← Κύπρος

PNO SHIPMANAGEMENT LTD ν. Νίκος Χ»Λοϊζου κ.α., Αγωγή αρ.: 3158/16, 22/12/2017

PNO SHIPMANAGEMENT LTD ν. Νίκος Χ»Λοϊζου κ.α., Αγωγή αρ.: 3158/16, 22/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A415 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3158/16 Μεταξύ: PNO SHIPMANAGEMENT LTD, από την Λεμεσό Ενάγουσα και

  1. Νίκος Χ»Λοϊζου, από την Κακοπετριά
  2. Νίκος Κίκης, από την Κισσόνεργα Πάφου
  3. Χάρης Ηροδότου, από την Λευκωσία
  4. Στέφανος Κυριακίδης, από την Λευκωσία Εναγόμενοι -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 7.4.2017 για Ασφάλεια Εξόδων Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον εναγόμενο 3 - αιτητή: κα Έλενα Αρότη για Σπύρος Αρότης-Έλενα Αρότη & Συνεργάτες (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Χατζηχαραλάμπους) Για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κ. Χριστάκης Παύλου για Π.Ν. ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Ρομάν Ζέϊκο) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η ενάγουσα είναι εταιρεία η οποία ασχολείται με την «πλοιοδιαχείριση και πλοιοκτησία». Περί τον Οκτώβριο του 2013, ενδιαφέρθηκε να εξεύρει νόμιμη πηγή χρηματοδότησης (ύψους 20 εκατομμυρίων Ευρώ) για αγορά πλοίων. Οι εναγόμενοι 1 - 4, είχαν παραστήσει στην ενάγουσα, από κοινού και σαν ομάδα, ότι «διέθεταν διασύνδεση με πηγή χρηματοδότησης (ASIA INVESTMENT FUND)» και ότι ήταν σε θέση να την εξασφαλίσουν προς όφελος της ενάγουσας. Η τελευταία πείσθηκε και συνεβλήθη με τους εναγόμενους, οι οποίοι θα ελάμβαναν αμοιβή για τις ενέργειες τους. Η ενάγουσα κατέβαλε στα πλαίσια της συμφωνίας της με τους εναγόμενους, €260.000.- (το ποσό των €60.000.- κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό του εναγόμενου 4 ενώ το ποσό των €200.000.- σε τραπεζικό λογαριασμό του εναγόμενου 2). Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να τηρήσουν τις δικές τους υποχρεώσεις (οι διαβεβαιώσεις τους δεν ήσαν αληθινές, ήσαν παραπλανητικές και/ή δόλιες και είχαν ως μόνο σκοπό την υφαρπαγή των χρημάτων της ενάγουσας), αφού η χρηματοδότηση δεν εξασφαλίστηκε εν τέλει. Εναντίον των εναγόμενων, η ενάγουσα διεκδικεί αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, €260.000.- πλέον τόκους και έξοδα καθώς επίσης «παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις». Με την υπό κρίση Αίτηση ο εναγόμενος 3 αιτείται τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει την Ενάγουσα όπως παράσχει εντός 20 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης αυτού του διατάγματος ή εντός τέτοιου χρόνου που το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει ως ασφάλεια για τα έξοδα του Εναγόμενου 3 στο ποσό των €11.101,89 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο ή εύλογο, με την κατάθεση του εν λόγω ποσού στο Δικαστήριο είτε με την παροχή τραπεζικής εγγύησης στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου ή και διάταγμα όπως η περαιτέρω διαδικασία ανασταλεί μέχρις ότου δοθεί τέτοια ασφάλεια και σε περίπτωση που δεν θα δοθεί τέτοια ασφάλεια εντός του χρόνου που θα εγκρίνει το Δικαστήριο, η αγωγή να απορριφθεί με έξοδα. Β. Έξοδα, πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων και έξοδα επίδοσης.» Η Αίτηση στηρίζεται στην Δ.60 Θ. 1, 5 και 6, στη Δ.48 Θ. 1, 2

(1)
(2)
(3), 7 και 9(t), των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγόμενου 3, Χάρη Ηροδότου, ο οποίος αναφέρει τα εξής: Η ενάγουσα εταιρεία καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, εναντίον του εναγόμενου 3, την ιδιωτική ποινική υπόθεση με αρ. 19832/16, η οποία απερρίφθη στο στάδιο του «εκ πρώτης όψεως». Τα έξοδα, τα οποία επιδικάστηκαν σε βάρος της ενάγουσας, υπολογίστηκαν στις 23.1.2017, από τον Πρωτοκολλητή (εγκρίθηκαν επίσης από το Δικαστήριο), στο ποσό των €3.334.-. Ο εναγόμενος 3, με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 24.2.2017, απαίτησε από την ενάγουσα την πληρωμή τους. Η τελευταία, με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 1.3.2017, τους ενημέρωσε πως αδυνατούσε να ικανοποιήσει το αίτημα τους καθότι κανένα περιουσιακό στοιχείο διέθετε («κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία ή μετρητά») πλην του "chose in action" (δικαίωμα αγωγής) εναντίον του εναγόμενου 3, για το οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Είναι θέση του ομνύοντα πως είναι ξεκάθαρο ότι η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, κανένα περιουσιακό στοιχείο διαθέτει και σε περίπτωση που η αγωγή της απορριφθεί, ο εναγόμενος 3 δεν θα μπορέσει να ανακτήσει τα έξοδα που θα υποστεί εν προκειμένω. Βάσει ενός προκαταρκτικού καταλόγου εξόδων που ετοίμασαν οι δικηγόροι του, τα έξοδα του ανέρχονται στο ποσό των €11.101,
  1. Η ενάγουσα έφερε Ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «
  2. Η ενάγουσα εταιρεία δεν στερείται περιουσιακών στοιχείων είναι οικονομικά εύρωστη και φερέγγυα και έτσι μπορεί να καταβάλει οποιαδήποτε έξοδα επιδικασθούν υπέρ του Εναγόμενου.
  3. Η αίτηση για ασφάλεια εξόδων είναι πρόωρη υποβληθείσα κατ' αντίθεση προς την Δ.30.» Η Ένσταση, η οποία στηρίζεται στην ίδια με την αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από ένορκη Δήλωση του Πανίκου Ονουφρίου, διευθυντού της ενάγουσας. Ο ομνύων παραδέχεται ότι η τελευταία καταδικάστηκε να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου 3, ύψους (€3.344.-), στα πλαίσια της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης υπ' αρ. 19832/
  4. Θεωρεί πως τα εν λόγω «γεγονότα» αφορούν «παρελθόντα χρόνο και δεν ανταποκρίνονται στη σημερινή ή μελλοντική πραγματικότητα». Διατείνεται πως η ενάγουσα ενώ στο παρελθόν δεν εξασκούσε εμπορική δραστηριότητα, από τον μήνα Απρίλιο 2017 «ασχολείται με την επιχείρηση της πλοιοδιαχείρισης έχοντας προς τούτο ενοικιάσει υποστατικά (στον οδό Αγίας Αικατερίνης 8, Άγιος Νικόλαος, Λεμεσός) και αγοράσει γραφειακό εξοπλισμό». Η εμπορική δραστηριότητα που ασκεί η ενάγουσα, συνεχίζει, είναι συμφέρουσα και κερδοφόρα σε ικανοποιητικό βαθμό, ενώ έχει ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα του παρελθόντος που «προκλήθηκαν λόγω της αλόγιστης συμπεριφοράς των εναγόμενων, συμπεριλαμβανομένου και του Αιτητή, οι οποίοι με τις ενέργειες τους κατάφεραν να απωλέσει η ενάγουσα ποσό €260.000.-. Η ενάγουσα είναι «τώρα εύρωστη και φερέγγυα» και σε θέση να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου 3, εάν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του. Η Αίτηση, προσθέτει, καταχωρήθηκε κακόπιστα, ενώ ο κατάλογος εξόδων που έχει επισυναφθεί είναι εξωπραγματικός και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται τόσο στη Δ.60 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών όσο και στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  5. Το ορθό όμως δικαιοδοτικό πλαίσιο, εν προκειμένω, είναι το άρθρο 382 καθότι η Δ.60 Κ.1 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο ενάγοντας διαμένει εκτός Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν πάση όμως περιπτώσει οι νομολογιακές αρχές ερμηνείας της Δ.60 Κ.1 είναι απόλυτα σχετικές με το υπό εξέταση θέμα της παροχής ασφάλειας εξόδων στην παρούσα περίπτωση. Το άρθρο 382 του Κεφ. 113 προβλέπει τα εξής: «Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπισή του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση». Ως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου (όπως και της Δ.60 Κ.1) η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά (βλ. Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 Α.Α.Δ 434). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στη βάση του άρθρου 382 του Κεφ, 113 το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να απορρίψει το αίτημα ακόμη και σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου (βλ. Sir Linday Parkinson and Co. Ltd v. Triplan Ltd
(1973)2 All E R 273 και Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 37 παρα. 304). Στα πλαίσια λοιπόν εξέτασης αίτησης δυνάμει του πιο πάνω άρθρου θα πρέπει να αποφασισθούν τα ακόλουθα: Κατά πόσο υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου 2 εάν επιτύχει η υπεράσπιση του, γεγονός που πρέπει να προκύπτει από αξιόπιστη μαρτυρία, και σε περίπτωση που κριθεί η ύπαρξη τέτοιας ανικανότητας, κατά πόσο το Δικαστήριο με βάση τα δεδομένα της περίπτωσης, θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα αυτά. Συνήθως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, το Δικαστήριο θα εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εκτός εάν θεωρήσει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων, συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία (βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1Β Α.Α.Δ 1314). Η αφερεγγυότητα της εταιρείας πρέπει να καταφαίνεται και αποδεικνύεται ως θετικό γεγονός. Αυτό αποφασίσθηκε στην Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377 όπου εξετάσθηκαν οι προεκτάσεις της εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 382 του Κεφ. 113, σε σχέση με εταιρεία, η οποία είχε αναστείλει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Το γεγονός ότι μια εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα. Το «τεκμήριο» αυτό παραμένει ισχυρό εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία (βλ. Hallsbury's Laws of England, 5η έκδοση, Volume 14, παρ. 1-692, Genemp Trading Ltd ανωτέρω και Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Allways Travel Holidays Limited κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ 995). Η έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν καταδεικνύει αφεαυτής έλλειψη οικονομικής δυνατότητας για την παροχή ασφάλειας εξόδων (βλ. Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(2005)1Β Α.Α.Δ 1446). Ως δε έχει νομολογηθεί στην υπόθεση The Continental Insurance Company of Hampshire v. O'Regan
(1998)1Β Α.Α.Δ 1087, η οποία διαγράφει το πλαίσιο άσκησης της σχετικής διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, υπό το πρίσμα των συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη (άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών), η διαταγή για ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί αυτό το δικαίωμα. Βέβαια, ως εξηγήθηκε, η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτή σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Όπως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση, η έκδοση τέτοιας διαταγής δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. «Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ΄ όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις όποιες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων του εναγόμενου». Το ίδιο δεν πρέπει η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του Ενάγοντα εκτός δικαιοδοσίας, η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο δικαστήριο. Με άλλα λόγια η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συναρτάται με τη δυνατότητα του ενάγοντα, ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Εφόσον δεν διαθέτει τα μέσα το αίτημα απορρίπτεται εφόσον ουσιαστικά έγκριση της αίτησης απολήγει σε στέρηση του εν λόγω δικαιώματος. Υπερισχύει δηλ. το δικαίωμα αυτό (βλ. και Conway v. Ηλία
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1653 και Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α.
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1698). Βέβαια στην περίπτωση εταιρειών που είναι ενάγοντες, αλλά με αξιόπιστη μαρτυρία φαίνεται ότι είναι ανίκανες να πληρώσουν τα έξοδα του εναγόμενου σε περίπτωση επιτυχίας του τελευταίου στην υπεράσπιση του, η οικονομική αδυναμία αποτελεί το έρεισμα του αιτήματος για ασφάλεια εξόδων εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά από το άρθρο 382 του Κεφ. 113. Όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται ισορροπία και το θέμα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία της ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος (βλ. Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd ανωτέρω). Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις όλες συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια (βλ. Genemp Trading Ltd ανωτέρω). Το ποσό δε το οποίο καθορίζεται ως ασφάλεια για τα έξοδα είναι το ποσό το οποίο υπό κανονικές συνθήκες είναι πιθανό να υποστεί το μέρος το οποίο εξαιτείται την έκδοση της διαταγής (βλ. Senior Service Ltd. and Others v. Chrysanthi Shipping Co. Ltd. and Another
(1975)1 C.L.R 316). Ως θέμα ορθής πρακτικής το ποσό το οποίο επιζητείται ως ασφάλεια πρέπει να υποστηρίζεται με λεπτομέρειες (προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων) που να τείνουν να καθορίζουν το ύψος του (βλ. Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 Α.Α.Δ 434). Ένας τέτοιος υπολογισμός είναι ορθό να επισυνάπτεται σε αιτήσεις του είδους αυτού. Παρά όμως το βοηθητικό τέτοιου καταλόγου, η επισύναψη του δεν προνοείται από οποιαδήποτε δικονομική πρόνοια, ώστε η αίτηση για ασφάλεια εξόδων να υπόκειται, δίχως άλλο, σε απόρριψη στην απουσία καταλόγου. Η απουσία καταλόγου στο τέλος της ημέρας απλώς δεν βοηθά τον αιτητή να υποστηρίξει με την αναγκαία λεπτομέρεια το ύψος του ποσού που ζητά να δοθεί ως ασφάλεια (βλ. Genemp Trading Ltd ανωτέρω). Υπό την Δ.60 Κ.1 η ασφάλεια εξόδων μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Το δε άρθρο 382 του Κεφ. 113 δεν καθορίζει οποιοδήποτε χρόνο. Ο χρόνος όμως υποβολής της αίτησης λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος (βλ. Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.ά. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170) και Genemp Trading Ltd ανωτέρω). Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Είναι θέση της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση εταιρείας, πως είναι οικονομικά εύρωστη και φερέγγυα. Συνεπώς μπορεί να καταβάλει τα έξοδα της διαδικασίας, σε περίπτωση που αυτά επιδικαστούν υπέρ του εναγόμενου
  1. Τα όσα ο διευθυντής της ενάγουσας αναφέρει στην Ένορκη του Δήλωση (περί «συμφέρουσας» εμπορικής δραστηριότητας και «κερδοφόρας σε ικανοποιητικό βαθμό») συνιστούν, κατά την άποψη μου, γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με τα όσα ο δικηγόρος της ενάγουσας ανέφερε (λίγο χρόνο προηγουμένως) στην επιστολή του ημερομηνίας 1.3.2017 (Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση του εναγόμενου 3 που συνοδεύει την Αίτηση). Στην εν λόγω επιστολή, με κατηγορηματικό τρόπο, δηλώνεται πως κανένα περιουσιακό στοιχείο, είτε κινητό (περιλαμβανομένων και μετρητών χρημάτων), είτε ακίνητο, κατέχει η εταιρεία. Ο διευθυντής της ενάγουσας δεν επεξηγεί πως ενώ τον Μάρτιο του 2017, η τελευταία αδυνατούσε να πληρώσει τα χρέη της, τον Ιούνιο του 2017, που ο ίδιος ορκίστηκε, η ενάγουσα είναι εύρωστη και φερέγγυα. Δεν μπορεί επίσης να μην ληφθεί υπόψη και η δήλωση του (και πάλι στην ένορκη του δήλωση) πως «κατά τον ανωτέρω χρόνο», τον Μάρτιο δηλαδή, η ενάγουσα δεν «εξασκούσε εμπορική δραστηριότητα», ενώ από τον Απρίλιο του 2017 (η υπογράμμιση δική μου) ασχολείται με την επιχείρηση της πλοιοδιαχείρισης. Η τελευταία δήλωση έρχεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, από τους οποίους συνάγεται πως η ενάγουσα ασχολείται με την «πλοιοδιαχείριση» και «πλοιοκτησία» τουλάχιστον από τον Οκτώβριο του 2013, αφού τότε ενδιαφέρθηκε να εξεύρει «νόμιμη πηγή χρηματοδότησης για αγορά πλοίων». Με βάση τα γενικά και αόριστα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου από πλευράς ενάγουσας, δεν είμαι σε θέση να κρίνω κατά πόσο αυτή έχει την δυνατότητα κάλυψης των εξόδων της υπόθεσης, σε περίπτωση που η αγωγή αποτύχει. Από τα εν λόγω στοιχεία δεν έχει καταδειχθεί η κατ' ισχυρισμό φερεγγυότητα της ενάγουσας. Η ενάγουσα διατείνεται επίσης πως η ίδια έχει καλή υπόθεση, ενώ η υπεράσπιση του εναγόμενου 3 δεν ευσταθεί και πως θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί να καταβάλει ασφάλεια εξόδων, επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο 3 και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Στη βάση μόνο των δικογραφημένων ισχυρισμών και των δύο πλευρών, δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη για την έκβαση της αγωγής. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί είτε η επιτυχία είτε η αποτυχία της απαίτησης της ενάγουσας. Συνεπώς, ο λόγος αυτός της Ένστασης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή και η θέση της ενάγουσας πως η τυχόν έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα της αποστερήσει την δυνατότητα προσφυγής της στη δικαιοσύνη. Όπως έχει αναφερθεί και στην Genemp Trading Ltd (ανωτέρω), οι δικονομικές πρόνοιες δεν μπορούν να εφαρμόζονται μόνο προς όφελος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση, με την απρόσκοπτη δυνατότητα καταχώρισης και προώθησης εκ μέρους της, της αγωγής αλλά όχι και προς όφελος του εναγόμενου 3 - αιτητή, ώστε να μην είναι γι' αυτόν λογικό να αναζητήσει ασφάλεια εξόδων. Ούτε και η θέση της ενάγουσας, πως η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται κακόπιστα, στοιχειοθετείται με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου. Βάσει των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, επαναλαμβάνω πως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, το Δικαστήριο θα εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, εκτός εάν θεωρήσει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, θεωρώ πως δεν συντρέχουν οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την μη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Αντίθετα, σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα, κρίνω πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. Αναφορικά με το ύψος της ασφάλειας, όπως έχει προαναφερθεί, είναι θέμα ορθής πρακτικής το ποσό που επιζητείται να υποστηρίζεται με λεπτομέρεια, σε προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων. Στην υπό εξέταση Αίτηση επισυνάπτεται «Προκαταρκτικός Κατάλογος Εξόδων», όπου τα έξοδα υπολογίζονται στο ποσό των €11.101,
  2. Τα έξοδα υπολογίστηκαν στην κλίμακα της αγωγής (€100.000.- - €500.000.-), στην οποία και θα υπολογιστούν τα έξοδα σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής. Όπως φαίνεται στο επισυνημμένο προσχέδιο του Καταλόγου Εξόδων, σ' αυτό περιλαμβάνονται εννέα
(9)εμφανίσεις για ακρόαση της αγωγής, χωρίς όμως να δίδεται οποιαδήποτε επεξήγηση για ποιο λόγο θα χρειαστούν εννέα
(9)δικάσιμοι για την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Θεωρώ πως το ποσό που αξιώνεται, ώστε να δοθεί ως ασφάλεια εξόδων, είναι υπερβολικό και αρκετά διογκωμένο υπό τις περιστάσεις. Έχοντας μελετήσει το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου αλλά και τις εκατέρωθεν θέσεις των δύο πλευρών, έχω καταλήξει πως το ποσό των €4.000.- είναι επαρκές και λογικό υπό τις περιστάσεις, για να καλύψει τα έξοδα του εναγόμενου 3 - αιτητή. Με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η ενάγουσα διατάσσεται όπως παράσχει ασφάλεια εξόδων, για τα έξοδα του εναγόμενου 3, σε περίπτωση αποτυχίας της απαίτησης της ενάγουσας, ύψους €4.000, είτε με κατάθεση του εν λόγω ποσού σε μετρητά είτε με παροχή τραπεζικής εγγύησης για το εν λόγω ποσό, στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εντός 45 ημερών από σήμερα. Μέχρι την παροχή της πιο πάνω ασφάλειας ή την εκπνοή του χρόνου που έχει καθοριστεί, η διαδικασία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αναστέλλεται. Σε περίπτωση που η διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων δεν κατατεθεί εντός του ορισθέντος χρόνου, τότε η αγωγή θα θεωρείται ως αυτομάτως απορριφθείσα και ο εναγόμενος 3 θα δικαιούται τα έξοδα της αγωγής μέχρι σήμερα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα της Αίτησης, δεν βλέπω λόγο απόκλισης από τον γενικό κανόνα πως τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής, επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου 3 - αιτητή και εναντίον της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση. Τα έξοδα θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή. (Υπ.) .............. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για ασφάλεια εξόδων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.