← Κύπρος

Έλενα Αρέστη ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 2211/15, 21/12/2017

Έλενα Αρέστη ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 2211/15, 21/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A412 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2211/15 Μεταξύ: Έλενα Αρέστη Ενάγουσα - και - Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγόμενοι - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση, ημερ. 9/1/17, για εκδίκαση προκαταρκτικού νομικού σημείου Ημερομηνία: 21/12/17 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εναγόμενους: κα Τσιντίδου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για την Καθ' ης η αίτηση - Ενάγουσα: κα Ευριπίδου για Ρ. Ερωτοκρίτου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 15/6/

  1. Με αυτή, η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους, μεταξύ άλλων, αναγνωριστική απόφαση ότι το σχέδιο υπηρεσίας για την πρόσληψη στη θέση Αρχαιοφύλακα παραβιάζει το νόμο και συνιστά διάκριση λόγω φύλου καθώς και αποζημιώσεις για απώλεια μισθών, ηθική βλάβη, παραβίαση ανθρωπίνων και συνταγματικών δικαιωμάτων. Με την Υπεράσπισή τους, η οποία καταχωρήθηκε στις 30/3/16, οι Εναγόμενοι, μεταξύ άλλων, αρνούνται τις αξιώσεις της Ενάγουσας και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Η Απάντηση στην Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 5/4/
  2. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, ημερ. 9/1/17, οι Εναγόμενοι - Αιτητές (στο εξής «οι Εναγόμενοι») αιτούνται την εκδίκαση των νομικών σημείων που εγείρονται στην παράγραφο 1, υποπαραγράφους (α), (β), (γ), (δ) και (ε) της Υπεράσπισης κατά προτεραιότητα και πριν την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Η παράγραφος 1 της Υπεράσπισης παρατίθεται αυτούσια: «Οι Εναγόμενοι εγείρουν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζονται ότι η με τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ των Εναγόμενων καθότι: (α) Δεν αποκαλύπτεται καλή βάση και/ή εύλογη αιτία αγωγής έναντί τους και η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι ενοχλητική και/ή επιπόλαια και/ή αχρείαστη και/ή καταχρηστική. (β) Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. (γ) Το οιονδήποτε τυχόν αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έναντι των Εναγομένων στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι υπάρχει, αν και οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν αποκαλύπτεται με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή βάση αγωγής έναντι τους, έχει με βάση τις πρόνοιες του νόμου και/ή άλλως πως παραγραφεί αφού η Ενάγουσα με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ουσιαστικά διαμαρτύρεται γιατί τη μη πρόσληψή της στην θέση αρχαιοφύλακα με τελευταία αναφορά σε διαδικασία που έληξε το Μάρτιο το
  3. (δ) Η Ενάγουσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται στην προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καθ' ότι για το ίδιο θέμα και στη βάση αυτούσιων ισχυρισμών καταχώρησε κατά ή περί την 21.11.2006 την Αίτηση με αριθμό 576/06 ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με την οποίαν αξίωνε ταυτόσημες με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή θεραπείες και το εν λόγω Δικαστήριο εξέδωσε την Απόφασή του κατά ή περί την 26.2.2009, οπόταν και το όλο θέμα αποτελεί δεδικασμένο και ως εκ τούτου η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι καταχρηστική. Μάλιστα η Ενάγουσα εφεσίβαλε την Απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ημερομηνίας 26.2.2009 με την Πολιτική Έφεση με αριθμό 118/09, την οποίαν και ακολούθως απέσυρε. (ε) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τα ζητήματα και/ή ισχυρισμούς και/ή αξιώσεις της Ενάγουσας που εγείρονται στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή τις διαδικασίες πρόσληψης στη θέση αρχαιοφύλακα καθ' ότι ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου και/ή διοικητικού δικαίου και συνεπώς η εξέτασή τους εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου.» Η νομική βάση της Αίτησης εδράζεται, μεταξύ άλλων στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.27 θθ.1-2, Δ.48 θθ.1-3 και 9, στο Άρθρο 146 του Συντάγματος, στο άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στον περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο του 1967 έως και 1998, στον περί παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012, στις Συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση, ταυτόσημης ημερομηνίας, της Στέλλας Γεωργίου, ασκούμενης δικηγόρου, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Τα όσα αναφέρει η Ενόρκως Δηλούσα μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: η Ενάγουσα, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, εγείρει την παρούσα αγωγή στη βάση ισχυριζόμενης δυσμενούς μεταχείρισης που έτυχε από το Τμήμα Αρχαιοτήτων στο πλαίσιο διαδικασίας πλήρωσης θέσεων αρχαιοφυλάκων τον Μάρτιο του
  4. Η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτον, η αγωγή δεν έχει καλή βάση ή εύλογη αιτία αγωγής και είναι ενοχλητική, επιπόλαια, αχρείαστη και καταχρηστική. Δεύτερον, η αγωγή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Τρίτον, σε κάθε περίπτωση, το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί. Τέταρτον, η Ενάγουσα εμποδίζεται να προωθεί την παρούσα αγωγή λόγω δεδικασμένου. Προς τούτο επισυνάπτονται ως τεκμήρια: (α) αίτηση με αρ. 576/06, Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ημερ. 21/11/06 (Τεκμήριο 1), (β) η απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στην εν λόγω αίτηση, ημερ. 26/2/09 (Τεκμήριο 2) με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της Ενάγουσας και (γ) η Πολιτική Έφεση με αρ. 118/09, η οποία καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα με την οποία εφεσίβαλε την εν λόγω απόφαση και εν τέλει αποσύρθηκε (Τεκμήριο 3). Πέμπτο, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την παρούσα αγωγή καθότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Διοικητικό Δικαστήριο. Τέλος, η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει ότι η αποδοχή των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων θα εμποδίσει την περαιτέρω προώθηση της αγωγής, θα καταργήσει εξ ολοκλήρου τη βάση της και θα την καταστήσει άνευ αντικειμένου. ΕΝΣΤΑΣΗ Στην υπό εξέταση αίτηση, η Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Ενάγουσα») καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, ημερ. 6/11/
  5. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.27 θθ.1-2, Δ.39 θθ.1 και
  6. Δ.48 θθ. 1-4, 8 και 9, Δ.64 θθ. 1-2, στα άρθρα 21, 29 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα Άρθρα 23, 28, 30.2 και 35 του Συντάγματος, στις Γενικές Αρχές του Νόμου, στους Κανόνες της Επιείκειας και Φυσικής Δικαιοσύνης, στην πρακτική και στις Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης αναφέρονται 6 λόγοι Ένστασης, οι οποίοι είναι επάλληλοι και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις επιτυχίας της παρούσας αίτησης, (β) οι προδικαστικές ενστάσεις δεν αφορούν αμιγώς νομικά ζητήματα και καθίσταται αναγκαία η προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία, (γ) η παρούσα αίτηση έγινε κακή τη πίστει με σκοπό την παρέλκυση της δικαστικής διαδικασίας, και (δ) επί της Ένορκης Δήλωσης της Ενάγουσας. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας, ταυτόσημης ημερομηνίας, η οποία υποστηρίζει τους λόγους Ένστασης, ως αναφέρονται πιο πάνω. Το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης της Ενάγουσας μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: το γενεσιουργό γεγονός της καταχώρησης της παρούσας αγωγής ήταν η παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της ίδιας λόγω της δυσμενούς διάκρισης που έτυχε από το Τμήμα Αρχαιοτήτων λόγω του φύλου της. Η δε αποκατάσταση της ζημιάς που έχει υποστεί δεν έλαβε ακόμα χώρα, σύμφωνα με την ίδια, όπως θα προσπαθήσει να αποδείξει κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας αγωγής μέσω σχετικής μαρτυρίας, η οποία διαφέρει εν μέρει από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε στην αίτηση με αρ. 576/06, Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Για το λόγο αυτό, η Ενάγουσα έχει βάσιμα αγώγιμα δικαιώματα και δικαιούται σε θεραπείες, ως η ίδια αναφέρει, και σε αποκατάσταση της διηνεκούς ζημιάς και αποζημιώσεις από τους Εναγόμενους συνεπεία παράβασης συνταγματικών της δικαιωμάτων. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι οι προδικαστικές ενστάσεις των Εναγόμενων δεν χρήζουν προδικαστικής εξέτασης, η παρούσα αγωγή δεν καταχωρήθηκε καταχρηστικά, το ζήτημα δεν είναι αμιγώς νομικό. Επιπρόσθετα, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με κακή πίστη, χωρίς να πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις και θα πρέπει να κριθεί ως παρελκυστική της δικαστικής διαδικασίας. Ως εκ τούτων, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι δυο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν την επιχειρηματολογία τους με βάση το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης αντιστοίχως, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και εφοδιάζοντας το Δικαστήριο με γραπτές αγορεύσεις. Έλαβα υπόψη κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν. Αξιολόγησα επίσης το περιεχόμενο της αίτησης, της ένστασης και της συνοδευτικής Ένορκης Δήλωσης αμφότερων των πλευρών καθώς επίσης και τη δικογραφία στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η δικονομική βάση της αίτησης είναι η Δ.27, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί προδικαστικού νομικού σημείου που εγείρεται στα δικόγραφα σε οποιοδήποτε στάδιο αυτό είναι ευχερές. Διευκρινίζεται από την αρχή ότι το ζητούμενο στην παρούσα αίτηση είναι κατά πόσο το Δικαστήριο θα εγκρίνει ή όχι την προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου. Μόνο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας του νομικού σημείου και αφού ακουστούν προς τούτο αμφότερες οι πλευρές (Χρίστος Χ''Παύλου και Υιοί Λτδ v. Δήμου Λεμεσού

(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2046, σελ. 2051). Αίτημα για προδικαστική εξέταση νομικού σημείου εγκρίνεται όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αμφισβητούνται και το μόνο που παραμένει για το Δικαστήριο είναι να αποφανθεί επί του συγκεκριμένου νομικού σημείου, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται όλη η υπόθεση ή ένα ουσιώδες μέρος της (Αγρόκτημα Λανίτη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση όταν τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση ή όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα (Χ''Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, σελ. 956). Για να εξαρτηθεί η τύχη της αγωγής σε προκαταρκτικό στάδιο πρέπει τα πραγματικά γεγονότα να μην αμφισβητούνται και το μόνο που να παραμένει στο Δικαστήριο για απόφαση είναι το νομικό σημείο (Bauer Spezialtienfbau Gmbh κ.α. v. Divnogorsk Shipping Limited
(1998)1 Α.Α.Δ. 1480, Malachtou v. Armefti and another
(1984)1 C.L.R. 548). Συνοψίζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, καταδεικνύεται ότι νομικά σημεία εκδικάζονται προδικαστικά με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις, όταν η απόφαση υπέρ του αιτητή ουσιαστικά περατώνει την αγωγή. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Έχοντας πάντοτε υπόψη ότι το ζητούμενο στην παρούσα αίτηση είναι κατά ποσό το Δικαστήριο θα εγκρίνει ή όχι την εκδίκαση νομικού σημείου, και όχι η ουσία του ζητήματος που εγείρεται, σημειώνονται τα ακόλουθα: Κατά λογική σειρά, πριν από οτιδήποτε άλλο, κρίνεται σκόπιμο όπως εξεταστεί αν θα εγκριθεί ή όχι η εκδίκαση του νομικού σημείου που σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Το νομικό αυτό ζήτημα εγείρεται στην παράγραφο 1(ε) της Υπεράσπισης όπου αναφέρεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αξίωση της Ενάγουσας καθότι «.ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου και/ή διοικητικού δικαίου και συνεπώς η εξέτασή τους εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου». Στην υπόθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου (Πρωτοβάθμια Δικαιοδοσία) Χρυσόστομος Α. Καμπανέλλας ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Αρ. Αγωγής 1/2011, ημερ. 15/6/2016, η έντιμη Δικαστής Κ. Σταματίου, ανέφερε τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, η εναγομένη στηρίζεται και σε γεγονότα τα οποία προκύπτουν από την έκθεση απαίτησης. Η επίκληση τέτοιων γεγονότων είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τη νομολογία. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 225, στη σελίδα 229, τα γεγονότα «τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. and others
(1989)1 A.Α.Δ. (Ε) 729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η έκθεση απαιτήσεως.» Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει αποζημιώσεις συνεπεία της κατ' ισχυρισμό δυσμενούς διάκρισης που έτυχε λόγω των όρων του σχεδίου υπηρεσίας κατά τη διαδικασία πλήρωσης της θέσης Αρχαιοφύλακα και της μη πρόσληψής της στη θέση του αυτή από το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό εξέταση αίτηση. Είναι πρόσφορο όπως το αμιγώς νομικό ζήτημα που εγείρεται στην παράγραφο 1(ε) της Υπεράσπισης εξεταστεί προδικαστικά καθότι σε περίπτωση κατά την οποία αποφασιστεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το καθ' ύλην αρμόδιο, η απόφαση ουσιαστικά θα περατώσει την αγωγή. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Αγρόκτημα Λανίτη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α. (ανωτέρω): «Η φύση του νομικού θέματος, μάλιστα, καθιστούσε την επίλυσή του, βάσει της Δ.27, επιβεβλημένη επειδή έθιγε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητάς του.» Σημειώνεται ότι, παρά τη θέση των Εναγόμενων ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, εντούτοις οι Εναγόμενοι καλούν το Δικαστήριο με την υπό εξέταση αίτηση, να εξετάσει προδικαστικά και τα υπόλοιπα νομικά σημεία που επικαλούνται. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της δικαιοδοσίας θα αποφασιστεί αφού ακουστούν πρώτα προς τούτο και οι δύο πλευρές. Αναφορικά με τις υπόλοιπα νομικά σημεία που επικαλούνται οι Εναγόμενοι ότι χρήζουν προδικαστικής εξέτασης, αναφέρονται τα ακόλουθα: Λόγω της καταλυτικής του σημασίας, το επόμενο ζήτημα που θα εξεταστεί αν είναι πρόσφορο να αποφασισθεί προδικαστικά άπτεται της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας. Στην παράγραφο 1(γ) της Υπεράσπισης, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει παραγραφεί καθότι «με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ουσιαστικά διαμαρτύρεται γιατί τη μη πρόσληψή της στην θέση αρχαιοφύλακα με τελευταία αναφορά σε διαδικασία που έληξε τον Μάρτιο το 2004». Στην απόφαση Αλέκκος Χατζηστυλλής ν. Maude C. Papadema κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 551, αναφέρθηκε ότι το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης. Ο χρόνος παραγραφής προσμετρά από την ημερομηνία που συμπληρώνεται η βάση της αγωγής, δηλαδή το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι ήταν υποψήφια σε διαδικασίες πλήρωσης θέσεων Αρχαιοφυλάκων, η τελευταία εκ των οποίων έγινε τον Μάρτιο του 2004 (παράγραφοι 3, 5 και 6). Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται στην Υπεράσπιση ότι η διαδικασία πλήρωσης θέσεων Αρχαιοφυλάκων έγινε τον Μάρτιο του 2004 (παράγραφος 6(β)). Πέραν της γενικόλογης αναφοράς σε διαδικασία που έγινε τον Μάρτιο του 2004, δεν εντοπίζονται οποιαδήποτε άλλα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ακριβή ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώθηκαν τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις της Ενάγουσας, ώστε να αποτελέσει σημείο έναρξης για την προσμέτρηση του χρόνου παραγραφής. Η ασάφεια αυτή καθιστά μη πρόσφορη την εξέταση της προδικαστικής Ένστασης που περιέχεται στην παράγραφο 1(γ) της Υπεράσπισης στο στάδιο αυτό. Στρεφόμενος στην παράγραφο 1(δ) της Υπεράσπισης, διαπιστώνεται ότι οι Εναγόμενοι επικαλούνται την ύπαρξη δεδικασμένου και κατάχρησης της διαδικασίας λόγω του ότι η Ενάγουσα «για το ίδιο θέμα και στη βάση αυτούσιων ισχυρισμών καταχώρησε κατά ή περί την 21.11.2006 την Αίτηση με αριθμό 576/06 ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με την οποίαν αξίωνε ταυτόσημες με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή θεραπείες και το εν λόγω Δικαστήριο εξέδωσε την Απόφασή του κατά ή περί την 26.2.2009». Στην υπόθεση Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου κ.α., Πολιτική Έφεση 151/10, ημερ. 7/3/14, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση, η οποία βασιζόταν στη Δ.27 θ.3 για να εκδικαστούν προδικαστικά ενστάσεις σχετικά με κατ' ισχυρισμό ύπαρξη δεδικασμένου, κατάχρηση διαδικασίας και κώλυμα λόγω έκδοσης απόφασης σε προγενέστερη αγωγή, με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε ξεκάθαρη βάση γεγονότων στα δικόγραφα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, ανέφερε ότι υπήρχε στέρεο υπόβαθρο γεγονότων στα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει τις εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις καθότι στην αίτηση καθορίζονταν με σαφήνεια τα νομικά σημεία και σε αυτή επισυναπτόταν η απόφαση που εκδόθηκε στην προγενέστερη αγωγή που επικαλούνταν οι αιτητές. Λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Στην αίτηση καθορίζονταν με σαφήνεια τα νομικά σημεία, επισυνάπτονταν τόσο η απόφαση στην αγωγή 4953/00 όσο και η κατ' έφεση. Βάση του αγώγιμου δικαιώματος και στις δύο αγωγές συνιστούσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου και ως εκ της ιδιότητας τους ως κληρονόμων και δικαιούχων διεκδικούσαν οι ενάγοντες στην αγωγή 4953/00 και στην επίδικη αγωγή. Το δεδικασμένο και η τελεσιδικία ως εκ της περάτωσης της αγωγής 4953/00 συνιστούν στερεό υπόβαθρο γεγονότων, στα οποία το Δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει τις εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις που αποδοχή τους θα επέφερε το τέλος της αγωγής.» (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπό εξέταση αίτηση επισυνάπτονται ως τεκμήρια η αίτηση με αρ. 576/06, Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ημερ. 21/11/06 (Τεκμήριο 1), η απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στην εν λόγω αίτηση, ημερ. 26/2/09 (Τεκμήριο 2) και η Πολιτική Έφεση με αρ. 118/09, η οποία καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα με την οποία εφεσίβαλε την εν λόγω απόφαση (Τεκμήριο 3). Σε κάθε περίπτωση, το υπόβαθρο για την εξέταση του ζητήματος αυτού προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας που συνοδεύει την Ειδοποίηση Πρόθεσης Έντασης, στην οποία παραδέχεται την ύπαρξη της αίτησης με αρ. 576/06, Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ημερ. 21/11/06 και από την Έκθεση Απαίτησης. Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, τα στοιχεία αυτά αποτελούν στέρεο υπόβαθρο για την εξέταση του νομικού ζητήματος του δεδικασμένου, το οποίο είναι καθοριστικό για την έκβαση της όλης υπόθεσης. Στο ίδιο υπόβαθρο εδράζεται και η προδικαστική Ένσταση που περιέχεται στην παράγραφο 1(α) της Υπεράσπισης, στην οποία οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι «δεν αποκαλύπτεται καλή βάση και/ή εύλογη αιτία αγωγής έναντί τους και η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι ενοχλητική και/ή επιπόλαια και/ή αχρείαστη και/ή καταχρηστική». Αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης καλής βάσης ή εύλογης αιτίας αγωγής, η δικανική κρίση στο στάδιο αυτό είναι το αποτέλεσμα νομικής ανάλυσης με βάση των ισχυρισμών που προβάλλει η ίδια η Ενάγουσα, όπως φαίνονται στο Κλητήριο Ένταλμα, χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσον οι ισχυρισμοί αυτοί θα μπορούσαν να αποτελέσουν, στην περίπτωση που θα αποδεικνύονταν, παραδεκτή νομική βάση των θεραπειών που επιδίωξε ή κάποιες από αυτές (Έρμος Χατζήκυριακος ν. Διομήδη Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119). Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη (Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 C.L.R 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305). Παρόλο που το λεκτικό της προδικαστικής Ένστασης παραπέμπει στη Δ.27 θ.3, η οποία παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει τη διαγραφή και κατ' επέκταση των απόρριψη αγωγής όπου διαφαίνεται από τα δικόγραφα πως είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious), εντούτοις η Δ.27 θ.3 δεν συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό εξέτασης αίτησης. Σε κάθε περίπτωση όμως, στη νομική βάση γίνεται επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας το Δικαστήριο έχει εξουσία να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία και να παρεμποδίζει, περιστέλλει ή απορρίπτει οτιδήποτε συνιστά κατάχρησή της. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από τον Έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Μ. Χριστοδούλου, στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Νάσας Παταπίου Χριστοφίδου v. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, Πολιτική Έφεση 226/2012, ημερ. 22.11.17: «Επιπρόσθετα, πάγια νομολογία αναγνωρίζει στο Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία επέμβασης όταν η άσκηση μιας αγωγής ή ενός ενδίκου μέσου εκτρέπει την πορεία απονομής της δικαιοσύνης και καταχράται τις παρεχόμενες από το νόμο θεραπείες και διαδικασίες. Το ίδιο συμβαίνει και όταν παρατηρείται πολλαπλότητα διαδικασιών που επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα. . Υφίσταται επομένως και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να εμποδίσει την άσκηση ενός νόμιμου από τυπικής απόψεως δικαιώματος, όταν διαπιστώνεται ότι αυτό οδηγεί σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή η προώθηση του αποβλέπει ουσιαστικά στην εξασφάλιση ενός παράλληλου πλεονεκτήματος με την μορφή -όπως στη παρούσα υπόθεση- ενός πρόσθετου ένδικου μέσου (βλ. Wayplay Technologies Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2014 κ.ά., ημερ. 11.5.2015).» Κρίνεται πρόσφορο όπως και αυτό το νομικό ζήτημα αποφασιστεί πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας γιατί, εάν αποφασιστεί ότι δεν αποκαλύπτεται καλή ή εύλογη βάση αγωγής ή η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική, στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών, η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία θα αποπερατωθεί χωρίς την ανάγκη ακρόασης της ουσίας της αγωγής. Στρεφόμενος τέλος στην προδικαστική Ένσταση που περιέχεται στην παράγραφο 1(β) της Υπεράσπισης, ότι δηλαδή η παρούσα αγωγή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, διαπιστώνεται ότι ο λόγος αυτός, με τη γενικότητα που είναι διατυπωμένος, είναι επάλληλος με τους υπόλοιπους λόγους Ένστασης. Σε κάθε περίπτωση, η αναφορά της Ένστασης σε αβάσιμη αγωγή ως προς την ουσία της, προϋποθέτει την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων. Συνεπώς, το αντικείμενο της Ένστασης αυτής δεν αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα και δεν προσφέρεται η εξέτασή της προδικαστικά. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Επιτυγχάνει, δηλαδή, σ' ότι αφορά τις προδικαστικές Ενστάσεις που εγείρονται στην παράγραφο 1, υποπαραγράφους (α), (δ) και (ε) της Υπεράσπισης, οι οποίες αφορούν και αναφέρονται σε αμιγώς νομικά ζητήματα επί στέρεου και μη αμφισβητούμενου υπόβαθρου και είναι κρίσιμα για την περαιτέρω πορεία της παρούσας υπόθεσης. Συνεπώς, εκδίδεται Διάταγμα για την προδικαστική εκδίκαση των νομικών σημείων που εγείρονται στην παράγραφο 1, υποπαραγράφους (α), (δ) και (ε) της Υπεράσπισης. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων, δεν βρίσκω κανένα λόγο για παρέκκλιση από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει ειδικός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Συνεπώς, επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για εκδίκαση προδικαστικού σημείου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.