Αίτηση της Εταιρείας VTB BANK (PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ PROMODANA ENTERPRISES LIMITED, Αίτηση Αρ.: 429/2017, 13/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A390 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 429/2017 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ PROMODANA ENTERPRISES LIMITED από τη Λεμεσό ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ.113 Αίτηση της Εταιρείας VTB BANK (PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY), από τη Ρωσία --------------------------------------------- Ημερομηνία: 13 Δεκεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Χρ. Νικολάου με κ. Χρ. Ιωάννου για Πατρ.Παύλου & Συνεργ. ΔΕΠΕ Για Καθ'ης η Αίτηση: Καμία Εμφάνιση Για Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη: Καμία Εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση που καταχώρησε στις 17/8/17, η πιο πάνω αναφερόμενη Ρωσική Τράπεζα (εφ' εξής η αιτήτρια), αιτείται την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της κυπριακής εταιρείας PROMODANA ENTERPRISES LIMITED από τη Λεμεσό (ΗΕ 26853) (εφ' εξής η εταιρεία). Η αίτηση επιδόθηκε τόσο στην εταιρεία όσο και στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, κανένας όμως από αυτούς εμφανίστηκε κατά την πρώτη ημερομηνία που ορίστηκε η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ Η ουσία των ισχυρισμών της αιτήτριας είναι συνοπτικά η εξής: Το δικαίωμα της αιτήτριας να επιδιώκει την εκκαθάριση της εταιρείας, παρουσιάζεται να εδράζεται σε συμφωνία δανείου που η εταιρεία σύναψε με μία άλλη Ρωσική Τράπεζα στις 02/11/12, για το ποσό των 350.000.000,00 Δολ. ΗΠΑ. Η εν λόγω Τράπεζα, στη συνέχεια, με τη γραπτή συγκατάθεση της εταιρείας, μεταβίβασε και εκχώρησε στην αιτήτρια, μεταξύ 21/11/16 και 23/11/16, όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της που πηγάζουν από την εν λόγω συμφωνία, καθιστώντας έτσι την αιτήτρια, το «νέο δανειστή» της εταιρείας. Το δάνειο, είχε εξασφαλιστεί με την επιβάρυνση διαφόρων τραπεζικών λογαριασμών της εταιρείας, τις εγγυήσεις άλλων κυπριακών και αλλοδαπών εταιρειών καθώς και με την ενεχυρίαση μετοχών τρίτης συγκεκριμένης εταιρείας, εγγεγραμμένης στο Καζακστάν, εταιρείας που δραστηριοποιείται στην εκμετάλλευση ορυκτών πόρων στην εν λόγω χώρα. Και οι εν λόγω εξασφαλίσεις, εκχωρήθηκαν με τη συγκατάθεση της εταιρείας, στην αιτήτρια. Στην πορεία του δανείου, η εταιρεία, παράβηκε ουσιώδη συμβατικό όρο της συμφωνίας δανείου (Event of Default), με αποτέλεσμα η αιτήτρια, ως ο δανειστής πλέον, επικαλούμενη άλλο σχετικό συμβατικό όρο, να κηρύξει γραπτώς με επιστολή της προς την εταιρεία, ολόκληρο το υπόλοιπο του δανείου και των δεδουλευμένων τόκων, άμεσα πληρωτέο και απαιτητό. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου, ανέρχετο στο ποσό των 181.720.00,00 Δολ.ΗΠΑ ενώ οι συμφωνηθέντες δεδουλευμένοι τόκοι, στις 4.542.807,08 Δολ.ΗΠΑ. Τα πιο πάνω ποσά, η αιτήτρια τα απαίτησε και με «γραπτή απαίτηση πληρωμής», την οποία επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στις 6/7/
- Στην εν λόγω απαίτηση πληρωμής, η αιτήτρια, επαναλαμβάνοντας τη θέση της ότι υπήρξε «Event of Default» και ότι συνεπεία τούτου είχε ασκήσει το συμβατικό της δικαίωμα να καταστήσει άμεσα απαιτητό και πληρωτέο ολόκληρο το υπόλοιπο του δανείου και των δεδουλευμένων τόκων, απαίτησε όπως τα εν λόγω ποσά, της καταβληθούν εντός 21 ημερών. Σε αντίθετη περίπτωση, προειδοποίησε η αιτήτρια, η εταιρεία θα θεωρείτο ότι διέπραξε «πράξη πτώχευσης» και νομικά μέτρα θα λαμβάνονταν εναντίον της, μη αποκλειομένης και αίτησης εκκαθάρισης στη βάση των αρ.211(ε), 211(στ) και 212(α) Κεφ.
- Με την παρέλευση τις προθεσμίας των 21 ημερών και εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση με τους όρους της απαίτησης πληρωμής από την εταιρεία, η αιτήτρια, προχώρησε και καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Όσον αφορά τις εξασφαλίσεις του δανείου, αυτές, σύμφωνα με την αιτήτρια, είναι ουσιαστικά ανίσχυρες, εφόσον οι μεν τραπεζικοί λογαριασμοί που είχαν δεσμευτεί, δεν έχουν διαθέσιμα κεφάλαια, οι δε ενεχυριασμένες μετοχές, ιδιαίτερα αυτές της εταιρείας στο Καζακστάν, δεν μπορούν να αξιοποιηθούν λόγω νομοθετικών περιορισμών που ισχύουν στην εν λόγω χώρα. Συνεπεία της παράλειψης της εταιρείας και του Εφόρου να εμφανιστούν στη διαδικασία, ζητήθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της αιτήτριας, όπως η αίτηση οριστεί για απόδειξη και ταυτόχρονα όπως δοθούν οδηγίες για δημοσίευση της παρούσας αίτησης. Προτού το αίτημα ικανοποιηθεί, το Δικαστήριο εξέφρασε κάποιους προβληματισμούς αναφορικά με το βάσιμο και έγκυρο της αίτησης, για τους οποίους και ζήτησε από τους συνηγόρους της αιτήτριας να τοποθετηθούν. Ο λόγος που ηγέρθησαν σε αυτό το στάδιο οι συγκεκριμένοι προβληματισμοί του Δικαστηρίου, είναι διότι, σύμφωνα με τη νομολογία και πρακτική, το βάσιμο και έγκυρο μιας αίτησης εκκαθάρισης, είτε έχει καταχωρηθεί ένσταση είτε όχι, θα πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο, τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως, προτού δοθούν οποιεσδήποτε οδηγίες για δημοσίευση ή άλλως πως για κοινοποίηση της αίτησης σε τρίτα πρόσωπα. Παρέχεται μάλιστα και περιθώριο όπως, εκεί όπου καταχωρείται ένσταση, μη διαταχθεί δημοσίευση/κοινοποίηση της αίτησης, προτού αποφασιστούν τα θέματα που τυχόν εγείρονται με την ένσταση, τα οποία αποσκοπούν στο να καταδείξουν, είτε καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους (bona fide dispute), είτε φερεγγυότητα της εταιρείας, δικαστική πρακτική μάλιστα, που ήθειστε να ακολουθείται (βλ. μεταξύ άλλων Re a Company No. 006685 of 1996 [1997] B.C.C. 830 και επιφύλαξη (γ) αρ.213 Κεφ.113) Ο λόγος για τούτο είναι ευνόητος και αφορά στις δραστικές συνέπειες που όχι μόνο η καταχώρηση αλλά και η ίδια η δημοσίευση/κοινοποίηση του «δρακόντειου» μέτρου της αίτησης εκκαθάρισης συνεπάγεται, για την καθ' ης η αίτηση εταιρεία. Η «διαρροή» μιας τέτοιας αίτησης, έστω και αν αυτή τελικά απορριφθεί, είναι από μόνη της αρκετή, για να επιφέρει καταστροφικές συνέπειες στην εταιρεία. Το συγκκεριμένο θέμα λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι πολλές φορές, παρατηρείται η πρακτική να καταχωρείται μια αίτηση εκκαθάρισης εναντίον μιας κατά τ' άλλα φερέγγυας εταιρείας, απλά και μόνο για να της ασκηθεί πίεση να πληρώσει. Βλ. In the Matter of Claybridge Shipping Company S.A. [1981] Com LR 107: «Now the jurisdiction in relation to restraining advertisement and striking out a petition which is based upon a debt which is subject to a bona fide and substantial dispute is, I think, a salutory one because a winding-up petition is a draconian measure which, even if it does not succeed, can have very serious consequences for the company by publicly affecting its credit and reputation. It ought not, therefore, to be used as a means of putting on pressure in cases of genuine dispute and it is right that the Companies Court should, as a matter of its practice, keep a watchful eye on proceedings which can so easily be abused.» Re a Company No. 0012209 of 1991 [1992] 1 WLR 351: «'It does seem to me that a tendency has developed, possibly since the decision in Cornhill Insurance plc v Improvement Services Ltd [1986] 1 W.L.R. 114 , to present petitions against solvent companies as a way of putting pressure upon them to make payments of money which is bona fide disputed rather than invoke the procedures which the rules provide for summary judgment. I do not for a moment wish to detract from anything which was said in the Cornhill case which indeed followed earlier authority, to the effect that a refusal to pay an indisputable debt is evidence from which the inference may be drawn that the debtor is unable to pay.» και Re JN 2 Ltd [1978] 1 WLR 183 , at p. 187H: «It is, of course, common practice to dismiss a creditor's petition if the debt is bona fide disputed by the company. This seems to me a wholly proper attitude to be adopted by the court. The presentation of a winding-up petition has an immediate effect on the ability of a company to deal with its assets although capable of litigation by an appropriate order under section 227 [now s. 127 of the Insolvency Act 1986]. Frequently in the case of a trading company the presentation of a petition will damage the financial standing of the company. It therefore seems to me obviously correct that the court should not allow a creditor's petition to remain on the file longer than is necessary once the status of the petitioner is in doubt.» Εν πάσει περιπτώσει, εκεί όπου η αίτηση εδράζεται στην ύπαρξη συγκεκριμένης «αδιαμφισβήτητης οφειλής» ως τεκμήριο αφερεγγυότητας, η απόδειξη του εν λόγω τεκμηρίου, δεν αφορά και ούτε εξαρτάται από τις οποιεσδήποτε θέσεις, άλλων τυχόν πιστωτών της εταιρείας. Αν και οι θέσεις τέτοιων πιστωτών λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, αυτό είναι μόνο ως προς το κατά πόσο, υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων, δικαιολογείται η εκκαθάριση της εταιρείας και όχι ως προς το κατά πόσο ο συγκεκριμένος αιτητής έχει καταδείξει το απαιτούμενο locus standing ή το συγκεκριμένο τεκμήριο αφερεγγυότητας. Τα θέματα αυτά άλλωστε, οι εν λόγω πιστωτές δεν τα γνωρίζουν ούτε και εμπλέκονται σε αυτά. Επομένως, εκεί τουλάχιστο που η αίτηση εδράζεται σε παράλειψη καταβολής συγκεκριμένου ποσού στον αιτητή, καμία ανάγκη υφίσταται για περιπλοκή της διαδικασίας με την εμπλοκή τρίτων, προτού επιλυθούν τα βασικά θέματα που προκύπτουν αποκλειστικά μεταξύ αιτητή και εταιρείας. Αν ο αιτητής αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση του, το θέμα τελειώνει εκεί και δεν χρειάζεται η δημιουργία περαιτέρω εξόδων και διαδικασιών. Αν ο αιτητής επιτύχει, τότε η αίτηση μπορεί να δημοσιευτεί/κοινοποιηθεί και το μόνο που απομένει να εξετάσει το Δικαστήριο, είναι τις γενικές απόψεις, που άλλοι πιστωτές δυνατό να έχουν. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Ο προβληματισμός του Δικαστηρίου αφορά στο κατά πόσο, τα γεγονότα που η αιτήτρια επικαλείται για να υποστηρίξει την αίτηση της, μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης, όπου η δικαιοδοσία που ασκεί το Δικαστήριο, περιορίζεται αποκλειστικά, στους εταιρικούς/πτωχευτικούς κανόνες και πρακτική, κατά τρόπο όμοιο με τη δικαιοδοσία που ασκείται από τα αγγλικά Company και Bankruptcy Courts και δεν εκτείνεται στην ευρεία δικαιοδοσία που έχει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της συνήθους πολιτικής του δικαιοδοσίας, ως Δικαστήριο γεγονότων (Trier/Court of facts). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά από το Αγγλικό Εφετείο στην Re UOC Corp. Alipour v Ary [1997] B.C.C. 377, τo Δικαστήριο που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία (Company Court), δεν είναι κατάλληλα, δικονομικά εξοπλισμένο, για να επιλύει διαφορές επί γεγονότων (disputes of fact) και να προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα. Οι δικονομικές πρόνοιες που διέπουν τη διαδικασία σε ένα τέτοιο Δικαστήριο, δεν εκτείνονται στο βαθμό των προνοιών που έχει στη διάθεση του το Δικαστήριο που εκδικάζει αγωγές. Δικόγραφα, εν τη αυστηρή έννοια του όρου, δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν ούτε πρόνοιες για ανταλλαγή και επιθεώρηση εγγράφων. Η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας δε, συνήθως δεν είναι ανεκτή, και τα «επίδικα» θέματα, αποφασίζονται κατά κανόνα, στη βάση της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίζεται, στα πλαίσια μιας συνοπτικής ουσιαστικά διαδικασίας. Έναυσμα για τον προβληματισμό του Δικαστηρίου, έδωσε το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση, ενώ παρουσιάζεται να εδράζεται σε ισχυριζόμενη αφερεγγυότητα της εταιρείας, συνεπεία του νομοθετικού τεκμηρίου της απλής παράλειψης καταβολής συγκεκριμένου αδιαμφισβήτητου ποσού, εντός 21 ημερών από την ημερομηνία που τέτοιο ποσό απαιτήθηκε γραπτώς, με επίδοση σχετικής γραπτής απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, εντούτοις, η υπό κρίση κατ' ισχυρισμό οφειλή, όσο και τα γεγονότα επί των οποίων αυτή φέρεται να εδράζεται, ούτε έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσω οποιασδήποτε προηγούμενης απόφασης Δικαστηρίου (judgment debt), ούτε αποτέλεσαν αντικείμενο ρητής αποδοχής από την εταιρεία (admitted debt). Αντίθετα, είναι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας που ουσιαστικά ζητείται να συναχθούν τα εν λόγω γεγονότα, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η πολυπλοκότητα που προβάλλεται ως προς τις συναλλαγές των εμπλεκόμενων μερών και ο διασυνοριακός χαρακτήρας της υπόθεσης, μάλλον παραπέμπει σε αγωγή, όπου το Δικαστήριο, θα πρέπει να διεξέλθει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, να την αξιολογήσει και αφού προβεί σε ανάλογα ευρήματα, να καταλήξει ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των εμπλεκομένων, αποκρυσταλλώνοντας έτσι, και την υποχρέωση πληρωμής αλλά και το ύψος της οφειλής. Τέτοιας μορφής διαδικασία όμως, ήτοι διαδικασία, ουσιαστικά αγωγής, ουδόλως αντικατοπτρίζει τη συνοπτική φύση της συγκεκριμένης και δικονομικά περιορισμένης διαδικασίας και δη διαδικασίας σε σχέση με αίτηση εκκαθάρισης, που υποτίθεται ότι εδράζεται στην απλή βάση μιας αδιαμφισβήτητης οφειλής και ενός νομοθετικού τεκμηρίου ανικανότητας πληρωμής χρεών. Περαιτέρω, ο μεγάλος όγκος των εγγράφων που συνοδεύουν και συνιστούν την αίτηση καθώς και η έκταση των ισχυριζόμενων γεγονότων, ήτοι μία αίτηση πέραν των 20 σελίδων και ένα box file με 25 ογκώδη Τεκμήρια όπως εταιρικά έγγραφα διαφόρων ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, 15 και πλέον συμφωνίες και σχετικές τροποποιητικές συμφωνίες ημεδαπού και αλλοδαπού δικαίου, διαγράμματα εταιρικής δομής και εκθέσεις εκτιμητών, ενισχύει την δημιουργία των προαναφερόμενων προβληματισμών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας παρέθεσε την επιχειρηματολογία του επί του θέματος τόσο γραπτώς όσο και προφορικά. Οι αγορεύσεις του, μακροσκελείς μεν, εμπεριστατωμένες δε. Προτού όμως αναφερθώ στις θέσεις και επιχειρήματα του συνηγόρου, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω τα πιο κάτω αναφορικά με την αίτηση και τις ένορκες δηλώσεις που φέρονται να τη συνοδεύουν, τα οποία και διαπίστωσα κατά την ετοιμασία της παρούσας απόφασης. Η αίτηση, στο σώμα της οποίας παρατίθενται, και αυτό ορθά εφόσον πρόκειται για ΑΝΑΦΟΡΑ - PETITION, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται, δεν αναφέρει ρητά ποια είναι η νομική της βάση ούτε παραπέμπει σε οποιαδήποτε υποστηρικτική ή βεβαιωτική (verifying) ένορκο δήλωση (βλ. μεταξύ άλλων Κ.30 Companies (Winding Up) Rules 1949).[1] Παρατηρώ όμως και τα εξής: Α. Στην παράγραφο Α του παρακλητικού της αίτησης αναφέρεται ότι ζητείται «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εκκαθάριση ... σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 209, 211 και 212 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113» ενώ παράλληλα, στη γραπτή απαίτηση που έχει επιδοθεί στην εταιρεία, γίνεται ρητή αναφορά στα άρθρα 211(ε), 211(στ) και 212(α) Κεφ.113 (βλ. Τεκ. 25). Β. Στην αίτηση υπάρχουν επισυνημμένες δύο ένορκες δηλώσεις. Η μία, είναι δήλωση κάποιας Kseniias Kreneva από τη Ρωσία, στην αγγλική γλώσσα και η άλλη, είναι η ένορκη δήλωση μετάφρασης της στην ελληνική γλώσσα (Ε/Δ Ηρακλέους). Αμφότερες οι δηλώσεις φέρουν ως τίτλο, τον τίτλο και αριθμό της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη Ε/Δ Kreneva, αυτή είναι υπάλληλος της αιτήτριας, γνωρίζει προσωπικά όλα τα γεγονότα και ισχυρισμούς που αναφέρονται στην αίτηση «με τον προαναφερόμενο τίτλο και αριθμό», και τα υιοθετεί και επιβεβαιώνει ως αληθή - «...I adopt and verify as true all the facts and allegations mentioned in the application with the above number and title.». Υπό το φως των πιο πάνω και γενικά του συνόλου των περιστάσεων στην κρινόμενη περίπτωση καθώς και ότι η αίτηση προχωρεί «uncontested» και οι πιο πάνω διαπιστώσεις προέκυψαν κατά τη μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς έκδοσης απόφασης, θεωρώ ότι, οι συγκεκριμένες παραλείψεις της αιτήτριας, αν τελικά ήθελε κριθεί ότι η αίτηση επί της ουσίας της μπορεί να προχωρήσει, συνιστούν παραλείψεις που δύναται να θεραπευθούν με την έκδοση ανάλογης διαταγής (βλ. μεταξύ άλλων AΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A176, Πολιτική Έφεση Αρ. 177/11, 15/5/2017, Ιωάννης Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1 Γ ΑΑΔ 1716, Βιολάρης Ιωάννης ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1054 και Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366) ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ Όπως ανέφερα ανωτέρω, ο συνήγορος της αιτήτριας αγόρευσε και προφορικά και γραπτώς. Οι θέσεις του περιστράφηκαν γύρω από τις πρόνοιες των αρ. 211(ε) και 212(α) ειδικότερα ως προς το ότι, στην περίπτωση που αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 212, όπως την παρούσα, το Δικαστήριο δεν κέκτηται διακριτικής ευχέρειας να αποστεί της εκκαθάρισης της εταιρείας, ενώ σε περίπτωση που ικανοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 211, το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης αν πιστοποιήσει αφερεγγυότητα της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(ε) και χωρίς να συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 212. Ως προς το θέμα της «αδιαμφισβήτητης» οφειλής, ο συνήγορος επικεντρώθηκε στην αρχή ότι μόνο «εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται ... (αίτηση εκκαθάρισης)» (βλ. Χατζηγιάννης Ανδρέας ν. C J Kyprianou Promotions Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 991 και τις αυθεντίες στις οποίες η εν λόγω απόφαση παραπέμπει καθώς και Palmer's Company Law, 21st Ed, pg 738 και Pennington's Company Law, 4th ed. pg.679). Υποστήριξε συναφώς ο συνήγορος ότι, τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι η εταιρεία, καμία πρόθεση είχε να αμφισβητήσει την συγκεκριμένη οφειλή, αφού ούτε αντέδρασε μετά που ειδοποιήθηκε για την απαίτηση της αιτήτριας με την επιστολή «τερματισμού» και απαίτησης ολόκληρου του υπολοίπου του δανείου αλλά ούτε και εμφανίστηκε στη διαδικασία για να ενστεί στην υπό κρίση αίτηση. Συνεπεία τούτου, υποστήριξε ο συνήγορος, η οφειλή προς την αιτήτρια θα πρέπει να θεωρηθεί ως αδιαμφισβήτητη. Με κάθε σεβασμό προς τις ανωτέρω θέσεις του συνηγόρου θα πρέπει να επισημάνω από αυτό το στάδιο, τα εξής σχετικά. Α. Μη εμφάνιση εταιρείας Η μη εμφάνιση της εταιρείας στη αίτηση εκκαθάρισης, δεν συνιστά αυτόματα και απόδειξη ότι η ισχυριζόμενη οφειλή είναι ορθή και αδιαμφισβήτητη (undisputed). Αυτό ακριβώς, είναι συμπέρασμα, που μπορεί να εξαχθεί, σε διαδικασία πολιτικής αγωγής, δυνάμει ειδικής διάταξης ήτοι της Δ.17. Άλλωστε, ας μη μας διαφεύγει ότι σε μια αίτηση εκκαθάρισης, αυτό που απασχολεί το Δικαστήριο ως προς το ύψος της οφειλής, είναι μόνο το αν υπερβαίνει το όριο που θέτει ο Νόμος και όχι το ακριβές οφειλόμενο ποσό (Re Tweeds Garages Ltd [1962] Ch 406). Αυτό που συνεπάγεται η μη εμφάνιση της εταιρείας στην αίτηση εκκαθάρισης, είναι απλά ότι, οι ισχυρισμοί του αιτητή παραμένουν αναντίλεκτοι. Το αν όμως οι εν λόγω ισχυρισμοί, όντως ικανοποιούν τις προϋποθέσεις των αρ.211 και 212, βάρος που παραμένει πάντα στους ώμους του αιτητή, είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Όπως αναφέρεται και στη σελ.677 του συγγράμματος Pennington που με παρέπεμψε ο συνήγορος, «πιστωτής» που έχει δικαίωμα να καταχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης, είναι κάποιος που μπορεί να εκτελέσει το δικαίωμα του εναντίον της εταιρείας μέσω αγωγής για χρέος (enforce his claim by an action of debt) και όχι κάποιος που απλά έχει δικαίωμα αγωγής εναντίον της εταιρείας για μη εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις στη βάση παράβασης συμφωνίας ή διάπραξης αστικού αδικήματος ή σε αποκατάσταση (restitution). Στη τελευταία αυτή περίπτωση, μόνο με την εξασφάλιση προηγούμενης δικαστικής απόφασης, το ισχυριζόμενο χρέος μπορεί να θεωρείται ως αποκρυσταλλωμένο και «αδιαμφισβήτητο» εφόσον πλέον, είναι εξ' αποφάσεως χρέος (judgment debt). Β. Στάση της εταιρείας ως προς το ισχυριζόμενο χρέος Η ειδοποίηση στην οποία αναφέρεται ο συνήγορος ότι δόθηκε αρχικά στην εταιρεία, περί τερματισμού του δανείου συνεπεία παράβασης ουσιώδους όρου και κήρυξης ολόκληρου του υπολοίπου άμεσα απαιτητού (Τεκ.23), φαίνεται να παραλήφθηκε από την εταιρεία, σύμφωνα με την ειδοποίηση της εταιρείας DHL (Τεκ.24), στις 06/08/17 ήτοι μετά που επιδόθηκε η γραπτή απαίτηση πληρωμής και μόλις λίγες μέρες πριν καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση. Αν και η εν λόγω απόδειξη παραλαβής, περιλήφθηκε μεταξύ των 25 τεκμηρίων που προσκομίστηκαν, εντούτοις, καμία αναφορά γίνεται, είτε στην αίτηση είτε στην ένορκη δήλωση που φαίνεται να τη συνοδεύει, ως προς την ακριβή ημερομηνία παραλαβής. Αντίθετα, οι επί του προκειμένου αναφορές, περιορίζονται μόνο στην ημερομηνία σύνταξης της επιστολής ήτοι 6/6/17, ημερομηνία η οποία σε κάθε περίπτωση, αναγράφεται χειρόγραφα στην επιστολή. Η θέση επομένως του συνηγόρου ότι, στην παρούσα περίπτωση, η μη αντίδραση της εταιρείας, σε προηγούμενη απαίτηση πληρωμής της αιτήτριας, συνιστά απόδειξη ότι η εταιρεία δεν αμφισβητεί την οφειλή, αν και νομικά βάσιμη, στερείται πραγματικού (factual) ερείσματος.[2] Θα πρέπει όμως επίσης να σημειωθεί ότι, η γραπτή απαίτηση πληρωμής που επιδόθηκε στην εταιρεία, τουλάχιστο 21 μέρες πριν την υποβολή της παρούσας αίτησης, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς περί παράβασης της συμφωνίας και απαίτησης ολόκληρου του υπόλοιπου του δανείου και των τόκων και παραθέτει τα αξιούμενα ποσά. Γ. Όγκος και πολυπλοκότητα της προσκομισθείσας μαρτυρίας Απαντώντας στο ερώτημα του Δικαστηρίου γιατί κρίθηκε αναγκαία η παράθεση του όγκου αυτού της μαρτυρίας, που εκτείνεται μάλιστα και σε αλλοδαπό δίκαιο, ο συνήγορος ανέφερε ότι αν και κάποιο μέρος της μαρτυρίας προσκομίσθηκε εκ του περισσού, εντούτοις είναι για να καλύψει όλα τα ενδεχόμενα σε περίπτωση που η εταιρεία επέλεγε να εμφανιστεί και να αμφισβητήσει την αίτηση. Πέραν του ότι η θέση αυτή του συνηγόρου αντικρούει την προηγούμενη θέση του ότι ο λόγος που καταχωρήθηκε αίτηση εκκαθάρισης αντί αγωγής, είναι επειδή υπήρχε η εύλογη πεποίθηση ότι η εταιρεία δεν αμφισβητεί την οφειλή της, την ίδια στιγμή, η πρακτική να παρατίθενται όγκοι εγγράφων και μαρτυρίας και μάλιστα εκ του περισσού, για να καλύψουν κάθε ενδεχόμενο αμφισβήτησης, βάσιμης ή μη, όχι μόνο περιπλέκει τη διαδικασία αλλά τις περισσότερες φορές, τείνει να συσκοτίσει παρά να διαφωτίσει το Δικαστήριο (βλ. ενδεικτικά COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG κ.α. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27/2/2015) Ως προς τις συνέπειες που οι πιο πάνω διαπιστώσεις συνεπάγονται για την τύχη της αίτησης, θα αναφερθώ πιο κάτω στην απόφαση μου. Για να γίνει αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο κρίθηκε αναγκαία η ενασχόληση με τα υπό εξέταση θέματα, αναφορά θα πρέπει να γίνει τόσο στη φύση όσο και στη διαδικασία που ακολουθείται σε μια αίτηση εκκαθάρισης. ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΙΤΗΣΗΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ Δεν προτίθεμαι να ενδιατρίψω σε βάθος στην πλούσια κυπριακή και αγγλική νομολογία επί του του θέματος. Από τον όγκο όμως παρόμοιων υποθέσεων που επιλαμβάνομαι καθημερινά και των θεμάτων που προκύπτουν, ιδιαίτερα ως προς τη διαδικαστική πτυχή του θέματος, θεωρώ ορθό όπως, συνοψίσω τις αρχές που προκύπτουν τόσο από τις προαναφερόμενες αποφάσεις, συγγράμματα και νομοθετικές πρόνοιες όσο και από τις αποφάσεις Re a Company No. 006685 of 1996 [1997] B.C.C. 830, Macplant Services Ltd v. Contract Lifting Services (Scotland) Ltd [2008] ScotCS CSOH_158 (12 November 2008), Citigate Dewe Rogerson Ltd v Artaban Public Affairs SPRL [2009] EWHC 1689 (Ch) (30 June 2009) και YELL.COM v. Internet Business Centres Ltd [2002] ScotSC 203 (29 October 2002) οι οποίες συνάδουν πλήρως με τα λεχθέντα στις KMC MOTORS ν. JOREPHANCO TRADING
(1984)1 CLR 390, Karaoglanian & Sons Ltd. v. Karaoglanian and Another
(1976)12 J.S.C. 1875, Κασπαρής Σάββας Ιωάννη
(2013)1 ΑΑΔ 2476, Εταιρική Αίτηση 259/89 Επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28.5.1990 και Αρ. αίτησης 552/07, αναφορικά με την εταιρεία ALKΙS HADJIKYRIAKOS (FROU FROU BISCUITS) PUBLIC LTD, Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, 13/2/2009. Παραθέτω τις εν λόγω αρχές: · Αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας από το Δικαστήριο δυνάται να υποβληθεί, μεταξύ άλλων, από την εταιρεία, πιστωτή της εταιρείας, περιλαμβανομένου οποιουδήποτε ενδεχόμενου ή μελλοντικού πιστωτή ή από συνεισφορέα. (βλ. αρ.213). Ως προς τις έννοιες «πιστωτής» και «ενδεχόμενος πιστωτής», βλ. Σπανού Έφη M ν. GIP Constructions Limited
(1999)1 ΑΑΔ 315 και ως προς την έννοια συνεισφορέας βλ. επιφύλαξη αρ. 213 και Mιχαήλ Xριστάκης και Άλλοι ν. Eπίσημου Παραλήπτη και Άλλου
(1999)1 ΑΑΔ
- · Η αίτηση υποβάλλεται με ΑΝΑΦΟΡΑ - PETITION και πρέπει να εδράζεται σε μία ή περισσότερες από τις πρόνοιες του αρ.211, στο βαθμό βέβαια, που ο προτιθέμενος συνδυασμός δεν αλληλοσυγκρούεται. Οι εν λόγω πρόνοιες είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες του αρ.222 του Companies Act
- · Οι κανονισμοί που διέπουν την αίτηση είναι πρωτίστως οι Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί του 1933 και οι περί Εταιρειών Κανονισμοί του
- · Οι Περί Εταιρειών Κανονισμοί 1951 που εφαρμόζονται στη Κύπρο είναι σχεδόν πανομοιότυποι με την παλαιά RSC Ο.102 των Κανόνων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (Rules of the Supreme Court), που θεσπίστηκε στην βάση του Companies Act
- · Εν τη απουσία ρητής διαδικαστικής πρόνοιας στους Κανονισμούς 1933 για συγκεκριμένο θέμα που αφορά σε εκκαθάριση, εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και όχι οι Πτωχευτικοί Κανονισμοί. (βλ. Κ 92 Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί 1933 και KMC Motors ανωτέρω). · Σύμφωνα με τον Κ.3 των Κανονισμών 1951, αν δεν γίνεται ούτε στους Θεσμούς σχετική διαδικαστική πρόνοια, καθοδήγηση τότε, αντλείται από την πρακτική και διαδικασία που ισχύει στα Δικαστήρια στην Αγγλία. Αναφέρω εδώ τη λέξη «καθοδήγηση», διότι όπως έχει κριθεί, εν τη απουσία νομοθετικής ρύθμισης, οι αγγλικοί Companies (Winding-up) Rules 1949, δεν εφαρμόζονται στην Κύπρο, σε σχέση, τουλάχιστο με την επιβολή των εκεί αναφερόμενων «θέσμιων» υποχρεώσεων. (βλ. KMC MOTORS και Karaoglanian ανωτέρω). · Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται και υποστηρίζεται η αίτηση εκκαθάρισης δεν προνοείται ούτε στους Κανονισμούς 1933 και 1951, ούτε στους Θεσμούς. Επομένως, «γεννάται η ανάγκη αναζήτησης βοήθειας από την αγγλική πρακτική» (βλ. Frou-Frou, Κασπαρής και Demades και ανωτέρω) · Η αίτηση, η οποία θα πρέπει να αναφέρει στο σώμα της τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται, θα πρέπει να υποστηρίζεται από «βεβαιωτική» ένορκο δήλωση ή αλλιώς θέσμια ένορκο δήλωση (statutory affidavit), η οποία είναι τυπική, περιορίζεται δε σε επιβεβαίωση των όσων αναφέρονται στην αίτηση και ουσιαστικά, μέχρι την καταχώρηση οποιασδήποτε ένστασης και παράθεσης υποστηρικτικών της ένστασης γεγονότων, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη των όσων αναφέρονται στην αίτηση και είναι, υπό κανονικές συνθήκες, επαρκής για να εγκριθεί η αίτηση. (βλ. Pennington σελ. 698). Ο λόγος που η δήλωση είναι τυπική είναι διότι σε εκείνο το στάδιο, ο αιτητής δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να γνωρίζει, αν και πώς η αίτηση του θα αμφισβητηθεί και στη βάση ποιων γεγονότων. · Η αίτηση επιδίδεται τουλάχιστο στον Έφορο, στην καθ' ης η αίτηση εταιρεία και σε κάποιες περιπτώσεις, στους μετόχους της εταιρείας, αν τέτοιοι μέτοχοι επηρεάζονται και προσωπικά από την αίτηση (βλ. SLAWOMIR DZIDUCH ν. SLAWOMIR KOPKA κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A298, Πολιτική Έφεση Αρ. 267/2011, 15/9/2017). · Αν η καθ' ης η αίτηση εταιρεία επιθυμεί να ενστεί στην αίτηση, εμφανίζεται στο Δικαστήριο και καταχωρεί την ένσταση της με υποστηρικτική ένορκο δήλωση όπου παραθέτει τα γεγονότα που κατά την άποψη της συγκλίνουν υπέρ της απόρριψης της αίτησης. · Ο αιτητής έχει δικαίωμα απάντησης (reply) στους εν λόγω ισχυρισμούς, επίσης μέσω ένορκης δήλωσης, η οποία θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στα όσα έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση με την ένσταση (βλ. Frou - Frou ανωτέρω). · Αν η αίτηση έχει υποβληθεί από ενδεχόμενο ή μελλοντικό πιστωτή το Δικαστήριο δεν ορίζει ημερομηνία για ακρόαση της αίτησης μέχρι να δοθεί τέτοια εγγύηση για έξοδα που το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και μέχρι να αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για εκκαθάριση προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου (βλ.επιφύλαξη (γ) αρ.213). · Ο γενικός κανόνας που διέπει μια αίτηση εκκαθάρισης στη βάση ανικανότητας πληρωμής χρεών είναι βέβαια ότι, «...η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. (Βέβαια).... δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος ... Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης» (βλ. Χατζηγιάννη και Σπανού ανωτέρω) Με τον εν λόγω κανόνα κατά νου, η ακρόαση αίτησης εκκαθάρισης γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί (βλ. Κασπαρής ανωτέρω). Αν και υπάρχει το περιθώριο προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας και αυτό αποκλειστικά στα πλαίσια αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, εντούτοις, αυτή πρακτική θα πρέπει να ασκείται με περισσή φειδώ εφόσον ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται μια αίτηση εκκαθάρισης, αν και προσομοιάζει με τη διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης στη βάση της Δ.18, δεν υποκαθιστά και ούτε αποσκοπεί στην ίδια κατάληξη με την εν λόγω Διάταξη, ήτοι στην έκδοση απόφασης επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. (βλ. Re a Company No. 0012209 of 1991 reported in [1992] 1 WLR 351 υπό Hoffmann J . at p. 354 και Re a Company No. 006685 of 1996 υπό Chadwick J: «But if, as in this case, it appears that the defence has a prospect of success and the company is solvent, then I think that the court should give the company the benefit of the doubt and not do anything which would encourage the use of the Companies Court as an alternative to the R.S.C., Ord. 14 procedure.» (Re a Company No. 0012209) «I do not find, in that passage, any suggestion that the court, on an application of this nature, is not obliged to consider whether on the evidence before it there is indeed a dispute on substantial grounds; even if, in performing that task, it may be engaged in much the same exercise as that which would be required of a court faced with an application for summary judgment under O.14 (Re a Company No. 006685) · Όπως όμως και με τη Δ.18 (βλ. Λαζάρου Eυάγγελος και Άλλη ν. Γιάννη Π. Mακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817), έτσι και σε μια αίτηση εκκαθάρισης, η ανάγκη για αντεξέταση μαρτύρων, λόγω διαπίστωσης ύπαρξης, πληθώρας, καλόπιστα (bona fide) αμφισβητούμενων γεγονότων, η ορθότητα των οποίων, μόνο μέσω αντεξέτασης και συναφούς ενδελεχούς αξιολόγησης μπορεί να εξακριβωθεί, αποτελεί ένδειξη ότι η διαδικασία επιχειρείται να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας κάτι που σφραγίζει και την τύχη της αίτησης. (βλ. Σπανού ανωτέρω και τις προαναφερόμενες αγγλικές αυθεντίες) · Βεβαίως όμως, όπως αναφέρει και ο Chadwick J στην Re a Company No. 006685 of 1996, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτησης εκκαθάρισης, θα χρειαστεί να προχωρήσει να εξετάσει και ίσως αποφασίσει, επί της διαφοράς των μερών, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται και καθήκον επίλυσης της διαφοράς των μερών, κάτι που μόνο στα πλαίσια κανονικής αγωγής μπορεί να γίνει, όπου οι μάρτυρες αντεξετάζονται και αξιολογούνται. Κάτι τέτοιο, θα ήταν εκτός των δικονομικών ορίων και παραμέτρων της συνοπτικής φύσης που χαρακτηρίζει τη διαδικασία της αίτησης εκκαθάρισης. · Την ίδια στιγμή όμως δεν θα πρέπει να αγνοούνται και τα όσα αναφέρθηκαν υπό Oliver J στην Re Claybridge Shipping Company SA [1981] Com LR 107 ήτοι ότι είναι εύκολο για μια οφειλέτιδα εταιρεία να επιχειρήσει να «θολώσει το τοπίο» εγείροντας με την ένορκη δήλωση της ένα «νέφος αμφισβητήσεων» (a cloud of objections on affidavits) ούτως ώστε να ισχυριστεί ότι υπάρχει ανάγκη για αντεξέταση και άρα η αίτηση εκκαθάρισης θα πρέπει να απορριφθεί αφού τα «αμφισβητούμενα» θέματα θα πρέπει να επιλυθούν σε διαδικασία αγωγής. Τέτοια προσπάθεια όμως δεν δύναται να επιτραπεί. (βλ. Χατζηγιάννη ανωτέρω). · Η πιο πάνω διαδικασία, δεν περιορίζεται μόνο στις αιτήσεις εκκαθάρισης που εδράζονται σε ανικανότητα πληρωμής χρεών, αλλά εκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις που υποβάλλεται αίτηση εκκαθάρισης και αυτό λόγω των προαναφερόμενων «δικονομικών ελλείψεων και περιορισμών» του «εταιρικού» Δικαστηρίου. Άλλωστε, ακόμα και αυτές οι περιπτώσεις όπου μια εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί στη βάση δόλου ή καταπίεσης, έχουν περιοριστεί από τη νομολογία, κατά τρόπο που ουσιαστικά μπορούν και θα πρέπει να αποδειχτούν μόνο με έγγραφη μαρτυρία (documentary evidence)(βλ. Palmer's pg 741). Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι, και σε αυτές τις περιπτώσεις, η νομολογία επιβάλλει την καταχώρηση αγωγής όταν τα θέματα που εγείρονται, δεν μπορούν να επιλυθούν συνοπτικά και θα πρέπει να επιλυθούν από Δικαστήριο γεγονότων (βλ. Κουή ν. Πυριλλή και άλλων
(2004)1 Α.Α.Δ. 136). Στη βάση των πιο πάνω, συνάγεται ότι, η ορθή διαδικαστική προσέγγιση μιας αίτησης εκκαθάρισης, είναι αυτή που αναφέρει ο Λόρδος Hodge στις παρ. 6 -10 της Macplant ανωτέρω, υιοθετώντας τα όσα αναφέρθηκαν υπό Chadwick J στην Re a Company No. 006685 of 1996, απόφαση η οποία υιοθετήθηκε από την μεταγενέστερη αγγλική και σκωτσέζικη νομολογία (βλ. Citigate και YELL.COM ανωτέρω) και εν πάσει περιπτώσει συνάδει και με την κυπριακή νομολογία. Τη συνοψίζω: Η αίτηση αποφασίζεται στη βάση των γεγονότων που αποκαλύπτουν οι αντίστοιχα καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις. Αν η μαρτυρία του αιτητή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των άρθρων 211, 212 και 213 Κεφ.213, το θέμα λήγει εκεί. Αν όμως, αίτηση και ένορκη δήλωση, αποκαλύπτουν επαρκή μαρτυρία για να εγκριθεί η αίτηση, τότε το «βάρος», ουσιαστικά μετατίθεται στην εταιρεία, να αποδείξει εύλογη και καλόπιστη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους (bona fide dispute of the debt). Αν η εταιρεία εγείρει με την ένσταση της, ισχυρισμούς για να αμφισβητήσει το χρέος, το Δικαστήριο, στα πλαίσια του καθήκοντος του να εξετάσει κατά πόσο όντως πρόκειται για «γνήσια αμφισβήτηση», δεν εμποδίζεται ούτε και μπορεί να αρνηθεί να αποφασίσει το ερώτημα κατά πόσο όντως υπάρχουν ουσιώδεις (substantial) λόγοι για την αμφισβήτηση. Μάλιστα δε, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε έκφραση δικαστικής κρίσης ως προς το κατά πόσο, με βάση τη προσκομισθείσα μαρτυρία, όντως υπάρχει βάσιμη αμφισβήτηση του χρέους. Αυτό όμως που δεν μπορεί και δεν θα πρέπει να πράξει το Δικαστήριο, έστω και αν η «διαχωριστική» γραμμή είναι λεπτή, είναι να διαγνώσει τα επίδικα θέματα και κατ' επέκταση τα ουσιαστικά δικαιώματα των μερών. Αν η έγγραφη μαρτυρία της εταιρείας, δεν αποκαλύπτει τέτοια βάσιμη αμφισβήτηση, τότε καμία περαιτέρω διερεύνηση απαιτείται. Η αντεξέταση μαρτύρων, θα πρέπει να αποφεύγεται. Αν όμως, οι αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, παρουσιάζονται να είναι το ίδιο αξιόπιστες και ικανοποιούν, «εκ πρώτης όψεως», το αντίστοιχο βάρος που η κάθε πλευρά έχει, το Δικαστήριο μπορεί, σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, να επιτρέψει περιορισμένη αντεξέταση επί των συγκεκριμένων θεμάτων που προκύπτουν και αυτό υπό την επιφύλαξη πάντοτε, του κανόνα ότι, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως βάσιμης και καλόπιστης αμφισβήτησης που ενδεχομένως να δημιουργεί την ανάγκη αντεξέτασης, οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης. Αν πάλι, κατόπιν εξέτασης και κατανόησης της γραπτής μαρτυρίας, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι, η μαρτυρία της μιας πλευράς «...is simply incredible...», τότε το θέμα δεν χρίζει περαιτέρω εξέτασης ή διαδικασίας. Με γνώμονα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι, η καταχώρηση μιας αίτησης εκκαθάρισης στη βάση γεγονότων και δη πολύπλοκων και εκτενών, που δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί με προηγούμενη απόφαση Δικαστηρίου ή που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης κατ' εφαρμογή νομοθετικών προνοιών ή νομολογιακών αρχών (π.χ ακάλυπτη επιταγή, γραμμάτιο συνήθους τύπου, γραπτή αναγνώριση χρέους κλπ), αν και δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από του να την εξετάσει και εν τέλει εγκρίνει, αυξάνει το ενδεχόμενο να οδηγήσει σε διαπίστωση εύλογης και γνήσιας αμφισβήτησης, σε περίπτωση καταχώρησης ένστασης, και κατ' επέκταση, απόρριψη της αίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, προχωρώ να εξετάσω τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς αιτήτριας. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Υπενθυμίζω ότι, εν τη απουσία ένστασης από πλευράς της εταιρείας, οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, περί συμφωνίας δανείου, εκχώρησης δικαιωμάτων, παράβασης συμβατικού όρου, δικαιώματος άμεσης και πλήρους ανάκτησης του υπολοίπου και των τόκων και ύπαρξης συγκεκριμένου οφειλόμενου υπολοίπου και τόκων που υπερβαίνει το όριο που θέτει ο Νόμος, παρέμειναν αναντίλεκτοι. Δεν παραγνωρίζω ότι, η πρώτη επιστολή «τερματισμού», με την οποία κηρύχθηκε απαιτητό το υπόλοιπο του δανείου, παραλήφθηκε από την εταιρεία, μετά που επιδόθηκε η «γραπτή απαίτηση» για το επίμαχο ποσό και 11 μέρες πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Την ίδια στιγμή όμως, δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε στην επίμαχη συμφωνία δανείου, που να απαιτεί, προτού καταστεί άμεσα απαιτητό οποιοδήποτε ποσό, τη συμμόρφωση με κάποια χρονική προθεσμία αποστολής ειδοποίησης, ούτε και έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο, αφού, η εταιρεία επέλεξε να μην εμφανιστεί. Αναντίλεκτα επομένως παρέμειναν, και τα όσα αναφέρονται στην γραπτή απαίτηση που επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, ήτοι ότι το δάνειο έχει τερματιστεί και ότι το συγκεκριμένο υπόλοιπο του πλέον τόκους, είναι άμεσα απαιτητό και πληρωτέο. Επομένως, παρά την «εικόνα αγωγής» στην οποία παραπέμπει η παρούσα αίτηση, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι, η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει εκ πρώτης όψεως, τις προνοούμενες στα αρ. 211(ε) και 212(α) του Κεφ.113, προϋποθέσεις. Διαφορετική ίσως να ήταν η κατάληξη μου όμως, αν προέκυπτε αμφισβήτηση, είτε ως προς το δικαίωμα της αιτήτριας να τερματίσει το δάνειο, είτε ως προς την απαίτηση του συγκεκριμένου ή οποιουδήποτε άλλου ποσού δυνάμει της συμφωνίας και επαρκή προς τούτο στοιχεία παρουσιάζονταν. Επί τούτου όμως δεν θα επεκταθώ. Προτού όμως προχωρήσω να ορίσω την αίτηση για απόδειξη και δώσω οδηγίες για δημοσίευση της, προέχει η θεραπεία των παρατυπιών που έχουν διαπιστωθεί ανωτέρω σε σχέση με τη νομική βάση της αίτησης και τις ένορκες δηλώσεις που παρουσιάζονται να τη συνοδεύουν. Κρίνω ότι η αίτηση, προτού να μπορέσει να συνεχίσει η διαδικασία, θα πρέπει να τροποποιηθεί, έτσι ώστε, στο κυρίως σώμα της αίτησης, να αναφέρονται ρητά τα αρ.211(ε) και 212(α) επί των οποίων αυτή πραγματικά εδράζεται και παράλληλα, να γίνεται παραπομπή στις ένορκες δηλώσεις Kreneva και Ηρακλέους (μετάφραση) που παρουσιάζονται να την υποστηρίζουν. Ως εκ τούτου, δίδονται οδηγίες όπως τροποποιημένη αίτηση ως αναφέρεται ανωτέρω, καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Νοουμένου ότι η αιτήτρια συμμορφωθεί με τις ανωτέρω οδηγίες, η αίτηση ορίζεται για απόδειξη στις 10/1/18 και ώρα 0930 και δίδονται επίσης οδηγίες όπως η τροποποιημένη αίτηση δημοσιευτεί στην Eπίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε μία εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας, τουλάχιστο 7 καθαρές μέρες προηγουμένως. Η παρούσα απόφαση να συνταχθεί μόνο μετά την παρουσίαση πιστού αντιγράφου της καταχωρηθησόμενης τροποποιημένης αίτησης. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση Εκκαθάρισης - Διαδικασία [1] Αναφορικά με την αναγκαιότητα εξειδίκευσης σε μια αίτηση εκκαθάρισης, των συγκεκριμένων παραγράφων των άρθρων 211 και 212 επί των οποίων η αίτηση εδράζεται, σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στις υποθέσεις Pan-Aman Hotels Limited ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1 ΑΑΔ 1796 και C Phasarias (Automοtive Centre) Ltd ν. Eταιρεία Σκυροποιΐας "Λεωνίκ" Λτδ,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1457. Αναφορικά με τη σημασία που έχει για την τύχη μιας αίτησης, η ορθή παραπομπή σε υποστηρικτική ένορκο δήλωση, σχετικές είναι οι αποφάσεις Διαχειριστικού Συμβουλίου Εμπορικής Σχολής «Μιτσή» Λεμύθου ν. Venere Entertainment Ltd, Αγ. Αρ. 3494/10, 23 Φεβρουαρίου, 2011 (υπό Λ. Παρπαρίνο ΠΕΔ ως ήταν τότε) και North Financial Overseas Corp. ν. Trellas Enterprises Limited κ.α., Αρ. Αίτησης: 1037/2014, 16/3/2015 (υπό Τ. Καρακάννα ΠΕΔ). [2] Ως προς το ότι η παράλειψη συμμόρφωσης με επανειλημμένες απαιτήσεις πληρωμής δύναται να θεωρηθεί ως δυνατή μαρτυρία περί ανικανότητας πληρωμής χρεών (βλ. Palmers ανωτέρω σελ. 738) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο