MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Χάρης Ανδρέα Αντωνιάδη κ.α., Αρ. Αγωγής 4305/10, 29/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A426 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4305/10 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων και Χάρης Ανδρέα Αντωνιάδη, από τη Λεμεσό
- Γεώργιος Λεμονιάτης, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------------------- Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.11.2010 Αρ. Αγωγής 4305/10 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων και Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας του Χάρη Ανδρέα Αντωνιάδη, από τη Λεμεσό
- Γεώργιος Λεμονιάτης, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------------------- Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: Η κα Βιργινία Αδαμίδου για ΝΙΚΟΣ ΧΡ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ (Για να ακούσει απόφαση η κα Παπή) Για τον εναγόμενο 2: Ο κ. Γιώργος Παγιάσης για ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Α. Σωτηριάδης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διεξάγουσα τραπεζικές εργασίες. Μέχρι την 27.3.2005 διεξήγαγαν τις εργασίες τους με την επωνυμία «Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ». Την 28.3.2005 μετονομάστηκαν σε «Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ» και την 3.12.2006 μετονομάστηκαν σε «Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Με την αγωγή τους αξιώνουν από τους εναγόμενους 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: «Α. Ποσό των €112.683,92σεντ το οποίο είναι οφειλόμενο και πληρωτέο δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 12/11/08 και δυνάμει του Εγγράφου Εγγυήσεως ημερομηνίας 12/11/
- Β. Τόκους προς 14% επί του ποσού των €107.168,29 σεντ από 7/5/10, πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εκποίηση της υποθήκης υπ' αριθμό Υ12480 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού που εξετελέσθη από τον Εναγόμενο 1 και την δια δημόσιου πλειστηριασμού πώληση του υπό της ως άνω καλυπτόμενου ακινήτου και όπως τα έσοδα από την πώληση διατεθούν έναντι και/ή προς εξόφληση του οφειλομένου και/ή πληρωτέου ποσού προς τους Ενάγοντες. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Ε. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. 30010524Υ). Ζ. Έξοδα ιδιωτικών επιδόσεων της Αγωγής.» Στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφούνται τα εξής: Στη βάση γραπτής συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12.11.2008, οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 δάνειο ύψους €100.000.- το οποίο θα αποπληρώνετο με μηνιαίες δόσεις (300 δόσεις) των €779.23 εκάστη, αρχής γενομένης την 10.1.2009 και σε συνέχεια την 10η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης (10.12.2033). Επ' ονόματι του εναγόμενου 1 ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αρ. 067-12-
- Η συμφωνία δανείου προέβλεπε πως το δάνειο θα χρεώνετο με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίστατο από το καθοριζόμενο, κάθε φορά, από τους ενάγοντες βασικό επιτόκιο, το οποίο κατά την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δανείου, ανερχόταν σε 5.25%, προσαυξημένο κατά 3% ήτοι σύνολο 8.25%. Ο τόκος θα υπολογίζετο επί του ημερήσιου χρεωστικού υπολοίπου (σαν διαιρέτης θα λαμβάνετο το εμπορικό έτος των 360 ημερών) και ήταν πληρωτέος κάθε τριμηνία. Σε περίπτωση δε μη πληρωμής, θα χρεώνετο στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές το χρόνο. Οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να αυξομειώνουν το ποσοστό επιτοκίου οποτεδήποτε ήθελαν οι ίδιοι αποφασίσει και σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε οφειλόμενης δόσης, είχαν το δικαίωμα να χρεώνουν επί του ποσού των καθυστερημένων δόσεων επιπρόσθετα του εκάστοτε συμβατικού επιτοκίου, τόκο υπερημερίας προς 5% από την ημερομηνία της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση. Οι ενάγοντες είχαν επίσης το δικαίωμα οποτεδήποτε θελήσουν και χωρίς προειδοποίηση προς τον εναγόμενο 1, να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού και να αξιώσουν την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Σε αντάλλαγμα της παραχώρησης του δανείου, ο εναγόμενος 2 στη βάση γραπτής συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 12.11.2008, εγγυήθηκε, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 και ανέλαβε να καταβάλει στους ενάγοντες μόλις του ζητηθεί, οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό, βάσει της παραχωρηθείσης προς τον εναγόμενο 1, πιστωτικής διευκόλυνσης. Προς εξασφάλιση των εναγόντων και σε αντάλλαγμα της παραχώρησης του δανείου, ο εναγόμενος 1 υποθήκευσε (αρ. Υποθήκης Υ12480/08) όλο το συμφέρον του (το όλο μερίδιο) επί του ακινήτου (χωράφι) με αριθμό εγγραφής 7808, Φ/Σχ. 37/55, Τεμάχιο 860, στο χωριό Πελένδρι στη Λεμεσό, για το ποσό των €147.000.- με σύνθετο τόκο προς 8.25% ετησίως (κυμαινόμενο) από της 14.11.2008 (ημερομηνία εκτέλεσης της υποθήκης) μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Για σκοπούς περαιτέρω εξασφάλισης του δανείου, ο εναγόμενος 1 εκχώρησε στους ενάγοντες όλα τα δικαιώματά του που απορρέουν από το ασφαλιστήριο ζωής που κατήρτισε με την ασφαλιστική εταιρεία CYPRIA LIFE LTD (αριθμός ασφαλιστηρίου συμβολαίου 00235363) για το ποσό των €100.000.- Στη συνέχεια, το ασφαλιστήριο ακυρώθηκε χωρίς οι ενάγοντες να εισπράξουν οποιοδήποτε ποσό. Ο εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του και οι ενάγοντες με επιστολή τους προς τους εναγόμενους 1 και 2, ημερομηνίας 24.11.2009, τους πληροφόρησαν ότι ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε καθυστερήσεις και τους κάλεσαν όπως εντός 21 ημερών, προβούν στην εξόφληση όλων των καθυστερημένων δόσεων. Τους πληροφόρησαν επίσης πως συνεπεία της παράβασης από τον εναγόμενο 1 των συμβατικών του υποχρεώσεων, το επιτόκιο, μετά την πάροδο της προθεσμίας των 21 ημερών, θα μεταβάλλετο, χωρίς άλλη ειδοποίηση σε 14% και πως ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο την 1ην Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί και οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 17.12.2009, τερμάτισαν την συμφωνία δανείου και την λειτουργία του λογαριασμού και κάλεσαν τους εναγόμενους 1 και 2 όπως εντός
(10)ημερών εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο (στις 17.12.2009 τούτο ανερχόταν στις €106.587.98), γνωστοποιώντας τους πως αυτό θα χρεώνετο με τόκο προς 14% από 17.12.
