ANDREY MARKOV κ.α. ν. ΓΙΑΓΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ κ.α., Αγωγή αρ.: 2517/16, 11/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A386 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2517/16 Μεταξύ:
- ANDREY MARKOV, εκ Ρωσίας
- SANDVILLE LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων και
- ΓΙΑΓΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, εκ Λεμεσού
- NATALIA BREDNEVA, εκ Ρωσίας τώρα εις Λεμεσό
- MARIMARE LTD, από τη Λεμεσό
- TERITAS ENTERPRISES LIMITED, από το Belize
- VANERY INTERNATIONAL LIMITED
- CREDLY CONSULTING LIMITED
- LEXINNON GROUP LTD, από το Belize
- BOROWA LIMITED Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 26.10.2016 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Πολύμνιος Μιχαηλίδης για ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ & ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους 1, 2 και 3 - καθ' ων η αίτηση: κ. Σάββας Νεοφύτου για ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ - ΝΕΟΦΥΤΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Χριστοφόρου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχώρισαν αξιώνουν εναντίον όλων των εναγόμενων, μεταξύ άλλων, Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις ύψους €470.000.-, στη βάση καταδολίευσης και/ή υπεξαίρεσης των περιουσιακών τους στοιχείων και/ή κατάχρησης της θέσης εμπιστοσύνης που οι εναγόμενοι είχαν έναντι τους. Αξιώνουν επίσης αποζημιώσεις (μεταξύ αυτών και τιμωρητικές) για ζημιά και/ή απώλεια την οποία υπέστησαν, συνεπεία απάτης και/ή δόλου και/ή παράβασης καθήκοντος εκ μέρους της εναγόμενης 2 (διευθύντριας της ενάγουσας 2). Με την καταχώριση της αγωγής, οι ενάγοντες πέτυχαν μονομερώς την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Α. Εκδίδεται προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους 1 έως 4, τον κάθε ένα από αυτούς όπως άμεσα ή έμμεσα και/ή δια μέσω των εργαζομένων τους, υπηρετών τους, εκπροσώπων τους, αντιπροσώπων τους ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου νομικού ή φυσικού, με οποιοδήποτε τρόπο μεταφέρουν, δωρίσουν, πωλήσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, υποθηκεύσουν, αποξενώσουν ή μειώσουν με οποιοδήποτε τρόπο την περιουσία τους στην Κύπρο μέχρι το ποσό των €470.00,00 είτε αυτή η περιουσία είναι στο όνομα τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκει αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του δικαστηρίου. Β. Εκδίδεται προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη 3 εταιρεία, όπως άμεσα ή έμμεσα και/ή δια μέσω των αξιωματούχων της, εργαζομένων της, υπηρετών της, εκπροσώπων της, αντιπροσώπων της ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου νομικού ή φυσικού, με οποιοδήποτε τρόπο μεταφέρει, δωρίσει, πωλήσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, υποθηκεύσει, αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο την περιουσία της στην Κύπρο και συγκεκριμένα την πιο κάτω περιγραφόμενη κατοικία: Κατοικία (Villa) αρ. 7 εις το complex γνωστό ως KANIKA PANIOTIS HILLS II με αριθμό εγραφής 0/25414, Τεμάχιο 292, Φύλλο/Σχέδιο 54/35 εις την Γερμασόγεια, στην Οδό Περικλή 16, Τ.Κ. 4044, στη Λεμεσό Γ. Εκδίδεται προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 7 να παρουσιάζονται ως οι δικαιούχοι αγοραστές και/ή ιδιοκτήτες και επίσης από του να πωλήσουν ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή δωρίσουν και/ή μεταβιβάσουν τα πιο κάτω μηχανοκίνητα οχήματα: (α) Το όχημα με αριθμούς εγγραφής KQS 638 AUDI Q7 Χρώματος Γκρίζο, Αρ. πλαισίου WAUZZZ5L97D
- (β) Το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΜΒ 815 MERCEDES Ε300.» Η Αίτηση, βάσει της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα, στηρίζεται στα άρθρα 2, 4, 5.3 και 6.1 του Κανονισμού (ΕΚ) υπ' αρ. 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Βασίζεται επίσης στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, στη Δ.28, Θ.1, Δ.39, ΘΘ. 1, 2, 3, 4 και 15, Διαταγή 30 Θ.2(ε) Δ.48 Θ.1-9 και Θ.13 και στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην Πρακτική του Δικαστηρίου, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στις νομικές αρχές που σχετίζονται με διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση εμφαίνεται στην Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα 1, Andrey Markov, η οποία είναι συνταγμένη στη Ρωσική γλώσσα, συνοδεύεται όμως από μετάφραση της στην Ελληνική (την μετάφραση διεκπεραίωσε κάποια Σοφία Μαρνέρου η οποία ορκίστηκε, ως προς τούτο, ενώπιον του Πρωτοκολλητού στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού). Η μαρτυρία του έχει ως εξής: Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ήταν ο κύριος μέτοχος της ενάγουσας 2 η οποία ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 22.1.2013 ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (στις 21.5.2014 μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών του σε κάποιο Δημήτρη Δημόπουλο). Το 2013 αγόρασε από την εταιρεία ACEMARK ENTERPRISES LIMITED (διευθυντής της οποίας είναι μέχρι και σήμερα κάποιος Μάριος Φωτίου) μια οικία στον Άγιο Αθανάσιο Λεμεσού αντί του τιμήματος των €500.000.- (το ποσό πληρώθηκε από τον προσωπικό του λογαριασμό, μέσω της EUROBANK CYPRUS LTD στις 17.6.2013). Το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 13.6.2013, κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με αριθμό ΠΩΕ 420/
- Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου, πως σε περίπτωση που «δεν προχωρούσε η αγορά και/ή η μεταβίβαση ή γινόταν ματαίωση της αγοράς της κατοικίας» η πωλήτρια εταιρεία (ACEMARK) θα «κρατούσε» το ποσό των €30.000.- ως αποζημίωση για την μη ολοκλήρωση της συμφωνίας και θα του επέστρεφε το ποσό των €470.000.-. Μετά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος από της σύναψης της εν λόγω συμφωνίας, άρχισε να τον προβληματίζει το γεγονός πως δεν είχε κανένα νεότερο είτε για την μεταβίβαση της οικίας στο όνομα του είτε για την επιστροφή των χρημάτων του. Τον Ιούνιο του 2013 έδωσε οδηγίες στην εναγόμενη 2 η οποία ήταν η "company manager - διευθύντρια» της ενάγουσας 2 εταιρείας, να διερευνήσει το θέμα. Λόγω του ότι ο ίδιος βρισκόταν μόνιμα στο εξωτερικό, της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Επειδή η τελευταία δεν έδινε «ξεκάθαρες απαντήσεις» και «μασούσε τα λόγια της», (του έλεγε πως παρόλες τις προσπάθειες της, ο Μάριος Φωτίου δεν εντοπιζόταν και δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις και στα emails της) και τον προέτρεπε να μην έρθει στην Κύπρο καθότι «ήταν επικίνδυνο», άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Σε μεταγενέστερο χρόνο σε επικοινωνία που είχε ο ίδιος προσωπικά με τον Μάριο Φωτίου, ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε πως είχε «άριστη επικοινωνιακή σχέση», τόσο με την εναγόμενη 2 όσο και με τον σύζυγο της (εναγόμενο 1), υπάλληλο της ενάγουσας 2, εταιρείας. Μάλιστα θα ανακαίνιζε και την οικία τους. Δεδομένου τούτου και επειδή δέχθηκε και «κάποια παράπονα» από πελάτες για τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων της εταιρείας από την εναγόμενη 2 και τον σύζυγο της, διόρισε τον Δημήτρη Δημόπουλο ως διευθυντή της εταιρείας (σε αντικατάσταση της εναγόμενης 2) και την εταιρεία REALAW A.P.M. SECRETARIAL LIMITED, ως τον νέο γραμματέα της. Οι ενέργειες αυτές καθυστέρησαν την ομαλή λειτουργία και τις εργασίες της ενάγουσας 2, με αποτέλεσμα την απώλεια σημαντικών πελατών αλλά και κέρδους, αφού η εταιρεία δραστηριοποιήθηκε ξανά στις 14.7.
