TIMOTHY DAVID MONKS ν. ANDREAS SOTERIOU - ANDREOTTI LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2479/16, 21/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A409 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2479/16 Μεταξύ: TIMOTHY DAVID MONKS Ενάγοντα και ANDREAS SOTERIOU - ANDREOTTI LIMITED Εναγομένων Αίτηση διαγραφής και/ή παραμερισμού της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 21.12.2017 Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: κ. Μ. Ι. Βιολάρης. Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κα Α. Βαρωσιώτου για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 31.8.16, δια γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη εταιρεία τα ακόλουθα: Α. Γενικές και/ή ειδικές αποζηµιώσεις για παράβαση συµφωνίας, αναφορικά µε την ποιότητα και/ή την καταλληλότητα πωληθέντων προς αυτόν επίπλων. Β. Γενικές και/ή ειδικές αποζηµιώσεις για παράβαση προφορικής συμφωνίας και/ή για ψευδείς παραστάσεις και ψευδείς και/ή παραπλανητικές διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις πως θα επέστρεφαν στον Ενάγοντα το τίµηµα αγοράς των επίπλων και/ή τιµωρητικές αποζηµιώσεις για παράβαση του καθήκοντος επίδειξης καλής πίστης και/ή επιµέλειας και/ή εκµετάλλευσης της πλεονεκτικής θέσης της οποίας κατείχε έναντι του η Εναγόμενη. Γ. Γενικές και/ή ειδικές αποζηµιώσεις συνέπεια αδικαιολόγητου πλουτισµού και/ή κατά παράβαση των εκ του νόµου απορρεόντων καθηκόντων και/ή για επίδειξη αντιεπαγγελµατικής και/ή αντιδεοντολογικής συµπεριφοράς. Δ. Διάταγµα και/ή Απόφαση δια της οποίας να διατάσσεται η Εναγόμενη να επιστρέψει στον Ενάγοντα το ποσό των €1.680 (που ήταν το τίμημα αγοράς των επίπλων) πλέον τόκους. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγµα ήθελε το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη. Στ. Νόµιµο Τόκο. Την ίδια ημέρα δηλ. στις 31.8.16 το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στην Εναγόμενη εταιρεία, η οποία στις 9.9.16 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Ακολούθησε στις 20.1.17 η καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα και στις 17.2.17 αυτός καταχώρησε αίτηση για να εξασφαλίσει απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης, η οποία ορίσθηκε στις 3.4.
- Τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην αίτηση για απόφαση αναφέρεται ότι αντίγραφο τους δόθηκε την ίδια ημέρα με την καταχώρηση τους στον συνήγορο της Εναγόμενης και σημειώνεται ο αριθμός της δικαστικής του θυρίδας. Στις 22.2.17 η Εναγόμενη (στο εξής η Αιτήτρια) καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά: (Α) Διάταγµα µε το οποίο να ακυρώνεται ή να παραµερίζεται ή να διαγράφεται ή να απορρίπτεται η Έκθεση Απαίτησης δια το λόγο ότι είναι εκπρόθεσµη και/ή καταχωρίστηκε κατά παράβαση της Νοµοθεσίας και/ή της Νοµολογίας και/ή των Διαδικαστικών επί του θέµατος Κανονισµών. (Β) Διάταγµα µε το οποίο να διατάσσεται ο παραµερισµός ή ακύρωση ή απόρριψη ή διαγραφή της αίτησης για απόφαση ηµερ. 17.2.17 λόγω του ότι είναι πρόωρη και/ή στερείται πραγµατικού υποβάθρου και/ή λόγω του ότι είναι αντινοµική. (Γ) Διάταγµα µε το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση ή ο παραµερισµός ή η απόρριψη του Κλητηρίου Εντάλµατος και/ή της Αγωγής λόγω µη προώθησης της (want of prosecution). (Δ) Διαζευκτικά των (Α) - (Γ) ανωτέρω, Διάταγµα µε το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της παρούσας διαδικασίας και όλων των απορρεόντων από αυτήν δικαστικών διαβηµάτων λόγω παράλειψης καταχώρησης Έκθεσης Απαίτησης και/ή καθότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε εκπρόθεσµα. (Ε) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διάταγµα το Δικαστήριο ήθελε ορθό, δίκαιο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις. (Ζ) Έξοδα πλέον Φ ΠΑ. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.20 Κ.1, Δ.26 Κ.1, Δ.48 Κ.Κ.1-4 και 9, Δ.57 Κ.2 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 29, 30 και 43 του Νόµου 14/60, στη Νοµολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς επίσης και στις γενικές και συµφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τα γεγονότα, τα οποία αφορούν βασικά το ιστορικό της υπόθεσης, αναφέρεται και παραπέμπει στο φάκελο της υπόθεσης. Ο Ενάγοντας (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση) καταχώρισε στις 4.10.17 ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας λόγους, οι οποίοι μπορεί να συνοψισθούν ως εξής:
- Η αίτηση είναι νοµικά και πραγµατικά αβάσιµη και/ή στερείται νοµικού υπόβαθρου και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονοµίας προς έγκριση της.
- Δεν δικαιολογείται η έκδοση του υπό (Α) αιτούμενου διατάγματος λόγω του ότι η Έκθεση Απαίτησης, καταχωρήθηκε προτού η πλευρά της Αιτήτριας λάβει οποιοδήποτε διάβηµα για αίτηση απόρριψης λόγω µη προώθησης και/ή χωρίς να έχει εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγµα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου, που ενδεχοµένως να περιόριζαν χρονικά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης.
- Δεν δικαιολογείται η έκδοση του υπό (Β) αιτούμενου διατάγματος καθότι δεν έχει εξηγηθεί γιατί η αίτηση για απόφαση θεωρείται πρόωρη. Σε κάθε περίπτωση το αιτητικό αυτό θα έπρεπε να προβληθεί ως λόγος ένστασης στην εν λόγω αίτηση και όχι στην παρούσα Αίτηση.
- Το υπό (Δ) αιτούμενο είναι παντελώς ανυπόστατο, ενόψει του ότι δεν προβλέπεται µε βάση την ισχύουσα νοµοθεσία και/ή νοµολογία και/ή Θεσμούς, αναστολή της παρούσας διαδικασίας για τους προβληθέντες λόγους.
- Η αίτηση είναι ενοχλητική και/ή καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή ενέχει σπατάλη του δικαστικού χρόνου και/ή αποσκοπεί στην καθυστέρηση και/ή εκτροχιασµό της δικαστικής διαδικασίας. Είναι δε εκδικητική, ενόψει του ότι καταχωρήθηκε και/ή προηγήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω µη καταχώρησης Υπεράσπισης.
- Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, αφού έχει ήδη προηγηθεί η αίτηση για απόφαση από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση και επομένως τα ζητήµατα που αναφύονται στην παρούσα, θα µπορούσαν να είχαν εγερθεί ως λόγοι ένστασης στην αίτηση για απόφαση. Ουσιαστικά µε την καταχώρηση της παρούσας είναι ωσάν να εκδικάζεται το ίδιο νοµικό ζήτηµα δύο φορές.
- Η αίτηση αποσκοπεί στο να στερήσει από τον Καθ' ου η αίτηση το αναφαίρετο δικαίωµα του να προωθήσει την αγωγή του, κατά παράβαση των Θεσµών και/ή του άρθρου 30 του Συντάγµατος και/ή του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Όπως και για την αίτηση, για τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα, στην ένσταση γίνεται παραπομπή στον φάκελο της υπόθεσης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους, παραπέμποντας στην σχετική νομολογία. Να σημειωθεί δε ότι κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της Αιτήτριας ουσιαστικά απέσυρε την υπό (Γ) αιτούμενη θεραπεία και περιόρισε την αίτηση στις υπόλοιπες. Εξέταση της αίτησης Η αίτηση εδράζεται στην Δ.20 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: «Where the writ is specially indorsed under Order 2, Rule 6, no further statement of claim shall be delivered, unless the Court or a Judge shall otherwise order. In other cases the plaintiff shall, subject to Order 17, Rule 11, as to filing a statement of claim when there is no appearance, file and deliver a statement of claim within ten days after appearance, unless the time is enlarged by the Court or a Judge». Αποτελεί βασική θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι από την στιγμή που καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης, η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση και ότι το μόνο που δικαιούτο να πράξει ήταν να καταχωρήσει αίτηση για απόρριψη της αγωγής, στο διάστημα πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, με βάση την Δ.26 Κ.
- Όμως όχι μόνο δεν έκανε κάτι τέτοιο αλλά ούτε ήγειρε το εκπρόθεσμο της Έκθεσης Απαίτησης παρά μόνο αμέσως μετά που καταχωρήθηκε εναντίον της η αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης, κάτι που έπραξε κακόπιστα και καταχρηστικά. Η Δ.26 Κ.1 προβλέπει τα ακόλουθα: «If the plaintiff, being bound to deliver a statement of claim, does not deliver the same within the time allowed for that purpose, the defendant may, at the expiration of that time, apply by summons to the Court to dismiss the action with costs, for want of prosecution; and on the hearing of such application the Court may, if no statement of claim shall have been delivered, order the action to be dismissed accordingly, or may make such other order on such terms as the Court shall think just». Από το λεκτικό της Δ.26 Κ.1 προκύπτει σαφώς ότι αίτηση για απόρριψη της αγωγής μπορεί να καταχωρηθεί στην περίπτωση που δεν έχει καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης εντός του προβλεπόμενου χρόνου και ότι τέτοια αίτηση μπορεί να επιτύχει μόνο εφόσον κατά τον χρόνο ακρόασης της, εξακολουθεί να μην έχει καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης. Είναι προφανώς για αυτόν τον λόγο που στην παρούσα η Αιτήτρια, ως δηλώνει ο συνήγορος της στην αγόρευση του, δεν προωθεί πλέον τέτοια αξίωση (βλέπε υπό (Γ) αιτούμενο διάταγμα). Είναι δε αναντίλεκτο ότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε εκτός του χρόνου που προβλέπει η Δ.20 Κ.1 και συγκεκριμένα 4 και πλέον μήνες μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης της Αιτήτριας. Αυτό δε έγινε χωρίς να ζητηθεί οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου, ως επίσης προνοεί η ίδια Διαταγή. Ως είναι και παγίως νομολογημένο οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται και ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανειλημμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησης τους (βλ. μεταξύ άλλων και Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ 945). H παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι εν λόγω Κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Υπάρχει η δυνατότητα πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτήν να υποβάλλεται αίτηση για την παράταση της. Στην προκειμένη τέτοιο δικαίωμα παρέχει και η ίδια η Δ.20 Κ.1. Στην Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ.2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356, με παραπομπή στην Καλιά κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 149, ουσιαστικά επαναλήφθηκε ότι με την αντικατάσταση της παλιάς Δ.64 από την νέα Δ.64, η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία. Σύμφωνα δε με την υφιστάμενη Δ.64 Κ.1
(2)το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει την διαδικασία στην οποία επισυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στην διαδικασία εκείνη ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον. Σύμφωνα δε με τον Κ.2 της ίδιας Διαταγής, αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Στην προκειμένη η μη τήρηση της προθεσμίας που προβλέπει η Δ.20 Κ.1, ως παράλειψη συμμόρφωσης με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, δεν αποτελεί ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ούτε και παραβίαση βασικών νομικών αρχών αλλά παρατυπία. Ως λέχθηκε στην Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366, τέτοιες παρατυπίες μπορούν να θεραπευθούν με τον τρόπο και την διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64, η οποία είναι διατυπωμένη έτσι ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει Δικαιοσύνη. Το θέμα παραμένει λοιπόν στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Koza Michael David κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 208/2012, ημερ. 24.11.17, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά την Wunderlich, αναφέρθηκε βασικά ότι το Δικαστήριο έχοντας τέτοια διακριτική ευχέρεια, δύναται στην κατάλληλη περίπτωση, ακόμη και το ίδιο να προβεί, αυτεπαγγέλτως, στην θεραπεία της παρατυπίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία (βλ. Wunderlich ανωτέρω και Μιχαήλ ν. Ττουνιά
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 113) παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι οι ακόλουθοι:
- Το κατά πόσο η άλλη πλευρά παραιτήθηκε κατά τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας.
- Το μέγεθος της παρατυπίας.
- Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς από την παρατυπία.
- Η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία. Στην προκείμενη η Αιτήτρια ενώ γνώριζε εξ αρχής για την εν λόγω παρατυπία όχι μόνο δεν προχώρησε με αίτηση για απόρριψη της αγωγής πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης αλλά ούτε και μετά προχώρησε έγκαιρα σε οποιοδήποτε άλλο μέτρο για λήψη θεραπείας, παρά μόνο με την παρούσα. Αυτό όμως έγινε μετά την πάροδο 5 μηνών από την λήξη της προθεσμίας καταχώρησης της Έκθεση Απαίτησης, ενός μηνός από την καταχώρηση αυτής και λίγων ημερών από την καταχώρηση αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης, χωρίς να προβληθεί από την Αιτήτρια οποιαδήποτε δικαιολογία που να εξηγεί την εν λόγω καθυστέρηση. Η συμπεριφορά αυτή της Αιτήτριας καταδεικνύει παραίτηση από το δικαίωμα που της παρεχόταν λόγω της παρατυπίας και η καταχώρηση της παρούσας, υπό τις πιο πάνω συνθήκες και ελλείψει κάποια εξήγησης, όχι μόνο δεν αναιρεί την παραίτηση της αυτή αλλά αντίθετα οδηγεί, κατά την κρίση μου, σε συμπέρασμα κακόπιστης καταχώρησης της παρούσας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια πολύτιμου δικαστικού χρόνου αλλά και εξόδων. Εδώ θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η παραίτηση της Αιτήτριας από την παρατυπία προκύπτει και από το ότι, ως φαίνεται από τα σχετικά πρακτικά του Δικαστηρίου, ακόμη και μετά την καταχώρηση της παρούσας, στα πλαίσια της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης, αυτή ζητούσε χρόνο για να καταχωρήσει τέτοια (βλ. πρακτικά ημερ. 3.4.17, 12.4.17 και 7.6.17). Περαιτέρω δεν φαίνεται η Αιτήτρια να υπέστη οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό από την εν λόγω παρατυπία, το μέγεθος της οποίας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί μεγάλο. Αντίθετα η προαναφερόμενη συμπεριφορά της, ως έχει λεχθεί, είχε ως αποτέλεσμα την ανάλωση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων και η επιτυχία της παρούσας, υπό τις περιστάσεις, θα προκαλούσε κατά την κρίση μου αδικία στην πλευρά του Καθ' ου η αίτηση, εφόσον πέραν των εξόδων θα ισοδυναμούσε με σπατάλη ακόμη περισσότερου δικαστικού χρόνου. Ως προκύπτει από την σχετική νομολογία η ισχύουσα Δ.64 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε διάδικο λόγω της τυπικής προσήλωσης στους διαδικαστικούς κανονισμούς. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει την ευχέρεια να απονέμει Δικαιοσύνη επί της ουσίας και όχι να απορρίπτονται διαδικασίες με την διαπίστωση απλών παρατυπιών (βλ. Wunderlich ανωτέρω). Ως εκ των άνω κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έκδοσης διατάγματος απαλλαγής από την εν λόγω παρατυπία. Καταληκτικά η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης - Αιτήτριας, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Interim Judgment Αναφορά: Αστικό / Αγωγές / Ενδιάμεση απόφαση / Αίτηση παραμερισμού Έκθεσης Απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο