IRINA SHOSTAK (και άλλως IRYNA SHOSTAK) ν. LARISA BORISOVA, Αρ. Αγωγής: 38/2017, 7/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A384 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 38/2017 Μεταξύ: IRINA SHOSTAK (και άλλως IRYNA SHOSTAK) Ενάγουσα και LARISA BORISOVA Εναγόμενη Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: Η κα Ελίνα Σκούλλου για Μ. Economides Kranos & Co. LLC Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Χρ. Τρύφωνος για Χρ. Γ. Βασιλειάδη & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε μονομερή αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος) Η Ενάγουσα/ Αιτήτρια (στη συνέχεα «η Αιτήτρια») με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2,r.1), αξιώνει αναγνωριστικού χαρακτήρα διατάγματα με τα οποία να αναγνωρίζεται ως νόμιμη κληρονόμος του αποβιώσαντος την 20.04.2016 πατέρα της IURII BORISOV και/ή άλλως YOURI BORISOV και/ή YURI BORISOV και/ή YURII BORYSOV, ο οποίος ήταν Ρώσος υπήκοος και διέμενε μόνιμα κατά το χρόνο του θανάτου του στη Ρωσία, και ειδικότερα το κληρονομικό μερίδιο της επί ακινήτου που κατέλειπε στην Κύπρο του οποίου ο αποθανών ήταν ιδιοκτήτης. Η Εναγόμενη/ Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα (στη συνέχεια «η Καθ' ης η αίτηση) ήταν η σύζυγος του θανόντος. Η Αιτήτρια πέτυχε με μονομερή αίτηση της την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο απαγορευόταν στην Καθ' ης η αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες της και/ή πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό της από το να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν και/ή δωρίσουν και/ή διαθέσουν με οποιονδήποτε τρόπο το ακίνητο υπ' αριθμό 64, στο κτηριακό συγκρότημα «SOLFERINO WEST», το οποίο βρίσκεται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/31736, τεμάχιο 976, Φύλλο/Σχέδιο 54/52, στον οδό Γεωργίου Α', στην περιοχή Περβόλια- Άγιος Ευστάθιος, στη Γερμασόγεια, στη Λεμεσό το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του αποθανόντος πατέρα της μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής και την πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης που πιθανό να εκδοθεί υπέρ της Αιτήτριας και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η νομική βάση της αίτησης βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60στα άρθρα 3, 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 στην Δ.48, Θ.1, 2 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης υποστηρίζεται σε ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνας Αβραάμ δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης κατόπιν ενημέρωσης από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη και έχει οδηγίες από την Αιτήτρια να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης της για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει προσεκτικά το περιεχόμενο της ειδικής οπισθογράφησης που καταχωρήθηκε στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, συμφωνεί με αυτή και ορκίζεται ότι όσα αναφέρονται σ' αυτή είναι, απ' ότι καλύτερα γνωρίζει πιστεύει και πληροφορείται, αληθινά και τα υιοθετεί πλήρως. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρει ότι ο πατέρας της Αιτήτριας από τη Ρωσία πέθανε στη Ρωσία στις 20.04.
- Ισχυρίζεται ότι τα μόνα πρόσωπα, εξ' όσων κάλλιον γνωρίζει και πληροφορείται από την Αιτήτρια, τα οποία δικαιούνται μερίδιο και συμφέρον επί της περιουσίας του ως άνω αποθανόντος, ως οι νόμιμοι κληρονόμοι του, είναι η σύζυγος του LARISA BORISOVA, η Αιτήτρια και ο υιός του SERGIY ORISOV και τα εγγόνια του OLEKSIY BORISOV και ELIZAVETA BORISOVA, τα οποία είναι τέκνα του αποθανόντος υιού του OLEKSIY BORISOV. Ο αποβιώσας πατέρας της Αιτήτριας άφησε στην Κύπρο το ως άνω ακίνητο. Από ό,τι συμβουλεύεται από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση μπορεί να αιτηθεί από το Δικαστήριο όπως καθορίσει το κληρονομικό της μερίδιο και το μερίδιο επί του ως άνω ακινήτου αφού η Καθ' ης η αίτηση αρνείται να προβεί σε οποιαδήποτε αναγνώριση των κληρονομικών δικαιωμάτων της με σκοπό να προχωρήσει η διαδικασία διαχείρισης. Από όσα γνωρίζει δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε διαχείριση της περιουσίας του αποθανόντος μέχρι στιγμής που να ρυθμίζει τα μερίδια κληρονομιάς που αντιστοιχούν στον κάθε ένα ξεχωριστά, από τα προαναφερόμενα πρόσωπα ως τους κληρονόμους του αποθανόντος. Η Αιτήτρια την πληροφόρησε ότι η Καθ' ης η αίτηση πιστεύει ότι το κληρονομικό μερίδιο της περιουσίας του πιο πάνω θανόντος θα διέπεται από τη Ρωσική Νομοθεσία και η ίδια πιστεύει ότι ως σύζυγος, θα της μεταβιβαστεί ολόκληρο το ακίνητο του αποθανόντος στην Κύπρο. Όπως δε πληροφορείται από τους δικηγόρους της Αιτήτριας αυτή δικαιούται σε συγκεκριμένο μερίδιο επί του εν λόγω ακινήτου. Η Καθ' ης η αίτηση έχει παρουσιάσει μια διαθήκη του αποθανόντος και θεωρεί ότι απαλλάσσεται από τις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου της Κύπρου σύμφωνα με το οποίο η Αιτήτρια θα ήταν δικαιούχος μεριδίου. Στη βάση των πιο πάνω, θεωρεί ότι συντρέχει ο παράγοντας του κατεπείγοντος στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η Καθ' ης η αίτηση έχει ήδη προχωρήσει σε διαβήματα επικύρωσης της Ρωσικής διαθήκης, αλλά και πιθανής έκδοσης απόφασης από Ρωσικό Δικαστήριο ή Notary που θα αναφέρει ότι ολόκληρη η ακίνητη περιουσία του θανόντος μπορεί να μεταβιβαστεί επ' ονόματι της. Σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε θα πρέπει να ακολουθηθεί διαδικασία διαχείρισης στην Κύπρο, όπου θα διευκρινιστεί και αποφασιστεί ποιος θα είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποθανόντος με σκοπό να μεταβιβάσει τα μερίδια δυνάμει της Κυπριακής Νομοθεσίας. Στα πιο πάνω η ενόρκως δηλούσα αποδίδει και τον επείγοντα χαρακτήρα του αιτήματος της προς αποφυγή αποξένωσης ή πώλησης του ακινήτου και έτσι να μη μπορεί να αποκτήσει η Αιτήτρια το κληρονομικό της μερίδιο. Περαιτέρω αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Καθ' ης η αίτηση δεν θα υποστεί καμία ζημιά ενώ η τυχόν μη έκδοση του θα προκαλέσει στην Αιτήτρια ανεπανόρθωτες και καταστροφικές ζημιές. Από όσο συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της Αιτήτριας αυτή έχει πολύ καλή υπόθεση και μεγάλη πιθανότητα να εξασφαλίσει απόφαση υπέρ της στην αγωγή αυτή. Περαιτέρω, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος διατηρεί τα πράγματα στην σημερινή τους κατάσταση, δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση που έχει κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση την οποία βασίζει στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.2 Θ. 2, Δ.6 Δ.48 Θ.1,2,4,7,8 και 9 και Δ.39 Θ2, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4,5,7,9, στον Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο Κεφ.189, στον Περί Διαθηκών και Διαδοχής νόμο Κεφ195, άρθρα 16 - 20, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και ειδικότερα στο Άρθρο 32, στον Περί της Συμβάσεως περί Καταργήσεως της Υποχρεώσεως προς Νομιμοποίησιν Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων (Κυρωτικός) Νόμος του 1972 (Ν.50/1972)και ειδικότερα στα άρθρα 1 έως 6, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στο άρθρο 23, στον Ευρωπαϊκό Kανονισμό 650/12 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ημερομηνίας 4/7/2012 και ειδικότερα στο άρθρο 21, στις αρχές του Mareva Injunction στην νομολογία και στην σύμφυτη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: « (α) Η αγωγή παρανόμως και/ή παρατύπως καταχωρήθηκε εξαρχής και εν πάση περιπτώσει είναι θνησιγενής αφού δεν υπάρχει η άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. (β) Ελλείπει παντελώς η προϋπόθεση του κατεπείγοντος. (γ) Το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί αφού η Ενάγουσα/ Αιτήτρια δεν προχώρησε με την επίδοση του Διατάγματος το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοση του. (δ) Η Αιτήτρια στην μονομερή αίτηση της για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος έχει παρουσιάσει λανθασμένα το νόμο και συνεπώς έχει παρουσιάσει την υπόθεση της με παραπλανητικό τρόπο παρουσιάζοντας λανθασμένη εικόνα στο Δικαστήριο. (ε) Η Αιτήτρια έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα σχετικά με την παρούσα υπόθεση, τα οποία όφειλε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο. (στ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του διατάγματος ημερομηνίας 1/3/
- (ζ) Η Αιτήτρια δεν έχει καλή βάση αγωγής και δεν υπάρχει πιθανότητα σε επιτυχία. (η) Καμία ζημιά δεν θα υποστεί η Αιτήτρια εάν δεν εκδοθεί το επίδικο διάταγμα και καμία ανάγκη δεν υπάρχει στην έκδοση του. (θ) Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί η Ενάγουσα/ Αιτήτρια βρίσκεται σε πλάνη σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα και/ή περιστάσεις που αφορούν την επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. (ι) Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί η Ενάγουσα / Αιτήτρια επιζητεί να αποστερήσει από την Εναγομένη/ Καθ' ης η Αίτηση το Θεμελιώδες Συνταγματικό Δικαίωμα εις την ιδιοκτησία αφού είναι η μόνη δικαιούχος της επίδικης ακίνητης περιουσίας. (ια) Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη (ιβ) Η Νομική Βάση της Αίτησης πάσχει και/ή είναι ελλιπής και/ή δεν ανταποκρίνεται στις αιτούμενες θεραπείες. (ιγ) Το σύνολο των στοιχείων που η Ενάγουσα/ Αιτήτρια παραθέτει δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή την παραμονή σε ισχύ των εκδοθέντων Διαταγμάτων.» Την ένσταση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο κ. Κάρλος Παρτασίδης, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η Αίτηση. Δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης μετά από ενημέρωση που έτυχε από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένος από την Καθ' ης η αίτηση να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη των λόγων για τους οποίους υποβάλλει ένσταση επεκτείνοντας και παρέχοντας λεπτομέρειες προς υποστήριξη τους. Υποστηρίζει ότι μελέτησε προσεκτικά όλα τα σχετικά έγγραφα της υπόθεσης συμφωνεί με όλα τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αλλά διαφωνεί ότι η Αιτήτρια δικαιούται σε συγκεκριμένο μερίδιο επί του ακινήτου στην Κύπρο. Υποστηρίζει ότι η αγωγή δεν μπορεί να προωθηθεί αφού δεν λήφθηκε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος που είναι προϋπόθεση για την καταχώρηση και επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας και συνεπώς το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Υποστηρίζει ότι ελλείπει παντελώς το στοιχείο του κατεπείγοντος αφού με τις ίδιες τις ενέργειες της Ενάγουσας αποκαλύπτεται η έλλειψη αυτού. Συγκεκριμένα η αίτηση για έκδοση μονομερούς διατάγματος καταχωρήθηκε στις 10.01.2017 και καμία ενέργεια δεν έγινε για να την επιληφθεί το Δικαστήριο ενωρίτερα από την 1/3/2017 δηλαδή 50 μέρες μεταγενέστερα της καταχώρησης. Στο διάστημα αυτό θα μπορούσε να δικαστεί η παρούσα αίτηση υπό μορφή δια κλήσεως και δεν ήταν αναγκαίο να εκδοθεί μονομερώς το Διάταγμα μετά από 50 μέρες από την καταχώρηση του. Εν πάση περιπτώσει καμία ενέργεια δεν μπορούσε να γίνει από την Εναγομένη για την μεταβίβαση του ακινήτου του Iurii Borisov στο όνομα της εντός τουλάχιστο 2 μηνών, ενώ τη μεταβίβαση θα την έπραττε διαχειριστής και όχι η ίδια η Εναγομένη και συνεπώς η ύπαρξη και μόνο αίτησης για προσωρινό διάταγμα θα ήταν ικανοποιητική για την μη μεταβίβαση του ακινήτου από τον Διαχειριστή στη Εναγόμενη. Δεν διαφωνεί ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Επισυνάπτει αντίγραφο της διαθήκης του θανόντος και αναφέρει ότι η πρωτότυπη διαθήκη βρίσκεται κατατεθειμένη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας φέροντας τον διακριτικό αριθμό 116/
- Εκφράζει την πίστη ότι το μόνο πρόσωπο το οποίο δικαιούται μερίδιο και συμφέρον από την περιουσία του ως άνω αποβιώσαντος είναι η Καθ' ης η αίτηση σύζυγος του Larisa Borisova. Πιστεύει ότι το εφαρμοστέο δίκαιο το οποίο θα διέπει την διανομή του συνόλου της κινητής και της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος Iurii Borisov στην Κύπρο είναι το Ρωσικό δίκαιο, αφού η Ρωσία ήταν η χώρα συνήθους διαμονής του αποβιώσαντος και ως εκ τούτου σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 650/12 το εφαρμοστέο δίκαιο σε κάθε υπόθεση κληρονομικής διαδοχής είναι το δίκαιο του κράτους στο οποίο ο θανών είχε τη συνήθη διαμονή του κατά το χρόνο του θανάτου του. Με βάση το Ρωσικό δίκαιο ο διαθέτης μπορεί να κληροδοτεί με διαθήκη το σύνολο της περιουσίας του όπου αυτός επιθυμεί. Ο αποβιώσας μέσω της διαθήκης του καθιστά ως μοναδική του κληρονόμο την Καθ' ης η αίτηση. Το γεγονός ότι αυτή η διαθήκη είναι έγκυρη, σύμφωνη με το Ρωσικό δίκαιο και ότι κληροδοτεί νόμιμα το σύνολο της περιουσίας του στην Καθ' ης η αίτηση τεκμηριώνεται από την γνωμάτευση του Ρώσου δικηγόρου Dmitry A. Malyarenko, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του ως Τεκμ. 2 καθώς την πρωτότυπη γνωμάτευση θα τη χρησιμοποιήσουν στη διαδικασία της διαχείρισης. Σύμφωνα με αυτή οι μοναδικοί περιορισμοί ως προς την πλήρη διάθεση περιγράφονται στο άρθρο 1149 του Ρωσικού αστικού κώδικα οι οποίες περιγράφονται αναλυτικά στην τελευταία σελίδα της γνωμάτευσης του Dmitry A. Malyarenko και η υπόθεση αυτή δεν εμπίπτει μέσα σε καμία από αυτές δίνοντας στον διαθέτη το δικαίωμα για πλήρη διάθεση της περιουσίας του. Περαιτέρω, σύμφωνα με την απαντητική επιστολή ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου 2016 την οποία απέστειλε η Αρχιπρωτοκολλητής στον δικηγόρο Χρήστο Τρύφωνος σε αντίστοιχη υπόθεση η οποία κοινοποιήθηκε σε όλους τους επαρχιακούς διοικητικούς πρωτοκολλητές, η αρμόδια αρχή για να κατονομάζει ποιοι είναι οι κληρονόμοι των αποβιωσάντων οι οποίοι είχαν την συνήθη διαμονή τους στην Ρωσία είναι οι αρμόδιοι συμβολαιογράφοι ''public notaries''. Το σχετικό αντίγραφο της απαντητικής επιστολής επισυνάπτει ως Τεκμ.
- Στην παρούσα υπόθεση το πιστοποιητικό κληρονόμων του Iurii Borisov, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμ. 4 εκδόθηκε από τον αρμόδιο public notary και κατονομάζει την Καθ' ης η αίτηση ως την μοναδική κληρονόμο του αποβιώσαντος Iurii Borisov. Το πρωτότυπο δηλώνει ότι θα χρησιμοποιηθεί σε διαδικασία διαχείρισης. Η Καθ' ης η αίτηση ενήργησε καθόλα νόμιμα και επομένως η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να έχει οιανδήποτε απαίτηση από αυτή. Επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και ότι η νομική της βάση είναι ελλιπής και δεν ανταποκρίνεται στις αιτούμενες θεραπείες. Η Ενάγουσα ακόμα και μετά την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος θα μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά όταν η αγωγή τελεσιδικήσει και δικαιωθεί, αφού ακόμα και αν επικρατήσει η δική της θέση θα της ανήκει μόνο το 18,75% της αξίας του ακινήτου. Η Εναγόμενη με την ακύρωση του διατάγματος δεν θα πάθει ανεπανόρθωτη ζημιά. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους στις οποίες πέραν από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία κατά βάση συμφωνούν, ανέπτυξαν νομική επιχειρηματολογία επί τη βάσει της οποίας θα κριθεί η παρούσα αίτηση. Έχω μελετήσει με προσοχή τις αγορεύσεις των δύο πλευρών και σε αυτές θα παραπέμψω στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει στο κατάλληλο σημείο. Σύνοψη των γεγονότων της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση φανερώνει τα ακόλουθα: Ο πατέρας της Αιτήτριας IURII BORISOV και/ή άλλως YOURI BORISOV και/ή YURI BORISOV και/ή YURII BORYSOV Ρώσος υπήκοος, απεβίωσε στη Ρωσία την 20.04.
- Κατά τον χρόνο του θανάτου του κατέλειπε ως στενούς συγγενείς του τη σύζυγο του που είναι η Καθ' ης η αίτηση Larisa Borisova την Αιτήτρια Irina Shostak (άλλως Iryna Shostak) που είναι θυγατέρα του από προηγούμενο γάμο τον υιό του επίσης από προηγούμενο γάμο Sergiy Borisov και τα παιδιά του υιού του Oleksiy Borisov επίσης από προηγούμενο γάμο ο οποίος απεβίωσε ήτοι τον Oleksiy Borisov και Elizaveta Borisova. Μοναδική περιουσία του αποθανόντος εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι το ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο στη Γερμασόγεια Λεμεσού. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια στην παρούσα με την αγωγή της επιδιώκει ως θυγατέρα του αποθανόντος και λόγω του ότι το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως καθορισθεί το κληρονομικό της μερίδιο επί του ακινήτου. Η Ενάγουσα/ Αιτήτρια διατείνεται ότι η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση αρνείται να προβεί σε οποιαδήποτε αναγνώριση των κληρονομικών δικαιωμάτων της με σκοπό να προχωρήσει με τον δέοντα τρόπο οιαδήποτε σχετική διαδικασία διαχείρισης στην Κύπρο κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα. Η ενημέρωση της Αιτήτριας από την Καθ' ης η αίτηση είναι ότι η τελευταία πιστεύει ότι η ακίνητη περιουσία που κατέλειπε ο αποθανών στην Κύπρο διέπεται από τη Ρωσική Νομοθεσία και ότι ως σύζυγος του και αφού την κατονομάζει ως την μοναδική κληρονόμο του θα πρέπει να μεταβιβαστεί επ' ονόματι της ολόκληρο το ακίνητο. Αντίθετα θέση της Αιτήτριας είναι ότι ως θυγατέρα του αποθανόντος δικαιούται σε συγκεκριμένο μερίδιο επί του εν λόγω ακινήτου. Αντίγραφο της διαθήκης του ως άνω αποθανόντος έχει κατατεθεί ως Τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Σε αυτή καταγράφεται το ακόλουθο λεκτικό στην αγγλική της μετάφραση από τη ρωσική γλώσσα στην οποία έχει συνταχθεί: «By this Testament make the following determination in the event of my death: I devise and bequeath all property which I may own at the time of my death, of whatsoever kind and wheresoever situated, to Larisa Porfirievna Borisova. ». ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ: Η εξουσία έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων πηγάζει, από το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60)το οποίο παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία στα κυπριακά δικαστήρια που ασκούν πολιτική διαδικασία για την έκδοση προσωρινών ή παρεμπιπτόντων (αλλά και διηνεκών) διαταγμάτων, προστακτικών ή απαγορευτικών. Πρόκειται για εξουσία η οποία θα πρέπει αφενός μεν, να διατηρείται ελαστική και ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, αφετέρου δε, να ασκείται με φειδώ. Οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 είναι οι ακόλουθες: Α) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, Β) να υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία, Γ) εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (βλ. σχετικά την υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 CLR 557, σελ. 569 -570. Σύμφωνα με τη νομολογία μας επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας ή των πιθανών επιπτώσεων του αιτούμενου διατάγματος κατά πόσο η έκδοση του είναι δίκαιη και εύλογη, (βλ. Bacardi & Co Ltd ν. Vinco Ltd
(1996)1(B) ΑΑΔ 788, 795, Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1403, С Τ Tobacco Limited ν. Εταιρεία Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ,
(2003)1 ΑΑΔ 853 σελ. 863, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248 σελ. 275). Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση και την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αυτή έχει ερμηνευθεί ώστε να μην περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση και την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας του αιτητή, αυτή επεξηγήθηκε νομολογιακά ως η απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερου από απλής δυνατότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερου από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση και κατά πόσον χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή έχει ερμηνευθεί με βάση το ερώτημα του κατά πόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία βάση των γεγονότων της υπόθεσης. Εάν λοιπόν με το πέρας της υπόθεσης η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του Ενάγοντα κατοχυρώνει τα δικαιώματα του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Θα πρέπει εντούτοις να ειπωθεί ότι, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων αλλά περιορίζεται στο να αποφασίσει κατά πόσον οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14(Ι)/60 πληρούνται αφού προβεί σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας. (Jonitexo Ltd ν Adidas
(1984)1 CLR 263. σελ. 267 - 268). ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ/ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ: Είναι επίσης θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, υπέχει καθήκον να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, μέσω της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση (Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 στη σελ. 1463) όλα τα ουσιώδη γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία που μπορούσαν να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασης του και που δυνατόν να καθιστούν την αξιολόγηση του εκ των πραγμάτων ελλειπή (βλ. Castoral ν. Daventree Resources Ltd,
(2008)1 AAΔ 801). Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία ερήμην του αντιδίκου, (βλ. Brink's Mat Ltd ν Elcombe (CA) [1988] 1 WLR 1350, Ralph Gibson LJ at p. 1356-1357, Demstar Ltd ν Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 AAΔ 597 στη σελ. 601 Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 AAA 248 σελ. 264, Mitsingas Trading Ltd ν. The Timberland Co of USA,
(1997)1 AAΔ 1791, Zein κ.α. ν. Παράσχου Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1 AAΔ 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από τη μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Βασιλική Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1AAΔσελ.1953: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας. Το 'ουσιώδες' των γεγονότων που πρέπει να αποκαλυφθούν κρίνεται αντικειμενικά από το δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Mitsingas Trading Ltd ν The Timberland Co of USA
(1997)1 ΑΑΔ1791: "...Ουσιώδες, για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος.... Ότι πρέπει να αποκαλυφθεί, σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με:(α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Παράλειψη συμμόρφωσης με την πιο πάνω υποχρέωση οδηγεί σε ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης. (Δήμος Πάφου ν Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168 επ.) Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. (Demstar Ltd ν Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 597 στη σελ. 601, Lloyds Bowmaker Ltd ν. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens third party) [1998] 3 ALL ER 178). Παραπέμπω επίσης στο σύγγραμμα του Mark S. W. Hoyle "The Mareva Injunction and Related Orders"
(1997)3η έκδοση, στη σελ. 71 ("Lack of full disclosure") όπου αναφέρεται: «...a lack of full and frank disclosure need not be deliberate before the injunction is discharged for that reason, but merely has to be pertinent to the issues involved, even if it does not affect the merits of the claim...». Πέραν των πιο πάνω στην γνωστή επί του θέματος αγγλική απόφαση Brink's Mat Ltd ν Elcombe (CA [1988] 1 WLR 1350 στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 ΑΑΔ 248 ο Δικαστής Ralph Gibson ανέφερε μεταξύ άλλων: «....
(6)the answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty of the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented...». Θα εξετάσω στη συνέχεια την εφαρμογή των πιο πάνω αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρξε παραπλάνηση του Δικαστηρίου στο στάδιο της εξέτασης της αίτησης μονομερώς και την έκδοση του επίδικου διατάγματος καθώς υπήρξε λανθασμένη παρουσίαση προς το Δικαστήριο του νόμου και βάση μόνο αυτού το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα. Είναι γεγονός ότι στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση η κα Κωνσταντίνα Αβραάμ στην παρ. 6 αναφέρει: «6. Λόγω του ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια είναι θυγατέρα του αποβιώσαντος και λόγω του ότι το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως με ενημέρωσαν οι Δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, θεωρώ, πιστεύω και αιτούμε από το Δικαστήριο όπως καθορίσει το κληρονομικό μερίδιο της Ενάγουσας/Αιτήτριας επί του ακινήτου αφού η Εναγομένη/Καθ'ης η Αίτηση αρνείται να προβεί σε οποιαδήποτε αναγνώριση των κληρονομικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας/Αιτήτριας, με σκοπό να προχωρήσει η διαδικασία διαχείρισης.» Τα γεγονότα όμως όπως παρουσιάστηκαν στη συνέχεια από την Καθ' ης η αίτηση φανερώνουν ότι δεν είναι η Καθ' ης η αίτηση που αρνείται να προχωρήσει σε διαχείριση της περιουσίας του θανόντος την δρομολόγηση της οποίας μάλιστα ξεκίνησε με την κατάθεση της διαθήκης του θανόντος στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Εάν μάλιστα πιστεύει ότι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαθήκη του αποβιώσαντος σε σχέση με την ακίνητη περιουσία που κατέλειπε στην Κύπρο θα μπορούσε και ή ίδια να δρομολογήσει την καταχώρηση σχετικής αίτησης διαχείρισης της περιουσίας του θανόντος αν βέβαια μπορούσε να το κάνει κατοχυρώνοντας έτσι τα κληρονομικά της δικαιώματα. Εάν η Αιτήτρια είχε στην κατοχή της οποιοδήποτε έγγραφο με το οποίο κατονομαζόταν ως κληρονόμος του αποβιώσαντος lurii Borisov (πιστοποιητικό από Ρώσο public notary) τότε το μόνο που θα έπρεπε να κάνει για να κατοχυρωθούν τα κληρονομικά της δικαιώματα θα ήταν να καταχωρήσει η ίδια αίτηση διαχείρισης και να την επιδώσει στην Καθ' ης η Αίτηση, πράγμα φυσικά το οποίο γνώριζε και ο λόγος που δεν το έπραξε είναι γιατί δεν έχει στην διάθεση της πιστοποιητικό που να την κατονομάζει ως κληρονόμο του αποβιώσαντος αφού βάσει του Ρωσικού Δικαίου και της διαθήκης του αποβιώσαντος δεν είναι κληρονόμος του αποβιώσαντος και καμία αρμόδια αρχή (public notary) δεν θα της εξέδιδε τέτοιο πιστοποιητικό. Και δεν είναι μόνο τα πιο πάνω. Με τα όσα αναφέρει στην παρ. 8 της Ένορκης Δήλωσης της η κα Κωνσταντίνα Αβραάμ, παραπλανεί το Δικαστήριο ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο το οποίο διέπει την κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος lurii Borisov. Και αυτό καθώς αφήνει να νοηθεί με τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 6 - παρόλο που δεν το λέει ξεκάθαρα- ότι εξαιτίας του ότι το ακίνητο βρίσκεται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο νόμος που διέπει τα κληρονομικά μερίδια του ακινήτου είναι ο Κυπριακός Νόμος. Η θέση αυτή της Ενάγουσας συνάγεται από τα όσα ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα κα Κωνσταντίνα Αβραάμ στις παρ. 8 και 9 της ένορκης δήλωσης της. Τις καταγράφω για να καταδειχθεί η παραπλάνηση που επιχειρείται του Δικαστηρίου: Στην Παρ. 8: «Από πληροφορίες τις οποίες γνωρίζω, αλλά και όπως με έχει πληροφορήσει η Ενάγουσα/Αιτήτρια, κατόπιν ενημέρωσης της από την Εναγομένη/ Καθ' ης η Αίτηση, η ίδια η Εναγομένη/Καθ' ης η Αίτηση πιστεύει ότι το κληρονομικό μερίδιο της περιουσίας του ακινήτου στην Κύπρο θα διέπεται από τη Ρωσική Νομοθεσία και η ίδια πιστεύει ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια ως θυγατέρα του αποθανόντος, δικαιούται σε συγκεκριμένο μερίδιο επί του εν λόγω ακινήτου.» Και στην Παρ. 9: «Περαιτέρω, η Εναγομένη/Καθ'ης η Αίτηση έχει παρουσιάσει μια διαθήκη, του αποθανόντος και θεωρεί ότι απαλλάσσεται από τις Νομοθεσίες της Κύπρου, η οποία διαθήκη προβλέπει συγκεκριμένο κληρονομικό μερίδιο στον κάθε ένα ξεχωριστά.» Κάτι τέτοιο όμως δεν αναφέρεται στη διαθήκη του θανόντος. Με τα ανωτέρω, η Ενάγουσα, και πάλι αφήνει να νοηθεί - χωρίς να κάνει ακριβή αναφορά περί αυτού- ότι λανθασμένα πιστεύει η Εναγομένη/Καθ'ης η Αίτηση ότι το Ρωσικό δίκαιο θα είναι το εφαρμοστέο δίκαιο στην κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος lurii Borisov αντ' αυτού υπαινίσσεται ότι θα εφαρμοστούν οι πρόνοιες του Κυπριακού δικαίου σχετικά με τον διαμοιρασμό της περιουσίας του αποβιώσαντος. Σύμφωνα με τη νομολογία μας σε μονομερείς αιτήσεις, μέσα στα πλαίσια της πλήρους αποκάλυψης, όταν πρόκειται περί ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αρκετή η επισύναψη ενός εγγράφου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση το οποίο, μόνο αν μελετηθεί προσεκτικά, αποκαλύπτει τα γεγονότα, αλλά πρέπει να επισύρεται ειδικά σε αυτά η προσοχή του Δικαστηρίου. Ουσιώδη δε θεωρούνται τα γεγονότα εκείνα που, αν τα γνώριζε το Δικαστήριο, δεν θα εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα (βλ. Harvardskiy v. Daventree, Πολ. Έφεση 9/07 ημερ. 10/7/08, και Dmitry Rybolovlev κ.α. v. Elena Ryboloeva,
(2010)1 AAΔ
- Η Αιτήτρια ισχυρίζεται λανθασμένα ότι η Ενόρκως Δηλούσα αφήνει να νοηθεί ότι την διανομή της ακίνητης ιδιοκτησίας ενός αποβιώσαντος που δεν είχε την κατοικία του στη Δημοκρατία την καθορίζει η Κυπριακή νομοθεσία και κατ' επέκταση ο Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος, (Κεφ. 195), ως η σχετική νομοθεσία που καθορίζει την διανομή περιουσίας αποθανόντων οι οποίοι είχαν την συνήθη κατοικία τους στην Κύπρο. Οι πρόνοιες όμως του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 650/12 στον οποίο με παρέπεμψαν εύστοχα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Καθ' ης η αίτηση, δεν συνάδουν με την πιο πάνω αντίληψη της Αιτήτριας. Αυτές υπερισχύουν των προνοιών του Κεφ.
- Ο Κανονισμός τέθηκε ολόκληρος σε εφαρμογή στις 17.08.2015, όπως αυτό ορίζει το άρθρο 84 του Κανονισμού, ενώ καθίσταται σαφές βάση του άρθρου 21 ότι: «Με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης διάταξης του παρόντος κανονισμού, για το σύνολο της κληρονομιάς είναι εφαρμοστέο το δίκαιο του κράτους στο οποίο ο θανών είχε τη συνήθη διαμονή του κατά τον χρόνο του θανάτου.» Το πιο πάνω απόσπασμα σε συνδυασμό με το κοινά αποδεχτό γεγονός ότι η συνήθης διαμονή του αποβιώσαντος κατά τον χρόνο του θανάτου του ήταν η Ρωσία, καθιστά σαφές ότι το κληρονομικό δίκαιο που πρέπει να εφαρμοστεί στην διανομή της περιουσίας του αποβιώσαντος lurii Borisov είναι το Ρωσικό δίκαιο και όχι οι πρόνοιες του Κεφαλαίου
- Η Αιτήτρια γνώριζε μετά από πληροφόρηση από την Καθ' ης η αίτηση ότι θα εφαρμοστούν οι πρόνοιες του Ρωσικού δικαίου καθώς και την ύπαρξη διαθήκης η οποία καθιστά ως μοναδική κληρονόμο την Καθ' ης η αίτηση, αφού στην παράγραφο 8 της Ενόρκου Δηλώσεως της κας Κωνσταντίνας Αβραάμ υπάρχει σχετική παραδοχή από πλευράς της Αιτήτριας. Ο εν λόγω Ευρωπαϊκός Κανονισμός θα μπορούσε, μετά από εύλογη έρευνα, να έρθει εις γνώση της Αιτήτριας και των δικηγόρων της και να τον είχαν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου. Το καθήκον της Αιτήτριας να αποκαλύψει γεγονότα τα οποία γνωρίζει αλλά και γεγονότα τα οποία όφειλε να γνωρίζει μετά από εύλογες προσπάθειες εξετάστηκε στην υπόθεση Mitsingas Trading Ltd ν. The Timberland Co of USA,
(1997)1 ΑΑΔ 1791, όπου το Δικαστήριο ανέφερε: « Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Η πιο πάνω αναφορά στις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 650/12 αποτελεί ουσιώδες κατά την νομολογία γεγονός το οποίο η Αιτήτρια γνώριζε ή έστω θα μπορούσε εύλογα να γνωρίζει και η μη συμπερίληψη των προνοιών του στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση οδηγεί το Δικαστήριο στην ακύρωση των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων. Η αποτυχία των αιτητών να αποδείξουν το στοιχείο του κατεπείγοντος και να εκπληρώσουν το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων ως αυτή έχει επεξηγηθεί ανωτέρω δεν συνάδουν ούτε με το επίπεδο καλής πίστης που επιβάλλεται σε τέτοιες διαδικασίες (βλ. και υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd πιο πάνω). Αναπόφευκτα τα πιο πάνω με οδηγούν στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ: Πέραν όμως από τα πιο πάνω, η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση μονομερούς αίτησης συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης (audi alteram partem), ο οποίος αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί [βλ. Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ κ. α.,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1462 - 1463, Resola (CYPRUS) Ltd ν. Χρίστου,
(1998)1 ΑΑΔ 598, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 AAA 248. 264, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd,
(2011)1 AAΔ 1377 С Τ Tobacco Limited ν. Εταιρεία Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ,
(2003)1 ΑΑΔ 853 σελ. 863] Στην υπόθεση Хатζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd,
(2004)1 ΑΑΔ 203 σελ. 207 ο τότε Πρόεδρος του Α.Δ. κ. Γ.Μ. Πικής ανέφερε τα ακόλουθα: «...Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά... Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνον, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του απόντος.» Το Άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), ρητά αναφέρει ότι η έκδοση διατάγματος ex parte δικαιολογείται μόνο όπου αποδεικνύεται είτε το στοιχείο του κατεπείγοντος ή οποιαδήποτε άλλη ιδιαίτερη περίσταση. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου.» Επομένως, ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση βλ. και Ιερά Μητρόπολης Πάφου ν. Aristo Developers Ltd,
(2011)1 ΑΑΔ 1377. Το γεγονός της απουσίας του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί ανεξάρτητο ή αυθύπαρκτο λόγο ακύρωσης εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος (In Re Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 836 σελ. 841, Re Hadjisoteriou
(1986)1 CLR 429 σελ. 440, Αναφορικά με την αίτηση тпς R.C.K. Sports Ltd (Ap.2),
(1993)1 ΑΑΔ 618, Babel Boutique Ltd,
(1995)1 AAΔ 947 στη σελ. 954, In Re B.P. CYPRUS LTD
(1996)1 AAA 861, Zein κ.α. ν. Παράσχου Κ. Καμπανελλά Λτδ,
(2000)1 ΑΑΔ 606). Ως προς το τι συνιστά κατεπείγον ζήτημα, παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd,
(2004)1 AAΔ 203 στη σελ. 207: «Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον Θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί...». Ο παράγων του χρόνου θα πρέπει να εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των αιτούμενων θεραπειών και της πολυπλοκότητας που ενέχει η κάθε υπόθεση (βλ. Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-18, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377. Θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσον πληρούνται οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 σύμφωνα με την ερμηνεία που του δόθηκε από την νομολογία μας. Το κατά πόσο δηλαδή συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην απουσία της άλλης πλευράς. Η πλευρά της Αιτήτριας επικαλέστηκε τον κίνδυνο αποξένωσης του επίδικου ακινήτου. Αυτό ήταν το στοιχείο του κατεπείγοντος που επικαλέστηκε και κρίθηκε από το Δικαστήριο ικανοποιητικό. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι εφόσον το Διάταγμα εναντίον της Καθ' ης η αίτηση εκδόθηκε την 1.03.2017 ενώ η αίτηση για προσωρινό διάταγμα εναντίον της Καθ' ης η αίτηση καταχωρίστηκε στις 10.01.2017 και ότι εξ αυτού του λόγου είναι καταφανής η καθυστέρηση που παρουσιάστηκε. Ανατρέχοντας στα πρακτικά δεν διαπιστώνω ότι συντρέχει αυτός ο παράγοντας εφόσον η Αιτήτρια μετά την καταχώρηση της αίτησης της ενεργούσε προς τον σκοπό της εξασφάλισης του επίδικου διατάγματος. Οι χρόνοι καθορίζονταν από το Δικαστήριο. Επομένως η όποια καθυστέρηση δεν αναιρεί την προϋπόθεση του κατεπείγοντος η οποία είναι απαραίτητη και στην απουσία της οποίας τα εκδοθέντα διατάγματα υπόκεινται σε ακύρωση. Στην προκείμενη περίπτωση το κατεπείγον κρίθηκε στη βάση του ισχυρισμού περί επικείμενης πρόθεσης της Καθ' ης η αίτηση να αποξενωθεί του ακινήτου λόγος που κρίθηκε εύλογος από το Δικαστήριο. Παρά την πιο πάνω απόφαση μου περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων κάτι που οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης και την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60). Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, έχει νομολογηθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση εξετάζοντας την νομική θεμελίωση της αξίωσης (βλ. Αγγλική Σχολή Λευκωσίας ν. The Junior School κ.ά. Αρ. Αγωγής 9169/12 Ε.Δ. Λευκωσίας της κας Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ.). Η Αιτήτρια επιδιώκει από το Δικαστήριο αναγνωριστική δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου η οποία να καθορίζει το κληρονομικό μερίδιο της Ενάγουσας στην περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα της και ειδικά το κληρονομικό μερίδιο της Αιτήτριας στο ακίνητο ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος στην Γερμασόγεια Λεμεσού το οποίο ουσιαστικά ενδιαφέρει, εφόσον είναι το μόνο περιουσιακό στοιχείο του θανόντος στην Κύπρο. Επομένως βρίσκω ότι η πρώτη προϋπόθεση για την έκδοση των διαταγμάτων βάση του Νόμου 14/60 πληρείται εφόσον υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση στη βάση των δικογράφων. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση την ύπαρξη δηλαδή πιθανότητας η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αυτή αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερου από απλής δυνατότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερου από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις με την πιθανότητα αυτή να ερμηνεύεται ως το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Ο αποβιώσας είναι παραδεκτό ότι είχε τη συνήθη διαμονή του κατά το χρόνο του θανάτου του στη Ρωσία (βλ. παρ. 3 της ένορκης δήλωσης της κας Κωνσταντίνας Αβραάμ με ημερομηνία 10.01.2017). Υπό το φως των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 21
(1)του Κανονισμού 650/12 το οποίο αναφέρει ότι: «Με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης διάταξης του παρόντος κανονισμού, για το σύνολο της κληρονομιάς είναι εφαρμοστέο το δίκαιο του κράτους στο οποίο ο θανών είχε τη συνήθη διαμονή του κατά τον χρόνο του θανάτου.» Καθίσταται ξεκάθαρο ότι το εφαρμοστέο δίκαιο στην υπόθεση κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος lurii Borisov είναι το δίκαιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το εφαρμοστέο δίκαιο είναι και το νομικό ζήτημα στο οποίο η νομική βάση στην οποία πρέπει το Δικαστήριο να ανατρέξει προκειμένου να βρει ποιοι είναι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος. Ο αποβιώσας με διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε στις 25.09.2015 σε Ρώσο συμβολαιογράφο (public notary) στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας, ορίζει ως μοναδική κληρονόμο του συνόλου της περιουσίας του, όπου και αν βρίσκεται αυτή, τη σύζυγο του και Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα Larisa Borisova. Το δικαίωμα του αποβιώσαντος, σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο, να ορίσει τη σύζυγο του ως μοναδική κληρονόμο του, τεκμηριώνεται και από την γνωμάτευση με ημερομηνία 14.03.2017 του Ρώσου δικηγόρου Dmitry Α. Malyarenko ο οποίος κρίνει την διαθήκη ως έγκυρη, ενώ παράλληλα παραθέτει το άρθρο 1149 του Ρωσικού αστικού κώδικα στο οποίο περιγράφονται οι περιπτώσεις στις οποίες ο νόμος προβλέπει αναγκαστικές κληροδοσίες (νόμιμη μοίρα), οι οποίες υπερισχύουν της τελευταίας βουλήσεως του αποβιώσαντος. Η Αιτήτρια κατά τον ως άνω δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες του άρθρου 1149 και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να λάβει ουδεμία αναγκαστική κληροδοσία από την περιουσία του αποβιώσαντος. Σημειώνω εδώ ότι η πιο πάνω μαρτυρία παρέμεινε χωρίς να αμφισβητηθεί με την προσκόμιση συμπληρωματικής - απαντητικής ένορκης δήλωσης η οποία θα απαντούσε στα πιο πάνω με αντίστοιχη νομική άποψη. Την 25.09.2015 εκδόθηκε από Ρώσο public notary Konstantin Eduardovich Syritso πιστοποιητικό κληρονόμων του θανόντος στο οποίο κατονομάζει ως μοναδική κληρονόμο του αποβιώσαντος την Καθ' ης η Αίτηση. Σχετική είναι επίσης η άποψη της Αρχιπρωτοκολλητού η οποία εκφράζεται μέσα από επιστολή της με ημερομηνία 9.11.2016 (Τεκμ. 3) στην ένορκη δήλωση του κ. Κάρλου Παρτασίδη όπου βεβαιώνει (σε άλλη βέβαια περίπτωση) ότι η αρμόδια αρχή για να κατονομάζει ποιοι είναι οι κληρονόμοι ενός αποβιώσαντος ο οποίος είχε την συνήθη διαμονή τους στην Ρωσία είναι οι αρμόδιοι συμβολαιογράφοι "public notaries". Και δεν είναι μόνο αυτό. Σύμφωνα με το Άρθρο 1 του Νόμου που κυρώνει τη σύμβαση περί καταργήσεως υποχρεώσεως προς νομιμοποίηση αλλοδαπών δημοσίων εγγράφων σύμβαση την οποία υπέγραψαν και η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ρωσική Ομοσπονδία, έγγραφα εκδιδόμενα από συμβολαιογράφο (public notary) τυγχάνουν αυτόματα νομιμοποίησης στα συμβληθέντα κράτη. Στην παρούσα υπόθεση τέτοια έγγραφα είναι τόσο η διαθήκη του αποβιώσαντος όσο και το πιστοποιητικό κληρονόμων τα οποία αποτελούν συμβολαιογραφικές πράξεις (notarial acts). Σύμφωνα με τα πιο πάνω η μοναδική κληρονόμος του αποβιώσαντος δεν είναι άλλη παρά η Καθ' ης η αίτηση και επομένως καταλήγω ότι και για αυτόν τον λόγο δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση έκδοσης του διατάγματος βάση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Προχωρώ στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης στο κατά πόσον είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Η προϋπόθεση αυτή πληρείται όχι μόνο εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής ως θεραπεία αλλά και εάν κατά το στάδιο της εκτέλεσης ο Εναγόμενος δεν θα μπορεί να ικανοποιήσει την εναντίον του απόφαση (βλ. Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1 Α.Α.Δ. 2111). Ήδη έχει καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αίτηση διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος lurii Borisov με προτεινόμενο διαχειριστή τον δικηγόρο Χριστόδουλο Γ. Βασιλειάδη και προτεινόμενο αξιόχρεο εγγυητή. Στα πλαίσια της διαδικασίας της διαχείρισης το Δικαστήριο θα κληθεί να ελέγξει όλες τις ενέργειες που θα γίνουν από τον διαχειριστή προκειμένου η περιουσία του αποβιώσαντος να μεταβιβαστεί στους νόμιμους κληρονόμους του. Οι προσωπικές εγγυήσεις του διαχειριστή και του εγγυητή σε συνάρτηση με τον ελεγκτικό ρόλο του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο οποίο έχει καταχωριστεί η διαχείρισηεγγυούνται ότι θα απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ακόμα και αν ήθελε ακυρωθεί το επίδικο διάταγμα. Επομένως οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι ούτε αυτή η προϋπόθεση δηλαδή της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στην Αιτήτρια σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος, δεν στοιχειοθετείται. Εξάλλου αν αυτή αποδείξει ότι ερείδεται κληρονομικού δικαιώματος από τον θανόντα πατέρα της θα δικαιούται ένα μέρος μόνο του επίδικου κληρονομικού διαμερίσματος του οποίου η αξία εύκολα μπορεί να εκτιμηθεί και προσδιοριστεί το κληρονομικό της μερίδιο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Η πιο πάνω κατάληξη μου σε σχέση με την μη εκπλήρωση των τριών προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.12/60δεν χρειάζεται να προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσω/και ή να διατηρήσω ως η περίπτωση σε ισχύ το επίδικο διάταγμα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω όπως ακυρώσω το εκδοθέν διάταγμα. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα θα είναι υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπογρ. )............ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Παρεμπίπτον Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο