← Κύπρος

Σίμος Παναγή κ.α. ν. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμο

Σίμος Παναγή κ.α. ν. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 κ.α., Αρ.Αγωγής 1684/2013, 18/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 1684/2013 Μεταξύ:

  1. Σίμος Παναγή
  2. Ελίζαμπεθ Παναγή
  3. Αναστάσης Παναγή
  4. Παντελάκης Παναγή
  5. Χριστίνα Παναγή Ενάγοντες Και
  6. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013
  7. Αντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013
  8. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
  9. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Eναγόμενοι Αίτηση ημερ. 27.10.2016 Ημερ.: 18.1.2017 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ.Μ.Χριστοδούλου για Γιάννης Πολυχρόνης Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση: Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 2 και 4 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ.Η.Χρίστου Για τον Εναγόμενο 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Θ.Μαυρομουστάκη για Γενικό Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ενταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο στις 17.5.
  10. Η Εκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 27.3.2014 μετά από αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης. Η αξίωση των Εναγόντων αφορά στην απομείωση καταθέσεων («κούρεμα») που είχαν στην Εναγόμενη 4 Τράπεζα. Στις παρ. 7 μέχρι 11 της Εκθεσης Απαίτησης προβάλλονται οι θέσεις των Εναγόντων σε σχέση με τους λογαριασμούς που είχαν στην Εναγόμενη
  11. Αναφέρεται ότι όλοι οι Ενάγοντες είχαν κοινό λογαριασμό στην Εναγόμενη 4 με πιστωτικό υπόλοιπο €150.
  12. Κατόπιν «προσέγγισης» της Τράπεζας περί τον Ιούνιο του 2012 το πιο πάνω ποσό μεταφέρθηκε σε νέο λογαριασμό στο όνομα των Εναγόντων 1 και
  13. Κατά τους Ενάγοντες, δημιουργήθηκε εμπίστευμα και οι Ενάγοντες 1 και 2 κατείχαν το ποσό ή το λογαριασμό ως εμπιστευματοδόχοι για τους Ενάγοντες 3, 4 και 5 ή και όλους τους Ενάγοντες. Πριν το «κούρεμα» ο λογαριασμός αυτός είχε €154.
  14. Οι Ενάγοντες είχαν και άλλους τρεις λογαριασμούς στην Εναγόμενη
  15. Πριν το «κούρεμα» οι λογαριασμοί αυτοί είχαν €349.728,
  16. Μαζί και με τον πρώτο λογαριασμό, οι καταθέσεις τους, όπως αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης, ήταν €504.593,80 (το ορθό άθροισμα είναι €504.321,53). Η υπόθεση τους είναι ότι εφόσον ήταν πέντε πρόσωπα που, στη βάση της νομοθεσίας, δικαιούνταν ο καθένας στο ποσό των €100.000 ως εξασφαλισμένες καταθέσεις, μετά την απομείωση οι λογαριασμοί τους θα έπρεπε να συγκέντρωναν €500.
  17. Παρά το ότι με το Παρακλητικό της Εκθεσης Απαίτησης είναι αυτό το ποσό που αξιώνεται, προκύπτει πως το συνολικό ποσό απομείωσης ήταν €98.757,32 (βλ. παρ. 16 της Εκθεσης Απαίτησης). Η Εναγόμενη 1, Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, καταχώρησε Εκθεση Υπεράσπισης την 29.4.
  18. Η Εναγόμενη 4 Τράπεζα και η Εναγόμενη 2, Ειδική Διαχειρίστρια της, καταχώρησαν Εκθεση Υπεράσπισης την 3.12.
  19. Ο Εναγόμενος 3, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, καταχώρησε Εκθεση Υπεράσπισης την 2.3.
  20. Ο τρόπος που ενήργησε η Εναγόμενη 4 Τράπεζα κατά το «κούρεμα» παρουσιάζεται στην παρ.10 της Εκθεσης Υπεράσπισης της. Φαίνεται ότι υπήρχε ακόμα ένας κοινός λογαριασμός προειδοποίησης με πολύ μικρό υπόλοιπο, ενώ η Ενάγουσα 2 είχε επιπλέον από μόνη της και ένα λογαριασμό ταμιευτηρίου πάλι με πολύ μικρό υπόλοιπο. Κρίνοντας η Εναγόμενη 4 Τράπεζα ότι στον πρώτο λογαριασμό οι Ενάγοντες 3 - 5 δεν ήταν δικαιούχοι, κατέληξε πως αυτοί δεν είχαν καταθέσεις που να φτάνουν τις €100.000 ώστε να δικαιούνται σε αυτό το εξασφαλισμένο ποσό. Αυτοί είχαν καταθέσεις ύψους €70.000 περίπου έκαστος. Με τις παρ. 20 και 21 της Εκθεσης Απαίτησης οι Ενάγοντες προβάλλουν ότι οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν υπόψη τους την πραγματική φύση του πρώτου λογαριασμού και αυτό είχε το δυσμενές αποτέλεσμα για τους Ενάγοντες να απομειωθεί ποσό €98.757,32 από τους λογαριασμούς τους. Περαιτέρω ή και διαζευκτικά με την πιο πάνω θέση, διατείνονται στις παρ.22 μέχρι 27 της Εκθεσης Απαίτησης τους ότι η νομοθεσία και οι κανονισμοί δυνάμει των οποίων πραγματοποιήθηκε το «κούρεμα» παραβιάζουν πρόνοιες του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Ως εκ τούτου, το «κούρεμα» οποιουδήποτε ποσού από τις καταθέσεις τους ήταν παράνομο. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου ώστε να εκδικαστούν πρώτα και πριν την ακρόαση της αγωγής τα νομικά σημεία που εγείρονται στις παρ. 20 μέχρι και 27 της Εκθεσης Απαίτησης τους. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 27.10.2016 της Αιμιλίας Χριστοδούλου, δικηγόρου. Αναφέρει ότι εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί «τον εναγόμενο» και ότι είναι εξουσιοδοτημένη από αυτόν. Πρόδηλα, πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους αλλά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αφού η Ενορκη της Δήλωση περιορίζεται σε επιχειρηματολογία. Η Εναγόμενη 1 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με εννέα λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 24.11.2016 της Μαρίας Φράγκου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της. Οι Εναγόμενοι 2 και 4 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με έξι λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 24.11.2016 της Γεωργίας Τσαλακού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων τους. Ο Εναγόμενος 3 καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης με 16 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 25.11.2016 της Θεανώς Κουμή, δικηγόρου στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Η Αίτηση εδράζεται στη Δ.27, θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που προνοούν ότι (σε ελεύθερη μετάφραση): «Κάθε διάδικο μέρος μπορεί να εγείρει στη δικογραφία του οιοδήποτε νομικό σημείο, και κάθε σημείο που εγείρεται θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο ήθελε φανεί βολικό. Εάν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση επί τέτοιου νομικού σημείου ουσιαστικά κρίνει ολόκληρη την αγωγή ή οιαδήποτε ξεχωριστή αιτία αγωγής, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης ή απάντησης σε αυτή, το Δικαστήριο μπορεί κατ΄ ακολουθία να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε άλλη διαταγή που είναι δίκαια.» Στην Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & άλλων

(1991)1 Α.Α.Δ. 225, 229, αναφέρεται ότι: «Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το ζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας». Στη Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 949, 956 συνοψίζονται οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις. Αναφέρεται ότι: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα». Είναι θεμελιακή αρχή του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης ότι νομικά ζητήματα αποφασίζονται εκεί μόνο όπου είναι αναγκαίο για την επίλυση του ενώπιον του Δικαστηρίου επίδικου ζητήματος. Στην Alfa Concrete Ltd κ.α. ν. Θωμά
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 594, 598, αναφέρεται ότι το άρθρο 144 του Συντάγματος, που στοιχειοθετεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε συνταγματικά θέματα, καθιστά παραδεκτή την εξέταση της συνταγματικότητας νόμου μόνο εφόσον η επίλυση του θέματος είναι αναγκαία για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως προειπώθηκε, στις παρ. 7 μέχρι 11 της Εκθεσης Απαίτησης προβάλλονται οι θέσεις των Εναγόντων σε σχέση με τους λογαριασμούς που είχαν στην Εναγόμενη 4 Τράπεζα. Αυτό μαζί με άλλα στοιχεία της υπόθεσης συνιστά το πραγματικό υπόβαθρο της απαίτησης. Στην παρ. 8 της Εκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 αναφέρεται ότι αυτή αγνοεί και συνεπώς δεν αποδέχεται τις παρ. 7 μέχρι 11 της Εκθεσης Απαίτησης. Στην παρ. 10 της Εκθεσης Υπεράσπισης των Εναγόμενων 2 και 4 γίνεται άρνηση των παρ. 7 μέχρι 11 της Εκθεσης Απαίτησης και προβάλλεται η θέση των Εναγόμενων 2 και 4 σε υποπαραγράφους που καλύπτουν τέσσερεις σελίδες. Στην παρ. 5 της Εκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου 3 αναφέρεται ότι αυτός αγνοεί και αρνείται τις παρ. 7 μέχρι 11 της Εκθεσης Απαίτησης. Επομένως, το πραγματικό υπόβαθρο στην παρούσα αγωγή δεν συνιστά κοινό έδαφος. Ιδιαίτερα, υφίσταται πολύ σημαντική αμφισβήτηση αναφορικά με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ανοίχθηκε ο λογαριασμός στον οποίο κατατέθηκε το ποσό των €150.000. Οι θέσεις των Εναγομένων 2 και 4 δικογραφούνται στην παρ. 10(γ)(i) μέχρι (viii) της Εκθεσης Υπεράσπισης τους. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ανοίχθηκε ο λογαριασμός μπορεί να άπτονται του ζητήματος κατά πόσο δημιουργήθηκε κατασπίστευμα και οι Ενάγοντες 1 και 2 κατείχαν το ποσό ή το λογαριασμό ως εμπιστευματοδόχοι για τους Ενάγοντες 3, 4 και 5 ή και όλους τους Ενάγοντες, όπως είναι η εκδοχή των Εναγόντων. Προκύπτει πως η επίλυση οποιουδήποτε νομικού θέματος δεν θα επιφέρει τη διεκπεραίωση της παρούσας αγωγής εφόσον θα πρέπει να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία προς διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Είναι πρόδηλο ότι αυτό που οι Ενάγοντες επιζητούν με την Αίτηση τους είναι να λάβουν τη θέση του Δικαστηρίου για τα νομικά ζητήματα τα οποία μπορεί να απαιτηθεί να κριθούν στα πλαίσια της επίλυσης της διαφοράς τους με τους Εναγόμενους. Αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Ακόμα και αν είναι προφανές ότι συγκεκριμένο νομικό ζήτημα θα απαιτηθεί να επιλυθεί, κανένας διάδικος δεν δικαιούται στην εκ των προτέρων κρίση του Δικαστηρίου στο ζήτημα. Το Δικαστήριο θα αποφανθεί όταν και εφόσον αυτό καταστεί αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Στο μεταξύ οι Ενάγοντες θα πρέπει να αρκεστούν στη νομική συμβουλή των δικηγόρων τους. Η Αίτηση, συνεπώς, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. Οι Εναγόμενοι 1, 3 και 2 και 4, που είχαν ξεχωριστή εκπροσώπηση, θα δικαιούνται σε ξεχωριστό σετ εξόδων. (Υπ.).......... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.