Νίκης Μιχαήλ Λεωνίδα Λαμπή κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2522/2010, 18/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A396 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2522/2010 Μεταξύ: 1.Νίκης Μιχαήλ Λεωνίδα Λαμπή, εκ Δωρού
- Χαραλαμπού Ανδρέα Ηλία, εκ Δωρού Εναγόντων και
- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, εκ Λευκωσίας για Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού
- Στέλιο Μιχαηλίδη από τη Λεμεσό υπό την ιδιότητα του σαν Διαχιεριστής της Περιουσίας του αποβιώσαντα Φίλιππου Μιχαηλίδη
- Στέλλα Ιακώβου Νικολάου το γένος Μιχαήλ Γιαννακού, εκ Λεμεσού
- Μιχαήλ Κώστας Τριμικλινιώτης από τη Λεμεσό ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Μιχαήλ Τριμικλινιώτη
- Μόνικα Ανδρέα Νικολάου το γένος Γιώργίου Τριμικλινιώτη από τη Λεμεσό Εναγόμενων ---------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:18.12.2017 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα : κ. Τσίκκος (για ν' ακούσει απόφαση κα Αναξαγόρου) Για τον εναγόμενο 1: κ. Μελάς (για ν' ακούσει απόφαση κα Αλεξάνδρου) Για τον εναγόμενους 2 και 3 : κα. Ταλιάνου (για ν' ακούσει απόφαση κα Νικολάου) Για τον εναγόμενους 4 και 5: κ. Οικονόμου (για ν' ακούσει απόφαση κα Βαλανίδου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η κυριότητα του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2513, Φ/Σχ 47/53, Τεμάχιο 300 το οποίο βρίσκεται στο χωριό Δωρός της επαρχίας Λεμεσού (που στο εξής θα καλείται το ακίνητο). Με βάση το παρακλητικό της αγωγής ζητείται αναγνωριστική απόφαση ότι η ενάγουσα 1 είναι η ιδιοκτήτρια και η δικαιούμενη σε εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της, καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος 1 να εγγράψει επ' ονόματι της ολόκληρο το ακίνητο. Διαζευκτικά ζητείται απόφαση και ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα 2 είναι η ιδιοκτήτρια και ή το πρόσωπο που δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του ακινήτου. Ζητείται επίσης όπως ο εναγόμενος 1 διορθώσει την από λάθος γενόμενη εγγραφή του ½ εξ αδιαιρέτου μεριδίου του ακινήτου στους κληρονόμους του του Μ. Τριμικλινιώτη ,εναγόμενους 3, 4 και
- Ανεξάρτητα των πιο πάνω διαζευκτικά ζητούνται και ειδικές αποζημιώσεις για το ποσό των €20.058.15 σεντ. Τα πρόσωπα εναντίον των οποίων στρέφεται η αγωγή πλην του εναγόμενου 1 που ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως εκπρόσωπος του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού οι εναγόμενοι 3, 4 και 5 είναι οι κληρονόμοι του Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτη ενώ ο εναγόμενος 2 είναι ο διαχειριστής της περιουσίας Φίλιππου Μιχαηλίδη. Διαρκούσης της ακροαματικής διαδικασίας και μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία αποκαλύφθηκε ότι η ενάγουσα 2 απεβίωσε το έτος
- Δεν λήφθηκαν διαβήματα για τη συνέχιση και προώθηση της αγωγής εκ μέρους των αντιπροσώπων της. Δεδομένης συνεπώς της εγκατάλειψης της αγωγής εξ μέρους της ενάγουσας 2 παρέμεινε να αξιώνει τις αιτούμενες με τη αγωγή θεραπείες η ενάγουσα
- ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Παρατίθενται στη συνέχεια συνοπτικά οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Η ενάγουσα 1 τον Ιανουάριο του 1970 αγόρασε το ακίνητο από την ενάγουσα 2 και έκτοτε το κατέχει αδιαφιλονίκητα και αδιάλειπτα μέχρι σήμερα και για περίοδο πέραν των 30 ετών. Είναι συνεπώς η μόνη κατά νόμο δικαιούμενη να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του ακινήτου καθότι ένεκα κατοχής και ή δυνάμει αγοράς έχει αποκτήσει επί του ακινήτου παραγραφικά δικαιώματα. Η ενάγουσα 2 κατείχε το ακίνητο από το 1950 αδιαφιλονίκητα και αδιάλειπτα για περίοδο πέραν των 30 ετών και το έλαβε δυνάμει δωρεάς και/ή προίκας από την μητέρα της Παναγιώτα Χαραλαμπού Καρσερά η οποία το κατείχε αδιαφιλονίκητα πριν από το 1940 και για χρονικό διάστημα πέραν των 30 ετών. Περαιτέρω η ενάγουσα 1 κατέχει και καλλιεργεί το ακίνητο από το 1970 ενώ το 1978 το έχει δενδροφυτεύσει με ελιές και έχει υποστεί έξοδα τα οποία περιγράφονται στη έκθεση απαίτησης και αξιώνονται ως ειδικές αποζημιώσεις. Στην έκθεση απαίτησης γίνεται επίσης αναφορά στις επιστολές που απέστειλαν οι ενάγουσες στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με τις οποίες κοινοποιείται η εκ μέρους τους διεκδίκηση της ιδιοκτησίας του ακινήτου. Συγκεκριμένα η ενάγουσα αρ.1 με την επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 12/9/2001που απέστειλε στον Διευθυντή του Κτηματολογίου Λεμεσού δήλωσε πως είναι η μόνη κάτοχος του ακινήτου πέραν των 30 ετών και ζήτησε όπως αυτό εγγραφεί επ' ονόματι της. Επιπλέον με την εν λόγω επιστολή η ενάγουσα 1 δήλωσε την ένσταση της στις ενέργειες τρίτων προσώπων για την έκδοση τίτλου εγγραφής του ακινήτου. Με δεύτερη επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 7/10/2002, προς τον Διευθυντή Κτηματολογίου Λεμεσού αναφερόμενη στα ίδια γεγονότα ζήτησε εκ νέου όπως το ακίνητο εγγράφει επ' ονόματι της ένεκα κατοχής 30 και πλέον ετών. Ο διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με την επιστολή ημερομηνίας 21/11/2002 πληροφόρησε το δικηγόρο της ενάγουσας ότι το ακίνητο φιλονικείτε. Η ενάγουσα αρ.1 πληροφορήθηκε κατά ή περί το τέλος Σεπτεμβρίου 2002 από τους κληρονόμους του Μιχαήλ Τριμικλινιώτη ο οποίος απεβίωσε 29/7/1963, ότι το κτηματολόγιο κατά ή περί τον Μάιο του 2002 είχε προχωρήσει στην εγγραφή και έκδοση τίτλων για το 1/2 μερίδιο του Μιχαήλ Τριμικλινιώτη στους κληρονόμους του εναγομένους 3,4 και
- Ο εναγόμενος 2 είναι το πρόσωπο που καταχώρησε αίτηση στο κτηματολόγιο με την οποία ζήτησε όπως το υπόλοιπο ½ μερίδιο του ακινήτου εγγράφει επ' ονόματι του υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του Φίλιππου Μιχαηλίδη. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών του κτηματολογίου εκδόθηκαν τίτλοι επ' ονόματι των φερομένων σαν κληρονόμων του Μ. Τριμικλινιώτη, ο οποίος απεβίωσε την 29/7/1963, για το 1/2 μερίδιο του Μ. Τριμικλινιώτη ενώ το Κτηματολόγιο αρνήθηκε και συνεχίζει να αρνείται να εκδώσει τίτλο στο όνομα της ενάγουσας αρ.1 για ολόκληρο το μερίδιο του ακινήτου. Υποστηρίζεται επίσης ότι το ακίνητο ήταν και είναι καταχωρημένο στο κτηματολόγιο επ΄ ονόματι της ενάγουσας 2 και ή της μητέρας της και από λάθος φαίνεται να ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του Φίλιππου Μιχαηλίδη και Μιχαήλ Τριμικλινιώτη από το έτος
- Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ξεχωριστές υπερασπίσεις από τις οποίες συνοπτικά καταγράφονται τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος 1 με την έκθεση υπεράσπισης του αρνείται τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις της έκθεσης απαίτησης. Αναφέρει ότι το ακίνητο καλυπτόταν παλαιότερα από τον αριθμό εγγραφής 2513 ημερομηνίας 9.11.1928 και ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα των Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτη και Φίλιππου Μιχαηλίδη οι οποίοι το απέκτησαν με αγορά σε δημοπρασία. Το επίδικο ακίνητο είναι σήμερα εγγεγραμμένο στο όνομα του εναγόμενου 4 κατά το 1/6 μερίδιο, στην εναγόμενη 3 κατά το 1/6 μερίδιο, στην εναγόμενη 5 κατά το 1/6 μερίδιο και στο όνομα του Φίλιππου Μιχαηλίδη κατά το ½ μερίδιο. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει στην έκθεση υπεράσπισης του ότι δεν μπορεί να αποκτηθεί τίτλος επί ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει κατοχής εφόσον υπάρχει εγγεγραμμένος κύριος. Αναφέρει περαιτέρω ότι εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία προστατεύεται και μετά το θάνατο του εγγεγραμμένου κυρίου, αφού μεταβιβάζεται δια νόμου στους κληρονόμους του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Περιγράφονται επίσης με λεπτομέρεια οι διάφορες αιτήσεις που κατατέθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού σε σχέση με την εγγραφή του επίδικου ακινήτου και αναφέρεται ότι ουδέποτε εξακριβώθηκε από το κτηματολόγιο ότι αποκτήθηκαν παραγραφικά δικαιώματα προς όφελος των εναγουσών . Τέλος ο εναγόμενος 1 αρνείται ότι η εγγραφή του ½ μεριδίου του ακινήτου στο όνομα των κληρονόμων του Μ. Τριμικλινιώτη συντελέστηκε από λάθος και ισχυρίζεται ότι ήταν καθόλα νόμιμη και ορθή. Ο εναγόμενος 2 επίσης αρνείται τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις της έκθεσης απαίτησης και αποδέχεται μόνο ότι είχε καταχωρήσει στο κτηματολόγιο αίτηση με την οποία ζητά την εγγραφή του ½ μεριδίου του ακινήτου στο όνομα του. Με την ανταπαίτηση του, η οποία σημειώνεται αποσύρθηκε διαρκούσης της ακροαματικής διαδικασίας, ζητά απόφαση και ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι βάσει κληρονομικού δικαιώματος δικαιούται στην εγγραφή του ½ μεριδίου του ακινήτου στο όνομα του. Οι εναγόμενος 3 απορρίπτει τους ισχυρισμούς και αξιώσεις της έκθεσης απαίτησης και αποδέχεται μόνο ότι το ½ μερίδιο του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη Μ. Τριμικλινιώτης ενεγράφη στο όνομα των κληρονόμων του. Οι εναγόμενοι 4 και 5 με τις ξεχωριστές υπερασπίσεις τους με τη σειρά τους απορρίπτουν τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζονται ότι τα αναφερόμενα μερίδια του ακινήτου ορθώς και νομίμως είναι εγγεγραμμένα στο όνομα τους τα οποία κατέχονταν από τους ίδιους και για τα οποία πλήρωναν τακτικώς και ανελλιπώς τους κοινοτικούς φόρους που επέβαλλε το κοινοτικό συμβούλιο Δωρός. Με την απάντηση στις υπερασπίσεις των εναγόμενων επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί της έκθεσης απαίτησης και ειδικότερα αναφέρεται ότι οι υπάλληλοι του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού παράνομα και ή αυθαίρετα και ενώ γνώριζαν ότι το ακίνητο το διεκδικούσαν οι ενάγουσες, προχώρησαν με δόλιο τρόπο και ενέγραψε παράνομα το ½ μερίδιο στους εναγόμενους 3,4 και
- Για να αποδείξει τη υπόθεση της η ενάγουσα 1 κατέθεσε στο Δικαστήριο η ίδια (ΜΕ2) και κάλεσε ακόμα 3 μάρτυρες, τον σύζυγο της Μιχάλη Ιωάννου (ΜΕ1) , την Ανδριανή Ιωάννου (ΜΕ3) και τον Σάββας Ανδρέα (ΜΕ4). Ενώ από την πλευρά των εναγόμενων κλήθηκε και κατέθεσε μόνο ένας μάρτυρας και συγκεκριμένα ο υπάλληλος του κτηματολογίου Α. Παναγή (ΜΥ1). Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων καταθέσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές αγορεύσεις τους, στις οποίες με αναφορά σε σχετική νομολογία εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή και έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα υπόθεση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η μαρτυρία είναι πλήρως καταγραμμένη στα πρακτικά και λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της χωρίς να κρίνεται αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της (Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. ν. Α. Σταθιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Συνεπώς στη συνέχεια γίνεται μία συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία σημειώνοντας παράλληλα ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983
(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Ο ενάγοντας (ΜΕ1) κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, γραπτή δήλωση σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο (Έγγραφο Α). Κατέθεσε επίσης τα ακόλουθα τεκμήρια: -Τεκμήριο 1 αγοραπωλητήριο έγγραφο του επίδικου ακινήτου μεταξύ των εναγουσών 1 και 2 το οποίο δεν φέρει ημερομηνία. -Τεκμήριο 2 επιστολή ημερομηνίας 12.9.2001 του δικηγόρου της ενάγουσας 1 προς το Επ. Κτηματολόγιο Λεμεσού. - Τεκμήριο 3 επιστολή ημερομηνίας 7.10.2002 του δικηγόρου της ενάγουσας 1 προς το Επ. Κτηματολόγιο Λεμεσού. Τεκμήριο 4 επιστολή του Επ. Κτηματολογίου Λεμεσού ημερομηνίας 21.11.
- -Τεκμήριο 5 πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4055 τεμάχιο 301 στο χωρίο Δωρός. -Τεκμήριο 6 πιστοποιητικό της χωρητικής αρχής του χωριού Δωρός ημερομηνίας 14.5.
- Τεκμήριο 7 πιστοποιητικό της χωρητικής αρχής του χωριού Δωρός ημερομηνίας 12.9.
- Στη γραπτή δήλωση του ΜΕ1 που είναι ο σύζυγος της ενάγουσας 1, κατά κύριο λόγο γίνεται επανάληψη των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης και από αυτή καταγράφονται συνοπτικά τα ακόλουθα. Ο ίδιος εγκαταστάθηκε στο χωριό Δωρός το 1959 και γνωρίζει άμεσα και προσωπικά όλα τα γεγονότα της υπόθεσης . Η σύζυγος του, ενάγουσα 1, τον Ιανουάριο του 1970 αγόρασε το ακίνητο από την εναγόμενη 2 η οποία το κατείχε από το 1950 αδιαφιλονίκητα και αδιάληπτα για περίοδο πέραν των 30 ετών και το οποίο έλαβε δυνάμει δωρεάς και /ή προίκας από τη μητέρα της Παναγιώτα Χαραλαμπού Καρσερά που κατείχε αδιαφιλονίκητα το ακίνητο από το 1940 πέραν των 30 ετών. Η ενάγουσα 1 είναι η μόνη που κατέχει αδιαφιλονίκητα και αδιάλειπτα το ακίνητο για συνεχή περίοδο πέραν των 30 ετών και έχει αποκτήσει παραγραφικά δικαιώματα. Η ενάγουσα 1 καλλιεργεί το ακίνητο από το έτος 1970 ενώ το 1978 το δενδροφύτευσε με ελιές και έχει υποστεί έξοδα. Η μεταβίβαση μέρους του κτήματος στους εναγόμενους 3, 4 και 5 κληρονόμους του Μ. Τριμικλινιώτη, είναι λανθασμένη και παράνομη αφού ουδέποτε είχαν στη κατοχή τους το εν λόγω ακίνητο. Η μόνη κατά το νόμο δικαιούχος του ακινήτου είναι η ενάγουσα 1 η οποία το κατέχει αδιαφιλονίκητα και αδιάλειπτα για περίοδο πέραν των 30 ετών και υφίστανται παραγραφικά δικαιώματα προς όφελος της και από λάθος, παράνομα και παράτυπα το ακίνητο από το 1928 ήταν εγγεγραμμένο ανά ½ μερίδιο στο όνομα των Μιχαήλ Τριμικλινιώτη και Φίλιππου Μιχαηλίδη. Στο τίτλο ιδιοκτησίας της ενάγουσας 1 του ¼ μεριδίου επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4055 αρ. τεμαχίου 301 αναφέρεται ότι το συνορεύον τεμάχιο που είναι το επίδικο τεμάχιο 300 ανήκει στην ενάγουσα
- Η κατάθεση του ΜΕ1 δεν βοήθησε την υπόθεση της ενάγουσας για τους λόγους που καταγράφονται αμέσως στη συνέχεια ταυτόχρονα και με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Ξεκινώντας από τη θέση του ότι γνωρίζει άμεσα και προσωπικά όλα τα γεγονότα της υπόθεσης σαφώς και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού, όπως επιβεβαίωσε και κατά την αντεξέταση του, ο ίδιος εγκαταστάθηκε στο χωριό Δωρός το 1959 που παντρεύτηκε την ενάγουσα
- Συνεπώς δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με τη κατοχή του ακίνητου πριν το 1959 και όπως και ο ίδιος τελικά δήλωσε κατά την αντεξέταση του γνωρίζει μόνο ότι η ενάγουσα 2 κατείχε το ακίνητο από το 1950 μέχρι το 1970 που το πώλησε στη σύζυγο του. Καμία δε βαρύτητα μπορεί να δοθεί στην προκειμένη περίπτωση στη γενική και αόριστη αναφορά του ότι γνωρίζει από τα πεθερικά και τους συγχωριανούς του ότι το ακίνητο το κατείχε η ενάγουσα 2 η οποία το έλαβε ως προίκα από την μητέρα της. Θέση που εν πάση περιπτώσει όπως θα διαφανεί στη συνέχεια βρίσκεται και σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΕ 4 , γιού της ενάγουσας 2 ο οποίος ανέφερε ότι η μητέρα του αγόρασε το ακίνητο το
- Γενικά οι δηλώσεις του μάρτυρα σε σχέση με την προηγούμενη κατοχή του ακινήτου μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του διαφάνηκε όχι μόνο ότι ήταν ασαφείς και αόριστες αλλά και αντιφατικές. Στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι η ενάγουσα 2 κατείχε το ακίνητο αδιαφιλονίκητα και αδιάληπτα από το 1950 για περίοδο πέραν των 30 ετών δήλωση που δεν συνάδει με το τον ισχυρισμό του ότι το 1970 ταυτόχρονα με τη πώληση έλαβε τη κατοχή του ακινήτου η ενάγουσα
- Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του σε αντίθεση μάλιστα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα 2 το κατείχε από το 1940 ενώ ο ίδιος όπως και πιο πάνω αναφέρεται δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος κατείχε το ακίνητο πριν από το 1959 που ο ίδιος εγκαταστάθηκε στο χωριό Δωρός αλλά και επιπρόσθετα κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι η μητέρα της ενάγουσας που κατείχε το ακίνητο από το
- Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης του και στη προσπάθεια του να πείσει για τους ισχυρισμούς του και σε αντίφαση με τη θέση του περί πληροφόρησης του από τα πεθερικά του και τους συγχωριανούς παρέπεμψε στα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής τεκμ. 6 και 7 χωρίς όμως να είναι σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για το γεγονός ότι στα εν λόγω πιστοποιητικά δεν γίνεται άμεση αναφορά στο επίδικο ακίνητο αλλά γενικά σε ένα ακίνητο στο χωριό Δωρός Φ/Σχέδιο 47/53 που συνορεύει τα τεμάχια 292,289,301,299 και 298 δηλώνοντας μάλιστα ότι τα εν λόγω ακίνητα συνορεύουν και με άλλα ακίνητα εκτός από το επίδικο. Για κάθε περίπτωση σημειώνεται πως σε σχέση με τη βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί στο περιεχόμενο των εν λόγω πιστοποιητικών γίνεται αναφορά στη συνέχεια της απόφασης. Η αιτιολογία που έδωσε ο ΜΕ1 για το γεγονός ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο τεκμ. 1 δεν φέρει ημερομηνία , ότι δηλαδή η παράλειψη αυτή έγινε κατόπιν συμβουλής του κτηματολογίου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή όχι μόνο επειδή δεν συνάδει με τη λογική να δόθησαν τέτοιες οδηγίες από αρμόδιους υπαλλήλους του κτηματολογίου αλλά και επιπρόσθετα επειδή όπως φάνηκε από τη μαρτυρία της ενάγουσας 1 το αναφερόμενο αγοραπωλητήριο δεν υπογράφτηκε στο κτηματολόγιο αφού η ίδια δήλωσε ότι ουδέποτε μετάβηκε εκεί. Η θέση του όμως ότι η σύζυγος του κατά το έτος 1970 αγόρασε έναντι του ποσού των Λ.Κ70 το ακίνητο από την ενάγουσα 2 γίνεται αποδεκτή για το λόγο ότι για το ζήτημα αυτό ήταν πειστικός και παρέμεινε σταθερός κατά την μαρτυρία του χωρίς να κλονιστεί η αξιοπιστία του. Το γεγονός άλλωστε της αγοράς του ακινήτου επιβεβαιώθηκε και από την ενάγουσα 1 η μαρτυρία της οποίας για το συγκεκριμένο αυτό ζήτημα γίνεται αποδεκτή. Επιπρόσθετα η αγοραπωλησία του ακινήτου επιβεβαιώθηκε χωρίς μάλιστα να αμφισβητηθεί και από τον γιό της ενάγουσας 2, τον ΜΕ
- Σε αντίφαση όμως με τη μαρτυρία της ενάγουσας 1 η οποία δήλωσε άγνοια για το γεγονός ότι το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα των Μιχαήλ Τριμικλινιώτη και Φίλιππου Μιχαηλίδη, ο ΜΕ 1 ανέφερε ότι από το έτος 1970 είχαν πληροφορηθεί από το Κτηματολόγιο ότι το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο στα δύο πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα. Απαντώντας μάλιστα σε σχετικές ερωτήσεις αναθεώρησε τη θέση που πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση του ότι δηλαδή από λάθος, παράνομα και παράτυπα από το έτος 1928 το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο ανά ½ μερίδιο στο όνομα των Μιχαήλ Τριμικλινιώτη και Φίλιππου Μιχαηλίδη. Για κάθε περίπτωση σημειώνεται ότι καμία μαρτυρία προσκομίσθηκε προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού περί λανθασμένης και παράνομης εγγραφής του ακινήτου. Η θέση του ΜΕ1 ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι του κτηματολογίου του ζήτησαν να προσκομίσει πιστοποιητικό θανάτου των δύο προσώπων στο όνομα των οποίων ήταν εγγεγραμμένο το ακίνητο έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της συζύγου του, βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με τη μαρτυρία του υπαλλήλου του κτηματολογίου ΜΥ 1, η οποία αξιολογείται στη συνέχεια και γίνεται αποδεκτή. Συγκεκριμένα ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η ενάγουσα 2 υπέβαλε γραπτώς αίτημα για την επ' ονόματι της εγγραφή του ακινήτου και τότε της ζητήθηκε να προσκομίσει πιστοποιητικό των κληρονόμων των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών καθώς και την γραπτή συγκατάθεση τους για την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της. Τέλος η θέση του ότι δεν υπήρχε τίτλος εγγραφής του ακινήτου στο όνομα των Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτη και Φίλιππο Μιχαηλίδη και απλά ήταν καταχωρημένο στο κτηματολόγιο στο όνομα τους επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού, πλην του ότι βρίσκεται σε αντίφαση με προηγούμενες δηλώσεις του, καταρρίπτεται και από το αναντίλεκτο περιεχόμενο του πιστοποιητικού εγγραφής τεκμ. 9 που κατατέθηκε από τον ΜΥ1 αλλά και από τα όσα αναφέρθηκαν από τον συγκεκριμένο μάρτυρα βάσει των στοιχείων που τηρούνται στο κτηματολόγιο. Η θέση του σε σχέση με το χρόνο που η ενάγουσα 1 άρχισε και συνέχισε να καλλιεργεί το ακίνητο δεν συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία της ίδιας η οποία ανέφερε ότι σταμάτησε να καλλιεργεί το ακίνητο όταν συνέβησαν τα γεγονότα
- Η θέση του όμως περί δενδροφύτευσης του ακίνητου με ελιές το έτος 1978 ταυτίζεται με τη μαρτυρία της εναγόμενης 1 και γίνεται αποδεκτή. Στη βάση συνεπώς όλων των πιο πάνω πλην του ισχυρισμού ότι η ενάγουσα 1 κατά το έτος 1970 αγόρασε από την ενάγουσα 2 το επίδικο κτήμα έναντι του ποσού των ΛΚ 70 και το 1978 το δενδροφύτευσε με ελιές κρίνεται ότι καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στην υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΕ1 η οποία δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ως ΜΕ2 κατέθεσε η ενάγουσα 1 η οποία επίσης κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, γραπτή δήλωση σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο (Έγγραφο Β). Στη αυτή επαναλαμβάνει με τη σειρά της τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Από την μαρτυρία της καταγράφονται τα ακόλουθα που κυρίως ενδιαφέρουν για την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Ισχυρίζεται ότι η ίδια κατέχει το ακίνητο αδιαφιλονίκητα και αδιάληπτα για συνεχή περίοδο πέραν των 30 ετών και συγκεκριμένα από το 1970 που το αγόρασε και το παρέλαβε από την ενάγουσα
- Ισχυρίζεται επίσης ότι έχει αποκτήσει παραγραφικά δικαιώματα και είναι το μόνο πρόσωπο που δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του ακινήτου. Το ζήτημα αυτό θα απασχολήσει στη συνέχεια της απόφασης όπου γίνεται αναφορά τη νομική πτυχή του θέματος. Η θέση της ότι από λάθος, παράνομα και παράτυπα το ακίνητο ήταν ανά ½ μερίδιο εγγεγραμμένο στο όνομα των Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτη και Φίλιππο Μιχαηλίδη παρέμεινε σε επίπεδο ατεκμηρίωτου ισχυρισμού αφού δεν υποστηρίχθηκε από οποιανδήποτε μαρτυρία αλλά και επιπρόσθετα πρόκειται για θέση που καταρρίπτεται από την μαρτυρία του ΜΥ1 και το περιεχόμενο του τεκμ
- Διαπιστώνονται επίσης ανακολουθίες, ασάφειες και αντιφάσεις στη μαρτυρία της ενάγουσας 1 σε σχέση με τη κατοχή του ακινήτου εκ μέρους της ενάγουσας
- Στην γραπτή της δήλωση αναφέρει ότι η ενάγουσα 2 κατείχε το ακίνητο από το 1950 για περίοδο πέραν των 30 ετών σε αντίφαση με τη δήλωση της ότι η ίδια έλαβε τη κατοχή του ακινήτου το
- Δηλώνει περαιτέρω ότι η ενάγουσα 2 έλαβε το ακίνητο δυνάμει δωρεάς και ή προίκας από την μητέρα της Παναγιώτα Χαραλαμπού Καρσερά το οποίο ακίνητο το κατείχε αδιαφιλονίκητα από το 1940 για περίοδο πέραν των 30 ετών. Εύλογα βέβαια διερωτάται κανείς πώς η Παναγιώτα Χαραλαμπού Καρσερά κατείχε το ακίνητο για περίοδο πέραν των 30 ετών αφού το κατείχε από το 1940 και το 1950 το δώρισε στην κόρη της δηλαδή την ενάγουσα
- Η θέση της ότι μετά από επιτόπια έρευνα του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λεμεσού εξακριβώθηκε ότι η ίδια έχει αποκτήσει παραγραφικά δικαιώματα στο ακίνητο επειδή το κατέχει ως ιδιοκτήτρια αδιάληπτα και αδιαφιλονίκητα για περίοδο πέραν των 30 ετών όχι μόνο δεν υποστηρίχθηκε από μαρτυρία αλλά βρίσκεται και σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΥ1.Σε σχέση με τα έξοδα που αναφέρει στην γραπτή της δήλωση ότι έχει υποστεί για να δενδροφυτεύσει και να καλλιεργήσει το ακίνητο επίσης παρέμειναν σε επίπεδο ισχυρισμών αφού καμία μαρτυρία έχει προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Κατά την αντεξέταση της η ενάγουσα 1 σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΕ1 δήλωσε άγνοια για το γεγονός της εγγραφής του ακινήτου στο όνομα των πιο πάνω αναφερομένων προσώπων και ισχυρίσθηκε ότι η ίδια και ο σύζυγος της το πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά το
- Αναγνώρισε την υπογραφή της στο αγοραπωλητήριο έγγραφο τεκμ 1 ενώ σε άλλες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σε σχέση με το ζήτημα της αγοραπωλησίας και το κτηματολόγιο δήλωσε άγνοια αναφέροντας ότι τα ζητήματα αυτά τα χειρίσθηκε ο σύζυγος της. Γενικές επίσης και αόριστες ήταν οι δηλώσεις της και κατά την αντεξέταση της σε σχέση με την κατοχή του ακινήτου από την εναγόμενη 2 και τη μητέρα της λέγοντας ότι όταν ήταν μικρή έβλεπε την ενάγουσα 2 και την μητέρα της σ να καλλιεργούν το ακίνητο και γνώριζε ότι ήταν δικό τους. Ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης και σε αντίφαση με την κυρίως εξέταση της της γενικόλογα και αόριστα ισχυρίσθηκε πως από αυτά που της ανέφεραν οι μεγαλύτερο σε ηλικία, η ενάγουσα 2 και η μητέρα της κατείχαν το ακίνητο πριν από το
- Ενώ αμέσως στη συνέχεια ανέφερε και πάλι ότι η μητέρα της ενάγουσας 2 το κατείχε από το 1940 δηλώνοντας πως η ίδια δεν γνωρίζει λεπτομέρειες αφού γεννήθηκε το
- Η ενάγουσα 1 στο μόνο ζήτημα για το οποίο σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της υπήρξε θετική και πειστική ήταν ότι το έτος 1970 αγόρασε το ακίνητο από την ενάγουσα
- Παρά το ότι υπάρχει ασάφεια στην μαρτυρία για το πότε ακριβώς άρχισε να το καλλιεργεί εντούτοις παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία της ότι το 1978 το δενδροφύτευσε με ελιές τις οποίες και διατηρεί μέχρι και σήμερα. Σημειώνεται μάλιστα ότι όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε ότι η ενάγουσα 1 δενδροφύτευσε και διατηρεί στο ακίνητο μέχρι σήμερα δένδρα με ελιές, αλλά κατά την αντεξέταση της, υποβλήθηκαν σε αυτή και ερωτήσεις σε σχέση με το κατά πόσο έχει εισοδήματα από την συγκομιδή των καρπών. Οι θέσεις της αυτές συνεπώς γίνονται αποδεκτές ενώ η υπόλοιπη μαρτυρία της για τους λόγους που αναλύονται πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. H ME3 συγχωριανή των εναγουσών 1 και 2, κατέθεσε επίσης ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, γραπτή δήλωση σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο (Έγγραφο Γ). Σε αυτή επαναλαμβάνει και αυτή με τη σειρά της ότι το 1970 η ενάγουσας 1 αγόρασε το ακίνητο από την ενάγουσα 2 η οποία το κατείχε από το 1950 αδιαφιλονίκητα και αδιάλειπτα για περίοδο πέραν των 30 ετών που το έλαβε δυνάμει δωρεάς και ως προίκα από τη μητέρα της που το κατείχε πριν από το
- Όπως και πιο πάνω σχολιάζεται βέβαια δεν είναι αριθμητικά και μόνο εφικτό κάποιος να κατέχει ακίνητο πέραν των 30 ετών από το 1950 μέχρι το
- Αναφέρει επίσης ότι η ενάγουσα 2 ήταν 6 χρόνια μεγαλύτερη της, την γνώριζε πολύ καλά και είχαν γειτονικά κτήματα. Στη συνέχεια και σε αντίφαση με τον προηγούμενο ισχυρισμό της αναφέρει στην γραπτή δήλωση της ότι η μητέρα της ενάγουσας 2 κατείχε το κτήμα από το 1940 για περίοδο πέραν των 30 ετών. Αυτό όπως ανέφερε το γνωρίζει επειδή από την ηλικία των 6 με 7 χρονών πήγαινε με τη μητέρα της στο χωράφι της μητέρας της ενάγουσας 2 όπου την έβλεπε να το σπέρνει και να το καλλιεργεί όπως συνέχισε να το καλλιεργεί και η εναγόμενη
- Κατά την αντεξέταση της ΜΕ3 διαφάνηκε ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα για τα οποία είχε προσωπική γνώση αλλά για να βοηθήσει την υπόθεση της ενάγουσας
- Αόριστες, γενικόλογες και καθόλου πειστικές βρίσκω τις αναφορές της σε σχέση με την κατοχή του ακινήτου. Ανέφερε ότι έβλεπε την ενάγουσα 2 και την μητέρα της να καλλιεργούν το ακίνητο λέγοντας αρχικά ότι στην ίδια τοποθεσία είχε ακίνητο και η μητέρα της και τα ζώα τους έτρωγαν χόρτα από το επίδικο ακίνητο επειδή τα υπόλοιπα κτήματα στη περιοχή ήταν αμπέλια. Αναθεωρώντας στη συνέχεια ανέφερε ότι υπήρχαν και άλλα γειτνιάζοντα κτήματα που δεν ήταν αμπέλια αλλά ήταν χωράφια μέσα στα οποία υπήρχαν χόρτα. Ενώ δε επιτηδευμένα προσπάθησε αρχικά να υποστηρίξει ότι η ίδια γνωρίζει προσωπικά πως η ενάγουσα 2 και η μητέρα της μεταξύ των χρονολογιών 1936 και 1950 καλλιεργούσαν το συγκεκριμένο ακίνητο στην συνέχεια όχι μόνο διαφάνηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιο ήταν ακριβώς το επίδικο ακίνητο αλλά αποδέχθηκε ότι ένεκα της ηλικίας της, αφού γεννήθηκε το 1936, πριν από το έτος 1945 - 1946 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με την κατοχή του ακινήτου διότι η ίδια βρισκόταν σε πολύ μικρή ηλικία. Σε αντίφαση δε με την κυρίως εξέταση της όπου ανέφερε ότι πήγαινε με τη μητέρα της στην περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο από την ηλικία 6 χρονών, στη συνέχεια δήλωσε ότι πριν από το 1945-1946 δεν πήγαινε καθόλου στη περιοχή. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία της ΜΕ3 δεν κρίνεται αξιόπιστη και απορρίπτεται. Τελευταίος μάρτυρας για την υπόθεση της ενάγουσας κατέθεσε ο γιός της ενάγουσας 2, ΜΕ4 ο οποίο επίσης ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε στο Δικαστήριο, γραπτή δήλωση σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο (Έγγραφο Δ). Θεωρώ σκόπιμο να τονίσω από την αρχή ότι σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του ο ίδιος γεννήθηκε το 1953 και έζησε στο χωρίο Δωρός μέχρι το 1966.Επαναλαμβάνει στη γραπτή δήλωση του όπως και οι υπόλοιποι μάρτυρες ότι η ενάγουσα 1 το 1970 αγόρασε το ακίνητο από την μητέρα του η οποία προηγουμένως το κατείχε από το έτος 1950 για περίοδο πέραν των 30 ετών και το οποίο έλαβε δυνάμει δωρεάς και προίκας από τη μητέρα της που το κατείχε πριν από το 1940 για χρονικό διάστημα πέραν των 30 ετών. Ο ισχυρισμός στη γραπτή δήλωση του ότι η μητέρα του καλλιεργούσε και έσπερνε το ακίνητο μέχρι το 1970 που το πώλησε στην ενάγουσα 1 βρίσκεται σε αντίφαση με τη δήλωση της τελευταίας η οποία ανέφερε ότι όταν παρέλαβε το ακίνητο από την ενάγουσας 2 ήταν ακαλλιέργητο. Σημειώνεται εδώ ότι η ίδια αντίφαση παρατηρήθηκε και στη μαρτυρία της ΜΕ
- Αναφέρει περαιτέρω ο ΜΕ4 όπως άλλωστε και οι υπόλοιποι μάρτυρες ότι η ενάγουσα 1 είναι η μόνη η οποία κατέχει ως ιδιοκτήτης αδιαφιλονίκητα και αδιάλειπτα το ακίνητο για περίοδο πέραν των 30 ετών μέχρι και σήμερα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως η μητέρα του δεν είχε αλλά και ουδέποτε αποτάθηκε στο κτηματολόγιο για να αποκτήσει τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου. Η θέση του ότι η μητέρα του ουδέποτε αποτάθηκε στο κτηματολόγιο για την απόκτηση τίτλου του ακινήτου όπως θα διαφανεί στην συνέχεια δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως αυτή τέθηκε με βάση τα αρχεία που τηρούνται στη κτηματολόγιο από τον ΜΥ
- Ο ΜΕ4 δεν αρνήθηκε τη θέση που του υποβλήθηκε ότι για το επίδικο ακίνητο υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας λέγοντας πως ο ίδιος γνωρίζει μόνο ότι δεν είχε τίτλο ιδιοκτησίας η μητέρα του. Όταν επίσης του υποβλήθηκε ότι υπάρχει τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου στο όνομα των Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτη και Φίλιππο Μιχαηλίδη απάντησε πως η γνώση του προέρχεται από αυτά που του ανέφερε η μητέρα του, δηλαδή η ενάγουσα 2, σύμφωνα με τα οποία το είχε αγοράσει η μητέρα της και της το δώρισε γύρω στο
- Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι η μητέρα του καλλιεργούσε το ακίνητο μέχρι το 1970 δήλωσε πως ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση αλλά τα όσα αναφέρει στην γραπτή δήλωση του είναι από αυτά που του έλεγε η μητέρα του, ότι δηλαδή καλλιεργούσαν το ακίνητο από το 1940 που το αγόρασαν. Δήλωσε ότι γεννήθηκε το έτος 1953 και προσωπική γνώση έχει για την περίοδο μετά που ο ίδιος ήταν πλέον ηλικίας 7 χρονών. Αποδέχθηκε ότι η αναφορά του σε κατοχή του ακινήτου από τη μητέρα του για περίοδο πέραν των 30 ετών είναι λανθασμένη λέγοντας όμως ότι εννοούσε και το χρόνο κατοχής του ακινήτου από τη γιαγιά του. Δήλωσε επίσης ότι ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση αλλά βάσει αυτών που του ανέφερε η μητέρα του η γιαγιά του κατείχε το ακίνητο από το
- Όταν του υποδείχθηκε ότι στη γραπτή δήλωση του αναφέρει πως η γιαγιά του κατείχε το ακίνητο πριν από το 1940 και για περίοδο πέραν των 30 ετών δήλωσε ότι η γιαγιά του αγόρασε το ακίνητο το έτος 1940 το καλλιεργούσε για λίγα χρόνια και ακολούθως το δώρισε στην μητέρα του. Σε αντίφαση δε με την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι από το 1966 μέχρι το 1970 καλλιεργούσαν το ακίνητο κάποια τρίτα πρόσωπα. Τα πιο πάνω είναι ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του ΜΕ 4 η οποία χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, ασάφειες και αοριστίες σε βαθμό που καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί σε αυτή για την εξαγωγή οποιονδήποτε συμπερασμάτων. Για τη πλευρά της υπεράσπισης κατέθεσε ο υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού Ανδρέας Παναγή (ΜΥ1) ο οποίος κλήθηκε για να καταθέσει στο Δικαστήριο από την πλευρά του εναγόμενου
- Αφού αναφέρθηκε στα καθήκοντα που ασκεί σαν υπάλληλος του Κτηματολογίου στη συνέχεια με βάση τα στοιχεία που τηρούνται στα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού αναφέρθηκε στο ιστορικό του επίδικου ακινήτου ως ακολούθως. Κατά την γενική χωρομετρία και εκτίμηση που ολοκληρώθηκε για την συγκεκριμένη κοινότητα στις 24.9.1921 το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στο όνομα του Χριστοφή Σάββα από τη Λάνια. Στη συνέχεια βάσει του φακέλου CPAL 106/ 1927εκδόθηκε τίτλος στο όνομα του πιο πάνω προσώπου ημερ. 11.6.
- Ακολούθως δυνάμει του φακέλου W 55/1928 εκδόθηκε τίτλος εγγραφής στο όνομα των Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτη και Φίλιππου Μιχαηλίδη με αριθμό εγγραφής 2513 ημερομηνίας 9.11.1928 δυνάμει πώλησης σε δημοπρασία. Με τον φάκελο Α222/2002 το μερίδιο του Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτη έχει μεταγραφεί ανά 1/6 μερίδιο στους Κώστα Μιχαήλ Τριμικλινιώτη, Γεώργιο Μιχαήλ Τριμικλινιώτη και Στέλλα Ιακώβου Νικολάου (εναγόμενη 3) κατόπιν διανομής μέσω διαχείρισης. Η εγγραφή έγινε στις 23.5.
- Με το φάκελο Α 1065/2209 το μερίδιο του Κώστα Μιχαήλ Τριμικλινιώτη, δηλαδή το 1/6 μερίδιο έχει μεταβιβαστεί στο όνομα του Μιχάλη Κώστα Τριμικλινιώτη (εναγόμενου 4) κατόπιν διανομής μέσω διαχείρισης. Το μερίδιο του Γεώργιου Μιχαήλ Τριμικλινιώτη έχει μεταβιβαστεί στη κόρη του Μόνικα Γεωργίου Τριμικλινιώτη (εναγόμενη 5) δυνάμει της δήλωσης δωρεάς ημερ. 4.12.
- Ο ΜΥ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο το πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου στο όνομα των Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτη και Φίλιππο Μιχαηλίδη το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμ.
- Ανέφερε πως το επίδικο κτήμα δεν υπήρξε ποτέ καταχωρημένο στο όνομα της ενάγουσας
- Σε σχέση με το γεγονός ότι στον τίτλο ιδιοκτησίας του γειτνιάζοντος ακινήτου της ενάγουσας 1 με αρ, τεμ. 301 (τεκμ. 5) αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια του επίδικου τεμαχίου αρ. 300 η ενάγουσας 2, ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο τίτλος του τεμάχιού 301 εκδόθηκε με το φάκελο 103/
- Κατά την επιτόπια εξέταση που έγινε τότε και συγκεκριμένα στις 25.2.1971 παρουσία του τότε κοινοτάρχη και του αιτητή για την εγγραφή του τεμαχίου 301 αυτοί καθόρισαν το τεμάχιο 301 με τους ιδιοκτήτες των γειτονικών τεμαχίων. Η αναφερόμενη δήλωση στο τεκμ.5 σύμφωνα με το μάρτυρα προφανώς έγινε τη δεδομένη στιγμή επειδή το κτήμα καλλιεργείτο από την ενάγουσα
- Η ενάγουσα 2 αποτάθηκε δύο φορές στο Επ. Κτηματολόγιο για την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα της. Την πρώτη φορά με το φάκελο Α709/1979 και ακολούθως με το φάκελο Α260/
- Κατά την πρώτη της αίτηση και δεδομένου ότι το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο στους Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτη και Φίλιππο Μιχαηλίδη της ζητήθηκε να προσκομίσει πιστοποιητικό της χωρητικής αρχής όσο αφορά τους κληρονόμους των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών και τις γραπτές συγκαταθέσεις τους. Η ενάγουσα 2 δεν ανταποκρίθηκε και η αίτηση της παραμερίσθηκε. Την ίδια τύχη είχε και η δεύτερη αίτηση της ενάγουσας 2 για το λόγο ότι ο κοινοτάρχης απέσυρε το πιστοποιητικό που εξέδωσε το 2001 σε σχέση με τη κατοχή του ακίνητου από την ενάγουσα 2 για το λόγο ότι αυτό ήταν διαφιλονικούμενο και διεκδικείτο από τρίτα πρόσωπα. Ήταν η θέση του ότι το κτηματολόγιο ορθά προχώρησε στην μεταβίβαση του ακινήτου στα ονόματα των σημερινών ιδιοκτητών εφόσον πρόκειται για τους κληρονόμους των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ 1, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα ανέφερε σε σχέση με το ακίνητο τα οποία άλλωστε προέρχονται από τα στοιχεία που τηρούνται στο κτηματολόγιο ενώ οι πλείστες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν διευκρινιστικού χαρακτήρα. Σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του παρέμεινε αντικειμενικός και σταθερός στις απαντήσεις του χωρίς να διαπιστωθεί οποιαδήποτε προσπάθεια να παραποιήσει τα πραγματικά γεγονότα. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Η μόνη διαφοροποίηση από την κυρίως εξέταση του στο στάδιο της αντεξέτασης του ήταν όταν ερωτηθείς σχετικά, αποδέχθηκε πως επειδή το ακίνητο ήταν διαφιλονικούμενο, με βάση την πρακτική που ακολουθείτο τότε θα έπρεπε πριν να γίνει η μεταβίβαση του μεριδίου του Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτης τους κληρονόμους του, να είχε διενεργηθεί επιτόπια εξέταση. Υποστήριξε όμως παράλληλα ότι η εγγεγραμμένη ιδιοκτησία προστατεύεται και μετά το θάνατο του ιδιοκτήτη και μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του. Ερωτηθείς επίσης για το περιεχόμενο του τεκμ. 5, που πρόκειται για τον τίτλο ιδιοκτησίας του ¼ μεριδίου του τεμαχίου 301 και σε σχέση με το γεγονός ότι σε αυτό αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια του συνορεύοντος ακινήτου που είναι το επίδικο η ενάγουσα 2 , ο ΜΥ1 επανέλαβε ότι αυτό είναι μία ένδειξη πως κατά το χρόνο έκδοσης του τεκ. 5 ήτοι το 1971 η ενάγουσα 2 καλλιεργούσε το επίδικο ακίνητο και ότι η καταγραφή έγινε βάσει των όσων ανέφερε ο κοινοτάρχης. Διευκρίνισε επίσης μεταξύ άλλων ότι οι εναγόμενες ουδέποτε κατέθεσαν στο κτηματολόγιο το μεταξύ τους αγοραπωλητήριο έγγραφο τεκμ.
- Ανέφερε ότι έγινε δύο φορές αυτοψία του επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα όταν η ενάγουσα 2 υπέβαλε αίτηση για να εγγραφεί το ακίνητο στο όνομα της. Με βάση το φάκελο που τηρείται για την πρώτη αίτηση που υπέβαλε η ενάγουσα 2 φαίνεται ότι η ίδια δήλωσε ότι απέκτησε το ακίνητο δυνάμει δωρεάς από τη μητέρα της το
- Με βάση την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή καταλήγω συνεπώς στα ακόλουθα ευρήματα. Κατά την γενική χωρομετρία και εκτίμηση που ολοκληρώθηκε για την συγκεκριμένη κοινότητα στις 24.9.1921 το επίδικο ακίνητο με αρ. εγγραφής 2513, Φ/Σχ 47/53, Τεμάχιο 300 το οποίο βρίσκεται στο χωριό Δωρός της επαρχίας Λεμεσού καταχωρήθηκε στο όνομα του Χριστοφή Σάββα από τη Λάνια. Στη συνέχεια δυνάμει του φακέλου CPAL 106/1927 εκδόθηκε τίτλος στο όνομα του πιο πάνω προσώπου ημερ. 11.6.
- Ακολούθως δυνάμει του φακέλου W 55/1928 εκδόθηκε τίτλος στο όνομα των Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτη και Φίλιππο Μιχαηλίδη με αριθμό εγγραφής 2513 ημερομηνίας 9.11.1928 δυνάμει πώλησης σε δημοπρασία. Με τον φάκελο Α222/2002 το μερίδιο του Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτη έχει μεταγραφεί ανά 1/6 μερίδιο στους Κώστα Μιχαήλ Τριμικλινιώτη, Γεώργιο Μιχαήλ Τριμικλινιώτη και Στέλλα Ιακώβου Νικολάου (εναγόμενη 3) κατόπιν διανομής μέσω διαχείρισης. Η εγγραφή έγινε στις 23.5.
- Με το φάκελο Α 1065/2209 το μερίδιο του Κώστα Μιχαήλ Τριμικλινιώτη, δηλαδή το 1/6 μερίδιο έχει μεταβιβαστεί στο όνομα του Μιχάλη Κώστα Τριμικλινιώτη (εναγόμενου 4) κατόπιν διανομής μέσω διαχείρισης. Το μερίδιο του Γεώργιο Μιχαήλ Τριμικλινιώτη έχει μεταβιβαστεί στη κόρη του Μόνικα Γεωργίου Τριμικλινιώτη (εναγόμενη 5) δυνάμει της δήλωσης δωρεάς ημερ. 4.12.
- Το επίδικο ακίνητο διεκδικήθηκε δύο φορές με την υποβολή σχετικών αιτήσεων προς το κτηματολόγιο Λεμεσού από την ενάγουσα 2 που απορρίφθηκαν για τους λόγους που περιγράφονται πιο πάνω. Αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά το έτος 1970 το επίδικο ακίνητο πωλήθηκε από την ενάγουσα 2 στην ενάγουσα 1 η οποία το 1978 το δενδροφύτευσε με ελιές τις οποίες και διατηρεί στο ακίνητο μέχρι σήμερα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Επίδικο θέμα στη υπό κρίση υπόθεση είναι η απόκτηση δικαιώματος κυριότητας του ακινήτου δυνάμει εχθρικής κατοχής. Το δικαίωμα περιγράφεται μέσα στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 με τη λέξη χρησικτησία. Τα άρθρα 9 και 10 του Νόμου περιέχουν πρόνοιες αναφορικά με την χρησικτησία, δηλαδή την απόκτηση δικαιώματος κυριότητας ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει εχθρικής κατοχής. Συγκεκριμένα μόνο το άρθρο 10 καθορίζει τις προϋποθέσεις που χρειάζεται να αποδείξει ο απαιτητής τέτοιου δικαιώματος πριν δικαιωθεί στην απαίτηση του και πριν επιτύχει εγγραφή της ξένης περιουσίας επ΄ονόματι του. Το άρθρο 9 που προηγείται του άρθρου 10, περιέχει στην πραγματικότητα διατάξεις απαγορευτικές που αποκλείουν σε ορισμένες περιπτώσεις την απόκτηση δικαιώματος ιδιοκτησίας με βάση τη χρησικτησία. Το άρθρο 9 είναι σύντομο και προνοεί ότι κανένας τίτλος πάνω σε ακίνητη ιδιοκτησία δεν αποκτάται από οποιονδήποτε πρόσωπο ένεκα εχθρικής κατοχής είτε εναντίον της Δημοκρατίας είτε εναντίον εγγεγραμμένου κυρίου. Συνεπώς το άρθρο 9 προστατεύει αφενός την Δημοκρατία και αφετέρου τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη. Παρατίθενται αυτούσια τα άρθρα 9 και 10 του Κεφ.
- Κανένας τίτλος επί ακίνητης ιδιοκτησίας δεν αποκτάται από οποιοδήποτε πρόσωπο µε εχθρική κατοχή κατά της ∆ηµοκρατίας ή εγγεγραµµένου κυρίου.
- Τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 9, απόδειξη αδιαφιλονίκητης και αδιάλειπτης εχθρικής κατοχής από πρόσωπο, ή από εκείνους από τους οποίους λαµβάνει την αξίωση, ακίνητης ιδιοκτησίας για την πλήρη περίοδο τριάντα ετών, παρέχει το δικαίωµα στο πρόσωπο αυτό όπως λογίζεται ως ο κύριος της ιδιοκτησίας αυτής και όπως αυτή εγγράφεται στο όνοµά του: Νοείται ότι καµιά από τις διατάξεις που περιλαµβάνονται στο άρθρο αυτό δεν επηρεάζει την περίοδο χρησικτησίας σε σχέση µε οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία άρχισε να κατέχεται εχθρικά πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόµου αυτού, και όλα τα θέµατα που αφορούν τη χρησικτησία κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής συνεχίζουν να διέπονται από τις διατάξεις των νοµοθετηµάτων που καταργήθηκαν από το Νόµο αυτό τα οποία αφορούν τη χρησικτησία, ωσάν ο Νόµος αυτός να µην είχε θεσπιστεί: Νοείται περαιτέρω ότι ανεξάρτητα από την ύπαρξη οποιασδήποτε ανικανότητας που επιφέρει δυνάµει των νοµοθετηµάτων αυτών την παράταση της περιόδου χρησικτησίας, η περίοδος αυτή σε οποιαδήποτε περίπτωση δεν θα υπερβαίνει συνολικά τα τριάντα έτη ακόµα και όταν οποιαδήποτε τέτοια ανικανότητα δυνατό να συνεχίζει να υπάρχει κατά την εκπνοή των τριάντα ετών. Πριν την 1.9.1946, η χρησικτησία ήταν δυνατή και εναντίον εγγεγραμμένου και εναντίον μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Το άρθρο 9 δεν έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό σημαίνει ότι δικαιώματα που αποκτήθηκαν με χρησικτησία βάσει του Νόμου που ίσχυε πριν από την 1.9.1946 εξακολουθούν να ισχύουν και αναγνωρίζονται ανεξάρτητα από την απαγόρευση του άρθρου
- Η απαγόρευση απόκτησης τίτλου ένεκα χρησικτησίας που επήλθε με τη ψήφιση του άρθρου 9 είναι απόλυτη και δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του άρθρου 10 που ακολουθεί. Έτσι αποφασίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Θωμά Αντώνη Θεοδώρου v. Χρήστου Θεωρή Χατζηαντώνη
(1961)C.L.R 203 στην οποία τονίσθηκε ότι η 1η Σεπτεμβρίου 1946 είναι η ουσιώδης ημερομηνία πριν από την οποία δικαιώματα κυριότητας δυνάμει χρησικτησίας εναντίον εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη έπρεπε να είχαν συμπληρωθεί, γιατί η περίοδος της παραγραφής ή της χρησικτησίας (οι δύο όροι σημαίνουν το ίδιο πράγμα) μετά την 1.9.1946 δεν λογίζεται καθόλου.(βλ. σχετικές αποφάσεις Δωροθέας Παπαγεωργίου v. Αντώνη Κωμοδρόμου
(1963)2 C.L.R και Σταυρού Κάκουλλου και άλλου v. Ιωάννη Κάκουλλου
(1985)1C.L.R 255). To ζήτημα διασαφηνίζεται και με τη νομολογία που ακολούθησε. Όπως έχει αποφασισθεί στην απόφαση Σοφρωνία Βασιλείου κ.α. v. Άννας Μενελάου κ.α.
(1991)1 A.A.Δ. 1125 το άρθρο 9 του Κεφ. 224 διακόπτει την περίοδο παραγραφής εναντίον εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη, έστω και εάν η παραγραφή άρχισε χωρίς όμως να συμπληρωθεί, πριν την έναρξη της ισχύος του Νόμου. Στην υπόθεση ΣΑΒΒΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΙΤΣΙΝΙΔΗΣ v. ΜΟΥΝΙΒΕΡ ΡΕΣΙΑΤ,
(1993)1 Α.Α.Δ 429 αποφασίσθηκε ότι η περίοδος εχθρικής κατοχής για το είδος του κτήματος στην κάθε περίπτωση πρέπει να έχει συμπληρωθεί πριν από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, και πρέπει να προσαχθεί προς τούτο μαρτυρία. Αποφασίσθηκε επίσης ότι όλα τα πρόσωπα εναντίον των οποίων ασκήθηκε η ισχυριζόμενη εχθρική κατοχή πρέπει να συνενωθούν ως διάδικοι στην αγωγή. Συνεπάγεται συνεπώς ότι η περίοδος της χρησικτησίας αναφορικά με ακίνητη περιουσία για την οποία δεν υπάρχει εγγεγραμμένος κύριος, και που άρχισε είτε πριν την 1.9.1946 αλλά δεν συμπληρώθηκε μέχρι την 1.9.1946, είτε άρχισε μετά την 1.9.1946, διακόπτεται αμέσως εναντίον εκείνου του προσώπου που έγινε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της (βλ. Αννούς Χατζηττοφή Κυριάκου v. Κεοπάτρας Αργυρού και άλλων
(1953)C.L.R 186 , Ελένη Αγγελή v. Σάββα Λαμπρή και άλλων
(1963)2 C.L.R 274, Αγάθης Χαραλάμπους v. Ιωάννη Ιωαννίδη
(1969)1 C.L.R 72 και Ιωάννη Κυριάκου v.Ιωάννη Πετρή και άλλων
(1985)1 C.L.R 275.) Συνάγεται επίσης ότι για την αναγνώριση δικαιώματος ιδιοκτησίας δυνάμει εχθρικής κατοχής εναντίον εγγεγραμμένου κυρίου πρέπει να αποδεικνύεται η συμπλήρωση της περιόδου εχθρικής κατοχής, αναλόγως του είδους του κτήματος, πριν από τη θέσπιση του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ. 224, το 1946 (βλ. Τιτσινίδης ν. Ρεσιάτ (πιο πάνω). ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στην προκειμένη περίπτωση υπογραμμίζεται ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτο ότι το επίδικο ακίνητο από τις 9.11.28 ήταν εγγεγραμμένο ανά ½ μερίδιο στο όνομα των Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτη και Φίλιππο Μιχαηλίδη οι οποίοι με βάση το περιεχόμενο του πιστοποιητικού εγγραφής που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμ. 9 το απέκτησαν με αγορά σε δημοπρασία. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας 1 ότι από λάθος και παράνομα το ακίνητο από το έτος 1928 ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα των αναφερόμενων προσώπων παρέμεινε ατεκμηρίωτος αφού καμία μαρτυρία προσκομίσθηκε προς απόδειξη του. Το γεγονός ότι, όπως προέκυψε από την προσκομισθείσα μαρτυρία, οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες Φίλιππος Μιχαηλίδης και Μιχαήλ Τριμικλινιώτης, απεβίωσαν το 1973 και 1963 αντίστοιχα δεν μεταβάλλει την κατάσταση των πραγμάτων . Όπως είναι γνωστό αλλά και υπογραμμίζεται στην απόφαση Θεοδοσίου ν. Κραμβιά κ.α., Πολιτική Έφεση 25/2006 ημερ. 27.11.2007 στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου 1, η εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία προστατεύεται και μετά το θάνατο, παραμένει αλώβητη και διαβιβάζεται δια νόμου στους νόμιμους κληρονόμους. Στη εν λόγω απόφαση επαναλαμβάνεται επίσης ότι το άρθρο 9 του Κεφ. 224 απαγορεύει την απόκτηση δικαιώματος βάσει εχθρικής κατοχής κατά εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Στην βάση των πιο πάνω και με δεδομένο το γεγονός της ύπαρξης εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του ακινήτου στην υπό κρίση υπόθεση δεν τίθεται θέμα απόκτησης από την ενάγουσα 1 δικαιώματος παραγραφής επί του ακινήτου δυνάμει εχθρικής κατοχής. Με βάση τους δικούς της ισχυρισμούς η ίδια κατέχει το ακίνητο από το έτος 1970 όταν το αγόρασε από την εναγόμενη 2 ενώ δηλαδή βρισκόταν σε ισχύ το άρθρο 9 του Κεφ. 224 που αποκλείει την απόκτηση ιδιοκτησίας δυνάμει χρησικτησίας κατά εγγεγραμμένου κυρίου. Εκείνο που απομένει συνεπώς να εξεταστεί στην προκειμένη περίπτωση είναι εάν με την προσαχθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί η ισχυριζόμενη εχθρική κατοχή του ακινήτου εκ μέρους της εναγόμενης 2 από την οποία η ενάγουσα αγόρασε το αναφερόμενο ακίνητο. Θα πρέπει κατ΄αρχήν να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το Οθωμανικό Δίκαιο που ίσχυε πριν τη θέσπιση του Κεφ. 224, η περίοδος χρησικτησίας δεν ήταν η ίδια για όλες τις κατηγορίες της γης αλλά προνοούσε διαφορετική περίοδο συνεχούς εχθρικής κατοχής ανάλογα με τη κατηγορία των ακινήτων όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 3 του Κεφ. 224. Η μεγαλύτερη περίοδος χρησικτησίας ήταν αυτή των 15 ετών σύμφωνα με τις διατάξεις σχετικές με τη χρησικτησία των κτημάτων απόλυτης ιδιοκτησίας γνωστά ως Μουλκ ή Μεμλουκέ που περιέχονται στο Νομοθέτημα το γνωστό σαν Μετζελλέ. Ενώ οι πρόνοιες που αφορούν τη χρησικτησία δημόσιων κτημάτων κατηγορίας Αραζί Μιριέ βρίσκονται σε άλλο Οθωμανικό Νομοθέτημα, τον Περί Γαιών Κώδικα το άρθρο 20 του οποίου καθορίζει το χρόνο χρησικτησίας στα 10 χρόνια. Στην προκειμένη περίπτωση καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την κατηγορία του διεκδικούμενου ακινήτου. Θα συμφωνήσω όμως με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου 1 ότι δεν θα ήταν ουσιώδης παράλειψη για την υπόθεση της ενάγουσας στη περίπτωση που αποδειχθεί με θετική μαρτυρία ότι η ενάγουσα 2 και οι προκάτοχοι της κατείχαν το ακίνητο για τουλάχιστον 15 χρόνια πριν από την εφαρμογή του Κεφ. 224, που πρόκειται για τη μέγιστη προβλεπόμενη περίοδο. Στην απόφαση Φεβρωνία (Φρόσω) Αυγουστή Νικόλα v. Κονναρή κ.α
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1785 αποφασίσθηκε ότι στην περίπτωση αξίωσης δικαιώματος ιδιοκτησίας δυνάμει εχθρικής κατοχής, οι περίοδοι κατοχής της επίδικης ιδιοκτησίας από τους προκατόχους του ενάγοντα που διεκδικεί δικαίωμα δυνάμει εχθρικής κατοχής μπορούν όπου αυτό απαιτείται, να συνυπολογίζονται. Λέχθηκε επίσης ότι ο όρος "κατοχή" προϋποθέτει κάποιες πράξεις ιδιοκτησίας που έγιναν από το πρόσωπο που διεκδικεί τέτοιο δικαίωμα. Η μαρτυρία επί του προκειμένου πρέπει να είναι θετική και, ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, να οδηγεί στην εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Πρέπει να αποδεικνύεται πραγματική κατοχή η οποία, ως εκ της φύσεως της, να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα κατοχής του συγκεκριμένου ακινήτου από τρίτους. Ο ενάγοντας για να στοιχειοθετήσει κατοχή η οποία να εξοστρακίζει δικαιώματα άλλων προσώπων επί του ιδίου ακινήτου, έχει καθήκον να αποδείξει αδιαφιλονίκητη πραγματική κατοχή και ουσιαστική χρήση του κτήματος ασκούμενη συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης από το νόμο περιόδου χρησικτησίας ανάλογα με την περίπτωση. Ο ενάγων πρέπει επομένως να στηρίζεται στη δύναμη της δικής του υπόθεσης και όχι στην αδυναμία της υπόθεσης της άλλης πλευράς. Με άλλα λόγια, αυτός που διεκδικεί δικαίωμα ιδιοκτησίας δυνάμει εχθρικής κατοχής, οφείλει να αποδείξει ότι η κατοχή του επί του ακινήτου ήταν τέτοια ώστε να τίθεται εκ ποδών οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα κατοχής του ιδίου κτήματος από τρίτους. Στην Hjipetrou v. Petsoloukas
(1985)1 C.L.R. 83,λέχθηκαν τα ακόλουθα : With respect, plot 66 was simply recorded (καταχωρημένο) for tax purposes in the name of the grand-mother of the plaintiff; it was never registered in anybody's name as a whole up to 1959; ....Plot 66/2 is the disputed land which the plaintiff and the defendant are claiming by virtue of possession according to Law; this is the effect of their pleadings. Such adverse possession should be proved by positive evidence as to the acts of ownership which amount to possession which the nature of the land admits (Aradipioti v. Kyriakou and Others
(1971)I C.L.R. 381. And in claims of this kind the plaintiffs have to rely on the strength of their case and not on the weakness of the adversary's case (Andrea & Others v. Dourmoush, 1962 C.L.R. 7) . . . . . . . ...» (Βλ. Επίσης την υπόθεση Anna Soteriou v. The Heris of Despina K. HjiPaschali and Others
(1962)C.L.R. 280, στη σελ. 282: «There must be positive evidence as to the acts of ownership which amount to possession which the nature of the land admits.») Η κατοχή δεν είναι ανάγκη να ασκείται αυτοπροσώπως, (π.χ. σε περίπτωση καλλιέργειας του σχετικού κτήματος η κατοχή δεν προϋποθέτει καλλιέργεια του κτήματος από τον κάτοχο αυτοπροσώπως αλλά χρήση του κτήματος κατά της βούλησης του κατόχου. Βλ. Ιωάννης Ευσταθίου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Σπαρσή και άλλων ν. Αναστασίας Νίκου Παναγή υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Κωστή Γερολέμου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1297). Σε ερωτήματα που σχετίζονται με διάφορες πτυχές ισχυριζόμενης κατοχής στα πλαίσια απαίτησης που αφορά εχθρική κατοχή, π.χ. κατά πόσο υπάρχει διακοπή κατοχής ή ανάληψη κατοχής από τον Εναγόμενο έναντι του Ενάγοντα (dispossession) το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το είδος/φύση της επίδικης περιουσίας (Agathi Charalambous as administratix of the estate of the deceased Charalambos Neophytou v. Ioannis K. Ioannides
(1969)1 C.L.R. 72 και Williams Brothers Ltd v. Raftery
(1957)3 All E.R. 593, p. 599). Επιγραμματικά οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να πετύχει κάποιος σε απαίτηση που στηρίζεται στην χρησικτησία είναι οι ακόλουθες:
- το πρόσωπο που διεκδικεί την απόκτηση τίτλου στην βάση εχθρικής κατοχής πρέπει να είναι μη δικαιούμενο πρόσωπο. Μη δικαιούμενο πρόσωπο είναι το πρόσωπο που δεν αντλεί δικαίωμα κυριότητας είτε από αγορά, είτε από κληρονομία της επίδικης περιουσίας
- το μη δικαιούμενο πρόσωπο πρέπει να έχει κατοχή της επίδικης περιουσίας. Η έννοια της κατοχής προϋποθέτει όπως το μη δικαιούμενο πρόσωπο κάνει όλες τις πράξεις που συνθέτουν την κατοχή που η φύση της ακίνητης ιδιοκτησίας επιτρέπει. Πρέπει να υπάρχει κατοχή και ουσιαστική χρήση όλης της έκτασης της επίδικης περιουσίας αποκλειστικά από το μη δικαιούμενο πρόσωπο με τρόπο και σε βαθμό που να αποκλείει τον ιδιοκτήτη από οποιαδήποτε κατοχή ή χρήση της ίδιας περιουσίας
- στην κατοχή πρέπει να υπάρχει το animus domini, δηλαδή, η κατοχή πρέπει να ασκείται με τρόπο που να φανερώνει την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας πάνω σε αυτή. Η όλη συμπεριφορά του προσώπου που ασκεί την κατοχή θα πρέπει να είναι συμπεριφορά ιδιοκτήτη. Και,
- η κατοχή από το μη δικαιούμενο πρόσωπο πρέπει να είναι εχθρική (adverse), αδιαφιλονίκητη (undisputed) και αδιάλειπτη (uninterrupted). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η προσαχθείσα μαρτυρία δεν κρίνεται ικανοποιητική στο βαθμό που απαιτείται προς τεκμηρίωση δικαιώματος δυνάμει εχθρικής κατοχής εκ μέρους της Χαραλαμπούς Ανδρέα Ηλία, εναγόμενης
- Αυτό διαφάνηκε άλλωστε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκόμισε η ενάγουσα 1 από την οποία ενδεικτικά υπογραμμίζονται τα ακόλουθα. Οι μάρτυρες που κλήθηκαν για να καταθέσουν για την ενάγουσα 1 δήλωσαν όπως άλλωστε αναφέρεται και στην έκθεση απαίτησης ότι η Ενάγουσα 2 κατείχε το επίδικο ακίνητο από το 1950 και το έλαβε από την μητέρα της η οποία προηγουμένως το κατείχε για χρονικό διάστημα πέραν των 30 ετών. Η κατοχή του επίδικου ακινήτου από την Ενάγουσα 2 στην βάση των όσων πιο πάνω αναλύονται σε σχέση με την απαγόρευση του άρθρου 9 του Κεφ, 224, δεν βοηθά την υπόθεση της ενάγουσας 1 αφού ξεκίνησε μετά την εφαρμογή του Κεφαλαίου
- Για σκοπούς συζήτησης όμως ακόμα και αν ξεκίνησε το 1940 δεν συμπληρώνεται η απαιτούμενη περίοδος χρησικτησίας μέχρι το
- Κρίσιμο είναι όμως ότι, όπως διαφάνηκε μέσα από την μαρτυρία, κανένας από τους μάρτυρες δεν είχε προσωπική γνώση ως προς την κατοχή του επίδικου ακινήτου πριν το
- Ο Μ.Ε.1 και η Ενάγουσα 1 γεννήθηκαν το 1940 και 1939 αντίστοιχα και ως εκ τούτου, ήταν αδύνατο να έχουν προσωπική γνώση αλλά και επιπρόσθετα ο ΜΕ1 σύμφωνα με τα λεγόμενα του εγκαταστάθηκε στο χωρίο Δωρός το
- Η Μ.Ε.3, Ανδριανή Ιωάννου, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει για την κατοχή του επίδικου ακινήτου πριν από το 1945 - 1946 γιατί προηγουμένως βρισκόταν σε πολύ μικρή ηλικία. Ο Μ.Ε.4, Σάββας Ανδρέα Ηλία, ο οποίος είναι ο γιός της Ενάγουσας 2, επίσης ανέφερε ότι προσωπική γνώση για το σχετικό ζήτημα είχε από το 1960 και έπειτα. Σημαντικό είναι επίσης ότι ο Μ.Ε.4 δήλωσε ότι, εξ' όσων του είπαν, η γιαγιά του, δηλαδή η μητέρα της Ενάγουσας 2, αγόρασε το επίδικο ακίνητο το 1940 και αφού το καλλιέργησε για λίγα χρόνια στη συνέχεια το δώρισε στην μητέρα του. Ο ισχυρισμός αυτός ακόμα και εάν γινόταν αποδεκτός και πάλι δεν βοηθά την υπόθεση της ενάγουσας 1 αφού δεν συμπληρώνεται η απαιτούμενη περίοδος χρησικτησίας μέχρι το
- Σε σχέση με τα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής που παρουσίασε η ενάγουσα 1 τεκμ 6 και 7 που φέρουν ημερομηνίες 14.5.2004 και 12.9.2001 αντίστοιχα, το άρθρο 82 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224 έχει ως εξής: «
(1). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
(2). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
(3)όταν τα γεγονότα τα οποία θα πιστοποιηθούν δεν είναι προσωπικώς γνωστά στον κοινοτάρχη ή στο μέλος της χωριτικής επιτροπής από το οποίο απαιτείται όπως πιστοποιήσει αυτά αλλά το πιστοποιητικό βασίζεται σε πληροφορίες και δηλώσεις τρίτων μερών, ο κοινοτάρχης και το μέλος της χωριτικής επιτροπής διατυπώνει το πιστοποιητικό με τέτοιο τρόπο ώστε αυτό να καθιστά σαφές από μόνο του ότι βασίζεται σε πληροφορίες και να κατονομάζει τους πληροφοριοδότες, και αυτός δεν πιστοποιεί το πιστοποιητικό εκτός αν είναι ικανοποιημένος ότι οι πληροφοριοδότες αυτοί είναι εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει πρόσωπα αξιόπιστα.» Ως προς το πώς πρέπει να χρησιμοποιείται τέτοιο πιστοποιητικό από το Κτηματολόγιο λέχθηκαν τα εξής στην ΓΙΑΛΛΟΥΡΟΥ και άλλης ν ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 31, στις σελ. 46-47: «Είναι πρόδηλο από το λεκτικό του άρθρου 82
(1)ότι το περιεχόμενο πιστοποιητικού της χωριτικής αρχής θεωρείται από το Κτηματολόγιο ως απόδειξη οποιουδήποτε γεγονότος που αφορά οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο επηρεάζει οποιαδήποτε ιδιοκτησία (Βλ. Hassidoff v. Santi and Othes
(1970)1 C.L.R. 220, 239). Είναι επίσης πρόδηλο ότι η πρόνοια του άρθρου 82
(3)για διατύπωση του πιστοποιητικού με τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές από μόνο του ότι βασίζεται σε πληροφορίες τρίτων είναι επιτακτική. Κατά την κρίση μας η πρόνοια αυτή έχει λάβει τον επιτακτικό χαρακτήρα εν όψει, κυρίως, της μεγάλης αποδεικτικής αξίας την οποία προσδίδουν στα πιστοποιητικά των Χωριτικών Αρχών οι Κτηματολογικές Υπηρεσίες. Με δεδομένη την αποδεικτική βαρύτητα τέτοιων πιστοποιητικών για τις Κτηματολογικές Υπηρεσίες θα ήταν άκρως ανασφαλές για τις τελευταίες να βασίζονται πάνω σε πιστοποιητικά τα οποία περιέχουν εξ ακοής πληροφορίες και να αποφασίζουν επί θεμάτων ιδιοκτησίας χωρίς να γνωρίζουν ποιοί είναι οι πληροφοριοδότες και χωρίς την πιστοποίηση του Κοινοτάρχη ότι αυτοί είναι πρόσωπα αξιόπιστα. ..» (Βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Χ"Λοιζή και άλλου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 658 και Αντωνάκης Μαραγκός ν. Αντώνη Χριστοφή Πιέρου και άλλοι
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 676). Ως προς τη χρήση τέτοιου πιστοποιητικού από το Δικαστήριο είχαν λεχθεί στην ίδια απόφαση τα εξής: «Η απαίτηση του Νόμου για να κατανομάζονται οι πληροφοριοδότες έχει και μια άλλη σκοπιμότητα, η οποία συνδέεται με την δεκτικότητα των πιστοποιητικών ενώπιον των Δικαστηρίων. Τέτοια πιστοποιητικά, καθώς έχει νομολογηθεί, δεν είναι αποδεκτά από το Δικαστήριο επειδή περιέχουν εξ ακοής πληροφορίες (Βλ. Hassidoff (πιο πάνω) στη σελ. 239) Απόρροια αυτού του αποδεικτικού κανόνα είναι ότι το περιεχόμενο τους πρέπει να αποδεικνύεται με αποδεκτή μαρτυρία. Επομένως η αναφορά στους πληροφοριοδότες είναι απαραίτητη για να καθίσταται δυνατή η κλήση τους ενώπιον του δικαστηρίου.» Η απόφαση Γιάλλουρου (πιο πάνω) είχε εκδοθεί πριν την κατάργηση του κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας. Ακολούθως και μετά την κατάργηση του εν λόγω κανόνα με βάση το νέο Περί Αποδείξεως Νόμο εκδόθηκε η Σάουρος και άλλος ν. Μαρίας Κώστα Φιλίππου
(2009)1 Α.Α.Δ. 203 σύμφωνα με την οποία η έμφαση τώρα δίδεται στην αποδεικτική αξία του περιεχομένου του πιστοποιητικού της Χωρητικής Αρχής αντί στο αποδεκτό της: «Ο λόγος έφεσης στηρίζεται στον ισχυρισμό των Εφεσειόντων, ότι το Δικαστήριο δεν έπρεπε να θέσει υπό αμφισβήτηση τα πιστοποιητικά της Χωρητικής Αρχής, αλλά θα έπρεπε να δεχθεί το περιεχόμενο τους ως αποδεικτικό στοιχείο των όσων αναφέρονταν σ' αυτά. Το πρωτόδικο δικαστήριο στη βάση των αποφασισθέντων στην Γιάλλουρου κ.ά. v. Μιχαηλίδη κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 31, έκρινε ότι το περιεχόμενο του πιστοποιητικού της Χωρητικής Αρχής αποτελούσε εξ ακοής μαρτυρία και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει το περιεχόμενό του, δεν ήταν διατεθειμένο να του προσδώσει αποδειχτική βαρύτητα. Παρόλο που η Γιάλλουρου κ.ά. v. Μιχαηλίδη κ.ά., ανωτέρω, αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου και την κατάργηση του κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας, ο λόγος της παραμένει ισχυρός, εφόσον η έμφαση τώρα, όπως ορθά υποδεικνύει και το πρωτόδικο δικαστήριο, είναι στην αποδεικτική αξία του περιεχομένου του πιστοποιητικού, αντί στο αποδεκτό της.» Εφαρμόζοντας συνεπώς τα πιο πάνω στην παρούσα περίπτωση, πέραν της διαπίστωση που αναφέρεται πιο πάνω σε σχέση με το ότι τα πιστοποιητικά τεκμ. 6 και 7 δεν αναφέρονται άμεσα στο επίδικο ακίνητο, καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί σε αυτά δεδομένης της έλλειψης αποδεκτής μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει το περιεχόμενο τους (βλ. Χριστοδούλου ν. Χ'Λοϊζή κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 658 και Σάουρος κ.α. ν. Φιλίππου ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Κωστή Λοίζου
(2009)1 Α.Α.Δ. 203). Όλα τα πιο πάνω προδιαγράφουν και τη τύχη της αξίωσης της ενάγουσας 1 αφού όπως προκύπτει καμία ικανοποιητική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να οδηγεί στην εξαγωγή συμπεράσματος περί αδιαφιλονίκητης πραγματικής κατοχής και ουσιαστικής χρήσης του κτήματος ασκούμενη πριν τη θέσπιση του Νόμου Κεφ.224 συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης από το νόμο περιόδου χρησικτησίας. Το παράπονο της ενάγουσας ότι λανθασμένα έγινε από το κτηματολόγιο η πιο πάνω αναφερόμενη μεταβίβαση του του 1/2 μεριδίου του ακινήτου στους κληρονόμους του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη Μιχαήλ Π. Τριμικλινιώτης, δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου ουδόλως επηρεάζει το αποτέλεσμα της αγωγής. Όσο αφορά την αξίωση της ενάγουσας για αποζημιώσεις με βάση τη μαρτυρία και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου δεν έχει αποδειχθεί ότι η ενάγουσα 1 δικαιούται σε οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για τις οποίες εν πάση περιπτώσει καμία μαρτυρία προσκομίσθηκε προς απόδειξη τους. Υπό το φως των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα 1 απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της. Συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος της ενάγουσας 1 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την ανταπαίτηση του εναγόμενου 2 η οποία αποσύρθηκε στο στάδιο της ακρόασης της υπόθεσης απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα για το λόγο ότι δεν προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για την προώθηση της και μέχρι την ημερομηνία της απόσυρσης της η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάσθηκαν. (Υπ.) ............... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other action/Final (Αναφορά: Πολιτική - Εχθρική κατοχή). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο