ΑΕΛ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 777/17, 21/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A410 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 777/17 Μεταξύ: ΑΕΛ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Ενάγουσα - και - ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόμενη - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση, ημερ. 2/5/2017, για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 21/12/2017 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Εναγόμενη: κ. Ν. Κυριακίδης για με κα Ι. Λεωνίδου για Χάρη Κυριακίδη ΔΕΠΕ Για της Καθ' ης η αίτηση - Ενάγουσα: κα Α. Παύλου για Αγαθοκλέους-Νεοφύτου & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 23/3/2017, η Ενάγουσα διεκδικούσε από την Εναγόμενη, μεταξύ άλλων, ειδικές αποζημιώσεις, πλέον τόκους, συνεπεία ατυχήματος που προκλήθηκε στις 25/3/2014, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Η Εναγόμενη παρέλειψε να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Μετά από σχετική αίτηση της Ενάγουσας, ημερ. 20/4/2017, το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση, στις 2/5/2017, έκδωσε απόφαση, τον παραμερισμό της οποίας αιτείται η Εναγόμενη με την υπό εξέταση αίτηση. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, η Εναγόμενη - Αιτήτρια (εντεύθεν «η Εναγόμενη») αιτείται τον παραμερισμό (set aside) της απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 2/5/2017, στην παρούσα αγωγή. Η νομική βάση της Αίτησης εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5 θ.7, Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.33 θ.5, Δ.48 θθ.1-3, 8 και 9, στο άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο άρθρο 30.3 του Συντάγματος, στη Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και στις Συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την πολυσέλιδη Ένορκη Δήλωση, ημερ. 19/5/2017, της Τασούλας Φιλίππου, δεόντως εξουσιοδοτημένης, και από τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της ίδιας, ημερ. 26/10/2017, η οποία καταχωρήθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Τα όσα αναφέρονται στις δύο Ένορκες Δηλώσεις, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η παρούσα αγωγή αφορά ατύχημα το οποίο επισυνέβη στις 25/3/2014 μεταξύ του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KYK674 και του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HYA166 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού, παρά το χωριό Χοιροκοιτία (στο εξής «το επίδικο ατύχημα»). Η Εναγόμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρείχε ασφαλιστική κάλυψη τύπου ευθύνης έναντι τρίτου (third party) του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΥΑ
- Από τον Ιούνιο του 2016 και μετέπειτα, οι δικηγόροι της Ενάγουσας και της Εναγόμενης αντάλλαξαν επιστολές (Τεκμήριο 3) με σκοπό την πιθανή εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Στις 21/3/2017 επιδόθηκε στα γραφεία της Εναγόμενης στη Λεμεσό το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής με αριθμό 737/2017, Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ημερ. 21/3/2017 (Τεκμήριο 4), για το επίδικο ατύχημα. Στο Κλητήριο Ένταλμα δεν αναγράφονταν οι αριθμοί εγγραφής των ενεχόμενων οχημάτων. Η αγωγή από την Χριστιάνα Χρίστου, λειτουργό του Τμήματος Απαιτήσεων της Εναγόμενης. Στην εν λόγω αγωγή οι δικηγόροι της Εναγόμενης στις 29/3/2017 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης (Τεκμήριο 11). Στις 24/3/2017 επιδόθηκε και πάλι στα γραφεία της Εναγόμενης στη Λεμεσό η παρούσα αγωγή, η οποία παραλήφθηκε από το ίδιο πρόσωπο. Στο Κλητήριο Ένταλμα δεν αναγράφονταν οι αριθμοί εγγραφής των ενεχόμενων οχημάτων. Την επόμενη μέρα, λειτουργός από το γραφείο όπου έγινε η επίδοση τηλεφώνησε στο γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας και πληροφορήθηκε τους αριθμούς εγγραφής των οχημάτων που σχετίζονταν με την παρούσα αγωγή. Είναι η θέση της Ενόρκως Δηλούσας ότι, πιθανότητα λόγω σύγχυσης που προκλήθηκε από την ομοιότητα μεταξύ των χειρόγραφων αριθμών των δύο αγωγών και του γεγονότος ότι το δικηγορικό γραφείο της Ενάγουσας και στις δύο αγωγές ήταν το ίδιο, η Εναγόμενη δεν έστειλε αντίγραφο της παρούσας αγωγής στους δικηγόρους της που ήδη χειρίζονταν την αγωγή με αριθμό 737/
- Λόγω της παράλειψης της Εναγόμενης να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης, στις 2/5/2017 εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή απόφαση ερήμην της. Σύμφωνα με την Ενόρκως Δηλούσα, η επίδοση της παρούσας αγωγής στην Εναγόμενη είναι παράτυπη καθότι έγινε σε γραφείο άλλο από το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης (Τεκμήρια 8 και 9) και το πρόσωπο που την παρέλαβε δεν ήταν αρμόδιο να παραλαμβάνει δικαστηριακά έγγραφα εκ μέρους της Εναγόμενης. Η Ενόρκως Δηλούσα ισχυρίζεται ότι, παρόλο που η αγωγή με αριθμό 737/2017, στην οποία καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης, επιδόθηκε με τον ίδιο τρόπο στην Εναγόμενη, η επίδοση με τον τρόπο αυτό διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο ότι εν τέλει δεν καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη δεν αγνόησε την ύπαρξη της παρούσας αγωγής και η παράλειψή της να εμφανιστεί στη διαδικασία οφείλεται σε ειλικρινή και ατυχή αβλεψία εκ μέρους της ίδιας και σε ανθρώπινο λάθος, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης στην αγωγή με αριθμό 737/2017 χωρίς καθυστέρηση. Ισχυρίζεται περαιτέρω η Ενόρκως Δηλούσα ότι, βάσει των όσων αναφέρει ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΥΑ166 στο σχετικό Έντυπο Απαίτησης (Τεκμήριο 2), η Εναγόμενη έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και συζητήσιμη υπόθεση αφού ο εν λόγω οδηγός δεν υπέχει καμίας ευθύνης ή τουλάχιστον υπέχει λιγότερης ευθύνης για το επίδικο ατύχημα. Συγκεκριμένα, το ατύχημα επισυνέβη όταν το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΥΚ674 βρισκόταν αντικανονικά και παράνομα ακινητοποιημένο στη διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και εντός της νόμιμης πορείας του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΥΑ166, συνεπεία ατυχήματος που προηγήθηκε του επίδικου, με τρόπο που να παρεμποδίζει την ελεύθερη πορεία του τελευταίου. Περαιτέρω, το αξιούμενο ποσό δεν αντανακλά τις πραγματικές ζημιές του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚΥΚ674 καθότι πλείστες εξ αυτών οφείλονται στο ατύχημα που ενεπλάκη το εν λόγω όχημα πριν από το επίδικο, με το οποίο ατύχημα το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΥΑ166 ουδεμία σχέση είχε (Τεκμήριο Α). Η Εναγόμενη, σύμφωνα με την Ενόρκως Δηλούσα, ουδεμία πρόθεση είχε, ούτε επέδειξε, καταφρόνηση της διαδικασίας. Η Εναγόμενη έλαβε γνώση για την ύπαρξη της επίδικης απόφασης στις 12/5/2017 όταν ενημερώθηκε τηλεφωνικώς για την ύπαρξη εντάλματος κατάσχεσης και πώλησης κινητής ιδιοκτησίας της Εναγόμενης. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έγινε με τον ταχύτερο δυνατόν τρόπο, ήτοι εντός 7 ημερών από την ημερομηνία που η Εναγόμενη πληροφορήθηκε για την έκδοση της απόφασης και εντός 17 ημερών από την έκδοσή της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Εναγόμενη θεωρεί ότι είναι δίκαιο και εύλογο να παραμεριστεί η επίδικη απόφαση. Ουδεμία άλλη μαρτυρία προσκομίστηκε. ΕΝΣΤΑΣΗ Στην υπό εξέταση αίτηση, η Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Ενάγουσα») καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, ημερ. 11/9/
- Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5, Δ.5Β, Δ.17 θθ.2 και 10, Δ.26 θ.14, Δ.33, Δ.40, Δ.48, Δ.64 θθ.1 και 2, στα άρθρα 29-31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στο άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο άρθρο 30.3 του Συντάγματος, στις Συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι 18 λόγοι Ένστασης είναι επάλληλοι και μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως:
(1)Η αίτηση είναι αντικανονική, καταπιεστική, παράτυπη, νομικά και πραγματικά αβάσιμη και γίνεται για αλλότριους σκοπούς,
(2)δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης και δεν παρέχονται επαρκή και βάσιμα τεκμήρια ή μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης,
(3)δεν έχει αποδειχθεί καλή υπεράσπιση ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση,
(4)η Εναγόμενη δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια,
(5)η Ενόρκως Δηλούσα είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση,
(6)η επίδοση της αγωγής ήταν νομότυπη και η Εναγόμενη με τη μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης επέδειξε ασύγγνωστη και περιφρονητική συμπεριφορά προς τη Δικαιοσύνη,
(7)η Εναγόμενη ουδεμία πρόθεση υπέδειξε ως προς την εξόφληση των δικηγορικών εξόδων,
(8)η απόφαση είναι νομότυπη,
(9)η αίτηση προκαλεί ζημιά και αδικία στην Ενάγουσα και σκοπεί στην καθυστέρηση και εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας,
(10)τυχόν έγκριση της αίτησης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στην Ενάγουσα και θα προσβάλει το Συνταγματικό της δικαίωμα για δίκαιη και γρήγορη απονομή της Δικαιοσύνης. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης της Ενάγουσας υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Ανδρέα Γιάπα, δεόντως εξουσιοδοτημένου από την Ενάγουσα, ημερ. 11/9/17 (εντεύθεν «η Ένορκη Δήλωση Γιάπα») και από την Ένορκη Δήλωση του ιδιώτη επιδότη Μαρίνου Βασιλείου, ημερ. 11/9/17 (εντεύθεν «η Ένορκη Δήλωση Βασιλείου»). Το περιεχόμενο της πολυσέλιδης Ένορκης Δήλωσης Γιάπα μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης είναι αόριστοι, ατεκμηρίωτοι, αναληθείς και αποτελούν εκ των υστέρων παρασκευάσματα με σκοπό την αποφυγή εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. Στις 25/314 το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΥΚ 674 οδηγείτο νόμιμα και κανονικά όταν συγκρούστηκε με άλλο όχημα. Κατά τον ίδιο χρόνο, το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΥΑ166, το οποίο ήταν ασφαλισμένο από την Εναγόμενη, οδηγώντας αμελώς, προσέκρουσε στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΥΚ 674. Μετά την ανάθεση των πιο πάνω ατυχημάτων στους δικηγόρους της Ενάγουσας, οι δικηγόροι και των δύο πλευρών προέβησαν σε γραπτές και προφορικές συζητήσεις με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση (Τεκμήριο 1). Οι συζητήσεις δεν είχαν αποτέλεσμα και ως εκ τούτου η Ενάγουσα στις 21/3/17 καταχώρησε την αγωγή με αριθμό 737/17 για το επίδικο ατύχημα, ενημερώνοντας προς τούτο την Εναγόμενη γραπτώς (Τεκμήριο 2). Η αγωγή επιδόθηκε στην Εναγόμενη μέσω της Χριστιάνας Χρίστου, η οποία, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση επίδοσης, ημερ. 22/3/17 (Τεκμήριο 3), είναι η αρμόδια υπάλληλος παραλαβής εγγράφων στο κατάστημα Λεμεσού. Στις 23/3/17 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Η Ενάγουσα, ενεργώντας με τον ίδιο τρόπο, ενημέρωσε την Εναγόμενη γραπτώς (Τεκμήριο 4) και αντίγραφο της αγωγής επιδόθηκε στην Εναγόμενη μέσω της Χριστιάνας Χρίστου, η οποία, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση επίδοσης, ημερ. 27/3/17 (Τεκμήριο 5), είναι η αρμόδια υπάλληλος παραλαβής εγγράφων στο κατάστημα Λεμεσού. Η Εναγόμενη παρέλειψε να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και κατόπιν σχετικής αίτησης, εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Ο Ενόρκως Δηλών δεν παραδέχεται τους ισχυρισμούς ότι η Χριστιάνα Χρίστου δεν είχε την αρμοδιότητα να παραλαμβάνει δικαστηριακά έγγραφα εκ μέρους της Εναγόμενης. Αναφέρεται περαιτέρω ότι η αγωγή με αριθμό 737/17, στην οποία καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης, επιδόθηκε στην Χριστιάνα Χρίστου, η οποία παρουσιάστηκε ως αρμόδιο πρόσωπο να παραλαμβάνει έγγραφα εκ μέρους της Εναγόμενης σύμφωνα με τις Ένορκες Δηλώσεις επίδοσης και στις δύο αγωγές (Τεκμήρια 3 και 5). Προβάλλει επίσης τη θέση ότι η Χριστιάνα Χρίστου δεν ήταν το αρμόδιο πρόσωπο παραλαβής εγγράφων θα αρνείτο να παραλάβει τις δύο αγωγές και να υπογράψει, κάτι που δεν έπραξε, και αντ' αυτού ενήργησε αναλόγως. Αναφέρεται περαιτέρω ότι η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στο κύριο παράρτημα της Εναγόμενης στη Λεμεσό (Τεκμήριο 7). Είναι η θέση του Ενόρκως Δηλούντα ότι, ως προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, η Εναγόμενη έλαβε γνώση της παρούσας αγωγής αλλά δεν καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης από αβλεψία και αμέλεια των αρμόδιων προσώπων και επειδή οι αριθμοί ήταν παρόμοιοι. Ακόμα και αν η αγωγή επιδιδόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης στη Λευκωσία, και πάλι λόγω των ενεργειών των ίδιων προσώπων δεν θα καταχωρείτο Σημείωμα Εμφάνισης. Αμφισβητείται περαιτέρω ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι δεν καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης λόγω του ότι οι αριθμοί των αγωγών διαφέρουν κατά ένα ψηφίο. Η Εναγόμενη ουδέποτε αμφισβήτησε την επίδοση στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 737/17 που έγινε με τον ίδιο τρόπο. Είναι η θέση του Ενόρκως Δηλούντα ότι οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης περί κακής επίδοσης αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, η οποία αδιαφόρησε και αμέλησε να προωθήσει την υπόθεσή της σε τέτοιο βαθμό ώστε σήμερα να μην δύναται να χρησιμοποιήσει την αμέλειά της προς όφελός της και σε βάρος της Ενάγουσας. Η παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια της Εναγόμενης και παράλειψη εκπλήρωσης των καθηκόντων της. Από την ημερομηνία επίδοσης της παρούσας αγωγής μέχρι την καταχώρηση μονομερούς αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, διέρρευσε χρονικό διάστημα ενός μηνός. Σχετικά με τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ατεκμηρίωτοι, αβάσιμοι και παραπλανητικοί. Η Εναγόμενη όφειλε να παρουσιάσει στοιχεία ή κάτι βάσιμο, όμως δεν το έπραξε. Αμφισβητούνται περαιτέρω οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, βασιζόμενοι σε μη αξιόπιστη και εξ ακοής μαρτυρία. Προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών της Ενάγουσας, επισυνάπτονται εκτίμηση, ημερ. 14/4/17 και αριθμός φωτογραφιών (Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα). Τέλος, αναφέρεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης και ότι αυτή είναι καταχρηστική, εκδικητική, καταφρονητική και προκαλεί έξοδα και ταλαιπωρία τόσο στην Ενάγουσα όσο και στο Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη δεν δήλωσε ετοιμότητα να εξοφλήσει τα επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα σε περίπτωση παραμερισμού, κάτι που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης Βασιλείου μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Ο Ενόρκως Δηλών, ιδιώτης επιδότης τα τελευταία χρόνια, αναφέρει ότι όσες επιδόσεις αφορούν την Εναγόμενη, πάντα γίνονται στα γραφεία της στη Λεμεσό αφού εκεί ασκεί τις εργασίες τη και διατηρεί προσωπικό. Ουδέποτε εγέρθηκε οποιοδήποτε ζήτημα κακής επίδοσης. Η Εναγόμενη αποδέχτηκε την επίδοση της αγωγής με αριθμό 737/17, την οποία ο ίδιος επέδωσε στα γραφεία της στη Λεμεσό, χωρίς να καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης. Εδώ και χρόνια, οι επιδόσεις που πρέπει να γίνουν στην Εναγόμενη, τόσο από τον ίδιο όσο και από άλλους επιδότες, παραλαμβάνονται στη Λεμεσό από την Χριστιάνα Χρίστου, η οποία εμφανίζεται ως το αρμόδιο άτομο για παραλαβή εγγράφων και ως υπεύθυνη του Τμήματος Απαιτήσεων της Εναγόμενης στη Λεμεσό. Αναφορικά με τη συγκεκριμένη επίδοση, ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει ότι κατά την επίδοση, η Χριστιάνα Χρίστου είχε τηλεφωνική συζήτηση με τη δικηγόρο της Ενάγουσας. Ουδεμία άλλη μαρτυρία προσκομίστηκε. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι δυο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν την επιχειρηματολογία τους με βάση το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης αντιστοίχως, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και εφοδιάζοντας το Δικαστήριο με γραπτές αγορεύσεις. Επιπρόσθετα, τοποθετήθηκαν προφορικώς επί συγκεκριμένων σημείων. Έλαβα υπόψη κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν. Αξιολόγησα επίσης το περιεχόμενο της αίτησης, της ένστασης και των συνοδευτικών Ένορκων Δηλώσεων αμφότερων των πλευρών καθώς επίσης και τη δικογραφία στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο παραμερισμός απόφασης εκδοθείσας λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης προνοείται στη Δ.17 θ.10 υπό τον τίτλο "Default of Appearance", όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Όπως έχει νομολογηθεί, η πρόνοια της Δ.17 θ.10 προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.26 θ.14 για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης και της Δ.33 θ.5 λόγω μη εμφάνισης διάδικου κατά την ακρόαση και για το λόγο αυτό, είναι δυνατόν να αντληθεί καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται στις πρόνοιες αυτές (Χρυσάνθου κ.ά. ν. Mariala Constructions Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1129). Η νομολογία διαχωρίζει τις περιπτώσεις παραμερισμού απόφασης σε δύο κατηγορίες: Η πρώτη κατηγορία αφορά τις περιπτώσεις όπου η έκδοση ερήμην απόφασης επιτεύχθηκε επί ανυπόστατου νομικά υπόβαθρου, ήτοι χωρίς (δέουσα) επίδοση. Στις περιπτώσεις αυτές, η κακή επίδοση συνιστά θεμελιακό ελάττωμα (fundamental vice) που δημιουργεί υποχρέωση για ex debito justitiae παραμερισμό της ερήμην απόφασης και δεν τίθεται ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Ηλία Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A37, Πολιτική Έφεση Αρ. 413/11, ημερ. 3.2.2017). Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις περιπτώσεις όπου η έκδοση ερήμην απόφασης έγινε νομότυπα και η παράλειψη του Εναγόμενου να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης κρίνεται δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Η νομολογία επιβάλλει ως βασική προϋπόθεση την ύπαρξη, εκ πρώτης όψεως, υπεράσπισης επί της ουσίας της απαίτησης, η οποία ικανοποιείται με την προσκόμιση, από τον Εναγόμενο, επαρκούς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, γραπτής ένορκης μαρτυρίας. Σε τέτοια περίπτωση, η απόφαση παραμερίζεται και δίδεται άδεια στον Εναγόμενο για καταχώρηση Υπεράσπισης, εκτός όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει, περαιτέρω, ότι συντρέχει κάποιος λόγος, π.χ. ολιγωρία, στην υποβολή της αίτησης, ο οποίος, παρά ταύτα, δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας εναντίον του (Γεώργιος Δανιήλ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A7, Πολιτική Έφεση Αρ. 340/2010, 17.1.2017). Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, παρά την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, εάν η διαγωγή του Εναγόμενου είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Αναφορικά με την προϋπόθεση της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, το ζήτημα εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Το Δικαστήριο εξετάζει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης στο στάδιο αυτό (Joseph Κόκκινος v. Wyn Developments Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 32/2010, ημερ. 20.1.2014, Λευκίδου Mαρία Γεώργαινα ν. Άριστου Kανναουρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 528). Ως έχει νομολογηθεί, η προβαλλόμενη υπεράσπιση καθίσταται συζητήσιμη όταν ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας, δηλαδή όταν είναι λογικοφανής, βασισμένη σε παράθεση θετικών γεγονότων με τρόπο πειστικό, χωρίς διαζεύξεις και αοριστολογίες (ΝSM DEMOCARS LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση Αρ. 121/2010, ημερ. 14.10.2015, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο, αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων: αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του και αφετέρου, της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων με την διασφάλιση της τελεσιδικίας. Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση (ΝSM DEMOCARS LTD, ανωτέρω). Συνοψίζοντας τη σχετική νομολογία, το Δικαστήριο όταν εξετάζει το αίτημα παραμερισμού εκδοθείσας απόφασης λαμβάνει υπόψη τις ακόλουθες αρχές: (α) η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί καθώς και η τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, (β) προϋπόθεση για τον παραμερισμό της απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης, και (γ) ακόμα και όταν αποκαλύπτεται Υπεράσπιση, η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί όταν η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Milouca Motor Tr. Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λευκίδου ν. Καναουρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 528 και Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1596. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, τα ζητήματα προς εξέταση στην παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα: (α) κατά πόσον έχει καταδειχθεί σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης, (β) κατά πόσον έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και (γ) κατά πόσον έχει επιδειχθεί καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η οποία να ανάγεται σε καταφρόνηση της διαδικασίας. Κατά λογική σειρά, κρίνεται σκόπιμο όπως, πριν την ενασχόληση με την ουσία της παρούσας αίτησης, εξεταστεί πρωτίστως ο λόγος Ένστασης της Ενάγουσας σε σχέση με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Στην Ένορκη Δήλωση, ημερ. 19/5/2017, που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι η Ενόρκως Δηλούσα είναι λειτουργός του Τμήματος Απαιτήσεων της Εναγόμενης και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί σε αυτή. Περαιτέρω, αποκαλύπτεται η πηγή των γνώσεών της, που είναι οι δικηγόροι της Εναγόμενης και τα έγγραφα της υπόθεσης. Στη δε Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, ημερ. 26/10/2017, η Ενόρκως Δηλούσα υιοθέτησε το περιεχόμενο της αρχικής Ένορκης Δήλωσης, επαναλαμβάνοντας τα πιο πάνω (TBF (CYPRUS) LTD v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας και Άλλων
(2003)1 ΑΑΔ 459). Συνεπώς, αυτός ο λόγος Ένστασης της Ενάγουσας δεν ευσταθεί. Σχετικά με την ουσία της υπό εξέταση αίτησης, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Λόγος παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης Η Εναγόμενη θα πρέπει να καταδείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή της να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, αν η παράλειψη αυτή οφείλεται σε παράτυπη επίδοση, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση, χωρίς να τίθεται ζήτημα διακριτικής ευχέρειας. Αν η επίδοση ήταν νομότυπη, η Εναγόμενη θα πρέπει να καταδείξει, πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ότι η παράλειψη αυτή ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στα γραφεία της στη Λεμεσό στις 24/3/2017 και παραλήφθηκε από την Χριστιάνα Χρίστου, λειτουργό του Τμήματος Απαιτήσεων (παράγραφος 14 της Ένορκης Δήλωσης της αίτησης). Λόγω τη μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης, εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Παρόμοια είναι και η εκδοχή της Ενάγουσας ως προς αυτά τα γεγονότα (παράγραφοι 7.6 - 7.8 της Ένορκης Δήλωσης Γιάπα). Η πλευρά της Εναγόμενης ισχυρίζεται ότι η επίδοση της παρούσας αγωγής δεν ήταν νομότυπη καθότι δεν έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της, και ούτε σε αρμόδιο υπάλληλο παραλαβής εγγράφων. Αντίθετα, η πλευρά της Ενάγουσας ισχυρίζεται ότι η επίδοση ήταν νομότυπη και ότι σε κάθε περίπτωση, το πρόσωπο που παρέλαβε την επίδοση της παρούσας αγωγής, δεν αρνήθηκε να το πράξει. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσον η επίδοση της αγωγής και θεωρείται ως νομότυπη στη βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Το νομότυπο ή όχι της επίδοσης εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, όπως φαίνεται και από τα ακόλουθα λεχθέντα στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited (ανωτέρω): «Οι περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και η αχλύς που περιβάλλει την επίδοση - δεν είναι καν γνωστό το πρόσωπο στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο και η ιδιότητά του - δεν μας αφήνουν αμφιβολία για το παράτυπο της επίδοσης, με βάση την οποία λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση. Αυτή ήταν και η αιτία, που η εφεσίβλητη δεν έλαβε γνώση της έγερσης της αγωγής για να αμυνθεί, όπως ήταν και η πρόθεσή της». Η επίδοση σε νομικό πρόσωπο διέπεται από το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Σχετική είναι επίσης η Δ.5 θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως έχει τεθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 (A) A.A.Δ. 43, «η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο» (Νικήτας, Δ. σελ. 48). Το δικαίωμα κάθε προσώπου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που τον αφορά και να ακούγεται σ' αυτή είναι αυτονόητο και αυτόδηλο (Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ. v. Μιχαήλ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1044). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι κοινή θέση αμφότερων των πλευρών ότι στις 24/3/2017 η παρούσα αγωγή επιδόθηκε στα γραφεία της Εναγόμενης στη Λεμεσό, όχι στο εγγεγραμμένο γραφείο, η οποία παραλήφθηκε από συγκεκριμένη λειτουργό της. Στη συνέχεια, ως αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση (παράγραφος 18), στις 28/3/2017 λειτουργός του Τμήματος Απαιτήσεων της Εναγόμενης έστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην Ενόρκως Δηλούσα, η οποία εκτύπωσε το συνημμένο αρχείο και το έβαλε έξω από το φάκελο της απαίτησης (παράγραφος 19). Σύμφωνα με τις εσωτερικές διαδικασίες της Εναγόμενης, άλλος λειτουργός του Τμήματος Απαιτήσεων θα έπρεπε να είχε προωθήσει την αγωγή στους δικηγόρους της Εναγόμενης, κάτι που δεν έπραξε (παράγραφοι 19 και 20). Τα πιο πάνω δεικνύουν ότι με την επίδοση της παρούσας αγωγής, η Εναγόμενη έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας, οι λειτουργοί της οποίας έθεσαν σε κίνηση τους εσωτερικούς μηχανισμούς και διαδικασίες για προώθηση της αγωγής στους δικηγόρους της. Πέραν τούτου, είναι κοινή θέση και των δύο των πλευρών ότι η αγωγή με αριθμό 737/17 που αφορά το ίδιο ατύχημα επιδόθηκε με τον ίδιο τρόπο, στην οποία η Εναγόμενη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης, γεγονός που δείχνει ότι έλαβε γνώση. Σύμφωνα δε με τον ιδιώτη επιδότη, οι επιδόσεις προς την Εναγόμενη έχουν παραληφθεί και στο παρελθόν από την ίδια λειτουργό, τόσο για την αγωγή με αριθμό 737/17 που αφορά το ίδιο ατύχημα, όσο και άλλες επιδόσεις. Σε κάθε περίπτωση, δεν μεσολάβησε, όπως θα μπορούσε να γίνει, αντεξέταση του επιδότη από την πλευρά της Εναγόμενης. Επαναλαμβάνεται ότι το νομότυπο ή όχι της επίδοσης εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (SILKEBORG INVESTMENTS LIMITED, ανωτέρω). Οι περιστάσεις της υπό εξέτασης αίτησης, ήτοι ότι η επίδοση έγινε στα γραφεία της Εναγόμενης σε συγκεκριμένη λειτουργό η οποία παρέλαβε την επίδοση, όπως έγινε και στο παρελθόν και ότι οι εσωτερικές διαδικασίες της Εναγόμενης κινήθηκαν με την επίδοση, καταδεικνύουν ότι η Εναγόμενη έλαβε γνώση για την παρούσα αγωγή, καθιστώντας την επίδοση νομότυπη. Έχοντας καταλήξει ότι η επίδοση της αγωγής ήταν νομότυπη, στρέφομαι στους προβαλλόμενους λόγους για την παράλειψη της Εναγόμενης να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Είναι η θέση της πλευράς της Εναγόμενης ότι στα Κλητήρια Εντάλματα, τόσο της αγωγής με αριθμό 737/17 όσο και της παρούσας που αφορούν το ίδιο ατύχημα, δεν αναγράφονταν οι αριθμοί εγγραφής των ενεχόμενων οχημάτων. Περαιτέρω, υπήρχε ομοιότητα μεταξύ των χειρόγραφων αριθμών των δύο αγωγών καθότι διαφέρουν μόνο σε ένα ψηφίο και το δικηγορικό γραφείο της Ενάγουσας σε αμφότερες αγωγές ήταν το ίδιο. Τα πιο πάνω, σύμφωνα με την Ενόρκως Δηλούσα, καθώς και το γεγονός ότι η επίδοση έγινε στα γραφεία της Εναγόμενης στη Λεμεσό, ήταν παράγοντες που οδήγησαν στην παράλειψή της να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης, γεγονός που αποδίδει σε ειλικρινή και ατυχή αβλεψία εκ μέρους της και σε ανθρώπινο λάθος. Αντίθετα, η πλευρά της Ενάγουσας αποδίδει την παράλειψη αυτή της Εναγόμενης, μεταξύ άλλων, σε αδιαφορία και αμέλεια της τελευταίας να προωθήσει την υπόθεσή της σε τέτοιο βαθμό ώστε σήμερα να μην δύναται να χρησιμοποιήσει την αμέλειά της προς όφελός της και σε βάρος της Ενάγουσας. Δεν εντοπίζεται κάποιος λόγος για να μην αποδεχθεί το Δικαστήριο τη βασιμότητα των όσων προβάλλονται από την Εναγόμενη περί ειλικρινούς και ατυχούς αβλεψίας εκ μέρους της και της εξήγησης που δόθηκε για το ζήτημα αυτό. Λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι στην αγωγή με αριθμό 737/17, που αφορά το ίδιο ατύχημα, η Εναγόμενη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό την υπεράσπιση των θέσεών της. Οι λόγοι που προβάλλονται από την Εναγόμενη για τη μη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή κρίνονται ως ικανοποιητικοί και εύλογοι. Εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση Έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δόθηκε από την Εναγόμενη ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψή της να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή, το επόμενο ζήτημα προς εξέταση είναι κατά πόσον η Εναγόμενη έχει αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η πλευρά της Εναγόμενης ισχυρίζεται ότι ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΥΑ166 δεν έχει καμία ευθύνη ή τουλάχιστον υπέχει λιγότερης ευθύνης για το επίδικο ατύχημα. Προς τούτο, επικαλείται το σχετικό Έντυπο Απαίτησης του εν λόγω οδηγού (Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση της αίτησης). Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη αμφισβητεί το αξιούμενο ποσό, επικαλούμενη εκτίμηση των ζημιών του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚΥΚ674 (Τεκμήριο Α της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της αίτησης). Αντίθετα, η πλευρά της Ενάγουσας απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ως ατεκμηρίωτους, αβάσιμους, παραπλανητικούς βασιζόμενους σε μη αξιόπιστη και εξ ακοής μαρτυρία. Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι ουδέν στοιχείο ή κάτι βάσιμο παρουσίασε η Εναγόμενη. Επισυνάπτονται δε στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση εκτίμηση, ημερ. 14/4/17 και δέσμη φωτογραφιών (Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα της Ένορκης Δήλωσης Γιάπα). Η νομολογία, ως αυτή αναφέρεται πιο πάνω, καταδεικνύει ότι το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, προβαίνοντας σε ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιόν του. Πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία, ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Γενική και αόριστη αναφορά ισχυρισμών, χωρίς την παράθεση υποστηρικτικού υλικού δεν είναι αρκετή για να αποκαλύψει καλόπιστη, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (Καλλής Ξενοφών (ανωτέρω). Υπό το φως των πιο πάνω νομικών αρχών, σημειώνεται ότι η Εναγόμενη παραθέτει στοιχεία και λεπτομέρειες σε σχέση με την προβαλλόμενη υπεράσπιση τα οποία οδηγούν το Δικαστήριο στην κατάληξη πως εκ πρώτης όψεως εγείρεται συζητήσιμη υπεράσπιση. Αναφορικά με τα όσα αντιπαραβάλλει η Ενάγουσα, επαναλαμβάνεται ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν κρίνεται η ορθότητα και το βάσιμο της υπεράσπισης ούτε μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα και τελικά συμπεράσματα. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Έλλη Κ. Χ"Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179, στη σελίδα 1181: «... Όσον αφορά αξιολόγηση επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων [Evans v. Bartlam (ανωτέρω)] και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται ότι η Εναγόμενη έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Χρόνος καταχώρησης της παρούσας αίτησης Το επόμενο ζήτημα το οποίο πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον η Εναγόμενη έλαβε άμεσα μέτρα για παραμερισμό της επίδικης απόφασης μόλις έλαβε γνώση αυτής. Αποτελεί νομολογημένη αρχή ότι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης αποτελεί επαρκή λόγο για απόρριψή της. Ακόμη και στις περιπτώσεις που αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να απορρίψει την αίτηση όπου η συμπεριφορά του διάδικου καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας (Milouca Motor Tr. Ltd (ανωτέρω), Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου και Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1101, Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1283). Στην προκειμένη περίπτωση, η πλευρά της Εναγόμενης αναφέρει ότι έλαβε γνώση για την ύπαρξη της επίδικης απόφασης στις 12/5/2017 όταν ενημερώθηκε τηλεφωνικώς για την ύπαρξη εντάλματος κατάσχεσης και πώλησης κινητής ιδιοκτησίας της Εναγόμενης. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έγινε εντός 7 ημερών από την ημερομηνία που η Εναγόμενη πληροφορήθηκε για την έκδοση της απόφασης και εντός 17 ημερών από την έκδοσή της. Η πλευρά της Ενάγουσας αναφέρει ότι από την ημερομηνία επίδοσης της παρούσας αγωγής μέχρι την καταχώρηση μονομερούς αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, διέρρευσε χρονικό διάστημα 1 μηνός. Τα όσα αναφέρονται από πλευράς της Εναγόμενης, τα οποία παρατίθενται πιο πάνω, δεν καταμαρτυρούν αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή περιφρονητική συμπεριφορά της ίδιας στη δικαστική διαδικασία. Ούτε εντοπίζεται η ύπαρξη ολιγωρίας και, μάλιστα, τέτοιας έκτασης που θα δικαιολογούσε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς την απόρριψη της παρούσας αίτησης (Ζωής Νικολαΐδου Ευσταθίου κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 130/2012, ημερ. 10.10.17). Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι η Εναγόμενη έδρασε άμεσα και προχώρησε χωρίς καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Τέλος, αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ζημιά στην ίδια και θα παραβιαστεί το δικαιώματά της για δίκαιη δίκη, σημειώνονται τα εξής: κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης από τη μια, του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη διασφάλισης ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Το αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να εφευρίσκει τρόπους αφαίρεσης από τους διαδίκους του δικαιώματός τους να ακουστούν στην υπόθεσή τους εφόσον αποκαλύπτουν υπεράσπιση (Φυλακτού κ.α. ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204). Στην υπό εξέταση περίπτωση, για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, κρίνεται όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζονται με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Ενάγουσας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης όπως αναφέρονται πιο πάνω, κρίνεται δικαιολογημένο όπως η εκδοθείσα απόφαση παραμεριστεί. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης και όσα θα απωλεστούν από το επανάνοιγµα της υπόθεσης (costs thrown away), αυτά δημιουργούνται εξ υπαιτιότητας του Εναγόμενου, ο οποίος δεν καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης, παρά το νομότυπο της επίδοσης ως κρίθηκε πιο πάνω, και δεν θα ήταν δίκαιο να τα επωμιστεί η Ενάγουσα, η οποία δεν φέρει ευθύνη για την παράλειψη της πρώτης να εμφανιστεί στην υπόθεση (Χατζηνικολάου Έλλη Κ. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179). Για τους πιο πάνω λόγους, η εκδοθείσα απόφαση παραμερίζεται, υπό τον όρο ότι η Εναγόμενη θα καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των εξόδων που έχει επιδικαστεί με την παραμερισθείσα απόφαση, καθώς και τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που θα της επιδοθεί η σχετική βεβαίωση υπολογισμού και έγκρισης των εξόδων από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση παραμερισμού απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο