← Κύπρος

ALEXANDER GORBACHEV κ.α. ν. FIRST LINK MANAGEMENT SERVICES LTD υπό την ιδιότητα τους ως Καταπιστευματοδόχοι του εμπιστεύματος «THE GOALIVA TRUST" εκ Λ

ALEXANDER GORBACHEV κ.α. ν. FIRST LINK MANAGEMENT SERVICES LTD υπό την ιδιότητα τους ως Καταπιστευματοδόχοι του εμπιστεύματος «THE GOALIVA TRUST" εκ Λεμεσού κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 103/2016, 19/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A399 Αρ. Γεν. Αίτησης: 103/2016 ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 1992 ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ Και ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΜΑ «THE GOALIVA TRUST" Και EΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΠΑΥΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ - ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΔΟΧΟΥ ΤΟΥ GOALIVA TRUST Μεταξύ:

  1. ALEXANDER GORBACHEV, από Ρωσία και τώρα εις Αγγλία
  2. LARISA SMIRNOVA, από Ρωσία και τώρα εις Αγγλία
  3. ΙVAN GORBACHEV, από Ρωσία και τώρα εις Αγγλία, ανήλικος μέσω των Φυσικών του γονέων και κηδεμόνων Alexander Gorbachev και Larisa Smirnova
  4. ΑLEXANDRA GORBACHEVA, από Ρωσία και τώρα εις Αγγλία Αιτητών Και
  5. FIRST LINK MANAGEMENT SERVICES LTD υπό την ιδιότητα τους ως Καταπιστευματοδόχοι του εμπιστεύματος «THE GOALIVA TRUST" εκ Λεμεσού
  6. ΑΡΕΤΗΣ ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ, εκ Λεμεσού
  7. ΜΑΡΙΝΑ ΛΟΙΖΟΥ, εκ Λεμεσού Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση από τους καθ' ων η αίτηση για προδικασία νομικών σημείων. Ημερομηνία: 19.12.17 Για αιτητές: κος Ρομάν Ζέικο Για καθ' ων η αίτηση : κος Λεωνίδας Ψυχάκης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα εναρκτήρια κλήση, οι αιτητές ζητούν διάταγμα για την παύση της εταιρείας First Link Management Services Ltd από τη θέση της ως επιτρόπου - καταπιστευματοδόχου του διεθνούς εμπιστεύματος «The Goaliva Trust» που καταρτίστηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 3.8.
  8. Ζητούν επίσης την αντικατάσταση της πιο πάνω επιτρόπου με την εταιρεία Pno Corporate Trustees Ltd από τη Λεμεσό. Η καθ' ης η αίτηση 1 είναι η επίτροπος του εμπιστεύματος ενώ οι καθ' ων η αίτηση 2 & 3, είναι οι εμπιστευματοδόχοι. Οι αιτητές στην παρούσα, είναι οι δικαιούχοι του εμπιστεύματος. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την εναρκτήρια κλήση, γίνονται αναφορές για παράνομη πώληση εκ μέρους της επιτρόπου, ενός μετοχικού πακέτου του εμπιστεύματος, αξίας $20.000.000,
  9. Το ποσόν αυτό, θεωρείται εμφανέστατα ανεπαρκές και η πώληση έγινε με απώτερο σκοπό την εξυπηρέτηση συμφερόντων τρίτου προσώπου, ήτοι του Αndrey Gouriev, Ρώσου μεγαλομετόχου στην εταιρεία Phosco Industries Ltd, ο οποίος είναι πελάτης του δικηγορικού γραφείου της καθ' ης η αίτηση
  10. Είναι ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι πέραν της σύγκρουσης συμφερόντων (conflict of interest), οι καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε αυτή την ενέργεια χωρίς να την γνωστοποιήσουν στους δικαιούχους του εμπιστεύματος. Οι αιτητές - δικαιούχοι του εμπιστεύματος, καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον των καθ' ων η αίτηση, την ποινική υπόθεση 22743/15 και την πολιτική αγωγή 4027/15, ζητώντας την τιμωρία της επιτρόπου και αποζημιώσεις για καταδολίευση και παραβίαση ουσιαστικών όρων του εμπιστεύματος, λόγω της πιο πάνω παράνομης πράξης. Καταχώρησαν επίσης την παρούσα εναρκτήρια κλήση με την οποία ζητούν την αντικατάσταση της επιτρόπου. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα για παύση της επιτρόπου. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για αντικατάσταση της επιτρόπου, η οποία εν πάση περιπτώσει μπορεί να αποφασιστεί μόνο στα πλαίσια αγωγής και όχι με πρωτογενή αίτηση όπως η παρούσα. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση 2, Αρετής Χαριδήμου από τη Λεμεσό, στην οποία προβάλλονται διάφοροι ισχυρισμοί αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εμπιστεύματος και την επίδικη πώληση. Στην ουσία, η καθ' ης η αίτηση 2 αρνείται τους ισχυρισμούς των αιτητών που στοιχειοθετούν το αίτημα για παύση της επιτρόπου. Προέκυψε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων κατά πόσον η εναρκτήρια κλήση θα εκδικαστεί στην βάση των ενόρκων δηλώσεων ή αν θα έπρεπε να προσκομιστεί προφορική μαρτυρία. Αδελφή Δικαστής που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης με ενδιάμεση απόφαση της ημ. 23.5.17, έκρινε ότι δεν μπορεί να προσκομιστεί προφορική μαρτυρία αλλά η διαδικασία θα πρέπει να περιοριστεί στην βάση των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων δυνάμει της Δ.48 Θ.4

(2). Μετά την έκδοση ακόμα δύο ενδιάμεσων αποφάσεων για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ζήτησε την προδικαστική εκδίκαση του θέματος που εγείρει με την ένσταση του. Αναφέρεται συγκεκριμένα στις παραγράφους 4 και 7 των λόγων ένστασης, ότι η παρούσα υπόθεση δεν θα έπρεπε να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης αλλά μόνο στα πλαίσια αγωγής. Όρισα ως εκ τούτου την υπόθεση για αγορεύσεις προκειμένου να τοποθετηθούν οι δύο πλευρές επί του θέματος. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση του πέραν του λανθασμένου δικονομικού μέτρου, ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την δημιουργία διεθνούς εμπιστεύματος σύμφωνα με το Νόμο 69
(1)/1992. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 11 του ιδίου Νόμου. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτητές λανθασμένα εφάρμοσαν τις πρόνοιες του Νόμου 69
(1)/1992 και αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με πρωτογενή αίτηση. Ο συνήγορος παρέπεμψε σε διάφορα Αγγλικά συγγράμματα, στα οποία οι ισχυρισμοί για παράβαση εμπιστεύματος δεν μπορούν να εκδικαστούν με εναρκτήρια κλήση. Ήταν σαφώς η θέση του ότι η εναρκτήρια κλήση δεν μπορεί να αποτελέσει την κατάλληλη εναρκτήρια μέθοδο σε περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρισμοί για διάρρηξη του εμπιστεύματος και εχθρική αντιμετώπιση από τους δικαιούχους προς του επιτρόπους με πλήρως αμφισβητούμενα γεγονότα. Κάτι τέτοιο, συμβαίνει κατά τον συνήγορο στην παρούσα υπόθεση. Πρόσθετα, οι αιτητές καταχώρισαν την αγωγή 4027/15 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δια μέσου της οποίας αξιώνουν αποζημιώσεις εναντίον των επιτρόπων στη βάση ακριβώς των ιδίων γεγονότων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι οποιεσδήποτε θεραπείες θα έπρεπε να αναζητηθούν μέσα στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής. Επιπλέον, οι αιτητές προσπαθούν να αποσπάσουν απόφαση του Δικαστηρίου για αμφισβητούμενα γεγονότα και με αυτόν τον τρόπο να προκαταλάβουν το αποτέλεσμα της αγωγής 4027/15. Στη συνέχεια, ο συνήγορος παρέπεμψε σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία καθορίζει πότε χρησιμοποιείται η εναρκτήρια κλήση ως δικονομικό μέσο. Κατά την πιο πάνω νομολογία, προκύπτει ότι το Δικαστήριο εξετάζει το εύρος της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και το γεγονός ότι ενδεχομένως να χρειαστεί μαρτυρία προς αποσαφήνιση γεγονότων. Σε τέτοιες περιπτώσεις το σωστό δικονομικό μέτρο, είναι η καταχώριση αγωγής και το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να ακυρώσει την εναρκτήρια κλήση. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος των αιτητών στη δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε αρχικά ότι το αίτημα για προδικασία νομικού σημείου θα έπρεπε να υποβληθεί με γραπτή αίτηση και όχι προφορικά. Επί της ουσίας, ο συνήγορος αναφέρθηκε στις παραγράφους 4 και 7 της ένστασης, στις οποίες οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν την θέση για άκυρο δικονομικό μέτρο. Με παραπομπή σε νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αίτηση για αντικατάσταση του επιτρόπου, βασίζεται στο άρθρο 11Α
(2)(α)(ii) του Περί Εμπιστευμάτων Νόμου του 1992. Στην υποπαράγραφο 3(α) του ιδίου άρθρου, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο εκδίδει διατάγματα που αφορούν το περιεχόμενο του άρθρου 11Α
(2)(α) αν υποβάλλεται αίτηση (petition), εκτός των άλλων και από δικαιούχο του εμπιστεύματος. Έτσι οι ενάγοντες ως αναμφισβήτητοι δικαιούχοι του εμπιστεύματος όπως συνάγεται από τα δικόγραφα, ακολούθησαν αυτή την πρόνοια του Νόμου και καταχώρισαν την εναρκτήρια κλήση τους. Κατά τον συνήγορο, η σχετική πρόνοια για υποβολή αίτησης (petition) δεν υπονοεί τίποτε άλλο πέρα από την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας αμφισβήτησης του επιτρόπου με εναρκτήρια κλήση αντί για αγωγή. Ο συνήγορος παρέπεμψε σε συγγράμματα, σύμφωνα με τα οποία, είναι υποχρεωτική η χρήση της εναρκτήριας κλήσης αν καθορίζεται ως ένδικο μέσο από νομοθετική διάταξη ή διαδικαστικούς κανονισμούς. Δεν μπορεί κατά τον συνήγορο να χρησιμοποιηθεί ένα άλλο μέσο έναρξης αγωγής από τη στιγμή που ο Νόμος καθορίζει την έναρξη της με εναρκτήρια κλήση. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το αίτημα των καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση στην υποβολή του αιτήματος τους. Η καθυστέρηση είναι τέτοια, που κατά το συνήγορο μπορεί να θεωρηθεί ως εγκατάλειψη (wave), του δικαιώματος για υποβολή του παρόντος αιτήματος. Συμπεράσματα Ο συνήγορος των αιτητών στην αγόρευση του, εισηγήθηκε ότι το αίτημα για προδικασία νομικού σημείου θα έπρεπε να καταχωρηθεί γραπτώς. Το γεγονός ότι έγινε προφορικά, αποτελεί επαρκή λόγο κατά τον συνήγορο για να μην εξεταστεί από το Δικαστήριο. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω εισήγηση. Μετά από την έκδοση αρκετών ενδιάμεσων αιτήσεων, τέθηκε το ζήτημα για προδικαστική εκδίκαση των λόγων ένστασης που αφορούν την ορθότητα της εναρκτήριας κλήσης ως του ορθού δικονομικού μέσου στην παρούσα υπόθεση. Δεν τέθηκε σε εκείνο το στάδιο καμία ένσταση εκ μέρους των αιτητών ως προς τον τρόπο με τον οποίο ζητήθηκε η προδικασία των πιο πάνω λόγων ένστασης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για να αγορεύσουν οι συνήγοροι επί του θέματος. Ενόψει τούτου δεν νομιμοποιείται ο συνήγορος να προβάλει σε αυτό το στάδιο ένσταση ως προς τον τρόπο που επιδιώχθηκε η προδικαστική εκδίκαση του υπό κρίση ζητήματος. Ούτε η θέση για κατ' ισχυρισμό καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος ευσταθεί. Η προδικαστική εκδίκαση ζητήθηκε αμέσως μετά την έκδοση δύο ενδιάμεσων αποφάσεων του Δικαστηρίου. Δεν έχει επίσης αποδειχθεί ότι οι αιτητές έχουν υποστεί οιαδήποτε ζημιά λόγω του χρόνου στον οποίο ζητήθηκε η προδικαστική εκδίκαση. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών θέσεων των διαδίκων. Η φύση του δικονομικού διαβήματος της εναρκτήριας κλήσης, ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση E-Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R. 716, λέχθηκε ότι η εναρκτήρια κλήση (Originating Summons) ισοδυναμεί με κλητήριο ένταλμα αγωγής στον βαθμό που συνιστά έγγραφο εισαγωγικό δικαστικής διαδικασίας (βλ. επίσης Consortia Europe Ltd ν Fregata Holdings Ltd Πολ. Έφεση αρ. 387/2011 ημ. 17/10/14). Ο τύπος της εναρκτήριας κλήσης καθορίζεται από τη Δ.55 Θ.1 και σύμφωνα με τον τύπο 50 των Διαδικαστικών Κανονισμών. Ως εκ τούτου, η διαδικασία της εναρκτήριας κλήσης (Originating Summons) αποτελεί ένα ακόμη τρόπο έναρξης δικαστικής διαδικασίας. Ο ορισμός του όρου «εναρκτήρια κλήση», δίδεται από τους ίδιους τους Θεσμούς, στη Δ.1, Θ.2 όπου αναφέρεται ότι «σημαίνει οιαδήποτε κλήση, εκτός από κλήση σε αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί». Ο ορισμός αυτός ταυτίζεται με τον ορισμό που δίνει η O.71, R.1(A) των παλαιών Αγγλικών Θεσμών (βλ. Annual Practice
(1956)σελ. 1551). H ίδια η Δ.55, Θ.1 προνοεί για το πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία της εναρκτήριας κλήσης. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.» Το ίδιο λεκτικό συναντάται και στην Or.54 R1 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών (βλ. Annual Practice
(1956)σελ. 1062). Η ακριβής μεταφορά στην Ελληνική γλώσσα από την δική μας νομολογία, του όρου «originating summons» δεν είναι ενιαία. Έχουν χρησιμοποιηθεί εκφράσεις όπως «πρωτογενής αίτηση» (Δημητρίου v. Γ.Ε Αίτ αρ.1/14 ημ. 27.1.15), «εναρκτήρια κλήση» (Wortham κ.α. ν. Τσίμον κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1442) και «εναρκτήρια αίτηση» (Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη κα
(1992)1Β Α.Α.Δ 1143). Για σκοπούς της παρούσας, χρησιμοποιείται ο όρος «εναρκτήρια κλήση» που οι ίδιοι οι αιτητές επέλεξαν και τον οποίο προσωπικά, θεωρώ ως προσφορότερο στην μετάφραση του αγγλικού «originating summons». Εκτός από τις υποθέσεις που περιλαμβάνονται ρητά στην Δ.55, υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις στις οποίες η εναρκτήρια κλήση ορίζεται ως το δικονομικό μέτρο για τη διεκδίκηση θεραπειών από το Δικαστήριο. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μπορούν να αναφερθούν τα άρθρα 53 και 54 του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου (Κεφ. 189), τα οποία προνοούν ρητά την χρήση της διαδικασίας της εναρκτήριας κλήσης προς τον σκοπό επίλυσης συγκεκριμένων ζητημάτων, αναφορικά με την διαχείριση περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου. Σχετική με το θέμα είναι και η πρόσφατη υπόθεση Junport International Ltd κα Πολ. Αίτηση 115/17 ημ. 15.9.
  1. Η υπόθεση αφορούσε, αίτηση προνομιακού εντάλματος Certiorari, με την οποία επιδιώκετο η ακύρωση απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου που παραμέρισε εναρκτήρια κλήση ως άκυρο δικονομικό διάβημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση.» Λέχθηκε επίσης στην πιο πάνω υπόθεση ότι πλην των περιπτώσεων που καθορίζονται ρητά από τον Νόμο, δεν αποκλείεται η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση (originating summons), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλόλητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω. Το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει εναρκτήρια κλήση αν κρίνει λαμβάνοντας υπόψη την φύση της διαφοράς, ότι δεν είναι το κατάλληλο δικονομικό μέσο για την έναρξη της διαδικασίας. Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση ότι ακόμη και στις περιπτώσεις όπου η χρήση της εναρκτήριας κλήσης προβλέπεται από τον Νόμο όπως το άρθρο 53 του Κεφ. 189, το Δικαστήριο διατηρεί δυνάμει της Δ.55 Θ.4 την διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει εναρκτήρια κλήση αν κρίνει ότι δεν είναι πρόσφορο δικονομικό μέσο, λόγω της πολυπλοκότητας της υπόθεσης και της αναγκαιότητας προσκόμισης μαρτυρίας. Στην υπόθεση Junport (ανωτέρω), έγινε σχετική αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Βρόντη ν. Βασιλείου εναρκτήρια κλήση 182/88 ημερομηνίας 25.10.
  2. Λέχθηκε ότι επί απλής σχετικά υπόθεσης στην βάση του άρθρου 53 του Κεφ. 189, διατάχθηκε ο παραμερισμός της εναρκτήριας κλήσης για εκείνο το μέρος της θεραπείας που ενδέχετο να χρειαστεί μαρτυρία. Και αυτό, παρότι το άρθρο 53 του Κεφ. 189 καθορίζει ρητά την χρήση της εναρκτήριας κλήσης για συγκεκριμένα ζητήματα που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Στην παρούσα υπόθεση, οι αιτητές στηρίζουν μεταξύ άλλων το αίτημα τους και στο άρθρο 11 Α
(2)(α) (ii) του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου 69(Ι)/92. Το πιο πάνω άρθρο, κάνει αναφορά σε καταχώρηση «αίτησης» για διάφορα θέματα, μεταξύ των οποίων και για τον διορισμό ή παύση επιτρόπου. Δεν γίνεται σαφής αναφορά σε εναρκτήρια κλήση ή έστω σε εναρκτήρια αίτηση αλλά γενικά στον όρο «αίτηση», την οποία ο συνήγορος των αιτητών στην αγόρευση του, χαρακτήρισε με τον αγγλικό όρο «petition». Όμως η αίτηση «petition» αποτελεί ξεχωριστό δικονομικό διάβημα που δεν ταυτίζεται με την εναρκτήρια κλήση «originating summons». Ανεξαρτήτως του δικονομικού μέσου που προβλέπει το πιο πάνω άρθρο, κρίνω στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας ότι η παρούσα εναρκτήρια κλήση θα πρέπει να παραμεριστεί για λόγους που έχουν να κάνουν με το περίπλοκο της υπόθεσης και την αναγκαιότητα προσκόμισης και αξιολόγησης σημαντικής μαρτυρίας. Προκύπτει σαφώς από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για πολύπλοκη υπόθεση, στην οποία υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων ως προς τα γεγονότα. Αναφέρω ενδεικτικά τις διαφορές ως προς την οικονομική κατάσταση του εμπιστεύματος και στον τρόπο με τον οποίο η επίτροπος κατέληξε στην εκτίμηση των 20 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής για την πώληση του επίδικου μετοχικού πακέτου. Οι ισχυρισμοί για παράνομη πώληση του πακέτου μετοχών χωρίς εξουσιοδότηση και η κατ' ισχυρισμό καταδολίευση και παράβαση βασικών όρων του εμπιστεύματος λόγω σύγκρουσης συμφερόντων, είναι σοβαρά θέματα τα οποία θα μπορούσαν να αποδειχθούν μόνο με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Διαφορές εντοπίζονται και ως προς το κατά πόσον το εμπίστευμα συστάθηκε ως διεθνές ή αντίθετα αν αυτό διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο όπως ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση . Όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω στην ενδιάμεση απόφαση μου ημ. 26.9.17 στα πλαίσια αίτησης για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, πέραν της γραπτής μαρτυρίας για το εμπίστευμα, είναι σημαντικό να διευκρινιστούν με προφορική μαρτυρία, οι προθέσεις των συμβαλλομένων ως προς το είδος του εμπιστεύματος που κατάρτησαν. Σε όλα τα πιο πάνω ζητήματα, οι απόψεις των διαδίκων όπως εμφαίνονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, διίστανται σημαντικά. Ως αποτέλεσμα, η προφορική μαρτυρία είναι απολύτως αναγκαία ώστε το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση της να προβεί σε σχετικά ευρήματα. Υπενθυμίζω εδώ ότι οι αιτητές ζήτησαν όπως η εκδίκαση της παρούσας εναρκτήριας κλήσης γίνει με προφορική μαρτυρία, αντιλαμβανόμενοι προφανώς την πολυπλοκότητα των επίδικων θεμάτων και την σημαντική διάσταση των διαδίκων ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αίτημα για προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας απορρίφθηκε από αδελφή Δικαστή που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης, με ενδιάμεση απόφαση της ημ. 23.5.17 για τους λόγους που εμφαίνονται στην πιο πάνω απόφαση. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και κυρίως, λόγω του εύρους της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και του γεγονότος ότι θα χρειαστεί αρκετή μαρτυρία για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα, κρίνω στα πλαίσια της διακριτικής μου εξουσίας ότι η εναρκτήρια κλήση δεν είναι το κατάλληλο δικονομικό διάβημα για να εκδικαστεί η ενώπιον μου διαφορά των διαδίκων. Τα ζητήματα που εγείρονται με την παρούσα θα μπορούσαν εξ' άλλου να αποφασιστούν στην αγωγή 4027/15 που οι αιτητές καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην οποία υπήρχε η δυνατότητα να ενταχθεί και το αίτημα της παρούσας για αντικατάσταση της επιτρόπου. Ενόψει τούτου, η παρούσα εναρκτήρια κλήση παραμερίζεται και απορρίπτεται ως μη πρόσφορο δικονομικό διάβημα έναρξης της διαδικασίας για τους σκοπούς της παρούσας. Ως επακόλουθο, τα επίδικα αιτήματα απορρίπτονται λόγω προώθησης τους με εξ' αρχής ακατάλληλο δικονομικό διάβημα. Οι αιτητές να επιβαρυνθούν με όλα τα έξοδα στην διαδικασία εναρκτήριας κλήσης, τα οποία επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.