- Μετά από έλεγχο των καταστάσεων λογαριασμών της ενάγουσας 2 εταιρείας στις τράπεζες, επιβεβαιώθηκαν «οι φόβοι του» για «οικονομικές ατασθαλίες» εκ μέρους των εναγόμενων 1 και
- Η συμφωνία αγοραπωλησίας της οικίας στον Άγιο Αθανάσιο δεν ολοκληρώθηκε και η εταιρεία ACEMARK όφειλε να του εμβάσει το ποσό των €470.000.-. Οι εναγόμενοι 1 και 2 επικοινώνησαν «απευθείας» με τον Μάριο Φωτίου και «περίτεχνα» του παρουσίασαν και προέβηκαν «σε παραστάσεις προς αυτόν» για να τον πείσουν όπως το ποσό το οποίο θα έπρεπε να επιστραφεί στον ίδιο ως τον νόμιμο δικαιούχο, να «ακολουθήσει» την διαδρομή που θα πρότειναν οι εναγόμενοι 1 και 2 και συγκεκριμένα, να επιστραφεί σε εταιρείες ιδιοκτησίας και συμφερόντων των τελευταίων, με την μορφή δανείου. Την 13.12.2013 υπεγράφη συμφωνία δανείου μεταξύ της ACEMARK και της εναγόμενης 4 εταιρείας, TERITAS ENTERPRISES LIMITED (ιδιοκτησίας και συμφερόντων της εναγόμενης 2) και στις 18.12.2013 εμβάστηκε σε λογαριασμό της TERITAS το ποσό των €470.000.- μέσω της τράπεζας USB BANK. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι 1 και 2, με «έντεχνο τρόπο» και στη προσπάθεια τους να παραπλανήσουν και/ή να ξεγελάσουν τους ενάγοντες, ήρθαν σε συνεννόηση με τους τότε μετόχους και/ή διευθυντές της εναγόμενης 3 εταιρείας MARIMARE LTD, ώστε να «αγοραστεί» η εν λόγω εταιρεία από την εναγόμενη 4 εταιρεία. Η MARIMARE αγοράστηκε από την TERITAS για το ποσό των €550.000.- και η σχετική συμφωνία υπεγράφη στις 3.2.
- Η εταιρεία MARIMARE, σε χρόνο προγενέστερο, αγόρασε (στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 8.3.2007), την κατοικία (villa) αρ. 7 στο complex γνωστό ως "KANIKA PANIOTIS HILLS II", στη Λεμεσό (το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο με αριθμό ΠΩΕ 134/2007). Κατά τον ενάγοντα, η εταιρεία MARIMARE και το περιουσιακό της στοιχείο (οικία), αγοράστηκε με τα δικά του «προσωπικά χρήματα». Μετά την «ανακάλυψη των ατασθαλιών» των εναγόμενων 1 και 2, έγιναν «πολλές προσπάθειες εξεύρεσης λύσης» μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών. Δυστυχώς στις 9.4.2015 ο δικηγόρος των εναγόμενων 1 και 2 απεβίωσε και οι διαπραγματεύσεις δεν ολοκληρώθηκαν (ετοιμάστηκε προσχέδιο συμφωνίας για εξώδικη διευθέτηση, η οποία εν τέλει δεν υπεγράφη). Λόγω της αδιαφορίας και της κωλυσιεργίας των εναγόμενων 1 και 2 να εξευρεθεί λύση, ο ίδιος προέβη σε γραπτή καταγγελία στο τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, και στις 16.3.2015 έφθασε στην Κύπρο από την Ρωσία όπου διαμένει μόνιμα, για να «καταγγείλει προσωπικά» τους εναγόμενους 1 και
- Σημειώθηκε καθυστέρηση στη λήψη των καταθέσεων, αλλά στο τέλος της ημέρας, η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, εξ' όσων ο ίδιος έχει πληροφορηθεί, εισηγήθηκε την ποινική δίωξη των εναγόμενων 1 και
- Στις 19.10.2016, ο διευθυντής της ενάγουσας 2 Δημήτρης Δημόπουλος, εντόπισε αγγελία σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα αγοραπωλησιών κατοικιών (την καταχώρισε η εναγόμενη 2), για την πώληση της κατοικίας στο "KANIKA PANIOTIS HILLS". Πέραν τούτου, ο δικηγόρος των εναγόντων κατά την ετοιμασία της υπό κρίση Αίτησης, εντόπισε αγγελία της εναγόμενης 2 στο διαδίκτυο, για την πώληση του οχήματος της (Mercedes E300), του οποίου επίσης ζητείται η δέσμευση. Από τα προαναφερθέντα καταδεικνύεται πως πρόθεση των εναγόμενων 1 και 2 είναι να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία (κινητά και ακίνητα). Κατά τον ομνύοντα, αφού οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν πρόθεση να πωλήσουν τόσο το όχημα τους όσο και την οικία τους, είναι «πολύ πιθανόν να εγκαταλείψουν την Κύπρο». Τούτο ενδεχομένως στο τέλος της ημέρας, να αποβεί σε βάρος του. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν Ένσταση, η οποία στηρίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.20 Θ.1, Δ.26 Θ.1, Δ.39 Θ.7, 8, 9 και 10, Δ.48 Θ.1-9, στα άρθρα 3 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου 67
(1)/88, στην γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Προβάλλονται δεκαπέντε
(15)Λόγοι Ένστασης. Ειδικότερα υποστηρίζεται πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε το εκδοθέν μονομερώς διάταγμα να οριστικοποιηθεί, πως οι ενάγοντες «παραποιούν» τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, πως δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, πως η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή παράτυπη, πως το σύνολο των στοιχείων που παραθέτουν οι αιτητές δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, πως η Αίτηση καταχωρίστηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και πως αυτή «πάσχει» και είναι εξ' υπαρχής άκυρη και/ή αντικανονική και/ή νόμω και ουσία αβάσιμη, λόγω «ελαττωματικότητας» της Ενόρκου Δηλώσεως που την συνοδεύει καθότι αντίκειται στον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο και/ή στις διατάξεις του Συντάγματος. Η Ένσταση στηρίζεται στην Ένορκη Δήλωση της εναγόμενης 2, Natalia Bredneva, δεόντως εξουσιοδοτημένης και από τους εναγόμενους 1 και
- Η ομνύουσα, η οποία δίδει μια εντελώς διαφορετική διάσταση στα γεγονότα, ισχυρίζεται τα εξής: Στα πλαίσια της εργασίας της (μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2012 εργαζόταν στην Globaserve Consultants Ltd, εταιρεία παροχής λογιστικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών), γνώρισε τον Ρώσσο υπήκοο Vadim Rybalchenko καθώς και τον ενάγοντα 1, ο οποίος ήταν βοηθός του. Το καλοκαίρι του 2012 ο Rybelchenko της πρότεινε να εργαστεί στις επιχειρήσεις του και η ίδια συμφώνησε. Από τον Ιούλιο του 2012 εργοδοτείτο στην εταιρεία του τελευταίου (Mainbridge Consulting Ltd). Την ίδια περίοδο ο τελευταίος της ζήτησε να προχωρήσει στην ίδρυση μίας Κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία STANDVILLE LTD (δηλαδή της ενάγουσας 2), με σκοπό την εξασφάλιση στη συνέχεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κύπρου, των αναγκαίων αδειών ώστε η εταιρεία να διεξάγει χρηματιστηριακές και συναφείς εργασίες στην Κύπρο και το εξωτερικό (η σχετική άδεια εξασφαλίστηκε στις 14.1.2014). Ο Rybalchenko της «ξεκαθάρισε πως η ενάγουσα 2 ήταν δική του εταιρεία και πως η επιθυμία του ήταν να διοριστεί η ίδια διευθύντρια, γραμματέας και μέτοχος, αφού ο ίδιος «ένεκα κάποιων θεμάτων» που δεν της απεκάλυψε, δεν μπορούσε να διοριστεί στις πιο πάνω θέσεις. Αποδέχτηκε την θέση της διευθύντριας και γραμματέως και όχι την ιδιότητα του μετόχου. Στην παρουσία του ενάγοντα 1, ο Rybalchenko της ανέφερε πως ο πρώτος θα παρουσιαζόταν ως μέτοχος της ενάγουσας 2, κατέχοντας το μετοχικό κεφάλαιο ως εμπιστευματοδόχος του Rybalchenko (αρχικά ο ενάγοντας 1 κατείχε στο όνομα του 1800 μετοχές από τις 2000 και από τις 2.4.2013 κατείχε και τις 2000 μετοχές). Για την θέση της διευθύντριας είχε συμφωνήσει με τους Rybalchenko και ενάγοντα 1, όπως της καταβάλλετο καθαρός μισθός ύψους €1.500.- μηνιαίως, ποσό το οποίο αυξήθηκε στις €2.000.- μηνιαίως τον Ιανουάριο του
- Η συνεργασία της μαζί τους ήταν άψογη (της είχαν δώσει μάλιστα και Γενικά Πληρεξούσια Έγραφα, με τα οποία τους εκπροσωπούσε) και σε πολύ λίγο χρόνο η ίδια είχε δημιουργήσει «μια επικερδή δουλειά», προσλαμβάνοντας προσοντούχο προσωπικό για την ενάγουσα 2 και εξασφαλίζοντας τις σχετικές άδειες από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας. Μέσα σε λίγους μήνες ίδρυσε, κατόπιν οδηγιών των εναγόντων 1 και 2 και του Rybalchenko, 120 περίπου Κυπριακές εταιρείες καθώς και 30 περίπου υπεράκτιες, για σκοπούς εξυπηρέτησης των δραστηριοτήτων της ενάγουσας
- Ήταν συμφωνημένο μεταξύ τους πως για τις νέες εταιρείες (η ίδια ήταν διευθύντρια, γραμματέας, κάποτε «παρουσιαζόταν» και ως μέτοχος) τις οποίες και θα διαχειριζόταν, θα αμοίβετο με το ποσό των €1.000.- μηνιαίως. Τον Μάϊο του 2013 αντελήφθη πως μια «έντονη ανησυχία» διακατείχε τον ενάγοντα 1 και τον Rybalchenko. Αυτό που τους απασχολούσε ήταν το γεγονός πως οι Ρωσικές διωκτικές αρχές άρχισαν να διερευνούν τις δραστηριότητες τους. Οι τελευταίοι αποφάσισαν πως μια «πιθανή γι' αυτούς διέξοδος» ήταν η εξασφάλιση της Κυπριακής υπηκοότητας, κάτι που θα διασφάλιζε την μόνιμη διαμονή τους στην Κύπρο και την αποφυγή σύλληψης τους στη Ρωσία. Με βάση το σχετικό «κυβερνητικό πρόγραμμα» που ίσχυε τότε, θα έπρεπε να υπάρξει από μέρους τους επένδυση ύψους 5 εκατομμυρίων Ευρώ, πλέον η αγορά μιας κατοικίας ή διαμερίσματος αξίας €500.000.- από τον καθένα. Ψάχνοντας σε διάφορες εταιρείες ανάπτυξης γης εντόπισε τον Μάριο Φωτίου, της εταιρείας ACEMARK ENTERPRISES LTD, ο οποίος προσφέρθηκε να βοηθήσει. Όλες οι συζητήσεις έγιναν μεταξύ της ίδιας και του Μάριου Φωτίου καθώς ο ενάγοντας 1 και ο Rybalchenko, δεν ήθελαν να έχουν καμιά προσωπική σχέση με τους συνεργάτες της ενάγουσας
- Κατόπιν οδηγιών τους υπεγράφησαν τα Αγοραπωλητήρια Συμβόλαια (η πωλήτρια εταιρεία ουδέποτε προχώρησε στην ανέγερση των κατοικιών) τα οποία θα ακυρώνονταν μετά την έκδοση των Κυπριακών διαβατηρίων. Κατόπιν εντολής του Rybalchenko, μετέφερε ένα εκατομμύριο Ευρώ από λογαριασμούς των εταιρειών του, σε προσωπικούς λογαριασμούς του ιδίου και του ενάγοντα 1 ώστε να φαίνεται ότι η επένδυση είχε γίνει από τους ίδιους (τα χρήματα ήταν ουσιαστικά του Rybalchenko αφού ο ενάγοντας 1 ήταν «απλός» υπάλληλος του). Μέρος αυτών των χρημάτων (500.000 Ευρώ) δόθηκαν στην εταιρεία ACEMARK, βάσει του συμβολαίου που υπεγράφη με τον ενάγοντα 1 και μέρος κατατέθηκε στο λογαριασμό της ενάγουσας 2, ώστε να φαίνεται η «διενέργεια επένδυσης» σε Κυπριακή εταιρεία εκ μέρους του ενάγοντα
- Εν τέλει ο τελευταίος δεν «πρόλαβε» να υποβάλει την αίτηση του (για απόκτηση Κυπριακού διαβατηρίου) ένεκα της καθυστέρησης που σημειώθηκε στην Κύπρο και των «εξελίξεων στη Ρωσία» εναντίον του ιδίου (ενάγοντα 1), του Rybalchenko και άλλων συνεργατών τους. Στις 4.7.2013 οι Ρωσικές διωκτικές αρχές προχώρησαν στην έκδοση ενταλμάτων σύλληψης του Rybalchenko, του ενάγοντα 1 και άλλων 24 περίπου προσώπων. Ο Rybalchenko συνελήφθη και καταδικάστηκε εν τέλει από Ρωσικό Δικαστήριο (αρ. υπόθεσης 1-4/2016) σε πολυετή φυλάκιση για αδικήματα σχετικά με «απάτες, ξέπλυμα χρήματος, παράνομη τραπεζική δραστηριότητα και οργανωμένο έγκλημα». Ο ενάγοντας 1 κατάφερε να διαφύγει της σύλληψης και διαμένει σε χώρα εκτός Ρωσίας. Μετά τις 4.7.2013, η ίδια ζήτησε να αντικατασταθεί από όλες τις εταιρείες συμφερόντων του Rybalchenko και ειδικότερα από την ενάγουσα
- Ο εναγόμενος 1 με τον οποίο διατηρούσε επαφή, της ζήτησε να παραμείνει στη θέση της δηλώνοντας πως ο ίδιος και ο Rybalchenko θα τακτοποιούσαν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις απέναντι της, αμέσως μόλις «καθάριζαν» από τις δικαστικές τους περιπέτειες. Σ' αυτά τα πλαίσια, ο ενάγοντας 1 της ζήτησε να «πάρει» τα χρήματα από τον Μάριο Φωτίου. Για καθαρά «λογιστικούς σκοπούς» και εν γνώσει του ενάγοντα 1, το ποσό των 470.000.- Ευρώ μεταφέρθηκε στην εταιρεία της, Teritas Enterprises Ltd υπό «μορφή δανείου». Στις 22.5.2014 ενώ η ίδια και το υπόλοιπο προσωπικό της ενάγουσας 2 εργάζονταν, κάποιος Δημήτρης Δημόπουλος μαζί με άλλα πρόσωπα «εισέβαλαν» στο γραφείο της εταιρείας, αποσύνδεσαν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και έδιωξαν το προσωπικό. Τους ανακοίνωσαν πως η ενάγουσα 2 πωλήθηκε στην εταιρεία Relaw A.P.M. Ltd και πως η ίδια είχε αντικατασταθεί από την θέση της διευθύντριας και γραμματέως της ενάγουσας 2, από τον Δημήτρη Δημόπουλο. Για τα συγκεκριμένα γεγονότα, η ίδια και οι υπαλλήλοι της ενάγουσας 2, προέβησαν σε καταγγελία στην αστυνομία. Και ενώ όλοι οι υπαλλήλοι πληρώθηκαν, στην ίδια δεν καταβλήθηκαν «οι συμφωνημένες αμοιβές» πέραν του κανονικού της μισθού (είχαν γίνει μόνο κάποια εμβάσματα στον προσωπικό της λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς). Γι' αυτό και οι δικηγόροι της καταχώρισαν αγωγή εναντίον του ενάγοντα 1, του Rybalchenko και άλλων προσώπων, αξιώνοντας την πληρωμή του ποσού των 1000.- Ευρώ μηνιαίως, για όλες τις εταιρείες οι οποίες είχαν συσταθεί στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της ενάγουσας 2 και στις οποίες η ίδια ενεργούσε ως αξιωματούχος (σε αρκετές παραμένει ως αξιωματούχος μέχρι σήμερα). Συγκεκριμένα, η αξίωση της ανέρχεται στο ποσό των 7.150.000 Ευρώ. Είναι τέλος θέση της εναγόμενης 2 πως «διάφορα» πρόσωπα εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός της φυλάκισης του Rybalchenko καθώς και την αδυναμία του ενάγοντα 1 να «ενεργεί στο προσκήνιο» (υπό τον φόβο της σύλληψης του από τις ρωσικές διωκτικές αρχές) και προέβησαν σ' ένα δόλιο σχέδιο με σκοπό την απόσπαση από την ενάγουσα 2 χρημάτων, είτε της ίδιας είτε πελατών της, τα οποία αυτή διαχειριζόταν (η ενάγουσα 2) μέσω συνδεδεμένων με αυτή εταιρειών. Στα πλαίσια αυτού του δόλιου σχεδιασμού εμπίπτει και η καταχώριση της παρούσης αγωγής, ώστε η ίδια να εξαναγκαστεί να «τους καταβάλει» το ποσό των 470.000.- Ευρώ, τα οποία έλαβε «έναντι της αμοιβής της», εν γνώσει και με την συγκατάθεση του ενάγοντα
- Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1AAΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Επίσης με άλλη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 AAΔ 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947, 954]. Προτού το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έκδωσε μονομερώς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του ΄Αρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Στο μονομερές στάδιο της αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατ΄ επείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Θα εξετάσω, λοιπόν, ως πρώτο θέμα το στοιχείο του κατεπείγοντος, επειδή διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς (ex-parte), όπως είναι νομολογημένο, εκδίδονται με βάση το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις. Στην υπόθεση Χ΄΄Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ. 203, στη σελίδα 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- «....... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατ΄ επείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά νόμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» Όπως έχει επίσης νομολογηθεί το κρίσιμο στοιχείο για την Αίτηση και την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος, δεν είναι ο χρόνος έγερσης της Αγωγής και ο χρόνος που προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα ενός Αιτητή, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του Αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας, όσο με την αναγκαιότητα, αυτή να χορηγείται χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Στην αγωγή με αριθμό 3568/2010 του Ε.Δ. Λεμεσού, Vianova Holdings Ltd v.
- Brassolis Holdings Ltd κ.α. ημερ. 5.11.2010, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Χ. Μαλαχτός έθεσε το θέμα ως εξής: «Εδώ το στοιχείο του κατεπείγοντος είναι συνδεδεμένο, όχι τόσο με τον χρόνο παροχής της θεραπείας όσο με την αναγκαιότητα αυτή να χορηγείτο χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Το ζήτημα δεν ήταν πως η αίτηση δεν μπορούσε να αναβληθεί για λίγες μέρες ώστε να ειδοποιηθούν οι εναγόμενοι αλλά ότι οι τελευταίοι δεν θα έπρεπε να ελάμβαναν γνώση προτού η ενάγουσα εξασφαλιστεί με την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Επιβαλλόταν τα εκδοθέντα διατάγματα να χορηγηθούν χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά η οποία να ειδοποιείτο για την έκδοση τους με την επίδοση τους.» Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή καταχωρίστηκε την 2.9.2016 και η υπό κρίση Αίτηση την 27.10.
- Οι ενάγοντες έχουν δικαιολογήσει με την απαιτούμενη επάρκεια τις ενέργειες τους και για ποιο λόγο έδρασαν στον συγκεκριμένο χρόνο. Σύμφωνα με τα όσα ο ενάγοντας 1 αναφέρει ενόρκως, η αγγελία για την πώληση της οικίας εντοπίστηκε στο διαδίκτυο στις 19.10.
- Θεωρώ πως το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από το εν λόγω χρονικό σημείο μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, είναι εύλογο και πως οι ενάγοντες έδρασαν αμέσως χωρίς καθυστέρηση. Ανεξαρτήτως τούτου, θεωρώ πως ορθώς οι ενάγοντες έδρασαν υποβάλλοντας την υπό κρίση Αίτηση μονομερώς και πως με τα όσα έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει καταδειχθεί πως οι εναγόμενοι δεν θα έπρεπε να ελάμβαναν γνώση προτού οι ενάγοντες εξασφαλιστούν με την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος. Και τούτο, δεδομένου του ότι ο κίνδυνος αποξένωσης των υπό δέσμευση περιουσιακών στοιχείων των εναγόμενων, είναι ορατός. Επανερχόμενη στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ώστε το προσωρινώς εκδοθέν Διάταγμα να οριστικοποιηθεί καθώς και στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ως προς την ουσία της διεκδίκησης των εναγόντων, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του προρηθέντος άρθρου. Με βάση το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης, δεδομένου του ότι η βάση της αγωγής στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο αδίκημα της ιδιοποίησης (άρθρο 39 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148), στο αδίκημα της απάτης (άρθρο 36 του ιδίου Νόμου, Κεφ. 148). Με τα όσα η πλευρά των εναγόντων έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας), είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, αυτή είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Ο χρηματικός παράγοντας όμως δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1 Β ΑΑΔ 1245). Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 ΑΑΔ, 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Στην προκειμένη περίπτωση επιδιώκεται η εξασφάλιση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ώστε να εξανεμιστεί ο κίνδυνος η αγωγή να καταστεί άνευ αντικειμένου, σε περίπτωση που η εναγόμενη 2 αποξενώσει τα περιουσιακά της στοιχεία που έχουν δεσμευτεί. Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να θεωρηθεί και εν προκειμένω θεωρώ ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει και/ή να συνεχίσει το Προσωρινό Διάταγμα αφού λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, και το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Έχει λεχθεί ότι η φράση «ισοζύγιο της ευχέρειας» είναι μια ατυχής έκφραση εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι την ευχέρεια των διαδίκων. Στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει εντελώς αντίθετες θέσεις και αξιώσεις το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας από οιονδήποτε των διαδίκων και να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα συμβεί κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αναμφίβολα εντελώς εξωπραγματικές θέσεις και αντιστρατευόμενες στη λογική αξιώσεις, μπορούν και πρέπει να παραγνωρίζονται. Κατά τα άλλα το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σ΄ αυτό το αρχικό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς της εναγόντων-αιτητών. Θα εξετάσω στη συνέχεια την εισήγηση των συνηγόρων των εναγόμενων 1, 2 και 3 ότι οι ενάγοντες «δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή δεν αποκαλύπτουν στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια και/ή αποκρύπτουν ουσιώδη γεγονότα». Όπως έχει προαναφερθεί, η έκδοση Προσωρινού Διατάγματος μονομερώς (ex parte), συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 1453, σελ. 1463). Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (Ubberima Fides)εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Το καθήκον του αιτητή να ενεργήσει απόλυτα καλόπιστα και να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα πηγάζει και πάλι από τους κανόνες της επιείκειας που επιβάλλουν ότι οποιοσδήποτε έρχεται στο Δικαστήριο και ζητά επιείκεια είναι απαραίτητο να έρθει με καθαρά χέρια. [Γενικός Εισαγγελέας και άλλος (αρ. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 ΑΑΔ 349, Resola (ανωτέρω)]. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι, το καθήκον του ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο όταν θα αποφάσιζε κατά πόσον θα ενέκρινε την αίτηση. Στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 AAΔ.595 διευκρινίστηκε ότι η μη αποκάλυψη δεν είναι ανάγκη να συνοδεύεται και με πρόθεση εξαπάτησης και ότι η μη αποκάλυψη όλων των αντικειμενικών ουσιωδών λεπτομερειών, καθιστά την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ακροσφαλή. Κατά συνέπεια, το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Δέστε επίσης Hani Mousa El - Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 ΑΑΔ 836, στη σελίδα 847. Στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ, 801, λέχθηκαν στη σελίδα 808 σε σχέση με το θέμα αυτό, τα εξής: «Το θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση Brink's - MAT Ltd v. Elcombe and Others
(1988)3 All E.R. 188 στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
- i)φύση της υπόθεσης και (
- ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα τα έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος.» Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Η προαναφερόμενη εισήγηση των εναγόμενων 1, 2 και 3 δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το γεγονός πως οι εναγόμενοι προβάλλουν μία εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή από αυτή των εναγόντων, δεν μπορεί να εκληφθεί πως οι τελευταίοι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν απεκάλυψαν όλες τις αντικειμενικά ουσιώδεις λεπτομέρειες της υπόθεσης. Εξάλλου δεν μπορεί να παραγνωριστεί πως η εναγόμενη 2 στην Ένορκη της Δήλωση δεν αρνείται ότι το επίδικο ποσό των €470.000.- μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της εναγόμενης 4, εταιρείας η οποία της ανήκει. Η δική της θέση είναι πως η μεταφορά των χρημάτων έγινε εν γνώσει του ενάγοντα 1 και πως για καθαρά λογιστικούς σκοπούς είχαν κατατεθεί στον εν λόγω λογαριασμό υπό μορφή δανείου, χωρίς όμως να δίδει οποιεσδήποτε περαιτέρω εξηγήσεις. Είναι καλά γνωστό πως στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα επί των επιδίκων θεμάτων της αγωγής, αλλά θα εξετάσει μόνο κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και η αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια (Μαρία Νικολάου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού, Π.Ε. 10945, ημερομηνίας 18.12.2002). Ένα τελευταίο σχόλιο για την εισήγηση των εναγόμενων 1, 2 και 3, πως η Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα 1 πάσχει, καθότι αυτή έχει συνταχθεί στη Ρωσική γλώσσα. Ούτε και αυτή η εισήγηση τους με βρίσκει σύμφωνη. Φαίνεται πως ο ενάγοντας 1 ορκίστηκε ενώπιον της Πρωτοκολλητού (Άννας Καϊρίνου Αχιλλέως), η οποία επιβεβαίωσε την υπογραφή του και έθεσε και την σφραγίδα του Ε.Δ. Λεμεσού. Εκείνο το οποίο ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι πως η Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα 1, έχει μεταφραστεί δεόντως στην Ελληνική γλώσσα. Η Ένορκη Δήλωση της μεταφράστριας Σοφίας Μαρνέρου, είναι σχετική. Για όλους αυτούς τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, βρίσκω ότι οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32, του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, ικανοποιούνται. Ασκώντας δε την διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω επίσης ότι είναι δίκαιο υπό τις ανωτέρω συνθήκες, να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής. Δια ταύτα το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιείται. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο