← Κύπρος

A.C. DEMETRIOU DEVELOPERS LTD ν. OLGA VASILEVA KOROTS, Αρ. Αγωγής: 6384/10, 11/12/2017

A.C. DEMETRIOU DEVELOPERS LTD ν. OLGA VASILEVA KOROTS, Αρ. Αγωγής: 6384/10, 11/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A385 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6384/10 Μεταξύ: A.C. DEMETRIOU DEVELOPERS LTD Ενάγουσα και OLGA VASILEVA KOROTS Εναγομένη Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Γαβριηλίδης Για την Εναγομένη: κα. Χατζηχαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Με τον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει εναντίον της εναγόμενης ποσό εκ €11.018,46 ως υπόλοιπο τιμήματος πώλησης οικίας βάση αγοραπωλητήριου και παραληφθέντων υπό της ενάγουσας παρά της εναγόμενης και/ή αντιπροσώπων αυτής, πλέον τόκους προς 9.5% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από της 28.9.2009 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως, πλέον έξοδα και έξοδα επιδόσεως. Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας τίθενται οι κάτωθι ισχυρισμοί: Η ενάγουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λεμεσό ασχολείτο με την ανάπτυξη γης κτίσιμο κατοικιών και πώληση αυτών. Κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο η εναγόμενη ήταν μεταξύ των πελατών της ενάγουσας. Στις 28.9.2009 η ενάγουσα δυνάμει γραπτής συμφωνίας πώλησε στην εναγόμενη μια κατοικία βάση αγοραπωλητήριου εγγράφου ημερ. 28.9.2009. Η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει αντίτιμο ύψους €169.500,00 πλέον ΦΠΑ. Η ενάγουσα μεταβίβασε βάση του αγοραπωλητήριου εγγράφου στην εναγόμενη την οικία. Η εναγόμενη όφειλε να εξοφλήσει την ενάγουσα με την μεταβίβαση πλην ζήτησε όπως την διευκολύνουν αφού δεν μπορούσε να καταβάλει όλο το ποσό άμεσα αίτημα που η ενάγουσα αποδέχθηκε ζητώντας της να την εξοφλήσει εντός έξι μηνών από την μεταβίβαση του ακίνητου. Παρά το γεγονός ότι πέρασε η πιο πάνω προθεσμία δεν το έπραξε αυτό η εναγόμενη. Σε διάφορες ημερομηνίες η εναγόμενη κατέβαλε διάφορα ποσά προς τους ενάγοντες προς εξόφληση του συμφωνημένου ποσού. Μέχρι σήμερα δεν έχει εξοφλήσει πλήρες ως όφειλε με αποτέλεσμα σήμερα παρουσιάζει υπόλοιπο ύψους €11.018,46 παρά τις συνεχής οχλήσεις εκ μέρους της ενάγουσας και/ή αντιπροσώπων αυτής. Η ενάγουσα είναι κατασκευαστική εταιρεία, συναλλάττεται μετά των τραπεζών και πληρώνει τόκους προς 9.5% ετησίως επί του εκάστοτε χρεωστικού τους υπόλοιπου. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά η ενάγουσα ζημιώνεται κατά ποσοστό 9.5% ετησίως στο πιο πάνω οφειλόμενο σε τούτους ποσό παρά της εναγόμενης. Η εναγόμενη στο δικόγραφο της αρνείται την οφειλή οιουδήποτε ποσού και εγείρει εναντίον της ενάγουσας ανταπαίτηση επί τη βάση των κάτωθι ισχυρισμών. Εγείρει καταρχήν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι από την έκθεση απαιτήσεως δεν προσδιορίζεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενης καθότι το ποσό των €169.500,00 το οποίο η ενάγουσα αναφέρει στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαιτήσεως έχει καταβληθεί και εξοφληθεί από την εναγόμενη. Άνευ βλάβης της προδικαστικής ένστασης η εναγόμενη παραδέχεται τις παραγράφους 1, 2, 3 και 5 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων. Αναφορικά με το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης λέγει ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι τα αληθή γεγονότα είναι τα ακόλουθα: (α) Κατά ή περί τις 28.9.2009 η εναγόμενη δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου της ίδιας ημερομηνίας αγόρασε από την ενάγουσα μια κατοικία η οποία ήταν ανεγερμένη επί του κτήματος αρ. εγγραφής 0/8721, τεμάχιο 710, Φ/Σχ. 54/17 στο χωριό Παλώδια. Η έκταση επί της οποίας ήταν ανεγερμένη η ως άνω κατοικία και την οποία αγόρασε η εναγόμενη αποτελούσε τα 118/619 του όλου έναντι του ποσού των €194.925,00 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (β) Τρόπος πληρωμής δυνάμει του ως άνω αγοραπωλητήριου εγγράφου ήταν ο ακόλουθος:
  2. i)Το ποσό των Ευρώ ΕΚΑΤΟΝ ΕΞΗΝΤΑ ΟΧΤΩ ΧΙΛΙΑΔΩΝ (€168.000,00) με την παράδοση ελεύθερης κατοχής της οικίας στον αγοραστή και μεταβίβαση του πωλούμενου κτήματος.
  3. ii)Το ποσό των Ευρώ ΕΙΚΟΣΙ ΕΞΙ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΚΑΙ ΕΝΝΙΑΚΟΣΙΩΝ ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ (€26.925,00) με την επιστροφή του Φ.Π.Α. (γ) Κατά ή περί το έτος 2009 και μετά την υπογραφή του ως άνω αγοραπωλητηρίου εγγράφου η εναγόμενη ειδοποιήθηκε προφορικά από την ενάγουσα ότι ήταν έτοιμη να μεταβιβάσει την κατοικία για την οποία εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας με αρ. 0/8914, Φ/Σχ. 54/17 επί τεμαχίου 710 και συμφώνησαν προφορικά να τροποποιήσουν τον τρόπο πληρωμής και η εναγόμενη εξοφλήσει ολόκληρο το ποσό κατά την μεταβίβαση. (δ) Κατά τον Οκτώβριο του έτους 2009 με πράξη μεταβίβασης, η ενάγουσα μεταβίβασε επ' ονόματι της εναγόμενης την ως άνω κατοικία αφού η εναγόμενη κατέβαλε σ' αυτήν και/ή στους αντιπροσώπους αυτής (α) το ποσό των €168.000,00 με επιταγή μέσω του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού και (β) το ποσό €25.000,00 σε μετρητά χωρίς απόδειξη το οποίο η ενάγουσα αρνείται ότι το παρέλαβε πλουτίσασα έτσι αδικαιολόγητα σε βάρος της εναγόμενης. Το ποσό αυτό η εναγόμενη θα αξιώνει ανταπαιτητικά. Η ενάγουσα δήλωσε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού ότι είχε εξοφληθεί πλήρως από την εναγόμενη. Η εναγόμενη αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 6, 7, 8, 9 και 10 της έκθεσης απαίτησης, επαναλαμβάνει τους ανωτέρω ισχυρισμούς της και ισχυρίζεται ότι αφού εξόφλησε πλήρως την ενάγουσα αυτή της μεταβίβασε την επίδικη κατοικία. Η ενάγουσα μέσω των αντιπροσώπων της, παρά το γεγονός ότι εξοφλήθη πλήρως, με δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις της προς την εναγόμενη απέσπασε από αυτήν μαζί με την υπογραφή της και την επιταγή με αριθμό 55-554326 ημ. 22.2.10 για το ποσό των €15.906,54 που εκδόθηκε από τον Γενικό Λογιστή και η οποία της εστάλη ως ειδική χορηγία για την αγορά καινούριας κατοικίας, ποσό το οποίο η εναγόμενη αξιοί ανταπαιτητικά από την ενάγουσα. Παρατίθενται δε από την εναγόμενη λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης και/ή απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις της ενάγουσας και/ή των αντιπροσώπων αυτής ως ακολούθως: (α) Παρέστησαν στην εναγόμενη ότι δεν ήταν δυνατό να της μεταβιβάσουν την κατοικία χωρίς να είναι εξοφλημένοι πλήρως. (β) Διαβεβαίωσαν αυτήν ότι ο τρόπος πληρωμής που αναφέρεται στο αγοραπωλητήριο έγγραφο ημ. 29.9.2009 δεν ίσχυε πλέον. (γ) Δεν έδωσαν απόδειξη εξόφλησης και/ή είσπραξης του ποσού των €25.000,00 μετρητών που έλαβαν από την εναγόμενη και η οποία πληρωμή έγινε ενώπιον τρίτου προσώπου. (δ) Άσκησαν ψυχική πίεση και/ή παραπλάνησαν αυτή, για να της παραδώσει την επιταγή των €15.906,54 που έλαβε από το Υπουργείο Οικονομικών ισχυριζόμενη ότι άνηκε στην ενάγουσα και ότι θα κατάγγελλαν αυτήν στην αστυνομία εάν δεν έπραττε ως ανωτέρω εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ως αλλοδαπή δεν γνώριζε τα δικαιώματα της και ούτε να διαβάζει ελληνικά για να αντιληφθεί ότι το ποσό αυτό ήταν χορηγία την οποία η ίδια δικαιούτο, πλουτίζοντας έτσι αδικαιολόγητα εις βάρος της εναγόμενης. Η εναγόμενη αρνείται την παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης και τις αιτούμενες θεραπείες που περιλαμβάνονται σ' αυτές και λέγει ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται σ' αυτές, καλεί δε το Δικαστήριο να απορρίψει τις αιτούμενες θεραπείες της ενάγουσας και να εκδώσει απόφαση ως η ανταπαίτηση της με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. Η εναγόμενη συνενώνει επίδικα θέματα μετά των εναγόντων, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της που περιγράφονται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της και ανταξιοί εναντίον της ενάγουσας ως κατωτέρω: (α) Ποσόν εκ €40.906,54 ως ανωτέρω περιγράφεται. (β) Νόμιμους τόκους. (γ) Τα έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Η Ενάγουσα με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση αναφέρει τα κάτωθι: Αρνείται την ένσταση/ισχυρισμό της εναγόμενης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης της περί εξόφλησης του ποσού που οφείλει και καλεί την εναγόμενη προς απόδειξη του ισχυρισμού της. Ειδικότερα είναι η θέση των εναγόντων ότι στην παράγραφο Α του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 28.9.2009 το οποίο τα 2 εμπλεκόμενα μέρη ελεύθερα συμφώνησαν και υπέγραψαν, ορίζεται ρητά και ξεκάθαρα ο τρόπος αποπληρωμής του τιμήματος για την αγορά της κατοικίας από την εναγόμενη. Λόγω του ότι η εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να προβεί στην άμεση αποπληρωμή ολόκληρου του ποσού που είχε συμφωνηθεί και ορίζεται στο συμβόλαιο υπό τις παραγράφους Α και Β, ζήτησε όπως της παρασχεθεί μια διευκόλυνση από τους ενάγοντες. Τότε οι ενάγοντες συμφώνησαν τη μεταβίβαση της επίδικης οικίας επ' ονόματι της εναγόμενης και την καταβολή του ποσού που θα υπολείπετο σε μικρότερες μηνιαίες δόσεις. Κατά ή περί τις 5.3.2010 η εναγόμενη έδωσε στους ενάγοντες το ποσό των €15.906,54. Έκτοτε ουδέν ποσό έχει καταβάλει για την αποπληρωμή του υπόλοιπου ποσού και ως εκ τούτου παραμένει προς πληρωμή το ποσό των €11.018,46 ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης των, πλέον νόμιμου τόκου. Οι ενάγοντες αρνούνται κατηγορηματικά ότι έλαβαν ποσό ύψους €25.000,00 σε μετρητά από την εναγόμενη καθ' οιονδήποτε χρόνο. Είναι δε η θέση τους ότι πρόκειται για σοβαρή και υπεύθυνη εταιρεία, με λογαριασμό στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας και ουδέποτε θα λάμβαναν οποιονδήποτε ποσό χωρίς να εκδώσουν απόδειξη. Περαιτέρω καλούν την εναγόμενη σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της περί πληρωμής του ποσού των €25.000,00. Οι ενάγοντες αρνούνται κατηγορηματικά τον ισχυρισμό της παραγράφου 6 της έκθεσης υπεράσπισης περί απόσπασης χρημάτων με δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις και καλούν την εναγόμενη προς αυστηρή απόδειξη του ισχυρισμού της. Περαιτέρω είναι η θέση των εναγόντων ότι οι ίδιοι έχουν εξαπατηθεί από την εναγόμενη η οποία δεν τους κατάβαλε το υπόλοιπο ποσό ως είχε συμφωνηθεί για τη μεταβίβαση της οικίας και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να οφείλει το εν λόγω ποσό. Οι ενάγοντες αγνοούν και συνεπώς αρνούνται την παράγραφο 9 της έκθεσης υπεράσπισης περί ανταπαίτησης της εναγόμενης και ισχυρίζονται ότι ουδέν ποσό οφείλουν στην εναγόμενη. Περαιτέρω καλούν την εναγόμενη προς απόδειξη του ισχυρισμού της καθώς και αιτιολόγηση του ποσού που αξιοί καθώς και από πού προκύπτει. Με το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπισης της ανταπαίτησης η εναγόμενη απορρίπτει όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας οι οποίοι εκτίθενται εις την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του και οι οποίοι είναι αντίθετοι και/ή δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς της εναγόμενης όπως αυτοί εκτίθενται λεπτομερώς εις την υπεράσπιση και ανταπαίτηση και επαναλαμβάνει όλους τους ισχυρισμούς της οι οποίοι εκτίθενται λεπτομερώς εις την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της και ζητά απόρριψη της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα και την έκδοση απόφασης ως η ανταπαίτηση με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Ενόψει της ύπαρξης ανταπαίτησης από πλευρά εναγόμενης, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων συμφώνησαν ενώπιον του Δικαστηρίου όπως απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικαστούν. Πριν την παράθεση της μαρτυρίας έκαστου διαδίκου δηλώθηκε από τους συνήγορους το κάτωθι ως παραδεκτό γεγονός το οποίο και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως τέτοιο: «Η Ενάγουσα εταιρεία είναι δεόντως και σύμφωνα με το Κεφ.113, εγγεγραμμένη εταιρεία στην Κύπρο». Επιπλέον σημειώνω ότι η συνήγορος της υπεράσπισης εκκρεμούσης της υπόθεσης δήλωσε ότι η ανταπαίτηση της εναγόμενης περιορίζεται σε ποσό εκ €13,981,00σ. Προς απόδειξη της υπόθεσης της και της προώθησης υπεράσπισης στην ανταπαίτηση η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε συνολικά 2 μάρτυρες, τον Χριστάκη Δημητρίου (διευθυντή της ενάγουσας - ΜΕ1) και την Ελένη Βόλου (ΜΕ2). Η εναγόμενη από την δική της πλευράς προωθώντας τόσο την υπεράσπιση όσο και την ανταπαίτηση της παρουσίασε πέραν της δικής της μαρτυρίας (ΜΥ1) μια ακόμη μάρτυρα την Μαριέλα Δαμιανού (ΜΥ2). Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν κείμενα με τις τελικές εισηγήσεις τους και την νομική του επιχειρηματολογία. Τα όσα αμφότεροι ανέφεραν έχουν μελετηθεί δεόντως από το Δικαστήριο, έχουν ληφθεί υπόψη και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Όπου κριθεί απαραίτητο κατωτέρω θα γίνει αναφορά. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω μια σύνοψη της θέσης εκάστου μάρτυρα. Βεβαίως σημειώνω ότι δεν είναι αναγκαίο να παρατεθεί αυτούσιο το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας αλλά ο βασικός κορμός των θέσεων και ισχυρισμών εκάστου μάρτυρα. Επιπλέον αναφέρω ότι τα επίδικα ζητήματα ως αυτά έχουν προκύψει μέσα από τα δικόγραφα αλλά και μέσα από την πορεία της υπόθεσης χρήζουν αξιολόγησης θέσεων και ισχυρισμών που δόθηκαν από τους μάρτυρες αμφότερων των διαδίκων. Ως εκ τούτου και με σκοπό το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα επί πραγματικών γεγονότων που θα σφραγίσουν και τα επίδικα ζητήματα παραθέτει το κύριο μέρος της μαρτυρίας και προχωρεί στην αξιολόγηση αυτής. Ο ΜΕ1, Χριστάκης Δημητρίου, κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση συμφώνως του περί Αποδείξεως Νόμου, Τεκμ.1. Είναι ένας εκ των διευθυντών της Ενάγουσας η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την ανάπτυξη γης και το κτίσιμο και πώληση κατοικιών. Κατά το 2009 η εναγόμενη ήρθε σε επαφή με την εταιρεία και ενδιαφέρθηκε για την πώληση μιας κατοικίας. Περί τις 28/09/2009 δυνάμει γραπτής συμφωνίας η ενάγουσα πώλησε σε αυτήν κατοικία για το ποσό των €169,500= πλέον €25,425 Φ.Π.Α. Ως τρόπος πληρωμής του τιμήματος συμφωνήθηκε η καταβολή ποσού ύψους €168,000= με την παράδοση της κατοχής του ακινήτου και ποσό εκ €26.925= με την επιστροφή του ΦΠΑ. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο του εν λόγω αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Η Ενάγουσα εξέδωσε 2 τιμολόγια με αρ.1082 ημερ. 20/10/2009 για ποσό εκ €168,000 (Τεκμήριο 3) και το τιμολόγιο με αρ. 1083 ημερ. επίσης 20/10/2009 για το ποσό των €26.925= (Τεκμήριο 4). Στις 20/10/2009 η εναγόμενη κατέβαλε ποσό προς €168,000= προς την ενάγουσα και προς τούτο εκδόθηκε η απόδειξη με αρ.0240 (μέρος Τεκμηρίου 3). Ακολούθησε η μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της εναγόμενης βάση του αγοραπωλητηρίου και αφού είχε ήδη εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος. Η συμφωνία προνοούσε την πλήρη εξόφληση με την μεταβίβαση αλλά λόγω του ότι η εναγόμενη αδυνατούσε να πράξει τούτο η ενάγουσα αποδέχθηκε να λάβει το υπόλοιπο εντός έξι

(6)μηνών από την μεταβίβαση του ακινήτου. Παρά την πάροδο της προθεσμίας αυτής η εναγόμενη δεν το έπραξε. Στις 05/03/2010 η εναγόμενη κατέβαλε επιπλέον ποσό ύψους €15.906,54σ έναντι του υπολοίπου με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 55-554326 και προς τούτο εκδόθηκε από την ενάγουσα απόδειξη (Τεκμήριο 5). Μέχρι και σήμερα παραμένει ως υπόλοιπο ποσό εκ €11.018.46σ το οποίο παρά τις συνεχείς οχλήσεις της ενάγουσας η εναγόμενη αρνείται να καταβάλει. Η ενάγουσα ως κατασκευαστική εταιρεία καταβάλει τόκους σε τράπεζες με τις οποίες συνεργάζεται προς 9.5% ετησίως επί εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου ενώ διαζευκτικά ο ΜΕ1 ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά κατά το ίδιο ποσοστό. Ο ΜΕ1 αρνείται ότι έλαβε ποσό εκ €25.000= σε μετρητά από την εναγόμενη σε οιοδήποτε χρόνο και αναφέρει ότι η ενάγουσα είναι μια σοβαρή και υπεύθυνη εταιρεία εγγεγραμμένη στο ΦΠΑ και δεν θα λάμβανε οιοδήποτε ποσό χωρίς απόδειξη. Αρνείται κάθε θέση της εναγόμενης για απάτη και εξασφάλιση χρημάτων με δόλο και ψευδείς παραστάσεις ενώ αναφέρει ότι η εναγόμενη είχε υποβάλει και καταγγελία στην Αστυνομία οπόταν και ο ίδιος κλήθηκε για να θέσει τους δικούς του ισχυρισμούς. Στο ζήτημα αυτό της καταγγελίας η ενάγουσα δεν έδωσε συνέχεια, ενόψει του ότι η εναγόμενη παρακινήθηκε από τρίτους να υποβάλει καταγγελία, και δεν υπέβαλε καταγγελία για ψευδή δήλωση. Μέχρι και σήμερα η εναγόμενη οφείλει το εν λόγο ποσό. Πέραν της γραπτής του δήλωσης, ο ΜΕ1 ανάφερε ότι την πληρωμή του ποσού των €15.906,54, την έλαβε με επιταγή που του παρέδωσε η εναγόμενη, μετά την επιστροφή του ΦΠΑ στο γραφείο του. Ουδεμία πίεση ασκήθηκε στην εναγόμενη ενώ αυτήν την πρακτική να καταβάλλεται το υπόλοιπο μετά την επιστροφή του ΦΠΑ στους πελάτες την εφαρμόζει με πολλούς πελάτες του. Ως Τεκμήριο 6 κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού από το λογιστήριο της ενάγουσας όπου φαίνεται το ισχυριζόμενο υπόλοιπο. Πριν δώσει οδηγίες για την καταχώρηση της αγωγής επικοινώνησε με την εναγόμενη ενώ όταν η ίδια του παρέδωσε την επιταγή της ανάφερε ότι μπορεί να εξοφλήσει καταβάλλοντας με δόσεις το ποσό . Δεν μπορεί να ξέρει τι έγινε και ακολούθως η εναγόμενη αρνείται ότι του οφείλει αυτό το ποσό. Επέμεινε ότι η εναγόμενη ψεύδεται στην θέση της ότι του παρέδωσε ποσό εκ €25.000= σε μετρητά και επικαλέστηκε όλα τα τεκμήρια που κατέθεσε ως τις μόνε δοσοληψίες με την εναγόμενη. Σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα ως εταιρεία δεν μπορεί να λάβει «αδήλωτα» χρήματα σε μετρητά. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ανάφερε ότι ο ίδιος έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση της αγωγής. Με αναφορά στο πότε υπογράφηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο απάντησε στις 18/09/2009 όμως καμιά φορά το συμβόλαιο εκτυπώνεται αλλά υπογράφεται μετά από 2 - 3 ημέρες. Στην υποβολή ότι στην προκειμένη περίπτωση το συμβόλαιο υπογράφηκε αργότερα και όχι στις 28/09/2009 απάντησε ότι δεν μπορεί να πει με σιγουριά καθότι δεν θυμάται. Ο ίδιος υπέγραψε εκ μέρους της ενάγουσας και δεν θυμάται αν η εναγόμενη την ημέρα της υπογραφής συνοδευόταν από άλλα πρόσωπα. Τα πρόσωπα των οποίων η υπογραφή φαίνεται επί του Τεκμηρίου 2 ως μάρτυρες δεν τα θυμάται. Στην υποβολή ότι ο ένας είναι κάποιος Μηνάς Μηνά και η άλλη η Μαρία Δημητρίου σύζυγος του μάρτυρα, ο τελευταίος απάντησε ότι η σύζυγος του ήταν και η γραμματέας του αποδεχόμενος ακολούθως την αναφορά στους 2 αυτούς μάρτυρες. Στην υποβολή ότι η συμφωνία υπογράφηκε στις 07/10/2009 απάντησε ότι δεν μπορεί να πει με σιγουριά εάν ισχύει ή όχι. Κατά την υπογραφή δεν έλαβε προκαταβολή τακτική που ακολουθούν συχνά ως εταιρεία καθότι οι πελάτες πρώτα πάνε στην τράπεζα τους να λάβουν έγκριση και μετά υπογράφουν συμβόλαιο. Πολλές φορές μάλιστα δίδουν ανυπόγραφα συμβόλαια να τα πάρουν οι πελάτες στην τράπεζα για να λάβουν έγκριση για δάνειο και ακολούθως τα υπογράφουν. Στην ερώτηση εάν μετά την υπογραφή παίρνουν προκαταβολή ο μάρτυρας ανάφερε ότι η εναγόμενη είχε ήδη λάβει έγκριση από το Συνεργατικό και προέβησαν στην συμφωνία επειδή θα λάμβανε επιστροφή από το ΦΠΑ ένα μεγάλο ποσό το οποίο θα του έδινε. Αυτό γινόταν με πολλούς πελάτες του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν έλαβε προκαταβολή γιατί η εναγόμενη είχε ήδη λάβει έγκριση για δάνειο οπότε η ενάγουσα έλαβε όλο το ποσό από το συνεργατικό και το υπόλοιπο θα καταβαλλόταν όταν επιστρεφόταν το Φ.Π.Α. Έλαβε ποσό εκ €168.000= που ήταν η έγκριση από το συνεργατικό και το ποσό των €15.906,54 που αφορούσε η επιστροφή του Φ.Π.Α. Αναφορικά με το υπόλοιπο επέμεινε ο μάρτυρας ότι είχε συμφωνία με την εναγόμενη να καταβάλει με δόσεις μηνιαίες για να την βοηθήσει. Στην ερώτηση γιατί αυτή την συμφωνία με καταβολή του υπολοίπου με δόσεις «λίγα - λίγα» ως ήταν η θέση του μάρτυρα, δεν την αναφέρει στην έκθεση απαίτησης του, ο μάρτυρας απάντησε ότι μπορεί και να ξέχασε να την αναφέρει στον δικηγόρο του. Αρνήθηκε ότι κατά την υπογραφή του εγγράφου στις 07/10/2009 έλαβε ποσό εκ €25.000= και μάλιστα στην παρουσία του Μηνά Μηνά αναφέροντας ότι αυτή είναι η θέση της εναγόμενης. Επίσης αρνήθηκε ότι παρά τις εκκλήσεις την εναγόμενης ουδέποτε εξέδωσε απόδειξη για το ποσό αυτό. Με αναφορά στην μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της εναγόμενης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι έλαβε το ποσό των €168,000= από το συνεργατικό είτε με επιταγή είτε με έμβασμα και ταυτόχρονα έγινε μεταβίβαση του ακινήτου και εγγραφή υποθήκης. Η μεταβίβαση έγινε στις 20/10/
  1. Η συνήγορος της εναγόμενης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι το ποσό των €168,000= εκταμιεύθηκε από τον λογαριασμό της εναγόμενης στις 21/10/2009 ενώ η απόδειξη φέρει ημερομηνία 20/10/
  2. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι η μεταβίβαση στο Κτηματολόγιο έγινε στις 20/10/2009 αλλά το συνεργατικό χρειάζεται μια ημέρα να αποδεσμεύσει το δάνειο και να καταβάλει χρήματα. Δεν υπήρχε λόγος να μην μεταβιβάσει επειδή δεν πληρώθηκε καθότι είχε ήδη το συνεργατικό εγγράψει υποθήκη και θα τον πλήρωνε. Αυτό μπορεί να γινόταν και 10 ημέρες μετά. Η μεταβίβαση προς την εναγόμενη αφορούσε μερίδιο καθότι δεν υπήρχε ακόμα ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Στην ερώτηση εάν ο ξεχωριστός τίτλος εκδόθηκε ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει καθότι αυτός μεταβιβάστηκε απευθείας στην εναγόμενη επειδή είχε ήδη επ' ονόματι της το μερίδιο που της αναλογούσε. Στο Κτηματολόγιο κατά την μεταβίβαση ο ίδιος ερωτήθηκε εάν η εναγόμενη εξόφλησε το τίμημα και ο ίδιος απάντησε ότι εξοφλήθηκε. Αυτή είναι η τακτική του κτηματολογίου ανάφερε. Αποδέχτηκε δε ότι είπε ψέματα με σκοπό να βοηθήσει τον πελάτη. Αρνήθηκε ότι το τίμημα πώλησης είχε εξοφληθεί και ότι ο ίδιος κωλύεται να εγείρει αγωγή. Στην θέση ότι κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης το Συνεργατικό του παρέδωσε τραπεζιτική επιταγή απάντησε θετικά συνεχίζοντας ότι δεν θυμάται αλλά δεν το αμφισβητεί. Στο τεκμήριο 4, το τιμολόγιο για το ποσό των €26.925,00= η υπογραφή είναι της γραμματέως του ενώ δεν φέρει την υπογραφή της εναγόμενης. Στο μάρτυρα υποδείχθηκε από την συνήγορο της εναγόμενης ένα έγγραφο τιμολογίου με αρ.1083 το οποίο ο μάρτυρας αναγνώρισε ως αντίγραφο του Τεκμηρίου
  3. Στην υποβολή ότι τα Τεκμήρια 4 και 7 είναι διαφοροποιημένα μεταξύ τους ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν βλέπει διαφορές. Σύμφωνα με την συνήγορο υπεράσπισης στα εν λόγω τεκμήρια υπάρχει αναγραμμένη στην περιγραφή η λέξη «Δόση» η οποία φαίνεται να είναι γραμμένη πάνω από άλλη που είχε σβηστεί ενώ το γράμμα «Δ» της λέξης αυτής είναι γραμμένο στα δύο αντίγραφα με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι είναι δυο διαφορετικά τιμολόγια με ίδιο αριθμό. Στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι κάτω από την λέξη «Δόση» αναγραφόταν η λέξη «Εξόφληση». Ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτό δεν το ξέρει, δεν γνωρίζει εάν έγραφε εξόφληση. Συνέχισε δε αναφέροντας ότι τώρα που το σκέφτεται μπορεί να έγραφε εξόφληση καθότι η έκδοση του τιμολογίου αυτού έγινε την ημέρα του μεταβίβασης για σκοπούς ΦΠΑ γιατί η εταιρεία είναι υποχρεωμένη να αποδίδει το ΦΠΑ την ημέρα παράδοσης της κατοικίας. Επικαλέστηκε δε και ενδεχόμενο λάθος της συζύγου του να σφράγισε μόνο το πρωτότυπο με την σφραγίδα της εταιρείας αναφερόμενος σε άλλη διαφορά των 2 εγγράφων που αφορούν την υπογραφή του πωλητή. Αρνήθηκε δε την διαφορά στον γραφικό χαρακτήρα. Αρνήθηκε ότι με βάση τα όσα αναφέρθηκαν η εναγόμενη εξόφλησε το τίμημα πριν καταχωρηθεί η αγωγή. Στο ερώτημα γιατί εξέδωσε 2 τιμολόγια την ίδια ημέρα ήτοι στις 20/10/2009 απάντησε γιατί το πρώτο είχε και απόδειξη που πληρώθηκε ενώ το δεύτερο αφορούσε μόνο το ΦΠΑ και αυτό γιατί το Κτηματολόγιο δεν δέχεται μεταβίβαση χωρίς πλήρη τιμολόγια. Δεν γνωρίζει εάν μπορούσε να εκδοθεί μόνο ένα τιμολόγιο, ο ίδιος αυτή την τακτική ακολουθεί, ένα για το ποσό που πληρώνεται και άλλο για σκοπούς ΦΠΑ. Με αναφορά στην επιταγή που έλαβε η εναγόμενη ως επιστροφή από το ΦΠΑ, ο μάρτυρας επέμεινε ότι του την παρέδωσε η ίδια η εναγόμενη αλλά δεν θυμάται που βρέθηκαν. Ο μάρτυρας αρνήθηκε έντονα την υποβολή ότι κατόπιν πιέσεων δικών του παραδόθηκε αυτή η επιταγή. Η επιταγή αυτή οπισθογραφήθηκε από την εναγόμενη και του παραδόθηκε. Αντίγραφο της επιταγής αυτής αναγνώρισε ο μάρτυρας και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι εξοφλήθηκε το τίμημα πώλησης και ότι με βάση το αγοραπωλητήριο έγγραφο οφείλει να επιστρέψει στην εναγόμενη ποσό εκ €13.981= ενώ επέμεινε ότι δεν γνωρίζει για το ποσό των €25.000= που η ενάγουσα αναφέρει ότι του παρέδωσε σε μετρητά. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στον τόκο που διεκδικεί αναφέροντας ότι λόγω δανεισμού από τράπεζες κατά τον επίδικο χρόνο κατέβαλλε αυτά τα ποσοστά ως τόκους. Με αναφορά στην καταγγελία της εναγόμενης στην αστυνομία ο μάρτυρας ανάφερε ότι κλήθηκε να πει την δική του θέση αλλά η εναγόμενη απέσυρε το παράπονο της. Στην υποβολή ότι η αστυνομία αποφάνθηκε ότι η διαφορά είναι αστική και για αυτό τον λόγο δεν ενεπλάκη ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν ξέρει τα διαδικαστικά αυτό που γνωρίζει είναι ότι τον ενημέρωσαν ότι αποσύρθηκε η καταγγελία. Ως ΜΕ2 προσήλθε η Ελένη Βόλου λογίστρια στην ενάγουσα με μερική απασχόληση. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 3 και 4 ως τιμολόγια της ενάγουσας. Ανάφερε ότι με βάση την διαδικασία που ακολουθείτο κάθε φορά που ο εργολάβος εισέπραττε χρήματα εκδιδόταν τιμολόγιο και απόδειξη. Στην περίπτωση όμως που παραμένει υπόλοιπο ο εργολάβος εκδίδει τιμολόγιο για να αποδώσει στην Δημοκρατία το ΦΠΑ και ακολουθεί η εξόφληση του τιμολογίου από τον πελάτη. Την τακτική αυτή την ακολουθούν κατόπιν υποδείξεων του τμήματος ΦΠΑ όταν παραδίδεται μια κατοικία να εκδίδεται και τιμολόγιο. Το τιμολόγιο που αφορά τις €168,000= έχει πληρωθεί ενώ για το δεύτερο εισέπραξαν έναντι και δεν εξοφλήθηκε πλήρως. Έναντι εισέπραξαν ποσό εκ €15.908=. Αναγνώρισε το τεκμήριο 6 ως τις λογιστικές εγγραφές του εργολάβου που φαίνεται το υπόλοιπο των €11.518,46σ. Με αναφορά στις διαφορές των τεκμηρίων 4 και 7 και ειδικότερα στην απουσία σφραγίδας στο τεκμήριο 4 της εταιρείας, η μάρτυρας ανάφερε ότι το μπλοκ αποδείξεων είναι χειρόγραφο, το πρωτότυπο είναι άσπρο, το ροζ είναι του λογιστηρίου και το τρίτο που μένει στο μπλοκ και στο οποίο μπαίνει η σφραγίδα όταν μεταβούν στο Κτηματολόγιο. Το τεκμήριο 4 ανάφερε είναι το αντίγραφο που κρατείται στο λογιστήριο για καταχώρηση και ουδέποτε σφραγίζεται. Η εταιρεία υποβλήθηκε και σε έλεγχο από το ΦΠΑ και δεν εντοπίστηκε κάτι μεμπτό παρά μόνο κάποια λογιστικά λάθη τα οποία τους επισήμαναν με επιστολή για να διορθώσουν. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανάφερε ότι στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας η ίδια δεν ήταν παρούσα. Δεν γνωρίζει εάν δόθηκαν κατά την υπογραφή €25.000=. Τα τιμολόγια δεν τα εκδίδει η ίδια αλλά άλλη κοπέλα στο γραφείο. Η ίδια ελέγχει τις καταθέσεις και συμφωνεί τις αποδείξεις και τα τιμολόγια κάνει δε και τις καταχωρήσεις. Τα στοιχεία της τα δίδει πάντα η εταιρεία και η ίδια ετοιμάζει τους λογαριασμούς. Η ίδια δεν εισπράττει ποσά εκ μέρους της εταιρείας και δεν έχει σχέση με τις συναλλαγές της εταιρείας. Δεν γνωρίζει εάν δόθηκε οιοδήποτε ποσό σε μετρητά. Στο ερώτημα γιατί ο γραφικός χαρακτήρας του τεκμηρίου 7 με αναφορά στην λέξη «Δόση» διαφέρει από αυτόν του τεκμηρίου 4 η μάρτυρας αναφέρει ότι ενδέχεται όταν ήταν στο Κτηματολόγιο να πρόσεξαν ότι υπήρχε λεκτικό λάθος, να έγινε η αλλαγή τηλεφωνικά και να έγραψε η κοπέλα αυτό που φαίνεται από κάτω από την λέξη ΔΟΣΗ να είναι σβησμένο, δηλαδή να έγινε η αλλαγή στο κτηματολόγιο και νε ενημερώθηκε τηλεφωνικά η κοπέλα στο γραφείο να έκανε και εκεί την αλλαγή. Ακόμα και η λέξη εξόφληση να ήταν γραμμένη κάτω από την λέξη δόση η απόδειξη αναφέρει ότι λήφθηκε ποσό έναντι του τιμολογίου αυτού επεξηγώντας και η ίδια ότι το τιμολόγιο έγινε για σκοπούς μεταβίβασης και δεν έχει σημασία ακόμα και εξόφληση να έγραφε. Για την υπεράσπιση πρώτη μαρτυρία έδωσε η εναγόμενη (ΜΥ1) μέσω της βοήθειας μεταφράστριας, της κας. Ζερβού. Η εναγόμενη κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση, συμφώνως του νόμου περί αποδείξεως, στην ρωσική γλώσσα μεταφρασμένη στην ελληνική από την μεταφράστρια η οποία ορκίστηκε προς τούτο. Η εναγόμενη στην γραπτή της δήλωση αναφέρει ότι δυνάμει του εγγράφου ημερ.28/09/2009 συμφώνησε όπως αγοράσει από την ενάγουσα μια κατοικία στην Παλώδια έναντι ποσού €194.925,00σ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Στις 07/10/09 έκανε ανάληψη από τον προσωπικό της λογαριασμό στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ποσό εκ €25.500= σε μετρητά (Τεκμήριο 10). Η ανάληψη έγινε με σκοπό να δώσει προκαταβολή για την συμφωνία αγοράς της οικίας. Την ίδια ημέρα συνοδευόμενη από τον Μηνά Μηνά μετέβηκε στα γραφεία της Ενάγουσας με σκοπό να καταβάλει την προκαταβολή και να υπογράψει τα έγγραφα. Τα έγγραφα υπογράφηκαν στην παρουσία των υπογραφόντων, την ίδιας και του ΜΕ1 αλλά και των 2 μαρτύρων, του Μηνά Μηνά και της συζύγου του ΜΕ1, Μαρίας Δημητρίου. Παράδωσε στον ΜΕ1 ποσό εκ €25.000= και θυμάται ως αναφέρει χαρακτηριστικά τον ΜΕ1 να ανοίγει τον φάκελο και να μετρά τα χρήματα στην παρουσία όλων. Ακολούθησε η υπογραφή του συμβολαίου. Ο ΜΕ1 της ανάφερε ότι επειδή το λογιστήριο τους έκλεισε να περάσει την επόμενη ημέρα για να πάρει την απόδειξη, κάτι που παρά τις εκκλήσεις τις ουδέποτε έγινε. Στις 20/10/2009 η ίδια με την ενάγουσα μετέβησαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για την μεταβίβαση του ακινήτου. Ταυτόχρονα με την μεταβίβαση καταβλήθηκε και το ποσό των €168.000= με επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου προς την ενάγουσα. Ο ΜΕ1 την ίδια ημέρα δήλωσε στο κτηματολόγιο ότι το τίμημα πώλησης εξοφλήθηκε. Όταν έλαβε ως ειδική χορηγία για την αγορά καινούργιας οικίας από το Γενικό Λογιστήριο το ποσό των €15.906,54σ η ενάγουσα μέσω των αντιπροσώπων της απέσπασε αυτό το ποσό από την ίδια με την οπισθογράφηση από την ίδια αυτής της επιταγής. Συγκεκριμένα η εναγόμενη αναφέρει ότι ο ΜΕ1 περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2010 την προσέγγισε και ης ανάφερε ότι εντός των ημερών θα λάμβανα την επιταγή από την επιστροφή του ΦΠΑ και όφειλα να του την παραδώσω για να την εξαργυρώσει ο ίδιος. Στις αρχές Μαρτίου 2010 πράγματι παρέλαβε την επιταγή και την ίδια στιγμή ο ΜΕ1 ήταν έξω από το σπίτι της ζητώντας της επίμονα να υπογράψει την επιταγή και να του την παραδώσει για να την εξαργυρώσει ο ίδιος γιατί εκείνη δεν μπορούσε ως της ανάφερε. Ακολούθως ρωτούσε τον ΜΕ1 τι έγινε με την επιταγή αλλά ο ίδιος της ανάφερε ότι την εξαργύρωσε και ότι η ίδια του οφείλει και άλλα χρήματα, Το ρώτησε ξανά για την απόδειξη για τις €25.000= που του παρέδωσε κατά την υπογραφή και τότε αυτός την ρώτησε για ποιες €25.000= μιλά. Η εναγόμενη αναφέρει ότι ο ΜΕ1 της άσκησε ψυχική πίεση και την παραπλάνησε ότι η επιταγή του Γενικού Λογιστηρίου ανήκει στην ενάγουσα και ότι θα την κατάγγελλε στην Αστυνομία εάν δεν έπραττε όπως της ζητούσε. Η ίδια όντας αλλοδαπή και χωρίς να ξέρει να διαβάζει ή να γράφει ελληνικά δεν αντιλήφθηκε ότι αυτή η επιταγή της άνηκε. Έδειξε εμπιστοσύνη στον ΜΕ1 αλλά αυτός την ξεγέλασε κάτι που αντιλήφθηκε αργότερα. Η ίδια μετέβη στην αστυνομία και υπέβαλε καταγγελία αλλά η αστυνομία της ανάφερε ότι είναι θέμα πολιτικής αγωγής και θα έπρεπε να συμβουλευθεί δικηγόρο πράγμα που έπραξε. Μέχρι να διορίσει δικηγόρο και να προχωρήσει εναντίον της ενάγουσας καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Καμία πρόνοια για τόκο υπάρχει στο συμβόλαιο και η ίδια αναφέρει ότι έχει εξοφλήσει το τίμημα πώλησης. Η ίδια αντίθετα έχει να λαμβάνει από την ενάγουσα ποσό εκ €13.979,54σ το οποίο και ανταξιώνει καθότι έχιε καταβάλει στην ενάγουσα ποσό εκ €168,000= απευθείας από το συνεργατικό, ποσό εκ €15.905,54 από την επιστροφή του ΦΠΑ και ποσό εκ €25.000= σε μετρητά καταβάλλοντας συνολικά ποσό εκ €208,904,54σ πέραν του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης. Στη προφορική της μαρτυρία η εναγόμενη ανάφερε ότι ήρθε στην Κύπρο το
  5. Αρχικά εργαζόταν στην υπεραγορά Αλέτρι ως ταμίας και από την 1/7/2008 ως νοσοκόμα στο χειρουργείο της πολυκλινικής Υγείας. Ο Μηνάς Μηνά που αναφέρει στην δήλωση της έχει αποβιώσει. Αντεξεταζόμενη η εναγόμενη ανάφερε ότι ο ΜΕ1 της τηλεφωνούσε συνεχώς και την απειλούσε για να του παραδώσει την επιταγή. Της είπε ότι στο σπίτι σου ήρθε ένας φάκελος από κρατική υπηρεσία με επιταγή να μου την παραδώσεις γιατί είναι δικά μου τα λεφτά. Υπολογίζει ότι κάποιος ειδοποίησε τον ΜΕ1 ότι θα παραδιδόταν συγκεκριμένη ημέρα η επιταγή γιατί ο ίδιος το γνώριζε. Η μάρτυρας επέμεινε ότι ξόφλησε το τίμημα πώλησης με τον συνήγορο του ενάγοντα να την ρωτά για ποιο λόγο μετά την καταβολή των €168.000= και των €25.0000= σε μετρητά δεν κατέβαλε ακόμα €1.925= που ήταν το υπόλοιπο από τις €194.925= που ήταν με βάση το συμβόλαιο το συνολικό τίμημα πώλησης. Η εναγόμενη ανάφερε ότι κατέβαλε για την οικία €25.0000= και μετά το υπόλοιπο μέσω του συνεργατικού, το τίμημα εξοφλήθηκε στο Κτηματολόγιο κατά την μεταβίβαση. Επέμεινε δε ότι στις 7/10/2009 μετέβηκε στο γραφείο του ενάγοντα με τον Μηνά Μηνά και κατέβαλε ποσό σε μετρητά €25.000=, εκεί μετρήθηκαν τα χρήματα και υπογράφηκε η συμφωνία που ήταν ήδη έτοιμη. Ο ΜΕ1 της ανάφερε ότι αύριο θα μπορούσε να πάρει τα κλειδιά της οικίας και να μετακομίσει. Η ίδια δεν διαβάζει ελληνικά, κοίταξε το συμβόλαιο και το υπέγραψε ενώ ο ΜΕ1 της είπε να μην ανησυχεί το έγγραφο είναι έτοιμο και σε 6 μήνες θα έχει και τον τίτλο ιδιοκτησίας. Για τις €25.000= της είπε ότι θα της δώσει απόδειξη την επόμενη ημέρα. Η ίδια τηλεφώνησε στον ενάγοντα την επόμενη ημέρα να ζητήσει την απόδειξη και εκείνος αρνήθηκε και της απάντησε «γιατί να σου δώσω για να πάω φυλακή;». Τότε η ίδια τηλεφώνησε στον Μηνά Μηνά και του παραπονέθηκε και εκείνος της είπε ότι θα τον πάρει τηλέφωνο. Ο ΜΕ1 δεν απαντούσε στα τηλέφωνα και ουδέποτε εξέδωσε απόδειξη. Μετά από τα πιο πάνω συναντήθηκαν στο Κτηματολόγιο όπου το Συνεργατικό Ταμιευτήριο του έδωσε επιταγή για να μεταβιβάσει το σπίτι. Εκεί ο ΜΕ1 της ανάφερε ότι δεν χρωστά τίποτε άλλο και ότι έχει ξοφλήσει το ποσό. Στην ερώτηση για ποιο λόγο αποδέχθηκε να του παραδοθεί η επιταγή των €168.000= εφόσον δεν της είχε παραδώσει απόδειξη για τις €25.000= η εναγόμενη απάντησε ότι δεν έγινε αυτή η συζήτηση, η ίδια του έδωσε τα μετρητά και η συνεργατική την επιταγή και δεν υπήρχε υπόλοιπο. Ο ίδιος μετά την μεταβίβαση άρχισε να την απειλεί, πήγε στο γραφείο του, του υπέγραψε την επιταγή και όλα τα έγγραφα που συνόδευαν την επιταγή αυτή. Μετά η ίδια πήγε στην αστυνομία και τους είπε ότι παρέδωσε στον ΜΕ1 €25.000= χωρίς απόδειξη και εκεί την προέτρεψαν να πάει σε δικηγόρο για να την συμβουλεύσει. Στην αστυνομία κλήθηκε την ίδια ημέρα και ο ΜΕ
  6. Η εναγόμενη ανάφερε ότι το παράπονο της για την απόσπαση της επιταγής της χορηγίας δεν το υπέβαλε στην αστυνομία γιατί ακόμα δεν είχε μέχρι τότε η επιταγή δεν είχε έρθει. Ένα περίπου μήνα μετά την καταβολή των €25.000= υπέβαλε την καταγγελία. Αρνήθηκε δε ότι την καταγγελία την υπέβαλε μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Μετά την αστυνομία επισκέφθηκε δικηγόρο ο οποίος έλαβε τα έγγραφα της και ο οποίος την είχε συμβουλεύσει και αρχικά να πάει στην αστυνομία. Παρά το ότι είχε δικηγόρο παρέδωσε στον ΜΕ1 την επιταγή της χορηγίας καθότι την απείλησε αναφέροντας ότι τα χρήματα αυτά ήταν δικά του. Σε πολλά σημεία της αντεξέτασης της η εναγόμενη αναφέρθηκε στο γεγονός ότι δεν γνωρίζει ελληνικά, ήταν ξένη στην Κύπρο και δεν γνώριζε τους νόμους και κανονισμούς. Η ίδια αναφέρει επιπλέον ότι λόγω των συνεχών απειλών αποφάσισε να του δώσει τα πάντα, αναφερόμενη στην επιταγή της χορηγίας, για να την αφήσει ήσυχη. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οφείλει οιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες, εμμένοντας ότι οι ενάγοντες της οφείλουν χρήματα. Επιπλέον επέμεινε στην καταβολή των €25.000= σε μετρητά αρνούμενη ότι η θέση αυτή είναι εκ των υστέρων σκέψεις. Ως τελευταία μάρτυρας στην ακροαματική διαδικασία προσήλθε η δικηγόρος Μαριέλλα Δαμιανού (ΜΥ2). Το πρόσωπο αυτό αναφέρω εξ' αρχής ότι προσήλθε παραθέτοντας εξ' ακοής μαρτυρία. Ως αναφέρει από στην γραπτή της δήλωση που κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης της (Τεκμήριο 11) αλλά και ως φαίνεται και από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, σε διάφορες εμφανίσεις των συνηγόρων εκκρεμούσης της διαδικασίας ακρόασης, το πρόσωπο που αναφέρθηκε και από την εναγόμενη, αλλά και έγινε αποδεκτό ότι αποτέλεσε έναν εκ των δύο μαρτύρων στο αγοραπωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο 2), Μηνάς Μηνά, θα αποτελούσε μάρτυρα υπεράσπισης εκ μέρους της εναγόμενης. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου υποβλήθηκε αίτημα όπως το Δικαστήριο μεταβεί για λήψη μαρτυρίας από το πρόσωπο αυτό στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, ενόψει της κατάστασης της υγείας του. Το αίτημα στηρίχθηκε σε πιστοποιητικό του θεράποντα ιατρού του Μηνά Μηνά ημερ.11/5/2017, το οποίο και κατατέθηκε στο Δικαστήριο στα πλαίσια στήριξης του αιτήματος εκείνου, και με βάση το οποίο το πρόσωπο αυτό ενόψει του προβλήματος που αντιμετώπιζε δεν θα ήτο δυνατό να μεταβεί στο χώρο του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση και εκκρεμούντος του πιο πάνω αιτήματος, το πρόσωπο αυτό απεβίωσε στις 14/05/
  7. Ενόψει των ανωτέρω η ΜΥ2 προσήλθε στο Δικαστήριο αναφέροντας τα κάτωθι. Στα πλαίσια της διαδικασίας λήψης του απαραίτητου πιστοποιητικό για στήριξη του αιτήματος για λήψη μαρτυρίας στο Γ.Ν. Λεμεσού η μάρτυρας αναφέρει ότι είχε την ευκαιρία να μιλήσει για τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης με τον αποβιώσαντα. Τα όσα ανάφερε ο Μηνάς Μηνά στην ίδια τα παράθεσε ενώπιον μου. Σύμφωνα με την ΜΥ2 στις 08/5/2017 και περί ώρα 14:30 το μεσημέρι επισκέφθηκε με την συνάδελφο της κα. Χατζηχαραλάμπους στο Γ. Ν. Λεμεσού, στον 5ο όροφο, στο δωμάτιο αρ. 01 του καρδιολογικού τμήματος τον Μηνά Μηνά ο οποίος νοσηλευόταν εκεί. Στο δωμάτιο του βρισκόταν και η εναγόμενη. Σκοπός της επίσκεψης της ήταν να δει κατά πόσο το πρόσωπο αυτό ήταν σε θέση να καταθέσει λόγω της καρδιακής ανεπάρκειας από την οποία υπέφερε. Ο Μηνά Μηνά ανάφερε ότι ήταν σε θέση να καταθέσει αλλά είχε ενδοιασμούς ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε να μεταβεί στον χώρο του Δικαστηρίου και τις παρέπεμψε στον θεράποντα ιατρό του. Με αναφορά στα γεγονότα της αγωγής ο Μηνά επιβεβαίωσε ότι θυμάται τα γεγονότα. Ο ίδιος μετέβηκε με την εναγόμενη με το όχημα του σε υποκατάστημα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου της οδού Γλάδστωνος με σκοπό η εναγόμενη να κάνει ανάληψη ποσού €25.000= ποσό το οποίο θα κατέβαλε ως προκαταβολή για την αγορά της επίδικης οικίας. Ο ίδιος παρέμεινε στο όχημα του μέχρι η εναγόμενη να ολοκληρώσει την ανάληψη. Όταν η εναγόμενη τελείωσε μετέβηκαν πάλι με το όχημα του στα γραφεία της ενάγουσας όπου η εναγόμενη στο γραφείο του ΜΕ1, στην παρουσία του ίδιου του Μηνά και της συζύγου του ΜΕ1, Μαρίας Δημητρίου, παρέδωσε στον ΜΕ1 ένα καφέ φάκελο ο οποίος ανοίχτηκε από την Μαρία Δημητρίου και μετρήθηκαν οι €25.000= στην παρουσία όλων. Στην παρουσία του ιδίου του Μηνά ακολούθησε η υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου και ο ίδιος υπέγραψε ως μάρτυρας. Η κα. Χατζηχαραλάμπους του υπέδειξε το έγγραφο και ο Μηνά αναγνώρισε την υπογραφή του. Όταν η εναγόμενη ζήτησε από τον ΜΕ1 απόδειξη εκείνος της είπε να περάσουν την επόμενη ημέρα από τα γραφεία της ενάγουσας για να την παραλάβουν. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ2 ανάφερε ότι τα όσα είπε αποτελούν όσα της είχε αναφέρει ο Μηνά στο Γ.Ν. Λεμεσού στις 08/05/2017 όταν τον επισκέφθηκε. Η ίδια εμφανιζόταν ως δικηγόρος στην παρούσα διαδικασία σε τυπικές εμφανίσεις και δεν έχει βεβαίως προσωπική γνώση των όσων έλαβαν χώρα το 2009 μεταξύ των διαδίκων. Στο ερώτημα ποια είναι η ανταπαίτηση της εναγόμενης η ΜΥ2 ανάφερε ότι είναι το ποσό της διαφοράς του τιμήματος πώλησης με τα χρήματα που συνολικά κατέβαλε στην Ενάγουσα. Η ΜΥ2 επιπλέον απαντώντας σε άλλες ερωτήσεις που αφορούσαν την ουσία της διαφοράς ανάφερε ότι ο σκοπός της παρουσίας της ως μάρτυρας ήταν για να αναφέρει τι λέχθηκε στην δική της παρουσία από τον Μηνά. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα από την μαρτυρία που ενώπιον μου τέθηκε αλλά και μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων προκύπτει η ανάγκη κατάληξης επί πραγματικών γεγονότων τα οποία και θα οδηγήσουν σε σχετικά ευρήματα με σκοπό την κατάληξη επί της ουσίας της διαφοράς. Μέσα από την μαρτυρία και τα όσα ενώπιον μου τίθενται προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα και παραδεκτά αρκετά γεγονότα και τα οποία περιορίζουν σε σημαντικό βαθμό τα επίδικα ζητήματα. Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι μεταξύ των ιδίων καταρτίστηκε σύμβαση πώλησης οικίας, από τον πωλητή - ενάγουσα προς την αγοράστρια - εναγόμενη. Η συμφωνία αυτή φέρει ημερομηνία 28/09/
  8. Αποτελεί επίσης κοινή θέση ότι το τίμημα πώλησης ήταν ως η συμφωνία ήτοι ποσό εκ €194.925,00σ - συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Προκύπτει επίσης μέσα από τις θέσεις αμφότερων των διαδίκων ότι η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσας ποσό εκ €168.000= (περί τις 20/10/2009) μέσω του τραπεζιτικού οργανισμού του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου και επιπλέον ποσό εκ €15.906,54 (με επιταγή τις 22/2/2010). Η ιδιοκτησία και κυριότητα της εν λόγω κατοικίας αντικείμενο της σύμβασης πώλησης μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της εναγόμενης στις 10/10/
  9. Επίσης αποτέλεσε θέση αμφότερων των βασικών μαρτύρων (ΜΕ1 και εναγόμενης) ότι η εναγόμενη προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία για την οποία και ο ΜΕ1 κλήθηκε να παραθέσει την θέση του. Επιπλέον κοινή θέση αποτέλεσε ότι ο τρόπος πληρωμής που καθορίστηκε στην συμφωνία δεν τηρήθηκε αλλά τροποποιήθηκε στην πορεία. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από το ότι η καταβολή ποσού εκ €26.925,00= που θα καταβαλλόταν με την επιστροφή του Φ.Π.Α δεν θα ήταν δυνατό να τηρηθεί εφόσον η επιταγή αυτή αφορούσε ποσό εκ €15.906.54σ. Οι πιο πάνω θέσεις ως ανέφερα προκύπτουν ως κοινές από τις θέσεις αμφότερων των διαδίκων τόσο μέσα από τα δικόγραφα τους όσο και μέσα από την μαρτυρία τους. Εκεί που προκύπτει ουσιώδης διαφορά και διάσταση είναι στο κατά πόσο η εναγόμενη κατά την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης κατέβαλε στην Ενάγουσα έναντι του τιμήματος πώλησης ποσό εκ €25.000= για το οποίο και η ενάγουσα δεν εξέδωσε σχετική απόδειξη. Η αποδοχή της θέσης της εναγόμενης θα οδηγήσει στην απόρριψη τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους της απαίτησης και της απόδειξης της ανταπαίτησης της ενώ η απόρριψη της θέσης αυτής και η αποδοχή της θέσης της ενάγουσας ότι ουδέποτε έλαβε αυτό το ποσό θα οδηγήσει στην έκδοση απόφασης ως η απαίτηση της. Βεβαίως αντικείμενο εξέτασης αποτελεί και η θέση της εναγόμενης για ύπαρξη κωλύματος στην προώθηση της αξίωσης από την Ενάγουσα λόγω της δήλωσης του στο Κτηματολόγιο κατά την μεταβίβαση ότι το τίμημα πώλησης εξοφλήθηκε. Με γνώμονα τα επίδικα θέματα ως ανωτέρω έχουν καθοριστεί, προκύπτει ανάγκη αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων που ενώπιον μου κατέθεσαν. Σύμφωνα με την νομολογία, όταν από την μαρτυρία που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, προκύπτει, ότι, υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα (βλέπε Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015), βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. (Βλέπε Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212.) Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού (Βλέπε Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974.) Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του αριθμού των μαρτύρων που κάθε διάδικος παρουσιάζει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπόθεσης του, αποφασιστικής σημασίας παράγοντας κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, αποτελεί η ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη φόρμουλα για την εκτίμηση από το Δικαστήριο της αληθοφάνειας και ακρίβειας των δηλώσεων ή της μαρτυρίας ενός προσώπου, κάποιοι παράγοντες, εμπειρικοί, της ζωής (ως συναρτώμενοι με το τι είναι πιο εύλογα αναμενόμενο από ένα μέσο άνθρωπο), έχουν καθιερωθεί ότι προσδίδουν αυτή την ποιότητα στην μαρτυρία που μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί για να εξάγει τα συμπεράσματα του. Μέσα, λοιπόν, στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Σε πρώτο στάδιο (βλέπε Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661.) εκτίμησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων, που, ως προανέφερα, είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων: η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων (με την ίδια την μαρτυρία τους ή και με προηγούμενες τους δηλώσεις); η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό; η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση ή κίνητρου για να μην μαρτυρηθεί η αλήθεια (και δη σε ποιο βαθμό αυτό επηρέασε την μαρτυρία τους); οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισμένα, ή ο βαθμός της εμπλοκής τους σε αυτά και υπό ποια ιδιότητα; η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, καθώς επίσης και η πηγή των γνώσεων τους; όπως επίσης, σε ποιο βαθμό (εάν φυσικά κάτι τέτοιο υφίσταται) το ιστορικό του μάρτυρος, η εκπαίδευση, η μόρφωση, ή και η εμπειρία του, επηρέασε την αληθοφάνεια της μαρτυρίας του (Βλέπε Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, C & A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ECLI:CY:AD:2015:A638, Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2010, ημερομηνίας 30/09/2015, Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015 και C. Roushas Trading and Development Ltd v Μιχάλη Μωσαϊκού, ECLI:CY:AD:2016:A429, Πολιτική Έφεση Αρ. 273/2011, ημερομηνίας 15/09/2016.) Σε κάθε περίπτωση, τονίζω, ότι, η εκτίμηση στην οποία προβαίνω αμέσως μετά, βάσει, μεταξύ άλλων, των προαναφερόμενων παραγόντων, δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό (Βλέπε Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Αθανασίου κ. α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co Ltd v Κατωμονιάτη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ. α. ν Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551.). Σε δεύτερο στάδιο εξέτασα την μαρτυρία, κρίνοντας την από την εντύπωση που τα πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, μου δημιούργησαν, κατά την αναφορά και αφήγηση της εκδοχής τους (βλέπε Sayed v Του Πλοίου «M/V Mary John» κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661.). Ο ΜΕ1, διευθυντής της ενάγουσας προβλημάτισε σε μεγάλο βαθμό το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του και αλήθεια των ισχυρισμών του. Τούτο οφείλεται τόσο στην εντύπωση που άφησε ο ίδιος παραθέτοντας την εκδοχή του όσο και σε συνάρτηση με την λοιπή μαρτυρία ενώπιον μου. Ενώ τα έγγραφα που παρουσίασε εξεταζόμενα και αποκλεισμένα από την λοιπή μαρτυρία είναι ικανά να προσδώσουν αληθοφάνεια και να ενισχύσουν την εκδοχή του, η όλη του προφορική μαρτυρία και στάση του στο εδώλιο προβληματίζει περί της αξιοπιστίας του και προκαλεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών του. Καταρχήν αναφέρω ότι μέσα από την δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας προκύπτει μια απλοποιημένη εκδοχή των γεγονότων ακόμα και των μη αμφισβητούμενων η οποία δεν προκύπτει ως τέτοια με την εκδοχή που τελικά ενώπιον μου τέθηκε. Μέσα από την έκθεση απαίτησης προκύπτει ότι η Ενάγουσα έλαβε έναντι τιμήματος που φαίνεται στο πωλητήριο ποσά αλλά μέχρι σήμερα παραμένει υπόλοιπο ύψους €11.018,46σ. Ουδεμία αναφορά γίνεται στα ποσά αυτά που καταβλήθηκαν, τον χρόνο αλλά και το ύψος αυτών. Επιπλέον ουδεμία αναφορά γίνεται στην καταγγελία στην οποία η εναγόμενη προέβη στην αστυνομία και στις διαφορές που φαίνεται να είχαν προκύψει μεταξύ των διαδίκων αλλά ούτε και στην διαφοροποίηση των όρων πληρωμής ως αρχικά καθορίστηκαν με την μεταξύ τους συμφωνία. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα στην υποβολή ότι τους τροποποιημένους όρους πληρωμής που συμφωνήθηκαν με την εναγόμενη παρέλειψε να τους περιλάβει στην έκθεση απαίτησης του αναφέρει γενικά ότι μπορεί και να ξέχασε να τους αναφέρει στον δικηγόρο του. Πως είναι δυνατό μια εταιρεία να διεκδικεί υπόλοιπο τιμήματος πώλησης με βάση συμφωνία της οποίας οι όροι τροποποιήθηκαν δυνάμει προφορικής συμφωνίας αλλά να «ξεχνά» να αναφέρει του όρους αυτούς επί των οποίων βασίζει την απαίτηση του στον δικηγόρο του. Η παράλειψη αποπληρωμής συγκεκριμένου ποσού και εν προκειμένω η διεκδίκηση υπολοίπου θα πρέπει να βασίζεται επί συγκεκριμένων όρων όπως για παράδειγμα πότε χρονικά το ποσό αυτό κατέστη οφειλόμενο και πληρωτέο. Η αναφορά του ΜΕ1 σε συμφωνία όπως το υπόλοιπο πληρώνεται «σιγά - σιγά» είναι αναφορά γενική και αόριστη. Επιπλέον κατά την προφορική του μαρτυρία διαφοροποιημένη παρουσιάζεται η θέση αυτή. Ο ΜΕ1 αναφέρεται πλέον σε καταβολή του υπολοίπου εντός 6 μηνών. Ακόμα όμως και αυτές οι ελλείψεις να μπορούσαν να θεωρηθούν μη ουσιώδεις η όλη η εικόνα που αποκόμισα από τον ΜΕ1 στο εδώλιο του μάρτυρα οφείλω να αναφέρω ότι δεν ήταν η καλύτερη. Ο ΜΕ1 στην μαρτυρία του στο σύνολο της μου άφησε την εντύπωση ότι απαντούσε με γενικότητα και ασάφεια παραπέμποντας συχνά στα έγγραφα που κατέθεσε και καλώντας την εναγόμενη να αποδείξει την καταβολή του ποσού των €25.000= σε μετρητά. Άφησε έντονη την αίσθηση της σιγουριάς και της βεβαιότητας ότι βασιζόμενος στα έγγραφα αυτά, η θέση και εκδοχή της εναγόμενης δεν έχει και δεν θα βρει έρεισμα. Το όλο ύφος και τακτική του δεν ήταν η αναμενόμενη από έναν άνθρωπο ο οποίος όντας διευθυντής μιας σοβαρής εταιρείας ανάπτυξης γης, ως ο ίδιος τόνισε επανειλημμένα, αντιμετωπίζει μια θέση ότι έλαβε χρήματα για τα οποία δεν έδωσε απόδειξη και έχει βρεθεί αντιμέτωπος και με ανταπαίτηση ενόψει της ισχυριζόμενης υπερπληρωμής. Η όλη εντύπωση που άφησε ο ΜΕ1 με βάση την μοναδική εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο κατά την ώρα που έδιδε την μαρτυρία του μπορεί να βασιστεί εν συντομία στα κάτωθι: - Ενώ παρουσιάζει ένα έγγραφο το οποίο φέρει ημερομηνία 28/09/2009 ταυτόχρονα αποδέχεται ότι ενδεχομένως και να υπογράφηκε κάποιες μέρες μετά ενώ δεν αμφισβητεί να υπογράφηκε ακόμα και στις 07/10/2009 που αποτελεί και την θέση της εναγόμενης. Μια εταιρεία με τον επαγγελματισμό που ο ΜΕ1 της αποδίδει θα ανέμενα να κατέχει αρχείο με τις λεπτομέρειες υπογραφής μιας συμφωνίας. Ουδεμία δε σημασία φάνηκε να αποδίδει ο ίδιος ο ΜΕ1 στην ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας αυτής, ενόψει και του ισχυρισμού της εναγόμενης για την καταβολή μετρητών. - Ενώ παραπέμπει στους όρους και στο περιεχόμενο της συμφωνίας αποδέχεται ότι αυτοί δεν τηρήθηκαν αλλά συμφωνήθηκε με την εναγόμενη, προφανώς προφορικά άλλος τρόπος πληρωμής. Ουδεμία εξήγηση περαιτέρω δόθηκε ως προς το γιατί με βάση την συμφωνία το ποσό της επιστροφής του ΦΠΑ καθορίστηκε στις 26.9254= ενώ τελικά η επιστροφή ήταν μικρότερη. Η όλη θέση του αναφορικά με τον τρόπο πληρωμής ήτο γενική και αόριστη. - Ουδεμία αναφορά έγινε για τον τρόπο που καθορίστηκε το ποσό επιστροφής του ΦΠΑ και γιατί αυτό στο τέλος ήταν κατά πολύ ολιγότερο του αναφερόμενου στη συμφωνία ποσού. Σε κάθε περίπτωση απορία εύλογη προκαλείται ως προς το πως ένας επιχειρηματίας αποδέχεται να καθορίσει όρους πληρωμής χρονικά μετά την μεταβίβαση της κυριότητας και χωρίς εξασφάλιση εφόσον θα λάμβανε ποσό €168.000= με την μεταβίβαση και ακολούθως τα υπόλοιπα με την επιστροφή του ΦΠΑ - χορηγία. Ο ίδιος προφορικά ανέφερε ότι η εξόφληση λόγω οικονομικών δυσκολιών της εναγόμενης θα γινόταν εντός 6 μηνών από τη μεταβίβαση του ακινήτου χωρίς όμως να δίδει οιεσδήποτε λεπτομέρειες για τον τρόπο αποπληρωμής. - Αποδεχόμενος ο ΜΕ1 ότι η συμφωνία δυνατό να υπογράφηκε και της 7.10.2009 συνάδει με τη θέση της εναγόμενης αλλά και τα έγγραφα που κατέθεσε περί ανάληψης ποσού ύψους €25.000 που ισχυρίζεται ότι δόθηκε ως προκαταβολή. Η θέση του μάρτυρα ότι υπέγραψε τη συμφωνία χωρίς να λάβει οιοδήποτε ποσό ως προκαταβολή, δεν συνάδει με τη λογική σειρά των πραγμάτων και με δεδομένο ότι το στάδιο εκείνο ουδεμία εξασφάλιση είχε ενώ ο όρος για αποπληρωμή και εξόφληση με την επιστροφή της χορηγίας φαίνεται να ήταν γενικός, αόριστος και ανεδαφικός. Πως είναι δυνατό η ενάγουσα να γνώριζε εκ των προτέρων το ακριβές ποσό που θα επιστρεφόταν ως ειδική χορηγία στην εναγόμενη. Επιπλέον επί του ίδιου ζητήματος ο μάρτυρας έδωσε την εντύπωση ότι χειρίστηκε την όλη διαδικασία της συμφωνίας με μια προχειρότητα αναφέροντας μάλιστα ξεκάθαρα ότι ενώπιον του Κτηματολογίου ψευδώς ανάφερε ότι το τίμημα πώλησης εξοφλήθηκε με σκοπό να βοηθήσει την εναγόμενη. Βεβαίως ουδεμία μαρτυρία δόθηκε με ποιο τρόπο η κατά τον ίδιο ψευδής του αυτή δήλωση βοηθούσε την εναγόμενη. Η εντύπωση που απεκόμισα ήταν ότι η όλη έγγραφη συμφωνία ουσιαστικά δεν τηρήθηκε αλλά συμφωνήθηκε άλλος τρόπος πληρωμής πέραν και εκτός αυτής, γεγονός που αφήνει ανοικτό πλέον το ενδεχόμενο εξέτασης και της θέσης της εναγόμενης. - Ερωτηματικά προκαλούνται και ως προς τη γενικότερη συμπεριφορά του μάρτυρα σε σχέση με το χειρισμό της όλης συμφωνίας με την εναγόμενη, συμπεριφορά η οποία επηρεάζει και τη γενικότερη εικόνα του ως μάρτυρα. Πέραν των πιο πάνω σημείων που έχω αναπτύξει και με αναφορά στα τεκμήρια που κατέθεσε ο μάρτυρας προκύπτουν ζητήματα που ενώ έχριζαν διευκρίνησης παρέμειναν ασαφή. Συγκεκριμένα, το τεκμήριο 3 αποτελεί το τιμολόγιο με αρ. 1082 για το ποσό των €168.000,00 και το οποίο αποτελεί κοινή θέση ότι εξοφλήθηκε με τη μεταβίβαση της κυριότητας της οικίας στις 20.10.
  1. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 την ίδια ημερομηνία εκδόθηκε το τιμολόγιο τεκμήριο 4 και το οποίο αφορούσε το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης. Έναντι αυτού του τιμολογίου με απόδειξη ημερ. 5.3.2010 (τεκμήριο 5) δόθηκε η επιταγή επιστροφής χορηγίας για το ποσό των €15.906,
  2. Ο ΜΕ1 κατέθεσε αντίγραφο του τεκμηρίου 4 στο οποίο πράγματι φαίνεται στην περιγραφή να αναγράφεται η λέξη «Δόση» ενώ στο ίδιο τιμολόγιο που κατατέθηκε ως τεκμήριο 7 από την πλευρά της εναγόμενης η ίδια λέξη «Δόση» φαίνεται να είναι γραμμένη με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα κάτι που αποδέχτηκε τόσο ο μάρτυρας όσο και η ΜΕ
  3. Τόσο ο μάρτυρας όσο και η ΜΕ2 φαίνεται να δέχθηκαν ότι επί του τεκμηρίου 4 και κάτω από τη λέξη «Δόση» αναγραφόταν η λέξη «εξόφληση» με σκοπό να παρουσιαστεί το εν λόγω τιμολόγιο στο Κτηματολόγιο και να συνάδει με τη δήλωση της ενάγουσας προς την ίδια αρχή για εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Ο όλος χειρισμός των εγγράφων, η διαφορά στην ημερομηνία της συμφωνίας με την ημερομηνία υπογραφής της, η αναγραφή, διαγραφή και εγγραφή λέξεων επί τιμολογίων με σκοπό να συνάδει με τις δηλώσεις του μάρτυρα, δεικνύει ακριβώς το αντίθετο από τον επαγγελματισμό τον οποίο ο μάρτυρας ήθελε να αποδώσει στην ενάγουσα ως εταιρεία. Οι ενέργειες του αυτές ενισχύουν την αρνητική εικόνα που ο ίδιος άφησε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. - Ουδεμία εξήγηση δόθηκε περαιτέρω ως προς το γιατί εκδόθηκαν 2 διαφορετικά τιμολόγια, την ίδια ημερομηνία με σκοπό να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο και όχι ένα τιμολόγιο με το συνολικό ποσό του τιμήματος αγοράς. - Επιπλέον των ανωτέρω ο ΜΕ1 δεν αρνήθηκε, αντίθετα αποδέχθηκε ότι ένας εκ των δύο μαρτύρων που φαίνονται επί του τεκμηρίου 2 ήταν ο αποβιώσας Μηνάς Μηνά. Η αποδοχή του αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία ως θα διαφανεί σε συνάρτηση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της εναγόμενης κατωτέρω. Ενώ από την αντεξέταση του προέκυψε η θέση της εναγόμενης ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας δόθηκε σε αυτόν το ποσό των €25.000,00 σε μετρητά και ενώ ως δεύτερη μάρτυρας επί της συμφωνίας αναφέρεται πρόσωπο το οποίο ο ίδιος καθόρισε ως την σύζυγος του, δεν παρουσιάζει το πρόσωπο αυτό ως μάρτυρα στη διαδικασία. Το πρόσωπο αυτό της μάρτυρος επί του τεκμηρίου 2 θα μπορούσε να διαφωτίσει τη συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης, που αποτελεί και το ουσιώδες επίδικο ζήτημα, κατά πόσο δηλαδή δόθηκαν οι €25.000,00 κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Η παράλειψη της πλευράς της ενάγουσας να παρουσιάσει το πρόσωπο αυτό ως μάρτυρα αφήνοντας με αυτόν τον τρόπο το Δικαστήριο να επιλέξει επί των θέσεων του ΜΕ1 και της εναγόμενης χωρίς άλλη μαρτυρία που θα μπορούσε να ενισχύσει τη δική του πλευρά, ενισχύει ακόμη περισσότερο τις σοβαρές αμφιβολίες που σε συνδυασμό με όλα τα ανωτέρω οδηγούν το Δικαστήριο στην απόρριψη της εκδοχής του μάρτυρα. Σημειώνω επιπλέον ότι το πρόσωπο αυτό θα μπορούσε να διαφωτίσει και τα ζητήματα που άπτονται των τιμολογίων καθότι σύμφωνα με τον ΜΕ1 ήταν το πρόσωπο αυτό που τα εξέδωσε. Η όλη μαρτυρία του ΜΕ1 διακρίνεται από ελλείψεις σε σημεία που αποτελούν ουσιώδη για την κατάληξη μου επί της αξιοπιστίας του. Ο μάρτυρας αυτός καταλήγω ότι επέλεξε να δώσει απαντήσεις επί συγκεκριμένων σημείων αρνούμενος την πληρωμή ποσού €25.000= και συχνά απαντώντας τόσο σε ερωτήσεις όσο και σε υποβολές κατά την αντεξέταση με την φράση ότι «Αυτό το λέτε εσείς» ή καλώντας την συνήγορο υπεράσπισης να αποδείξει τις θέσεις της εναγόμενης παραπέμποντας και στα έγγραφα που παρουσίασε. Συνεπακόλουθα και με βάση τα όσα ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι ο ΜΕ1 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να παρουσιάσει την αλήθεια των όσων συμφωνήθηκαν και έλαβαν χώρα σε σχέση με την εναγόμενη ή έστω όχι το σύνολο της αλήθειας. Επομένως πέραν των όσων προκύπτουν ως κοινές και μη αμφισβητούμενες θέσεις η μαρτυρία του ΜΕ1 απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Η ΜΕ2 αναφέρω ότι αποτέλεσε τυπικό μάρτυρα και η μαρτυρία της στο σύνολο της δεν αφορά και δεν σχετίζεται με το ουσιώδες επίδικο ζήτημα του κατά πόσο η εναγόμενη παρέδωσε στον ΜΕ1 ποσό εκ €25.000=. Άλλωστε η ίδια ανάφερε ότι δεν εισπράττει χρήματα εκ μέρους της ενάγουσας και δεν μπορεί να γνωρίζει εάν δόθηκε αυτό το ποσό από την εναγόμενη στον ΜΕ
  4. Η μαρτυρία της αφορούσε τις διαδικασίες που τηρούνται, την έκδοση τιμολογίων σε σχέση με το ΦΠΑ και την ενδεχόμενη αλλαγή επί του τιμολογίου με την αναφορά της λέξης «Δόση» που μπορεί να έγινε ως ανάφερε και τηλεφωνικώς με το ένα να αλλάζει στο Κτηματολόγιο και το άλλο στο γραφείο από κάποια κοπέλα αλλά όχι από την ίδια. Η ΜΕ2 θεωρώ ότι ανάφερε στο Δικαστήριο τα καθήκοντα της στην ενάγουσα εταιρεία χωρίς όμως οι δικές της ενέργειες με βάση αυτά τα καθήκοντα να έχουν οιοδήποτε ρόλο η σημασία επί των επιδίκων ζητημάτων. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη αλλά όχι ουσιώδης με αναφορά πάντα στα επίδικα ζητήματα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει καταλήγοντας σε ευρήματα γεγονότων. Η εναγόμενη (ΜΥ1) αναφέρω ότι άφησε καλή εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο παρά τις μερικές αντιφάσεις εις τις οποίες περιέπεσε και οι οποίες όμως ως θα διαφανεί κατωτέρω δεν επηρεάζουν σε τέτοιο βαθμό την αξιοπιστία της και δεν κρίνονται ουσιώδεις και καταλυτικές για αυτήν. Η εναγόμενη έδωσε την μαρτυρία της μέσω μεταφράστριας παρά τούτο όμως το ύφος με το οποίο απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις και η έντονη ψυχική της αναστάτωση ήταν εμφανής και έκδηλη στο Δικαστήριο. Η εναγόμενη κατέθεσε την μαρτυρία της με απλότητα και σαφήνεια παρά την έντονη συναισθηματική της φόρτιση. Η συναισθηματική αυτή φόρτιση δεν αποτελεί φυσικά παράγοντα και δείχτη της αξιοπιστίας της αλλά εξετάζεται στα πλαίσια της συνολικής εικόνας που άφησε στο Δικαστήριο. Αποτελεί εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η εναγόμενη ως μάρτυρας υπέπεσε σε ηχηρές αντιφάσεις που δεν αφήνουν περιθώρια αποδοχής της δικής της εκδοχής. Έχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας της εναγόμενης και η μοναδική αντίφαση που έχω διαπιστώσει είναι αυτή που αφορά την καταγγελία που υπέβαλε στην Αστυνομία. Με αναφορά στην καταγγελία στην Αστυνομία αναφέρω ότι με βάση την γραπτή της δήλωση η εναγόμενη μετά που αναφέρει ότι παρέδωσε την επιταγή από την επιστροφή της χορηγίας στον ΜΕ1 άρχισε να υποψιάζεται ότι αυτός την εξαπάτησε και ακολούθησε η καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του. Στην προφορική της μαρτυρία και αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι η καταγγελία αφορούσε την καταβολή των €25.000= χωρίς απόδειξη ενώ η επιταγή παραλήφθηκε από την ίδια μετά. Με βάση την όλη εικόνα που αποκόμισα από την εναγόμενη ως μάρτυρα καταλήγω ότι και σε συνδυασμό με την ουσία και το σύνολο της μαρτυρίας της η αντίφαση αυτή δεν είναι ουσιώδης και δεν πλήττει σε τέτοιο βαθμό τον πυρήνα των θέσεων της. Καταρχήν αναφέρω ότι η εναγόμενη αναφερόταν σε γεγονότα που έλαβαν χώρα 7 σχεδόν χρόνια πριν. Η μνήμη, είναι λογικό, να εξασθενεί επί ζητημάτων που άπτονται λεπτομερειών. Στην προκειμένη περίπτωση το ουσιώδες αποτελεί ότι η εναγόμενη για την επίδικη συμφωνία πώλησης υπέβαλε παράπονο στην αστυνομία, ενέργεια της η οποία άλλωστε δεν έχει αμφισβητηθεί από τον ΜΕ1, ο οποίος και αποδέχθηκε ότι κλήθηκε από την αστυνομία να εκθέσει τη δική του εκδοχή σε σχέση με διαφορές που προέκυψαν από την ίδια συμφωνία. Το κατά πόσο η καταγγελία της εναγόμενης είχε ως περιεχόμενο την καταβολή των €25.000,00 χωρίς απόδειξη ή και την εξασφάλιση της επιταγής της χορηγίας και ο χρόνος στον οποίο αυτή υποβλήθηκε, δεν κρίνω ότι επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό την αξιοπιστία της. Σημασία έχει η ουσία της εκδοχής της, ήτοι η καταγγελία στην αστυνομία, που αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί, αντίθετα είναι παραδεκτή. Η παραδοχή από πλευράς ενάγουσας ότι η εναγόμενη προέβη σε καταγγελία, δεικνύει ότι αποκλείεται η θέση αυτή, ενόψει και του χρόνου που έλαβε χώρα, ακόμα και με διαφορά κάποιων ημερών, να αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις της εναγόμενης. Η εναγόμενη μάλιστα ανέφερε ότι αφού ενημερώθηκε από την αστυνομία ότι πρόκειται περί αστικής φύσεως διαφορά, επισκέφθηκε δικηγόρο και πριν ενάγει η ίδια την ενάγουσα, παρέλαβε την επίδικη αγωγή. Η θέση αυτή της εναγομένης δεν αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα. Με βάση την τελική αγόρευση του συνηγόρου της ενάγουσας, η μαρτυρία της εναγομένης στο σύνολο της χαρακτηρίζεται ως αντιφατική, χωρίς όμως να γίνεται ειδική αναφορά ποιο σημείο αυτής είναι αντιφατικό και για ποιο λόγο αυτό επηρεάζει το σύνολο της μαρτυρίας της. Με βάση την ανωτέρω κρίση μου επί του σημείου, που διαπιστώνω ότι αποτελεί και τη μοναδική αντίφαση της εναγομένης, προχωρώ κάτωθι και επεξηγώ το σκεπτικό επί του οποίου βασίζω την κατάληξη μου ότι η εκδοχή της εναγομένης δύναται να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη. - Η θέση της ότι η συμφωνία υπεγράφει στις 07/10/2009 δεν αμφισβητήθηκε από τον ΜΕ1, αντίθετα ο ίδιος δέχθηκε ότι ενδεχομένως να υπογράφηκε την ημέρα αυτή. Η θέση της εναγομένης ότι την ημέρα αυτή κατέβαλε ως προκαταβολή το ποσό των €25.000,00 συνάδει και με τα τεκμήρια που κατέθεσε. Το Τεκμήριο 10 αποτελείται από δέσμη εγγράφων, ήτοι κατάσταση λογαριασμού της εναγομένης ημερομηνίας 25/01/2011, στην οποία φαίνεται ότι στις 07/10/2009 προέβη σε αναλήψεις συνολικού ποσού €25.500,
  5. Επίσης αποτελείται από δύο αποδείξεις ανάληψης μετρητών για ποσά €10.500,00 και €15.000,00 αντίστοιχα, ημερομηνίας 07/10/
  6. Η ανάληψη αυτού του ποσού από την εναγόμενη την ημέρα εκείνη δεν έχει αμφισβητηθεί. Η ανάληψη ως γεγονός ενός ποσού κατά €500,00 μεγαλύτερο του ισχυριζομένου ως προκαταβολή, από μόνο του βεβαίως δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του ισχυρισμού της εναγομένης, δύναται όμως να αποτελέσει ένα επιπλέον στοιχείο που προστίθεται σε όλα αυτά τα στοιχεία και σημεία που λαμβάνονται συνολικά υπόψη στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της. - Η θέση της εναγόμενης ότι ο τρόπος πληρωμής ως καθορίζεται στη συμφωνία δεν τηρήθηκε, συνάδει και με τη θέση του ίδιου του ΜΕ1, ότι δηλαδή επήλθε τροποποίηση των όρων αποπληρωμής του τιμήματος. Μέσα από τη συμφωνία, Τεκμήριο 2, προκύπτει ότι το ποσό της χορηγίας που θα λάμβανε η εναγόμενη θα καταβάλετο στην ενάγουσα, με υποχρέωση μάλιστα της εναγομένης να υπογράψει «τις φόρμες για επιστροφή του ΦΠΑ στο όνομα του ΠΩΛΗΤΗ». Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η εναγόμενη δεν διαβάζει και δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα. Επομένως, με την αναφορά ότι το συμβόλαιο αυτό υπογράφηκε ενώ είχε ετοιμαστεί από την ενάγουσα και περιέχον αυτό τον πιο πάνω όρο, αποδέχομαι ότι η εναγόμενη παρέδωσε στον ΜΕ1 την εν λόγω επιταγή. Η εναγόμενη έχει δώσει λεπτομέρειες για τον τρόπο που ισχυρίζεται ότι αυτή η επιταγή παραδόθηκε στον ΜΕ1 και έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο ότι ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στο ότι τα χρήματα αυτά ανήκουν στην ενάγουσα. Θέση η οποία προφανώς πηγάζει από την πρόνοια του Τεκμηρίου
  7. Το γεγονός ότι η εναγόμενη ανέφερε ότι ο ΜΕ1 την ενημέρωσε για το πότε θα παραλάβει την εν λόγω επιταγή, δεν αποτελεί σημείο αντίφασης ούτε και θέση πέραν και εκτός της λογικής. Αυτό που ανέφερε η εναγόμενη, έχοντας ανατρέξει στα πρακτικά της διαδικασίας, είναι ότι ο ΜΕ1 την ενημέρωσε ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου θα παραλάβει αυτή την επιταγή. Το πώς βεβαίως περιήλθε στη γνώση του η έγκριση προφανώς της αίτησης της εναγομένης, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου. Δεν δύναται όμως να αποκλειστεί αυτό το ενδεχόμενο. Σε κάθε περίπτωση η παράδοση αυτής της επιταγής αποτελεί παραδεκτό γεγονός. - Εκείνο που προκύπτει από τη μαρτυρία περαιτέρω της εναγόμενης είναι κάτι που ουδείς εκ των συνηγόρων φαίνεται να έχει θίξει. Μέσα από τη μαρτυρία της ίδιας προκύπτει ότι το τίμημα πώλησης ανερχόταν σε συνολικό ποσό €194.925,
  8. Η εναγόμενη αναφέρει ότι έναντι του πιο πάνω ποσού κατέβαλε ποσό ύψους €25.000,00 σε μετρητά και €168.000,00 με επιταγή. Προσθέτοντας αυτά τα δύο ποσά και αφαιρώντας τα από το συνολικό τίμημα πώλησης, προκύπτει ένα υπόλοιπο €1.925,
  9. Συνεπώς, αποδεχόμενη τη θέση της εναγόμενης, προκύπτει ότι κατά τον χρόνο που αυτή παρέδωσε την επιταγή επιστροφής της χορηγίας, εκκρεμούσε υπόλοιπο €1.925,
  10. Το γεγονός αυτό βεβαίως δεν επηρεάζει τη θέση της εναγόμενης ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, το τίμημα πώλησης στο σύνολο του ήτο εξοφλημένο, εφόσον είχε ήδη παραδοθεί και πληρωθεί η επιταγή της χορηγίας, αλλά επηρεάζει τη θέση της εναγόμενης όσον αφορά την ύπαρξη κωλύματος λόγω συμπεριφοράς και/ή δήλωσης ενώπιον Αρμόδιας Αρχής από τον ΜΕ1 σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης της επιταγής. - Στην αγόρευση του συνηγόρου της ενάγουσας γίνεται αναφορά σε μη κλήτευση του προσώπου που φέρεται να ήτο παρών στην υπογραφή της συμφωνίας και την καταβολή του ποσού των €25.000,
  11. Το πρόσωπο αυτό, ήτοι ο Μηνάς Μηνά, ήταν το πρόσωπο που σύμφωνα και με τον ΜΕ1 ήταν μάρτυρας στη συμφωνία αυτή. Για το πρόσωπο αυτό καταβλήθησαν δικονομικές προσπάθειες να δώσει μαρτυρία, εκκρεμούντον όμως αυτών των διαδικασιών, το πρόσωπο αυτό απεβίωσε. Δόθηκε, αντί αυτής της μαρτυρίας, εξ ακοής μαρτυρία από την ΜΥ2 η οποία βεβαίως θα αξιολογηθεί κατωτέρω με βάση της νομολογιακές αρχές. Αυτό όμως που προκύπτει είναι ότι η εναγόμενη δεν παρέλειψε να ενεργήσει ούτως ώστε η διαθέσιμη και σχετική μαρτυρία με τα επίδικα θέματα να τεθεί ενώπιον μου, ούτως ώστε να εξάγω αρνητικά συμπεράσματα από τη μη προσέλευση του προσώπου αυτού. Σημειώνω βεβαίως, ότι ούτε και θετικά συμπεράσματα δύναται να προκύψουν. Προσμετράτε όμως ότι η εναγόμενη κατέβαλε προσπάθειες να θέσει ενώπιον μου τη σχετική της μαρτυρία, ανεξαρτήτως του περιεχομένου αυτής. Ως ανωτέρω ανέφερα και μέσα από μεγάλο προβληματισμό και αφού διεξήλθα το περιεχόμενο του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιων μου, καταλήγω ότι η εκδοχή της εναγόμενης, με ιδιαίτερη αναφορά στην καταβολή του ποσού των €25.000,00 σε μετρητά και χωρίς προς τούτο να λάβει απόδειξη, δύναται να γίνει αποδεκτή ως εκδοχή πιο πιθανή. Πέραν των όσων ανωτέρω έχω αναφέρει, συνδυάζοντας την προφορική μαρτυρία της εναγομένης με τα έγγραφα που ενώπιον μου τέθηκαν και σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που η ενάγουσα παρουσίασε, η όλη εικόνα της εναγομένης στο εδώλιο του μάρτυρα, εικόνα μοναδική στο Δικαστήριο, ήτο αυτή του μάρτυρα της αλήθειας. Η ΜΥ2 αποτέλεσε μάρτυρα όχι γεγονότων που βίωσε η ίδια αλλά πρόσωπο το οποίο μετέφερε μια εξ' ολοκλήρου εξ' ακοής μαρτυρία, με το πρόσωπο που προέβη στις αρχικές δηλώσεις να έχει αποβιώσει εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας. Εξ' ακοής μαρτυρία σημαίνει «δήλωση» με βάση το άρθρο 23 του Νόμου περί Αποδείξεως που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε διαδικασία, πολιτική ή ποινική και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται στη δήλωση. Με την αναφορά σε «αρχική δήλωση» νοείται η δήλωση του προσώπου που έχει προσωπική γνώση του γεγονότος. Για σκοπούς του ίδιου νόμου και ο όρος «δήλωση» με βάση το άρθρο 2 του Κεφ.9, σημαίνει οποιαδήποτε παρουσίαση ή περιγραφή ή παράσταση γεγονότος ή παρουσίαση ή έκφραση γνώμης η οποία γίνεται προφορικά ή εγγράφως ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Με την τροποποίηση που επήλθε με τον Νόμο 32
(1)/2004 στον Νόμο Περί Αποδείξεως, Κεφ.9, η εξ' ακοής μαρτυρία, είναι πλέον αποδεκτή ως μαρτυρία, σε αντίθεση με τον αποκλεισμό της ως τέτοια με βάση τον προηγούμενο της τροποποίησης νόμο, ήτοι μια τέτοια μαρτυρία πλέον δεν αποκλείεται εκ προοιμίου από οποιαδήποτε διαδικασία για τον μόνο λόγο ότι συνιστά εξ ακοής μαρτυρία (βλ. άρθρο 24, Κεφ.9). Ιδιαίτερη σημασία έχει με βάση και τα όσα ο ίδιος ο Νόμος αλλά και η νομολογία έθεσε ο τρόπος με τον οποίο αξιολογείται μια τέτοια μαρτυρία που οδηγεί στην κατάληξη επί της βαρύτητας που θα της προσδώσει τελικά το Δικαστήριο. Με βάση τις πρόνοιες του ίδιου του Νόμου με αναφορά στο άρθρο 27 τίθενται τα κάτωθι σε σχέση με την αξιολόγηση της βαρύτητας της εξ' ακοής μαρτυρίας: «27.-
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.» Το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 27 αναφέρει ότι τα κριτήρια αξιολόγησης δεν παρατίθενται εξαντλητικά αλλά μπορεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Σημαντική βέβαια η αναφορά του ίδιου του νομοθέτη στο εδάφιο
(3)για την υποχρέωση του διαδίκου να παρουσιάσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και αν δεν το έπραξε για ποιους λόγους προέκυψε αυτό. (βλέπε Κολάνη ν. Ταμπουρά, Πολιτική Έφεση 151/2007, 12.7.2010). Προκύπτει ότι αδυναμία συνιστά η απουσία εξήγησης για τη μη κλήτευση του μάρτυρα που προέβη στην αρχική δήλωση και παραπέμπω για τον ζήτημα αυτό στην απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Στυλιανού, Πολιτική Έφεση 319/2006, 22.1.
  1. Με βάση τη νομολογία που προέκυψε από τη σχετική τροποποίηση του 2004 και μετέπειτα έχουν τεθεί διάφορα κριτήρια επί των οποίων το Δικαστήριο δύναται να βασισθεί κατά το στάδιο εξέτασης και αξιολόγησης της εξ' ακοής μαρτυρίας με γενικό κανόνα ότι η βαρύτητα με την οποία θα πιστώσει το Δικαστήριο την μαρτυρία αυτή εξετάζεται μέσα από τα περιστατικά, γεγονότα και ιδιαιτερότητα της κάθε υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρω εξ αρχής ότι αποδέχομαι ότι η ΜΥ2 ανέφερε στο Δικαστήριο αυτά που πράγματι άκουσε τον Μηνά Μηνά να αναφέρει στην επίσκεψη της στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Αυτό άλλωστε δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε από τον συνήγορο της ενάγουσας. Εκείνο που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το Δικαστήριο θα δώσει βαρύτητα και αν ναι, σε ποιο βαθμό, στην εξ ακοής αυτή μαρτυρία. Κατ' αρχήν η εξ ακοής μαρτυρία στην παρούσα περίπτωση είναι πρώτου βαθμού, ήτοι η μάρτυρας ανέφερε αυτό που το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, της ανέφερε. Αποδεχόμενη τη μαρτυρία της εναγόμενης, καταλήγω ότι δύναμαι να προσδώσω βαρύτητα και στην εξ ακοής μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την ΜΥ
  2. Πέραν της αποδοχής όμως της μαρτυρίας της εναγόμενης, λαμβάνω υπόψη μου και τα κάτωθι: - Το πρόσωπο που φέρεται να προέβη στην αρχική δήλωση, κατέστη εκ των πραγμάτων αδύνατο να προσέλθει ενώπιον μου. Σημειώνω ότι μέσα από τον φάκελο του Δικαστηρίου και τα πρακτικά των διαφόρων ημερομηνιών, εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας, προκύπτει η σαφής πρόθεση της εναγομένης να παρουσιάσει το πρόσωπο αυτό ως μάρτυρα. Τα σοβαρά προβλήματα υγείας που τον κατέστησαν ανίκανο να εξέλθει του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και να παρουσιαστεί ενώπιον μου, οδήγησαν τους συνήγορους της εναγομένης στο να υποβάλουν αίτημα για μετάβαση του Δικαστηρίου στον χώρο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου και νοσηλευόταν με καρδιακή ανεπάρκεια ο Μηνάς Μηνά. Εκκρεμούσης της διαδικασίας αυτής, δηλώθηκε ότι το πρόσωπο αυτό απεβίωσε. Ενόψει των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη μου τα όλα όσα έχουν ενώπιον μου τεθεί, κρίνω ότι η εναγόμενη προσκόμισε, υπό τις περιστάσεις, την καλύτερη δυνατή μαρτυρία που μπορούσε. - Το πρόσωπο αυτό που προέβη στην αρχική δήλωση και η μαρτυρία του, είναι απολύτως σχετική με την παρούσα υπόθεση. Το πρόσωπο αυτό κατ' ομολογία και του ΜΕ1 ήτο το πρόσωπο που υπέγραψε ως μάρτυρας στο Τεκμήριο 2 και μαζί με το οποίο η εναγόμενη μετέβηκε στα γραφεία της ενάγουσας. Τα όσα αναφέρονται ως περιεχόμενο της μαρτυρίας αυτής συνάδουν πλήρως και με την εκδοχή της εναγόμενης, ότι δηλαδή μετέβη στην τράπεζα με το πρόσωπο αυτό, έκανε ανάληψη του ποσού των €25.000,00 και παρέδωσε σε φάκελο το ποσό αυτό στον ΜΕ
  3. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να προσδώσω σημαντική βαρύτητα στη μαρτυρία αυτή, η οποία ενισχύει την ίδια αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία της εναγόμενης. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Έχοντας προβεί στην αξιολόγηση, ως ανωτέρω, καταλήγω ότι τα αληθή και πραγματικά γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Η ενάγουσα, δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία ανάπτυξης γης, υπέγραψε στις 07/10/2009 συμφωνία πώλησης προς την εναγόμενη, της διώροφης κατοικίας τριών υπνοδωματίων, η οποία και ανεγέρθηκε σε μερίδιο 118/619 επί του όλου κτήματος με αριθμό εγγραφής 0/8721, Τεμ.710, Φ/Σχ.54/17, στο χωριό Παλώδια της επαρχίας Λεμεσού. Το τίμημα πώλησης καθορίστηκε σε ποσό ύψους €194.925,00 περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, στις 07/10/2009, η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα ποσό ύψους €25.000,00 σε μετρητά. Κατά τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου επ' ονόματι της εναγόμενης, καταβλήθηκε στην ενάγουσας, μέσω του τραπεζιτικού ιδρύματος το οποίο δανειοδότησε την εναγόμενη στην ενάγουσα, ποσό ύψους €168.000,
  4. Ακολούθως, η εναγόμενη παρέδωσε στον ΜΕ1, διευθυντή της ενάγουσας, οπισθογραφημένη επιταγή επ' ονόματι της για το ποσό των €15.906,
  5. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από την ενάγουσα, αφού οπισθογραφήθηκε από την εναγόμενη, και πληρώθηκε σε αυτήν. Μετά την παράδοση της επιταγής αυτής, η εναγόμενη προέβη σε καταγγελία στις Αστυνομικές Αρχές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την Έκθεση Απαίτησης της ενάγουσας, προκύπτει ότι η απαίτηση της εδράζεται σε παράβαση συμφωνίας πώλησης και συγκεκριμένα στην παράληψη καταβολής του συνόλου του τιμήματος πώλησης ως αυτό καθορίζεται στην εν λόγω συμφωνία. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως προέκυψαν κατά την αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας, προκύπτει ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την ύπαρξη οιουδήποτε υπολοίπου από το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης. Αντίθετα το Δικαστήριο εξετάζοντας την Ανταπαίτηση της εναγόμενης και αποδεχόμενο την εκδοχή της ως πιο πιθανής με βάση την μαρτυρία, καταλήγω ότι η τελευταία πέτυχε να αποδείξει αυτήν ήτοι ότι προέβη σε πληρωμή ποσού πέραν του τιμήματος πώλησης, και για το οποίο δικαιούται απόφασης. Με την κοινή θέση των διαδίκων ότι το τίμημα πώλησης ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €194.925,00 (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) και αποδεχόμενη τη θέση και εκδοχή της εναγόμενης ότι κατέβαλε συνολικά στην ενάγουσα ποσό ύψους €208.906,54 προκύπτει ότι αυτή προέβη σε υπερπληρωμή προς την ενάγουσα ήτοι ποσό πέραν του τιμήματος πώλησης, ύψους €13.981,
  6. Σημειώνω ότι η συνήγορος της εναγόμενης περιόρισε, εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας, την ανταπαίτηση της εναγόμενης στο πιο πάνω ποσό. Προτού ολοκληρώσω την παρούσα υπόθεση, οφείλω να αναφερθώ και στην εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης για ύπαρξη κωλύματος στην αξίωση της ενάγουσας. Παρότι με την πιο πάνω κατάληξη η εξέταση του ζητήματος αυτού παρέλκει, θα προχωρήσω και θα εξετάσω και το ζήτημα αυτό για σκοπούς πληρότητας της απόφασης. Η εισήγηση περί κωλύματος εδράζεται στη συμπεριφορά του ΜΕ1 να δηλώσει ενώπιον του Κτηματολογίου ότι το τίμημα πώλησης εξοφλήθηκε (estoppel by conduct or waiver by estoppel). Σημειώνω ότι η δήλωση αυτή έγινε αποδεκτό από τον ΜΕ1 ότι έγινε. Στην απόφαση Γιαννάκης Πελεκάνου, Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. v. Ανδρέας Πελεκάνου
(2001)1Γ Α.Α.Δ.1768 όπου έγινε ανάλυση του κωλύματος με παραπομπή σε νομολογία, ουσιαστικά επαναδιατυπώθηκε η αρχή ότι βασικό κριτήριο για την εφαρμογή του είναι ότι θα ήταν ανεπιεικές να εμμένει κάποιος, ενόψει των ρητών ή δια της συμπεριφοράς παραστάσεων του, στα αυστηρά του νομικά δικαιώματα. Νοουμένου ότι το μήνυμα της παραίτησης, με την παράσταση ή την συμπεριφορά, πως κάποιος δεν θα επιμένει στα δικαιώματα του, θα είναι σαφές και ανεπιφύλακτο. Στην παρούσα περίπτωση με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά και την εκδοχή της ίδιας της εναγόμενης την οποία αποδέχτηκα προκύπτει ότι η τελευταία όταν κατέβαλε το ποσό των €25.000,00 αλλά και των €168.000,00 γνώριζε ότι υπήρχε ένα ακόμα υπόλοιπο ύψους €1.925,00 για την αποπληρωμή του συνολικού τιμήματος των €194.925,00. Επομένως, αποδεχόμενη την ίδια την εκδοχή της για καταβολή των συγκεκριμένων ποσών και τη θέση της για το συνολικό τίμημα πώλησης, δεν δύναται να προκύψει συμπέρασμα ότι από τη συμπεριφορά του ΜΕ1 δημιουργήθηκε σε αυτήν η εντύπωση ότι η ενάγουσα αποποιήθηκε του δικαιώματος της να λάβει το τίμημα πώλησης στο σύνολο του, ως αυτό καθορίστηκε από αμφότερες τις πλευρές και δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπακόλουθα η απαίτηση της Ενάγουσας απορρίπτεται. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση, εκδίδεται απόφαση υπέρ της εναγόμενης ως εξ' ανταπαιτήσεως ενάγουσας και εναντίον της Ενάγουσας ως εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη για το ποσό των €13.981,00 ως αυτή περιορίστηκε, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της ανταπαίτησης. Ενόψει της συνεκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης επιδικάζεται ένα σετ εξόδων, υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα επιτυχίας της ανταπαίτησης ήτοι κλίμακα €10.000= - €50.000=. (Υπ.) .............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil / General / Final Αναφορικά: Υπόλοιπο τιμήματος πώλησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.