγωγή. Πέραν λοιπόν της μηνιαίας δόσης δανείου και ασφάλειας ζωής, οι Αιτητές αναφέρονται γενικά και αόριστα σε υποχρεώσεις που έχουν για προσωπικά έξοδα και συντήρηση της οικογένειας τους. Στην πρώτη ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται όμως ότι στον λογαριασμό κατέθεταν και εισοδήματα από την εργασίας τους, κάτι που δείχνει ότι εργάζονται και οι δύο. Συνεπώς δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα συντήρησης της οικογένειας ως προς τα ουσιώδη έξοδα διαβίωσης τους. Κάτι τέτοιο άλλωστε δεν προβάλλεται. Εκείνο που προβάλλεται είναι το θέμα της εξόφλησης της δόσης δανείου και ασφάλειας ζωής. Η ύπαρξη όμως τέτοια υποχρέωσης και ο κίνδυνος που υπάρχει για έγερση αγωγής λόγω της μη εκπλήρωσης της δεν αποτελούν κατά την κρίση μου από μόνα τους λόγο που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ισοδυναμεί με αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης στο τέλος της αγωγής. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι έχουν παρέλθει 3 σχεδόν χρόνια από την εν λόγω ένορκη δήλωση και μέχρι σήμερα καμία άλλη μαρτυρία έχουν προσκομίσει οι Αιτητές που να καταδεικνύει ότι αυτός ο κίνδυνος επήλθε ή έστω ότι εξακολουθεί να υπάρχει. Πέραν δε των πιο πάνω οι Αιτητές με την αγωγή τους αξιώνουν βασικά, πέραν από διατάγματα και δηλώσεις του Δικαστηρίου, απόφαση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για ποσό ίσης αξίας με αυτό που είναι κατατεθειμένο στον λογαριασμό τους, καθώς και αποζημιώσεις για παράβαση και/ή αθέτηση συμφωνίας εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση χρημάτων και/ή παράνομη και/ή αδικαιολόγητη δέσμευση του λογαριασμού εναντίον και των δύο Καθ' ων η αίτηση. Σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή τους θα λάβουν λοιπόν αποζημιώσεις, οι οποίες, με βάση την φύση τους, δεν είναι καθόλου δύσκολο να υπολογισθούν. Συνεπώς σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή οι Αιτητές θα αποζημιωθούν επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Περαιτέρω οι Αιτητές δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 είναι μη φερέγγυοι ώστε να υπάρχει κίνδυνος να μην λάβουν τις οποιεσδήποτε αποζημιώσεις τους επιδικασθούν. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  3. Παρά τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα: Ως φαίνεται από τα γεγονότα, το Διάταγμα έχει οριστικοποιηθεί και παρά την καταχώρηση αιτήσεων προς ακύρωση του, τόσο στο Επαρχιακό Δικαστήριο όσο και στο Ανώτατο Δικαστήριο, εξακολουθεί να υφίσταται και να ισχύει. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ουσιαστικά θα συνιστά ακύρωση του Διατάγματος ή θα καταστήσει αυτό ανίσχυρο. Ως έχει όμως νομολογηθεί η έκδοση, από ισότιμα Δικαστήρια, διαταγμάτων τα οποία συγκρούονται μεταξύ τους ή είναι αντιφατικά ή το ένα αναιρεί το άλλο, αποτελεί μορφή υπέρβασης ή έλλειψης δικαιοδοσίας, η οποία εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης και δημιουργεί αντινομία δικαίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των RCK Sports Ltd (Αρ.1)
(1993)1 Α.Α.Δ. 571, Χατζηαλεξάνδρου (Αρ. 2)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366, Αναφορικά με την Αίτηση των Russell Ritchie κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 639, Αναφορικά με την Αίτηση των FBME Card Services Ltd, Πολιτική Αίτηση Αρ. 41/2014, ημερ. 11.3.14 και Αναφορικά με την Αίτηση των Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd, Πολιτική Αίτηση Αρ. 129/2015, ημερ. 13.10.15). Κάτι τέτοιο μπορεί άλλωστε να οδηγήσει τους διαδίκους σε δίλημμα σε ποιο διάταγμα να υπακούσουν βρισκόμενοι έτσι αντιμέτωποι με τυχόν συνέπειες για παρακοή διατάγματος (βλ. Αντρέα ν. Takis D. Chamboulides Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 6). Ως εκ των άνω κρίνω περαιτέρω ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων από το παρόν Δικαστήριο θα συνιστά και υπέρβαση δικαιοδοσίας. Τέλος πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω θα εξετάσω και την θέση των Καθ' ων η αίτηση περί της κατάχρησης διαδικασίας μέσω της προώθησης της παρούσας. Ως έχει νομολογηθεί, τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης αυτών. Στην Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 αναφέρθηκε ότι «η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του». Στην Constantinides v. Vima
(1983)1 C.L.R 348 επεξηγήθηκε η φύση της σχετικής δικαιοδοσίας και λέχθηκε ότι η άσκηση της εξουσίας αυτής δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήση τους για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους τις προορίζει ο νόμος. Ως επίσης έχει νομολογηθεί η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides ανωτέρω, Re Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911 και Λούκος ν. Εθνική
(2001)1 Α.Α.Δ. 798). Λαμβάνεται επίσης υπόψην η αναγκαιότητα προστασίας της άλλης πλευράς, η οποία θα κληθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της σε μια δεύτερη διαδικασία παρόμοιας φύσεως (βλ. Λούκος ανωτέρω). Το Δικαστήριο με βάση τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα (βλ. Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385). Σε σχέση με το θέμα αυτό, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι οι Αιτητές με την παρούσα, η οποία καταχωρήθηκε στις 30.12.14 ζητούν διατάγματα τα οποία στην ουσία θα ακυρώνουν το Διάταγμα Παγώματος ημερ. 30.12.
  1. Για τον ίδιο όμως σκοπό καταχώρησαν ένσταση στην οριστικοποίηση του Διατάγματος, το οποίο οριστικοποιήθηκε μετά από ακρόαση στις 17.3.15 ενώ στην συνέχεια καταχώρησαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, τρεις αιτήσεις για ακύρωση του Διατάγματος ήτοι τις αιτήσεις ημερ. 4.5.15, 23.7.15 και 16.2.15, οι οποίες απορρίφθηκαν με αντίστοιχες αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 8.7.15, 11.3.16 και 12.1.
  2. Δεν περιορίσθηκαν όμως στα πιο πάνω αλλά καταχώρησαν και την Αίτηση Αρ. 47/15 για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, η οποία απορρίφθηκε στις 29.5.15 (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Ευγενίας Παρασκευαίδου κ.α., Πολιτική Έφεση 47/15, ημερ. 29.5.15). Πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι έγινε προσπάθεια από άλλα πρόσωπα για ακύρωση της απόφασης ημερ. 12.1.17 και πάλι με Αιτήσεις για έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων Certiorari και συγκεκριμένα την Αίτηση Αρ. 33/17 και 35/17, οι οποίες επίσης απορρίφθηκαν στις 14.3.17 και 16.3.
  3. Έχει επίσης αναφερθεί ότι οι Αιτητές έχουν ασκήσει και Εφέσεις για τα πιο πάνω, οι οποίες εκκρεμούν. Παρά το ότι η παρούσα αίτηση ήταν η πρώτη που καταχωρήθηκε και παρά το ότι μεσολάβησαν στο μεταξύ και όλες οι προαναφερόμενες διαδικασίες που επιδίωκαν τον ίδιο σκοπό, εντούτοις οι Αιτητές εξακολουθούν να προωθούν την παρούσα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω αβίαστα καταλήγω ότι η προώθηση της παρούσας διαδικασίας είναι καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη υπό τις περιστάσεις θα οδηγούσε στο παράλογο και άδικο αποτέλεσμα, κάθε διάδικος να έχει το δικαίωμα στη βάση των ίδιων ή ουσιαστικά των ίδιων γεγονότων να προβεί σε πολλαπλά και συνεχόμενα δικονομικά διαβήματα στην επιδίωξη του ίδιου σκοπού, μέχρι να πετύχει την επιδιωκόμενη θεραπεία, ανεξαρτήτως του χρόνου, των εξόδων αλλά και των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς, η οποία είναι αναγκασμένη να υπερασπισθεί εαυτόν κάθε φορά με το ανάλογο κόστος και συνέπειες (βλ. Loukos Trading Co Ltd κ.α. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταιγκ Κο Λτδ
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1014). Με δεδομένο λοιπόν ότι η άσκηση της σχετικής σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του (βλ. Constantinides ανωτέρω) κρίνω ότι η παρούσα θα πρέπει να απορριφθεί και για αυτόν τον λόγο. Καταληκτικά, για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 - Αιτητών 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.)................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Interim (Αστικά - Ενδιάμεση - Αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.