← Κύπρος

PAVLOS ZENONOS GENERAL MOTORS LTD ν. A.P.K. WORKER GENERAL TRANSFERS LTD, Αρ. αγωγής:4964/2010, 22/12/2017

PAVLOS ZENONOS GENERAL MOTORS LTD ν. A.P.K. WORKER GENERAL TRANSFERS LTD, Αρ. αγωγής:4964/2010, 22/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A422 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής:4964/2010 PAVLOS ZENONOS GENERAL MOTORS LTD Ενάγοντες εναντίον A.P.K. WORKER GENERAL TRANSFERS LTD Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:22/12/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Χρίστος Χατζηλοϊζου Για τους εναγόμενους: κ. Λύσανδρος Λυσάνδρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, η ενάγουσα εταιρεία αξιώνει το ποσό των €14,850, πλέον τόκους και έξοδα, το οποίο πηγάζει από την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία πώλησης ενός φορτηγού, δύο καρότσων και μιας άδειας μεταφορέων <<Α>> (η Α), το συνολικό τίμημα της οποίας ανερχόταν στο ποσό των €44,850 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α και η οποία συμφωνία συνάφθηκε μεταξύ των διευθυντών των διαδίκων. Στην έκθεση απαίτησης η ενάγουσα περιγράφει την ιδιότητα των διαδίκων και μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια και/ή η δικαιούμενη σε εγγραφή των πιο πάνω οχημάτων και άδειας. Η συμφωνία έχει συναφθεί κατά τον Απρίλιο ή Μάιο του 2010 στην Λεμεσό και μεταξύ των όρων της συμφωνίας, ήταν όπως το φορτηγό ενεγράφετο κατά ½ μερίδιο στο όνομα της εναγόμενης, πράγμα το οποίο και έγινε και το άλλο ½ μερίδιο επ΄ ονόματι της εταιρείας K.A. HIRAS TRANSPORT LTD (η ΧΟΙΡΑΣ) που ήταν δικαιούχος της Α, την οποία πώλησαν στην ενάγουσα και ήταν η συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και ΧΟΙΡΑΣ όπως η τελευταία μεταβιβάσει την Α σε οποιοδήποτε πρόσωπο υποδείκνυε η ενάγουσα, νοουμένου ότι θα είχε εξασφαλιστεί η σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή και επιπρόσθετα, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως το υπόλοιπο ½ μερίδιο του φορτηγού θα μεταβιβαζόταν στην εναγόμενη, νοουμένου ότι θα υπέβαλλε αίτηση η εναγόμενη στην αρμόδια αρχή και εξασφάλιζε την άδεια Α. Πριν την μεταβίβαση του ½ μεριδίου του αυτοκινήτου επ΄ ονόματι της εναγόμενης, αυτό επιθεωρήθηκε από την Αρχή Αδειών και ΜΟΤ και έγινε η σχετική συντήρηση του και το ίδιο έγινε και με τις καρότσες και όλα τα οχήματα ήταν μεταχειρισμένα. Μέχρι σήμερα η εναγόμενη δεν υπέβαλε αίτηση και ούτε απέκτησε άδεια Α και ούτε ζήτησε από την ενάγουσα ή την ΧΟΙΡΑΣ να υπογράψουν οποιοδήποτε έγγραφο προς αυτόν τον σκοπό. Η ενάγουσα για τα πιο πάνω οχήματα και άδεια Α εξέδωσε σχετικά τιμολόγια, τα οποία οι εναγόμενοι υπέγραψαν και παρέλαβαν και συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι εάν τα τιμολόγια δεν πληρώνονταν εντός 30 ημερών από την 28/6/2010, αυτά θα έφερναν τόκο προς 8.5% ετησίως μέχρι την εξόφληση τους. Η εναγόμενη έναντι του πιο πάνω χρέους της, πλήρωσε στην ενάγουσα το ποσό των €30,000 και παραμένει υπόλοιπο το αξιούμενο ποσό. Η εναγόμενη στο δικόγραφο της, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται υπεράσπιση και ανταπαίτηση, παραδέχονται μόνο την ιδιότητα τους, τον χρόνο και το ύψος της επίδικης συμφωνίας, τα αντικείμενα της συμφωνίας, και την καταβολή του ποσού των €30,000 και αρνούνται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς και προβάλλουν μια αντίθετη εκδοχή ως προς τα γεγονότα και τους όρους της συμφωνίας. Συνεπώς αποτελεί κοινό έδαφος η σύναψη της συμφωνίας, το ύψος αυτής, τα αντικείμενα της και το ποσό που έχει καταβληθεί έναντι αυτής. Ακολούθως, η εναγόμενη εταιρεία δικογραφεί την θέση ότι η ενάγουσα εταιρεία εγγυήθηκε ότι τα αντικείμενα της συμφωνίας θα ήταν αποδεκτής και καλής ποιότητας και θα ήταν κατάλληλα για τους σκοπούς για τους οποίους πωλήθηκαν και θα ήταν σε άριστη κατάσταση, απαλλαγμένα από οποιεσδήποτε βλάβες, θα τηρούσαν τις προϋποθέσεις για επιτυχή έλεγχο ΜΟΤ και θα τύγχαναν γενικό έλεγχο (service). Τα οχήματα παραδόθηκαν περί τις 28/5/2010, η εναγόμενη στα πλαίσια των εργασιών τους πώλησαν το αυτοκίνητο και τις καρότσες. Κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας και όρων εγγυήσεων, παρουσίαζαν τόσο το φορτηγό, όσο και οι καρότσες, από την αρχή μηχανικά προβλήματα, δεν ήταν κατάλληλα για τους σκοπούς που πωλήθηκαν, δεν υποβλήθηκαν σε γενικό έλεγχο και ούτε τηρούσαν τις προϋποθέσεις για επιτυχή έλεγχο ΜΟΤ. Ακολούθησε επί αυτού του ζητήματος αλληλογραφία και η εναγόμενη υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των €30,000 προς κάλυψη των τεχνικών προβλημάτων που ανέκυψαν. Επιπρόσθετα, η ενάγουσα παρέλειψε να μεταβιβάσει στην εναγόμενη την άδεια Α, τις δύο καρότσες και στο φορτηγό διαφαίνεται ως συνιδιοκτήτης και άλλο πρόσωπο μαζί με την εναγόμενη. Αρνείται η εναγόμενη ότι οχλήθηκε από την ενάγουσα να καταβάλει το αξιούμενο ποσό, η ενάγουσα απέκρυψε από την εναγόμενη ότι η άδεια Α είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι της ΧΟΙΡΑΣ, με την οποία ουδέποτε συναλλάχθηκαν και το ίδιο ισχύει και για το φορτηγό, το οποίο φαίνεται ότι η ΧΟΙΡΑΣ είναι εγγεγραμμένη συνιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο και ουδέποτε έγινε συμφωνία ότι η άδεια Α και το φορτηγό θα μεταβιβαζόταν προς την εναγόμενη από την ΧΟΙΡΑΣ, θέτοντας ταυτόχρονα ζήτημα εξαπάτησης από την ενάγουσα, πέραν των μηχανικών προβλημάτων. Επίσης η εναγόμενη θέτει ζήτημα ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώνει το επίδικο ποσό, επειδή δεν έχει μεταβιβάσει την άδεια Α και το υπόλοιπο ½ μερίδιο του φορτηγού. Με την ανταπαίτηση της η εναγόμενη, η οποία έχει συνεκδικαστεί με την απαίτηση, ζητά όπως διαταχθεί η ενάγουσα να μεταβιβάσει τα επίδικα οχήματα και την άδεια Α στην εναγόμενη και επιπρόσθετα ζητά το ποσό των €30,000 (το οποίο περιορίστηκε στο ποσό των €15,656,65 ως ρητά αναφέρεται στην σελίδα 13 της αγόρευσης της εναγόμενης) ως αποζημιώσεις και λόγω μη μεταβίβασης των οχημάτων στην εναγόμενη. Η ενάγουσα με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, αρνείται τους ισχυρισμούς της εναγόμενης, οι οποίοι δεν συμφωνούν με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως αυτοί εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης και επιπρόσθετα, αρνούνται ειδικότερα την ύπαρξη συμφωνίας για οποιανδήποτε εγγύηση για τα πωληθέντα οχήματα. Περαιτέρω αναφέρουν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο πληροφόρησαν την εναγόμενη ότι είχαν αγοράσει από την ΧΟΙΡΑΣ την άδεια Α, η οποία εταιρεία είχε την υποχρέωση όπως μεταβιβάσει την άδεια Α και το ½ μερίδιο του φορτηγού σε οποιοδήποτε πρόσωπο υποδείκνυε η ενάγουσα. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Το βάρος απόδειξης σε πολιτικές υποθέσεις, κατά κανόνα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο φέρει κατά κανόνα ο ενάγων, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και επί αυτού του θέματος υπάρχει πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Βaloise Insurance Ltd - v - Κατωμονιάτη κ.α. 2008 1 Β Α.Α.Δ. σελ. 1275 όπου παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: <<όπως είναι γνωστό, το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η έκδ.

(2003)όπου αναφέρονται στις σελ. 80-83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: «If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the court that his case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e., the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability.» Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο στην πράξη εφαρμόζεται το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, μπορεί να δοθεί το παράδειγμα της υπόθεσης Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R. 948. Εκεί, οι πλοιοκτήτες προσπάθησαν να επανακτήσουν από τους αντασφαλιστές τη ζημιά στο πλοίο τους το οποίο είχε βυθιστεί στη Μεσόγειο θάλασσα σε ήσυχα νερά και με καλό καιρό, ενώ το ναυάγιο δεν μπορούσε να διασωθεί. Η μαρτυρία έδειξε ότι το πλοίο έφερε μια μεγάλη οπή στο πλευρό, αποτέλεσμα της οποίας ήταν αυτό να πλημμυρίσει και να βυθιστεί. Το ζητούμενο στην υπόθεση ήταν η αιτία αυτής της ζημιάς. Οι ενάγοντες - πλοιοκτήτες - ισχυρίζονταν ότι το πλοίο κτύπησε σε ένα βυθισμένο υποβρύχιο και επομένως το πλοίο απωλέσθηκε λόγω θαλασσίων κινδύνων και άρα καλυπτόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η απώλεια οφειλόταν σε φυσική φθορά ως αποτέλεσμα της κακής κατάστασης του πλοίου, για την οποία και ευθύνονταν οι ενάγοντες. Πρωτοδίκως, η εξήγηση που δόθηκε από τους αντασφαλιστές απορρίφθηκε διότι δεν εξηγούσε επαρκώς τη ζημιά στο πλοίο. Από την άλλη, όμως, η θεωρία του υποβρυχίου θεωρήθηκε ως εντελώς εξωπραγματική και μη υποστηριζόμενη από ανεξάρτητη μαρτυρία. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των εναγόντων, λόγω του ότι οι αντασφαλιστές δεν μπόρεσαν να προωθήσουν μια αποδεκτή αιτία της ζημιάς για να αντικρούσουν την αγωγή. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο, αλλά κατ' έφεση στη Βουλή των Λόρδων, η απόφαση ανατράπηκε. Η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών, απλώς και μόνο διότι οι αντασφαλιστές είχαν επιλέξει να προωθήσουν μια πιθανή εξήγηση για την απώλεια. Οι ενάγοντες ήταν εκείνοι που είχαν το νομικό βάρος απόδειξης στο επίδικο θέμα κατά πόσο το πλοίο είχε απωλεσθεί λόγω θαλάσσιων κινδύνων. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν. Όπως το θέτει ο Murphy, στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 82: «The case throws the importance of the burden of proof into stark relief. An important point is that the burden of proof is the burden to prove that the facts relied on are more probable than not, and not merely that they are more probable than an explanation advanced by the other side.» Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ . Ως προς την δυνατότητα αποδοχής μέρους μαρτυρίας και απόρριψης άλλης, το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην στην Τσίκκας ν. Χριστοφή, Πολ.Εφ.309/08, ημερ. 18 Νοεμβρίου 2010, και Μεσσάρη ν. Κατσιαμίδη, Πολ.΄Εφ.376/06, ημερ. 29 Νεομβρίου 2010 και FOUAD SAADE - v - NABIL ZEINI 2005 1B ΑΑΔ
  1. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και το Δικαστήριο δεν θα την παραθέσει αυτολεξεί, πλην όμως θα γίνεται, στο μέτρο του δυνατού, μια σύνοψη της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα και θα γίνεται ειδική αναφορά εκεί όπου χρειάζεται για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας και εξαγωγής των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ως προς το τεκμήριο Α προς αναγνώριση που κατέθεσε η Μ.Υ.1, αυτό παρέμεινε ως τέτοιο και συνακόλουθα ότι αναγράφεται σε αυτό και ότι λέχθηκε σε σχέση με αυτό δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία και βαρύτητα. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο κ. Παύλος Ζήνωνος, ο οποίος υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι διευθυντής και μέτοχος της ενάγουσας και ουσιαστικά επαναλαμβάνει τις δικογραφημένες θέσεις που υπάρχουν στην έκθεση απαίτησης, με κάποια μικρή περαιτέρω διάνθιση και ανάπτυξη γεγονότων. Ο μάρτυρας αυτός άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διακρίνει ότι ο μάρτυρας αυτός προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με σκοπό να πει την αλήθεια και κατέθετε με απόλυτα φυσικό και πηγαίο τρόπο, χωρίς περιστροφές και ασάφειες, ήταν σταθερός στην εκδοχή του, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις που να κλονίζουν την αξιοπιστία του και γενικά η μαρτυρία του παρουσίαζε συνοχή, συνέχεια και λογική, η δε αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατα την αντεξέταση του. Το Δικαστήριο, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστη και παρουσιάζει στοιχεία λογικής και πειστικότητας για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω. Στην προφορική του κύρια εξέταση, κατέθεσε διάφορα τεκμήρια, για τα οποία θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω, όταν χρειάζεται, για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων και αναφέρθηκε ο μάρτυρας επί αυτών των εγγράφων, δίνοντας την δική του εξήγηση και γνώση επί αυτών και ερμηνεία, όπως π.χ. για τα ζητήματα επιθεώρησης των οχημάτων και ημερομηνίας εγγραφής του φορτηγού κατά 1/2/ μερίδιο, αναλόγως του προσώπου που ενεγράφηκε, ως επίσης και της εγγραφής της άδειας Α στην ΧΟΙΡΑΣ, αλληλογραφία και το περιεχόμενο της, τις αποδείξεις πληρωμής και την έκδοση τιμολογίων, τα έγγραφα που καταδεικνύουν ότι η ενάγουσα είναι δικαιούχος σε εγγραφή των επίδικων καρότσων, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα γινόταν η μεταβίβαση των οχημάτων και της άδειας Α επ΄ ονόματι της εναγόμενης, ήτοι πλήρη εξόφληση του τιμήματος και εξασφάλιση σχετικής άδειας εκ μέρους της εναγόμενης για άδεια μεταφορέως Α από την αρμόδια αρχή, αρνούμενος ταυτόχρονα την θέση της εναγόμενης ότι η ενάγουσα εταιρεία έδωσε προφορικά (αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε γραπτή εγγύηση) οποιαδήποτε εγγύηση στην εναγόμενη αναφορικά με τα επίδικα οχήματα, δίνοντας την δική του εξήγηση για αυτό το ζήτημα. Επίσης ανέφερε ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι έχει εξασφαλίσει την σχετική άδεια και αυτό γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο, όχι μόνο επειδή η εναγόμενη δεν έχει προσκομίσει ένα τέτοια αποδεικτικό στοιχείο και υλικό, αλλά και επειδή ο ίδιος ο μάρτυρας που κατέθεσε τελευταίος εκ μέρους της εναγόμενης, ήτοι ο Μ.Υ.2 το έχει παραδεχθεί και θα γίνει επί αυτού του θέματος ειδική αναφορά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα. Γενικά ο μάρτυρας στην κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε με κάποιες περισσότερες λεπτομέρειες και διευκρινίσεις ως προς τις θέσεις που έχουν δικογραφηθεί και αναπτυχθεί στην γραπτή του δήλωση. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν η εταιρεία του πωλεί ένα μεταχειρισμένο όχημα δεν δίνεται εγγύηση και το Δικαστήριο έχει πειστεί για το λογικό αυτής της εκδοχής, όχι μόνο λόγω της ιδιότητας των οχημάτων ως μεταχειρισμένα, αλλά ιδίως στο γεγονός ότι εάν δινόταν οποιαδήποτε εγγύηση, το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν αυτή η εγγύηση να δοθεί γραπτώς με την αναγραφή της εγγύησης σε έγγραφη μορφή ή έστω επί των τιμολογίων, θέση την οποία προώθησε και ο εν λόγω μάρτυρας, ήτοι ότι εάν υπάρχει οποιαδήποτε συμφωνία για εγγύηση, αυτή δίνεται γραπτώς, θέση η οποία κρίνεται από το Δικαστήριο ως απόλυτα λογική και πειστική και κατ΄ επέκταση αποδεκτή. Ενισχυτικό της πιο πάνω θέσης του μάρτυρα, αποτελεί και το γεγονός ότι αποτελούσε μέρος της επίδικης συμφωνίας, όπως γίνει προηγουμένως ο γενικός έλεγχος (service) και ο έλεγχος από το Μ.Ο.Τ. και το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά έχουν λάβει χώρα και συνεπώς κρίθηκαν κατάλληλα προς χρήση και από εκείνο το σημείο της παράδοσης των οχημάτων και αφού πέρασαν τους σχετικούς ελέγχους, αποτελούσε πλεόν ευθύνη της εναγόμενης για τυχόν οποιεσδήποτε ζημιές, όντας πλέον στην κατοχή και χρήση της τα επίδικα οχήματα και κατ΄ επέκταση, δεν θα ήταν ούτε αναγκαίο, αλλά ούτε και λογικό υπό τις περιστάσεις να δινόταν εγγύηση και μάλιστα προφορικά για μεταχειρισμένα οχήματα που μόλις πέρασαν επιτυχώς από τους πιο πάνω ελέγχους. Ως προς το ζήτημα των ισχυριζόμενων βλαβών που επικαλέστηκε η πλευρά της εναγόμενης, θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την εναγόμενη και με την οποία το Δικαστήριο απορρίπτει την εκδοχή που παρουσίασε η εναγόμενη επί αυτού του θέματος και κατ΄ επέκταση την ανταπαίτηση, όπως αυτή έχει περιοριστεί. Επίσης το Δικαστήριο έχει πειστεί κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και ειδικότερα κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, ότι ήταν αυτός και όχι ο αδελφός του, ήτοι ο Νίκος Ζήνωνος, που έχει συναλλαχθεί με την εναγόμενη εταιρεία και η αντεξέταση που έγινε επί αυτού του θέματος δεν έχει κλονίσει την εικόνα του και την εκδοχή που παρουσίασε, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη και το γεγονός ότι ο μάρτυρας απαντούσε επί όλων των θεμάτων και λεπτομερειών με σαφήνεια και πληρότητα. Απόλυτα λογικός, πειστικός, διαφωτιστικός και κατατοπιστικός υπήρξε ο μάρτυρας στα ζητήματα που ανέκυψαν με το ιδιοκτησιακό καθεστών των επιδίκων οχημάτων και το ιστορικό και την διαδικασία που προηγήθηκε της απόκτησης των επίδικων οχημάτων και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα και αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα εταιρεία είναι η δικαιούμενη σε εγγραφή των επίδικων καρότσων, καθ΄ ότι η ενάγουσα τις αγόρασε και επί αυτού του θέματος προσήλθαν στο εδώλιο του μάρτυρα πρόσωπα, τα οποία επιβεβαιώνουν την θέση του και κατ΄ επέκταση η θέση της εναγόμενης ότι η ενάγουσα δεν έχει υποστεί οποιανδήποτε ζημιά επειδή δεν είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια αυτών , δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του φορτηγού και είναι απόλυτα λογικό και πειστικό να έχει καταστεί η ενάγουσα εταιρεία δικαιούχος του φορτηγού όταν αυτή το έχει εξασφαλίσει και αγοράσει, καθ΄ ότι έτσι έγινε και η μεταβίβαση του ½ μεριδίου στην εναγόμενη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αποδέχεται ως απόλυτα πειστική και λογική την εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης άδειας Α και πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του μάρτυρα και αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα αγόρασε από την ΧΟΙΡΑΣ την άδεια Α και κατ΄ επέκταση, είναι δικαιούχος σε εγγραφή αυτής, καθώς επίσης δικαιούται η ενάγουσα να υποδείξει στην ΧΟΙΡΑΣ και η ΧΟΙΡΑΣ, η οποία ακόμα είναι επ΄ ονόματι της η επίδικη άδεια Α, υποχρεούται να μεταβιβάσει την άδεια Α σε οποιοδήποτε πρόσωπο της υποδείξει η ενάγουσα. Επίσης το ίδιο ισχύει, ήτοι το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του μάρτυρα ότι το ποσό των €30,000 που δόθηκε από την εναγόμενη στην ενάγουσα, αποτελούσε προκαταβολή και ότι δεν εξοφλούνταν οι επίδικες καρότσες, διότι επί των αποδείξεων και των τιμολογίων δεν αναγράφηκε κάτι εξειδικευμένο που να καταδεικνύει τέτοια πρόθεση των μερών, αλλά σε αυτά τα τεκμήρια γίνεται αναφορά και ειδικότερα στις αποδείξεις πληρωμών ότι δόθηκαν τα ποσά ως προκαταβολή και ως έναντι και δεν υπήρχε οποιαδήποτε διαμαρτυρία της εναγόμενης ή απαίτηση όπως εγγραφούν οι καρότσες επ΄ ονόματι της εναγόμενης. Το ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το υπόλοιπο του τιμήματος της επίδικης συμφωνίας αποτελεί κοινό έδαφος και κατ΄ επέκταση αποτελεί και σχετικό εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα ότι το πιο πάνω ποσό δόθηκε έναντι του συνολικού τιμήματος της επίδικης συμφωνίας και αυτό είναι λογικό και πειστικό και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η επίδικη συμφωνία δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί τμηματικά από απόψεως τιμήματος, με εξαίρεση βεβαίως την ειδική ρύθμιση που επέβαλλε όπως η εναγόμενη εξασφάλιζε σχετική άδεια μεταφορέως Α και αυτό βεβαίως αποτελούσε ούτως ή άλλως και έννομη υποχρέωση της εναγόμενης όπως αποταθεί ενώπιον της αρμόδιας αρχής και εξασφαλίσει την σχετική άδεια για να νομιμοποιείται στην επίδικη άδεια Α, πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει μέχρι και σήμερα και αυτή η παράλειψη είναι ούτως ή άλλως παραδεκτή και από την εναγόμενη δια μέσου της μαρτυρίας του Μ.Υ. 2, ο οποίος στην παράγραφο 23 της γραπτής του δήλωσης, ήτοι στο τεκμήριο 40, παραδέχεται ότι η εναγόμενη δεν έκανε οποιαδήποτε προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση. Ως προς την θέση της εναγόμενης ότι με την καταβολή του πιο πάνω ποσού των €30,000 η ενάγουσα θα έπρεπε να μεταβιβάσει τις επίδικες καρότσες, θα αξιολογηθεί ειδικότερα πιο κάτω. Επίσης το Δικαστήριο έχει πειστεί για το λογικό και πειστικό της εκδοχής του μάρτυρα ότι η εναγόμενη εταιρεία θα έπρεπε να πληρώσει εντός ενός μηνός το τίμημα της επίδικης συμφωνίας και αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα μέσα από τα σχετικά τιμολόγια, ήτοι τα τεκμήρια 10 (α-γ), το περιεχόμενο των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί, όπου στο κάτω μέρος αυτών, υπάρχει ρητή πρόνοια ότι εάν το ποσό του εκάστοτε τιμολογίου δεν πληρωνόταν εντός 30 ημερών από την έκδοση τους, αυτό θα έφερνε τόκο προς 8,5% και αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ότι είναι επαρκή μαρτυρία και απόδειξη ότι οι διάδικοι συμφώνησαν, ως είναι και η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας στην παράγραφο 4Β της έκθεσης απαίτησης, ότι το επίδικο αντάλλαγμα της συμφωνίας είχε την πιο πάνω καθορισμένη προθεσμία και κατ΄ επέκταση, τα όσα επικαλέστηκε η πλευρά της εναγόμενης περί πρόωρης έγερσης της αγωγής δεν γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο και εν πάση περιπτώση, τέτοιο ζήτημα δεν ηγέρθηκε ειδικά από την εναγόμενη στο δικόγραφο της. Eπιπρόσθετα όμως των πιο πάνω, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως λογικη, πειστική και αξιόπιστη, ότι για το ζήτημα του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού έχει οχλήσει και τηλεφωνικώς τον Μ.Υ.2 και ότι ο τελευταίος υποσχόταν ότι θα περνούσε για να τακτοποιήσει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Ως απόλυτα φυσιολογική, λογική και πειστική, κρίνεται και η αναφορά του μάρτυρα ότι η άδεια Α βρισκόταν στο επίδικο φορτηγό που πουλήθηκε, διότι η άδεια Α είναι αναπόσπαστο μέρος του επίδικου φορτηγού και της επίδικης συμφωνίας για να μπορέσει η εναγόμενη εταιρεία να εκτελεί μεταφορές που συνδέονται με την εν λόγω άδεια και κατ΄ επέκταση, η αντίθετη θέση της εναγόμενης δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική, ως θα γίνει και ειδική αξιολόγηση πιο κάτω, διότι το λογικό και το αναμενόμενο είναι η εναγόμενη να απαιτεί όπως έχει στην κατοχή της την εν λόγω άδεια και κατ΄ επέκταση να την έχει και να διαπιστώνει ότι αυτή είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της ΧΟΙΡΑΣ και τα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες της εναγόμενης ως προς το χρονικό πλαίσιο που ενημερώθηκαν για την ύπαρξη της ΧΟΙΡΑΣ κρίνονται ως μη λογικές, άστοχες, υστερόβουλες και μη πειστικές. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο και ως προς την γνώση της εναγόμενης εταιρείας αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου φορτηγού, διότι είναι απόλυτο λογικό, πειστικό και συνάμα αναγκαίο, η εναγόμενη να κατέχει τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου φορτηγού και μάλιστα να απαιτεί να έχει έναν τέτοιον τίτλο, όχι μόνο λόγω της καταβολής ενός σεβαστού ποσού έναντι για την αγορά του, αλλά και επειδή ένας τέτοιος τίτλος θα πρέπει να υποδεικνύεται κατά τους ελέγχους από μέλη της αστυνομικής δύναμης Κύπρου. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ως Μ.Ε. 2 κατέθεσε ο κ. Παναγιώτης Κωνσταντίνου, ο οποίος ανέφερε ότι εργαζόταν ως επόπτης στο τμήμα οδικών μεταφορών (ΤΟΜ) στην περίοδο που ανέφερε. Ο εν λόγω μάρτυρας άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να προσφύγει στην υπερβολή, στο ψεύδος ή την ασάφεια με σκοπό να βοηθήσει την πλευρά της ενάγουσας ή να βλάψει την πλευρά της εναγόμενης. Δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν το θυμόταν ή εάν δεν ήταν σίγουρος για κάτι, ή εάν δεν ήταν παρών σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή δεν γνώριζε ή εάν κάτι δεν ενέπιπτε της αρμοδιότητας του, καταδεικνύοντας έτσι την αντικειμενικότητα του και χωρίς αυτό να επηρεάζει την ικανότητα του μάρτυρα να δώσει εξηγήσεις και ερμηνείες σε επίσημα έγγραφα και μάλιστα του τμήματος που υπηρετούσε και που το Δικαστήριο αποδέχεται τις αναφορές και εξηγήσεις του μάρτυρα ως λογικές, διαφωτιστικές και πειστικές και κυρίως έχει πειστεί το Δικαστήριο για την φιλαλήθεια και την ειλικρίνεια του. Παρέθεσε με απλό και επεξηγηματικό τρόπο τα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του όταν υπηρετούσε στο ΤΟΜ και που σχετίζονταν με την εγγραφή του επίδικου φορτηγού, αναγνωρίζοντας τα τεκμήρια 7 και 13, τα οποία περιέγραψε, επεξήγησε και ανέλυσε, η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης και χωρίς κανένα δισταγμό, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστη. Πείστηκε το Δικαστήριο ως προς τις εμπειρείες και γνώσεις του επί του αντικειμένου που υπηρέτησε για πολλά χρόνια στο ΤΟΜ και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε ανεπάρκεια του μάρτυρα στο να δώσει τις δικές του εξηγήσεις στα τεχνικής φύσεως ζητήματα για τα οποία κλητεύθηκε να μαρτυρήσει. Ο εν λόγω μάρτυρας παρέθεσε το ιστορικό εισαγωγής του επίδικου φορτηγού από την ενάγουσα και τον έλεγχο που έτυχε και το οποίο το Δικαστήριο αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα επί αυτού του σημείου, διότι ήταν απόλυτα διαφωτιστικός, λεπτομερειακός και επεξηγηματικός στο τι ανέφερε, παριγράφοντας τα τεκμήρια 7, 8 και 13 και που καταδεικνύεται ότι η ενάγουσα εταιρεία αγόρασε και εισήγαγε το εν λόγω φορτηγό από το Ηνωμένο Βασίλειο και αυτό έτυχε τεχνικού ελέγχου από το ΤΟΜ επιτυχώς και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου, καταδεικνύοντας έτσι και την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας επί του επίδικου φορτηγού κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης διαφαίνεται μέσα από το τεκμήριο 7, ότι η εναγόμενη ενεγγράφηκε κατά ½ μερίδιο συνιδιοκτήτρια του επίδικου φορτηγού στις 10/5/2010 και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει ασφαλώς αναφορικά με την άδεια μεταφορέως Α και την εμπλοκή της ενάγουσας και της ΧΟΙΡΑΣ, η οποία πώλησε την άδεια Α στην ενάγουσα και που καταδεικνύεται η ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας επί της εν λόγω άδειας Α και κατ΄ επέκταση, αποτελεί σχετικό εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ήτοι ότι η ενάγουσα νομιμοποιείτο να πουλήσει το επίδικο φορτηγό και την άδεια Α κατά τον ουσιώδη χρόνο στην εναγόμενη, απορρίπτοντας ταυτόχρονα το Δικαστήριο την αντίθετη θέση της εναγόμενης επί αυτού του ζητήματος. Το γεγονός ότι η ΧΟΙΡΑΣ προέβηκε σε ανανέωση της άδειας Α, όπως φαίνεται μέσα από το τεκμήριο 14, ουδόλως μεταβάλλει την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας και η ανανέωση της άδειας από την ΧΟΙΡΑΣ, ουδόλως μεταβάλλει την υποχρέωση της ΧΟΙΡΑΣ όπως μεταβιβάσει την άδεια Α στο πρόσωπο που θα την υποδείξει η ενάγουσα, ως είναι η συμβατική της υποχρέωση με βάση την αξιολόγηση που έγινε επί αυτού του θέματος κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, αλλά και της αξιολόγησης που θα γίνει πιο κάτω ως προς την μαρτυρία του Μ.Ε.
  2. Βεβαίως, το Δικαστήριο αποδέχεται ως απόλυτα διαφωτιστικές και καθοδηγητικές και συνάμα πειστικές, τις αναφορές του μάρτυρα αναφορικά με την διαδικασία και γενικά τις προϋποθέσεις απόκτησης άδειας μεταφορέως Α και για τις οποίες όπως έχει διαπιστωθεί, η εναγόμενη δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε ενέργειες προς αυτήν την κατεύθυνση, ζήτημα για το οποίο γίνεται ειδική αξιολόγηση πιο κάτω. Κατατοπιστικός, διαφωτιστικός και κατ΄ επέκταση και πειστικός, ήταν ο μάρτυρας στα όσα ανέφερε περιγράφοντας τα τεκμήρια 5 και 6, με τα οποία καταδεικνύεται ο επιτυχής έλεγχος που έτυχαν οι επίδικες καρότσες και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τον έλεγχο και τι αυτός περιλαμβάνει και συνακόλουθα, αποτελεί σχετικό εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες καρότσες έτυχαν τεχνικού ελέγχου και ο έλεγχος ήταν επιτυχής. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα υπήρξε επίσης διαφωτιστική και κατατοπιστική, καθώς επίσης και πειστική, ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επίδικων καροτσών και έχοντας υπ΄ όψη το γεγονός ότι τα άτομα που κατονομάζονται ως ιδιοκτήτες των καροτσών προσήλθαν στο Δικαστήριο και διαφάνηκε ότι αυτές πωλήθηκαν από τα εν λόγω πρόσωπα προς την ενάγουσα, αποδεικνύοντας την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας όπως πωλήσει στην εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο τις επίδικες καρότσες, η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού παρουσιάζει συνοχή και συνέχεια με την μαρτυρία των εν λόγω προσώπων και κατ΄ επέκταση το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα και επί αυτού του σημείου. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Ε.2 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο κ. Συμεών Χαραλάμπους. Ο μάρτυρας αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο ουσιαστικά για να μαρτυρήσει για την μια εκ των δύο επίδικων καρότσων, αναγνωρίζοντας τα τεκμήρια 4 και 15, όπου μέσα από τον συνδυασμό των εν λόγω τεκμηρίων, διαφαίνεται η εισαγωγή της μιας καρότσας και της πώλησης αυτής από τον εν λόγω μάρτυρα προς την ενάγουσα, όπως φαίνεται μέσα από το τεκμήριο
  3. Ουσιαστικά με την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα καταδεικνύεται ότι η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε αγοράσει την μια εκ των δύο επίδικων καρότσων από το εν λόγω πρόσωπο και κατ΄ επέκταση, νομιμοποιείτο να την μεταπουλήσει στην εναγόμενη, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν έχει εγγραφεί η καρότσα επ΄ ονόματι της ενάγουσας και είναι διαφορετικό βεβαίως το ζήτημα της υποχρέωσης μεταβίβασης αυτής της καρότσας, όπως επίσης και των υπολοίπων οχημάτων και της άδειας Α, ζητήματα τα οποία θα εκδοθεί σχετικό Διάταγμα στην κατάληξη της απόφασης του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας άφησε και αυτός με την σειρά του πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με τον δικό του επίσης αύθόρμητο και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή ενδοιασμούς και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το μεμπτό στην μαρτυρία του και γενικά στην συμπεριφορά του κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με σκοπό να πει την αλήθεια. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Ε. 3 και την αξιοπιστία του, ισχύουν επίσης, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών λόγω της διαφορετικότητας των γεγονότων και γενικά της μαρτυρίας του, ως προς την μαρτυρία του Μ.Ε.4, διότι και αυτός ο μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο για να δώσει την μαρτυρία αναφορικά με την άλλη εκ των δύο επίδικων καροτσών και που καταδεικνύεται ότι η ενάγουσα αγόρασε από την εταιρεία του εν λόγω μάρτυρα την άλλη επίδικη καρότσα και καθίστατο η ενάγουσα δικαιούχος αυτής και ότι μπορούσε να την μεταπουλήσει στην εναγόμενη και αυτό διαφάνηκε μέσα από τα τεκμήρια που κατέθεσε, αναγνώρισε και περιέγραψε. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη και επιπρόσθετα, μέσα από την αποδοχή των μαρτυριών των Μ.Ε. 3 και 4, επιβεβαιώνεται η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι η ενάγουσα εταιρεία αγόρασε τις εν λόγω καρότσες και μπορούσε η ενάγουσα να τις μεταπουλήσει. Ως ΜΕ 5 κατέθεσε ο κύριος Γιώργος Καραγιώργης. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι εργάζεται στο τμήμα οδικών μεταφορών στο κέντρο μηχανοκίνητων οχημάτων στην Λεμεσό από το 2003 και σήμερα είναι υπεύθυνος για τον τεχνικό έλεγχο των οχημάτων που πηγαίνουν στον εν λόγω χώρο για επιθεώρηση ως προς την καταλληλότητα τους και για τεχνικό έλεγχο. Αναγνώρισε το τεκμήριο 13, το οποίο ανέλυσε και περιέγραψε, κάνοντας επίσης αναφορά στην εγγραφή του επίδικου φορτηγού. Περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθήθηκε για να εγγραφεί το επίδικο φορτηγό και του σχετικού ελέγχου που έγινε και γενικά την διαδικασία που προηγήθηκε. Περιέγραψε επίσης την διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση ελέγχου ενός μηχανοκίνητου οχήματος και τι αυτός ο έλεγχος περιλαμβάνει. Κατά την αντεξέταση του, αναφέρθηκε στα προσόντα και επιστημονική κατάρτιση και εμπειρία τόσο του ίδιου, όσο και των συναδέλφων του που εργάζονται στο ίδιο τμήμα και αναφέρθηκε επίσης στην διαδικασία που ακολουθείται όταν ελέγχεται ένα όχημα και τι περιλαμβάνει αυτός ο έλεγχος, καθώς επίσης και τι δεν περιλαμβάνει ένας τέτοιος έλεγχος, κάνοντας ειδική αναφορά σε τεχνικά ζητήματα, επικεντρώνοντας ουσιαστικά την αναφορά του ότι ο έλεγχος του οχήματος γίνεται για να κριθεί κατά πόσο είναι κατάλληλο για οδική χρήση. Και αυτός ο μάρτυρας με την σειρά του άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί για την αντικειμενικότητα, αμεροληψία και φιλαλήθεια του μάρτυρα και δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε προσπάθεια του μάρτυρα να υποβοηθήσει το έργο οποιασδήποτε πλευράς και επιπρόσθετα, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ως προς τα προσόντα και εμπειρίες του μάρτυρα στον κλάδο όπου εργάζεται. Περιέγραψε με σαφήνεια και πληρότητα την διαδικασία που ακολουθήθηκε για να ελεγχθεί και εγγραφεί το επίδικο φορτηγό, διαφωτίζοντας πλήρως το όλο σκηνικό και τι περιελάμβανε ο έλεγχος και η διαδικασία εγγραφής του, χωρίς να διστάσει να αναφέρει εάν κάτι δεν θυμόταν, όπως π.χ. όλα τα ονόματα των εκεί παρευρισκομένων, ή εάν κάτι δεν ενέπιπτε στην σφαίρα των καθηκόντων του, όπως π.χ. ο ηλεκτρολογικός έλεγχος του αυτοκινήτου ή ο πιο εξειδικευμένος έλεγχος της μηχανής, καταδεικνύοντας έτσι ο μάρτυρας ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να πει την αλήθεια και όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του και μόνο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα, η οποία κρίνεται από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα ότι όταν ελέγχθηκε το επίδικο φορτηγό στο ΤΟΜ, το φορτηγό κρίθηκε κατάλληλο για οδική χρήση. Ως Μ.Ε.6 κατέθεσε ο κ. Κώστας Πάφιος, λογιστής της ενάγουσας. Ο μάρτυρας αυτός με την μαρτυρία του, ουσιαστικά επιβεβαίωσε την αγορά της μιας καρότσας από τον Συμεών Χαραλάμπους, καταθέτωντας μάλιστα το πρωτότυπο του τεκμηρίου 15, ήτοι το τεκμήριο 18, καθώς επίσης και την πλήρη εξόφληση της δια μέσου των επιταγών που φαίνονται στο τεκμήριο 19, καθώς επίσης κατέθεσε το πρωτότυπο του τεκμηρίου 17, ήτοι το τεκμήριο 20, με το οποίο καταδεικνύεται η αγορά και της δεύτερης καρότσας από την εταιρεία του Μ.Ε.4 και την πλήρη εξόφληση της, όπως φαίνεται μέσα από τα τεκμήρια 21 έως 23 που αποτελούν τιμολόγια και αποδείξεις πληρωμής. Επίσης ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα και που προέρχεται μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του ως λογιστής της ενάγουσας. Ο μάρτυρας αυτός άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο και ήταν και αυτός με την σειρά του ειλικρινής, φιλαλήθης, αντικειμενικός και αμερόληπτος και προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να πει την αλήθεια για τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως λογιστής της ενάγουσας. Το ότι δεν είχε άμεση γνώση των δικαιοπραξιών που αφορούσαν τις επίδικες καρότσες ως αυτόπτης μάρτυρας, γεγονός που ευθαρσώς παραδέχθηκε ο μάρτυρας και που ενισχύει την ειλικρίνεια και την αξιοπιστία του, αυτό σε καμία περίπτωση δεν αποστερεί από την μαρτυρία του την οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι πολύ απλά επιβεβαιώνει τα γεγονότα που ανέφερε ο Μ.Ε.1, ήτοι ότι η ενάγουσα αγόρασε τις επίδικες καρότσες από τον Μ.Ε.3 και την εταιρεία του Μ.Ε.4 αντίστοιχα και νομιμοποιείτο η ενάγουσα να τις μεταπουλήσει στην εναγόμενη, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αυτές δεν ενεγράφησαν στην ενάγουσα και συνακόλουθα όλα τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Ε.6 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως Μ.Ε.7 και τελευταίος από πλευράς ενάγουσας, κατέθεσε ο κ. Κυριάκος Χοίρας, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την ένορκη του δήλωση- τεκμήριο
  4. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι διευθυντής και γραμματέας της ΧΟΙΡΑΣ, όπου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο δικαιούχος και ιδιοκτήτης της άδειας μεταφορέως Α με αριθμό 0001171, την οποία πώλησε η εταιρεία του στις 6/4/2010 στην ενάγουσα. Η συμφωνία που έγινε μεταξύ ενάγουσας και ΧΟΙΡΑΣ, προνοούσε ότι η ΧΟΙΡΑΣ θα μεταβίβαζε την άδεια Α σε οποιοδήποτε πρόσωπο υποδείκνυε η ενάγουσα, νοουμένου ότι το εν λόγω πρόσωπο θα εξασφάλιζε από την αρμόδια αρχή την σχετική άδεια. Επίσης η ΧΟΙΡΑΣ για σκοπούς εξυπηρέτησης της ενάγουσας, υπογράφοντας και σχετικό έντυπο, αποδέχθηκε να της μεταβιβάσει η ενάγουσα επ΄ ονόματι της το ½ μερίδιο του επίδικου φορτηγού και όπως το εν λόγω ½ μεταβιβαστεί από την ΧΟΙΡΑΣ σε οποιαδήποτε πρόσωπο υποδεικνυόταν από την ενάγουσα, πλην όμως ο τίτλος του οχήματος δεν περιήλθε ποτέ στην κατοχή της ΧΟΙΡΑΣ και από ότι έχει πληροφορηθεί από την ενάγουσα, το αυτοκίνητο και ο τίτλος βρισκόταν στην κατοχή της εναγόμενης. Η ΧΟΙΡΑΣ στις 22/4/2010 υπέβαλε αίτηση στην αρμόδια αρχή όπως μεταβιβαστεί η άδεια Α από συγκεκριμένο όχημα στο επίδικο φορτηγό, έτσι ώστε να δύναται το εν λόγω φορτηγό να μεταφέρει εμπορεύματα. Η εν λόγω άδεια έληξε και η ΧΟΙΡΑΣ στις 27/3/2017 υπέβαλε αίτηση για επανέκδοση της, η οποία και εγκρίθηκε τρεις μέρες αργότερα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως τεκμήρια τα πιστοποιητικά σύστασης και αξιωματούχων της ΧΟΙΡΑΣ, το τιμολόγιο με βάση το οποίο η ΧΟΙΡΑΣ πώλησε την άδεια Α στην ενάγουσα, το έντυπο μεταβίβασης του επίδικου φορτηγού και το έντυπο μεταβίβασης της άδειας Α και για τα εν λόγω έγγραφα έδωσε τις δικές του εξηγήσεις και περιγραφές. Επίσης περιέγραψε την διαδικασία με την οποία η ΧΟΙΡΑΣ απέκτησε την άδεια Α, ανέφερε ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας, ήτοι το τεκμήριο 7, δεν περιήλθε εις γνώσην του, διότι δεν ήξερε σε ποιο άτομο ή εταιρεία θα μεταβιβαζόταν το όχημα. Επανέλαβε την θέση του ότι η ενάγουσα θα υποδείκνυε στην ΧΟΙΡΑΣ και η ΧΟΙΡΑΣ υποχρεωνόταν να μεταβιβάσει το επίδικο φορτηγό σε άτομο που θα την υποδεικνυόταν και το ίδιο ίσχυε και για την άδεια Α, νοουμένου ότι το πρόσωπο εξασφάλιζε την σχετική άδεια Α από την αρμόδια αρχή. Επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανανεώθηκε η άδεια Α και την διαδικασία που τηρήθηκε, δίνοντας επίσης την δική του ερμηνεία αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτής και την χρησιμοποίηση της. Ο μάρτυρας αυτός άφησε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, αν και κάποιες αναφορές του δεν έπεισαν το Δικαστήριο. Η γενική εικόνα όμως του εν λόγω μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ήταν αυτή του μάρτυρα που προσήλθε στο Δικαστήριο για να επιβεβαιώσει ουσιαστικά, με αντικειμενικότητα και αμεροληψία την μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της άδειας Α και την πώληση της στην ενάγουσα και την υποχρέωση της ΧΟΙΡΑΣ όπως μεταβιβάσει την άδεια Α σε οποιοδήποτε πρόσωπο της υποδείκνυε η ενάγουσα, νοουμένου ότι εξασφαλιζόταν η σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή από το πρόσωπο όπου θα γινόταν η εν λόγω μεταβίβαση. Το ότι η ΧΟΙΡΑΣ ανανέωσε την σχετική άδεια ως ακόμα εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της εν λόγω άδειας, ουδόλως επηρεάζει την υποχρέωση της ΧΟΙΡΑΣ να μεταβιβάσει την άδεια σε οποιοδήποτε πρόσωπο της υποδειχθεί από την ενάγουσα, έχοντας υπ΄ όψη την συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και ΧΟΙΡΑΣ και εν πάση περιπτώση, η άδεια είναι στενά συνυφασμένη με το επίδικο φορτηγό, όπου η ΧΟΙΡΑΣ δεν το κατέχει και αυτό αποτελεί κοινό έδαφος και των δύο πλευρών. Επιβεβαιώνεται επίσης μέσα από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ότι η ΧΟΙΡΑΣ, ως συνιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο του επίδικου φορτηγού, όφειλε να το μεταβιβάσει το εν λόγω μερίδιο σε οποιοδήποτε πρόσωπο υποδεικνυόταν από την ενάγουσα. Τα πιο πάνω αποτελούν ουσιαστικά ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου ως προς την νομιμοποίηση της ενάγουσας να πουλήσει στην εναγόμενη το επίδικο φορτηγό και την άδεια Α, ανεξαρτήτως εάν η άδεια Α είναι επ΄ ονόματι στης ΧΟΙΡΑΣ εις ολόκληρο και συνιδιοκτήτρια του επίδικου φορτηγού κατά ½ μερίδιο, γεγονότα τα οποία γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο και μετουσιώνονται σε ευρήματα και συμπεράσματα, αποδεχόμενο το Δικαστήριο την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα για αυτά τα ζητήματα ως αληθή και αξιόπιστη και η οποία υποστηρίζεται και μέσα από τα τεκμήρια που προσκόμισε ο εν λόγω μάρτυρας. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική και πειστική την αναφορά του μάρτυρα ότι δεν του έχει υποδειχθεί οποιοδήποτε πρόσωπο για να γίνει η μεταβίβαση της άδειας Α και ότι ούτε έχει γίνει οποιαδήποτε ενέργεια προς αυτήν την κατεύθυνση, διότι αυτό το γεγονός, ούτως ή άλλως, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου μέσα από την αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, αλλά και την παραδοχή του Μ.Υ.2 ότι δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αυτήν την κατεύθυνση και εν πάση περιπτώση, αποτελεί έννομη υποχρέωση του οποιουδήποτε προσώπου να αποκτήσει άδεια από την αρμόδια αρχή και που να αφορά άδεια μεταφορέως Α, πράγμα για το οποίο η εναγόμενη δεν απέκτησε. Το Δικαστήριο όμως δεν αποδέχεται την αναφορά του μάρτυρα ότι δεν περιήλθε ποτέ εις γνώσην του ο τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου φορτηγού, διότι πολύ απλά ως συνιδιοκτήτρια η ΧΟΙΡΑΣ, είναι λογικό και αναμενόμενο να κατέχει τον σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας, ενός τέτοιου πολύ σημαντικού περιουσιακού στοιχείου, ήτοι ενός φορτηγού. Μς τις πιο πάνω επισημάνσεις, παρατηρήσεις και περιορισμούς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ως ΜΥ,1 κατέθεσε η κυρία Έλενα Κωσταντίνου. Ως μέρος της κυρίας εξέτασης της, υιοθέτησε την γραπτή της δήλωση. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι μία εκ των διευθυντών της εναγομένης και γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Κατά τα μέσα Απριλίου 2010 έγινε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, όπως οι εναγόμενοι αγοράσουν από την ενάγουσα τα επίδικα οχήματα και άδεια Α για το τίμημα που αντιστοιχούσε σε κάθε όχημα και την άδεια αντίστοιχα, όπως τα περιέγραψε. Με την αγορά ουσιαστικά η εναγόμενη όφειλε στην ενάγουσα το ποσό των € 44.850 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και παρέπεμψε στα τιμολόγια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Ανέφερε ότι ήταν εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας και οι ενάγοντες εγγυήθηκαν ότι τα οχήματα και μηχανήματα θα ήταν αποδεχτής και καλής ποιότητας, καθώς και κατάλληλα για όλους τους σκοπούς για τους οποίους πωλήθηκαν. Περαιτέρω ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας και η ενάγουσα εγγυήθηκε, ότι τα οχήματα και μηχανήματα ήταν σε άριστη κατάσταση και απαλλαγμένα από οποιεσδήποτε βλάβες και πληρούσαν όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να περάσουν από έλεγχο ΜΟΤ, ούτως ώστε να εξασφαλίσουν πιστοποιητικό καταλληλότητας, καθώς και ότι πριν από την παράδοση τους στην εναγόμενη, η ενάγουσα ήταν υπόχρεη να υποβάλει τα οχήματα σε γενικό έλεγχο (service). Η ενάγουσα κατά τις 28 Απριλίου 2010, παρέδωσε στην εναγόμενη τα οχήματα και μηχανήματα και η εναγόμενη πλήρωσε συνολικά το ποσόν των € 30.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και παρέπεμψε στα τεκμήρια 9 α έως γ που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Στην παράγραφο 8 αναφέρει ότι οι ενάγοντες πώλησαν τις σχετικές καρότσες και το αυτοκίνητο στα πλαίσια διεξαγωγής των εργασιών τους, αλλά προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος, διότι σίγουρα εννοούσε ότι είναι οι εναγόμενοι που πώλησαν τις σχετικές καρότσες, ως είναι και η δικογραφημένη θέση της εναγομενης, όπως φαίνεται στην παράγραφο 4Η της έκθεσης υπεράσπισης. Κατά παράβαση των όρων και εγγυήσεων, οι καρότσες και το αυτοκίνητο παρουσίαζαν από την αρχή πολύ σοβαρά μηχανικά προβλήματα και δεν ήταν καθόλου κατάλληλα για τους σκοπούς για τους οποίους πωλήθηκαν από την ενάγουσα. Η εναγόμενη, μέσω του δικηγόρου της, απέστειλε σχετική επιστολή παραπέμποντας στο τεκμήριο 11 και η εναγόμενη υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των € 18.671,09 για να επιλύσει τα προβλήματα καταθέτοντας προς αυτόν το σκοπό διάφορα τεκμήρια. Περαιτέρω, η ενάγουσα παρέλειψε μέχρι σήμερα να μεταβιβάσει στην εναγόμενη τις δύο καρότσες και την άδεια Α, ενώ το φορτηγό παρουσιάζει άλλο πρόσωπο ως συνιδιοκτήτης μαζί με την εναγόμενη, θέτοντας ουσιαστικά ζητήματα αποκρύψεως του γεγονότος αυτού, το οποίο τελικά το έμαθε μετά την καταχώριση της αγωγής. Ουδέποτε η ενάγουσα κάλεσε την εναγόμενη να πληρώσει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό και περαιτέρω ήταν ρητώς και εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ότι με την πληρωμή του ποσού των € 30.000, η ενάγουσα θα προέβαινε στην μεταβίβαση των δύο καροτσών επ ονόματι της εναγόμενης. Η ενάγουσα απέκρυψε από την εναγόμενη το γεγονός ότι η άδεια μεταφορέως Α δεν ανήκε στην ενάγουσα αλλά σε τρίτους, δηλαδή στην εταιρεία ΧΟΙΡΑΣ, την οποία δεν είχε γνωρίσει ποτέ η εναγόμενη και ουδέποτε συναλλάχθηκε ή ήρθε ποτέ σε οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή συμφωνία μαζί της. Η ενάγουσα απέκρυψε από την εναγόμενη το γεγονός ότι το 1/2 μερίδιο του φορτηγού ανήκε σε τρίτους, δηλαδή στην πιο πάνω εταιρεία και ουδέποτε η εναγόμενη εταιρεία συμφώνησε με την ενάγουσα όπως η μεταβίβαση της άδειας μεταφορέα Α γίνει προς αυτήν από την εταιρεία ΧΟΙΡΑΣ, όπως και ουδέποτε συμφώνησε όπως μη μεταβιβαστεί ολόκληρη η ιδιοκτησία του οχήματος, δηλαδή του φορτηγού στο όνομα της και/ή μη μεταβιβαστεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο από την ΧΟΙΡΑΣ. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι εξαπατήθηκε από τους ενάγοντες, διότι πέραν της ελαττωματικότητας και των μηχανικών προβλημάτων του φορτηγού, συναλλάχθηκαν με την ενάγουσα, η οποία του συστήθηκε και παρουσιάστηκε ως η μοναδική ιδιοκτήτρια τόσο του φορτηγού, όσο και της άδειας μεταφορέα Α, κάτι το οποίο όπως έχει αποκαλυφθεί δεν ίσχυε. Ήταν υποχρέωση της ενάγουσας να μεταβιβάσει στην εναγόμενη εταιρεία τόσο το 1/2 μερίδιο του φορτηγού, όσο και την άδεια μεταφορέα Α, κάτι το οποίο απέτυχαν να πράξουν και συνακόλουθα δεν μπορούν να διεκδικούν το υπόλοιπο ποσό της επίδικης συμφωνίας, διότι η άδεια μεταφορέως Α αξίας € 5750 ουδέποτε μεταβιβάστηκε στο όνομα της εναγομένης εταιρείας, ως επίσης και το 1/2 της ιδιοκτησίας του φορτηγού αξίας € 9775 κατά 1/2 μερίδιο. Ολοκληρώνοντας την γραπτή της δήλωση επανέλαβε τις αξιώσεις της εναγομένης εταιρείας. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αλλά και στην εξέταση της, αναφέρθηκε σε διάφορες πτυχές που αφορούν την εκδοχή της εναγομένης εταιρείας τόσο ως προς την υπεράσπιση, όσο και ως προς την ανταπαίτηση και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσια και αυτολεξεί η μαρτυρία της, αλλά θα γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά και για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας αυτής της μάρτυρος και εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ουσιαστικά ανέφερε ότι κάλεσαν τον Κυριάκο ΧΟΙΡΑ για να γίνει η μεταβίβαση, κατέθεσε σειρά τεκμηρίων που κατά την άποψή της στοιχειοθετούν την ανταπαίτηση της εναγομένης εταιρείας που αφορά τα μηχανολογικά προβλήματα του φορτηγού, κάνοντας ειδική μνεία για κάθε τεκμήριο ξεχωριστά και που αποτελεί ουσιαστικά και μέρος της υπεράσπισης της εναγομένης εταιρείας για τον ίδιο λόγο. Αναφέρθηκε επίσης στο μετοχικό κεφάλαιο, ιδιοκτησία και δραστηριότητες της εναγομένης εταιρείας, όπου από το 2011 σταμάτησε να λειτουργεί και η μάρτυρας εκτελούσε καθήκοντα λογιστικής φύσεως, χωρίς να είναι λογίστρια. Αναγνώρισε την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και τα έγγραφα που κατατέθηκαν και που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και αρνήθηκε υποβολές ότι η ίδια βρέθηκε με τον κύριο Παύλο Ζήνωνος, ενώ η ίδια ανέφερε ότι ήταν με τον κύριο Νίκο Ζήνωνος όπου έγινε η συνάντηση και ήταν παρούσα η ίδια στο ΜΟΤ, χωρίς να γνωρίζει ακριβώς τι έλεγχος έχει γίνει και έκτοτε δεν έχει επισκεφθεί τα γραφεία της ενάγουσας εταιρείας. Αναφέρθηκε επίσης στην πληρωμή των € 30.000 και τον τρόπο πληρωμής από το σύζυγό της, την υπογραφή του οποίου αναγνώρισε στα τεκμήρια 10 α έως γ. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται επακριβώς εάν έχει δει τις αποδείξεις, δηλαδή τα τεκμήρια 9 α έως γ και ήταν κάθετη στην αναφορά της ότι ο Νίκος Ζήνωνος εγγυήθηκε το φορτηγό και ότι ήταν έτοιμο για εργασία, αρνούμενη αντίθετη υποβληθείσα θέση και εξέφρασε άγνοια εάν η εναγόμενη εταιρεία έλαβε τον τίτλο ιδιοκτησίας του φορτηγού. Ανέφερε ότι μέχρι και σήμερα είναι στην κατοχή της εταιρείας τόσο το φορτηγό, όσο και οι καρότσες σε ένα χωράφι 100 m από το σπίτι της. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε στην κατοχή της την άδεια Α, δηλαδή το τεκμήριο 8 και δεν την έχει αναγνωρίσει και ούτε γνωρίζει εάν ο τίτλος και η άδεια Α ,δηλαδή τα τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα τα είχε ο σύζυγός της, δηλαδή ο ΜΥ
  5. Αναφέρθηκε επίσης και στα προβλήματα που υπήρχαν, όπως π.χ η αποκόλληση τον πίσω αριστερών τροχών του φορτηγού και γενικά αναφέρθηκε στα προβλήματα που παρουσίαζαν το φορτηγό και ότι επικοινωνούσε η ίδια με το Νίκο Ζήνωνος, αρνούμενη αντίθετες υποβληθείσες θέσεις. Ανέφερε ότι η εναγόμενη υπέβαλε αίτηση στην αρμόδια αρχή για απόκτηση άδειας μεταφορέως Α. Ανέφερε επίσης ότι ζητήθηκε γραπτή εγγύηση και δεν δόθηκε και ότι ήταν προφορική η εγγύηση που δόθηκε, αρνούμενη αντίθετη υποβληθείσα θέση. Επίσης αναφέρθηκε στην επικοινωνία που είχε με την προηγούμενη δικηγόρο της εναγομένης εταιρείας και την αλληλογραφία που έγινε τότε, καθώς επίσης και για ποια θέματα είχε προσωπική γνώση και για ποια όχι, για τα οποία είχε γνώση ο σύζυγος της, δηλαδή ο ΜΥ
  6. Εξεφρασε άγνοια για το γεγονός ότι μόνο το 1/2 μερίδιο του φορτηγού μεταβιβάστηκε και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ως προς το περιεχόμενο και προϋποθέσεις της επίδικης συμφωνίας. Το Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δικής, έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την μάρτυρα όταν έδινε την διά ζώσης μαρτυρία της μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα και το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι μάρτυρας προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή της εναγομένης και ήταν έκδηλη η προσπάθεια της όπως υπερασπιστεί την εναγόμενη και να αποφύγει η εναγόμενη εταιρεία τις ευθύνες της. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο προγραμματισμένα και με σκοπό να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή της και γενικά ο τρόπος που έδινε μαρτυρία, έδινε την εντύπωση της μάρτυρος ότι δεν προσήλθε στο δικαστήριο με ειλικρίνεια και φιλαλήθεια. Η εκδοχή που παρουσίασε σε πολλές περιπτώσεις, όχι μόνο δεν συνάδει με την κοινή λογική, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις ερχόταν και σε αντίθεση με το ίδιο το δικόγραφο της εναγομένης και γενικά για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, οι εξηγήσεις που έδωσε δεν έπεισαν το Δικαστήριο για το λογικό και το αξιόπιστο της εκδοχής που παρουσίασε. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση της μάρτυρος ότι η συναλλαγή έγινε δια μέσου του Νίκου Ζήνωνος και το Δικαστήριο επί αυτού του ζητήματος έχει αποφανθεί και έχει πειστεί μέσα από την μαρτυρία του ΜΕ1, ότι η ενάγουσα συναλλάχθηκε με την εναγόμενη δια μέσου του Παύλου Ζήνωνος. Τα όσα ανέφερε η μάρτυρας για να υποστηρίξει την ανταπαίτηση της εναγομένης εταιρείας και συνάμα την υπεράσπιση της ως προς τα μηχανολογικά προβλήματα που επικαλέστηκε και παρουσίασε προς αυτόν το σκοπό τα τεκμήρια 32 έως 39, το Δικαστήριο κρίνει ότι από την στιγμή που αυτά τα τεκμήρια και γενικά οι λεπτομέρειες αυτών δεν υποδείχθηκαν στην ενάγουσα και ειδικότερα στον ΜΕ 1 και χωρίς να προβάλει η εναγόμενη εταιρεία όποιονδήποτε βάσιμο, λογικό και αξιόπιστο λόγο που να δικαιολογεί αυτήν της την παράλειψη, αναπόφευκτα οδηγεί σε απόρριψη των όσων ανέφερε τόσο η μάρτυρας αυτή, όσο και ο επόμενος μάρτυρας της εναγομένης αναφορικά με τα ισχυριζόμενα προβλήματα που παρουσίασε το φορτηγό. Ακόμα όμως και να γίνονταν αποδεκτά αυτά τα τεκμήρια για σκοπούς ανταπαιτήσεως ή ακόμα και υπεράσπισης, η εναγόμενη εταιρεία ουσιαστικά αυτοπαγιδεύτηκε στο ψεύδος της και διαψεύδεται μέσα από τα τεκμήρια που η ίδια παρουσίασε. Συγκεκριμένα, από την στιγμή που η μάρτυρας ισχυρίζεται ότι η παράδοση των οχημάτων έγινε 28 Απριλίου 2010, πως είναι δυνατόν να επικαλείται η εναγόμενη εταιρεία το τεκμήριο 38, το οποίο φέρει ημερομηνία 21 Απριλίου 2010, δηλαδή αναφέρεται σε βλάβη, μια βδομάδα πριν καν την παράδοση των οχημάτων. Το ίδιο ισχύει και για το τεκμήριο 37 που φέρει ημερομηνία ακόμα πιο προγενέστερη της παράδοσης των μηχανημάτων, δηλαδή φέρει ημερομηνία 2 Μαρτίου 2010 δηλαδή, πριν καν συναφθεί η επίδικη συμφωνία. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει πειστεί μόνο για το ψευδές και υστερόβουλο της εκδοχής της μάρτυρος αυτής και γενικά της εναγομένης εταιρείας, προσπαθώντας να πείσουν το Δικαστήριο για την ισχυριζόμενη ελαττωματικότητα και βλάβες των επίδικων μηχανημάτων και ειδικότερα του φορτηγού. Επίσης το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση της μάρτυρος ότι η ενάγουσα εταιρεία έδωσε προφορική εγγύηση αναφορικά με τα επίδικα μηχανήματα και φορτηγό, διότι με βάση και την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω, το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν, εάν η ενάγουσα εταιρεία συμφωνούσε όπως δώσει οποιαδήποτε εγγύηση, αυτή θα καταγραφόταν εγγράφως στα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ή σε άλλο ξεχωριστό έγγραφο και το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι θα ήταν ακροσφαλές και επικίνδυνο να στηριζόταν σε ισχυριζόμενη θέση περί προφορικής εγγυήσεως φορτηγού και γενικά μηχανημάτων, χωρίς οποιαδήποτε γραπτή αποτύπωση τέτοιας εγγυήσεως και εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο με βάση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ 1, αποδέχτηκε την θέση του ότι δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εγγύηση προφορική προς την εναγόμενη εταιρεία που να σχετίζεται με το φορτηγό και γενικά με τα επίδικα οχήματα. Επίσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι υστερόβουλη, μη πειστική και καθόλου λογική η αναφορά της μάρτυρος ότι δεν γνώριζαν για την ύπαρξη συνιδιοκτησίας του φορτηγού με την εταιρεία ΧΟΙΡΑΣ, διότι το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν η εναγόμενη εταιρεία με την αγορά του φορτηγού που αφορά μία πολύ σημαντική οικονομική πράξη, να απαιτεί να κατέχει τον τίτλο ιδιοκτησίας και όχι να οδηγεί ένα αυτοκίνητο χωρίς τίτλο ιδιοκτησίας που να καταδεικνύει, να διασφαλίζει και βεβαίως να αποδεικνύει, το ιδιοκτησιακό καθεστώς του φορτηγού και εν πάση περιπτώση, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση γι' αυτό το ζήτημα πιο πάνω. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για την θέση που προέβαλε η μάρτυρας ότι δεν γνώριζε ότι η επίδικη άδεια μεταφορέα Α ήταν στο όνομα της εταιρείας ΧΟΙΡΑΣ, διότι πολύ απλά το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν η εναγόμενη να έχει ενημερωθεί και να γνωρίζει που είναι εγγεγραμμένη αυτή η άδεια που είναι και στενά συνυφασμένη και συνδεδεμένη με το επίδικο φορτηγό, με το οποίο η εναγόμενη εταιρεία εκτελούσε τις εργασίες της και είναι πραγματικά απορίας άξιο και παράδοξο να προβάλλεται μία τέτοια θέση από μία εταιρεία που ασχολείται με τις μεταφορές και να προσπαθεί να πείσει το Δικαστήριο ότι εκτελούσε εργασίες μεταφορών χωρίς τίτλο ιδιοκτησίας και χωρίς να γνωρίζει που είναι εγγεγραμμένη η άδεια μεταφορέως Α. Επίσης η ανακολουθία της μάρτυρος συνεχίστηκε και ως προς το που βρίσκονται τελικά το επίδικο φορτηγό και καρότσες, καθότι από τη μία στην παράγραφο 4Η της έκθεσης υπεράσπισης και στην παράγραφο 8 της γραπτής δηλωσης της ΜΥ1, η εναγόμενη εταιρεία αναφέρει ότι αυτά πουλήθηκαν, ενώ στο Δικαστήριο προέβαλαν την θέση ότι αυτά βρίσκονται εγκαταλελειμμένα σε ένα χωράφι 100 m από το σπίτι της μάρτυρος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην σελίδα 11 των στενοτυπημενων πρακτικών ημερομηνίας 30/5/2010 γραμμή 28 και 29, καθώς επίσης και στην σελίδα 32 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 30 Μαΐου 2017 διαφαίνεται τέτοια θέση. Επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι παντελώς ψευδής και αναξιόπιστη η αναφορά της μάρτυρος ότι η εναγόμενη εταιρεία υπέβαλε αίτηση για εξασφάλιση άδειας μεταφορέας Α, όχι μόνο διότι δεν έχει προσκομιστεί μια τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει κάτι τέτοιο, δηλαδή με την προσκόμιση σχετικής αίτησης, αλλά και επειδή ο ίδιος ο σύζυγός της, δηλαδή ο ΜΥ 2 την διέψευσε, λέγοντας ότι δεν έχει γίνει οποιαδήποτε ενέργεια από την εναγόμενη εταιρεία προς αυτήν την κατεύθυνση, καταδεικνύοντας και αποδεικνύοντας ουσιαστικά η μάρτυρας την απόλυτη πρόθεση της όπως αναφέρει στο Δικαστήριο οτιδήποτε χρειαζόταν για να στοιχειοθετήσει την υπεράσπιση της εναγομένης εταιρείας, καθώς επίσης και την ανταπαίτηση της. Η αναφορά της μάρτυρος ότι σε κάποιο περιστατικό αποκολλήθηκαν οι πίσω αριστεροί τροχοί του φορτηγού, κρίνεται από το Δικαστήριο ως μία ακραία θέση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς εντυπωσιασμού και μόνο για να καταδείξει ότι το φορτηγό παρουσιάζει προβλήματα, ζήτημα για το οποίο ήδη έγινε αξιολόγηση πιο πάνω και που αυτή η θέση της εναγομένης εταιρείας δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, λόγω της αναξιοπιστίας της και γενικά τα όσα ανέφερε η μάρτυρας που αφορούν αυτό το ζήτημα και τις ισχυριζόμενες επικοινωνίες με τον κ. Νίκο Ζήνωνος δεν έπεισαν το Δικαστήριο. Ως προς την θέση που παρουσίασε στην γραπτή της δήλωση, δηλαδή ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος ότι με την καταβολή των € 30.000 η ενάγουσα θα έπρεπε να μεταβιβάσει στην εναγόμενη τις δύο καρότσες, αυτή η θέση δεν έχει δικογραφηθεί ειδικά στην έκθεση υπεράσπισης και εν πάση περιπτώση, ειδικά γι' αυτό το ζήτημα γίνεται ειδική αξιολόγηση πιο κάτω, δηλαδή της μαρτυρίας του ΜΥ 2, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί την θέση του ΜΕ 1, ήτοι ότι ουσιαστικά η επίδικη συμφωνία και γενικά το αντάλλαγμα θα έπρεπε να καταβληθεί εις ολόκληρον, έτσι ώστε να μεταβιβαστούν τα επίδικα οχήματα και η άδεια μεταφορέας Α στην εναγόμενη εταιρεία. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρας ως αναληθή και αναξιόπιστη. Ως ΜΥ 2 κατέθεσε ο κύριος Αιμίλιος Παναγιώτη Καστη, ο οποίος και αυτός υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της εναγομένης εταιρείας και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Επανέλαβε την θέση του αναφορικά με τη σύναψη της συμφωνίας του επίδικου φορτηγού, των καρότσων και της άδειας μεταφορέας Α και τι ποσό αντιστοιχούσε ανάλογα με την περίπτωση. Προς τον σκοπό της σύναψης της συμφωνίας και πριν την αγορά τους, ο ίδιος προσωπικά μαζί με την σύζυγό του, τον Απρίλιο του 2010, επισκέφθηκε την μάντρα που διατηρεί η ενάγουσα εταιρεία για να δουν τα οχήματα τα οποία ενδιαφέρονταν να αγοράσουν και εκεί συνάντησαν τον Νίκο Ζήνωνος, με τον οποίο διαβουλεύθηκαν την αγορά των μηχανοκίνητων οχημάτων, ενώ ο Παύλος Ζήνωνος δεν βρισκόταν στο χώρο κατά την πιο πάνω ημερομηνία και όταν ρώτησαν για αυτόν, τους αναφέρθηκε ότι απουσιάζει στο εξωτερικό. Όταν ζήτησαν την παραχώρηση γραπτής εγγυήσεως για τα οχήματα τα οποία η εναγόμενη αγόρασε, ο Νίκος Ζήνωνος τους εγγυήθηκε προφορικά ότι τα οχήματα ήταν καθόλα κατάλληλα για τον σκοπό για τον οποίο θα αγοράζονταν και ήταν έτοιμα για εργασία. Ο ίδιος προσωπικά δεν γνώριζε ότι θα έπρεπε να υπογραφεί οποιαδήποτε γραπτή εγγύηση για την αγορά του φορτηγού και των καρότσων και έδειξε πλήρη εμπιστοσύνη στην ενάγουσα και προσωπικά στον Νίκο Ζήνωνος και έτσι δεν έλαβε γραπτώς οποιαδήποτε εγγύηση για τα μηχανοκίνητα οχήματα που αγόρασε, παρά μόνο στηρίχθηκε στην προφορική δέσμευση της ενάγουσας. Η ενάγουσα κατά τις 28 Απριλίου 2010 παρέδωσε στην εναγόμενη τα σχετικά οχήματα και μηχανήματα και η εναγόμενη, μέσω του ίδιου, κατέβαλαν με επιταγές στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των €30.000 στις ημερομηνίες και πόσα που αναγράφει αναλυτικά στην παράγραφο 7 της γραπτής του δηλώσεως. Κάθε φορά που προέβαινε για λογαριασμό της εναγομένης σε πληρωμή, η εναγουσα εξέδιδε απόδειξη είσπραξης. Στις 10 Μαΐου 2010, το φορτηγό όπως και μία καρότσα, πέρασαν για έλεγχο ΜΟΤ από το τμήμα οδικών μεταφορών Λεμεσού. Παρόντες στον έλεγχο που έγινε στο αρμόδιο τμήμα ήταν ο ίδιος, η σύζυγος του και ο Νίκος Ζήνωνος. Αμέσως μόλις τελείωσαν με την επιθεώρηση, επειδή υπήρχε πρόβλημα στο αριστερό τροχό της καρότσας, μετάβηκαν στο συνεργείο της ενάγουσας, όπου εκεί με οδηγίες του Νίκου Ζήνωνος επιδιορθώθηκε το πρόβλημα που υπήρχε. Ουδέποτε η ενάγουσα τους πληροφόρησε για το γεγονός ότι η καρότσα ήταν ιδιοκτησία τρίτων προσώπων και ουδέποτε τους πληροφόρησε η ενάγουσα ότι αναφορικά με το φορτηγό που αγόρασε η εναγόμενη από την ενάγουσα θα ήταν συνιδιοκτήτης με την εταιρεία ΧΟΙΡΑΣ. Αυτό το οποίο έχει λεχθεί από τον Νίκο Ζήνωνος, ήταν ότι επειδή η άδεια μεταφορέα Α δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί άμεσα στο όνομα της εναγομένης, η ενάγουσα θα κατείχε στο όνομα της την άδεια μεταφορέα Α μέχρι την εξασφάλιση από μέρους της εναγομένης της απαραίτητης επαγγελματικής άδειας, έτσι ώστε και να αναγράψει στο όνομα της εναγομένης την άδεια μεταφορέα Α. Του έχει λεχθεί από τον Νίκο Ζήνωνος ότι το 1/2 μερίδιο του φορτηγού θα παρέμενε ιδιοκτησία της ενάγουσας μαζί με την άδεια μεταφορέας Α και θα μεταβιβαζόταν στο όνομα της εναγομένης, όταν η εναγόμενη θα εξασφάλιζε την σχετική επαγγελματική άδεια και αυτός ήταν ο λόγος που οι εναγόμενοι πλήρωσε στους ενάγοντες το ποσό των €30.000, το οποίο αντιστοιχούσε στην αξία των δύο καρότσων και του μισού της αξίας του φορτηγού οχήματος. Το υπόλοιπο ποσό θα καταβάλλετο στην ενάγουσα μετά την μεταβίβαση του 1/2 μεριδίου του φορτηγού και της άδειας μεταφορέα Α. Ουδέποτε συμφωνήθηκε με την ενάγουσα ότι η άδεια μεταφορέα Α ήταν στο όνομα της ΧΟΙΡΑΣ, αντιθέτως αυτό το οποίο του είχε αναφέρει ο Νίκος Ζήνωνος, ήταν ότι η άδεια μεταφορέα Α ήταν στο όνομα της ενάγουσας. Αμέσως μετά που παρέλαβε το φορτηγό και τις δύο καρότσες, ξεκίνησαν και τα μηχανικά προβλήματα, γεγονός για το οποίο είχε ενημερώσει αμέσως την ενάγουσα και συγκεκριμένα τον Νίκο Ζήνωνος. Δυστυχώς ο Νίκος Ζήνωνος, παρόλο που δεσμεύτηκε προφορικά εκ μέρους της ενάγουσας ότι θα επιδιόρθωνε οποιαδήποτε ζημιά θα προέκυπτε στο όχημα και θα αφορούσε μηχανική βλάβη, αρνήθηκε να προβεί σε οποιαδήποτε επιδιόρθωση του φορτηγού, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να επισκεφτεί τον μηχανικό κύριο Μάριο Χριστοφή και να προβεί επανειλημμένα σε μηχανικές επιδιορθώσεις και έξοδα. Ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του Νίκου Ζήνωνος και της άρνησης του να προβεί σε επιδιόρθωση των μηχανικών ζημιών του φορτηγού οχήματος, κατά τα τέλη Ιουνίου, ζήτησε την βοήθεια της δικηγόρου Ελένης Βραχίμη, η οποία απ' ότι τον έχει πληροφορήσει, αποτάθηκε τόσο στην ενάγουσα, όσο και προς την αστυνομία και κατάγγειλε τους ενάγοντες. Μέχρι σήμερα η ενάγουσα παρέλειψε να προβεί σε μεταβίβαση των δύο καροτσιών στο όνομα της εναγομένης, παρόλο που έχει πληρωθεί ολόκληρο το ποσό της αξίας των οχημάτων αυτών. Ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της ενάγουσας, το φορτηγό έχει ακινητοποιηθεί από τον Ιανουάριο του 2011 και παραμένει ακινητοποιημένο μέχρι και σήμερα για δύο λόγους και πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος λόγος είναι διότι έλαβαν επιστολή από το υπουργείο συγκοινωνιών και έργων, δηλαδή το τεκμήριο 31, με το οποίο τους πληροφορούσαν ότι απαγορεύεται η χρήση του οχήματος, εκτός εάν γινόταν μεταβίβαση από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη, δηλαδή την εταιρεία ΧΟΙΡΑΣ στο όνομα της εναγομένης και ο δεύτερος λόγος, είναι διότι το συγκεκριμένο φορτηγό αντιμετωπίζει ακόμη μηχανικά προβλήματα και είναι αδύνατο εάν δεν επιδιορθωθούν να μπορέσει να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια για σκοπούς μεταφορών. Η επιστολή του υπουργείου συγκοινωνιών και έργων, δηλαδή το τεκμήριο 31, ήταν η επιστολή με την οποία για πρώτη φορά τέθηκε εις γνώσιν του το γεγονός ότι κάποια εταιρία με το όνομα ΧΟΙΡΑΣ ήταν ιδιοκτήτρια του φορτηγού οχήματος το οποίο αγόρασε η εναγόμενη από την ενάγουσα. Αμέσως μετά που πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό, επικοινώνησε με τον Κυριάκο Χοίρα, του οποίου το κινητό τηλέφωνο εξασφάλισε από άλλο συνάδελφο οδηγό και ο κ. Χοίρας του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε και συγκεκριμένα ότι είναι ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου φορτηγού οχήματος. Ταυτόχρονα επικοινώνησε με τον Νίκο Ζήνωνος, ο οποίος του ανέφερε ότι η αν επιθυμούσε να μεταβιβαστεί το φορτηγό στο όνομα της εναγομένης, θα έπρεπε να του καταβάλει και το υπόλοιπο ποσό της επίδικης συμφωνίας. Τότε ανέφερε στον Νίκο Ζήνωνος ότι γνωρίζει πολύ καλά ότι το φορτηγό όχημα έχει σοβαρά μηχανικά προβλήματα και ότι είναι σίγουρος εάν και εφόσον του καλύπτει τα έξοδα στα οποία είχε προβεί και του εγγυάτο προσωπικά για διάστημα τουλάχιστον δύο χρονών οποιαδήποτε ζημιά στη μηχανή του φορτηγού, τότε θα ήταν πρόθυμος να του καταβάλει το υπόλοιπο της αξίας του φορτηγού και να παραμείνει σε εκκρεμότητα το υπόλοιπο που αφορούσε την άδεια μεταφορέα Α για την οποία μέχρι εκείνο το χρονικό διάστημα η εναγόμενη δεν είχε εξασφαλίσει την απαραίτητη επαγγελματική άδεια για να μεταβιβαστεί στο όνομα της. Από το 2011 μέχρι και σήμερα λόγω και της ακινητοποιήσεως του φορτηγού, η εναγόμενη έχει αναγκαστεί να σταματήσει οποιαδήποτε εργασία που είχε σχέση με μεταφορές. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του και στην αντεξέταση του, έκανε αναφορά στις επαφές και συνεννοήσεις που έκανε με τον Νίκο Ζήνωνος, στις πρόνοιες και γενικά στις προϋποθέσεις της επίδικης συμφωνίας, στο ότι ζήτησε γραπτή εγγύηση, αλλά τελικά έλαβε προφορική εγγύηση από το Νίκο Ζήνωνος, αναφέρθηκε στον έλεγχο που έγινε στο φορτηγό και στη μία καρότσα και επανέλαβε τις θέσεις ότι ουδέποτε έχει συμβληθεί η εναγόμενη εταιρεία με την εταιρεία ΧΟΙΡΑΣ. Αναφέρθηκε επίσης στην επίσκεψη που έγινε στην μάντρα της ενάγουσας εταιρείας και τι έχει λεχθεί εκεί, καθώς επίσης και τους εκεί πρωταγωνιστές, έκανε κι αυτός με τη σειρά του αναφορά στο περιστατικό που έγινε με την αποκόλληση των πίσω αριστερών τροχών και γενικά για τα προβλήματα μηχανικής φύσεως που ανέκυψαν, αναφέρθηκε στην επικοινωνία που είχε με την δικηγόρο της εναγομένης εταιρείας και την αλληλογραφία που έγινε, καθώς επίσης αναφέρθηκε για το πότε περιλρθε εις γνώση του η ιδιοκτησία του φορτηγού και της άδειας και γενικά το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει και αυτόν το μάρτυρα με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή, λόγω ακριβώς και της άμεσης εμπλοκής του με τα επίδικα ζητήματα, θέματα και γεγονότα και το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι κι αυτός ο μάρτυρας προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο για το λογικό της εκδοχής της εναγομένης για να στηρίξει την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της εναγομένης εταιρείας. Ο τρόπος που έδινε μαρτυρία κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δικής μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα, καταδεικνύει εικόνα μάρτυρα που προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή της εναγομένης εταιρείας, προσπάθεια η οποία απέτυχε. Καταρχήν, τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας και αυτός με τη σειρά του για να πείσει το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα εταιρεία εγγυήθηκε στην εναγόμενη προφορικά δια μέσου του Νίκου Ζηνωνος την καλή λειτουργία των μηχανημάτων και γενικά του φορτηγού, καθώς επίσης και τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της άδειας μεταφορέως Α και του επίδικου φορτηγού, καθώς επίσης και τα όσα ανέφερε για να στηρίξει την θέση του περί μηχανικών προβλημάτων του φορτηγού και γενικά των οχημάτων, δεν γίνονται αποδεκτά από το δικαστήριο για τον ίδιο λόγο που απορρίφθηκαν ισχυρισμοί που τέθηκαν από την ΜΥ 1, καθώς επίσης και για τον λόγο ότι το Δικαστήριο για αυτά τα ζητήματα έχει αποδεχθεί την μαρτυρία του ΜΕ
  7. Επίσης και αυτός ο μάρτυρας βρισκόταν σε ανακολουθία μεταξύ της δικογραφημένης θέσης και της θέσης που προέβαλε στην ακροαματική διαδικασία, καθότι στην παράγραφο 4Η της έκθεσης υπεράσπισης, αναφέρεται ότι η εναγόμενη εταιρεία πώλησε τα οχήματα, ενώ στην παράγραφο 19 της γραπτής του δηλώσεως αναφέρει ότι το φορτηγό είναι ακινητοποιημένο. Επιπρόσθετα δε, ως προς το ζήτημα των ισχυριζόμενων προβλημάτων μηχανικής φύσεως, αποτελεί απορίας άξιο πως είναι δυνατόν στις 22 Απριλίου 2010 ο μάρτυρας να πληρώνει το ποσό των €5000 όπως αναγράφεται στην παράγραφο 7Β της γραπτής του δηλώσεως και μία μέρα προηγουμένως όπως φαίνεται στο τεκμήριο 38 ,να προβάλλει ζήτημα ζημιάς, δηλαδή το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν λογικό και αναμενόμενο ή αν πράγματι υπήρχε τέτοια ζημιά, να γινόταν διαμαρτυρία και όχι να καταβάλλεται χρηματικό ποσό και εν πάση περιπτώση το εν λόγω τεκμήριο όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, φέρει ημερομηνία προγενέστερη της παράδοσης των οχημάτων που καταδεικνύει βεβαίως το υστερόβουλο και το ψευδές της εκδοχής που παρουσίασε η εναγόμενη εταιρεία. Ο ισχυρισμός που προεβαλε, ότι δηλαδή ο Νίκος Ζήνωνος του ανέφερε ότι θα παρέμεινε κατά 1/2 συνιδιοκτήτης του φορτηγού και όλη η άδεια μεταφορέως Α θα μεταβιβαζόταν μόλις η εναγόμενη εταιρεία εξασφάλιζε άδεια μεταφορέως Α και αυτός είναι ο λόγος που δόθηκε το ποσό των € 30.000 και που ήταν η αξία των δύο καρότσων και της μισής αξίας του φορτηγού, δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι μέσα από το συνολικό άθροισμα των ποσών που αφορούν τις καρότσες, την άδεια μεταφορέως Α και το φορτηγό, με βάση τα ποσά που αναφέρει ο μάρτυρας, συμποσούνται στο ποσόν των €29.325, που αριθμητικά δεν συμβαδίζει με την καταβολή του ποσού των €30.000, έστω και αν είναι μικρή η απόκλιση μεταξύ των δύο ποσών και εν πάση περιπτώση, η εναγόμενη εταιρεία δεν εξασφάλισε άδεια μεταφορέως Α και επιπρόσθετα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το Δικαστήριο αποδέχτηκε την θέση του ΜΕ 1, δηλαδή ότι με την πλήρη εξόφληση του τιμήματος της αγοράς και την εξασφάλιση της άδειας από την εναγόμενη εταιρεία, θα γίνονταν και οι ανάλογες μεταβιβάσεις. Η αναφορά του μάρτυρα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήξερε ότι θα έπρεπε να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια αρχή για να εξασφαλίσει αδεια μεταφορέας Α και ότι μετά το έχει πληροφορηθεί, στερείται στοιχειώδους λογικής και πειστικότητας, διότι από τη μία και ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι θα έπρεπε να εξασφαλίσει τέτοια άδεια και ότι μέχρι και σήμερα δεν έχει κάνει οποιαδήποτε ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση και πραγματικά είναι απορίας άξιο, πως θα ανέμενε ο μάρτυρας αυτός να εξασφαλίσει την σχετική άδεια χωρίς να υποβάλει τέτοια αίτηση. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας περι αποκόλλησης των πίσω αριστερών τροχών, το Δικαστήριο τα απορρίπτει ως υστερόβουλα για τους ίδιους λόγους που απορρίφθηκε τέτοια θέση κατά το στάδιο της αξιολόγησης της ΜΥ
  8. Για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω, το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αναξιόπιστη. Με βάση λοιπόν το σύνολο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, συνοπτικά τα κύρια ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου τα οποία κρίνουν και την τελική έκβαση της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζονται και τα υπόλοιπα ευρήματα και συμπεράσματα, όπως αυτά έχουν εξαχθεί μέσα από την πιο πάνω αξιολόγηση. Οι διάδικοι μεταξύ τους, δια μέσου των διευθυντών τους Μ.Ε. 1 και Μ.Υ.2, συμφώνησαν στα μέσα Απριλίου του 2010 στην Λεμεσό, όπως η ενάγουσα πωλήσει στην εναγόμενη τις δύο καρότσες που περιγράφονται στις παραγράφους 3 Α(α)(γ) της έκθεσης απαίτησης, το φορτηγό με αριθμό εγγραφής KXR 658, την άδεια μεταφορέως Α με αριθμό 0001171 για το συνολικό ποσό των €44,850 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η ενάγουσα εταιρεία κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας, είχε αγοράσει τις επίδικες καρότσες από τους Μ.Ε.3 και την εταιρεία του Μ.Ε.4 εξοφλώντας τους πλήρως αν και δεν έχουν μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι της ενάγουσας ακόμα, καθώς επίσης είχε αγοράσει η ενάγουσα την επίδικη άδεια Α από την ΧΟΙΡΑΣ εξοφλώντας την πλήρως και είχε ήδη εισάγει η ενάγουσα το επίδιο φορτηγό από το Ηνωμένο Βασίλειο και το έχει εξοφλήσει. Δεν έχει συμφωνηθεί οποιαδήποτε προσφορική εγγύηση αναφορικά με τα επίδικα οχήματα και με την οποία η ενάγουσα να εγγυάτο αυτά. Τα επίδικα οχήματα ήταν κατάλληλα για οδική χρήση και έχουν τύχει ελέγχου ΜΟΤ, ήτοι καλύπτονταν από ΜΟΤ και έτυχαν γενικού ελέγχου (service). Στους όρους της συμφωνίας ήταν όπως το ½ μερίδιο του φορτηγού ήταν όπως αυτό μεταβιβαστεί στην εναγόμενη, πράγμα το οποίο έγινε και το υπόλοιπο ½ θα μεταβιβαζόταν στην εναγόμενη, νοουμένου ότι θα εξοφλείτο πλήρως το τίμημα και η εναγόμενη εξασφάλιζε άδεια μεταφορέως Α από την αρμόδια αρχή και η μεταβίβαση της άδειας Α και του ½ μεριδίου του φορτηγού, θα γινόταν από την ΧΟΙΡΑΣ μετά από υπόδειξη της ενάγουσας. Η εναγόμενη κατέβαλε το ποσό των €30,000 έναντι της επίδικης συμφωνίας και παραμένει μέχρι σήμερα υπόλοιπο οφειλόμενο το ποσό των €14,850 και μέχρι σήμερα δεν εξασφάλισε από την αρμόδια αρχή άδεια μεταφορέως Α. Μέσα από τα τιμολόγια που υπέγραψαν οι διάδικοι, ήτοι τα τεκμήρια 10 (α έως γ) τα οποία φέρουν ημερομηνία 28/5/2010, υπήρχε ρητός όρος ότι εάν δεν εξοφλούνταν εντός 30 ημερών, αυτά θα έφερναν τόκο 8,5%. Η εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία οποιαδήποτε ζημιά και γενικά οτιδήποτε σχετίζεται με την ανταπαίτηση της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η ενάγουσα πέτυχε και απέδειξε την αξίωση της και συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €14,850 πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως από 28/6/2010 μέχρι εξοφλήσεως. Με την πλήρη εξόφληση του πιο πάνω ποσού και μόλις η εναγόμενη εξασφαλίσει από την αρμόδια αρχή την σχετική άδεια μεταφορέως Α και ενημερώσει την ενάγουσα για αυτό το γεγονός, η ενάγουσα υποχρεούται όπως εντός δύο μηνών από την εν λόγω ενημέρωση, όπως προβεί σε όλες τις ενέργειες για να μεταβιβαστεί η επίδικη άδεια μεταφορέως Α στο όνομα της εναγόμενης και το ίδιο ισχύει για τις δύο επίδικες καρότσες και το επίδικο φορτηγό, έτσι ώστε να υλοποιηθούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αμφοτέρων των διαδίκων όπως αυτά πηγάζουν από την επίδικη συμφωνία. Επιδικάζονται τα δικηγορικά έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία είναι ανεξάρτητα των υποχρεώσεων των διαδίκων και των χρονοδιαγραμμάτων ως αυτά αναφέρονται στην πιο πάνω παράγραφο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα, διότι έχει συνεκδικαστεί με την απαίτηση. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: Οφειλόμενο υπόλοιπο/Ιδιωτική συμφωνία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.