ΦΕΒΡΩΝΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΡΕΜΟΥΡΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αιτ.: 43/2008, 14/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A392 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αιτ.: 43/2008 ΜΕΤΑΞΥ: ΦΕΒΡΩΝΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΡΕΜΟΥΡΗ Απαιτήτριας/Καθ' ης η Αίτηση ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Αποζημιούσας Αρχής/Αιτήτριας Ημερομηνία:14 Δεκεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Αποζημιούσα Αρχή - Αιτήτρια: Ο κ. Α. Μελάς Για την Απαιτήτρια - Καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Μ. Μιχαήλ Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης και εντάλματος κινητών) Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για τη δημιουργία Τεχνολογικού - Επιστημονικού Πάρκου στο χωριό Πεντάκωμο της Επαρχίας Λεμεσού οδήγησε στη συνέχεια στην έκδοση Γνωστοποίησης και ακολούθως Διατάγματος Απαλλοτρίωσης μεταξύ άλλων και του κτήματος - χωραφιού, ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα. Σε μεταγενέστερο χρόνο το ως άνω διάταγμα ανακλήθηκε. Στο μεταξύ είχε συμφωνηθεί στα πλαίσια Παραπομπής και προς τούτο εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση για την καταβολή στην Καθ' ης η αίτηση αποζημίωση. Για την αναστολή της πιο πάνω απόφασης καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια η παρούσα αίτηση. Για μια πλήρη όμως εικόνα της υπόθεσης θα προχωρήσω αμέσως στη συνέχεια στην καταγραφή των γεγονότων της κατά χρονολογική σειρά τα οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητούνται. Την 15.09.2006 δημοσιεύτηκε Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης με την Α.Δ.Π. 911 μεταξύ άλλων και του κτήματος της Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα, με αριθμό εγγραφής 00/12074 Τεμάχιο 476 Φ/Σχέδιο 55/34 με εμβαδόν 10 δεκάρια και 034 τ.μ. ευρισκόμενο στην Τοποθεσία Βουνό στο χωριό Πεντάκωμο της Επαρχίας Λεμεσού, με την οποία απαλλοτριώθηκε ολόκληρο το εμβαδόν του κτήματος. Την ως άνω Γνωστοποίηση Απαλλοτριώσεως ακολούθησε την 7.09.2007 το Διάταγμα Απαλλοτριώσεως Α.Δ.Π. 982 με το οποίο απαλλοτριώθηκε ολόκληρο το πιο πάνω κτήμα της Καθ' ης η αίτηση. Η Αποζημιούσα Αρχή (Κυπριακή Δημοκρατία), πρόσφερε ως δίκαιη αποζημίωση στην Καθ' ης η αίτηση το ποσό €222,972,48σ. (Λ.Κ.130.500,00 ποσό το οποίο δεν έγινε αποδεχτό. Στις 23.04.2008 καταχωρίστηκε η παρούσα Ειδοποίηση Παραπομπής με την οποία η Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα αξίωνε αποζημιώσεις ύψους €307.470,00 (Λ.Κ.180.000,00). Η Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρίστηκε την 17.11.2008 με επισυνημμένη την Έκθεση Εκτίμησης. Η Αποζημιούσα Αρχή μέσω του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας καταχώρησε Υπεράσπιση την 26.11.
- Η ως άνω δικαστική διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης την 4.07.2011 με την οποία η Αποζημιούσα Αρχή διαταζόταν να καταβάλει στην Απαιτήτρια το ποσό των €234.000,00 με τόκο 9% επ' αυτού από 15.09.2006 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Επιπλέον η Αποζημιούσα Αρχή διαταζόταν όπως πληρώσει συμφωνηθέντα έξοδα και άλλο ποσό ως εκτιμητικά έξοδα τα οποία μεταγενέστερα είναι παραδεκτό ότι καταβλήθηκαν σε αντίθεση με το ποσό της συμφωνηθείσας αποζημίωσης. Η Απαιτήτρια καταχώρησε στις 6.03.2013 ένταλμα για κατάσχεση και εκποίηση της κινητής περιουσίας της Αποζημιούσας Αρχής (Κυπριακής Δημοκρατίας) με αριθμό
- Με βάση την ένορκη δήλωση της Απαιτήτριας, η οποία συνοδεύει την ένστασή της στην παρούσα Αίτηση, το εν λόγω ένταλμα επιστράφηκε ως ανεκτέλεστο στις 07.08.2015 (βλ. Τεκμ. 2 της ένστασης της Απαιτήτριας). Στις 2.11.2012 ανακλήθηκε η απαλλοτρίωση με την Α.Δ.Π. 706 σύμφωνα με το Άρθρο 7 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου (Ν. 15/62). Εναντίον του Διατάγματος Ανάκλησης ασκήθηκε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο με αριθμό 1092/2013 με την οποία ζητήθηκε η ακύρωση της ανάκλησης του Διατάγματος Απαλλοτρίωσης. Την 31.05.2016 το Διοικητικό Δικαστήριο ακύρωσε το Διάταγμα Ανάκλησης της Απαλλοτρίωσης. Εναντίον της ως άνω απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου ασκήθηκε η Έφεση αρ. 1092/2016 ημερομηνίας 31.05.2016 η οποία ακόμη εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Την 17.11.2016 καταχωρίστηκε αίτηση έρευνας με την οποία επιζητείτο η οικονομική εξέταση της καθ' ης η αίτηση Κυπριακής Δημοκρατίας για τη δυνατότητα της να αποπληρώσει το ως άνω εξ αποφάσεως χρέος της και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Κυπριακή Δημοκρατία όπως καταβάλει ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος της είτε με εφάπαξ πληρωμή του είτε με μηνιαίες πληρωμές των €150.000,00 ή οποιοδήποτε ποσό που το Δικαστήριο κρίνει ως εύλογο. Μετά που η Αποζημιούσα Αρχή καταχώρησε την παρούσα Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης η Απαιτήτρια την 23.01.2017 απέσυρε την αίτηση έρευνας άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της με συμφωνηθέντα έξοδα υπέρ της. Η Κυπριακή Δημοκρατία καταχώρησε την παρούσα αίτηση την 8.12.2016 επιζητώντας την αναστολή εκτέλεσης της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης με ημερομηνία 4.07.2011 καθώς και του εντάλματος κατάσχεσης και εκποίησης κινητής περιουσίας με αριθμό 064207 μέχρι την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της έφεσης εναντίον της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου. H αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.11, 16 και 17 και Δ.48 Θ. 1, 2, 8
(1)(ii) και 9, στα άρθρα 7 και 20 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου 15/62, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Είναι η θέση του Αιτητή ότι εάν το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώσει την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου με ημερομηνία 31.05.2016 κρίνοντας έγκυρη την ανάκληση της Απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου, τότε δεν θα υπάρχει νομικό υπόβαθρο για εκτέλεση της απόφασης με ημερομηνία 4.07.2011 με την οποία καθορίστηκε η καταβλητέα αποζημίωση. Εάν η έκβαση της Έφεσης είναι υπέρ της Αιτήτριας αυτή θα προχωρήσει με τα σχετικά δικονομικά μέτρα για την ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης με ημερομηνία 4.07.
- Από την άλλη, αν εκτελεστεί η απόφαση και στο τέλος κριθεί έγκυρη η ανάκληση του Διατάγματος Απαλλοτρίωσης, αυτό θα σήμαινε την καταβολή της αποζημίωσης από τη Δημοκρατία χωρίς λήψη οποιουδήποτε ανταλλάγματος. Η Αιτήτρια στην παρούσα εισηγείται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για αναστολή της εκτέλεσης τόσο της απόφασης όσο και του εντάλματος κινητών. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εισηγείται περαιτέρω, δεν παραβλάπτει καθόλου τα δικαιώματα της Απαιτήτριας, η οποία σε περίπτωση επικύρωσης της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, θα αποζημιωθεί το συμφωνηθέν ποσό της απόφασης εντόκως όπως προνοείται στην απόφαση. Αντίθετα η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβλάψει τα συμφέροντα της Δημοκρατίας εφόσον θα αναγκασθεί να καταβάλει το ποσό της απόφασης και εφόσον το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης έχει ανακληθεί και εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου η απόφαση κατά πόσο θα επικυρώσει την ανάκληση ή όχι, ουσιαστικά θα αναγκασθεί να καταβάλει ποσό χωρίς να δικαιούται να λάβει κατοχή του επίδικου κτήματος. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση όπου προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: Η νομική βάση της παρούσας αίτησης είναι λανθασμένη ή/και ελλιπής. Η νομική βάση της παρούσας αίτησης δεν παρέχει την αναγκαία δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για να προβεί στην αιτούμενη θεραπεία. Το πραγματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις αιτούμενες θεραπείες καθώς δεν ασκήθηκε έφεση στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Παραπομπή 43/2008 για την οποία απόφαση ζητείται η αναστολή εκτέλεσης. Το πραγματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη θεραπεία διότι δεν μπορεί να νοηθεί αναστολή εκτέλεσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου μέχρι την αποπεράτωση Αναθεωρητικής Έφεσης που ασκήθηκε στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας και δη διοικητικής προσφυγής. Η αίτηση παραβιάζει την Συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών καθώς επιχειρεί να συνδέσει την εκτέλεση ή/και την εγκυρότητα μίας τελεσίδικης δικαστικής απόφασης με τη νομιμότητα μίας μεταγενέστερης διοικητικής πράξης, ήτοι με την ανάκληση της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας της Απαιτήτριας/Καθ' ης η αίτηση. Η αίτηση παραβιάζει το Συνταγματικό Δικαίωμα της Ισότητας των διαδίκων ενώπιον του Νόμου και ενώπιον της Δικαιοσύνης καθώς ενώ η Αιτήτρια/Αποζημιούσα Αρχή είναι διάδικος στην τελεσίδικη δικαστική απόφαση στην αίτηση παραπομπής 43/08 επιχειρεί με την ανάκληση μιας διοικητικής πράξης να ανατρέψει το αποτέλεσμα της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης και να αποφύγει τις υποχρεώσεις της που προκύπτουν από την απόφαση αυτή. Η παρούσα αίτηση γίνεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση καθώς παρήλθαν 5 ½ έτη από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης 43/2008 (04.07.2011) και περί τα 4 χρόνια από την ημερομηνία καταχώρησης του εντάλματος κινητών υπ' αριθμό 1031/13 και αριθμό διπλότυπου 064207 (06.03.2013). Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και προδήλως καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Με την παρούσα αίτηση η Αποζημιούσα Αρχή επιχειρεί με τρόπο κακόπιστο και καταχρηστικό να παρατείνει περαιτέρω την καταβολή της αποζημίωσης που δικαιούται η Απαιτήτρια για την απαλλοτρίωση της περιουσίας της. Με την παρούσα αίτηση η Αποζημιούσα Αρχή επιχειρεί με τρόπο ανορθόδοξο και καταχρηστικό να καταργήσει ή/και να εξουδετερώσει την απόφαση στην Παραπομπή 43/
- Η συνεχιζόμενη άρνηση της Αποζημιούσας Αρχής να καταβάλει την δέουσα αποζημίωση στην Απαιτήτρια για περίοδο 10 ετών μετά την έκδοση του διατάγματος απαλλοτρίωσης συνιστά παραβίαση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας της Απαιτήτριας. Η συνεχιζόμενη άρνηση της Αποζημιούσας Αρχής για περίοδο 6 ετών να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως διάδικος στην τελεσίδικη δικαστική απόφαση 43/2008 συνιστά παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαια δίκη της Απαιτήτριας/Καθ' ης η αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.1-7, 8 και 9, Δ.40 θ.11, στο άρθρο 12 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου Ν. 15/1962, στο Περί Αποτελεσματικών Δικαιωμάτων Θεραπειών για Παραβίαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε Εύλογο Χρόνο Νόμο Ν.2(Ι)/2010, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο άρθρο 6(Ι) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στα άρθρα 23, 28, 30 και 152 του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, τη νομολογία και τη δικαστική πρακτική. Την ένσταση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η ίδια η Καθ' ης η αίτηση οποία επί της ουσίας επαναλαμβάνει τα πιο πάνω γεγονότα της υπόθεσης και τους λόγους ένστασης της. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτές αγορεύσεις όπου εκθέτουν τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία επί της ουσίας τους δεν αμφισβητούνται, όσο και νομική επιχειρηματολογία επί της οποίας και εστιάζεται η διαφορά τους. Η πλευρά του Αιτητή στην παρούσα, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, εισηγείται ότι είναι λογικό και αιτιολογημένο το αίτημα της Αποζημιούσας Αρχής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης καθώς η Απαιτήτρια επιδιώκει ουσιαστικά να εκτελέσει την εκ συμφώνου απόφαση με την οποία καθορίστηκε το ποσό της αποζημίωσης στα πλαίσια της παρούσας παραπομπής για απαλλοτρίωση η οποία έχει ανακληθεί. Το δικαίωμα της Απαιτήτριας για καταβολή αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου πηγάζει και εξαρτάται άμεσα από την ισχύ και/ή νομιμότητα του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Εάν δεν υπάρχει διάταγμα απαλλοτρίωσης δε νοείται να υπάρχει και αξίωση για αποζημίωση ένεκα της απαλλοτρίωσης. Βασικό επιχείρημα από πλευράς της Καθ' ης η αίτηση είναι ότι η Αναθεωρητική Έφεση δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα με αποτέλεσμα το διάταγμα απαλλοτρίωσης της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση να είναι αυτή τη στιγμή σε ισχύ και έτσι η Αποζημιούσα Αρχή οφείλει να της καταβάλει τα οφειλόμενα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα γεγονότα της αίτησης είναι απλά τα οποία κατ' ουσία δεν αμφισβητούνται. Εκείνο που θα πρέπει να αποφασιστεί είναι το νομικό ζήτημα που προκύπτει, κατά πόσο δηλαδή μπορεί σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης και να μη αποδοθεί το ποσό που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών και δηλώθηκε στα πλαίσια διευθέτησης της Ειδοποίησης Παραπομπής για απαλλοτρίωση κτήματος της Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε Έφεση που ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρησε εναντίον απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου με την οποία απέρριψε αίτηση εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας για ανάκληση του Διατάγματος Απαλλοτρίωσης που ανήκε στην Καθ' ης η αίτηση. Το Άρθρο 7 υπό τον τίτλο «Αvάκλησις και εγκατάληψις απαλλoτριώσεως» διέπει το ζήτημα της ανάκλησης Διατάγματος Απαλλοτρίωσης και καθορίζει τους τρόπους με τους οποίους μπορεί αυτό να γίνει και τις συνέπειες της στα μέρη. Το άρθρο 7
(1)[1] του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου Αρ. 15/62 δίδει το δικαίωμα στην απαλλοτριούσα αρχή να δημοσιεύσει ανάκληση της απαλλοτρίωσης καθ' οιονδήποτε χρόνο προ της πληρωμής της αποζημίωσης. Είναι αυτονόητο ότι όταν ο νομοθέτης μιλά για «πληρωμή» εννοείται ότι θα πρέπει να προηγηθεί ο καθορισμός της πληρωτέας αποζημίωσης που επέρχεται είτε με την αποδοχή της προσφοράς της Αποζημιούσας Αρχής από τον ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος κτήματος ή στο ποσό που θα καταλήξει η διαβούλευση τους, είτε δικαστικώς με τη διαδικασία της παραπομπής (βλ. Μυριάνθη Ιωάννη Νικόλα ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αριθ. 1247/2013, ημερ. 11.3.2015 (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία). Συνεπώς, ο καθορισμός της καταβλητέας αποζημίωσης δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας για την ανάκληση του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Σύμφωνα λοιπόν με τα γεγονότα της υπόθεσης η Απαλλοτριούσα Αρχή αποφάσισε να ανακαλέσει το διάταγμα απαλλοτρίωσης το 2012. Για να δημοσιευτεί διάταγμα ανάκλησης έξι χρόνια μετά τη δημοσίευση του Διατάγματος Απαλλοτρίωσης τεκμαίρεται ότι η Απαλλοτριούσα Αρχή δεν χρησιμοποίησε το επίδικο ακίνητο για το σκοπό της απαλλοτρίωσης, διαφορετικά δεν θα υπήρχε και λόγος ανάκλησης της. Με αυτά τα γεγονότα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η Απαλλοτριούσα Αρχή δεν επιθυμεί τη χρήση και απόκτηση του επίδικου ακινήτου για τους σκοπούς της απαλλοτρίωσης. Δεν παραγνωρίζω ότι το διάταγμα ανάκλησης έχει ακυρωθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο και άρα το διάταγμα απαλλοτρίωσης βρίσκεται στην παρούσα φάση σε ισχύ. Αυτό, όμως, δύναται να διαφοροποιηθεί στα πλαίσια της αναθεωρητικής έφεσης που καταχώρησε η πλευρά της Αποζημιούσας Αρχής κατά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου. Εάν απορριπτόταν η παρούσα αίτηση θα δημιουργείτο το ακόλουθο οξύμωρο σχήμα: Θα αναγνωριζόταν εμμέσως πλην σαφώς, ότι η Καθ' ης η αίτηση δικαιούται σε άμεση πληρωμή της καθορισθείσας αποζημίωσης. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν θα έφερνε μόνο σε εξαιρετικά δυσμενή θέση την πλευρά της Αποζημιούσας Αρχής αλλά θα καθόριζε συνάμα και την έκβαση της Έφεσης κατά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, αφού δε νοείται ανάκληση μετά την πληρωμή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας με παρέπεμψε εύστοχα στην υπόθεση Penderhil Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκινά κ.ά.,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1921, η οποία αφορούσε αίτηση αναστολής εκτέλεσης διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων τύπου Norwich Pharmacal, εναντίον του οποίου καταχωρήθηκε έφεση. Τελικά εγκρίθηκε η αναστολή εκτέλεσης καθότι η απόρριψή της θα υποχρέωνε την Αιτήτρια στην αποκάλυψη των εγγράφων και θα καθιστούσε την έφεσή τους άνευ αντικειμένου. Είναι δε γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση εάν ήθελε εγκριθεί η αίτηση δεν θα υποστεί οποιανδήποτε ζημιά αφού, αν στο τέλος παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα απαλλοτρίωσης θα λάβει την καθορισθείσα αποζημίωση με τόκους. Υπενθυμίζω, επίσης, ότι, σύμφωνα με το Νόμο και τη σχετική νομολογία, ο ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι υπό απαλλοτρίωση δεν στερείται της ιδιοκτησίας του και δύναται να την εκμεταλλεύεται μέχρι και της καταβολής της αποζημίωσης. Στην υπόθεση Αλίκη Γεωργίου ν. Δήμου Λάρνακας
(1998)3 Α.Α.Δ. 821 η Ολομέλεια αποφάνθηκε τα εξής: «Εξ' άλλου, η δημοσίευση διατάγματος απαλλοτρίωσης δε διαταράσσει αφ' εαυτής το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Το τεμάχιο εξακολουθεί να ανήκει κατά κυριότητα στον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του ως τη τελείωση της απαλλοτρίωσης με την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης». Στην υπόθεση Ευέλθων Προδρόμου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:D502, Υπόθ. Αρ. 57/13, ημερομηνίας 10.7.2015, η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης χαρακτηρίστηκε ως προσωρινό μέτρο που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ουσιώδης παράγοντας σε αίτηση ανάπτυξης ακινήτου. Σε κάθε περίπτωση, εάν η Απαιτήτρια έχει υποστεί οποιαδήποτε έξοδα δεν εμποδίζεται από του να τα διεκδικήσει δυνάμει του άρθρου 7
(3)(βλ. σελ. 8) του Νόμου 15/62 (βλ. Άθως Παρισινός κ.α. ν. Δημοκρατία, Συνεκδ. ECLI:CY:AD:2015:D208, Υποθ. Αρ. 1781/12 κ.α., ημερ. 20.3.2015). Είναι δε γεγονός ότι η απόρριψη της παρούσας Αίτησης θα συνιστούσε ουσιαστικά έμμεσο εξαναγκασμό της Αποζημιούσας Αρχής για πληρωμή της αποζημίωσης και ταυτόχρονης απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου. Και είναι ως προς τούτο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συντρέχει στην περίπτωση παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών σε αντίθεση με όσα παρόμοια υποστηρίζονται από πλευράς της Καθ' ης η αίτηση προς υποστήριξη της ένστασης της. Στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1993)3 Α.Α.Δ. 25 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «1) Η απαλλοτρίωση γης συνιστά πτυχή της διοικητικής λειτουργίας η οποία ανατίθεται από το Σύνταγμα στην Εκτελεστική Εξουσία.» 2) Η διαπίστωση της αναγκαιότητας για την απαλλοτρίωση γης για την πραγμάτωση σκοπών δημόσιας ωφέλειας ανάγεται, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 23.4 του Συντάγματος και των σχετικών προνοιών των Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμων 1962 - 1988 στην κρίση της αρμόδιας διοικητικής Αρχής. 3) Τόσο η έκδοση όσο και η ανάκληση ή η ακύρωση διατάγματος απαλλοτρίωσης αποτελεί σύμφυτη πτυχή της εξουσίας για απαλλοτρίωση γης. Η ακύρωση διαταγμάτων απαλλοτρίωσης από τη Νομοθετική Εξουσία συνιστά εκτροπή από τη νομοθετική λειτουργία αφενός και επέμβαση στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Εκτελεστικής Εξουσίας, αφετέρου. Κατά συνέπεια οι διατάξεις του Άρθρου 5 παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των Εξουσιών και για τον λόγο αυτό οι πρόνοιές τους κρίνονται αντισυνταγματικές με αποτέλεσμα την θεμελίωση της εγκυρότητας της επίδικης διοικητικής απόφασης η οποία έχει ως βάθρο την εγκυρότητα του διατάγματος απαλλοτρίωσης.» Με τα πιο πάνω απαντώνται πλείστοι τόσοι λόγοι ένστασης. Για σκοπούς όμως πληρότητας της απόφασης μου εφόσον τα πιο πάνω κρίνω ότι καθορίζουν πλέον την έκβαση της, θα προβώ σε ορισμένα σύντομα σχόλια σε λόγους ένστασης που ενδεχομένως θα φανεί ότι δεν με έχουν απασχολήσει. Η Απαιτήτρια ισχυρίζεται ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη και ότι δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει την αιτούμενη θεραπεία. Επιπλέον, η Απαιτήτρια ισχυρίζεται ότι δε νοείται αναστολή εκτέλεσης απόφασης χωρίς να υπάρχει έφεση κατά της απόφασης αυτής, ενώ η αναθεωρητική έφεση κατά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου αποτελεί ξεχωριστή διαδικασία. Όμως ο Καν. 11 της Δ.40 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εγκρίνει την παρούσα Αίτηση. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η ανάκληση της απαλλοτρίωσης δημοσιεύτηκε ένα χρόνο περίπου μετά την έκδοση της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της παραπομπής για καθορισμό της αποζημίωσης και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να γίνει επίκληση της ανάκλησης για να μην εκδοθεί απόφαση. Φυσικά, με βάση τη νομολογία, η πιο πάνω διάταξη δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλης από εκείνη η οποία αποτελεί το αντικείμενο της έφεσης (βλ. Stavrou & Another v. Christopoulos
(1985)1 Α.Α.Δ. 449). Η έφεση, όμως, που εκκρεμεί εναντίον της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου έχει άμεση σχέση με την απόφαση που εκδόθηκε στην παρούσα παραπομπή και το αποτέλεσμα της επηρεάζει άμεσα την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης. Από τη στιγμή που η νομολογία αναγνωρίζει το δικαίωμα της απαλλοτριούσας αρχής να ανακαλεί απαλλοτριώσεις μετά την έκδοση απόφασης που καθορίζουν την αποζημίωση (βλ. Μυριάνθη Ιωάννη Νικόλα ανωτέρω), θα ήταν αντιφατικό να αναγκάζει ταυτόχρονα την πληρωμή της αποζημίωσης που επιδικάστηκε, αφού η όλη διαδικασία της ανάκλησης στηρίζεται στη μη καταβολή της αποζημίωσης. Επομένως δεν είναι η περίπτωση όπου θα πρέπει να εξεταστεί ισχυρισμός περί ανατροπής μιας τελεσίδικης απόφασης με την ανάκληση της απαλλοτρίωσης. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης περί υπέρμετρης καθυστέρησης είναι γεγονός ότι είναι η ίδια η Απαιτήτρια που καταχώρησε προσφυγή εναντίον του διατάγματος ανάκλησης της απαλλοτρίωσης και ήταν επόμενο ότι θα έπρεπε να αναμενόταν η έκδοση της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε μόλις στις 31.05.2016 και το δικαίωμα της Απαιτήτριας προς αποζημίωση συνδεόταν άμεσα με την ισχύ του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Αν η επίκληση της καθυστέρησης ως λόγου ένστασης ανάγεται στο χρόνο που μεσολάβησε από την Γνωστοποίηση της Απαλλοτρίωσης μέχρι και της ανάκλησης της και έτσι δημιουργήθηκαν δικαιώματα στην Απαιτήτρια ή άλλα έξοδα πέραν των όσων ήδη έχουν καταβληθεί, ως είναι παραδεκτό (δικηγορικά, εκτιμητικά), εφόσον ο Νομοθέτης καθόρισε ως χρόνο που αποκρυσταλλώνονται τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτόν της πληρωμής κατά το Άρθρο 13 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου (Ν. 15/1962)και εφόσον η πληρωμή δεν έγινε δεν θα μπορούσε μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα να γεννηθούν και αναγνωριστούν οποιαδήποτε δικαιώματα ή υποχρεώσεις. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να εγκρίνω την αίτηση και να εκδώσω διατάγματα ως τα αιτητικά α και β της αίτησης. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Δεν παραγνωρίζω ότι ο κανόνας είναι ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται τα έξοδα του. Εντούτοις ενόψει της φύσης της αίτησης και τι επιδιώκεται με αυτή αλλά και των νομικών ζητημάτων που συζητήθηκαν σε συνδυασμό με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά έχουν καταγραφεί πιο πάνω, κρίνω ότι η πιο δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα θα ήταν όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. (Υπογρ.).............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Aναφορά: Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης και εντάλματος κινητών [1] 7.-
(1)Καθ' oιovδήπoτε χρόvov μετά τηv δημoσίευσιv γvωστoπoιήσεως απαλλoτριώσεως και πρo της πληρωμής ή καταθέσεως της απαζημιώσεως ως πρoβλέπεται εv τω παρόvτι Νόμω, η απαλλoτριoύσα αρχή δύvαται διά διατάγματoς δημoσιευoμέvoυ εv τη επισήμω εφημερίδι της Δημoκρατίας, v' αvακαλέση τηv τoιαύτηv γvωστoπoίησιv και παv δημoσιευθέv σχετικόv διάταγμα, είτε γεvικώς είτε ειδικώς˙ αvαφoρικώς πρoς τηv εv τoύτω αvαφερoμέvηv ιδιoκτησίαv ή μέρoς ιδιoκτησίας˙ επί τoύτω η επoμέvη της τoιαύτης γvωστoπoιήσεως ή διατάγματoς απαλλoτριώσεως διαδικασία ατovεί, και η απαλλoτρίωσις λoγίζεται ως εγκαταλειφθείσα είτε γεvικώς είτε αvαλόγως της περιπτώσεως, αvαφoρικώς πρoς τηv τoιαύτηv ειδικήv ιδιoκτησίαv ή μέρoς ιδιoκτησίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο