ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΉ ΤΟΥ ΣΥΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ AMPHITHEA GARDENS κ.α. ν. PEDRAG GRKOVIC, Αρ. Αγωγής: 2801/14, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2801/14 Μεταξύ: 1. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΉ ΤΟΥ ΣΥΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ AMPHITHEA GARDENS 2. D J KEY SERVICES PROPERTY LIMITED Εναγόντων -και- PEDRAG GRKOVIC Εναγομένου Ημερομηνία: 31/1/2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητή-Εναγόμενο: εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Για Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες: κ. Ποσνακίδης για Κύπρος Ανδρέου Δ.Ε.Π.Ε.. Ο κ. Ανδρέας Χατζηφιλίππου ορκίζεται να μεταφράζει πιστά και αληθινά από τα ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα όσο καλύτερα μπορεί. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για απόρριψη βάσει της Δ.27, θ.3, ημερ.28.4.2015) Α. Η Έκθεση Απαίτησης Δια της Έκθεσης Απαίτησής, το μόνο δικόγραφο που υπάρχει μέχρι στιγμής καταχωρισμένο στην παρούσα αγωγή, οι Ενάγουσες αξιώνουν ποσό €1.288,26σεντ ως οφειλόμενο δυνάμει προσφερθεισών υπηρεσιών κοινοχρήστων χώρων και/ή δυνάμει λογαριασμού και/ή για παράβαση συμφωνίας, πλέον νόμιμο τόκο επ' αυτού από 1.9.2013 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €266,80σεντ ως επιπλέον ποσό προσφερθεισών υπηρεσιών κοινοχρήστων χώρων για τη συντήρηση της πισίνας και/ή δυνάμει λογαριασμού και/ή για παράβαση συμφωνίας, πλέον νόμιμο τόκο επ' αυτού, πλέον έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης. Ως προς την Ενάγουσα 1, αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι είναι η Διαχειριστική Επιτροπή στο συγκρότημα διαμερισμάτων Amphithea Gardens (στο εξής «η επίδικη πολυκατοικία»). Η Ενάγουσα 2 αναφέρεται ότι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης κοινοχρήστων χώρων και είσπραξης κοινοχρήστων οφειλών στην επίδικη πολυκατοικία. Β. Η αίτηση και η ένσταση Πριν την καταχώριση υπεράσπισης, ο Εναγόμενος-Αιτητής (στο εξής «ο Εναγόμενος»), ο οποίος ας σημειωθεί ότι εκπροσωπεί τον εαυτό του, καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση δια της οποίας αιτείται εξής: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει όπως διαγραφεί από τον τίτλο της αγωγής το όνομα της Ενάγουσας 1 και/ή της Ενάγουσας 2 και/ή όπως τερματιστεί η διαδικασία κατά του Εναγόμενου και/ή όπως παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί και/ή απορριφθεί και/ή διαγραφεί η αγωγή και/ή το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ως καταχωρηθέν υπό ανυπάρκτου και/ή μη νόμιμα συγκροτημένου σώματος ή νομικού προσώπου και/ή υπό μη εξουσιοδοτημένου προσώπου και/ή υπό προσώπου και/ή προσώπων τα οποία στερούντο του δικαιώματος να δώσουν εξουσιοδότηση προς δικηγόρο για έγερση αγωγής κατά του Εναγόμενου και/ή για τον λόγο ότι η αγωγή κατά του Εναγόμενου είναι επιπόλαια και/ή καταχρηστική και/ή ενοχλητική και/ή αντικανονική και/ή παράνομη και/ή κακόπιστη και/ή καταπιεστική για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε εύλογη αιτία και/ή βάση αγωγής και/ή οποιοδήποτε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα (reasonable cause of action) και/ή στερείται οποιουδήποτε νομικού και/ή πραγματικού ερείσματος.» Η αίτηση βασίστηκε επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.3, Δ.9 Θ.1-10, Δ.19 Θ.4, 26, 27, Δ.20, Δ.23 Θ. 3, Δ.27 Θ. 1, 2, 3, Δ.39, Δ.48 Θ. 1-4, 8, 9, Δ.58 και Δ.64, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή, και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ. 224) ως έχει τροποποιηθεί άρθρα 2, 4, Μέρος ΙΙΑ-Άρθρα 38 Α μέχρι και 38 ΛΓ ως και στους πρότυπους Κανονισμούς που εκτίθενται στον Πίνακα του Παραρτήματος του Κεφ.224, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στη Νομολογία, Πρακτική και στις Συμφυείς και Σύμφυτες Εξουσίες του Δικαστηρίου. Δια της ένορκης δήλωσής του που συνοδεύει την αίτηση, ο Εναγόμενος αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτης και/ή δικαιούμενος προς εγγραφή του διαμερίσματος Ε106 στην επίδικη πολυκατοικία. Η Ενάγουσα 1 δεν είναι υπαρκτό φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δεν είναι νόμιμα συγκροτημένο σώμα και, έτσι, δεν πληρείται η βασική προϋπόθεση της ύπαρξης διαδίκου στην αγωγή. Διαζευκτικά προβάλλει δε, ότι άτομα που απαρτίζουν την Ενάγουσα 1 ενεργούν χωρίς την απαιτούμενη εξουσιοδότηση. Επίσης, ότι τα άτομα που απαρτίζουν την Ενάγουσα 1 και υπέγραψαν την εξουσιοδότηση προς τους δικηγόρους των Εναγουσών για να κινηθεί η παρούσα αγωγή δεν είχαν δικαίωμα και/ή εξουσία να πράξουν αυτό. Σε σχέση με την Εναγόμενη 2, αναφέρει ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με αυτήν και, επομένως, η αγωγή εκ μέρους της είναι επιπόλαια και ενοχλητική και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Μοναδικός σκοπός της Ενάγουσας 2 είναι η δημιουργία εντυπώσεων προς τους λοιπούς ιδιοκτήτες της επίδικης πολυκατοικίας. Προχωρά να αναφέρει και αναφέρει σε λεπτομέρεια γιατί θεωρεί ότι η Ενάγουσα 1 δεν έχει συγκροτηθεί δεόντως μέσα από μια νομικά έγκυρη και νομότυπη Γενική Συνέλευση εφόσον κατά την ημερομηνία εκλογής της δε διαπιστώθηκε απαρτία ως προνοείται από τη γενική συμφωνία μεταξύ των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων στην επίδικη πολυκατοικία ή βάση του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ.224. Αναφέρει, περαιτέρω, ότι η γενική συμφωνία μεταξύ των ιδιοκτητών ως αντίθετη προς το Νόμο και συγκεκριμένα το Μέρος ΙΙΑ του Κεφ.224, έπαψε να ισχύει. Αναφέρει, περαιτέρω, ότι ουδέποτε έχει συγκληθεί Γενική Συνέλευση μετά την εγγραφή της επίδικης πολυκατοικίας ως κοινόκτητης σύμφωνα με τους πρότυπους Κανονισμούς που εκτίθενται στο παράρτημα του Κεφ.224. Αναφέρει επίσης, ότι ο ίδιος μαζί με άλλους ιδιοκτήτες διαμερισμάτων στην επίδικη πολυκατοικία κίνησε, εναντίον ατόμων που κατά διαστήματα ήταν μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής της πολυκατοικίας και εναντίον της Ενάγουσας 2 στην παρούσα αγωγή, την αγωγή υπ' αριθμό 2288/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Καταλήγει ο Αιτητής, σε σχέση με την Ενάγουσα 1, ότι αυτή δεν έχει νομική υπόσταση αφού ουδέποτε έχει νόμιμα και δεόντως συγκροτηθεί. Αυτό έγινε παραδεκτό και από τον νομικό σύμβουλο που ήταν παρών στις Γενικές Συνελεύσεις, ανέφερε. Διαζευκτικά αναφέρει ότι τα άτομα που υποτίθεται απαρτίζουν την Ενάγουσα 1 δεν έχουν διοριστεί ορθά και βάσει των προνοιών του Νόμου και, έτσι, δεν νομιμοποιούνται να εξουσιοδοτήσουν δικηγόρο και να υπογράψουν έγκυρο διοριστήριο δικηγόρου προς έγερση της παρούσας αγωγής εναντίον του. Αναφέρει αυτολεξεί: «έτσι μπορεί να λεχθεί ότι η όλη διαδικασία είναι ανυπόστατη νομικά σαν αποτέλεσμα του τίτλου και του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης και κατόπιν συμβουλής που λαμβάνω δεν μπορεί να θεραπευτεί». Ως προς την Ενάγουσα 2, αναφέρει ότι ουδέποτε έχει συμβληθεί μαζί της και ουδέποτε έχει συμφωνήσει όπως αυτή ενεργεί προς όφελός του ή προς όφελος του ακινήτου του με αντάλλαγμα την απευθείας πληρωμή αμοιβής για τις υπηρεσίες κοινοχρήστων που παρέχει. Η Ενάγουσα 2, συνεχίζει, φαίνεται ότι συμβλήθηκε στο παρελθόν με άτομα τα οποία θεωρούσαν ότι αποτελούσαν τη Διαχειριστική Επιτροπή της επίδικης πολυκατοικίας. Ως εκ τούτου, ουδέν αγώγιμο δικαίωμα ή εύλογη αιτία αγωγής αποκαλύπτεται εναντίον του Εναγόμενου υπό της Ενάγουσας 2. Η αγωγή υπό της Ενάγουσας 2 καταχωρίστηκε εναντίον του Εναγόμενου καταχρηστικά και εκδικητικά λόγω της αγωγής που ο ίδιος καταχώρισε εναντίον της. Δυνάμει της ένστασης που καταχώρισαν οι Ενάγουσες 1 και 2 προώθησαν ως λόγους ένστασης ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατη και ατεκμηρίωτη. Ότι, περαιτέρω, ο Εναγόμενος δε δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία εφόσον δεν προέβη σε καταχώριση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του είναι ανεπαρκή για να υποστηρίξουν πραγματικά την αίτησή του και ότι ο ομνύων μεταφραστής δεν είναι άτομο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του Αιτητή. Η αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης. Προς υποστήριξη της αίτησης καταχωρίστηκε η ένορκη δήλωση της Pamela Gill, γραμματέα και μέλος της Ενάγουσας 1. Επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και προσθέτει ότι, ως λαμβάνει νομική συμβουλή, βάσει της Διαταγής 27 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο Αιτητής θα έπρεπε να εγείρει τα ζητήματα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας αίτησης μέσω των δικογράφων του, αλλά ουδέν τέτοιο καταχώρισε μέχρι στιγμής. Έτσι ώστε να αποδειχθούν τα όσα αναφέρει ο Αιτητής απαιτείται μαρτυρία και δε μπορεί σε αυτό το προοίμιο στάδιο της διαδικασίας να πετύχει η αίτησή του. Με την καταχώριση δε, σημειώματος εμφάνισης, όχι υπό διαμαρτυρία, ο Εναγόμενος δείχνει την αποδοχή του για την εγερθείσα αγωγή και ότι αναγνωρίζει και αποδέχεται τις Ενάγουσες. Η Ενάγουσα 1, συνεχίζει, είναι δεόντως συγκροτημένο σώμα με βάση το Νόμο και τα άτομα που την απαρτίζουν έχουν διοριστεί ορθά και νομότυπα και, ως εκ τούτου, είναι σε θέση να δώσουν την απαιτούμενη εξουσιοδότηση σε δικηγόρο να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα αγωγή. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή απλά αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό να παρακωλύσουν και καθυστερήσουν τη διαδικασία. Η Ενάγουσα 1 συμβλήθηκε με την Ενάγουσα 2 ώστε η τελευταία να διαχειρίζεται, έναντι αμοιβής, τους κοινόχρηστους χώρους της επίδικης πολυκατοικίας και την είσπραξη των κοινοχρήστων οφειλών από τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων αυτής. Ως προνοεί η σχετική νομοθεσία, οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων της επίδικης πολυκατοικίας δεσμεύονται από τις εκάστοτε νομίμως ληφθείσες αποφάσεις της Διαχειριστικής της Επιτροπής. Τη συμφωνία που ρυθμίζει τις σχέσεις, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα μεταξύ των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων στην επίδικη πολυκατοικία υπέγραψε και ο Εναγόμενος και έτσι δεσμεύεται από αυτήν. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ενδεχομένως να μην είχε δικαίωμα ψήφου στη συνέλευση, εφόσον είχε πολλά οφειλόμενα ποσά ως κοινόχρηστα, τα οποία εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα. Η σύγκλιση των Γενικών Συνελεύσεων της Ενάγουσας 1 ήταν νόμιμη και νομότυπη και η νομική της υπόσταση της δίδεται από τον ίδιο το Νόμο. Η δε υποχρέωση του Αιτητή στην πληρωμή των κοινοχρήστων πηγάζει από το Νόμο. Ισχυρίζεται δε, ότι υπήρχε απαρτία κατά την εκλογή των μελών που απαρτίζουν σήμερα την Ενάγουσα 1 στη Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών, ημερομηνίας 6.10.2014. Παραθέτει δε, με αναφορά στο Κεφ.224, γιατί θεωρεί ότι αυτή η απαρτία υπήρξε. Περαιτέρω, σε σχέση με τη Γενική Συνέλευση ημερομηνίας 12.10.2013, αναφέρει ότι σε αυτή δεν εξελέγη νέα Διαχειριστική Επιτροπή, αλλά συνέχισε να απαρτίζεται από τα ίδια πρόσωπα που την απάρτιζαν και προηγουμένως. Προχωρεί και αναφέρει με αναφορά στο Κεφ.224 γιατί κάτι τέτοιο είναι νόμιμο. Δια της αγωγής που ο Εναγόμενος μαζί με άλλους ιδιοκτήτες καταχώρισαν εναντίον, μεταξύ άλλων, της ομνύουσας και της Ενάγουσας 2, καταχωρίστηκε και αίτηση για ακύρωση της Γενικής Συνέλευσης των ιδιοκτητών, η οποία όμως απερρίφθη από το Δικαστήριο. Η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι σκοπός του Αιτητή είναι να αποφύγει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ότι η αίτηση είναι καταχρηστική με απώτερο σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία. Το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας 2 πηγάζει από την εξουσιοδότηση που δόθηκε προς αυτήν από την Ενάγουσα 1 δυνάμει ειδικού συμφωνητικού πληρεξουσίου εγγράφου έτσι ώστε να χειρίζεται τα θέματα κοινοχρήστων χώρων και τις εισπράξεις των κοινοχρήστων οφειλών. Ακόμα και αν η Ενάγουσα 2 λειτουργεί ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας 1, μπορεί να ευρίσκεται στην αγωγή ως δεύτερη Ενάγουσα δυνάμει των προνοιών της Δ.9 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Εναγόμενος καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση λέγοντας ότι η αίτηση στην αγωγή 2282/14 που ο ίδιος μαζί με άλλους ιδιοκτήτες καταχώρισαν εναντίον, μεταξύ άλλων, της Pamela Gill και της Ενάγουσας 2 απερρίφθη κατόπιν που ο δικηγόρος των Αιτητών ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο να την αποσύρει άνευ βλάβης και χωρίς έξοδα, λόγω του ότι αυτή είχε καταστεί άνευ αντικειμένου, εφόσον η Γενική Συνέλευση της οποίας η διενέργεια αιτείτο να απαγορευθεί, είχε ήδη λάβει χώρα. Δια της γραπτής του αγόρευσης, ο Εναγόμενος εξειδικεύει ότι η αίτηση του βασίζεται στη Δ.27, θ.3 και μόνο. Υπογραμμίζει δε, ως βασικό του ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα 1 δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο που μπορεί να τον ενάξει διότι δεν υπήρχε και δεν θα μπορούσε να υπάρξει απαρτία στις Γενικές Συνελεύσεις της Ενάγουσας 1 ως οι πρόνοιες της γενικής συμφωνίας (παράγραφος 8 (
- e)(
- iv)του Τεκμηρίου 2 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή και των πρότυπων κανονισμών (Καν.20) του Κεφ.224). Γίνεται ειδική αναφορά στο άρθρο 38 (θ) του Κεφ.224 για να υπογραμμιστεί ότι η απαρτία συνδέεται με την αξία της μονάδας στην κοινόκτητη ιδιοκτησία σε σχέση με τη συνολική αξία όλων των μονάδων της κοινόκτητης οικοδομής και όχι σε σχέση με τα τετραγωνικά μέτρα που η κάθε μονάδα έχει σε σχέση με τα τετραγωνικά μέτρα ολόκληρης της κοινόκτητης οικοδομής. Υποστηρίζεται δε, ότι εφόσον μέχρι τότε δεν είχαν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας για τα διαμερίσματα στην κοινόκτητη ιδιοκτησία δε θα μπορούσε να υπήρχε καν καθορισμός τέτοιας αξίας. Κατ' επέκταση, η Ενάγουσα 1 ουδέποτε συγκροτήθηκε δεόντως και οι αποφάσεις της πάσχουν εξ υπαρχής και είναι ανεφάρμοστες. Η Ενάγουσα 1 παράνομα και αυθαίρετα αποφάσισε όπως εφαρμόζεται το σύστημα της μετρικής έναντι της πραγματικής αξίας ως ορίζει το Κεφ.224, συνεχίζει ο ισχυρισμός. Εάν αυτός ο ισχυρισμός ευσταθούσε, θα σήμαινε ότι καμία κοινόκτητη οικοδομή πριν την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας δε θα μπορούσε να είχε νόμιμα συγκροτημένη Διαχειριστική Επιτροπή. Γ. Νομική Πτυχή Είναι διακριτές οι περιπτώσεις που τυγχάνει εφαρμογής η Δ.27, Θ.3[1] με αυτές στις οποίες τυγχάνει εφαρμογής η Δ.19, Θ.26[2]. Η πρώτη εφαρμόζεται όταν η αίτηση απόρριψης ή διαγραφής αφορά σε ολόκληρη την αγωγή, όπως εν προκειμένω και η δεύτερη όταν το αίτημα απόρριψης ή διαγραφής αφορά σε μέρος ή μέρη της αγωγής (βλ. Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 A.A.Δ. 1338 ). Πάντως, δια της γραπτής του αγόρευσης ο Αιτητής εξειδίκευσε ότι βασίζει την αίτησή του αποκλειστικά επί της Δ.27, Θ.3 και, επομένως, επί αυτής της βάσης θα εξεταστεί η αίτησή του από το Δικαστήριο. Αίτηση από Εναγόμενο για απόρριψη της αγωγής βάσει της Δ.27, Θ.3 πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως και μπορεί να καταχωριστεί και πριν την καταχώριση Υπεράσπισης (βλ. Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772, στη σελ. 780). Όπως ακριβώς έπραξε ο Αιτητής εν προκειμένω. Στην In re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, αναφέρθηκε ότι κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. Η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Τέτοια άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Στην Mavromoustakis v. Yeroudes (Executor)
(1965)1 C.L.R. 176, 183-184, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην Papamichael v. Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305: «Speaking of this jurisdiction to dismiss actions in limine, Lord Herschell in Lawrance v. Norreys (Lord)
(1890)15 App. Cas. 210, said (at page 219): "It is a jurisdiction which ought to be very spaningly exercised, and only in very exceptional cases". In Dyson v. Attorney-General
(1911)1 K.B. 410 at page 418, Fletcher Moulton, L.J. said: «.To my mind it is evident that our judicial system would never permit a plaintiff to be 'driven from the judgment seat' in this way without any court having considered his right to be heard, excepting in cases where the cause of action was obviously and almost incontestably bad". That is, undoubtedly, the test to be applied and the language used there is strong language. If there is a point capable or worthy of being argued it was clearly impossible to strike out an action in limine (per Tucker, L.J. in Law v. Dearley
(1950)1 All E.R. 124, at page 127). According to the notes to the English R.S.C. Order 25, rule 4, in the Annual Practice, it has been held in many cases that it is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule, and that this procedure can only be adopted when it can be clearly seen that a claim is, on the face of it, obviously unsustainable, or that the case is clear beyond doubt. So Long as the statement of claim discloses some cause of action, or raises some question fit to be decided by a court, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out». Στην Π.Ε. με Αρ. 151/2010 LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD ν. 1. NADA TERZIAN ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, κ.ά., ημερ.7 Μαρτίου, 2014, αναφέρθηκαν από το Εφετείο τα εξής, εν προκειμένω σχετικά: «Η Δ.27 θ.3 παρέχει κατ΄ ουσία στο Δικαστήριο το μηχανισμό και την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει την αγωγή όταν δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή ως επιπόλαια ή παρενοχλητική, εξουσία που αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο και ασκείται με φειδώ (Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 A.A.Δ. 1338). [........] Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αλλά συνιστά νομικό ζήτημα και επομένως το Εφετείο είναι σε θέση όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόσταση του δικογράφου. (Overseas Shipping& Forwarding Co v. Kappa Shipping Co Ltd & others
(1977)1 C.L.R. 248, Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246).» Επιπρόσθετα, στην Λοϊζος Λουκά και Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, τονίστηκε ότι απόρριψη αγωγής θα πρέπει να διατάσσεται μόνο σε περιπτώσεις που το δικόγραφο του Ενάγοντος δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και όπου η αγωγή δε μπορεί να διασωθεί μετά από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Στην Κώστας Δημητρίου, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου τέως εκ Μαλούντας ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A380, Πολ. Έφ.350/10, ημερ.6.6.2014, επιβεβαιώθηκε ότι η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο να απορρίψει μια αγωγή βάσει της Δ.27, Θ.3, χωρίς να προβεί στην εκδίκασή της, όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική, πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ. Στην προαναφερθείσα απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την απόρριψη της αγωγής στο προδικαστικό στάδιο επειδή έκρινε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε ορθά υπό τις εκεί περιστάσεις. Έκρινε, δηλαδή, το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η αγωγή θα έπρεπε να είχε κινηθεί από άλλο πρόσωπο και όχι από τον Ενάγων και ούτε συνενώθηκαν ως Εναγόμενοι όλοι οι απαραίτητοι διάδικοι στην αγωγή. Είναι υπό τέτοιες εξαιρετικές συνθήκες που το Δικαστήριο ασκεί την ευχέρεια που του παρέχει η Διαταγή 27 Θεσμός 3. Σχετικό είναι το απόσπασμα από το Annual Practice 1959, 3η έκδοση, Τόμος 30, σελ. 574: «[.] The Court has moreover inherent jurisdiction to stay or dismiss action and to strike out pleading which are vexatious or frivolous or in any way in abuse of the process of the Court [.] There has been a considerable extension in the inherent jurisdiction of the Court to protect itself from abuse [.] [.] when a court is acting under its inherent jurisdiction evidence by affidavit may be received to show that a pleading is an abuse of the process of the Court.» Ως προς την ερμηνεία των λέξεων «επιπόλαια» (frivolous) και «ενοχλητική» (vexatious) είναι σημαντικό το απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen and Leake: Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 145: «[..] a proceeding may be said to be frivolous when a party is trifling with the court or when to put it forward would be wasting the time of the court or when it is not capable of reasoned argument. Again, a proceeding may be said to be vexatious when it is or is shown to be without foundation or where it cannot possible succeed or where the action is brought or the defence is raised only for annoyance or to gain some fanciful advantage or when it can really lead to no possible good. » Γ. Επαγωγή των νομικών αρχών στα γεγονότα της υπόθεσης Εν προκειμένω, τα όσα αναφέρει ο Εναγόμενος με την αίτησή του δε μπορούν να κριθούν σε αυτό το στάδιο. Τα θέματα που εγείρει είναι τέτοια που δε μπορούν να αποφασιστούν χωρίς παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων. Υπό ποιες συνθήκες συγκροτήθηκε η Ενάγουσα 1; Υπήρχε ή όχι απαρτία στη Γενική Συνέλευση ημερομηνίας 25.9.2014 και/ή 6.10.2014 και/ή σε κάθε μεταγενέστερη συνέλευση; Έχει ή όχι ο Εναγόμενος συμβληθεί με την Ενάγουσα 2; Υπέγραψε ή όχι ο Εναγόμενος τη γενική συμφωνία των ιδιοκτητών της επίδικης πολυκατοικίας; Αυτά είναι θέματα τα οποία δε μπορεί να αποφασιστούν χωρίς μαρτυρία. Το ότι το θέμα δε μπορεί να αποφασιστεί χωρίς αναφορά σε γεγονότα επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο Αιτητής συνήψε σωρεία εγγράφων στην ένορκη δήλωσή του, με αναφορά στα οποία, ξεδιπλώνει το επιχείρημά του. Τα έγγραφα αυτά δεν έγιναν ρητώς παραδεκτά από τις Καθ' ων η Αίτηση, ώστε να υπάρχει μία βάση γεγονότων επί της οποίας θα αποφασισθεί το θέμα. Εξάλλου, εν προκειμένω, δεν έχει καταχωριστεί καν Υπεράσπιση ακόμα εκ μέρους του Αιτητή ώστε να είναι δυνατό να προκύψουν, τουλάχιστον, ως παραδεκτά κάποια γεγονότα μέσα από τα δικόγραφα. Ούτε προκύπτει ρητώς μέσα από την ένσταση των Εναγουσών ότι αυτές παραδέχονται την ύπαρξη ή/και το περιεχόμενο των εγγράφων που ο Αιτητής επισυνάπτει ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση. Ας σημειωθεί δε ότι, τα όσα εγείρονται προς απόρριψη της αγωγής από αυτό το στάδιο δεν είναι θέματα αμιγώς νομικά για να μπορούν να αποφασιστούν χωρίς αναφορά σε γεγονότα. H Lioufis and Co Ltd v. Μιχαλάκη Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1Β Α.Α.Δ. 773, η οποία υιοθετήθηκε αργότερα στη Sartas Importers Distributors Ltd v. Ανδρέα Μαρουλλή
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1446, στις οποίες παραπέμπει ο Ενάγων για να δείξει ότι η ύπαρξη του Ενάγοντα σε μία αγωγή δεν πρέπει να αφήνεται να αποφασίζεται κατά τη διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης, αλλά προσδικαστικά βάσει της Δ.27, Θ.3, διαφοροποιούνται από την παρούσα υπόθεση. Στην Lioufis (ανωτέρω), ως αναφέρθηκε στην απόφαση του Κρονίδη Δ., ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση η ύπαρξη της Ενάγουσας εταιρείας. Αντίθετα, προσάχθηκε από την Ενάγουσα σωρεία μαρτυρίας κατά την ακρόαση ότι αυτή ενεργούσε ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Μαρτυρία η οποία ήταν αρκετή ώστε να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο της κανονικότητας. Έτσι, το Εφετείο αποφάσισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε στην κρίση του ότι δεν αποδείχτηκε, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη της Ενάγουσας εταιρείας. Ο Πικής Δ. ανέφερε στη δική του απόφαση, στην Lioufis (ανωτέρω), καθώς και στη Sartas (ανωτέρω), ότι, εάν αμφισβητείται η ύπαρξη του Ενάγοντα, αυτό πρέπει να αποτελεί αντικείμενο αίτησης βάσει της Δ.27, Θ.3 και να μην αφήνεται να αποφασίζεται κατά τη δίκη της αγωγής με αναφορά σε μαρτυρία. Αυτή η αρχή είναι αδιαμφισβήτητα ορθή και δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο. Όμως, εν προκειμένω, όπως προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η αγωγή βρίσκεται στα σπάργανα και δεν έχει καταχωριστεί καν Υπεράσπιση ώστε να υπάρχει κάποιο υπόβαθρο γεγονότων για να μπορεί να αποφασιστεί το θέμα. Εάν τέτοιο θέμα εγερθεί με την Υπεράσπιση και υπάρξει με την καταχώριση της Απάντησης στην Υπεράσπιση, ή άλλως πως, κοινό πραγματικό έδαφος μεταξύ των μερών, τότε, και πριν την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης, θα μπορούσε να εξεταστεί. Σε αυτό, όμως, το στάδιο η αίτηση είναι πρόωρη. Περαιτέρω, η Έκθεση Απαίτησης εν προκειμένω δεν είναι ούτε σκανδαλώδης, ούτε ενοχλητική. Περιέχει, κρίνω, εκείνα τα στοιχεία που με βάση τους κανόνες καταρτισμού δικογράφων είναι αναγκαία (Βλ. Δ.19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Δεν πλατειάζει, παραθέτει τα γεγονότα συγκεκριμένα και συνοπτικά και δεν περιέχει αναφορές ή λεπτομέρειες που μπορούν να θεωρηθούν ως σκανδαλώδεις ή ενοχλητικές βάσει των νομικών αρχών που παρατέθηκαν πιο πάνω. H εξέταση οποιωνδήποτε άλλων λόγων ένστασης θα απέβαινε θεωρητικό εγχείρημα και έτσι δεν θα το επιχειρήσω. Η αίτηση απορρίπτεται ως πρόωρη με έξοδα εναντίον του Εναγομένου-Αιτητή και υπέρ των Εναγουσών-Καθ' ων η Αίτηση, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» [2] «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο