Societe Generale Bank - Cyprus Ltd ν. Σταύρος Μιχαήλ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1560/2012, 19/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A404 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1560/2012 Societe Generale Bank - Cyprus Ltd, από τη Λευκωσία Ενάγοντες v.
- Σταύρος Μιχαήλ από Λεμεσό
- Χρυστάλλα Ευριπίδου από Λεμεσό
- Ροδοσθένη Ξενοφώντος από Λεμεσό Εναγόμενοι Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους - Αιτητές : κ. Στεφάνου για Α.Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες - Καθ'ων η αίτηση: κ. Λ.Γ. Χαβιαράς για Κούσιο Κορφιώτη & Παπαχαράλαμπους ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας απόφασης, είναι το βάσιμο της αίτησης που καταχώρησαν οι εναγόμενοι στις 07/6/17, για τροποποίηση του δικογράφου της Υπεράσπισης. Προτού αναφερθώ στο περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης, θεωρώ ορθό όπως παραθέσω μια σύνοψη του ιστορικού της υπόθεσης μέχρι σήμερα και αυτό για να γίνουν εύκολα κατανοητές οι εκατέρωθεν θέσεις. Η αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 06/04/12 και αφορά σε αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, για οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου και πιστωτικών διευκολύνσεων που, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι πρώτοι παραχώρησαν στη βάση δύο ξεχωριστών συμφωνιών, στους εναγομένους 1 και 2 περί τις 16/10/08 (στεγαστικό δάνειο €65.000 και €15.000 ως όριο παρατραβήγματος σε τρεχούμενο λογαριασμό), με εξασφάλιση, την υποθήκη επί συγκεκριμένου ακινήτου, ιδιοκτησίας των εναγομένων 1 και
- Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, όταν περί τις 20/2/12, το μεν υπόλοιπο του δανείου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €64.947,54, ο δε τρεχούμενος χρεωστικό υπόλοιπο €16.548,83 και οι εναγόμενοι εξακολουθούσαν να παραλείπουν να διευθετήσουν τις εν λόγω οφειλές παρά τις προφορικές και γραπτές εκκλήσεις των εναγόντων, οι τελευταίοι, αναγκάστηκαν να τερματίσουν γραπτώς και τις δύο συμφωνίες και να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή. Πέραν των πιο πάνω αναφερόμενων χρεωστικών υπολοίπων, με την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες ζητούν και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης του ακινήτου που είχε δοθεί ως εξασφάλιση. Με κοινή υπεράσπιση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι στις 10/1/13, η οποία εκτείνεται σε 9 παραγράφους, η πλειοψηφία των οποίων παραπέμπει σε παραγράφους της έκθεσης απαίτησης κατά σωρευτικό τρόπο, ενώ δέχονται ότι εξασφάλισαν το επίδικο δάνειο και ότι ως εξασφάλιση, υποθηκεύτηκε το συγκεκριμένο ακίνητο, δεν δέχονται ότι συμφώνησαν για όριο παρατραβήγματος σε τρεχούμενο λογαριασμό (βλ. παρ. 4, 5 και 6 της υφιστάμενης υπεράσπισης). Ισχυρίζονται περαιτέρω οι εναγόμενοι ότι, οι κατ' ισχυρισμό των εναγόντων, όροι της συμφωνίας δανείου, στην πραγματικότητα δεν αποτελούσαν μέρος των συμφωνηθέντων αλλά και να υπήρχαν τέτοιοι όροι «...οι Εναγόμενοι ουδέποτε ενημερώθηκαν για (αυτούς) και/ή οι ενάγοντες παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να επιστήσουν την προσοχή των Εναγομένων στους εν λόγω όρους και/ή ουδέποτε τους εξήγησαν την σημασία (τους)...» (βλ. παρ.6 υφιστάμενης υπεράσπισης). Το ίδιοι προβάλλουν και σε σχέση με τους, κατά τους ενάγοντες, όρους της συμφωνίας υποθήκης (βλ. παρ.7 υφιστάμενης υπεράσπισης). Ως προς τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα υπόλοιπα που αξιώνουν οι ενάγοντες, οι εναγόμενοι τα απορρίπτουν ισχυριζόμενοι ότι είναι προϊόν παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων, τόκων και εξόδων. Αρνούνται δε ότι πριν τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό έλαβαν οποιαδήποτε ενημέρωση, γραπτή ή προφορική από τους ενάγοντες, ως οι τελευταίοι ισχυρίζονται (βλ. παρ. 6 και 8 υφιστάμενης υπεράσπισης). Αρνούνται τέλος ότι έλαβε χώρα τερματισμός της συμφωνίας δανείου ενώ ισχυρίζονται ότι, ισχυρισμό τον οποίο προβάλλουν και ως προδικαστική ένσταση, τέτοια ενέργεια από μέρους των εναγόντων, είναι καταχρηστική και αντισυμβατική. Ισχυρίζονται συναφώς ότι η συμφωνία δανειου ουδέποτε τερματίστηκε νόμιμα και επομένως η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη αφού «δεν έχει δημιουργηθεί οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής...» (βλ. παρ.1 και 8 υφιστάμενης υπεράσπισης). Κατά το στάδιο των οδηγιών της υπόθεσης, αμφότεροι οι διάδικοι προέβησαν σε ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης των εγγράφων που έχουν στην κατοχή τους. Από πλευράς εναγόντων, αποκαλύφθηκε αριθμός εγγράφων ενώ από πλευράς εναγομένων, στη σχετική ένορκη δήλωση που έγινε και καταχωρήθηκε εκ μέρους όλων τους, από τον εναγόμενο 1 στις 16/04/13, αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι, μέχρι τότε, δεν είχαν στην κατοχή ή τον έλεγχο τους οποιαδήποτε έγγραφα σχετικά με την υπόθεση. Μετά την ολοκλήρωση των «οδηγιών», και μέχρι και τις 06/6/16, η υπόθεση ορίστηκε αρκετές φορές για ακρόαση. Στις 6/6/16, οι τότε δικηγόροι των εναγομένων, εξέφρασαν την πρόθεση τους να αποσυρθούν από δικηγόροι των τελευταίων. Ο αδελφός Δικαστής ο οποίος επιλήφθηκε της υπόθεσης, έδωσε χρόνο για να γίνουν οι ανάλογες διαδικασίες ενημέρωσης των εναγομένων και εν τέλει ενέκρινε το αίτημα στις 13/10/
- Ακολούθως, κατόπιν αιτημάτων των εναγομένων, τους δόθηκε χρόνος για να εξεύρουν άλλο δικηγόρο, πράγμα το οποίο κατάφεραν στις 13/03/17 οπόταν και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 13/6/
- Ο αδελφός Δικαστής που επιλήφθηκε της υπόθεσης στις 13/6/17, αφού άκουσε τους διαδίκους αναφορικά με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η οποία ήταν επίσης ορισμένη εκείνη τη μέρα, ενέκρινε αίτημα για αναβολή της ακρόασης και όρισε την αίτηση για ακρόαση στις 19/9/17, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε και η αγωγή για οδηγίες. Έδωσε ταυτόχρονα και οδηγίες όπως, η ένσταση των εναγόντων στην υπό κρίση αίτηση, καταχωρηθεί μέχρι 6/7/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία που αγωγή και αίτηση τέθηκαν ενώπιον μου για πρώτη φορά, οι ενάγοντες, οι οποίοι μέχρι τότε δεν είχαν καταχωρήσει οποιαδήποτε ένσταση, ζήτησαν περαιτέρω χρόνο να το πράξουν. Το αίτημα τους εγκρίθηκε, η ένσταση καταχωρήθηκε στις 16/10/17 και η αίτηση προχώρησε τελικά σε ακρόαση την 11/12/17 με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων από αμφότερες τις πλευρές. Παραθέτω συνοπτικά το περιεχόμενο αμφότερων αίτησης και ένστασης. Με την αιτούμενη τροποποίηση, οι εναγόμενοι επιθυμούν να αντικαταστήσουν όλες σχεδόν τις παραγράφους της υπεράσπισης τους (παραμένουν οι παρ. 1-3), να προσθέσουν πέντε νέες παραγράφους ήτοι τις παραγράφους 10, 11, 12, 13 και 14 καθώς και να εγείρουν και ανταπαίτηση. Οι προτιθέμενες τροποποιήσεις αναφορικά με την υπεράσπιση στην αγωγή, είναι μεν μεγάλες σε έκταση, είναι όμως όμοιες, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς την ουσία τους. Τις συνοψίζω: Αναφορικά με το επίδικο δάνειο και την επίδικη υποθήκη, οι υφιστάμενες παραδοχές διατηρούνται (βλ. προτιθ. νέα παρ.4 και παρ.8) . Επιχειρείται όμως να δικογραφηθεί τώρα, παραδοχή και ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου (βλ. προτιθ. νέα παρ.5) αλλά και ως προς το ότι όντως συμφωνήθηκε και παραχωρήθηκε το επίδικο όριο παρατραβήγματος (βλ. προτιθ. νέα παρ.6). Οι εναγόμενοι επιθυμούν να δικογραφήσουν επίσης ότι, «...κατά διάφορα χρονικά διαστήματα κατέβαλαν διάφορα χρηματικά ποσά έναντι των πιστωτικών διευκολύνσεων που τους παρασχέθηκαν...» γεγονός που οδηγεί, κατά τον επίσης προτιθέμενο προς προσθήκη ισχυρισμό τους, σε χαμηλότερο «...τελικώς συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο...» (βλ. προτιθ. νέα παρ.12). Ως προς την ύπαρξη του ισχυριζόμενων οφειλόμενων υπολοίπων, οι εναγόμενοι εξακολουθούν να διατηρούν την ίδια θέση ως προς το ότι τα εν λόγω υπόλοιπα περιέχουν παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων (βλ. προτιθ. νέα παρ.12), επιθυμούν να δικογραφήσουν όμως ότι, αυτού του είδους οι παράνομες χρεώσεις, προκύπτουν τόσο από την ύπαρξη όσο και από την εφαρμογή, αντισυμβατικών, παράνομων και καταχρηστικών όρων, που περιέχονται στις επίδικες συμφωνίες και σχετίζονται με τα διάφορα είδη τόκου που χρεώνονταν οι λογαριασμοί, του τρόπου μεταβολής και κεφαλαιοποίησης τους (βλ. προτιθ. νέα παρ.5(β-δ), 7(β-δ) και 13(γ-θ)). Διατηρείται ο υφιστάμενος ισχυρισμός των εναγομένων αναφορικά με το ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν και ουδέποτε τους κατέστη αντιληπτή η ύπαρξη ή η πραγματική σημασία των όρων των συμφωνιών και επομένως δε δεσμεύονται από αυτούς. Αυτό που επιχειρείται τώρα να δικογραφηθεί στη βάση αυτού του υφιστάμενου ισχυρισμού, είναι ότι ως θέμα ερμηνείας και δεσμευτικότητας των εν λόγω όρων, εφαρμόζονται οι νομικές αρχές του contra preferentum και του non est factum (βλ. προτιθ. νέα παρ.5(α και ε), 7(α και ε), 9 και 13(γ-θ)). Προς προσθήκη προβάλλεται επίσης και ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι, τελούντες υπό πεπλανημένη αντίληψη ως προς το ποιοι είναι πραγματικά οι όροι των συμφωνιών και χωρίς τη δυνατότητα προηγούμενης διαπραγμάτευσης και εξασφάλισης νομικής συμβουλής, ουσιαστικά υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες «χωρίς την ελεύθερη συναίνεση και/ή βούληση τους» (βλ. προτιθ. νέα παρ.5(στ), 7(στ), 9 και 13(α-β)) Οι ισχυρισμοί των εναγομένων, περί έλλειψης οποιασδήποτε προηγούμενης ενημέρωσης από τους ενάγοντες, αναφορικά με την κατάσταση και το υπόλοιπο των λογαριασμών, καθώς και με τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό τις 20/2/12, όπως επίσης και ο ισχυρισμός περί πρόωρου και αντισυμβατικού τερματισμού, διατηρούνται στις προτιθέμενες τροποποιήσεις, επιχειρούνται όμως να δικογραφηθούν σε ξεχωριστές πλέον παραγράφους (βλ. προτιθ. νέες παρ.10 και 11). Τέλος όσον αφορά την προτιθέμενη ανταπαίτηση που επιθυμούν τώρα να προβάλουν οι εναγόμενοι, αυτή παρουσιάζεται να εδράζεται επί των ισχυρισμών που προβάλλονται ως υπεράσπιση και αφορά σε οχτώ θεραπείες. Ειδικότερα ζητούν όπως τους δοθούν «πλήρεις, ακριβείς και αληθείς καταστάσεις ...επιτοκίου» (βλ. προτιθ. Ανταπαίτηση παρ. Α και Β), αναγνωριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός των συμφωνιών, οι διάφορες χρεώσεις συμπεριλαμβανομένων των χρεώσεων τόκων καθώς και οι επίδικοι όροι είναι άκυροι και καταχρηστικοί (βλ. προτιθ. Ανταπαίτηση παρ. Γ, Δ και Ε), καθώς επίσης και αναγνωριστική απόφαση Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία υποθήκης είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη (βλ. προτιθ. Ανταπαίτηση παρ. Στ). Ζητούνται επίσης διατάγματα ακύρωσης της υποθήκης και απαγόρευσης στους ενάγοντες από του να την εκποιήσουν (βλ. προτιθ. Ανταπαίτηση παρ. Ζ και Η). Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 που υποστηρίζει την αίτηση, η ανάγκη για την τροποποίηση της υφιστάμενης υπεράσπισης προέκυψε μετά που ανέλαβαν την εκπροσώπηση των εναγομένων οι νυν δικηγόροι τους οπόταν και μελέτησαν εκ νέου το φάκελο της υπόθεσης και την υφιστάμενη δικογραφία. Είναι η θέση των εναγομένων ότι, σύμφωνα με τους νυν δικηγόρους τους, η υφιστάμενη υπεράσπιση τους, υπό τη μορφή που έχει μέχρι σήμερα, ενέχει τον κίνδυνο να θεωρηθεί ως γενική και αόριστη και κατ' επέκταση να απορριφθεί κατά τη δίκη, με καταστροφικές για εκείνους συνέπειες. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, χωρίς την προτιθέμενη τροποποίηση, δεν θα μπορέσουν, ως τους συμβουλεύουν οι νυν δικηγόροι τους, να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Η ένσταση από πλευράς των εναγόντων, περιστρέφεται γύρω από την αδικαιολόγητη, κατ' εκείνους, καθυστέρηση πέντε σχεδόν χρόνων που επιδείχθηκε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης καθώς και στο ότι τα όσα επιχειρούν να προβάλουν τώρα οι εναγόμενοι, δεν προέκυψαν πρόσφατα αλλά αντίθετα, τους ήταν γνωστά από αρχή. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, αν και τα ζητήματα που επιχειρούν να εγείρουν τώρα οι εναγόμενοι, είναι «ουσιώδες ζητήματα, καίρια για την παρούσα υπόθεση...», εντούτοις ουδέποτε αποτέλεσαν μέρος των δικογραφημένων ισχυρισμών τους και αυτό παρά το ότι εύλογα θα μπορούσαν να εντοπιστούν είτε από τους πρώην είτε από τους νυν δικηγόρους τους, σε πολύ ενωρίτερο στάδιο (βλ. παρ.4 και 5 Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση). Υποστηρίζουν περαιτέρω οι ενάγοντες ότι, με τις προτιθέμενες τροποποιήσεις, επιδιώκεται η ριζική τροποποίηση και μετατροπή της φύσης και του χαρακτήρα της μέχρι σήμερα προβαλλόμενης υπεράσπισης αλλά και της υπόθεσης γενικότερα. Αυτό, υποστηρίζουν οι ενάγοντες, προβάλλει εντονότερα αν αναλογιστεί κάποιος ότι, στο παρόν στάδιο, πέραν της τροποποίησης της υπεράσπισης, επιχειρείται να προβληθεί και ανταπαίτηση από πλευράς εναγομένων. Καταλήγουν τέλος οι ενάγοντες ότι, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να ιδωθεί ως καθαρά τακτική καθυστέρησης από πλευράς των εναγομένων και συνακόλουθα να απορριφθεί . Διεξήλθα τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων καθώς και το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Παρατηρώ τα εξής. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες της Δ.25, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων. Κυρίαρχο στοιχείο για την άσκησή της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης, (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, στη σελ. 26). Tο συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. H σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα Η βασική αρχή είναι ότι, κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. (βλ. Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543) IKOS CIF LTD ν. MARTIN COWARD κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014 και ΑΝΔΡΙΑΝΗ ΑΡΑΚΕΛΙΑΝ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ HARUTUNE L ARAKELIAN ν. ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ MARFIN ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν) Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνεταίροι
(2012)1 Α.Α.Δ. 817: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." Οι πιο πάνω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν ανωτέρω). Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και εφαρμόζοντας τις προαναφερόμενες αρχές, κρίνω, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, ότι η διακριτική μου ευχέρεια στην παρούσα υπόθεση, θα πρέπει να ασκηθεί, υπέρ της έγκρισης μέρους της αίτησης. Δε διαφεύγει της προσοχής μου ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μετά από πέντε σχεδόν χρόνια που καταχωρήθηκε η αγωγή. Παράλληλα όμως σημειώνω ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης δεν οφείλεται σε εσκεμμένη ολιγωρία από πλευράς των εναγομένων αλλά σε συγκεκριμένη γραμμή υπεράσπισης που ακολούθησαν οι πρώην δικηγόροι τους, γραμμή η οποία δεν επιχειρείται τώρα να αλλοιωθεί αλλά να εξειδικευτεί και αυτό, λόγω της συμβουλής των δικηγόρων που θα τους εκπροσωπήσουν κατά τη δίκη. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου, όντως «...δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος...» όμως ο παράγοντας αυτός, δεν αντικρίζεται απομονωμένος από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Με γνώμονα την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, θα πρέπει να διαπιστωθεί, κατά πόσο έγκριση του αιτήματος, «θα επέφερε μεταβολή του πλαισίου της δίκης και ... θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των εναγόντων, αλλά και της δικαιοσύνης, συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσής της»(βλ. Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην παρούσα περίπτωση, αν και ομολογουμένως, η μεγάλη έκταση των προτιθέμενων τροποποιήσεων δημιουργεί την εντύπωση ότι πρόκειται για ριζική μετατροπή και ανακατασκευή της υφιστάμενης υπεράσπισης, εντούτοις, όπως μπορεί να διαφανεί από τη σύνοψη των προτιθέμενων τροποποιήσεων που έχω παραθέσει ανωτέρω, με το μεγαλύτερο μέρος των λόγω τροποποιήσεων, θα μπορέσει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το σύνολο των επιδίκων θεμάτων που προσδιορίζουν και αποκρυσταλλώνουν τα επίδικα ζητήματα μεταξύ των μερών. Άλλωστε όπως και οι ίδιοι οι ενάγοντες αναγνωρίζουν, τα εγειρόμενα με την τροποποίηση θέματα, είναι «ουσιώδες ζητήματα, καίρια για την παρούσα υπόθεση» Σημειώνω ότι κατέστη εξ' αρχής επίδικο θέμα από τους εναγόμενους, η ερμηνεία και δεσμευτικότητα των συμβατικών όρων που επικαλούνται οι ενάγοντες και αυτό λόγω της απουσίας, κατά τους εναγόμενους, οποιασδήποτε προηγούμενης ενημέρωσης ή επαρκούς ενημέρωσης από πλευράς εναγόντων. Αυτό που επιχειρείται τώρα να γίνει με την προτιθέμενη τροποποίηση, είναι να ενταχθεί ουσιαστικά ο ισχυρισμός αυτός, σε ένα πιο εξειδικευμένο και σχεδόν αποκλειστικά, νομικό πλαίσιο ήτοι αυτό των αρχών του contra preferentum και της υπεράσπισης του non est factum. Την ίδια δε εξειδίκευση, παρουσιάζουν και οι προτιθέμενοι ισχυρισμοί περί παράνομων τόκων και χρεώσεων, η ουσία των οποίων παραμένει η ίδια με την υφιστάμενη υπεράσπιση. Μπορεί επίσης να φαίνεται ότι επιχειρείται να προβληθεί για πρώτη φορά τώρα, ισχυρισμός περί έλλειψης ελεύθερης βούλησης και συναίνεσης των εναγομένων. Ο εν λόγω ισχυρισμός όμως, δεν προβάλλεται απομονωμένα αλλά συμπλέει με τον αρχικό, και πλέον εξειδικευμένο ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι, δεν γνώριζαν και δεν αντιλαμβάνονταν, τι είναι ακριβώς που υπέγραφαν. Πέραν των πιο πάνω όμως, με την προτιθέμενη τροποποίηση δεν διαπιστώνεται να επιχειρείται αθέμιτα, η αλλοίωση υφιστάμενων θέσεων, οι οποίες θα πρέπει να σημειωθεί ότι παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, ουσιαστικά αναλλοίωτες (βλ. π.χ ισχυρισμούς περί τερματισμού και ενημέρωσης περί υπολοίπου). Εισάγονται μάλιστα και παραδοχές οι οποίες προηγουμένως δεν υπήρχαν, κάτι που αναμένεται να διευκολύνει παρά να εκτροχιάσει τη διαδικασία. Το αν τώρα οι πιο πάνω ισχυρισμοί, έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους, αυτό είναι βέβαια κάτι που θα εξεταστεί, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, αναλόγως βέβαια και του τρόπου που θα επιλέξουν οι εναγόμενοι να προωθήσουν την υπεράσπιση τους. Δεν θεωρώ όμως ότι τα πιο πάνω ισχύουν το ίδιο και σε σχέση με την προτιθέμενη νέα παράγραφο 13 (παρ. Α. «Χ» της αίτησης). Απλή ανάγνωση της εν λόγω προτιθέμενης παραγράφου καταδεικνύει ότι τα θέματα στα οποία αυτή αφορά, συνιστούν ουσιαστικά επανάληψη των όσων προβάλλονται στις υπόλοιπες παραγράφους κατά τρόπο όμως συγχυστικά πολύπλοκο και εκτενή (βλ. μεταξύ άλλων, αναφορές σε «αιφνιδιαστικές ρήτρες», «εθελοντικό κώδικα συμπεριφοράς», «διατάραξη συμβατικής ισορροπίας» και «αδιαφάνεια»). Η συμπερίληψη της εν λόγω παραγράφου στο δικόγραφο της υπεράσπισης, θεωρώ ότι θα περιπλέξει τη διαδικασία κατά αχρείαστο και αδόκιμο τρόπο και ως εκ τούτου δεν δύναται να επιτραπεί. Η συγκεκριμένη επομένως τροποποίηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στην προτιθέμενη προς έγερση Ανταπαίτηση. Δε διαφεύγει της προσοχής μου ότι η έγερση ανταπαίτησης στο παρόν στάδιο, θα δημιουργήσει κάποια περαιτέρω καθυστέρηση λόγω των δικονομικών συνεπειών που η έγερση μιας τέτοιας ανταπαίτησης συνεπάγεται. Την ίδια στιγμή όμως, όπως αναφέρουν και οι αρχές που με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, «...η νομολογία καταδεικνύει ότι δεν θα επιτραπεί η αίτηση, εκτός αν η αλλαγή που επιδιώκεται συνάδει με την απαίτηση ή την υπεράσπιση αναλόγως του αιτητή...» (GEORGHIOU ν. PISTOLIA
(1969)1 CLR 613 και TSIAPPAS ν. REPUBLIC OF CYPRUS THROUGH THE DISTRICT OFFICER NICOSIA
(1974)1 CLR 167) (βλ. Σελ 3 Γρ.Αγ. εναγόντων) Στην παρούσα περίπτωση, παρατηρώ ότι όλες οι προτιθέμενες ανταξιώσεις των εναγομένων, σχετίζονται και συνδέονται άμεσα, και με τις υφιστάμενες αλλά και με τις προτιθέμενες δικογραφημένες τους θέσεις αναφορικά με την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών, του τερματισμού και των επιδίκων χρεώσεων. Αν και είναι γεγονός ότι μέχρι σήμερα, οι εν λόγω ισχυρισμοί των εναγομένων, λάμβαναν τη μορφή μόνο υπεράσπισης και ποτέ αξίωσης, αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα και απόρριψη της αίτησης αφού το ζητούμενο είναι, κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, το συμφέρον της δικαιοσύνης δικαιολογεί την έγερση ανταπαίτησης. Όπως όμως μπορεί να διαφανεί από τα πιο πάνω, οι υπό στοιχεία Γ, Δ, Ε και Η προτιθέμενες αξιώσεις, δεν συνιστούν οποιαδήποτε ουσιαστική θεραπεία αλλά αποσκοπούν απλά, σε επιβεβαίωση των όσων οι εναγόμενοι προβάλλουν, ούτως ή άλλως, ως υπεράσπιση στην αγωγή. Πέραν του ότι η επιδιωκόμενη, μέσω της επιτυχίας των εν λόγω ισχυρισμών, απόρριψη των αξιώσεων των εναγόντων, δεν απαιτεί την έγερση ανταπαίτησης, μιας τέτοιας μορφής ανταπαίτηση, ούτε συμβάλλει θετικά αλλά ούτε και εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Αντίθετα, την περιπλέκει. Ως εκ τούτου η πτυχή της αίτησης που αφορά στις οι υπό στοιχεία Γ, Δ, Ε και Η προτιθέμενες ανταξιώσεις απορρίπτεται. Αυτό όμως δεν ισχύει και σε σχέση με τις προτιθέμενες αξιώσεις υπό στοιχεία Στ και Ζ ήτοι την κήρυξη ως άκυρης της επίδικης υποθήκης και την έκδοση διατάγματος παραμερισμού και/ή ακύρωσης της. Παρά το ότι η θέση των εναγομένων ήταν ανέκαθεν ότι λόγω ακυρότητας της συμφωνίας, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σε εκποίηση της υποθήκης και/ή στην είσπραξη οποιουδήποτε τυχόν προϊόντος μιας τέτοιας εκποίησης, εντούτοις η θέση τους αυτή, αν επιτύχει, δεν θα οδηγήσει αυτόματα και σε ακύρωση της εν λόγω υποθήκης κάτι που μόνο μέσω ανταπαίτησης μπορεί να γίνει. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι οι συγκεκριμένες ανταξιώσεις των εναγομένων (Στ και Ζ), αφορούν σε ουσιαστική θεραπεία η οποία και συνάδει με τις ήδη προβληθείσες θέσεις και είναι αναγκαία για να μπορεί να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη στο τέλος της υπόθεσης. Τέλος όσον αφορά τις υπό στοιχεία Α και Β προτιθέμενες ανταξιώσεις, κρίνω ότι αυτές δεν μπορούν να επιτραπούν να προβληθούν για δύο λόγους. Πρώτο διότι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού με τις επίδικες χρεώσεις έχουν ήδη καταστεί διαθέσιμες στους εναγόμενους κατά την αποκάλυψη εγγράφων και δεύτερο διότι, το αν οι εν λόγω καταστάσεις είναι «πλήρεις, ακριβείς και αληθείς», αυτό είναι θέμα που αφορά αποκλειστικά στο περιεχόμενο των εν λόγω καταστάσεων και στη βαρύτητα που θα τους δοθεί ως μέρος της μαρτυρίας της υπόθεσης. Δεν τίθεται επομένως θέμα αξίωσης των εν λόγω καταστάσεων με τη μορφή μάλιστα ανταπαίτησης στα πλαίσια αγωγής για κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα υπόλοιπα πιστωτικών διευκολύνσεων. Όσον αφορά τις συνέπειες που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τυχόν έγκριση της αίτησης συνεπάγεται για την πορεία της αγωγής, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι, η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, ενώ στις 13/6/17 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για το σκοπό αυτό, το αίτημα για αναβολή συνεπεία της καταχώρησης της παρούσας αίτησης, εγκρίθηκε χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς εναγόντων. Την ένσταση τους δε οι τελευταίοι, δεν την καταχώρησαν μέχρι την ημερομηνία που η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση οπόταν και δόθηκε περαιτέρω αναβολή. Η όποια επομένως ταλαιπωρία προκλήθηκε ή θα προκληθεί στους ενάγοντες από την έγκριση της αίτησης, δεν ανάγεται σε παραβίαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων και δύναται, θεωρώ, να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Τέλος, στη βάση όλων όσων αναφέρω ανωτέρω, και εν τη απουσία οποιασδήποτε διαπίστωσης περί κακοπιστίας από πλευράς εναγομένων, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει μερικώς. Εκδίδονται διατάγματα ως ακολούθως: Α. Αναφορικά με την την τροποποίηση της Υπεράσπισης, εκδίδεται διάταγμα ως η παρ. Α. «I-IX» της αίτησης και ως η παρ. Α «ΧΙ» της οποίας η αναφορά σε αριθμό «14» και «...παραγράφοι 1-13...» να διορθωθεί σε «13» και «...παραγράφοι 1-12...». Β. Όσον αφορά την προσθήκη Ανταπαίτησης, εκδίδεται διάταγμα ως η παρ. Α.«ΧΙΙ» της αίτησης, περιορισμένο όμως στις υπό στοιχεία «Στ», «Ζ» και «Θ» αξιώσεις οι οποίες να μετονομαστούν σε «Α», «Β» και «Γ». Γ. Οι νέες παραγράφοι της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης πλέον, να αναριθμηθούν αναλόγως. Δ. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί μέχρι 5 Ιανουαρίου 2018 Ε. Τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από της παράδοσης πιστοποιημένου αντιγράφου της καταχωρηθείσας Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Στ. Τυχόν περαιτέρω αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων που θα κριθεί αναγκαίο να γίνει συνεπεία της τροποποίησης αυτής, να λάβει χώρα από αμφότερους τους διαδίκους, σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και μέχρι 12 Φεβρουαρίου 2018 το αργότερο. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 14 Φεβρουαρίου 2018 στις 0900. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και τα σπαταληθέντα έξοδα (thrown away) που θα προκύψουν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο