← Κύπρος

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Γεν. Αίτηση: 400/15, 22/12/2017

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Γεν. Αίτηση: 400/15, 22/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A418 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 400/15 Μεταξύ: ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Αιτητών και

  1. ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Καθ' ων η αίτηση Αίτηση αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα Ημερομηνία: 22.12.2017 Για Αιτητή - Καθ' ου η αίτηση 1: κ. Χ. Καστανιάς. Για Καθ' ων η αίτηση - Αιτητές: κ. Σ. Κ. Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση (στο εξής η Κυρίως Αίτηση) οι Αιτητές ζητούν άδεια και/ή διάταγμα, το οποίο να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε στις 15.12.2000 υπέρ αυτών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και
  3. Η Κυρίως Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χρίστου Σιαηλή, λειτουργού των Αιτητών. Στις 7.10.15 εκδόθηκε το αιτούμενο διάταγμα εναντίον του Καθ' ου η αίτηση
  4. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 εμφανίσθηκε μέσω δικηγόρου και αφού ζήτησε χρόνο καταχώρησε στις 20.1.16 ένσταση στην Κυρίως Αίτηση. Μετά δε που η Κυρίως Αίτηση αναβλήθηκε 2 φορές για οδηγίες και 4 φορές για ακρόαση, ο Καθ' ου η αίτηση 1 (στο εξής ο Αιτητής) καταχώρησε στις 24.1.17 την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά Διάταγμα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα Χρίστου Σιαηλή, σε ότι αφορά το περιεχόμενο των παραγράφων 3, 4, 5 και 6 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 3.6.
  5. Η αίτηση εδράζεται στις Δ.38 Κ.1, Δ.39 Κ.1-3, Δ.48 Κ.1-4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 30.2 και 30.3 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6

(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις Γενικές Αρχές του Νόμου, στους Κανόνες της Επιείκειας, στην Πρακτική και στην Σύμφυτη Εξουσία των Δικαστηρίων. Όσον δε αφορά τα γεγονότα αναφέρει ότι αυτά εμφαίνονται στο φάκελο και ότι είναι ανάγκη να αντεξετασθεί ο ενόρκως δηλούντας. Οι Αιτητές (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 30.3.17 ένσταση στην αίτηση, στην οποία προβάλλουν βασικά τους ακόλουθους λόγους:
  1. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και ελαττωματική επειδή φέρει τίτλο διαφορετικό από αυτόν της Κυρίως αίτησης.
  2. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη και παραλείπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση.
  3. Δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις προς έγκριση της αίτησης.
  4. Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία να αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται ή που καθιστούν αναγκαία την αντεξέταση.
  5. Η αίτηση έγινε κακόπιστα και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
  6. Η αίτηση δεν θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και την ορθή απονομή της.
  7. Η αιτούμενη αντεξέταση θα εκτρέψει την διαδικασία της Κυρίως αίτησης από την ορθή της διάσταση.
  8. Η αιτούμενη αντεξέταση είναι άσχετη με τους επιδιωκόμενους σκοπούς της Κυρίως Αίτησης και θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση αυτής.
  9. Η αιτούμενη αντεξέταση αποσκοπεί στον έλεγχο της αξιοπιστίας του ενόρκως δηλούντα, θέμα αντικανονικό και ανεπίτρεπτο και θα ισοδυναμούσε με την εκδίκαση της ουσίας της Κυρίως Αίτησης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Φίλιππου Βακανά, λειτουργού των Καθ' ων η αίτηση, όπου επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης. Στα πλαίσια ακρόασης της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι η αγόρευση του συνηγόρου του Αιτητή αναφέρεται στα θέματα που αφορούν την υπό εξέταση αίτηση ενώ εκείνη του συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση αναφέρεται στα θέματα που αφορούν την ουσία της Κυρίως Αίτησης. Νομική πτυχή Το θέμα της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα διέπεται από τη Δ.39 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία προβλέπει τα εξής: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατόπιν αίτησης μαρτυρία δύναται να δοθεί με ένορκο δήλωση αλλά το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται κατόπιν παράκλησης οιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση». Ως δε προκύπτει και από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και από την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1660 όπου λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Πρέπει φυσικά να τονιστεί ότι στην πιο πάνω απόφαση το θέμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα αντικρίστηκε υπό το πρίσμα της φύσης της συγκεκριμένης διαδικασίας ήτοι Habeas Corpus, και συνεπώς οι εκεί αναφερόμενες αυθεντίες σχετίζονται με τέτοιας μορφής υποθέσεις. Ως προκύπτει δε από την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Λευτέρη Μήλου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 280 το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να μην εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης ακόμη και εάν ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση συμφωνεί στην έκδοση του. Στην ίδια δε υπόθεση αναφέρεται περαιτέρω ότι το Δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ότι η ζητηθείσα αντεξέταση δεν πρέπει να είναι άσχετη με τους επιδιωκόμενους σκοπούς της κυρίως αίτησης (βλ. και Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η έκδοση Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878). Σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν το είδος και η φύση της αίτησης και γενικά της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά καθώς και το κατά πόσο η αντεξέταση είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην εν λόγω διαδικασία. Όπου δε η διαδικασία διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών, υπάρχει δυνατότητα και όχι υποχρέωση αντεξέτασης και συναφώς η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις εκείνες όπου καθίσταται πρόδηλα αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η αντεξέταση. Συνεπώς τα θέματα επί των οποίων μπορεί να επιτραπεί τέτοια αντεξέταση θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της διαδικασίας που αφορά και όχι επί θέματος για το οποίο υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Το βάρος βρίσκεται δε στους ώμους του Αιτητή να παραθέσει τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Εξέταση της αίτησης Θα πρέπει να λεχθεί ευθύς εξ αρχής ότι με βάση το ότι η αγόρευση των Καθ' ων η αίτηση δεν αφορά την παρούσα, κρίνω ότι αυτοί δεν προώθησαν τους λόγους ένστασης τους. Αυτό όμως δεν οδηγεί αυτόματα την αίτηση σε επιτυχία. Ως προκύπτει από την σχετική νομολογία, το όλο θέμα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστήριου, το οποίο μπορεί να αρνηθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ακόμη και εάν η αίτηση γίνεται μονομερώς ή ακόμη και εάν οι Καθ' ων η αίτηση συμφωνούν στην έκδοση του. Ως έχει προαναφερθεί αιτήσεις όπως η παρούσα εξετάζονται σε συνάρτηση, μεταξύ άλλων, με το είδος της διαδικασίας που αφορά και την φύση των θεραπειών που επιδιώκονται με αυτήν. Η Κυρίως Αίτηση στην παρούσα εδράζεται ουσιαστικά στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 (βλ. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 716). Στην Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707, λέχθηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Η αίτηση για εγγραφή πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Ο Αιτητής ζητά δια της παρούσας την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην Κυρίως Αίτηση, σε ότι αφορά το περιεχόμενο των παραγράφων 3, 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 3.6.15. Να σημειωθεί ως προς τούτο ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση αποτελείται από συνολικά 7 παραγράφους. Λαμβανομένου δε υπόψην ότι οι παράγραφοι 1, 2 και 7 αφορούν τυπικά θέματα, μπορεί να λεχθεί ότι η αντεξέταση ζητείται ουσιαστικά επί όλων των ουσιωδών για την Αίτηση γεγονότων. Περαιτέρω ο Αιτητής δεν εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίους ζητεί την αντεξέταση και μάλισα σε αυτό το εύρος. Το μόνο που αναφέρεται στην αίτηση είναι ότι υπάρχει ανάγκη να αντεξετασθεί ο ενόρκως δηλούντας, χωρίς όμως να καθορίζεται ο σκοπός ή η αναγκαιότητα της αντεξέτασης. Η γενική και αόριστη αναφορά σε ανάγκη αντεξέτασης δεν αποτελεί από μόνη της ικανοποιητικό λόγο για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης. Ως έχει προαναφερθεί, όπου η διαδικασία διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών, υπάρχει δυνατότητα και όχι υποχρέωση αντεξέτασης και τα θέματα επί των οποίων μπορεί να επιτραπεί αντεξέταση θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της διαδικασίας που αφορά. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνεται ότι ο Αιτητής έχει αποτύχει να στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε λόγο στην βάση του οποίου να κριθεί ότι η παρούσα αποτελεί περίπτωση για την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Συνεπώς η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Αιτητή (Καθ' ου η αίτηση 1 στην Κυρίως Αίτηση) και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση (Αιτητών στην Κυρίως Αίτηση), ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Κυρίως Αίτησης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Judgments (Αναφορά: Αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.