- Λόγω της μη συμμόρφωσης των εναγόμενων 1 και 2, οι ενάγοντες επανήλθαν και με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 3.6.2010, τους κάλεσαν εκ νέου όπως προβούν σε εξόφληση των οφειλόμενων ποσών. Στις 10.2.2012 εκδόθηκε απόφαση σε βάρος του εναγόμενου 1 (λόγω παράλειψης του να εμφανιστεί στη διαδικασία) ως η Απαίτηση. Περαιτέρω εκδόθηκε Διάταγμα για εκποίηση της υποθήκης Υ12480, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Ο εναγόμενος 2 στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχώρησε, παραδέχεται πως : (α) ο εναγόμενος 1 δανείστηκε από τους ενάγοντες το ποσό των €100.000.-, παρόλο που αγνοεί, όπως ο ίδιος διατείνεται, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συμφωνήθηκε και υπογράφηκε η «επικαλούμενη Συμφωνία Δανείου» και γι' αυτό «επιφυλάσσεται ως προς την εγκυρότητά της.» (β) ο τόκος για το δάνειο συμφωνήθηκε στο 8.25% ετησίως, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο. (γ) προς εξασφάλιση του δανείου ο εναγόμενος 1 υποθήκευσε ένα χωράφι στο χωριό Πελένδρι της Επαρχίας Λεμεσού αξίας €147.000.- (η εκτίμηση του ακινήτου έγινε από τους ενάγοντες και/ή από εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους των). (δ) ο εναγόμενος 1 ως επιπρόσθετη εξασφάλιση για την παραχώρηση του δανείου, εκχώρησε προς τους ενάγοντες τα δικαιώματα του από την ασφάλεια ζωής που είχε με την CYPRIA LIFE LTD, πλην όμως αρνείται ότι η ασφάλεια ζωής ακυρώθηκε. Σε σχέση με την «Συμφωνία Δανείου», ισχυρίζεται πως οι ενάγοντες ουδέποτε τον προμήθευσαν με τον «Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων» και τους «Γενικούς Όρους και Κανονισμούς», ούτε παρείχαν σ' αυτόν οποιαδήποτε ενημέρωση σχετικά με τους όρους της συμφωνίας δανείου και τις συνέπειες των όρων της. Ειδικότερα διατείνεται πως οι ενάγοντες δεν του απέστειλαν με τον «νόμιμα προβλεπόμενο τρόπο», γραπτή ειδοποίηση σχετικά με οποιαδήποτε μεταβολή στο ύψος αλλά και στον τρόπο χρέωσης του βασικού επιτοκίου και των υπολοίπων χρεώσεων. Περαιτέρω πως οι όροι της συμφωνίας δανείου περί μονομερούς αύξησης του επιτοκίου και των άλλων χρεώσεων, από πλευράς εναγόντων, είναι «παράνομες και/ή καταχρηστικές και/ή ανεφάρμοστες». Όσον αφορά την παραχωρηθείσα εκ μέρους του εγγύηση, ισχυρίζεται πως αυτή είναι «άκυρη και σε κάθε περίπτωση ακυρώσιμη εξ΄ υπαρχής (ab initio) και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος», καθότι εξασφαλίστηκε από τους ενάγοντες ως «αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων, και/ή άνευ οποιουδήποτε ανταλλάγματος και/ή νομίμου ανταλλάγματος» και γι' αυτό «δικαιούται σε διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται (rescission ) και/ή να κηρύσσεται άκυρη (void) η επίδικη συμφωνία εγγύησης». Στις «Λεπτομέρειες Απάτης και/ή Ψευδών Παραστάσεων και/ή Δόλου» που παραθέτει, διατείνεται πως οι ενάγοντες δεν τήρησαν τις προβλεπόμενες από την σχετική νομοθεσία (Ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών, Νόμος του 2003) προϋποθέσεις, για εκτέλεση έγκυρης και/ή δεσμευτικής σύμβασης εγγύησης αφού, μεταξύ άλλων, δεν παρέδωσαν στον εναγόμενο 2, προ της υπογραφής της σύμβασης εγγύησης, επιστολή στην οποία να δίνονται «πληροφορίες και/ή λεπτομέρειες» για το ύψος του δανείου, το επιτόκιο, τον τρόπο και τον χρόνο αποπληρωμής, το ποσοστό του τόκου υπερημερίας. Δεν του παρέδωσαν επίσης γραπτή δήλωση του πρωτοφειλέτη σε σχέση με τα περιουσιακά του στοιχεία. Είναι περαιτέρω θέση του εναγόμενου 2 πως: (α) οι ενάγοντες διαθέτουν «ιδιάζουσα οικονομική ισχύ», σε σχέση με τον ίδιο, με αποτέλεσμα η επίδικη σύμβαση εγγύησης να είναι ετεροβαρής σε βάρος του, αφού αυτή προέκυψε στην απουσία οποιασδήποτε ελεύθερης διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών. (β) οι ενάγοντες ήταν σε θέση να «κυριαρχήσουν» επί της θέλησης του (undue influence) και/ή εκμεταλλεύτηκαν την σχέση εμπιστοσύνης που είχε προς αυτούς, εξασφαλίζοντας αθέμιτο όφελος που συνίστατο μεταξύ άλλων στην υπογραφή από τον ίδιο της «φερόμενης» εγγύησης. (γ) ο ίδιος εξαπατήθηκε από τους ενάγοντες και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αντιπροσώπους των και υπέγραψε την σύμβαση εγγύησης. (δ) ο ίδιος υπέγραψε την σύμβαση εγγύησης, κατόπιν ψευδών παραστάσεων των εναγόντων, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν και/ή τον έπεισαν ότι ο πρωτοφειλέτης ήταν φερέγγυος και αξιόπιστος και/ή παρείχε ικανοποιητικές προσωπικές εξασφαλίσεις. (ε) η συμφωνία δανείου δεν έχει «τερματισθεί ορθώς και/ή νομίμως» από τους ενάγοντες. Ο εναγόμενος 2 διατείνεται τέλος πως η καταχώρηση της αγωγής εναντίον του είναι πρόωρη, καθότι οι ενάγοντες έπρεπε να εκποιήσουν πρώτα το ακίνητο και να «εξαργυρώσουν» και την ασφάλεια ζωής και «τότε και μόνο τότε έπρεπε να κινήσουν αγωγή εναντίον του». Ανταπαιτητικώς αξιώνει: "I. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται (Rescission) και/ή να κηρύσσεται άκυρη (Void) και/ή στερούμενη οπιουδήποτε έννομου αποτελέσματος η φερόμενη ως «Σύμβαση Εγγύησης» που συνήφθηκε μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 2, κατά ή περί την 12/11/2008, προς εξασφάλιση της Συμφωνίας Δανείου με αρ. λογαριασμού 067-12-013062 και/ή άλλο αριθμό, ημερομηνίας κατά ή περί την 12/11/2008, μεταξύ του Εναγομένου 1 και των Εναγόντων, για το ποσό των €100.000,00 (εκατό χιλιάδων ευρώ) και/ή για άλλο ποσό και/ή όπως άλλως πώς αυτή έχει αναριθμηθεί και/ή ανανεωθεί, ως συνομολογηθείσα συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή εικονικά και/ή χωρίς καλή πίστη (not in good faith) και/ή κατά παράβαση των συμβατικών και/ή Νομίμων και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων των Εναγόντων και/ή ως αντισυνταγματική και/ή χωρίς να δοθεί η δυνατότητα στον Εναγόμενο 2 να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και/ή επιπλέον κατά παράβαση των δικαιωμάτων του Εναγομένου 2 ως Εγγυητή με βάση τον Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο και/ή τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο και/ή άλλως πώς και/ή ως περιέχουσα καταχρηστικές ρήτρες και/ή λόγω παράβασης των σχέσεων εμπιστοσύνης (fiduciary duties) μεταξύ Εναγομένου 2 και Εναγόντων ως τραπεζικού ιδρύματος και/ή χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα και/ή λόγω άνευ νομίμου ανταλλάγματος εκ μέρους των Εναγόντων και/ή λόγω παράβασης των ατομικών δικαιωμάτων του Εναγομένου 2 σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Άνευ βλάβης και/ή περαιτέρω και/ή διαζευκτικά με τα υπό «Ι» αναφερόμενα: ΙΙ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το ποσό των €112.683,92 πλέον τόκους προς 14% επί του ποσού των €107.168,29 από 7/5/10, πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης, που αξιώνεται από τους Ενάγοντες ως παρουσιαζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο της Συμφωνίας Δανείου με αρ. λογαριασμού 067-12-013062, δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικά οφειλόμενο ποσό και/ή υπήρξε αποτέλεσμα πρόσθεσης στο πραγματικά οφειλόμενο ποσό παράνομων και/ή αντισυμβατικών και/ή αδικαιολόγητων χρεώσεων και/ή ανατοκισμών και/ή άλλων μη επιτρεπτών χρεώσεων. III. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάττει την εκποίηση της υποθήκης υπ' αριθμό Υ12480 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού που εξετελέσθη από τον Εναγόμενο 1, και την δια δημοσίου πλειστηριασμού πώληση του υπό της ως άνω υποθήκης καλυπτόμενου ακινήτου, και όπως τα έσοδα από την πώληση διατεθούν έναντι και/ή προς εξόφληση του οφειλομένου και/ή πληρωτέου ποσού προς τους Ενάγοντες, και σε όφελος του Εναγομένου
- IV. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να διατάττει τον συμψηφισμό της απαίτησης των Εναγόντων από την ασφάλεια ζωής που εξασφαλίζει το δάνειο, μέχρι το ποσό των €100.000, δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου 00235363 της ασφαλιστικής εταιρείας CYPRIA LIFE LTD, με το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου αφαιρουμένων των υπερχρεώσεων που έχουν επιβληθεί στο λογαριασμό του δανείου. V. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στους Ενάγοντες να χρεώνουν την προαναφερόμενη Συμφωνία Δανείου, με οποιοδήποτε ποσό που επήλθε ως αποτέλεσμα παράνομων και/ή αντισυμβατικών και/ή αδικαιολόγητων χρεώσεων και/ή ανατοκισμών και/ή άλλων μη επιτρεπτών χρεώσεων. VI. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται και/ή να διαγράφονται οποιεσδήποτε παράνομες και/ή αδικαιολόγητες και/ή αντισυμβατικές και/ή μη επιτρεπτές χρεώσεις διενήργησαν οι Ενάγοντες σε σχέση με την προαναφερόμενη Συμφωνία Δανείου. VII. Διαζευκτικά προς τα ως άνω, Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο, εφόσον τα σχετικά έγγραφα εγγύησης ήθελαν κριθούν έγκυρα και/ή δεσμευτικά, να αναγνωρίζεται ότι, η παρασχεθείσα από τον Εναγόμενο 2 εγγύηση δεν ισχύει και/ή ο Εναγόμενος 2 έχει ρητώς και/ή σιωπηρώς απαλλαχθεί από τους Ενάγοντες έναντι οποιασδήποτε ευθύνης σε σχέση με την παρασχεθείσα από αυτόν εγγύηση και/ή ότι οι Ενάγοντες κωλύονται και/ή άλλως πώς εμποδίζονται να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό από τον Εναγόμενο
- VIII. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους Ενάγοντες να παραδώσουν στον Εναγόμενο 2, πλήρεις και αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού αναφορικά με την προαναφερόμενη Συμφωνία Δανείου και/ή οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή οποιεσδήποτε άλλες σχετικές και/ή τροποποιητικές συμφωνίες καθώς και αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων, των παρεχόμενων εγγυήσεων και οποιωνδήποτε άλλων εξασφαλίσεων. ΙΧ. Γενικές και/ή ειδικές και/ή εύλογες και/ή νόμιμες αποζημιώσεις για παράνομες ενέργειες των Εναγόντων εις βάρος του Εναγομένου 2 και/ή αποζημιώσεις για παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης και/ή λόγω δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή χωρίς καλή πίστη (not in good faith) και/ή κατά παράβαση της σχέσης Τραπεζίτη - πελάτη και/ή της χρηστής τραπεζικής πρακτικής και/ή κατά παράβαση των νομίμων και συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγόντων έναντι του Εναγομένου
- X. Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαια υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο. XI. Νόμιμο τόκο. XII. Έξοδα Αγωγής, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α.» Οι ενάγοντες στην Υπεράσπιση τους στην Ανταπαίτηση του εναγόμενου 2, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του τελευταίου οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με τους δικούς τους ισχυρισμούς. Ειδικότερα ισχυρίζονται τα εξής: (α) Με επιστολή τους ημερομηνίας 12.11.2008, γνωστοποίησαν στον εναγόμενο 2, όλους τους όρους βάσει των οποίων θα παραχωρείτο η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση στον πρωτοφειλέτη (εναγόμενο 1), συμπεριλαμβανομένου και του τρόπου υπολογισμού των τόκων και των υπολοίπων τραπεζικών χρεώσεων (οποιαδήποτε μεταβολή τόσο του βασικού επιτοκίου όσο και του «περιθωρίου του», γνωστοποιείτο στο κοινό με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο). Γνωστοποίησαν επίσης και τα περιουσιακά στοιχεία του πρωτοφειλέτη. Ο εναγόμενος 2 με την υπογραφή του επί της εν λόγω επιστολής, επιβεβαίωσε τα ανωτέρω. (β) Ο εναγόμενος 2 υπέγραψε σχετική επιστολή ημερομηνίας 12.11.2008, με την οποία γνωστοποιούσε την πρόθεση του να μην λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. (γ) Με την επιστολή τους ημερομηνίας 24.11.2009, προειδοποίησαν τόσο τον πρωτοφειλέτη όσο και τον εναγόμενο 2, πως εάν δεν εξοφλούντο οι καθυστερημένες δόσεις, η λειτουργία τόσο του λογαριασμού δανείου όσο και η επίδικη συμφωνία θα τερματίζοντο. (δ) Ο εναγόμενος 2 «συναίνεσε και υπέγραψε με ελεύθερη βούληση και με κάθε επίγνωση των ενεργειών του», την επίδικη Συμφωνία Εγγύησης στην παρουσία μαρτύρων χωρίς «καμιά άσκηση πίεσης και/ή παρουσίασης οποιασδήποτε παράστασης». Παραδέχονται επίσης πως η εγγύηση του εναγόμενου 2 ήταν για το ποσό των €100.000.- πλέον τόκοι, προμήθεια, τραπεζικά δικαιώματα, άλλα έξοδα και δαπάνες. Διατείνονται τέλος πως το αξιούμενο ποσό (περιλαμβανομένων τόκων και άλλων χρεώσεων), υπολογίστηκε ορθά, σύμφωνα με τους όρους των επίδικων Συμφωνιών Δανείου και Εγγύησης. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι ενάγοντες κάλεσαν ένα μάρτυρα τον Γρηγόρη Γρηγορίου (Μ.Ε.1) ενώ από πλευράς εναγόμενου 2, κατέθεσαν ο ίδιος (Μ.Υ.1) και ο Παναγιώτης Παναγιώτου (Μ.Υ.2). Ο Γρηγόρης Γρηγορίου (Μ.Ε.1), υπάλληλος των εναγόντων και ένας εκ των λειτουργών στους οποίους ανατέθηκε ο έλεγχος και η παρακολούθηση του λογαριασμού δανείου του Χάρη Αντωνιάδη (εναγόμενου 1), επιβεβαίωσε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων. Σύμφωνα με τα όσα περαιτέρω κατέθεσε, σκοπός της παραχώρησης του δανείου στον εναγόμενο 1, ήταν η αγορά ενός χωραφιού. Γι' αυτό ο λογαριασμός δανείου, στις 13.11.2008, χρεώθηκε με τα ποσά (α) €55.315.- που πληρώθηκε στην ΣΠΕ Πισσουρίου, ώστε να αποδεσμευθεί το συγκεκριμένο ακίνητο από υφιστάμενη υποθήκη που ενέγραψε ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του, (β) €9,685.- μεσιτικά έξοδα, (γ) €1.470.85 υποθηκευτικά έξοδα, (δ) €900.- μεταβιβαστικά έξοδα, (ε) €382.46 για χαρτόσημα, (στ) €1.050 έξοδα μελέτης και αξιολόγησης. Την 14.11.2008, οι ενάγοντες χρέωσαν τον λογαριασμό δανείου με το ποσό των €31.165,73 και πίστωσαν ανάλογα τον λογαριασμό του εναγόμενου 1 με αρ. 067-08-
- Με επιστολή ημερομηνίας 12.11.2008 (Τεκμήριο 11) η οποία απεστάλη στον εναγόμενο 2, οι ενάγοντες τον ενημέρωσαν για το δάνειο που θα παραχωρείτο στον εναγόμενο 1, καθώς και για τους όρους της εγγύησης που θα έδινε ο ίδιος. Ο τελευταίος αφού ανέγνωσε το περιεχόμενο της επιστολής, «αποδέχτηκε το περιεχόμενο αυτής με την υπογραφή του». Ο ίδιος με επιστολή της ιδίας ημερομηνίας, 12.11.2008 (Τεκμήριο 12), επιβεβαίωσε πως δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή για την προσωπική εγγύηση που θα παραχωρούσε. Ο πρωτοφειλέτης Χάρης Αντωνιάδης, με επιστολή του προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 12.11.2008 [Τεκμήριο 13
(1)], έδωσε την συγκατάθεσή του για την αποκάλυψη στον εναγόμενο 2, πληροφοριών σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση (σ' αυτή επισυνάπτεται και η «εξουσιοδότηση προτιθέμενου πρωτοφειλέτη» [Τεκμήριο 13
(2)], ημερομηνίας 10.11.
- Σε αντάλλαγμα της παραχώρησης του δανείου, ο εναγόμενος 2 υπέγραψε την Συμφωνία Εγγύησης ημερομηνίας 12.11.2008 (Τεκμήριο 14), στη βάση της οποίας εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες, μέχρι του ποσού των €100.000 πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και άλλα έξοδα (περιλαμβανομένων και των δικηγορικών εξόδων). Προς περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου, ο εναγόμενος 1 υποθήκευσε (Αρ. Υποθήκης Υ12480/08) για ποσό €147.000, ένα χωράφι στο χωριό Πελένδρι της επαρχίας Λεμεσού και εκχώρησε και όλα τα δικαιώματα του που απέρρεαν από ασφάλεια ζωής που είχε με την ασφαλιστική εταιρεία CYPRIA LIFE LTD. Η εν λόγω ασφάλεια, λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων ακυρώθηκε κατά την 20.10.2009, χωρίς να έχει οποιαδήποτε αξία εξαγοράς, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να μην εισπράξουν οποιοδήποτε ποσό από την ακύρωση της. Επειδή ο Λογαριασμός Δανείου παρουσίαζε καθυστερήσεις ως προς την πληρωμή των οφειλομένων δόσεων, οι ενάγοντες με τις επιστολές τους ημερομηνίας 24.11.2009 (Τεκμήρια 17 και 18) κάλεσαν τόσον τον πρωτοφειλέτη (εναγόμενο 1) όσο και τον εγγυητή του (Εναγόμενο 2), όπως προβούν στην εξόφληση των καθυστερημένων δόσεων. Οι εναγόμενοι 1 και 2, παρέλειψαν να συμμορφωθούν και οι ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 17.12.2009 (Τεκμήριο 19) τερμάτισαν την λειτουργία του επίδικου Λογαριασμού και την Συμφωνία Δανείου και κάλεσαν τους εναγόμενους 1 και 2, όπως προβούν στην εξόφληση του οφειλομένου ποσού το οποίο κατά την 17.12.2009, ανερχόταν σε €106.587,98 πλέον τόκους προς 14% από 17.12.
- Οι εναγόμενοι 1 και 2, παρέλειψαν και πάλι να συμμορφωθούν και οι ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 3.6.2010 (Τεκμήριο 20), κάλεσαν εκ νέου τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο Λογαριασμός, πλέον τους τόκους. Οι επιστολές ημερομηνίας 24.11.2009, 17.12.2009 και 3.6.2010, στάληκαν στους εναγόμενους 1 και 2 με συνηθισμένο ταχυδρομείο, στις διευθύνσεις που είχαν δηλώσει οι ίδιοι, στη Συμφωνία Δανείου και στη Συμφωνία Εγγύησης, αντίστοιχα. Οι ενάγοντες διατηρούν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στα εν λόγω βιβλία φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν τους λογαριασμούς των πελατών τους, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου Λογαριασμού. Οι Καταστάσεις Λογαριασμού του Δανείου, από την ημερομηνία ανοίγματος του μέχρι και την 30.6.2016 (το χρεωστικό υπόλοιπο υπολογίστηκε κατ΄ αυτόν τον χρόνο, επειδή η χρέωση των τόκων γίνεται κάθε εξαμηνία) συνοδευόμενες από το σχετικό Πιστοποιητικό (Τεκμήριο 21), το οποίο ετοιμάστηκε δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο και μέρος του αρχείου της τράπεζας. Από το άνοιγμα του μέχρι και τον τερματισμό, ο Λογαριασμός Δανείου χρεώνετο με το ακόλουθο επιτόκιο. Από 13.11.2008 μέχρι 16.11.2008, με 8.25% (το βασικό, δηλαδή το συμφωνημένο 5.25% και περιθώριο 3%), από 17.11.2008 μέχρι 16.12.2009 με 8% (βασικό 5% και περιθώριο 3%) και από 17.12.2009 (ημερομηνία τερματισμού) μέχρι εξόφλησης με 14%, όπως γνωστοποιήθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 με τις επιστολές ημερομηνίας 24.11.2009 και 17.12.
- Οι ενάγοντες προχώρησαν στην ετοιμασία «αναδομημένης» Κατάστασης Λογαριασμού μειώνοντας, από την ημερομηνία τερματισμού, το ποσοστό επιτοκίου, από το 14% στο 10%. Σύμφωνα με την «αναδομημένη» Κατάσταση (Τεκμήριο 22) το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €209.500,66 πλέον τόκος προς 10% επί ποσού €202.314,63 από 9.11.2016 μέχρι εξόφλησης. Είναι αυτό το ποσό που εν τέλει διεκδικείται από τον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 2 έδωσε την δική του εκδοχή για τα γεγονότα. Ήταν η θέση του πως η υπογραφή του επί του Εγγυητηρίου Εγγράφου, εξασφαλίστηκε με «αθέμιτο και άδικο σε βάρος του τρόπο». Όπως κατέθεσε ο εναγόμενος 1, ήταν «πολύ καλός του φίλος και τον «γνώριζε για χρόνια». Το 2008, ο τελευταίος εργαζόταν στην συντεχνία ΣΕΚ ως έμμισθος υπάλληλος και ήταν το πρόσωπο που τον «βοηθούσε» στα διάφορα θέματα της εργασίας του (ο εναγόμενος 2 εργαζόταν ως εργάτης στον ΔΗΜΟ ΛΕΜΕΣΟΥ). Κατ' εκείνο τον χρόνο, ο εναγόμενος 1 τον «παρεκάλεσε να τον βοηθήσει», υπογράφοντας ως εγγυητής, ώστε να εξασφαλίσει δάνειο ύψους €100.000.- για την αγορά ενός ακινήτου. Μαζί με τον εναγόμενο 1 επισκέφθηκαν την τράπεζα. Συναντήθηκαν με τον «λειτουργό εξυπηρέτησης» του τελευταίου και τον διευθυντή του καταστήματος. Και οι δύο τον διαβεβαίωσαν πως η δική του εγγύηση «έπρεπε να υπάρχει μόνο για τυπικούς λόγους», καθώς το δάνειο ήταν πλήρως εξασφαλισμένο. Τον διαβεβαίωσαν πως ο εναγόμενος 1 ήταν φερέγγυος, αξιόπιστος και πως είχε την ικανότητα να αποπληρώνει κανονικά το δάνειο του. Του «έδειξαν» ένα έγγραφο για την περιουσιακή κατάσταση του εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 13), στο οποίο φαινόταν πως ο τελευταίος δεν είχε «ιδιαίτερα χρέη ή υποχρεώσεις». Αντίθετα, φαινόταν ότι είχε «στο όνομα του και άλλη ακίνητη ιδιοκτησία και αυτοκίνητο και άλλα έσοδα δεκάδων χιλιάδων Ευρώ». Του «εξήγησαν» ότι το ακίνητο για την αγορά του οποίου προορίζοντο τα χρήματα, «αξίζει πολύ περισσότερα από το δάνειο των €100.000.- ». Για να τον «πείσουν» του έδειξαν (α) την έκθεση του Εκτιμητή Ανδρέα Μακρή (Τεκμήριο 24), σύμφωνα με την οποία η αξία του ακινήτου ανήρχετο στο ποσό των €147.000.- και (β) το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο οποίο επίσης καθορίζετο ως αξία του ακινήτου το ίδιο ποσό. Όπως του εξήγησαν, το ακίνητο θα υποθηκευόταν για €147.000.-. Ακόμη και στην περίπτωση που δεν αποπληρωνόταν το δάνειο, με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου θα καλύπτετο «οποιοδήποτε υπολειπόμενο ποσό». Επίσης, οι τραπεζικοί του έδειξαν «ένα άλλο χαρτί» με το οποίο επιβεβαιώνετο ότι ο εναγόμενος 1 είχε ασφάλεια ζωής με την CYPRIA LIFE, ύψους €100.000.-, την οποία εκχώρησε στην τράπεζα. Με όλα όσα του παρουσίασαν, ήταν απόλυτα βέβαιος ότι το δάνειο ήταν "υπερκαλυμμένο" και ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε κίνδυνο. Υπέγραψε «κάποια έγγραφα της τράπεζας», χωρίς όμως οποιοσδήποτε να του εξηγήσει οτιδήποτε, όσον αφορά το περιεχόμενο τους. Ούτε και τον ενημέρωσαν για τους όρους της συμφωνίας δανείου, ή τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου και τον τρόπο χρέωσης του. Όταν του επιδόθηκε η αγωγή «κατάλαβε ότι ξεγελάστηκε από τους εναγόμενους». Προηγουμένως κανείς δεν είχε επικοινωνήσει μαζί του. Ούτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή εκ μέρους της τράπεζας. Κατά τον ίδιο, του «παρουσιάστηκε» αναληθής εικόνα για την πραγματική οικονομική κατάσταση του εναγόμενου 1, αφού στις 22.3.2010 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Η πτώχευση του εναγόμενου 1 «επήλθε» λόγω της απόφασης ημερομηνίας 29.1.2009, που εκδόθηκε εναντίον του στην αγωγή αρ. 3228/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, για το ποσό των €50.575.-, πλέον τόκους και έξοδα. Μέσω του Επίσημου Παραλήπτη πληροφορήθηκε πως ο εναγόμενος 1 οφείλει και «άλλα μεγάλα ποσά» από δάνεια που έλαβε από διάφορα πιστωτικά ιδρύματα. Επίσης, από έρευνα που διεξήγαγε στο Κτηματολόγιο το 2016, προέκυψε πως η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου το 1980 ήταν €683,44 και το 2013 €13.400.-, ενώ η δηλωθείσα τιμή πώλησης του στις 14.11.2008, ήταν €30.000.-. Εάν ο ίδιος γνώριζε αυτά τα δεδομένα, δεν θα υπέγραφε ως εγγυητής του εναγόμενου
- Εκ των υστέρων διεφάνη πως το ποσό του δανείου δεν χρησιμοποιήθηκε από τον εναγόμενο 1, για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Ο Παναγιώτης Παναγιώτου (Μ.Υ.2), υπεύθυνος του Κλάδου Εγγραφής στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, κατέθεσε πως για την επίδικη πώληση της 14.11.2008, δεν κατατέθηκε Αγοραπωλητήριο Έγγραφο. Η πώληση έγινε με την Δήλωση Μεταβίβασης Π4802/08 (Τεκμήριο 28). Ως τίμημα πώλησης δηλώθηκε το ποσό των €30.000.-. Ταυτόχρονα, το ακίνητο υποθηκεύτηκε για το ποσό των €147.000.-, προς όφελος της τράπεζας (MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD). Ενυπόθηκος οφειλέτης ήταν ο Χάρης Αντωνιάδης. Το ακίνητο εκτιμήθηκε από το κτηματολόγιο (για σκοπούς καταβολής των τελών μεταβίβασης), στις €30.000.-. Τόσο ο ενυπόθηκος οφειλέτης όσο και ο ενυπόθηκος δανειστής, ενημερώθηκαν γραπτώς [Τεκμήριο 28
(1)], πως το ποσό για το οποίο υποθηκεύτηκε το ακίνητο υπερέβαινε την αγοραία αξία του. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της, με αναφορά και στην εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία. Ο κ. Παγιάσης εκ μέρους του εναγόμενου 2, υπεστήριξε πως ο τελευταίος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου «συγκεκριμένα γεγονότα και παραστάσεις που έλαβαν χώρα εις βάρος του κατά τον ουσιώδη χρόνο», από τα οποία αποδεικνύεται πως «εξαπατήθηκε και υπέγραψε την επίδικη σύμβαση εγγύησης στη βάση αμελών και/ή παραπλανητικών συμπεριφορών των υπαλλήλων των εναγόντων». Τόνισε περαιτέρω πως ο Γρηγόρης Γρηγορίου (Μ.Ε.1), δεν μπόρεσε να εξηγήσει την επιβολή συγκεκριμένων χρεώσεων στις καταστάσεις που παρουσίασε και γενικότερα πως η μαρτυρία που παρουσιάστηκε για «απόδειξη υπόλοιπο λογαριασμού», ήταν ανεπαρκής. Επίσης, πως δεν απεδείχθη ότι «όντως παραλήφθηκαν οι επιστολές που παρουσιάζονται να απευθύνονται προς τον εναγόμενο 2». Τέλος, εισηγήθηκε πως από τη μαρτυρία του λειτουργού του Κτηματολογίου, Παναγιώτη Παναγιώτου (Μ.Υ.2), σε σχέση με την αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου, προκύπτει πως οι ενάγοντες εξασφάλισαν την εγγύηση του εναγόμενου 2, «με τρόπο ο οποίος καθιστά άκυρη την αναφερόμενη εξασφάλιση». Επεξήγησε πως το επίδικο δάνειο έγινε για την αγορά ενός χωραφιού, του οποίου στην πραγματικότητα, η αξία ήταν €30.000.- (γεγονός που γνώριζαν και οι ίδιοι οι ενάγοντες) και όχι €147.000.-, όπως η ίδια η τράπεζα παρουσίασε ενώπιον του εναγόμενου 2. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Αδαμίδου, εκ μέρους των εναγόντων. Υπεστήριξε πως οι ενάγοντες έδρασαν μέσα στα πλαίσια τόσο του νόμου όσο και των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Τόνισε πως κατ' ουσίαν, ο εναγόμενος 2 δεν αμφισβητεί την παραχώρηση προς τον εναγόμενο 1 του δανείου. Περαιτέρω, πως η θέση του εναγόμενου 2 σε σχέση με την εκτίμηση του Αντρέα Μακρή (Τεκμήριο 24), δεν δικογραφείται και γι' αυτό δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε προσκομισθείσα, επί τούτου, μαρτυρία. Η κα Αδαμίδου σχολίασε επίσης πως στο δικόγραφο της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης του εναγόμενου 2, δεν περιλαμβάνονται λεπτομέρειες δόλου, συνεπώς τα όσα ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να αγνοηθούν. Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν νομικές θέσεις των δύο πλευρών, απαιτείται αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας με κατάληξη σε σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα της, και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση αρ. 10705, ημερ. 8.2.02, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, 530). ΄Ενας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)1 ΑΑΔ 207) η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1(A) A.A.Δ.455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Στο μεγαλύτερο μέρος της η μαρτυρία του Γρηγόρη Γρηγορίου (Μ.Ε.1), στηρίζεται στα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Την εξέτασα σ' όλη της την έκταση και δεν εντόπισα κανένα σημείο το οποίο να με οδηγήσει στη μη αποδοχή της. Τα όσα κατέθεσε συνιστούν επίσης και ευρήματα μου. Η θέση του εναγόμενου 2 πως ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και ιδιαίτερα των συνθηκών υπογραφής της επίδικης σύμβασης, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Πράγματι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων, κάτω από τις οποίες υπογράφτηκε η σύμβαση εγγύησης, πλην όμως η υπογραφή της δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο 2, όπως δεν αμφισβητήθηκε και η χορήγηση του δανείου στον εναγόμενο
- Ό,τι αμφισβητείται είναι η εγκυρότητα της εγγύησης για τους λόγους που έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Ο συγκεκριμένος λειτουργός ήταν σε θέση να δώσει μαρτυρία για την υπόθεση, αφού και σ' αυτόν ανατέθηκε, μεταξύ άλλων, ο χειρισμός και η παρακολούθηση του λογαριασμού του πρωτοφειλέτη. Ο Παναγιώτης Παναγιώτου (Μ.Υ.2), ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας, χωρίς ουσιαστική εμπλοκή στην υπόθεση. Αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε. Και την μαρτυρία του εναγόμενου 2 (Μ.Υ.1), την εξέτασα σε βάθος. Ο ίδιος δεν μου έκαμε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Προσπάθησε με τρόπο αδέξιο να απαλλαγεί των ευθυνών του, ως εγγυητής των υποχρεώσεων του εναγόμενου
- Ενώ διατείνετο πως οι τραπεζικοί υπάλληλοι τον «έβαλαν» να υπογράψει μια «πλειάδα εγγράφων», χωρίς να του εξηγήσουν καθόλου τι υπέγραφε, αντεξεταζόμενος δέχτηκε πως του εξήγησαν ότι υπέγραψε ως εγγυητής. Στα πλαίσια της όλης προσπάθειας του να πείσει πως «η τράπεζα δεν τον ενημέρωσε ότι είχε υποχρεώσεις ο Χάρης», απέκρυψε επιμελώς κατά την κυρίως εξέταση ότι είχε εγγυηθεί και στο παρελθόν τον εναγόμενο
- Αντεξεταζόμενος όμως αναγκάστηκε να παραδεχθεί πως εγγυήθηκε τον τελευταίο και το 2008, όταν αναγνώρισε την υπογραφή του σε Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς ημερομηνίας 22.7.
- Δικαιολόγησε την στάση του αναφέροντας πως «δεν θυμόταν το συγκεκριμένο». Συνέχισε όμως να εκφράζει άγνοια για το γεγονός, λέγοντας πως «κανένας δεν τον ενόχλησε για αυτή την χρηματοδότηση», ακόμη και όταν του υπεδείχθη πως λήφθηκαν εναντίον του δικαστικά μέτρα και πως στις 22.4.2010 εκδόθηκε σε βάρος του απόφαση. Σ' όσην έκταση η μαρτυρία του έρχεται σε αντίθεση με την ήδη αποδειχθείσα μαρτυρία, την απορρίπτω. Υπό το φως των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων, της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καθώς επίσης και των όσων περιλαμβάνονται στο φάκελο της δικογραφίας, τα ευρήματα μου ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης είναι τα εξής: Οι ενάγοντες στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 12.11.2008 (Τεκμήριο 3), παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 δάνειο ύψους €100.000.- (ανοίχτηκε ο λογαριασμός με αρ. 067-12-013062). Βάσει των όρων της συμφωνίας το δάνειο θα αποπληρώνετο με μηνιαίες δόσεις, θα έφερε δε τόκο προς 8,25% (το βασικό επιτόκιο 5,25%, προσαυξημένο κατά 3%), με δικαίωμα των εναγόντων να αυξομειώνουν το ποσοστό επιτοκίου, οποτεδήποτε ήθελαν οι ίδιοι αποφασίσει. Ο τόκος θα υπολογίζετο επί του ημερήσιου χρεωστικού υπολοίπου και θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές τον χρόνο. Ο εναγόμενος 1 προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, υποθήκευσε για ποσό €147.000.- το ακίνητο, για την αγορά του οποίου συνήφθη το δάνειο. Εκχώρησε δε και τα δικαιώματα που απέρρεαν από ασφάλεια ζωής που είχε με την ασφαλιστική εταιρεία CYPRIA LIFE LTD. Η εν λόγω ασφάλεια ακυρώθηκε την 20.10.2009, λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων, χωρίς να έχει οποιαδήποτε αξία εξαγοράς. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1, ο εναγόμενος 2 υπέγραψε την Συμφωνία Εγγύησης ημερομηνίας 12.11.2008 (Τεκμήριο 14), με την οποία εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες, μέχρι ποσού €100.000.-, πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα έξοδα. Προ της υπογραφής της Σύμβασης Εγγύησης, οι ενάγοντες με επιστολή τους προς τον εναγόμενο 2 ημερομηνίας 12.11.2008 (Τεκμήριο 11), τον ενημέρωσαν για το δάνειο που θα παραχωρείτο στον εναγόμενο 1 καθώς και για τους όρους της εγγύησης, τους οποίους ο εναγόμενος 2 αποδέχτηκε. Ο τελευταίος δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή σε σχέση με την εγγύηση που θα παραχωρούσε. Υπέγραψε προς τούτο την επιστολή ημερομηνίας 12.11.2008 (Τεκμήριο 12). Ο εναγόμενος 2 έλαβε επίσης πληροφορίες σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του εναγόμενου 1, αφού ο τελευταίος έδωσε προς τούτο την συγκατάθεση του με την επιστολή ημερομηνίας 12.11.2008 [Τεκμήριο 13
(1)]. Ο λογαριασμός δανείου του εναγόμενου 1 παρουσίασε προβλήματα και οι ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία του στις 17.12.2009. Ο τερματισμός κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 με τις επιστολές, Τεκμήρια 19
(1)και 19
(2). Οι επιστολές στάληκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο, στις διευθύνσεις που οι τελευταίοι δήλωσαν στη συμφωνία δανείου και εγγύησης αντίστοιχα. Οι εν λόγω επιστολές δεν επεστράφησαν στους ενάγοντες μετά την ταχυδρόμηση τους. Ο λογαριασμός δανείου στις 17.12.2009 παρουσίαζε, σύμφωνα με τις Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήριο 21), χρεωστικό υπόλοιπο €106.587,98, χρεώνετο δε με τόκο προς 14% από την εν λόγω ημερομηνία. Ειδικώτερα, από το άνοιγμα του μέχρι και τον τερματισμό, ο λογαριασμός χρεώνετο με επιτόκιο 8,25% για την περίοδο από 13.11.2008 μέχρι 16.11.2008, με 8% από 17.11.2008 μέχρι 16.12.2009 και από 17.12.2009 (ημερομηνία τερματισμού) μέχρι την εξόφληση, με 14% (όπως γνωστοποιήθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 με τις επιστολές ημερομηνίας 24.11.2009 και 17.12.209). Ακολούθησαν στη συνέχεια οι επιστολές ημερομηνίας 3.6.2010, Τεκμήρια 20
(1)και 20
(2), με τις οποίες οι εναγόμενοι 1 και 2 καλούντο εκ νέου όπως εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου. Οι ενάγοντες ετοίμασαν αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού, μειώνοντας, από την ημερομηνία τερματισμού, το ποσοστό επιτοκίου από το 14% στο 10%. Σύμφωνα με την αναδομημένη Κατάσταση (Τεκμήριο 22), το οφειλόμενο ποσό στις 4.11.2006 ανερχόταν σε €209.500,
- Οι ενάγοντες διεκδικούν από τον εναγόμενο 2 το ποσό αυτό, πλέον τόκο προς 10% επί ποσού €202.314,63 από 9.11.2016 μέχρι εξόφλησης. Η υπογραφή της συμφωνίας δανείου δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο 2, ούτε και η παραχώρηση του δανείου. Παρά το γεγονός αυτό, οι ενάγοντες απέδειξαν με την προσκομισθείσα μαρτυρία, τόσο την κατάρτιση της συμφωνίας, όσο και την παραχώρηση της πιστωτικής διευκόλυνσης. Η εν λόγω συμφωνία καθορίζει τους όρους λειτουργίας του λογαριασμού δανείου. Οι ενάγοντες απέδειξαν επίσης την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης, παρά το ότι η υπογραφή της επίσης δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο
- Η θέση του τελευταίου πως «υπέγραψε την επίδικη σύμβαση εγγύησης στη βάση αμελών και/ή παραπλανητικών συμπεριφορών των υπαλλήλων των εναγόντων» δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Δεν υπάρχει ίχνος αποδεκτής μαρτυρίας που να συνηγορεί υπέρ της αποδοχής αυτής της θέσης. Οι ενάγοντες απέδειξαν επίσης την λειτουργία του λογαριασμού δανείου. Ο εναγόμενος 2 δεν προσκόμισε ίχνος μαρτυρίας ότι κάποια ή κάποιες χρεοπιστώσεις δεν είναι ορθές. Αντίθετα, είναι οι ενάγοντες που προέβησαν σε αφαιρέσεις με την αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού, Τεκμήριο
- Στο σημείο αυτό σημειώνω πως ακόμη και εάν ο λογαριασμός δανείου εχρεώνετο με αδικαιολόγητες ή παράνομες χρεώσεις, τούτο δεν προσέδωσε παρανομία στη σύμβαση (C.T.A. Techno Marketing Ltd και άλλου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 720). Απέδειξαν επίσης τον νόμιμο τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού, κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής βάσει των όρων της συμφωνίας δανείου (Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 1466). Ο εναγόμενος 2 εισηγήθηκε πως οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι «όντως αποστάληκαν και όντως παρελήφθηκαν» οι επιστολές που παρουσιάζονται να απευθύνονται προς τον ίδιο. Ούτε η θέση αυτή με βρίσκει σύμφωνη. Οι ενάγοντες απέδειξαν ότι οι επιστολές τερματισμού [Τεκμήρια 19
(1)και 19
(2)], απεστάλησαν στους εναγόμενους 1 και 2, στις διευθύνσεις που οι ίδιοι δήλωσαν και καταγράφονται στις αντίστοιχες συμφωνίες. Το βάρος απόδειξης ότι ο εναγόμενος 2 δεν έλαβε την επιστολή, Τεκμήριο 19
(2), το είχε ο ίδιος και δεν το απέσεισε. Είναι καλά γνωστό πως από την στιγμή που γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία ότι οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν και δεν επεστράφησαν, δημιουργείται Τεκμήριο παραλαβής των επιστολών και το βάρος απόδειξης για την μη παραλαβή μετέρχεται στους εναγόμενους (Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9). Η θέση του εναγόμενου 2 πως ο ίδιος «έλαβε διαβεβαιώσεις από την τράπεζα ότι ο πρωτοφειλέτης ήταν φερέγγυος, αξιόπιστος και ότι είχε την ικανότητα να αποπληρώνει κανονικά το δάνειο του», επίσης απορρίπτεται, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Απορρίπτεται επίσης και η θέση πως οι ενάγοντες τον «ξεγέλασαν» σε σχέση με την αξία του ακινήτου που υποθηκεύτηκε προς περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου. Η εισήγηση του συνηγόρου του εναγόμενου 2 πως η αγοραία αξία του ακινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν €30.000.- και όχι €147.000.-, δεν επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του κτηματολογικού λειτουργού, Παναγιώτη Παναγιώτου (Μ.Υ.2), αφού σύμφωνα με την μαρτυρία του τελευταίου οι Εκτιμήσεις του Κτηματολογίου γίνονται για σκοπούς φορολογίας και ειδικώτερα για σκοπούς υπολογισμού των μεταβιβαστικών τελών. Υπενθυμίζω πως ο Μ.Υ.2 δεν είναι εκτιμητής. Μετέφερε απλώς στο Δικαστήριο τα όσα καταγράφονται στη δήλωση μεταβίβασης Π4802/2009 (Τεκμήριο 28). H θέση του εναγόμενου 2 ότι η συμφωνία εγγύησης εξασφαλίστηκε κατόπιν αθέμιτης πίεσης, εξαναγκασμού και/ή εξαπάτησης του από την τράπεζα, επίσης δεν τεκμηριώνεται. Η έννοια του όρου «οικονομικός εξαναγκασμός» εξηγείται στην υπόθεση Πλοίο Παναγία Μυρτιδιώτισσα ν. Σιδηρόπουλου κ.ά.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 1000, 1011: «Ο όρος "εξαναγκασμός" που αναφέρεται στο άρθρο 15 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, αναιρεί την "ελεύθερη συναίνεση", αλλά όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος μας, δεν καλύπτει απειλές στις επιχειρήσεις ή το εμπόριο. Οι μετέπειτα εξελίξεις που σημειώθηκαν στον αγγλικό νόμο στον τομέα αυτό αναφέρονται στην Universe Tankships v. ITF (ανωτέρω) και μας φέρνουν στο δόγμα του οικονομικού εξαναγκασμού που είναι αποτέλεσμα και έκφραση του δικαίου της επιείκειας (equity) που οδηγεί και αυτό σε ακύρωση της σύμβασης αν ανατρέπει την ελεύθερη βούληση του εξαναγκασθέντος. Το δόγμα αυτό σαν δόγμα του δικαίου της επιείκειας εφαρμόζεται κατά συνέπεια και στην Κύπρο και καλύπτει τις εμπορικές συναλλαγές και εμπορικές συμβάσεις. Με βάση την αγγλική νομολογία που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1(Ε) 516, οικονομικός εξαναγκασμός υπάρχει εκεί που δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση και είναι επομένως σημαντικό να διαπιστωθεί κατά πόσο το άτομο που υπέστη την πίεση δεν διαμαρτυρήθηκε ή κατά πόσο είχε υπαλλακτική οδό και δεν την έλαβε, π.χ. δικαστικά μέτρα για άρση του εξαναγκασμού ή για ακύρωση της σύμβασης ή που επιβεβαίωσε τη σύμβαση. Ο οικονομικός εξαναγκασμός εφαρμόζεται εκεί που η φαινομενική συγκατάθεση της μιας πλευράς είναι προϊόν πίεσης που ασκείται από την άλλη πλευρά, την οποία ο νόμος δεν θεωρεί νόμιμη.» Από τα γεγονότα της υπόθεσης έτσι όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, δεν στοιχειοθετείται οικονομικός εξαναγκασμός σε βάρος του εναγόμενου 2. Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω, καθίσταται σαφές πως οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση σε βάρος του εναγόμενου 2, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τον εναγόμενο 1 για το οφειλόμενο, κατά την ημερομηνία τερματισμού, ποσό. Όσον αφορά το θέμα του τόκου, η συμφωνία δανείου προέβλεπε πως το δάνειο θα χρεώνετο με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίστατο από το εκάστοτε καθοριζόμενο από την τράπεζα βασικό επιτόκιο, προσαυξημένο κατά 3% περιθώριο. Ο τόκος θα ήταν πληρωτέος κάθε τριμηνία και σε περίπτωση μη πληρωμής, αυτός θα χρεωνόταν στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές τον χρόνο. Περαιτέρω η τράπεζα εδικαιούτο, κατά την κρίση της, να μεταβάλει το βασικό της επιτόκιο και το περιθώριο, οποτεδήποτε ήθελε η ίδια αποφασίσει. Σε περίπτωση δε καθυστέρησης στην πληρωμή οποιασδήποτε οφειλόμενης δόσης, η τράπεζα είχε το δικαίωμα να χρεώνει επί του ποσού των καθυστερημένων δόσεων, επιπρόσθετα του εκάστοτε συμβατικού επιτοκίου, τόκο υπερημερίας προς 5% από την ημερομηνία της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση. Κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου (12.11.2008) το βασικό επιτόκιο ήταν 5,25%, προσαυξημένο κατά 3%. Το σύνολο δηλαδή του επιτοκίου του δανείου ήταν 8,25%. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 17.11.2008, το επιτόκιο μειώθηκε σε 8%. Το επιτόκιο αυτό διατηρήθηκε μέχρι και την 17.12.2009, ημερομηνία της επιστολής τερματισμού, οπόταν και αυξήθηκε από εκείνη την ημερομηνία σε 14%. Σε σχέση με τον τόκο, στους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς, παράγραφος 17 1(ε) [Τεκμήριο 3
(2)], που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Δανείου [Τεκμήριο 3
(1)], αναφέρεται ότι: «Η Τράπεζα δικαιούται, κατά την κρίση της, να μεταβάλει, οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανονισμών που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας, τα περιθώρια, τον τρόπο υπολογισμού του τόκου, το χρόνο καταβολής του, την προμήθεια, οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις και/ή έξοδα και γενικά να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη μεταβολή και η μεταβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Πελάτη, στον οποίο θα γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο Τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν, κατά την κρίση της Τράπεζας, και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή στη γραπτή ειδοποίηση.» Η ευχέρεια που ο πιο πάνω όρος παρέχει στην Τράπεζα να μεταβάλλει το βασικό της επιτόκιο, τα περιθώρια, την προμήθεια, τις χρεώσεις και τα έξοδα, δεν είναι απεριόριστη. Πρέπει να είναι «μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανονισμών που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος». Κατά την κρίση μου η τράπεζα δεν εδικαιολογείτο, χωρίς άλλο, να μεταβάλει το επιτόκιο, όπως έπραξε την 17.12.2009 (ημερομηνία τερματισμού) και στην είσπραξη τόκου όπως προκύπτει από την εφαρμογή του επιτοκίου του 14%. Οι ενάγοντες, η τράπεζα δηλαδή, οφείλει να καταδείξει ότι η αύξηση έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του προαναφερόμενου όρου. Ο Μ.Ε.1 ερωτηθείς σχετικά, κατά την αντεξέταση, απάντησε απλώς πως η τράπεζα μετέβαλε το επιτόκιο σε 14%, βάσει του Νόμου περί Φιλελευθεροποίησης του Επιτοκίου, χωρίς όμως να επεξηγήσει οτιδήποτε άλλο περαιτέρω. Η εν λόγω μαρτυρία απέχει πολύ από του να ικανοποιήσει ότι η αύξηση σε 14% σε μία ημέρα έγινε για λόγους «μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος». Το αρχικό περιθώριο στο βασικό επιτόκιο της τράπεζας ήταν 3% και η προσθήκη άλλων 6 μονάδων παραμένει μετέωρη και αδικαιολόγητη. Σε κάθε περίπτωση, στην έκταση που ο τόκος υπερημερίας δεν αφορούσε σε γνήσιο προϋπολογισμό των ζημιών της τράπεζας από την παράλειψη του χρεώστη να πληρώσει το ζητηθέν ποσό, θα συνιστούσε όρο τιμωρητικό και ανεφάρμοστο. Καταλήγω ότι η προσθήκη επιπλέον μονάδων στο υφιστάμενο κατά τον χρόνο του τερματισμού βασικό επιτόκιο της τράπεζας, δεν έχει τεκμηριωθεί και δεν δικαιολογείται. Ως αποτέλεσμα, η τράπεζα δεν δικαιούται σε τόκο με επιτόκιο 14% από τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου (17.12.2009). Δικαιούται σε τόκο με επιτόκιο 8% ως ίσχυε κατά τον χρόνο πριν τον τερματισμό. Υπενθυμίζω πως σύμφωνα με την αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 22), το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού Δανείου κατά την ημερομηνία τερματισμού, ανήρχετο στο ποσό των €102.263,44. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει μέχρι τώρα, κρίνω πως οι ενάγοντες δικαιούνται απόφασης υπέρ τους και σε βάρος του εναγόμενου 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τον εναγόμενο 1, για το ποσό των €102.263,44, με τόκο προς 8% ετησίως από 17.12.2009 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου δύο φορές ετησίως, την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η Ανταπαίτηση, για τους λόγους που έχω προαναφέρει, απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, κρίνω ότι δεν πρέπει να αποστώ από τον κανόνα πως αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Διά ταύτα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου 2, ευθυνομένου αλληλεγγύως και κεχωρισμένως μετά του εναγόμενου 1, για το ποσό των €102.263,44 με τόκο προς 8% ετησίως από 17.12.2009 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου δύο φορές ετησίως, την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Τα έξοδα της διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου 2. Δεδομένου του ότι Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, να δοθεί ένα σετ εξόδων. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Τραπεζική Πιστωτική Διευκόλυνση (Δάνειο) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο