← Κύπρος

Εκκλησία Αγίου Νικολάου Παλώδιας ν. Αναστάση Πολυδώρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1605/2017, 4/12/2017

Εκκλησία Αγίου Νικολάου Παλώδιας ν. Αναστάση Πολυδώρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1605/2017, 4/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A377 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1605/2017 Εκκλησία Αγίου Νικολάου Παλώδιας Ενάγοντες -V-

  1. Αναστάση Πολυδώρου
  2. Σοφρωνία Πολυδώρου
  3. Κατερίνα Πασσιά
  4. Βασίλης Πολυδώρου Εναγόμενοι --------------------------------------------- Αίτηση Εναγόντων Αιτητών για προσωρινό διάταγμα ημερ. 28/06/2017 Ημερομηνία: 4 Δεκεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα. Σ. Στυλιανού για Κώστα Τσιρίδη & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1-4/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Καΐκκης για Χ.Σ. Χριστοφόρου ΔΕΠΕ ΕΝΙΔΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας είναι το βάσιμο της δια κλήσεως αίτησης που καταχώρησαν οι ενάγοντες στις 28/6/17 για προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους από του να επεμβαίνουν ή να εισέρχονται στο ακίνητο τους χωρίς την προηγούμενη άδεια τους. Κρίνω κατ' αρχή σκόπιμο να παραθέσω μια σύνοψη του ιστορικού της διαδικασίας της υπόθεσης, από την καταχώρηση της μέχρι και σήμερα. Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρησαν την 1/6/17, οι ενάγοντες, στη βάση κατ' ισχυρισμό παράνομης επέμβασης των εναγομένων στο ακίνητο τους (εφ' εξής το ακίνητο), αξιώνουν εναντίον των τελευταίων, απαγορευτικά διατάγματα και αποζημιώσεις. Σημειώνεται ότι οι ενάγοντες, αρχικά περιγράφονταν στον τίτλο της αγωγής, ως ο «Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Παλώδιας δια της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Αυτού». Μετά όμως που καταχωρήθηκε εμφάνιση από τους εναγόμενους, κάμνωντας χρήση της «μίας ευκαιρίας» που τους παρέχουν οι πρόνοιες της «νέας» Δ.25, οι ενάγοντες τροποποίησαν μονομερώς και άνευ αδείας του Δικαστηρίου το κλητήριο ένταλμα και άλλαξαν την περιγραφή τους σε «Εκκλησία του Αγίου Νικολάου Παλώδιας». Σύμφωνα με την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, το επίμαχο ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγόντων είναι τεμάχιο αρ.755, Φ/Σχ. 54/17, Τμήμα 0, τοποθεσία Σόπεδα, στην Κοινότητα Παλώδιας στη Λεμεσό ενώ η κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση των εναγομένων, από την οποία, ως είναι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων προκλήθηκε ζημιά ύψους €500, τοποθετείται χρονικά να έλαβε χώρα στις 19/5/
  5. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής την 1/6/17, οι ενάγοντες, με σχετική αίτηση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του ταμία τους, Γ. Γεωργίου, επιχείρησαν να εξασφαλίσουν μονομερώς, πανομοιότυπο με το αιτούμενο, στην παρούσα αίτηση, προσωρινό διάταγμα, που να απαγορεύει στους εναγόμενους από του να επεμβαίνουν ή να εισέρχονται στο ακίνητο τους χωρίς την προηγούμενη άδεια τους. Το αίτημα τους αυτό, δεν εγκρίθηκε μονομερώς και το Δικαστήριο διέταξε όπως η αίτηση επιδοθεί στους εναγόμενους. Με την επίδοση της αγωγής και της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, οι εναγόμενοι αντέδρασαν και αφού καταχώρησαν μέσω δικηγόρου σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση στην αίτηση των εναγόντων. Αν και τους δόθηκε ο αιτούμενος χρόνος και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 26/6/17, οι εναγόμενοι επέλεξαν όπως, αντί ένστασης, καταχωρήσουν αίτηση στις 23/6/17, για απόρριψη και/ή παραμερισμό και/ή ακύρωση τόσο της αίτησης των εναγόντων όσο και της αγωγής. Η αίτηση των εναγομένων ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για ακρόαση, στις 2/10/
  6. Στην αίτηση τους αυτή, οι εναγόμενοι πρόβαλλαν μεταξύ άλλων ότι, τόσο η αγωγή όσο και η αίτηση των εναγόντων, είχαν καταχωρηθεί από λανθασμένο πρόσωπο, ισχυριζόμενοι ότι η ιδιότητα των τελευταίων, ως αυτή εμφαίνετο στον τίτλο της υπόθεσης, αφ' ενός δεν σύνηδε με τους τίτλους ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου που ίδιοι οι ενάγοντες είχαν καταχωρήσει με την αίτηση τους και αφ' ετέρου ότι, με βάση τον καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου, δεν συνιστούσε ιδιότητα με την οποία οι ενάγοντες νομιμοποιούντο να καταχωρήσουν την οποιαδήποτε αγωγή. Με την επίδοση της αίτησης των εναγομένων στους ενάγοντες, οι τελευταίοι προέβηκαν στη μονομερή τροποποίηση του τίτλου της αγωγής που ανέφερα πιο πάνω. Μαζί με το τροποποιημένο κλητήριο, οι ενάγοντες καταχώρησαν και τροποποιημένη αίτηση για προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, πανομοιότυπη με την ήδη καταχωρηθείσα αίτηση, η οποία συνοδευόταν από ανυπόγραφο αντίγραφο της ένορκης δήλωσης Γεωργίου και δεν περιλάμβανε οποιαδήποτε τεκμήρια. Προφανώς, πρόθεση των εναγόντων ήταν απλά να καταχωρήσουν την τροποποιημένη, ως προς τον τίτλο, «εκδοχή» της υφιστάμενης τους αίτησης. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι, τόσο στην τροποποιημένη αίτηση τους όσο και στο εκεί επισυνημμένο ανυπόγραφο αντίγραφο της ένορκης δήλωσης Γεωργίου, αναφέρετο ως ημερομηνία καταρτισμού της εν λόγω δήλωσης ο Μάιος 2017 αντί η 1η Ιουνίου 2017 που ήταν και η ημερομηνία καταρτισμού της πρωτότυπης δήλωσης Γεωργίου. Απόρροια των πιο πάνω, ήταν να υπάρχουν στο φάκελο του Δικαστηρίου, η αίτηση των εναγόντων ημερ. 1/6/17 με την υποστηρικτική της ένορκη δήλωση ημερ. 1/6/17, η τροποποιημένη εκδοχή της εν λόγω αίτησης, χωρίς τεκμήρια και με αντίγραφο της ίδιας ένορκης δήλωσης, με προγενέστερη όμως ημερομηνία και μία άλλη αίτηση, αυτή των εναγομένων για παραμερισμό και ακύρωση, η οποία όμως, συνεπεία της μονομερούς τροποποίησης του κλητηρίου, ουσιαστικά απώλεσε, ενόσω εκκρεμούσε η εκδίκαση της, το πραγματικό (factual) υπόβαθρο της. Υπό αυτά τα δεδομένα, οι διάδικοι προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 26/6/17 που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση των εναγόντων για προσωρινό διάταγμα και εν τέλει αποφάσισαν όπως ζητήσουν άδεια και αποσύρουν άνευ βλάβης όλες τις αιτήσεις τους, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε από τον αδελφό Δικαστή που επιλήφθηκε τότε των αιτήσεων. Σε αυτό το στάδιο και προχωρήσω με την απόφαση μου, θεωρώ σκόπιμο να σχολιάσω την αναφορά που κάμνει η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων στην τελευταία πρόταση της 2ης παραγράφου της γραπτής της αγόρευσης για σκοπούς της παρούσας αίτησης, όπου ενώ παραθέτει το ιστορικό της διαδικασίας, αφήνει σοβαρές αιχμές κατά του αδελφού Δικαστή που επιλήφθηκε τότε της υπόθεσης, αναφέροντας ότι η απόσυρση των αιτήσεων στις 26/6/17, έγινε «...μετά από πιέσεις...». Πέραν του ότι είναι λυπηρό να γίνονται τέτοιου είδους δηλώσεις, χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση, από δικηγόρους - συλλειτουργούς της δικαιοσύνης, ούτε ο τρόπος που επέλεξε η συνήγορος να προβεί στην εν λόγω δήλωση είναι σωστός, ήτοι στην γραπτή της αγόρευση και χωρίς οποιοδήποτε εμφανή νομικό σκοπό, παρεμβάλλοντας και αναμιγνύοντας την, με την παράθεση του ιστορικού της διαδικασίας και την υπόλοιπη επιχειρηματολογία. Τα όσα ανέφερε ο Λιάτσος Δικαστής στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΠΑΥΛΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 320/2015, 25/5/2016 με καλύπτουν πλήρως: «Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η πιο πάνω συμπεριφορά και μας προκαλεί δυσάρεστη έκπληξη το γεγονός ότι με τόση ευκολία και εντελώς αδικαιολόγητα προσάπτεται τέτοια μομφή σε Δικαστή. Μας είναι δύσκολο να εντοπίσουμε χειρότερη κατηγορία εις βάρος δικαστικού λειτουργού από αυτή της αμφισβήτησης της εντιμότητας, αμεροληψίας και ανεξαρτησίας του. Υπό το πρίσμα αυτό, η απόδοση τέτοιας συμπεριφοράς σε λειτουργό της δικαιοσύνης θα πρέπει να εδράζεται σε ατράνταχτα στοιχεία και αδιαμφισβήτητα δεδομένα.» Επανερχόμενος στην υπόθεση και στην υπό κρίση αίτηση που καταχώρησαν οι ενάγοντες στις 28/6/17, σημειώνω ότι η εν λόγω αίτηση, υποστηρίζεται από νέα ένορκο δήλωση του Γεωργίου, η οποία αποτελείται από πενήντα εφτά

(57)παραγράφους και δεκαπέντε
(15)τεκμήρια. Στο μεγαλύτερο μέρος της, η δήλωση είναι πανομοιότυπη με τις προηγούμενες δηλώσεις γίνεται όμως επιπλέον αναφορά σε επιστολή-έκθεση που λήφθηκε από την Αστυνομία στις 21/6/17, η οποία και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  1. Αυτή την φορά, οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση των εναγόντων, προβάλλοντας οχτώ λόγους για τους οποίους ισχυρίζονται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του εναγόμενου 1, ο οποίος είναι σύζυγος της εναγομένης 2, πατέρας του εναγομένου 4 και εξουσιοδοτημένος από όλους τους εναγόμενους να προβεί στην εν λόγω δήλωση. Επισημαίνω ότι σε κανένα σημείο της ένστασης δεν προβάλλεται οποιασδήποτε ισχυρισμός περί λανθασμένου ή αντικανονικού νομικού υπόβαθρου της αίτησης, η οποία σε κάθε περίπτωση, βασίζεται στην ορθή νομική βάση ήτοι στα αρ. 4 και 7 του Κεφ.6, στη Δ.48, στο αρ.32 του Ν.14/60, στο αρ. 43 του Κεφ.148 και στο αρ.23Σ. Όπως θα εξηγήσω πιο κάτω, για σκοπούς της παρούσας απόφασης δεν κρίνεται σκόπιμη η εκτενής παράθεση των όσων αναφέρονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και αυτό γιατί σε μεγάλο βαθμό, οι ομνύοντες καταπιάνονται με θέματα άσχετα τόσο με το συγκεκριμένο και περιορισμένο πλαίσιο εντός του οποίου τέθηκε η αγωγή, ήτοι ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση που έλαβε χώρα στις 19/5/17, όσο και με την υπό κρίση αιτούμενη θεραπεία, ήτοι διάταγμα που να απαγορεύει μελλοντική παράνομη επέμβαση. Από αμφότερες τις υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις, αναδύεται ξεκάθαρα η εικόνα μιας συνοριακής διαμάχης μεταξύ των διαδίκων, της φύσης που συνήθως παρατηρείται στα χωριά και κοινότητες της Κύπρου, ήτοι ότι ενώ οι διάδικοι έχουν για δεκαετίες, γειτνιάζοντα ακίνητα, για διάφορους λόγους, σημαντικούς και μη, δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα, να αναπτύξουν αρμονικές σχέσεις. Στην παρούσα υπόθεση, το σημείο της αντιπαράθεσης των μερών είναι το νεκροταφείο που υπάρχει στο ακίνητο των εναγόντων και το οποίο χρησιμοποιείται για την ταφή των νεκρών της κοινότητας στην οποία αμφότεροι οι διάδικοι ανήκουν. Συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι, το νεκροταφείο της κοινότητας αρχικά βρισκόταν στο τεμάχιο 304, στη συνέχεια επεκτάθηκε και σε μέρος του τεμαχίου 305 και ότι παρά τη θέσπιση του Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμου του 2004 (257(I)/2004), τα εν λόγω τεμάχια δεν έχουν ακόμη περιέλθει στην ιδιοκτησία του Κοινοτικού Συμβουλίου Παλώδιας, η οποία συνιστά πλέον την κατά Νόμο αρμόδια αρχή να διαχειρίζεται το νεκροταφείο της κοινότητας και η οποία έχει την ευθύνη για την εξασφάλιση, δια απαλλοτρίωσης ή συμφωνίας, γης για το σκοπό αυτό (βλ. αρ. 3 - 8 και 19 - 23 του Νόμου). Συνιστά επομένως, επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι σήμερα οι ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των τεμαχίων με αριθμό 304 και 305, τα οποία έχουν πλέον ενοποιηθεί και αναριθμηθεί σε τεμάχιο με αρ. 755 καθώς και το ότι ο εναγόμενος 4 μαζί με την αδερφή του, Μ. Πολυδώρου, είναι κατά ½ συνιδιοκτήτες στο συνορεύον τεμάχιο με αρ.
  2. Ο εναγόμενος 1, παρουσιάζεται ως ο «διαχειριστής» του τεμαχίου 306, εκ μέρους του υιού και της θυγατέρας του. Τα μεταξύ των διαδίκων προβλήματα, ως ανέφερα ανωτέρω, χρονολογούνται εδώ και αρκετά χρόνια. Μέχρι σήμερα, εξαιρουμένης της παρούσας υπόθεσης, έχουν καταχωρηθεί από μερικούς από τους εναγόμενους, άλλες τέσσερεις δικαστικές διαδικασίες, σε διάφορες δικαστικές βαθμίδες και ειδικότητες. Παράλληλα, σωρεία αιτήσεων και ενστάσεων έχουν υποβληθεί από αμφότερους τους διαδίκους σε διάφορα κυβερνητικά τμήματα, μερικές από τις οποίες ακόμη εκκρεμούν ενώ αυτές που έχουν ήδη ολοκληρωθεί, δεν φαίνεται να έχουν επιλύσει τις διαφορές των διαδίκων οι οποίες μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: Από τη μια είναι οι ενάγοντες, οι οποίοι επιθυμούν να επεκτείνουν περαιτέρω το νεκροταφείο της κοινότητας γιατί έχει υπερπληρωθεί και από την άλλη είναι οι εναγόμενοι, οι οποίοι όχι μόνο δεν αποδέχονται την περαιτέρω επέκταση του νεκροταφείου, την οποία θεωρούν παράνομη αλλά αντίθετα, απαιτούν την μετακίνηση του. Ως κύριους λόγους γι' αυτό, προβάλλουν θέματα υγείας και μείωσης της αξίας των δικών τους ακινήτων, τα οποία συνορεύουν με το νεκροταφείο. Οι διαμάχες των διαδίκων όμως, δεν περιορίστηκαν στον «πόλεμο των αιτήσεων» αλλά επεκτάθηκαν και σε έντονες προσωπικές αψιμαχίες και επιτόπιες έντονες διαμαρτυρίες, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα και κατά την τέλεση κηδειών και ταφής νεκρών της κοινότητας. Προς υποστήριξη των αντίστοιχων ισχυρισμών, λήφθηκαν μεταξύ άλλων και φωτογραφίες νέο δημιουργηθέντων τάφων και μάλιστα σύντομα μετά τον ενταφιασμό του νεκρού (βλ. Τ.10 Ε/Δ εναγομένου 1). Μιας τέτοιας μορφής επιτόπια διαμαρτυρία, αμφότεροι οι διάδικοι δέχονται ότι έλαβε χώρα κατά την επίδικη ημερομηνία ήτοι στις 19/5/
  3. Σύμφωνα με τον ίδιο τον εναγόμενο 1: «
  4. Περαιτέρω αναφέρω ότι κατά και/ή περί τις 19/5/17 κατόπιν τηλεφωνικής ενημέρωσης από συγχωριανό μου ο οποίος μου ανέφερε ότι στο χώρο του κοιμητηρίου βρίσκονται περί των 35 ατόμων κάτοικοι Παλώδιας και ομοχώριοι μου όπου διαμαρτύρονταν για την παράνομη ταφή νεκρών στο τεμάχιο 755 και την σκοπούμενη τοποθέτηση περίφραξης με συρμάτινο δικτυωτό τέλλι.
  5. Εγώ μετέβηκα στο χώρο όπου παρευρίσκοντο στο τεμάχιο 755 και αρκετοί άλλοι συγχωριανοί μου ... όπου διαμαρτύροντο προς τους Εκκλησιαστικούς Επιτρόπους για την επέκταση και την παράνομη ταφή νεκρών εντός του κοιμητηρίου καθώς και για την σκοπούμενη περίφραξη του» Όπως και οι δύο πλευρές υποστηρίζουν, οι διαμαρτυρίες έλαβαν τέτοια ένταση που χρειάστηκε η επέμβαση της Αστυνομίας για «...να ελέγξει την κατάσταση προς αποφυγή χειροδικιών ή άλλων ανεπιθύμητων καταστάσεων...». Κλήθηκε μάλιστα και ένα περίπολο του Ουλαμού Άμεσης Επέμβασης της Αστυνομίας με δύο επιπλέον αστυφύλακες, εφόσον είχε αρχίσει να διαφαίνεται ότι ο αστυνομικός που είχε αρχικά μεταβεί στο χώρο, ενδεχομένως να μην μπορούσε να διαχειριστεί μόνος του την κατάσταση η οποία κλιμακωνόταν δραματικά (βλ. Τ.15 Ε/Δ Γεωργίου παρ. 23 Ε/Δ εναγόμενου 1). Το ότι στο χώρο εντοπίστηκαν να εμπλέκονται στις διαμαρτυρίες όλοι οι εναγόμενοι, αναφέρεται στην έκθεση της Αστυνομίας και δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους (βλ. παρ. 23 Ε/Δ εναγόμενου 1). Παρά την παρουσία τους στο τεμάχιο των εναγόντων με αρ.755 για το σκοπό διαμαρτυρίας και την εμπλοκή τους στην εν λόγω διαμαρτυρία, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι προέβησαν στις περαιτέρω ενέργειες και προκάλεσαν ζημιές στην περίφραξη του κοιμητηρίου, ως τους αποδίδουν οι ενάγοντες στην παρ.47 της Ε/Δ Γεωργίου. Αρνούνται επίσης ότι σε προγενέστερο στάδιο επενέβηκαν και αφαίρεσαν τα ορόσημα που τοποθετήθηκαν κατά την επιτόπια επίσκεψη ιδιωτών και κυβερνητικών τοπογράφων και χωρομετρών, επιφυλάσσοντας βέβαια τα δικαιώματα τους να αμφισβητήσουν την οποιαδήποτε σχετική απόφαση τέτοιων προσώπων. Είναι στη βάση των πιο πάνω γεγονότων που οι ενάγοντες ζητούν με την υπό κρίση αίτηση, όπως απαγορευτεί στους εναγόμενους, από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο και μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής, να εισέρχονται στο ακίνητο τους με αρ.755 χωρίς την άδεια τους. Πρόσθετα των λόγων ένστασης τους, οι εναγόμενοι διατείνονται ότι ένα τέτοιο διάταγμα, αν ήθελε εκδοθεί, θα συνιστά ουσιαστικά, αποστέρηση του δικαιώματος τους να επισκέπτονται τους τάφους των συγγενικών τους προσώπων που βρίσκονται εντός του υφιστάμενου νεκροταφείου κάτι που συνιστά πρόσθετο λόγο για απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ τους. Αμφότεροι οι συνήγοροι, προέβησαν σε εμπεριστατωμένη γραπτή επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους, την οποία και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Έλαβα υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου με γνώμονα τόσο το δικογραφημένο πλαίσιο εντός του οποίου υπεβλήθη η παρούσα αίτηση όσο και τις νομικές αρχές που τη διέπουν. Το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζονται αιτήσεις όπως η παρούσα, επεξηγούνται περιεκτικά στη Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 1235: «Όσον αφορά τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, αυτές ορθά επισημάνθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει εντέλει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα. (Βλ. Βacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζηντίλης v. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ v. C. Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή «. έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα». Περαιτέρω, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις ζητούμενες θεραπείες, διαπιστώνει ότι «. όπως διατυπώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αποκαλύπτουν, κατά την κρίση μου, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση». .... Επί του θέματος αυτού παρατηρούμε τα ακόλουθα. Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας.) Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Δημοκρατίας κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1783, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 Α.Α.Δ. 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας.) Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Τη θέση αυτή αποδεχόμεθα ως ορθή και δεχόμαστε ότι, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τότε τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιόν του. Περαιτέρω, όσον αφορά αυτή τη δεύτερη προϋπόθεση, με βάση τη νομολογία την οποία παραθέτει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας είναι αρκετό για να επιτύχει έκδοση διατάγματος αν πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα της υπό κρίση αίτησης ως αυτά παρατίθενται ανωτέρω και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη, τη φύση της υπόθεσης, το υφιστάμενο κοινώς αποδεκτό ιδιοκτησιακό καθεστώς του τεμαχίου 755, τη θέση των εναγομένων ότι όντως στις 19/5/17 εισήλθαν στο εν λόγω ακίνητο των εναγόντων με σκοπό άλλο από τη θρησκευτική λατρεία και δη για να διαμαρτυρηθούν και αν είναι δυνατό εμποδίσουν, την ταφή νεκρών και την σκοπούμενη περίφραξη του τεμαχίου όσο και την προφανή πρόθεση τους να επιμείνουν στις εν λόγω προσπάθειες τους μέχρι να επιτύχουν, κρίνω ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το ότι οι οι εναγόμενοι θεωρούν ότι οι εν λόγω ενέργειες τους δύνανται να δικαιολογηθούν, εφόσον κατ' εκείνους, οι ταφές που γίνονται στο ακίνητο των εναγόντων, αντίκεινται στη νομοθεσία, ταφές οι οποίες να σημειωθεί, φαίνεται να τελούν πλέον υπό την ευθύνη και αρμοδιότητα της τοπικής Κοινοτικής Αρχής και όχι των εναγόντων (βλ. αρ.23 Ν. 257(Ι)/04), έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί ως σχετικό με τα γεγονότα της υπόθεσης, επιβεβαιώνει την πιο πάνω κατάληξη μου ότι δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, πιθανότητα να δικαιούνται οι ενάγοντες/αιτητές σε θεραπεία και δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, κρίνω επίσης ότι είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα με την επιβολή όμως ανάλογων όρων και περιορισμών ώστε να διατηρηθούν, αφενός τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των εναγόντων και αφ' ετέρου τα δικαιώματα των εναγομένων να επισκέπτονται τους τάφους των συγγενικών τους προσώπων για το σκοπό τέλεσης των ανάλογων θρησκευτικών τελετών και καθαριότητας των τάφων, δικαίωμα το οποίο ουδείς μέχρι σήμερα τους έχει αρνηθεί. Σημειώνω όμως ότι σύμφωνα με τα αρ. 15 και 16 Ν. 257(Ι)/04ο έχων δικαίωμα σε χώρο ταφής, αποκτά ένα ιδιωτικό ιδιαίτερο δικαίωμα (ειδικό δικαίωμα) σε χώρο ταφής, εκτός συναλλαγής, και το οποίο συνίσταται σε «...διοικητικής φύσεως παραχώρηση άδειας χρήσεως κοινοτικού πράγματος και ο χώρος για τον οποίο δίδεται το δικαίωμα χρήσεως δεν αποτελεί περιουσιακό στοιχείο αυτού στον οποίο παραχωρήθηκε το δικαίωμα και ούτε επιδέχεται οποιασδήποτε μεταβίβασης σε τρίτους». Στη βάση όλων των ανωτέρω, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ως ακολούθως: Μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, απαγορεύεται στους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 και/ή στους υπαλλήλους τους και/ή στους αντιπροσώπους τους και/ή σε οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούν για λογαριασμό τους, από του να επεμβαίνουν και/ή να εισέρχονται και/ή να παραμένουν εντός και/ή δια του τεμαχίου με αρ. αρ.755, Φ/Σχ. 54/17, Τμήμα 0, τοποθεσία Σόπεδα, στην Κοινότητα Παλώδιας στη Λεμεσό, ιδιοκτησίας των εναγόντων, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των εναγόντων εκτός αν πρόκειται για λόγους θρησκευτικής λατρείας και/ή τέλεσης θρησκευτικών τελετών και/ή καθαριότητας των τάφων των συγγενικών και φιλικών τους προσώπων. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, αυτά επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων - αιτητών και εναντίον των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση 1-4, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, περιορισμένα όμως σε ένα σετ, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα - Παράνομη επέμβαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.