HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ άλλως ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΟΥΣΤΑΦ ΖΕΠΛΑΟΥΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 76/2014, 21/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A411 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 76/2014 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, εκ Λευκωσίας Ενάγοντες και 1) ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ άλλως ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΟΥΣΤΑΦ ΖΕΠΛΑΟΥΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ 2) ΘΕΟΔΩΡΑ ΠΑΠΑ 3) ΡΙΦΑΙ ΣΑΜΙΡ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου, 2017 Για τους Ενάγοντες/ Καθ' ων η αίτηση: Η κα Στ. Κωνσταντινίδου για Χαράλαμπος Γαλανός Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 1/ Αιτητή: Η κα Στυλιανού για Στέλιος Κ. Στυλιανού Α Π Ο Φ Α Σ Η (για ακύρωση και/ ή παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην εναντίον του Εναγόμενου 1) Η παρούσα απόφαση αφορά αίτηση που υποβλήθηκε από τον Εναγόμενο 1 για ακύρωση και/ή για παραμερισμό της απόφασης με ημερομηνία 16.06.2014 η οποία εκδόθηκε εναντίον του στην ερημοδικία του. Η αίτηση βασίζεται στο Σύνταγμα άρθρο 30
(2), 3(β), στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.17 Κ10, Δ.26 Κ14,Δ.33 Κ5 και Δ.48 Κ 2,3 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση υποστηρίζονται ενόρκως από τον ίδιο τον Αιτητή κ. Γιώργο Μουσταφά Ζεπλαούη Θεοδωρίδη. Παραθέτω αυτούσιο το κείμενο της ένορκης δήλωσης του: « 1) Είμαι ο Εναγόμενος 1 στην πιο πάνω αγωγή και γνωρίζω καλά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. 2) (α) Είμαι συριακής καταγωγής και διαμένω μόνιμα στην Κύπρο. Γνωρίζω να μιλάω μερικώς την ελληνική γλώσσα. Μητρική μου γλώσσα είναι η αραβική. Δεν μπορώ να διαβάζω ή να γράφω ελληνικά. 3) Οι Ενάγοντες ήγειραν εναντίον μου και των άλλων εναγομένων την ως άνω αγωγή με την οποίαν αξίωναν τα αναφερόμενα στις παραγράφους 57Α μέχρι 57Η της Έκθεσης Απαίτησης. 4) Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε σε μένα την 23/01/
- Κατά την παραλαβή του κλητήριου εντάλματος της πιο πάνω αγωγής ρώτησα τον επιδότη που μου παρέδωσε αυτό, τι αφορούσε το έγγραφο αυτό και ο επιδότης μου ανέφερε ότι είναι ειδοποίηση της Ελληνικής Τράπεζας και ότι αυτοί ζητούν να τους πληρώσω τα χρέη μου. 5) Αμέσως μετά την παραλαβή του κλητήριου εντάλματος επισκέφθηκα το κατάστημα των Εναγόντων στην οδό Ανεξαρτησίας, στη Λεμεσό με το οποίο συνεργαζόμουν για να μου εξηγήσουν για το έγγραφο που μου παραδόθηκε και για τις απαιτήσεις τους. Η υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας με το όνομα Τασούλα μου είπε να μην λάβω υπόψη το έγγραφο που μου παραδόθηκε και να πάω άλλη μέρα για να συζητήσω το θέμα με τα δάνειά μου. Καθ' όλη τη διάρκεια της επισκέψεως μου ουδεμία αναφορά έγινε από την Τράπεζα για δικαστική διαδικασία η αγωγή εναντίον μου. 5) (α) Στις 10/11/2016, έλαβα από την Ελληνική Τράπεζα επιστολή την οποία συνόδευαν και άλλα έγγραφα. Αποφάσισα να αποταθώ στο δικηγόρο μου για να με πληροφορήσει για το τι ακριβώς συνέβαινε. (β) Προς μεγάλη μου έκπληξη πληροφορήθηκα ότι η Ελληνική Τράπεζα μου κίνησε αγωγή για τα δάνεια της και ότι στην πιο πάνω αγωγή εκδόθηκε η σχετική απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον μου για το συνολικό ποσό των €333,164,60 πλέον τόκους και €2,240,09 έξοδα, πλέον τόκους. 6) Αρνούμαι κατηγορηματικά ότι οφείλω στην Ελληνική Τράπεζα το πιο πάνω ποσό. Οι επίδικες συμβάσεις συνήφθησαν παραπλανητικά χωρίς να γνωρίζω το περιεχόμενο τους και βασιζόμενος στις δηλώσεις, πληροφορίες και παραστάσεις των Εναγόντων και των υπαλλήλων τους, Αυτοί κατά τη υπογραφή των συμφωνιών γνώριζαν ότι δεν ήμουν σε θέση να διαβάζω και να γράφω ελληνικά και σκόπιμα και δόλια απέφυγαν ή και παρέλειψαν να μου αναφέρουν ή επεξηγήσουν το περιεχόμενο, του^ ύψους και τις υποχρεώσεις μου ή και συνέπειας λόγω μη συμμόρφωσης μου. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι πιο πάνω συμφωνίες έγιναν κατόπιν ψευδών παραστάσεων και παραπλανητικών υποσχέσεων λέγω τα ακόλουθα. 7) Μου έχει μεταφρασθεί και γνωρίζω το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή και δηλώνω ότι η απαίτησή τους είναι αβάσιμη και αδικαιολόγητη για τους πιο κάτω αναφερόμενους λόγους. (α) Αρνούμαι ότι οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα να τερματίσουν την επίδικη συμφωνία δανείου ή την λειτουργία του λογαριασμού μου. (β) Οι Ενάγοντες κατά την διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού μου και καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, επέτρεπαν, συγκατατίθεντο και αποδέχοντο την δημιουργία παρατραβηγμάτων και υπερβάσεων του ορίου από μέρους μου, και αυτά εγίνοντο και με τις οδηγίες και την ανοχή και παροτρύνσεις των Εναγόντων, των αντιπροσώπων και υπαλλήλων τους. Οι Ενάγοντες με την πιο πάνω συμπεριφορά τους εμποδίζονται (Estopped by conduct) από το να ισχυρίζονται παράβαση της συμφωνίας από εμένα. (γ) Αρνούμαι ότι οφείλω τα εξ' αποφάσεως ποσά ή και τόκους και τα ισχυριζόμενα επιτόκιο και περαιτέρω λέγω ότι οι απαιτούμενοι και προστεθέντες τόκοι είναι υπερβολικοί και εξογκωμένοι και έχουν επιβληθεί και καταλογιστεί αυθαίρετα, παράνομα και αδικαιολόγητα και κατά παράβαση των επίδικων συμφωνιών δανείου και τραπεζικής διευκόλυνσης. (δ) Στα ποσά που επιδικάσθηκαν περιλαμβάνονται χρεώσεις που έχουν επιβληθεί μονομερώς και αυθαίρετα και κατά παράβαση του νόμου και της καλής τραπεζικής πρακτικής και πίστης. 8) Απ' όσα έχω πληροφορηθεί και με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου οι Ενάγοντες, κατά παράβαση των συμφωνιών τους και των εκ του νόμου καθηκόντων και υποχρεώσεων τους και/ή της καλής τραπεζικής πρακτικής. α) Παρέλειψαν να ενημερώσουν εμένα, για το ύψος του τόκου που θα χρεωνόμουν κάθε φορά αναφορικά με το επίδικο δάνειο και τραπεζικές διευκολύνσεις και τον τρόπο με τον οποίο αυτός θα υπολογιζόταν και τον χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττετο και θα χρεωνόταν στους λογαριασμούς μου. β) Παρέλειψαν να παρέχουν σε μένα, λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις και ανάκτηση εξόδων που τυχόν να σχετίζοντο με το επίδικο δάνειο και τραπεζικές διευκολύνσεις. γ) Προέβησαν σε αλλαγές στο επιτόκιο και στον τρόπο υπολογισμού του και στον χρόνο καταβολής του και σε άλλες αλλαγές σχετικές με το επίδικο δάνειο και τραπεζικές διευκολύνσεις χωρίς να με ενημερώσουν και χωρίς την αποδοχή των Εναγομένων. δ) Παρέλειψαν να ενημερώσουν και δώσουν στους Εναγόμενους αντίγραφο των τροποποιημένων όρων και αλλαγών στις αρχικές τους συμφωνίες. ε) Προέβησαν σε μονομερείς, αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις και επιβολές εξόδων, τόκων και άλλων επιβαρύνσεων. ζ) Παρέλειψαν να παρέχουν και να παρέχουν σε μένα και στους άλλους Εναγόμενους καταστάσεις λογαριασμού. η) Παρέλειψαν να παράσχουν σε μένα και στους άλλους Εναγόμενους πληροφορίες και λεπτομέρειες των χρεώσεων και επιβαρύνσεων που επέβαλλαν σε μένα. 9) Τα πιο πάνω αποτελούσαν ουσιώδεις όρους των αναφερόμενων συμφωνιών δανείων και τραπεζικών διευκολύνσεων και οι Ενάγοντες παραβίασαν αυτούς. 10)Οι διατάξεις και οι όροι της επίδικης συμφωνίας οι οποίες αφορούσαν τις αυξήσεις του τόκου και επιβολή επιβαρύνσεων και υποχρεώσεων σε μένα και οι οποίοι επέτρεπαν στους Ενάγοντες να τροποποιούν μονομερώς τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείων και τραπεζικών διευκολύνσεων και της λειτουργίας του λογαριασμού μου συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες και όρους της και είναι παράνομες, ανίσχυρες, χωρίς καμιά νομική ισχύ και έννομο αποτέλεσμα. 11) Οι όροι και ρήτρες των επίδικων συμφωνιών δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και αυτοί είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων και εγώ εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσω το περιεχόμενο τους και η εκτέλεση των υποχρεώσεων μου δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών, εξαρτήθηκε αποκλειστικά από τη βούληση τους και μόνο και ως εκ τούτου οι επίδικες συμφωνίες δανείων και τραπεζικών διευκολύνσεων είναι καταχρηστικές και συνήφθησαν κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και πρακτικής και δημιούργησαν σε βάρος μου σημαντική. 12) Οι Ενάγοντες δεν τήρησαν τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η σχετική νομοθεσία αναφορικά με τις επίδικες συμφωνίες τραπεζικής διευκόλυνσης και συμφωνίες δανείων και οι συμφωνίες αυτές έχουν συναφθεί κατά παράβαση του νόμου και είναι άκυρες και χωρίς καμιά νομική ισχύ και ως εκ τούτου η αγωγή είναι αντικανονική και αυθαίρετη και ηγέρθη κατά παράβαση του προαναφερόμενου νόμου. 13) Επαναλαμβάνω τα πιο πάνω και λέγω ότι η παρούσα αγωγή εναντίον μου είναι πρόωρη, πραγματικά και νομικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη. 14) Έχω πολύ καλή υπεράσπιση και ουδέποτε θα αποδεχόμουν να εκδοθεί απόφαση εναντίον μου. 15) Απ' όσα καλύτερα γνωρίζω και πληροφορούμαι και απ' ότι με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, η παρούσα αίτηση μου είναι καθ' όλα βάσιμη και δικαιολογημένη και ότι με την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος θα μου παρασχεθεί η δυνατότητα να εκθέσω ενώπιον του Δικαστηρίου την υπεράσπιση και μαρτυρία μου και να βρίσκονται ενώπιον του όλα τα γεγονότα για σκοπούς ορθής και δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης και ότι δεν θα δημιουργηθεί οποιαδήποτε αδικία, βλάβη ή προσβολή των δικαιωμάτων των Εναγόντων. 16) Οι Ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο και απέκρυψαν από αυτό όλα τα ουσιώδη γεγονότα και μαρτυρία, με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον μου απόφαση που δεν ανταποκρίνεται ή βασίζεται στην αλήθεια και στα πραγματικά περιστατικά. 17) Επαναλαμβάνω το πιο πάνω και λέγω ότι, υπό τις παρούσες περιστάσεις είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα και δοθεί σε μένα το δικαίωμα να υπερασπισθώ και προστατεύσω τα δικαιώματα και συμφέροντά μου.» Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση την οποία βασίζουν στο Σύνταγμα άρθρο 3, 30, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.2,5,10,
- Δ.33 Θ.2,3,5,Δ.26 Θ.14,15,Δ.48 Θ.1- 4, 9 και στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική τoυ Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: « α) Ο Αιτητής δεν κατέδειξε επαρκή λόγο για την παράλειψη εμφάνισής του στο Δικαστήριο και/ή την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και/ή οι ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλει είναι ψευδείς και/ή αβάσιμοι β) Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση γ) Η διαγωγή του Αιτητή δεικνύει κατάφορη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ΄ων η αίτηση. δ) Επανάνοιγμα της υπόθεσης θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα των Καθ΄ων η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης τους μέσα σε εύλογο χρόνο. ε) Ο Αιτητής δεν προβάλλει συζητήσιμη ή/και καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και/ή η υπεράσπιση η οποία προβάλλει είναι γενικόλογη και νεφελώδης και/ή αβάσιμη. στ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. ζ) Τυχόν παραμερισμός της δικαστικής απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση. η) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση υποστηρίζονται σε ένορκες δηλώσεις τις οποίες υπογράφουν η κα Αθανασία Σωφρονίου και ο κ. Κώστας Χριστοδουλίδης. Η κα Αθανασία Σωφρονίου δηλώνει τα ακόλουθα: «
- Είμαι στην υπηρεσία των Εναγόντων, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της ανωτέρω αγωγής και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση στην οποία προβαίνω εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω εφόσον μελέτησα τον φάκελο της υπόθεσης τον οποίο διατηρεί η Ελληνική Τράπεζα. Για ό,τι άπτεται θεμάτων νομικής φύσεως έλαβα συμβουλή από τους δικηγόρους μας.
- Έχω διαβάσει με προσοχή το περιεχόμενο της Ένορκης δήλωσης του κ. Γιώργου Θεοδωρίδη ημερ. 06/02/2017 και ισχυρίζομαι ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και αποβλέπει στη θεμελίωση ψευδών ισχυρισμών για ακύρωση της δικαστικής απόφασης.
- Οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί σύναψης των επίδικων συμβάσεων μετά από παραπλάνηση του από τους τραπεζικούς υπαλλήλους και περί άγνοιας ανάγνωσης και γραφής της ελληνικής γλώσσας, άγνοιας των όρων της σύμβασης και εξαπάτησης του από την Τράπεζα, είναι ψευδείς. Πάγια πρακτική της Καθ'ης η Αίτηση πριν την σύναψη συμβάσεων είναι η παράδοση των συμβολαίων στο άλλο μέρος προκειμένου να αναγνώσουν τους όρους και να δηλώσουν ότι κατανόησαν αυτούς. Ουδέποτε ο Αιτητής κατά την διάρκεια των συναλλαγών του ισχυρίστηκε ότι δεν κατανοούσε την ελληνική γλώσσα. Περαιτέρω, πέραν των συναφθέντων δανείων και οι σταλείσες σε αυτόν επιστολές ήταν διατυπωμένες στην ελληνική γλώσσα και ουδέποτε υπήρξε παράπονο για την χρήση της ελληνικής γλώσσας.
- Ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μας, ο Αιτητής στην παράγραφο 4 της ένορκης του δήλωσης, ορκίζεται ότι ο επιδότης ο οποίος του παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα στις 23/01/14 του ανέφερε ότι πρόκειται για ειδοποίηση της Ελληνικής Τράπεζας για να πληρώσει τα χρέη του, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο επιδότης τον παραπλάνησε ότι επρόκειτο για μια απλή ειδοποίηση αντί να τον ενημερώσει ότι του παρέδιδε αγωγή. Την θέση του σε αυτό το θέμα προβάλλει ο ίδιος ο πρώην ιδιώτης επιδότης κ. Κώστας Χριστοδούλου ο οποίος δηλώνει ότι πληροφόρησε ξεκάθαρα τον Αιτητή ότι το έγγραφο το οποίο του παρέδιδε αφορούσε σε αγωγή της Ελληνικής Τράπεζας εναντίον του. Ένορκη δήλωση του πρώην ιδιώτη επιδότη κ. Κώστα Χριστοδούλου, προσκομίζεται και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α.
- Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί παραπλάνησής του από υπάλληλο της Ελληνικής Τράπεζας στο κατάστημα στην οδό Ανεξαρτησίας το οποίο ως ισχυρίζεται επισκέφθηκε μετά την επίδοση της αγωγής, δηλαδή μετά την 23/01/2014 με το όνομα Τασούλα η οποία του είπε να μην λάβει υπόψη το έγγραφο και να πάει άλλη μέρα για να συζητήσει το θέμα με τα δάνεια του, είναι ψευδής καθ' ότι το εν λόγω κατάστημα είχε κλείσει την 01/07/2013, δηλαδή επτά μήνες προτού του επιδοθεί η αγωγή, γεγονός που αποκλείει την μετάβασή του στο εν λόγω κατάστημα και την επαφή του με οποιοδήποτε υπάλληλο κατά τον ισχυριζόμενο στην αίτησή του χρόνο.
- Ως εκ των ανωτέρω, οι λόγοι οι οποίοι, όπως οι δικηγόροι μου με ενημερώνουν, προβλήθηκαν από τον Αιτητή προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψη εμφάνισής του κατά την δικαστική διαδικασία, είναι ψευδείς και αβάσιμοι.
- Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση για την ύπαρξη της αγωγής και την έκδοση της δικαστικής απόφασης στις 10/11/2016 και καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 08/02/
- Έστω ότι έμαθε για την αγωγή και την έκδοση της δικαστικής απόφασης κατά τον χρόνο τον οποίο ο ίδιος ισχυρίζεται, καταχώρησε την αίτηση παραμερισμού μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημέρα κατά την οποία ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση περί της δικαστικής αποφάσεως χωρίς να προβάλλει οποιονδήποτε λόγο για την καθυστέρηση αυτή, η οποία θεωρείται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη, όπως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μας.
- Ως προς την προβαλλόμενη υπεράσπιση του Αιτητή, οι λόγοι οι οποίοι προβάλλει είναι γενικόλογοι, αόριστοι και αυτοαναιρούμενοι. Η υπεράσπιση του συνίσταται σε γενικόλογη απόρριψη κάθε ισχυρισμού της Ενάγουσας- Καθ' ής η Αίτηση χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία.
- Πρώτιστα, η αγωγή και η εκδοθείσα απόφαση αναφέρονται σε σύναψη πέντε συμβάσεων. Συγκεκριμένα, σε σύμβαση για χορήγηση πιστωτικής κάρτας, τρεχούμενο λογαριασμό, στεγαστικό δάνειο και δύο δάνεια. Ο Αιτητής προβαίνει σε γενικές και αόριστες αναφορές περί παρανομιών της Καθ'ης η Αίτηση χωρίς να εξειδικεύει κάθε φορά σε ποια από τις πέντε συμβάσεις αναφέρεται, ενώ άλλοτε κάνει λόγο μόνο για μία συμφωνία δανείου.
- Περαιτέρω, ο Αιτητής παραθέτει τους ισχυριζόμενους λόγους υπεράσπισής του αναφερόμενος γενικά σε παράνομες χρεώσεις που επιβλήθηκαν μονομερώς χωρίς να παραθέτει ποιες είναι αυτές οι παράνομες χρεώσεις και ποιες θα έπρεπε να ήταν σύμφωνα με τη θέση του, οι χρεώσεις. Επιπρόσθετα, ενώ στην παράγραφο 6 της ένορκής του δήλωσης ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο των συμφωνιών δανείου, στην παράγραφο 7 (γ) αυτής, ισχυρίζεται, ότι οι τόκοι είναι υπερβολικοί και παράνομοι, κατά παράβαση των επίδικων συμφωνιών δανείου, ισχυρισμός αντιφατικός με τον ισχυρισμό του περί άγνοιας του περιεχομένου των επίδικων συμβάσεων.
- Κατά αντίκρουση του προβαλλόμενου ισχυρισμού του Αιτητή περί παράλειψης ενημέρωσής του επί των όρων των συμβάσεων, όπως με ενημερώνουν οι Δικηγόροι μου οι εν λόγω συμβάσεις υπογεγραμμένες από τον Αιτητή όπως και οι ενημερωτικές επιστολές οι οποίες του αποστέλλονταν συστημένες είναι κατατεθειμένες στο φάκελο του Δικαστηρίου και αποτέλεσαν τεκμήριο βάσει του οποίου εξεδόθη η απόφαση στην αίτηση για απόφαση ημερομηνίας.
- Από ό,τι με ενημερώνουν οι δικηγόροι μας, στις 07/04/14 επεδόθη προσωπικά στον Αιτητή από τον ιδιώτη επιδότη Γιώργο Αχιλλέως ειδοποίηση Τύπου Ν.275 από την Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή χρέους το οποίο έπρεπε να καταβληθεί εντός ενός μηνός διαφορετικά η Τράπεζα θα προχωρούσε με πώληση του ενυπόθηκού του ακινήτου και στην οποία επίσης καμία απόκριση δεν υπήρξε από τον Αιτητή. Αντίγραφο Ειδοποίησης επίδοσης του επιδότη Γ. Αχιλλέως, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β.
- Ο Αιτητής προχώρησε στην παρούσα αίτηση μετά από λήψη νομικών μέτρων από τους Καθ'ων η Αίτηση - Ενάγοντες εναντίον του. Οι Ενάγοντες στις 26/09/2014 και 03/10/2014, αντίστοιχα, ενέγραψαν την δικαστική απόφαση(ΜΕΜΟ) με αρ.αγ.76/2014 ημερ. 16/06/2014, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με αρ. EB2568/2014 και EB1730/
- Αποδείξεις εγγραφής δικαστικής αποφάσεως επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Γ.
- Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθ'ότι ο Αιτητής δεν παρουσιάζει πειστική αιτιολογία για την παράλειψη εμφάνισής του και οι ισχυρισμοί τους οποίους προβάλλει δεν αποκαλύπτουν καλή υπεράσπιση.
- Ως εκ των ανωτέρω πιστεύω ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως απορριφθεί η αίτηση με έξοδα εις βάρος αυτού του Αιτητή.» Ο κ. Κώστας Χριστοδουλίδης με τη σειρά του δηλώνει τα ακόλουθα: «
- Είμαι πρώην ιδιώτης δικαστικός επιδότης, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της ανωτέρω υπόθεσης σε ό,τι αφορά μόνο το μέρος της επίδοσης την οποία διενήργησα εγώ μετά από οδηγίες του δικηγορικού γραφείου των κ. κ. Χ. Γαλανός ΔΕΠΕ και προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω.
- Έχω διαβάσει με προσοχή το περιεχόμενο της Ένορκης δήλωσης του κ. Γιώργου Θεοδωρίδη ημερ. 06/02/2017 και τον ισχυρισμό του σχετικά με την απάντησή μου στην ερώτηση του σε τι αφορούσε το κλητήριο ένταλμα που του παρέδωσα και δηλώνω ότι ο ισχυρισμός του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
- Συγκεκριμένα, ο Αιτητής ορθώς αναφέρει στην ένορκο του δήλωση, ότι του επέδωσα προσωπικά το κλητήριο ένταλμα την 23/01/
- Ωστόσο, ψευδώς δηλώνει ότι του είπα ότι πρόκειται για ειδοποίηση της Ελληνικής Τράπεζας για να πληρώσει τα χρέη του.
- Όταν ερωτούμουν, τι έγγραφα παρέδιδα, ήμουν πολύ προσεκτικός στις απαντήσεις μου, καθώς γνώριζα πολύ καλά το ενδεχόμενο πρόκλησης παρεξηγήσεων και παρερμηνειών. Οπότε, ακολουθούσα ως τακτική να ήμουν πάντοτε ξεκάθαρος και πάντοτε ανέφερα στα πρόσωπα στα οποία επέδιδα οποιοδήποτε έγγραφο επ' ακριβώς για τι έγγραφο επρόκειτο. Έτσι και στην συγκεκριμένη υπόθεση ανέφερα στον Αιτητή στις 23/01/14 με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι τα έγγραφα που παρέδωσα σε αυτόν αφορούσαν σε Αγωγή της Ελληνικής Τράπεζας εναντίον αυτού.» ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων όπως παρατίθενται πιο πάνω. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών είχαν τη καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες με εφοδίασαν. Σε αυτές εκθέτουν τις απόψεις τους υποστηρίζοντας ο καθένας τις θέσεις τους αναγάγοντας τα γεγονότα της υπόθεσης σε νομολογιακές αρχές και αυθεντίες. Τις έχω μελετήσει και τις λαμβάνω υπόψη. Αναφορά σε αυτές θα γίνει σε κατάλληλο σημείο της ανάλυσης που θα ακολουθήσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Το Δικαστήριο δύναται να παραμερίζει εκδοθείσες αποφάσεις λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης βάσει της Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα ακόλουθα: « Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. » Σε μετάφραση: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διάταξης, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση, να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανούν δίκαιοι.» Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης είναι αρκετά γνωστές και η νομολογία μας είναι πλούσια. Κλασσική απόφαση πάνω στο θέμα αυτό είναι η Evans v. Bartlam
(1973)2All.E.R, 646 όπου στη σελίδα 650, Λόρδος Atkin αναφέρει: «The courts, however have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that, where the judgment was obtained regularly, there must be an affidavit of merits, meaning that the applicant must produce to the court evidence that he has a prima facie defence» Ο Λόρδος Wright στη σελίδα 656 αναφέρει: «In a case like the present, there is a judgment, which, though by default, is a regular judgment, and the applicant must show grounds why the discretion to set it aside should be exercised in his favour. The primary consideration is whether he has merits, to which the court should pay heed; if merits are shown, the court will not prima facie desire to let pass a judgment on which there has been no proper adjudication». Και πιο κάτω: «The court might also have regard to the applicant's explanation why he neglected to appear after being served, though as a rule his fault (if any) in that respect can be sufficiently punished by the terms, as to costs, or otherwise, which the court, in its discretion, is empowered by the rule to impose.» Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns
(1994)1 Α.Α.Δ.736 το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε και υιοθέτησε την Αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R.646, συνόψισε τις πιο πάνω αρχές ως ακολούθως: «α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του Αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. ε) Η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι υπό την μορφή ενόρκων δηλώσεων. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οιονδήποτε ενόρκως δηλούντα αφού δώσουν την σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.» Οι αρχές που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου αναφέρονται και στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR, 204 στη σελίδα 210 (σε ελεύθερη μετάφραση): «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R.826 στη σελ.833.» Στην υπόθεση K.C.P. Commision Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ, 415 αναφέρεται ότι είναι καθήκον του αιτούμενου τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης, να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να δείχνουν εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον πως έχει υπεράσπιση στην αξίωση. Από την υπόθεση Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Construction and Engineearing Company
(1961)CLR, 317 προκύπτει με σαφήνεια ότι εναγόμενος πρέπει να κάνει κάτι περισσότερο από του να προβεί σε αστήρικτους ισχυρισμούς. Αυτό που χρειάζεται είναι μαρτυρία και στοιχεία που εάν ληφθούν υπόψη δικαιολογούν τον παραμερισμό της απόφασης διότι πείθουν το Δικαστήριο ότι υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να εκδικασθούν μεταξύ των διαδίκων για να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Στην υπόθεση Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253 σελ. 258 αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση.» Στην πρόσφατη υπόθεση NSM Democars Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση αρ.121/2010, 14/10/2015 το εφετείο δέχθηκε την ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε αίτηση παραμερισμού της απόφασης, επειδή η ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση περιείχε αοριστολογίες. Μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν και τα εξής: «Όπως έχει διαχρονικά τεθεί από τη νομολογία, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, απόφασης ληφθείσας ερήμην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.17 Θ.10». Και πιο κάτω: «Είναι ορθό βέβαια αυτό που λέχθηκε στη νομολογία ότι για να καταλήξει το Δικαστήριο σε απόφανση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση αλλά επιβάλλεται η παράθεση θετικών γεγονότων με τρόπο πειστικό» Αναφέρθηκε επίσης ότι χαρακτηρίζεται «συζητήσιμη» μια υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Στην ίδια υπόθεση, υιοθετήθηκε η Πατούρης v. Hellenic Bank
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118 όπου επισημάνθηκε η αναγκαιότητα για παράθεση στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει τέτοια αίτηση, θετικών γεγονότων με τρόπο πειστικό. Στην Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1Α.Α.Δ.,2.. στη σελίδα 298 αναφέρονται τα εξής: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπ' όψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης (Mine and Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ.26, και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.941 και Γεωργίου Κύπρος v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ).» Το ερώτημα επομένως που θα πρέπει να απαντηθεί είναι εάν ο Αιτητής στην υπό εκδίκαση αίτηση του έχει παραθέσει με τρόπο πειστικό θετικά γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εισηγούνται ότι στις παραγράφους 6 μέχρι 11 της ένορκης δήλωσης του που υποστηρίζει την αίτηση παρατίθενται τέτοια γεγονότα που εκπληρώνουν την προϋπόθεση αυτή. Ως τέτοιοι λόγοι αναφέρονται ότι οι επίδικες συμβάσεις των δανείων έγιναν παραπλανητικά, χωρίς αυτός να γνωρίζει στους όρους και το περιεχόμενο τους, τις υποχρεώσεις του και τις συνέπειες τυχόν παραλείψεων του να τηρήσει αυτούς και αυτό λόγο της μη γνώσης από μέρους του της Ελληνικής γλώσσας. Ότι οι Ενάγοντες συγκατατίθεντο, επέτρεπαν και αποδέχονταν τα παρατραβήγματα και τις υπερβάσεις του ορίου από τον Αιτητή. Ότι οι Ενάγοντες επέβαλαν αυθαίρετα και παράνομα, υπερβολικούς τόκους, επιβαρύνσεις έξοδα και χρεώσεις. Και ότι στη συμφωνία δανείου περιέχονται καταχρηστικές ρήτρες οι οποίες σύμφωνα με το σχετικό νόμο, ως τέτοιες είναι παράνομες, άκυρες και χωρίς νομική ισχύ. Στη βάση επομένως των πιο πάνω γεγονότων εισηγούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του αιτητή ότι αυτός έχει αποδείξει ότι διαθέτει καλή βάση υπεράσπισης και το γεγονός αυτό είναι αρκετό να παραμερισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας. Έχω μελετήσει τις αιτιάσεις που προβάλλει ο Αιτητής σε σχέση με την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Επίσης όσα προς αντίκρουση τους προβάλλει η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση. Τα γεγονότα της παρούσας και οι λόγοι υπεράσπισης κρίνω ότι δεν συνάδουν με αυτούς που προβλήθηκαν στην Καψού κ.α. v. Alpha Bank Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 1135 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή, ούτε και θα μπορούσαν να συνιστούν συζητήσιμη υπεράσπιση όπως τουλάχιστον προβλήθηκαν. Εξηγώ στη συνέχεια τους λόγους που με οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα. Ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, σε ό,τι αφορά στην ουσία της αγωγής. Ειδικότερα, ως προς τους ισχυρισμούς του περί σύναψης των επίδικων συμβάσεων μετά από παραπλάνηση του από τους τραπεζικούς υπαλλήλους και περί άγνοιας ανάγνωσης και γραφής της ελληνικής γλώσσας, άγνοιας των όρων της σύμβασης και εξαπάτησης του από την Τράπεζα. Όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα κα Αθανασία Σωφρονίου που υποστηρίζει την ένσταση, πάγια πρακτική της Καθ' ης η αίτηση πριν την σύναψη συμβάσεων είναι η παράδοση των συμβολαίων στο άλλο μέρος προκειμένου να αναγνώσει τους όρους και να δηλώσει ότι κατανόησε τους όρους του. Αυτό αναμένεται να είχε γίνει και στην περίπτωση του Αιτητή ο οποίος εν πάση περιπτώσει είχε το δικαίωμα να είχε μελετήσει τα έγγραφα πριν υπογράψει. Ουδέποτε ο Αιτητής κατά την διάρκεια των συναλλαγών του ισχυρίστηκε ότι δεν κατανοούσε την Ελληνική γλώσσα. Περαιτέρω, πέραν των συναφθέντων δανείων και οι επιστολές που στάλθηκαν σε αυτόν ήταν διατυπωμένες στην Ελληνική γλώσσα και ουδέποτε υπήρξε παράπονο εκ μέρους του για την χρήση της γλώσσας αυτής. Ο Αιτητής προβαίνει σε γενικές και αόριστες αναφορές περί παρανομιών των Καθ' ων η αίτηση χωρίς να εξειδικεύει κάθε φορά σε ποια από τις πέντε συμβάσεις αναφέρεται καθώς υπήρξαν μεταξύ τους πέντε συνολικά συμβάσεις και συγκεκριμένα: η σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, τρεχούμενου λογαριασμού, στεγαστικού δανείου και δύο δανείων (όπως αυτές φαίνονται στην Έκθεση Απαιτήσεως), ενώ άλλοτε κάνει λόγο για μία επίδικη συμφωνία δανείου ή λογαριασμού. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 7 (α) και (β) της ενόρκου δηλώσεως του, ο Αιτητής αναφέρει ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν την επίδικη συμφωνία δανείου ή την λειτουργία του λογαριασμού του και στην παράγραφο 7(β) αναφέρει ότι οι Ενάγοντες κατά την διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού του επέτρεπαν τη δημιουργία παρατραβηγμάτων και υπερβάσεων του ορίου. Αναφέρει επίσης ως λόγο υπεράσπισης γενικά και αόριστα παράνομες χρεώσεις που επιβλήθηκαν μονομερώς χωρίς να παραθέτει ποιες είναι αυτές οι παράνομες χρεώσεις και ποιες θα έπρεπε να ήταν σύμφωνα με τη δική του αντίληψη ή υπολογισμό. Επιπρόσθετα, ενώ στην παράγραφο 6 της ένορκής του δήλωσης ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο των συμφωνιών δανείου, στην παράγραφο 7 (γ) αυτής, ισχυρίζεται, ότι οι τόκοι είναι υπερβολικοί και παράνομοι, κατά παράβαση των επίδικων συμφωνιών δανείου, ισχυρισμός αντιφατικός με τον ισχυρισμό του περί άγνοιας του περιεχομένου των επίδικων συμβάσεων. Στην Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1ΑΑΔ, 1774 αναφέρθηκαν και τα εξής: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης». Έχοντας λοιπό υπόψη τα πιο πάνω καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν έχει αποκαλύψει ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση αυτήν της μη εμφάνισης ενώπιον του Δικαστηρίου και της καθυστέρησης του να αποταθεί σ΄αυτό μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, ο Αιτητής σύμφωνα με τη νομολογία μας οφείλει να καταδείξει στο Δικαστήριο ότι υπήρχε σοβαρός λόγος για τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία ή και την καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της εναντίον του απόφασης. Στη υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης Χρύσανθος
(1997)1 Α.Α.Δ.941 αναφέρθηκε ότι: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Ο Αιτητής επικαλείται ως λόγο για τη μη εμφάνιση ότι δεν διαβάζει ελληνικά. Στις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσης του, ο Αιτητής επεξηγεί τα γεγονότα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής και τι έπραξε μετά την εξήγηση που αυτός έλαβε από το δικαστικό επιδότη που του επέδωσε το Κλητήριο Ένταλμα. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό υπάρχει διάσταση όσων ο Αιτητής υποστηρίζει με όσα παρουσιάζει ο φάκελος της υπόθεσης και τα σχετικά πρακτικά που τηρήθηκαν και τα οποία διέλαθαν της προσοχής και των δύο πλευρών. Το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να ανατρέξει στο φάκελο της υπόθεσης όπως και το έκανα στην προκείμενη περίπτωση. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και την καταχώρηση αίτησης για απόφαση λόγω μη εμφάνισης του Αιτητή, όταν αυτή ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 10.04.2014 ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 εμφανίστηκε προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς δικηγόρο και ζήτησε χρόνο για να εμφανιστεί μαζί του, αναφέροντας μάλιστα το όνομα του δικηγόρου του που είναι αυτός που προωθεί την παρούσα αίτηση. Προς τούτο η αίτηση ορίστηκε σε άλλη ημερομηνία για οδηγίες χωρίς τότε να εμφανιστεί είτε ο ίδιος είτε ο δικηγόρος του. Προς τούτο η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη στις 16.06.2014 οπότε και εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Επομένως οι όποιες αιτιάσεις τις οποίες προβάλλει ο Αιτητής σήμερα αναφορικά με άγνοια της γλώσσας που είναι συνταγμένη η αγωγή και περί μη αντίληψης του για το ότι επρόκειτο περί αγωγής το έγγραφο το οποίο του επιδόθηκε και ότι δεν του εξηγήθηκε τάχα από τον επιδότη κάτι που ο ίδιος ο επιδότης διαψεύδει με δική του ένορκη δήλωση χωρίς αυτός να έχει αντεξεταστεί επί τούτου, είναι εκ των υστέρων σκέψεις και καταρρίπτει όλη την σχετική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε εκ μέρους του σε σχέση με την μη εμφάνιση του και την έκδοση ερήμην του απόφασης. Επομένως κρίνω ότι ο Αιτητής όχι μόνο δεν κατέδειξε ικανοποιητικό λόγο για την μη καταχώρηση εμφάνισης και υπεράσπισης αλλά και από την άλλη δεν στάθηκε απόλυτα ειλικρινής για τους λόγους που τον απέτρεψαν να το κάμει, εφόσον όπως αναφέρω πιο πάνω εμφανίστηκε έγκαιρα ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς όμως να δώσει συνέχεια σε αυτό το ενδιαφέρον του και άφησε την υπόθεση να εξελιχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την έκδοση απόφασης εναντίον του. Τα υπόλοιπα που επικαλείται ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι συνιστούν κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και σίγουρα εφόσον αυτά έχουν προηγηθεί δεν μπορεί να επικαλείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά τα όσα έχω εξηγήσει πιο πάνω καταλήγω να απορρίψω την αίτηση με έξοδα σε βάρος του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ)............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο