ΜΑΡΙΝΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως η μητέρα και/ή πλησιέστερη συγγενής και/ή φίλη και/ή το πρόσωπο που ασκεί την γονική μέριμνα του ανήλικου Χρυσοβαλάντη Ιωάννου ν. Α/ΦΟΙ Μ. & Π. ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 429/2015, 22/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A421 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 429/2015 Μεταξύ: ΜΑΡΙΝΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως η μητέρα και/ή πλησιέστερη συγγενής και/ή φίλη και/ή το πρόσωπο που ασκεί την γονική μέριμνα του ανήλικου Χρυσοβαλάντη Ιωάννου Ενάγουσας και
- Α/ΦΟΙ Μ. & Π. ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΑΝΤΡΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ
- ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΗΛΑΚΟΥΡΗΣ
- ΜΑΡΙΑ ΧΑΤΖΗΛΟΙΖΗ Εναγομένων Ως ετροποποιήθει δυνάμει διατάγματος Ε. Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 4.12.2015 Μεταξύ: ΜΑΡΙΝΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως η μητέρα και/ή πλησιέστερη συγγενής και/ή φίλη και/ή το πρόσωπο που ασκεί την γονική μέριμνα του ανήλικου Χρυσοβαλάντη Ιωάννου Ενάγουσας και
- Α/ΦΟΙ Μ. & Π. ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΑΝΤΡΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ
- ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΗΛΑΚΟΥΡΗΣ
- ΜΑΡΙΑ ΧΑΤΖΗΛΟΙΖΗ
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΛΟΙΖΗ
- ΜΑΡΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ Εναγομένων Αίτηση απόρριψης και/ή παραμερισμού της Αγωγής Ημερομηνία: 22.12.2017 Για Εναγόμενο 3 - Αιτητή: κα Χατζηχαραλάμπους για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κ. Παναγή για PHC Tsangarides LLC. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 29.1.15, δια γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους τα ακόλουθα: Α. Γενικές αποζημιώσεις ως συνεισφορά λόγω θανάτου του Παντελή Ιωάννου, συμβίου της Ενάγουσας, ο οποίος προκλήθηκε ως συνέπεια εργατικού ατυχήματος ημερ. 27.6.2013, το οποίο έγινε σε εργοτάξιο στο χωριό Αμίαντος, μετά από κατάρρευση υφιστάμενου τοίχου αντιστήριξης και οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή την παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 5 και
- Β. Αποζημιώσεις για ειδικές και/ή υλικές ζημίες και/ή έξοδα που υπέστηκε η Ενάγουσα λόγω του θανάτου του Παντελή Ιωάννου, ως συνέπεια του προαναφερόμενου εργατικού ατυχήματος. Γ. Νόμιμους τόκους επί του ποσού που θα επιδικάσει το Δικαστήριο ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, από την 27.6.2013 μέχρι πλήρους αποπληρωμής. Δ. Τα έξοδα της αγωγής και Φ.Π.Α. Να σημειωθεί ότι αρχικά η Αγωγή εγέρθηκε μόνο εναντίον των Εναγομένων 1-4 ενώ οι Εναγόμενοι 5 και 6 προστέθηκαν με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 4.12.15, μετά από αίτηση ημερ. 26.3.
- Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 14.12.16, μετά από αίτηση του Εναγόμενου 1 για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης, ημερ. 16.9.
- Ακολούθησε στις 4.1.17 αίτηση της Ενάγουσας για έκδοση απόφασης εναντίον όλων των Εναγομένων, λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης. Υπεράσπιση καταχώρησαν: ο Εναγόμενος 2 στις 13.1.17, ο Εναγόμενος 6 στις 4.5.17, ο Εναγόμενος 1 στις 16.5.17, η Εναγόμενη 4 στις 2.6.17 και ο Εναγόμενος 5 στις 19.6.
- Εν τω μεταξύ η Ενάγουσα καταχώρησε αιτήσεις ορισμού στις 26.1.17 και στις 13.6.17 ενώ στις 11.5.17 ο Εναγόμενος 3 (στο εξής ο Αιτητής), ο οποίος δεν καταχώρησε ακόμη Υπεράσπιση, καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά: α. Διάταγμα απορρίπτον και/ή παραμερίζον και/ή ακυρώνoν την Αγωγή και/ή κλητήριο ένταλμα και/ή τη μέχρι σήμερα διαδικασία στην Αγωγή ως αντικανονική και/ή ως αντιβαίνουσα στην Νομοθεσία και συγκεκριμένα στο άρθρο 58
(11),
(12)και
(13)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- β. Περαιτέρω ή άλλην θεραπεία. γ. Τα έξοδα της αίτησης. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και στις Δ.48 Κ.2 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Μαριέλλας Δαμιανού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Η Ενάγουσα (στο εξής η Καθ' ης η αίτηση) καταχώρισε στις 17.10.17 ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας λόγους ένστασης, οι οποίο μπορεί να συνοψισθούν ως ακολούθως:
- Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή δεν είναι ορθή και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή της νομολογίας και/ή δεν καλύπτει τις αιτούμενες θεραπείες.
- Η Καθ' ης η αίτηση ακολούθησε την ορθή και νόμιμη διαδικασία ως προς την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και κανένας λόγος δεν συντρέχει για διαγραφή και/ή παραμερισμό της. Η Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων ενώ η βάση αυτή δεν είναι αποκλειστικά το άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 αλλά διαζευκτικά και/ή όπως προκύπτει μέσα από τα γεγονότα όπως περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, η Αγωγή στηρίζεται και σε παράβαση συμβατικής σχέσης μεταξύ του αποθανόντος και των Εναγομένων.
- Έχει ήδη καταχωρηθεί αίτηση συνένωσης των αγωγών 425/15, 426/15, 427/15, 428/15 και 429/15 αφού τα γεγονότα και οι Εναγόμενοι είναι ίδιοι σε όλες, όπως και οι δικηγόροι τους, υπάρχουν κοινά νομικά και/ή πραγματικά ζητήματα τέτοιας σημασίας, ούτως ώστε να καθιστούν αναγκαία ή επιθυμητή την συνένωση τους, αφού οι απαιτήσεις προέρχονται από το ίδιο ατύχημα και θα υπάρξει ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι άκυρη και/ή ελαττωματική και/ή δίδεται από αναρμόδιο πρόσωπο και δη δικηγόρο που εργάζεται στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τον Αιτητή χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε επεξήγηση και/ή δικαιολογία για το ότι δεν γίνεται από τον ίδιο τον Αιτητή.
- Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και θα στερήσει από την Καθ' ης η Αίτηση το δικαίωμα να προβάλει τους ισχυρισμούς των γεγονότων που στοιχειοθετούν την αγωγή της και κατ' επέκταση το δικαίωμα να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος.
- Ο Αιτητής δεν θα υποστεί καμιά απολύτως ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας της Καθ' ης η αίτηση. Τα γεγονότα και τα δεδομένα επί των οποίων και οι δύο πλευρές στηρίζουν τις θέσεις τους, ως προκύπτουν, τα πλείστα από τον ίδιο το φάκελο της υπόθεσης και τα λοιπά από τις ένορκες δηλώσεις, είναι αδιαμφισβήτητα και κοινώς αποδεκτά. Έχουν δε ως ακολούθως: Ο Παντελής Ιωάννου (στο εξής ο αποβιώσας) απεβίωσε μετά από εργατικό ατύχημα στις 27.6.
- Στις 19.11.15 καταχωρήθηκε η υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και η αγωγή υπ' αρ. 426/15, από τους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, Μαρίνα Δημοσθένους Ιωάννου και Γιαννούλα Δημοσθένους (αντίγραφο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αυτής επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση). Προκύπτει δε ως λογική συνέχεια, απόρροια των συνεχόμενων αριθμών τους, ότι αναφορικά με τον ίδιο θάνατο, την ίδια ημέρα καταχωρήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, εναντίον των ίδιων πάντα Εναγομένων και οι αγωγές υπ' αρ. 425/15 (με Ενάγουσα την Μαρίνα Δημοσθένους), 427/15 (με Ενάγουσα την Μαρίνα Δημοσθένους υπό την ιδιότητα της ως η μητέρα του ανήλικου Παναγιώτη Ιωάννου) και 428/15 (με Ενάγουσα την Μαρίνα Δημοσθένους υπό την ιδιότητα της ως η μητέρα της ανήλικης Άννας Ιωάννου). Στις 26.5.17 καταχωρήθηκε από πλευράς των προαναφερόμενων διαχειριστών, αίτηση συνένωσης όλων των πιο πάνω αγωγών (επισυνάπτεται στην ένσταση της παρούσας), η οποία ως αναφέρει στηρίζεται στο ότι στις εν λόγω αγωγές οι Εναγόμενοι είναι οι ίδιοι, οι δικηγόροι των διαδίκων είναι οι ίδιοι, υπάρχουν κοινά πραγματικά και νομικά ζητήματα τέτοιας σημασίας, ώστε να καθίσταται αναγκαία η συνένωση τους εφόσον οι απαιτήσεις προέρχονται από το ίδιο ατύχημα και θα υπάρξει ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης με την εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Τέλος ίδια αίτηση όπως η υπό εξέταση έχει καταχωρηθεί από τον ίδιο Αιτήτη και στις άλλες προαναφερόμενες αγωγές, πλην της υπ' αρ. 426/
- Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους, παραπέμποντας στην σχετική νομολογία. Εξέταση της αίτησης Θα ξεκινήσω από την θέση ότι στην αίτηση δεν αναγράφεται η ορθή νομική βάση. Ως έχει λέχθηκε στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Koza Michael David κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 208/2012, ημερ. 24.11.17, «η Δ.48 Κ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραίτητα να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο η αίτηση θα αποφασιστεί, αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της αίτησης». Στην παρούσα, στη νομική βάση της αίτησης αναγράφεται το άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 καθώς και οι Δ.48 Κ.2 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Είναι δε η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η νομική βάση είναι λανθασμένη και/ή ανεπαρκής. Εισηγείται δε ουσιαστικά ότι αυτή έπρεπε να αναγράφει την Δ.27 Κ.
- Αυτή η θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί κατά την κρίση μου να ισχύει στην παρούσα καθότι εφαρμόζεται μεν όπου επιζητείται η διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου δηλ. της ίδιας της αγωγής ή της έκθεσης απαίτησης, αλλά για συγκεκριμένους λόγους και δη όταν δεν αποκαλύπτει λογική αιτία αγωγής ή τα δικόγραφα είναι τόσο καθαρά επιπόλαια και ενοχλητικά που η κατάθεση τους αποτελεί στην ουσία κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μπορεί να τερματίσει ή να αναστείλει την αγωγή ή να δώσει απόφαση ως είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Στην παρούσα ζητείται η απόρριψη, παραμερισμός ή ακύρωση της Αγωγής, όχι για κάποιον από τους προαναφερόμενους λόγους αλλά γιατί η Αγωγή καταχωρήθηκε κατά παράβαση της πρόνοιας του άρθρου 58 του Κεφ. 148 και συγκεκριμένα των εδαφίων 11-13, από τα οποία προκύπτει σαφώς ποιος έχει δικαίωμα να εγείρει αγωγή με την οποία να αξιώνει αποζημιώσεις λόγω θανάτου, συνεπεία αστικού αδικήματος και πως δύναται δικονομικά να ασκήσει αυτό το δικαίωμα. Πρόκειται δηλ. για θέμα για το οποίο δεν γίνεται πρόνοια στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς αλλά σε ειδικό άρθρο Νόμου. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η αίτηση αναγράφει την ορθή νομική βάση. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι ακόμη και σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση μου είναι λανθασμένη και πάλι δεν θα απέρριπτα την αίτηση για τους εξής λόγους: Κατ' αρχάς, ενόψει των προαναφερθέντων, η αναγραφή του άρθρου 58 θα εξακολουθούσε να είναι απαραίτητη εφόσον κρίνεται βασικό για την παρούσα. Συνεπώς θα απουσίαζε μόνο η Δ.27 Κ.
- Στην Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 κρίθηκε ότι η αναφορά λανθασμένης νομικής βάσης στην αίτηση, σύμφωνα με τη νέα Δ.64, δεν αποτελεί θεμελιώδη παραβίαση αλλά απλά μη συμμόρφωση (παρατυπία) με τους Θεσμούς και συγκεκριμένα με τη Δ.48 Κ.1 και ότι τέτοια παρατυπία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και την διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64, η οποία είναι διατυπωμένη έτσι ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει Δικαιοσύνη. Ως αναφέρθηκε και στην Koza Michael David ανωτέρω, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά την Wunderlich, το Δικαστήριο διατηρεί την διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στην θεραπεία της παρατυπίας. Σύμφωνα δε με την σχετική νομολογία (βλ. Wunderlich ανωτέρω και Μιχαήλ ν. Ττουνιά
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 113) παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι οι ακόλουθοι:
- Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς.
- Η πρόκληση αδικίας στο διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία.
- Το μέγεθος της παρατυπίας. Στην προκείμενη ναι μεν η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει παραιτηθεί από το θέμα της παρατυπίας αλλά από την άλλη δεν φαίνεται να έχει υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Αντίθετα έχει λάβει μέρος στην διαδικασία και έχει υποστηρίξει τις θέσεις της έχοντας υπόψη την καταχωρηθείσα αίτηση και τη νομική βάση που αυτή αναγράφει και συγκεκριμένα το άρθρο 58 του Κεφ. 148, το οποίο και η ίδια επικαλείται. Το μέγεθος δε της παρατυπίας δεν είναι μεγάλο δεδομένου ότι στην αίτηση γίνεται αναφορά στο άρθρο 58 του Κεφ. 148, που ως έχει προαναφερθεί, είναι και το σημαντικότερο στην παρούσα. Η Δ.64 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε διάδικο λόγω της τυπικής προσήλωσης στους διαδικαστικούς κανονισμούς. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει την ευχέρεια να απονέμει Δικαιοσύνη επί της ουσίας και όχι να απορρίπτονται διαδικασίες με την διαπίστωση απλών παρατυπιών (βλ. Wunderlich ανωτέρω). Ως εκ των άνω κρίνω λοιπόν ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα έπρεπε να ασκηθεί και θα ασκείτο υπέρ της έκδοσης διατάγματος απαλλαγής από την εν λόγω παρατυπία. Όσον αφορά το ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο, είναι γνωστή η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους. Η θέση όμως αυτή αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (βλ. Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329). Στην Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1203 με αναφορά και στην Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356, λέχθηκε ότι «δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση». Κάτι τέτοιο προφανώς δεν ισχύει στην παρούσα. Η ενόρκως δηλούσα δεν χειρίζεται την παρούσα αίτηση αλλά απλά προβαίνει σε ένορκη δήλωση για να αναφέρει γεγονότα προς υποστήριξη αυτής. Δεν μου διαφεύγει ούτε το ότι δεν δίδεται εξήγηση για τον λόγο που την ένορκη δήλωση δεν την κάνει ο ίδιος ο Αιτητής. Πράγματι στην Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, αναφέρεται ότι απαιτείται σε τέτοια περίπτωση να δοθεί κάποια εξήγηση αναφορικά με το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Ως έχει όμως λεχθεί στην Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1202, με αναφορά και στην Rybolovlev ανωτέρω, η νομολογία δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται τέτοια ένορκη δήλωση. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα ανωτέρω καθώς και το ότι η ενόρκως δηλούσα έχει αποκαλύψει ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησης της, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη και τα πλείστα των ουσιωδών γεγονότων και δεδομένων, προκύπτουν από τον ίδιο τον φάκελο της υπόθεσης ενώ ως προς τα υπόλοιπα δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, κρίνω ότι δεν τίθεται θέμα απόρριψης της ένορκης δήλωσης. Εξετάζοντας τώρα την ουσία της αίτησης θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει βασικά ότι δικαιωματικά καταχώρησε την παρούσα Αγωγή καθότι:
- Το εδάφιο 12 του άρθρου 58 του Κεφ. 148 δημιουργεί εξαίρεση στον κανόνα που θέτει το εδάφιο 11, ότι η αγωγή εγείρεται στο όνομα του εκτελεστή ή διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα και στην προκειμένη η αγωγή καταχωρήθηκε εφόσον μετά την πάροδο 12 μηνών από τον θάνατο του αποβιώσαντα, οι διαχειριστές δεν είχαν εγείρει αγωγή.
- Η παρούσα Αγωγή εδράζεται σε αξιώσεις του ανήλικου τέκνου του αποβιώσαντα για αποζημιώσεις ως συνεισφορά και άλλες λόγω απώλεια και/ή θανάτου, οι οποίες είναι διαφορετικές από αυτές που αξιώνουν οι διαχειριστές της περιουσίας αυτού, με την αγωγή που ήγειραν. Προς εξέταση των ανωτέρω θα πρέπει στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στο θέμα της αξίωσης αποζημιώσεων λόγω θανάτου, συνεπεία αστικού αδικήματος. Τέτοιες αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα και προς όφελος των εξαρτωμένων (βλ. Καζάκου ν. Αβρααμίδη
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1626). Το άρθρο 58
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 με τον πλαγιότιτλο «Δικαίωµα αγωγής σε σχέση µε πράξη που προκαλεί θάνατο» προβλέπει βασικά ότι σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου συνεπεία αστικού αδικήµατος, το πρόσωπο που ευθύνεται για το εν λόγω αστικό αδίκημα, είναι υπόχρεο για την καταβολή των αποζημιώσεων που θα δικαιούτο να εισπράξει ο θανών εξαιτίας του αδικήματος, εάν δεν πέθαινε. Σύμφωνα δε με το εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου η αγωγή εγείρεται σε όφελος των εξαρτωµένων του αποβιώσαντος (οι εξαρτώμενοι καθορίζονται με βάση τα εδάφια 3-5), τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου 8, το οποίο προνοεί ότι αξίωση για αποζημιώσεις λόγω απώλειας (τέτοια αξίωση μπορεί, σύμφωνα με το εδάφιο 7, να περιληφθεί στην εν λόγω αγωγή) είναι μόνο προς όφελος των προσώπων που καθορίζονται συγκεκριμένα στο ίδιο εδάφιο (συζύγου και τέκνων ή αν δεν υπάρχουν τέτοιοι των γονέων αυτού) ενώ για το ύψος του ποσού που επιδικάζεται λόγω απώλειας και τον καταμερισμό του προβλέπουν τα εδάφια 9 και 10. Στην ίδια αγωγή δύνανται να επιδικαστούν αποζηµιώσεις, άλλες από τις αποζηµιώσεις λόγω απώλειας, οι οποίες αναλογούν προς την ζηµιά, η οποία προκύπτει από το θάνατο στους εξαρτώµενους αντίστοιχα (βλ. εδάφιο 15 το οποίο καθορίζει τα δικαιώματα των εξαρτωμένων - βλ. Καζάκου ανωτέρω) καθώς και σε σχέση με έξοδα κηδείας του αποβιώσαντα, εάν αυτά τα έχουν υποστεί οι εξαρτώµενοι (βλ. εδάφιο 17). Κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων για το θάνατο οποιουδήποτε προσώπου, δεν υπολογίζονται στην αγωγή, οφελήµατα τα οποία έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν ή δύνανται να περιέλθουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο από την κληρονοµιά ή άλλως ως αποτέλεσµα του θανάτου (βλ. εδάφιο 19). Η αγωγή πρέπει να εγείρεται εντός τριών ετών από το θάνατο του αποβιώσαντα (βλ. εδάφιο 20) και σε αυτήν ο ενάγοντας υποχρεώνεται να παρέχει στον εναγόµενο πλήρη στοιχεία των προσώπων για τα οποία και εκ µέρους των οποίων εγείρεται η αγωγή καθώς και της φύσης της αξίωσης, σε σχέση µε την οποία επιδιώκεται η είσπραξη αποζηµιώσεων (βλ. εδάφιο 14). Σύμφωνα δε με το εδάφιο 11 του ίδιου άρθρου, η εν λόγω αγωγή εγείρεται από και στο όνοµα του εκτελεστή ή του διαχειριστή του αποβιώσαντα. Τα εδάφια 12 και 13, τα οποία όπως και το εδάφιο 11, είναι ουσιώδη για σκοπούς της παρούσας, προβλέπουν τα ακόλουθα: «
(12)Αν— (α) δεν υπάρχει εκτελεστής ή διαχειριστής του αποβιώσαντος· ή (β) δεν εγερθεί αγωγή εντός δώδεκα µηνών από το θάνατο του αποβιώσαντος από και στο όνοµα του εκτελεστή ή διαχειριστή του αποβιώσαντος, η αγωγή δύναται να εγερθεί από και στο όνοµα όλων ή οποιουδήποτε από τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων ο εκτελεστής ή ο διαχειριστής θα µπορούσε να εγείρει αυτή.
(13)Δεν θα εγείρεται πέρα της µιάς αγωγής για τον ίδιο θάνατο». Τα γεγονότα στην υπόθεση Παπαμάρκου ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 568, στην οποία παραπέμπουν και οι δύο πλευρές είχαν ως ακολούθως: Είχε καταχωρηθεί αγωγή από τους διαχειριστές της περιουσίας της θανούσας σε ατύχημα, με την οποία αξιώνονταν αποζημιώσεις στη βάση του άρθρου 58 του Κεφ. 148, επ' ωφελεία των εξαρτώμενων της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε:
(1)αποζημιώσεις για μελλοντική απώλεια στους εξαρτώμενους και συγκεκριμένα στον σύζυγο και την θυγατέρα της θανούσας, που επήλθε ως εκ της απώλειας της συνεισφοράς της τελευταίας στα κοινά έξοδα της οικογένειας,
(2)ηθική απώλεια (bereavement) στον σύζυγο και
(3)έξοδα κηδείας και διαχείρισης. Ο συνήγορος του εφεσείοντα ήγειρε πρωτοδίκως αλλά και κατ' έφεση ότι η αξίωση για αποζημιώσεις βάσει του άρθρου 58, η οποία από τους διαχειριστές της περιουσίας της θανούσας προς όφελος του συζύγου και της θυγατέρας της, υπήρξε το αντικείμενο άλλης αγωγής, την οποία καταχώρισε προσωπικά η ανήλικη θυγατέρα μέσω του πατέρα της εναντίον του εφεσείοντα και στην οποία εκδόθηκε απόφαση με την οποία επιδικάσθηκε στην θυγατέρα αποζημίωση, μεταξύ άλλων και για απώλεια των υπηρεσιών καθώς και της φροντίδας και αγάπης της μητέρα της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα, ούτε και εγειρόταν θέμα δεδικασμένου καθώς και ότι στην αγωγή που είχε ενώπιον του η θυγατέρα και ο σύζυγος της θανούσας, δια των διαχειριστών της περιουσίας της τελευταίας αξίωναν διαφορετικές αποζημιώσεις, οι οποίες και βασίζονταν στην οικονομική συνεισφορά της αυτής στα κοινά έξοδα της οικογένειας και όχι στην παροχή υπηρεσιών, φροντίδας και αγάπης, προσωπικά στην θυγατέρα, που ήταν το αντικείμενο της άλλης αγωγής. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας το θέμα κατέληξε στα ακόλουθα: «Κρίνουμε πως τα πιο πάνω ζητήματα ρυθμίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Το εδάφιο
(15)του άρθρου καθορίζει τις αποζημιώσεις που δύνανται να επιδικασθούν σε εξαρτώμενους του αποβιώσαντος, οι οποίοι και καθορίζονται στα εδάφια
(3),
(4)και
(5)του Νόμου. Οι αποζημιώσεις αυτές αναλογούν προς τη ζημία η οποία προκύπτει ως εκ του θανάτου στους εξαρτωμένους αντιστοίχως. Η αγωγή εγείρεται, σύμφωνα με το εδάφιο
(11), υπό και επ΄ονόματι του εκτελεστή ή διαχειριστή του αποβιώσαντος. Εάν δε δεν υπάρχει εκτελεστής ή διαχειριστής του αποβιώσαντος ή εάν δεν έχει εγερθεί αγωγή μέσα σε 12 μήνες από το θάνατο του αποβιώσαντος υπό και επ΄ονόματι του εκτελεστή ή διαχειριστή του, τότε η αγωγή μπορεί να εγερθεί από και επ΄ονόματι απάντων ή οιουδήποτε των προσώπων προς όφελος των οποίων ο εκτελεστής ή ο διαχειριστής θα ηδύνατο να την εγείρει. (Εδάφια 11 και 12). Το εδάφιο
(13)ρητά προνοεί πως δεν εγείρεται πέραν της μιας αγωγής για τον αυτόν θάνατον. Η επιδίκαση αποζημιώσεων στη θυγατέρα της αποβιωσάσης Τώνια στην αγωγή 1498/02, για απώλεια των υπηρεσιών της μητέρας της στις οποίες αναφερθήκαμε πιο πάνω, σαφώς εμπίπτουν στο είδος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται βάσει του εδαφίου
(15)του άρθρου
- Η πιο πάνω αγωγή, όπως είπαμε ήδη, καταχωρίστηκε από την ίδια την Τώνια Κωνσταντίνου μέσω του πατέρα της, σ΄αυτή δε αξίωνε, εκτός από τις πιο πάνω αποζημιώσεις, και αποζημιώσεις για προσωπικές βλάβες που υπέστη κατά το δυστύχημα. Ο δικαστής αναφέρει στην απόφαση του πως δεν γνώριζε κατά πόσο είχε διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας και ως εκ τούτου ίσχυαν οι πρόνοιες του εδαφίου 12 του άρθρου. Γι΄αυτό και προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης. Είναι δεδομένο όμως πως η αγωγή 1499/02, αντικείμενο της έφεσης που συζητούμε, καταχωρίστηκε την ίδια ημέρα με τη 1498/
- Η αγωγή δε αυτή καταχωρίστηκε από τους διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας. Είχαν δηλαδή δοθεί σ΄αυτούς έγγραφα διαχείρισης, και ενεργούσαν με αυτή την ιδιότητα, την ημέρα που καταχωρίστηκε και η προσωπική αγωγή της Τώνιας. ...................................... ΄Εχουμε τη γνώμη πως οι αποζημιώσεις που επιδίκασε ο Δικαστής στην αγωγή 1498/02, για απώλεια των υπηρεσιών και φροντίδας της αποβιώσασας προς τη θυγατέρα της Τώνια, εμπίπτουν στις αποζημιώσεις προς εξαρτωμένους που ορίζονται στο άρθρο 58 του Νόμου. Και οι αποζημιώσεις που δόθηκαν από τη Δικαστή στην αγωγή 1499/02, αντικείμενο της έφεσης, για την απώλεια της οικονομικής συνεισφοράς της αποβιώσασας στα κοινά έξοδα της οικογένειας, εμπίπτουν ακριβώς στον ίδιο ορισμό του άρθρου
- Δεν μπορούσε, επομένως, να καταχωριστούν δύο αγωγές γι΄αυτό το είδος των αποζημιώσεων, όπως ρητά προβλέπεται στο εδάφιο 13 του άρθρου
(58). Εγείρεται το ερώτημα: τι δέον γενέσθαι εφόσον δεν ελήφθησαν τα δέοντα βήματα για να θεραπευθεί διαδικαστικά η παράλληλη πορεία των δύο αγωγών. Υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, όπως τις εξηγήσαμε πιο πάνω, κρίνουμε πως η πιο εφικτή και δίκαιη λύση είναι η έκδοση κατάλληλου διατάγματος ως προς τα έξοδα. ...................................... Αναφορικά με τα έξοδα θεωρούμε δίκαιο, ενόψει του γεγονότος πως δεν ακολουθήθηκε από τους εφεσίβλητους η ρητή πρόνοια του εδαφίου 13 του άρθρου 58, να επωμιστούν τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας και εδώ. Τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ του εφεσείοντος κατά το ήμισυ, γιατί αμφισβήτησε πρωτοδίκως και ενώπιον μας το θέμα της ευθύνης, για το οποίο η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε». Ως λέχθηκε στην Ιορδάνου ν. Κυριάκου κ.α.
(1996)1Β Α.Α.Δ 1364, «σκοπός του άρθρου 58 είναι η εξασφάλιση σε πρόσωπα εξαρτώμενα από τον αποβιώσαντα, αγώγιμου δικαιώματος, για αποζημίωση για την ζημία και την απώλεια που υφίστανται λόγω του θανάτου του. Το εν λόγω άρθρο αποκαλύπτει ότι τα δικαιώματα των εξαρτωμένων για αποζημίωση καθορίζονται εξαντλητικά στις διατάξεις του. Όπως συνάγεται, το δικαίωμα των εξαρτωμένων προσώπων δεν είναι συνάλληλο ούτε με τα αγώγιμα δικαιώματα του αποβιώσαντος, εάν δεν επερχόταν ο θάνατος, ούτε και με εκείνα των προσωπικών του αντιπροσώπων, ως διαδόχων της περιουσίας του. Τα δικαιώματα τα οποία εξασφαλίζονται από το άρθρο 58 είναι προσωπικά, αλληλένδετα με τη ζημία και την απώλεια που υφίστανται οι εξαρτώμενοι, λόγω αυτού τούτου του θανάτου». Δια της παρούσας Αγωγής αξιώνονται, για λογαριασμό ενός εκ των ανηλίκων εξαρτωμένων του αποβιώσαντα, αποζημιώσεις ως συνεισφορά λόγω θανάτου και λόγω απώλειας και/ή θανάτου αυτού, συνεπεία αστικού αδικήματος. Δια της αγωγή υπ' αρ. 426/15, οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, αξιώνουν από τους ίδιους Εναγόμενους, αποζημιώσεις λόγω απώλειας οικείου και αποζημιώσεις για ειδικές ζημιές και έξοδα που υπέστησαν λόγω του θανάτου αυτού, συνεπεία του ίδιου αστικού αδικήματος. Ως προκύπτει σαφώς από το όλο λεκτικό του άρθρου 58 (όπου ρητά γίνεται αναφορά σε «αγωγή» σε ενικό αριθμό) και την προαναφερθείσα νομολογία, οι οποιεσδήποτε αξιώσεις για αποζημιώσεις λόγω τέτοιου θανάτου, είτε προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα είτε προς όφελος των εξαρτωμένων αυτού, περιλαμβάνονται σε μια αγωγή. Αυτό δε παρά το ότι οι αξιώσεις αυτές των εξαρτωμένων είναι ξεχωριστές από αυτές των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα. Στην αγόρευση του ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι, ως προκύπτει από τα γεγονότα που περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης, η παρούσα Αγωγή δεν έχει ως βάση μόνο το άρθρο 58 του Κεφ. 148 αλλά και παράβαση συμβατικής σχέσης μεταξύ του αποβιώσαντα και των Εναγομένων. Εκείνο που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης (παρ. 28) είναι ότι ο αποβιώσας, ως μέτοχος της Εναγόμενης 1 εταιρείας αποκόμιζε μερίσματα ως κέρδη από την εν λόγω εταιρεία. Αυτό όμως δεν δημιουργεί, κατά την κρίση μου, ξεχωριστή και μάλιστα προσωπική αξίωση του ανήλικου εξαρτώμενου εναντίον των Εναγομένων, «από παράβαση συμβατικής σχέσης των τελευταίων με τον αποβιώσαντα πατέρα του». Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν δικαιολογείτο η έγερση διαφορετικής αγωγής, λόγω της ύπαρξης των συγκεκριμένων και προσωπικών αξιώσεων του εξαρτώμενου, οι οποίες είναι ξεχωριστές από αυτές των διαχειριστών της περιουσία του αποβιώσαντα, ως εισηγείται η Καθ' ης η αίτηση. Ως δε περαιτέρω προκύπτει από τα ανωτέρω, τέτοια αγωγή εγείρεται από και στο όνοµα του εκτελεστή ή του διαχειριστή του αποβιώσαντος, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου 12 του άρθρου 58, οι οποίες σύμφωνα με την Καθ' ης η αίτηση συντρέχουν στην προκειμένη εφόσον η Αγωγή δεν εγέρθηκε από τους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα εντός 12 μηνών από τον θάνατο του. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως έχει προαναφερθεί, από το λεκτικό του άρθρου 58, προκύπτει σαφώς η πρόθεση του νομοθέτη όπως όλες οι αξιώσεις για αποζημιώσεις, των εξαρτωμένων και των διαχειριστών της περιουσίας αποβιώσαντα, λόγω του θανάτου συνεπεία αστικού αδικήματος, εγείρονται σε μια και μόνο αγωγή. Αυτό άλλωστε αναφέρεται επιτακτικά στο εδάφιο
- Η πρόνοια του εδαφίου 12 δεν αποτελεί, κατά την κρίση μου, εξαίρεση στο ότι μόνο μια τέτοια αγωγή πρέπει να εγείρεται, αλλά στο ότι η αγωγή πρέπει να εγείρεται από και στο όνοµα του εκτελεστή ή του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, ως είναι ο κανόνας που επιβάλλει το εδάφιο
- Εξ ου και το εδάφιο 12 επιτρέπει κατ' εξαίρεση την έγερση αυτής «από και στο όνοµα όλων ή οποιουδήποτε από τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων ο εκτελεστής ή ο διαχειριστής θα µπορούσε να εγείρει αυτή». Η εξαίρεση δε αυτή εφαρμόζεται όταν δεν υπάρχει εκτελεστής ή διαχειριστής του αποβιώσαντα ή ενώ υπάρχει τέτοιος δεν έχει εγερθεί η αγωγή από αυτόν εντός δώδεκα µηνών από το θάνατο του αποβιώσαντα. Σκοπός της εξαίρεσης είναι προφανώς να μπορέσουν τα δικαιούμενα πρόσωπα να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους πριν αυτά παραγραφούν λόγω της μη ύπαρξης διαχειριστή ή εάν αυτός δεν εγείρει την αγωγή. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα την πρόθεση του νομοθέτη σαν κανόνας να εγείρεται μόνο μια τέτοια αγωγή από και στο όνομα του διαχειριστή, θεωρώ ότι σε περίπτωση που ο διαχειριστής, έστω και μετά την πάροδο του χρόνου των 12 μηνών από τον θάνατο, εγείρει την αγωγή πριν ή έστω κατά τον ίδιο χρόνο που εγείρουν αυτήν τα άλλα πρόσωπα που δικαιούνται και μάλιστα εν γνώσει αυτών, τότε θα πρέπει να προχωρεί μόνο η αγωγή του διαχειριστή. Αυτό συνάγεται άλλωστε και από την υπόθεση Παπαμάρκου ανωτέρω, όπου τα όσα ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο εδράζονταν στο γεγονός ότι και οι δύο αγωγές καταχωρήθηκαν την ίδια ημέρα, με πρώτη μάλιστα σε σειρά την αγωγή που ήγειραν οι διαχειριστές της περιουσίας της θανούσας (εξ ου και είχαν συνεχόμενους αριθμούς: 1498/02 και 1499/02). Τα ίδια ισχύουν και στην προκειμένη όπου η παρούσα καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα με την αγωγή 426/15, η οποία εγέρθηκε στο όνομα των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα και έλαβε προηγούμενο αριθμό της παρούσας. Ήταν δε προφανώς εν γνώσει της Καθ' ης η αίτηση ότι έγινε αυτό, εφόσον αυτή είναι μια εκ των δύο διαχειριστών. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η παρούσα καταχωρήθηκε κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 58 του Κεφ.
- Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι η καταχώρηση από την Καθ' ης η αίτηση, αίτησης συνένωσης, μετά την καταχώρηση της παρούσας, δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω και σίγουρα δεν διασώζει την Αγωγή. Η ερώτηση που έθεσε στον εαυτό του το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παπαμάρκου ανωτέρω, την οποία επιλεκτικά απομόνωσε και ανέφερε ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση στην αγόρευση του, σε σχέση με το τι «δέον γενέσθαι εφόσον δεν ελήφθησαν τα δέοντα βήματα για να θεραπευθεί διαδικαστικά η παράλληλη πορεία των δύο αγωγών» δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι εννοούσε ότι τέτοια θεραπεία συνιστά η αίτηση συνένωσης εφόσον αμέσως πριν αναφέρθηκε ρητά ότι δεν μπορούσε «να καταχωριστούν δύο αγωγές γι' αυτό το είδος των αποζημιώσεων, όπως ρητά προβλέπεται στο εδάφιο 13 του άρθρου
(58)». Είναι επίσης η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, αυτή θα υποστεί βλάβη στα δικαιώματα της εφόσον θα της στερηθεί το συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 30 του Συντάγματος) να προβάλει τους ισχυρισμούς της και να παρουσιάσει μαρτυρία στο Δικαστήριο προς απόδειξη αυτών. Ούτε αυτή η θέση ευσταθεί. Αυτό γιατί το εν λόγω δικαίωμα, το οποίο ανήκει στον ανήλικο εξαρτώμενο του αποβιώσαντα, μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα πάντα με το άρθρο 58 του Κεφ. 148, στα πλαίσια της αγωγής που έχουν εγείρει εναντίον των ίδιων Εναγομένων, οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα. Δεν πρόκειται λοιπόν για περίπτωση που με την απόρριψη της αγωγής ο εξαρτώμενος θα στερηθεί του προαναφερόμενου συνταγματικού δικαιώματος και του δικαιώματος για πρόσβαση στο Δικαστήριο. Αντίθετα με βρίσκει σύμφωνο η θέση του Αιτητή ότι με την έγερση της παρούσας και την προώθηση της επηρεάζονται τα δικά του δικαιώματα εφόσον δημιουργούνται περαιτέρω και αχρείαστα δικηγορικά έξοδα και ταλαιπωρία. Ούτε η θέση για κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς Αιτητή, λόγω της καταχώρησης της παρούσας αλλά και ίδιων αιτήσεων στις άλλες αγωγές, πλην της αγωγής που ήγειραν οι διαχειριστές, ευσταθεί. Αυτό γιατί ως προκύπτει από τα πιο πάνω ο Αιτητής δικαιωματικά ήγειρε την παρούσα και μάλιστα το έπραξε πριν καταχωρήσει την έκθεση υπεράσπισης του, προς αποφυγή δημιουργίας περαιτέρω εξόδων. Αυτό δείχνει κατά την κρίση μου και την έλλειψη οιασδήποτε κακοπιστίας εκ μέρους του, που γενικά και αόριστα επικαλείται η Καθ' ης η αίτηση. Αντίθετα ήταν η Καθ' ης η αίτηση, που παρά την ύπαρξη της παρούσας, αντί να περιμένει την εκδίκαση αυτής, προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης συνένωσης της με τις άλλες αγωγές αλλά και αίτησης ορισμού δικασίμου, δημιουργώντας περαιτέρω έξοδα. Τέλος δέον όπως σημειωθεί, για σκοπούς παράθεσης του πλήρους ιστορικού της υπόθεσης, ότι οι λοιποί Εναγόμενοι δεν έχουν μεν καταχωρήσει αντίστοιχες με την παρούσα αιτήσεις, αλλά στις εκθέσεις υπεράσπισης τους όλοι εγείρουν το ίδιο θέμα προδικαστικά και αιτούνται απόρριψη της αγωγής για τον ίδιο λόγο. Εν κατακλείδι η αίτηση επιτυγχάνει. Ενόψει δε του λόγου για τον οποίο έχει επιτύχει, απορρίπτονται τόσο η αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης αναφορικά με τον Εναγόμενο 3 όσο και η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, όσον αφορά όλους τους Εναγόμενους. Λόγω δε της απόρριψης της Αγωγής κρίνω ότι θα πρέπει να γίνει και πρόνοια ως προς τα έξοδα της. Εξαιρουμένων λοιπόν των εξόδων της παρούσας αίτησης και της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης, τα οποία επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 3, τα υπόλοιπα έξοδα της Αγωγής, ως όλα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται ανάλογα, υπέρ των Εναγομένων 1-6 και εναντίον της Ενάγουσας. Το Πρωτοκολλητείο να ειδοποιήσει σχετικά τους λοιπούς Εναγόμενους. (Υπ.) ................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Interim Judgment Αναφορά: Αστικό / Αγωγές / Ενδιάμεση απόφαση / Αίτηση απόρριψης αγωγής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο