ΣΑΒΒΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Κυριακούς Σάββα ν. ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2768/2010, 23/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2768/2010 Μεταξύ: ΣΑΒΒΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Κυριακούς Σάββα Ενάγοντα και ΑΘΗΝΟΥΛΛΑΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ Εναγόμενης και ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΟΥΜΠΑΡΟΥ Τριτοδιάδικου 23 Ιανουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Αργυρού για Χ. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Τριτοδιάδικο: κα Οικονόμου για Αντώνης Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Δικογραφημένες θέσεις Στις 23.9.2006 και περί ώρα 15:15 στην Λεωφ. Ελλάδος κοντά στα φώτα τροχαίας Ζαπάτα προς τον κυκλικό κόμβο Καλού Χωριού, επεσυνέβη τροχαίο ατύχημα. Εμπλεκόμενα οχήματα ήταν το όχημα με αριθμό εγγραφής KQC 463 και οδηγό την Εναγόμενη και το όχημα με αριθμό εγγραφής KNQ 755, με οδηγό την Τριτοδιάδικο και επιβάτη την κα Κυριακού Σάββα. Συνεπεία του ατυχήματος, η κα Κυριακού Σάββα τραυματίστηκε. Νοσηλεύτηκε διαδοχικά στα Γενικά Νοσοκομεία Λάρνακας και Λευκωσίας όπου και απεβίωσε στις 14.12.
- Ο Ενάγοντας, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης, εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης, οδηγού του άλλου εμπλεκόμενου οχήματος, ισχυριζόμενος ότι αυτή φέρει την ευθύνη για το τροχαίο ατύχημα και ότι ο θάνατος της αποβιωσάσης οφείλεται σε τραυματισμούς που υπέστη στο ατύχημα. Αξιώνει δε ειδικές και γενικές αποζημιώσεις. Η Εναγόμενη αρνείται την ευθύνη για το ατύχημα υποστηρίζοντας ότι η ευθύνη για αυτό βαραίνει την Τριτοδιάδικο, οδηγό του οχήματος στο οποίο επέβαινε η θανούσα, αλλά και ότι ο θάνατος της δεν οφείλεται στα τραύματα της από το ατύχημα αλλά σε αμελή περίθαλψη που έτυχε στα Γενικά Νοσοκομεία Λάρνακας και Λευκωσίας. Στην έκθεση απαίτησης της εναντίον της Τριτοδιαδίκου, η Εναγόμενη επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην υπεράσπιση της και αξιώνει αποζημίωση και/ή κάλυψη και/ή συνεισφορά από την Τριτοδιάδικο για οποιοδήποτε ποσό και/ή έξοδα υποχρεωθεί να καταβάλει στον Ενάγοντα. Η Τριτοδιάδικος με τη σειρά της αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα και τις αξιώσεις της Εναγόμενης. Μαρτυρία Η ακροαματική διαδικασία ήταν μακρά και προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν στο Δικαστήριο 15 μάρτυρες. Η πλευρά της Εναγόμενης δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Για την πλευρά της Τριτοδιαδίκου έδωσε μαρτυρία μόνο η ίδια. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες κατά τη δίκη και έχω κατά νου τα όσα κατέθεσαν. Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα αναφερθώ συνοπτικά στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και, ειδικότερα, στα σημεία που έκρινα ως σημαντικά για την απόφαση μου επί των επιδίκων θεμάτων ή που έκρινα ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης. Σημειώνω ότι κατά την ακροαματική διαδικασία παρουσιάστηκε από τους μάρτυρες και κατατέθηκαν ως τεκμήρια μεγάλος όγκος υλικού. Έχω μελετήσει με προσοχή το περιεχόμενο όλων των τεκμηρίων. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς σε όλα τα τεκμήρια αλλά θα περιοριστώ σε αναφορές σε μέρος των τεκμηρίων στο βαθμό που επίσης έκρινα ότι ήταν σημαντικά για την απόφαση μου επί των επιδίκων θεμάτων. Πρώτη μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν η κα Φωτεινή Λάρκου, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, υπεύθυνη ποινικών υποθέσεων (ΜΕ1). Η ΜΕ1 παρουσίασε το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης 12059/2010 (Τεκμήριο 1) που αφορούσε ποινική υπόθεση με κατηγορούμενη την Εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση, η οποία ήταν αντιμέτωπη με κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Η ΜΕ1 παρουσίασε επίσης αριθμό άλλων εγγράφων από το φάκελο της εν λόγω ποινικής υπόθεσης που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια προς αναγνώριση. Κάποια από αυτά αναγνωρίστηκαν στην πορεία από άλλους μάρτυρες και κατέστησαν τεκμήρια. Σε αυτά θα αναφερθώ στην πορεία. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο Αστ. 2247 Γ. Γιασεμή (ΜΕ2) που ήταν και ο εξεταστής του επίδικου ατυχήματος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του στις 23.9.2009 περί ώρα 15:30 ενημερώθηκε ότι είχε συμβεί τροχαίο ατύχημα στην Λεωφ. Ελλάδος κοντά στα φώτα τροχαίας Ζαπάτα προς τον κυκλικό κόμβο Καλού Χωριού και ότι υπάρχουν τραυματίες. Όταν έφτασε στη σκηνή, είδε ότι εμπλεκόμενα οχήματα ήταν το όχημα KQC 463 που οδηγούσε η Εναγόμενη και το όχημα με αριθμούς εγγραφής KNQ 755 που οδηγούσε η Τριτοδιάδικος. Στη σκηνή συνάντησε το ασθενοφόρο που αναχώρησε για να μεταφέρει τους τραυματίες, στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Σε σχέση με το ατύχημα έδωσε κατάθεση (Τεκμήριο 4). Ο ΜΕ2 συνέχισε λέγοντας ότι ενόσω ήταν στην σκηνή ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 7), μαζί με τη συνάδελφο του Γ/Αστ.
- Ανέφερε ότι οι δύο εμπλεκόμενοι οδηγοί είχαν συμφωνήσει με το σχεδιάγραμμα και το υπέγραψαν. Σύμφωνα με τον ΜΕ2, το όχημα KQC 463 είχε ζημιές στο αριστερό και δεξί μπροστινό φτερό, αριστερή και δεξιές μπροστινές πόρτες, μπροστινό ανεμοθώρακα, μπροστινό καπό και σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος, με κύριο κτύπημα επί του αριστερού μπροστινού τροχού. Το δε όχημα KLQ 755 είχε ζημιές στα δεξιά και αριστερά μπροστινά φτερά, μπροστινό ανεμοθώρακα και σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος με κύριο κτύπημα στη δεξιά μπροστινή γωνία. Ανέφερε ότι έλεγξε την ορατότητα ως προς την πορεία του οχήματος KQC 463 και διαπίστωσε ότι ήταν περί τα 500 μέτρα ενώ δεν εντόπισε οποιαδήποτε ξένα αντικείμενα που εμπόδιζαν την ορατότητα. Η μέτρηση της ορατότητας έγινε αρχικά από τον μάρτυρα με τη χρήση ραντάρ και ακολούθως ανέφερε ότι επιβεβαίωσε τη μέτρηση με τη χρήση κορδέλας. Σύμφωνα με τον ΜΕ2, την ίδια ημέρα, περί ώρα 18:00 ενημερώθηκε ότι η κατάσταση μιας εκ των τραυματιών ήταν πολύ σοβαρή και ζήτησε από τον Αστ. 173 Α. Ττοφή να μεταβεί στην σκηνή του ατυχήματος και να λάβει φωτογραφίες του χώρου και των εμπλεκόμενων οχημάτων. Στις 15.12.2009 ενημερώθηκε ότι η τραυματίας Κυριακού Σάββα είχε αποβιώσει. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 αυτός ανέφερε ότι η ορατότητα ήταν εξίσου καλή και από την άλλη κατεύθυνση, δηλαδή και από την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν το όχημα της Τριτοδιάδικου. Ανέφερε ότι στη διαχωριστική νησίδα υπάρχει πινακίδα όμως υποστήριξε ότι από τις δικές του εξετάσεις, η πινακίδα βρισκόταν σε μεγαλύτερο ύψος από το οπτικό πεδίο των δύο οδηγών και δεν εμπόδιζε ή την ορατότητα. Σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος, ανέφερε ότι το όχημα που οδηγούσε η Τριτοδιάδικος επιχείρησε στροφή δεξιά για την πραγματοποίηση της οποίας εισήλθε στην αντίθετη κατεύθυνση. Η Εναγόμενη οδηγούσε το όχημα της κατά τον χρόνο εκείνο στην αντίθετη κατεύθυνση κυκλοφορίας και τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. Ερωτήθηκε γιατί το συμμετρικό σχεδιάγραμμα της σκηνής ετοιμάστηκε περίπου 3 μήνες μετά το ατύχημα και ο ΜΕ2 εξήγησε ότι η ανάγκη για ετοιμασία συμμετρικού σχεδιαγράμματος προέκυψε μετά που απεβίωσε η κα Κυριακού Σάββα. Τότε έγιναν ξανά μετρήσεις και επιτόπιες εξετάσεις στη σκηνή και, με βάση και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που είχε ετοιμάσει ο ίδιος την ημέρα του ατυχήματος, ετοιμάστηκε το συμμετρικό σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 12). Του τέθηκε ότι ενήργησε πλημμελώς στην διερεύνηση του τροχαίου δίκη, διότι μεταξύ άλλων, δεν διερεύνησε κατά πόσο για το θάνατο της αποβιωσάσης οφειλόταν αμελής ιατρική περίθαλψη που έτυχε στα Γενικά Νοσοκομεία Λάρνακας και Λευκωσίας. Ο ΜΕ2 αρνήθηκε ότι ενήργησε αμελώς. Τρίτος μάρτυρας ήταν ο Αστ. 173 Α. Ττοφή (ΜΕ3), ειδικός φωτογράφος και σχεδιαστής σκηνών τροχαίων ατυχημάτων σε κλίματα. Σύμφωνα με τον ΜΕ3 ενημερώθηκε στις 23.9.2009 περί ώρα 18:45 ότι είχε συμβεί το επίδικο τροχαίο ατύχημα και μετέβη στην σκηνή όπου βρισκόταν ο ΜΕ
- Έλαβε αριθμό φωτογραφιών (Τεκμήριο 11) από τη σκηνή και ακολούθως από τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα που βρίσκονταν το μεν όχημα KQC 463 σε συνεργείο αυτοκινήτων, το δε KLQ 755 στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Στις 16.12.2009 ενημερώθηκε ότι το ατύχημα ήταν θανατηφόρο και παρέλαβε από τον ΜΕ2 πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής που είχε ετοιμάσει και το οποίο του επεξήγησε ο ΜΕ
- Αυτός δε ετοίμασε συμμετρικό σχεδιάγραμμα της σκηνής σε κλίμακα (Τεκμήριο 8). Για την ετοιμασία του συμμετρικού σχεδιαγράμματος Τεκμήριο 8, ο ΜΕ3 διενήργησε δικές του μετρήσεις στην σκηνή για να αποτυπώσει την πραγματική κατάσταση του δρόμου και ακολούθως επιβεβαίωσε τις μετρήσεις του ΜΕ2 στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 7 και μετέφερε στο δικό του, το σημείο σύγκρουσης και τις τελικές θέσεις των εμπλεκόμενων οχημάτων. Τέταρτος μάρτυρας ήταν ο Αστ. 2385 Κ. Παντελή ο οποίος είχε ετοιμάσει σε σχέση με το ατύχημα την αστυνομική έκθεση Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας εξήγησε ότι για την ετοιμασία της έκθεσης είχε βασιστεί μόνο σε πληροφορίες που είχε λάβει από το φάκελο της υπόθεσης χωρίς ο ίδιος να προβεί σε οποιεσδήποτε εξετάσεις. Επόμενη μάρτυρας ήταν η κα Κατερίνα Ιωάννου (ΜΕ5) λειτουργός στο αρχείο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Η ΜΕ5 παρουσίασε τον ιατρικό φάκελο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, της αποβιωσάσης (Τεκμήριο 14) όμως εξήγησε ότι η ίδια δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να καταθέσει αναφορικά με το περιεχόμενο του φακέλου. Έκτος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο παθολόγος Δρ. Σωτήρης Πάμπου (ΜΕ6) ο οποίος κατά την ημέρα του επίδικου ατυχήματος ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και ο πρώτος γιατρός που περιέθαλψε την κα Κυριακού Σάββα. Αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του με λεπτομέρεια στις εξετάσεις που διενήργησε. Επιγραμματικά σημειώνω ότι εξέτασε την κα Κυριακού Σάββα όταν αυτή έφτασε στις Α' Βοήθειες και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για πολυτραυματία, με αρκετές εκχυμώσεις στο σώμα, έντονο άλγος στην κοιλιακή χώρα και ταχυκαρδία. Διενήργησε έλεγχο με υπερήχους στην κοιλιακή χώρα από τον οποίο διαπίστωσε ότι υπήρχε ελεύθερο υγρό περισπληνικά. Αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για αίμα και ότι η ασθενής είχε εσωτερική αιμορραγία. Αμέσως, συνέχισε ο ΜΕ6, ενημέρωσε το χειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και παρέδωσε την ασθενή σε άλλο συνάδελφο του για να αντιμετωπιστεί χειρουργικά η εσωτερική αιμορραγία. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτός ερωτήθηκε για άλλες απεικονιστικές εξετάσεις που έγιναν κατά την εισαγωγή της ασθενούς και μεταγενέστερα καθώς και εάν αυτή έλαβε θεραπεία για θλάση καρδίας που υπέστη από το ατύχημα. Ο ΜΕ6 απάντησε ότι από την εξέταση που διενήργησε με υπερήχους διαπίστωσε ότι η ασθενής παρουσίασε εσωτερική αιμορραγία. Εξήγησε ότι η αιμορραγία αυτή ήταν σοβαρή και μπορούσε να αποβεί μοιραία για την ασθενή και επιβαλλόταν να αντιμετωπιστεί επειγόντως χειρουργικά. Κατά την άποψη του ΜΕ6, η αντιμετώπιση της αιμορραγίας ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει ως θέμα προτεραιότητας και τα υπόλοιπα να ακολουθήσουν. Εξήγησε ότι μετά που παρέδωσε την ασθενή στο χειρουργικό τμήμα, κάτι που τοποθέτησε περί τα 50 λεπτά μετά την εισαγωγή της, δεν είχε ο ίδιος άλλη εμπλοκή με τη νοσηλεία της. Ανέφερε όμως ότι είχε γίνει και εξέταση μαγνητικής τομογραφίας στην ασθενή δια της οποία αποκλείστηκε η ύπαρξη κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Έβδομος μάρτυρας ήταν ο Δρ. Χάρης Χατζηχάρος(ΜΕ7), ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν χειρούργος στο Χειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Σε σχέση με το επίδικο ατύχημα ο ΜΕ7 κατέθεσε ότι στις 23.9.2009 ειδοποιήθηκε από συνάδελφο του στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας ότι είχε προσέλθει ασθενής μετά από τροχαίο. Όταν ο ίδιος είδε την κα Κυριακού Σάββα, αυτή είχε τις αισθήσεις της, ήταν ανήσυχη, χλωμή και παραπονιόταν για έντονο πόνο στην κοιλιά. Συνέχισε λέγοντας ότι από εξέταση υπερήχων στην κοιλιακή χώρα διαφάνηκε η ύπαρξη ελεύθερου υγρού. Αποφασίστηκε ότι αυτό ήταν ένδειξη εσωτερικής αιμορραγίας και έχριζε επείγουσας χειρουργικής επέμβασης για να αντιμετωπιστεί. Εξήγησε ότι κατά τη διενέργεια της επέμβασης θα εξετάζονταν τα εσωτερικά όργανα της κοιλιακής χώρας. Σύμφωνα με το ΜΕ7, πρώτιστο μέλημα του ως χειρούργου ήταν η ανάσχεση της αιμορραγίας που προερχόταν από μεγάλη ρήξη στον αριστερό λοβό του ήπατος. Τη χαρακτήρισε ως βαθιά ρήξη 12 εκατοστών περίπου η οποία αιμορραγούσε και την οποία αποκατέστησε. Κατά τη διενέργεια της επέμβασης διαπίστωσε επίσης ότι υπήρχε πλήρης ρήξη του εντέρου μεταξύ του δωδεκαδάκτυλου και της νύστιδας και προχώρησε σε αποστόμωση. Εξήγησε ότι έγινε αφαίρεση του κομμένου τμήματος του εντέρου και ακολούθως έγινε συρραφή του ενός άκρου με το άλλο για αποκατάσταση της συνέχειας του εντέρου. Σε σχέση με τη γενική κατάσταση της ασθενούς, ο ΜΕ7 ανέφερε ότι πρόκειτο για πολυτραυματία η οποία παρουσίαζε διάφορους τραυματισμούς σε διάφορα μέρη του σώματος και διάφορα όργανα. Πρόσθεσε ότι πέραν των πιο πάνω, κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης διαπίστωσε την ύπαρξη αιματώματος οπισθοπεριτωναϊκά, στην περιοχή του παγκρέατος και του δωδεκαδάκτυλου, που προήλθε από τη σύνθλιψη της κοιλιακής χώρας κατά το ατύχημα. Αξιολόγησε το αιμάτωμα και διαπίστωσε ότι ήταν επιφανειακό, εξηγώντας ότι δεν υπήρχε οίδημα, δεν προέβαλλε, δεν είχε σφυγμό, ένδειξεις ότι δεν υπήρχε ρήξη μεγάλου αγγείου. Με αυτά τα δεδομένα έκρινε ότι δεν υπήρχε διαφυγή του περιεχομένου του δωδεκαδάκτυλου και άρα δεν υπήρχε διάτρηση του δωδεκαδάκτυλου. Στη βάση αυτών των δεδομένων, ο ΜΕ7 κατέληξε ότι το αιμάτωμα έπρεπε να αντιμετωπιστεί συντηρητικά. Ακολούθως ο ΜΕ7 ανέφερε ότι με την ολοκλήρωση της επέμβασης, τοποθετήθηκε σωλήνας παροχέτευσης στην κοιλιακή χώρα για αποσυμφόρηση της ασθενούς από τα υγρά, και χορηγήθηκε ενδοφλέβια αντιβίωση και παυσίπονα. Ερωτήθηκε σε σχέση με την εξέλιξη της κατάστασης της ασθενούς μετά την επέμβαση. Ανέφερε ότι τις πρώτες 24-48 ώρες η κατάσταση της υγείας της εξελίχθηκε ικανοποιητικά και για αυτό στις 24.9.2009 έδωσε οδηγίες να μεταφερθεί από την εντατική στον χειρουργικό θάλαμο. Κατά την μεταφορά της η ασθενής δεν ήταν διασωληνωμένη και είχε τις αισθήσεις της. Ο ΜΕ7 συνέχισε αναφέροντας ότι η ασθενής παρουσίαζε περιτονίτιδα, που είναι φλεγμονή η οποία προκαλείται από παθογόνα μικρόβια τα οποία διοχετεύτηκαν στην κοιλιακή χώρα εξαιτίας της ρήξης του λεπτού εντέρου. Η περιτονίτιδα αντιμετωπίστηκε με καλό καθαρισμό της κοιλιακής χώρας κατά τη χειρουργική επέμβαση, αφαίρεση υγρού, αίματος και θρόμβων αίματος που υπήρχαν και χορήγηση αντιβιωτικών μετεγχειρητικά. Είπε ότι αρχικά είχε χορηγηθεί μια διπλή αντιβίωση εμπειρικά, η οποία αποτελείτο από ένα γενικό αντιβιωτικό και αντιβίωση για μικρόβια του εντέρου. Έγινε όμως και καλλιέργεια και από τον φάκελο φαίνεται ότι συνάδελφος του ο οποίος περιέθαλψε την ασθενή μετά εκείνον άλλαξε την αντιβίωση που λάμβανε. Εξήγησε ότι ο ίδιος απουσίαζε από την εργασία του από τις 25.9.2009 και εντεύθεν και δεν είχε άλλη άμεση εμπλοκή με την περίθαλψη της ασθενούς. Ενημερώθηκε όμως σε κατοπινό στάδιο ότι η ασθενής απεβίωσε. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, αυτός εξήγησε ότι παρέλαβε την ασθενή στις 23.9.2009 χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει πότε αυτή εισήχθηκε στις Α' Βοήθειες. Αποφάσισε ότι η ασθενής έχρηζε επείγουσας χειρουργικής επέμβασης βασιζόμενος στα αποτελέσματα του υπέρηχου κοιλιακής χώρας που είχε διενεργηθεί. Διευκρίνισε ότι έγινε μεταγενέστερα εξέταση με αξονική τομογραφία όμως αυτό ακολούθησε χρονικά την χειρουργική επέμβαση που διενήργησε ο ίδιος στις 23.9.
- Ανέφερε ότι οι εκθέσεις με τα αποτελέσματα της εξέτασης αξονικής τομογραφίας βρίσκονται στο φάκελο της ασθενούς στο ακτινολογικό τμήμα. Εξήγησε ότι πρόκειται για ξεχωριστό φάκελο που τηρείται από το ακτινολογικό τμήμα και που βρίσκεται μαζί με το γενικό φάκελο Τεκμήριο 14 όταν ένας ασθενής νοσηλεύεται. Ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση αναφορικά με ρήξη δωδεκαδάκτυλου που παρουσίασε η ασθενής. Ο ΜΕ7 αρνήθηκε ότι όταν διενήργησε την χειρουργική του επέμβαση στις 23.9.2009 υπήρχε ρήξη δωδεκαδάκτυλου. Υποστήριξε ότι υπήρχε μόνο κάκωση της περιοχής η οποία προκάλεσε σε κατοπινό στάδιο νέκρωση μέρους του δωδεκαδάκτυλου και προκάλεσε διάτρηση. Υποστήριξε με αναφορά σε βιβλιογραφία ότι η κάκωση του δωδεκαδάκτυλου μπορεί να εξελιχθεί και να προκαλέσει διάτρηση εντός 48 ωρών με 8 ημερών από τον τραυματισμό. Σε σχέση με τις ενέργειες του κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, ο ΜΕ7 εξήγησε ότι αναγράφονται στο Operation Report που βρίσκεται στο φάκελο της ασθενούς Τεκμήριο
- Του τέθηκε ότι ήταν αμελής γιατί δεν εντόπισε ρήξη δωδεκαδάκτυλου που υπήρχε όταν διενήργησε τη χειρουργική επέμβαση στις 23.9.
- Ο ΜΕ7 διαφώνησε. Υποστήριξε ότι η ρήξη που παρουσιάστηκε τελικά βρισκόταν στην οπίσθια επιφάνεια του δωδεκαδάκτυλου. Εξέτασε, είπε, το έντερο με κάθε λεπτομέρεια και δεν υπήρχαν ενδείξεις για να γίνει έλεγχος της οπίσθιας επιφάνειας. Εξήγησε ότι η ζημιά στην οπίσθια επιφάνεια του δωδεκαδάκτυλου είναι σπάνια και ότι δεν ενδείκνυται να αποκολλάται ο δωδεκαδάκτυλος για να ελεγχθεί η οπίσθια επιφάνεια εκτός εάν υπάρχουν ενδείξεις για ρήξη. Επέμενε ότι σε αυτή την περίπτωση, όταν εξέτασε το δωδεκαδάκτυλο κατά τη διάρκεια της εγχείρισης διαπίστωσε κάκωση στα τοιχώματα, δηλαδή μέρος του εντέρου υπέστη βλάβη ήτοι μερική ρήξη αλλά όχι ολική. Επέμενε επίσης ότι προέβη σε επιμελή καθαρισμό της κοιλιακής χώρας, απορροφήθηκε όλο το αίμα, αφαιρέθηκαν οι θρόμβοι αίματος και διορθώθηκε το έντερο και το συκώτι. Υποστήριξε ότι η διπλή αντιβίωση που χορήγησε ήταν επίσης η ενδεδειγμένη αφού περιλάμβανε μια γενική αντιβίωση και μια αντιβίωση ειδική για μικρόβια του εντέρου. Σημείωσε ότι η ασθενής ήταν απύρετη μέχρι και τις 26.9.2009 ενώ αργότερα παρουσίασε χαμηλούς πυρετούς. Αυτό, υποστήριξε, δεν ήταν ένδειξη ότι υπήρχαν σημεία μόλυνσης ή σηψαιμίας σε εκείνο το στάδιο. Με αναφορά στο περιεχόμενο του φακέλου της ασθενούς, Τεκμήριο 14, ανέφερε ότι σε κατοπινό στάδιο έγινε καλλιέργεια αίματος επί πυρετού και άλλος ιατρός χορήγησε διαφορετική αντιβίωση. Όταν του τέθηκε ότι τα τραύματα που υπέστη από το ατύχημα η ασθενής δεν ήταν θανατηφόρα ο ΜΕ7 διαφώνησε. Ανέφερε ότι από το ατύχημα προκλήθηκε στην ασθενή «τεράστια» ρήξη στο συκώτι που αιμορραγούσε συνεχώς και ότι προκλήθηκε επίσης πλήρης διατομή του εντέρου, το περιεχόμενο του οποίου είχε διαχυθεί στην κοιλιά. Αυτά, κατά τον ΜΕ7, προκάλεσαν περιτονίτιδα, σηψαιμία και τελικώς το θάνατο. Όγδοος μάρτυρας ήταν ο κ. Ρένος Κέκκου (ΜΕ8), γραφέας στο Ακτινολογικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Ο μάρτυρας ερωτήθηκε από τη συνήγορο του Ενάγοντα εάν ήταν σε θέση να προσκομίσει ακτινογραφίες και αποτελέσματα αξονικής τομογραφίας για την αποβιώσαση. Ο ΜΕ8 απάντησε ότι η πρακτική του Νοσοκομείου είναι οι ακτινογραφίες να κρατούνται για περίοδο 4 ετών και μετά να καταστρέφονται. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ8 διευκρίνισε ότι οι εκθέσεις στις οποίες καταγράφονται τα αποτελέσματα εξετάσεων ακτινογραφιών, και αξονικών τομογραφιών καταλήγουν στον φάκελο ακτινογραφιών του κάθε ασθενή. Επανέλαβε ότι μετά την πάροδο 4 ετών καταστρέφεται ολόκληρος ο φάκελος και ότι αυτό γίνεται ακόμα και για περιπτώσεις ασθενών για τους οποίους εκκρεμούν υποθέσεις στα Δικαστήρια. Ένατος μάρτυρας ήταν ο Δρ. Κυριάκος Παπακυριάκου (ΜΕ9), γενικός χειρούργος ο οποίος είχε διατελέσει διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου και είχε διενεργήσει δεύτερη χειρουργική επέμβαση στην κα Κυριακού Σάββα στις 28.09.
- Ο μάρτυρας ερωτήθηκε σε σχέση με τους τραυματισμούς της κας Κυριακούς Σάββα, σε σχέση με τη νοσηλεία την οποία δέχθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και σε σχέση με την πρόγνωση της κατάστασης της. Ο ΜΕ9 χαρακτήρισε την ασθενή ως πολυτραυματία και την κατάσταση της ως σοβαρή με υψηλή θνησιμότητα. Εξήγησε ότι η απόφαση για διενέργεια δεύτερης χειρουργικής επέμβασης λήφθηκε διότι έγινε στην ασθενή αξονική τομογραφία με σκιαγραφικό υλικό η οποία έδειξε μικρή διαφυγή από τον δωδεκαδάκτυλο. Ακολούθως έγινε λαπαροτομή δια μέσου της παλαιάς τομής και ανοίχθηκε η κοιλία. Διαπιστώθηκε ότι μεταξύ του παγκρέατος και του δωδεκαδάκτυλου υπήρχε νεκρωμένος ιστός και υγρό που αντιμετωπίστηκε χειρουργικά. Σύμφωνα με τον ΜΕ9, λόγω του τραυματισμού του δωδεκαδάκτυλου, της πλήρους αποκοπής της νήστιδας του λεπτού εντέρου, της ρήξης ήπατος και των άλλων πολλών σοβαρών κακώσεων, η κατάσταση της ασθενούς ήταν πολύ σοβαρή και η πιθανότητα θνησιμότητας πολύ αυξημένη. Όταν ερωτήθηκε σε σχέση με την περιτονίτιδα που παρουσίαζε η ασθενής, ο ΜΕ9 εξήγησε ότι είχε προέλθει από την στιγμή του τραυματισμού όταν το περιεχόμενο του εντέρου που είχε υποστεί ρήξη, χύθηκε στην κοιλιακή χώρα. Συνέχισε λέγοντας ότι κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση η ρήξη του εντέρου αποκαταστάθηκε όπως και η ρήξη του ήπατος. Η δε περιτονίτιδα αντιμετωπίστηκε με τη χορήγηση της ενδεδειγμένης αντιβίωσης. Ανέφερε ότι η αντιβίωση είχε αλλάξει μετά από κάποιες μέρες όταν η ασθενής παρουσίασε πυρετό, κάτι που χαρακτήρισε ως ορθή πρακτική. Ο μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσο η ρήξη δωδεκαδάκτυλου που διαπιστώθηκε κατά τη δεύτερη χειρουργική επέμβαση μπορεί να παρουσιάστηκε μετά την πρώτη επέμβαση ή εάν υφίστατο ήδη όταν η ασθενής υποβάλλετο στην πρώτη χειρουργική επέμβαση. Η θέση του ΜΕ9 ήταν ότι μπορούσε να παρουσιαστεί μετά. Ανέφερε ότι είναι πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί ρήξη του δωδεκαδάκτυλου, ακόμα και με τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας και ακτινογραφιών και ότι συνήθως διαπιστώνεται σε μεταγενέστερο στάδιο λόγω των συμπτωμάτων που παρουσιάζονται. Σε σχέση με τον τρόπο που είχε ενεργήσει ο κ. Χατζηχάρος, ο ΜΕ9 εξήγησε ότι το έντερο ήταν κακοποιημένο και ο χειρούργος το άφησε για να δει πως θα εξελισσόταν η κατάσταση του. Αυτός, είπε, είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος να αντιμετωπίζεται κάκωση ή μερική ρήξη του εντέρου. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του έγινε, ο ΜΕ9 ανέφερε ότι σε ασθενείς με τραύματα όπως η θανούσα, δεν βοηθά η πλύση της κοιλιακής χώρας με αντισηπτικά κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης. Σύμφωνα με τον ΜΕ9, μετά τη διενέργεια της δεύτερης χειρουργικής επέμβασης η ασθενής μεταφέρθηκε στην μονάδα εντατικής θεραπείας λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της και ήταν διασωληνωμένη. Τελικά, σύμφωνα με τον ΜΕ9, αποφασίστηκε η μεταφορά της ασθενούς στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας γιατί δεν ήταν κατορθωτό να αποσυνδεθεί από τον αναπνευστήρα και θεωρήθηκε ότι έπρεπε να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου υπήρχε πιο εξειδικευμένο προσωπικό. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ9 ανέφερε ότι πιθανότατα να είδε την ασθενή για πρώτη φορά στις 24.9.2009, όταν βρισκόταν στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Ερωτήθηκε σε σχέση με το ποια ώρα είχε υποβληθεί στην πρώτη χειρουργική επέμβαση, ανέτρεξε στο περιεχόμενου του φακέλου Τεκμήριο 14 και παρέπεμψε στο έγγραφο Anaesthetist record όπου φαίνεται σύμφωνα με τα πρακτικά του αναισθησιολόγου ότι ήταν με την ασθενή μεταξύ 17:00 και 21:
- Με βάση αυτό τοποθέτησε την πρώτη χειρουργική επέμβαση μεταξύ των ωρών εκείνων διευκρινίζοντας ότι ο ίδιος δεν είχε συμμετάσχει στην πρώτη επέμβαση. Όταν αντεξετάστηκε σε σχέση με τις εξετάσεις αξονικής τομογραφίας στις οποίες είχε υποβληθεί η ασθενής, ο ΜΕ9 επέμενε με αναφορά στο περιεχόμενο του φακέλου ότι μετά την εισαγωγή της ασθενούς είχε γίνει αξονική τομογραφία στο κεφάλι για να αποκλειστεί η πιθανότητα να έχει υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση ενώ στις 27.9.2009 έγινε δεύτερη αξονική τομογραφία κοιλίας. Για τη δεύτερη αυτή εξέταση είχε χορηγηθεί στην ασθενή προηγουμένως σκιαγραφικό υλικό. Από την εξέταση αυτή διαφάνηκε ότι υπήρχε διαφυγή υγρού στο δωδεκαδάκτυλο. Σε σχέση με τη δεύτερη χειρουργική επέμβαση που διενήργησε στην ασθενή στις 28.9.2009, ο ΜΕ9 ανέφερε ότι είχε διαπιστώσει κατά τη διάρκεια της επέμβασης μικρή ποσότητα ελεύθερου υγρού στην κοιλιακή χώρα ενώ έλεγξε τον υποδιαφραγματικό χώρο, ηπατικά, το λεπτό έντερο, μεσεντέριο, σπλήνα, πίσω από το στομάχι και την πύελο. Κατά την εξέταση του εντόπισε πλήρη ρήξη του δωδεκαδάκτυλου - που περιέγραψε σαν «τρυπούλα», συλλογή ριπαρού υγρού και νεκρωμένους ιστούς στην περιοχή. Επέμενε ότι μπορεί συνεπεία του τραυματισμού από το ατύχημα ο δωδεκαδάκτυλος να είχε κακοποιηθεί, κάτι που οδήγησε μετά σε νέκρωση του σημείου εκείνου του εντέρου και δημιουργία της ρήξης. Επέμενε ότι οι τραυματισμοί που υπέστη η θανούσα κατά το ατύχημα ήταν θανατηφόροι. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι η κάκωση του δωδεκαδάκτυλου, η ρήξη ήπατος και η ρήξη του εντέρου - κάθε ένα από αυτά τα τραύματα από μόνο του - μπορούσε να αποφέρει το θάνατο ακόμα και με την πιο επιμελή θεραπεία. Όταν ερωτήθηκε σχετικά με την απόφαση για μεταφορά της ασθενούς στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ο ΜΕ9 απάντησε ότι είχε ληφθεί η απόφαση διότι δεν υπήρχαν εντατικολόγοι στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Η ασθενής μεταφέρθηκε τελικά στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 2.10.
- Σε σχέση με την αντιβίωση που λάμβανε η ασθενής κατά τη νοσηλεία της στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, ο ΜΕ9 είπε ότι της είχε χορηγηθεί αρχικά συνδυασμός αντιβιοτικών που εμπειρικά καλύπτει μικρόβια που υπάρχουν στο έντερο και δωδεκαδάκτυλο ενώ αργότερα όταν παρουσίασε πυρετικά κύματα, της χορηγήθηκε άλλο πιο ισχυρό αντιβιοτικό που καλύπτει και άλλες ανθεκτικές νοσοκομειακές λοιμώξεις. Αυτό έγινε, σύμφωνα με τον ΜΕ9, στη βάση της καθιερωμένης ιατρικής πρακτικής. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο κ. Νίκος Χριστοδούλου, υπεύθυνος του ιατρικού αρχείου του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (ΜΕ10), ο οποίος παρουσίασε τον φάκελο της ασθενούς κας Κυριακούς Σάββα που τηρείτο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (Τεκμήριο 19). Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι στο φάκελο περιλαμβάνονται και τα αποτελέσματα απεικονιστικών εξετάσεων που μπορεί να διενεργήθηκαν σε ασθενή εκτός εάν δόθηκαν τα πρωτότυπα στον ίδιο τον ασθενή μετά από δικό του αίτημα. Δεν γνώριζε όμως εάν αυτή η πρακτική εφαρμόζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Ενδέκατη μάρτυρας ήταν η Δρ. Γ. Κοντοπηθάρη, εντατικολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (ΜΕ11). Η ΜΕ 11 ήταν μια εκ των ιατρών που περιέθαλψαν την ασθενή κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και κατά την κυρίως εξέταση της αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην κατάσταση της ασθενούς όταν αυτή παραλήφθηκε από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και την εξέλιξη της υγείας της μέχρι που αυτή απεβίωσε. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνονται σε ιατρική έκθεση ημερομηνίας 12.5.2011 (Τεκμήριο 18) που υπογράφει. Επιγραμματικά, σύμφωνα με την έκθεση Τεκμήριο 18 η ασθενής εισήχθη στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στις 2.10.2009 από την μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, λόγω αδυναμίας αποδέσμευσης από τον αναπνευστήρα. Η ιατρική έκθεση (τεκμήριο 18) αναφέρει περαιτέρω ότι κατά την εισαγωγή της ήταν απύρετη, βρισκόταν σε καταστολή και έχρηζε μεγάλων αναγκών σε οξυγόνωση και αερισμό και είχε τοποθετηθεί αριστερός σωλήνας θωρακοστομίας λόγω πλευριτικής συλλογής αριστερού μυοκαρδίου. Η κοιλιακή χώρα παρουσίαζε διάχυτη σκληρία, εντερικοί ήχοι ήταν απόντες και η σίτιση της ασθενούς γινόταν παρεντερικά. Δόθηκαν οδηγίες για να συνεχίσει η παρεντερική σίτιση μέχρι η εντερική λειτουργία να αποκατασταθεί. Ακολούθως η έκθεση αναφέρει ότι με διακοπή της καταστολής η εικόνα της ήταν φτωχική, δηλαδή η ασθενής άνοιγε τα μάτια κάποιες φορές αυτόματα και κάποιες φορές στον πόνο ενώ δεν κινούσε τα άνω και κάτω άκρα. Αναπνευστικά παρέμεναν οι μεγάλες ανάγκες αερισμού και οξυγόνωσης και η ασθενής παρουσίαζε επιδείνωση της νεφρικής λειτουργία. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση (Τεκμήριο 18) στις 9.10.2009 η ασθενής παρουσίασε αιφνίδια εντερορραγία και αιμορραγική καταπληξία που αντιμετωπίστηκε με μεταγγίσεις αίματος και αιμοδυναμική υποστήριξη. Διενεργήθηκε ορθοσκόπιση η οποία έδειξε ευμεγέθη θρόμβο μαζί με κόπρανα να αποφράσσουν τον αυλό του παχέος εντέρου και ερυθρό αίμα. Στις 13.10.2009 πραγματοποιήθηκε διαδερμική τραχειοστομία, η ασθενής έγινε αιμοδυναμικά ασταθής και χρειάστηκε αγγειοσυσπαστικά φάρμακα τις επόμενες μέρες. Στις 22.10.2009 πραγματοποιήθηκε ερευνητική λαπαροτομία κατά την οποία δεν διαπιστώθηκε διαφυγή από το λεπτό έντερο αλλά πολλές συμφύσεις και πραγματοποιήθηκαν πλύσεις. Από 30.10.2009 η ασθενής βρισκόταν σε οξυγονοθεραπεία μέσω Tpiece, νευρολογικά ακολουθούσε εντολές για να ανοιγοκλείσει τα μάτια και χορηγήθηκε νέα αντιβιοτική αγωγή. Στις 3.11.2009 η ασθενής παρουσίασε γενικευμένους τονικό-κλονικούς σπασμούς και υποβλήθηκε σε εγκεφαλογράφημα το οποίο δεν ανέδειξε επιληπτική δραστηριότητα. Όπως διευκρίνισε προφορικά η ΜΚ11 οι σπασμοί είχαν προκληθεί από τα φάρμακα που χορηγούνταν στην ασθενή. Στις 5.11.2009 η ασθενής παρουσίασε πνευμονία αριστερά, υποβλήθηκε σε βρογχοσκόπηση και έγινε καλλιέργεια από το έκπλυμα. Στις 13.11.2009 παρουσίασε σηπτική καταπληξία και υποστηρίχθηκε αιμοδυναμικά με αγγειοσυσπαστικά φάρμακα και λήφθηκαν καλλιέργειες από τον παροχετευτικό σωλήνα της κοιλίας. Ο δε σωλήνας του κατευθυνόμενου συριγγίου αφαιρέθηκε από την χειρουργική κλινική. Στις 16.11.2009 μετά από οδηγίες από τη νευροχειρουργική κλινική άρχισε η κινητοποίηση της ασθενούς η οποία νευρολογικά παρέμενε σε φτωχική κατάσταση, δηλαδή ενώ είχε τα μάτια ανοιχτά δεν εκτελούσε εντολές και δεν κινούσε τα πάνω και κάτω άκρα. Στις 20.11.2009 παρουσιάστηκε εκ νέου σηπτική καταπληξία και υψηλή πυρετική κίνηση και λήφθηκαν καλλιέργειες αίματος, βρογχικών εκκρίσεων και ασκιτικού υγρού και διαπιστώθηκε μικροβιαιμία. Ταυτόχρονα υπήρξε επιδείνωση των αναπνευστικών προβλημάτων αερισμού. Στις 24.11.2009 έγινε αξονική τομογραφία θώρακος και κοιλίας. Στις 26.11.2009 έγινε προσπάθεια παροχέτευσης ενδοκοιλιακής συλλογής υπό αξωνικό τομογράφο. Έγινε καλλιέργεια από το πυώδες υγρό που συλλέχθηκε καθώς και από άλλο ασκιτικό υγρό. Υποβλήθηκε σε γαστροσκόπηση για έλεγχο της γαστροεντεροαναστόμωσης η οποία είχε ανοικτά στόμια. Στις 29.11.2009 έγινε ερευνητική λαπαροτομία κατά την οποία παροχετεύτηκε η αποστηματική κοιλότητα υφηπατικά μέχρι τον βουβωνικό σύνδεσμο, ανακατασκευάστηκε η αναστόμωση κατά Roux - en Y, πραγματοποιήθηκε γαστροστομία και καταργήθηκε η νηστιδοστομία. Η ασθενής ήταν αιμοδυναμικά ασταθής υπό αγγειοσυσπαστικά και παρουσίαζε αιμορραγική διάθεση που διορθωνόταν με παράγωγα αίματος, παράγοντες πήξης και αίμα. Παρέμεινε δε στον αναπνευστήρα λόγω αναπνευστικής δυσχέρειας. Στις 8.12.2009 παρουσιάστηκε αίμα και μέλαινα στα κόπρανα και υποβλήθηκε σε γαστροσκόπηση χωρίς να αναδειχθεί εστία αιμορραγίας. Στις 10.12.2009 συζητήθηκε με τη χειρουργική ομάδα το ενδεχόμενο νέας χειρουργικής επέμβασης όμως θεωρήθηκε αδύνατη μια νέα λαπαροτομία. Συζητήθηκε με την οικογένεια της ασθενούς η βαριά πρόγνωση και εξηγήθηκε η κρισιμότητα της γενικής κατάστασης. Στις 13.12.2009 η ασθενής παρουσίασε βαρύ σηπτικό σοκ και σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ARDS με πολύ αυξημένες ανάγκες σε οξυγόνωση και αερισμό. Η ασθενής ήταν υποθερμική λόγω βαριάς σήψης και παρουσίαζε υψηλά λευκά αιμοσφαίρια στο αίμα και υψηλούς δείκτες φλεγμονής. Όσα αναφέρω πιο πάνω αποτελούν σύνοψη της ιατρικής έκθεσης (τεκμήριο 18). Η ιατρική έκθεση τελειώνει αναφέροντας ότι στις 14.12.2009 η ασθενής συνέχιζε να βρίσκεται σε βαρύ ανθεκτικό σηπτικό σοκ που δεν ανταποκρινόταν σε 24ωρη θεραπεία. Κατέληξε τελικά στις 14.12.2009 στις 16:51μμ με διάγνωση πολυοργανική ανεπάρκεια. Κατά την αντεξέταση της ΜΕ11 και όταν ερωτήθηκε σχετικά, η μάρτυρας εξήγησε ότι η περιτονίτιδα που παρουσίαζε η ασθενής είχε προκληθεί από τα μικρόβια που βρέθηκαν στην κοιλιακή χώρα εξαιτίας της ρήξης του εντέρου. Ερωτήθηκε σε σχέση με το είδος της αντιβίωσης που χορηγείται σε ασθενής για αντιμετώπιση της περιτονίτιδας και η ΜΕ11 απάντησε ότι όταν ασθενής παρουσιάζει πυρετό πρέπει να γίνεται καλλιέργεια αίματος για να χορηγηθεί η σωστή αντιβίωση όμως η αντιβιωτική κάλυψη πρέπει να ξεκινά αμέσως και όχι μετά που θα είναι διαθέσιμα τα αποτελέσματα της καλλιέργειας γιατί τα αποτελέσματα μπορεί να μην είναι διαθέσιμα για κάποιες μέρες μετά τη συλλογή αίματος για καλλιέργεια. Εξήγησε επίσης ότι η σηπτική καταπληξία που παρουσίασε η κα Κυριακού Σάββα ήταν αποτέλεσμα πολύ σοβαρής λοίμωξης η οποία οφειλόταν σε μικρόβια. Η ασθενής, ανέφερε, είχε δύο εστίες λοίμωξης. Η μια ήταν στους πνεύμονες που πιθανόν να προκλήθηκε από την παρατεταμένη παραμονή της στον αναπνευστήρα. Η δεύτερη, την οποία χαρακτήρισε ως την πιο σοβαρή αφού την οδήγησε στο χειρουργείο τέσσερεις φορές, ήταν η λοίμωξη στην κοιλία που προκλήθηκε από τη ρήξη του εντέρου. Συνέχισε αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας που παρουσίασε ήταν αποτέλεσμα των τραυμάτων στον θώρακα από τη σύγκρουση και της λοίμωξης. Τέλος, όταν ερωτήθηκε σχετικά, η ΜΕ1 επέμενε ότι τα τραύματα που η κα Κυριακού Σάββα είχε υποστεί από το τροχαίο ατύχημα μπορούσε να ήταν θανατηφόρα, ενώ δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι είχε γίνει κατά τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί η ασθενής στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο υιός της αποβιωσάσης και διαχειριστής της περιουσίας της κ. Σάββας Γρηγόρη (ΜΕ12). Ο ΜΕ12 περιέγραψε τις ενέργειες της οικογένειας μετά το ατύχημα και τον τρόπο με τον οποίο αυτός και τα αδέλφια του προσέφεραν υποστήριξη και βοήθεια στη μητέρα του πριν τον θάνατο της, αλλά και μερίμνησαν για την φροντίδα του πατέρα τους αργότερα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του όταν η μητέρα του ήταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και πριν υποβληθεί στη 2η χειρουργική επέμβαση, είχε τις αισθήσεις της και τους έλεγε ότι πονούσε και ότι θα πεθάνει. Αργότερα και ενώ νοσηλευόταν στην μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, η δυνατότητα τους να συνομιλήσουν με τη μητέρα τους ήταν μειωμένη λόγω της κατάστασης της αλλά και λόγω της περιορισμένης επαφής που τους επιτρεπόταν να έχουν μαζί της. Όμως σε περιπτώσεις όπου δεν ήταν διασωληνωμένη και δεν ήταν σε καταστολή, όταν είχαν την ευκαιρία να της μιλήσουν και να την ρωτήσουν εάν ήταν καλά αυτή τους ένευε όχι. Σύμφωνα με τον ΜΕ11 κάποτε ένευε με το χέρι ότι δεν ήταν καλά και κάποτε τους ψέλλιζε ότι θα πεθάνει και ότι δεν θα αντέξει. Ο ΜΕ11 περιέγραψε τη σχέση των γονέων του πριν το ατύχημα και ειδικότερα τον τρόπο με τον οποίο η μητέρα τους φρόντιζε τον πατέρα τους, μεριμνούσε για το μαγείρεμα, καθάρισμα και γενικά πως είχε την αποκλειστική ευθύνη όλων των οικιακών καθηκόντων ενώ μεριμνούσε και για την λήψη της φαρμακευτικής αγωγής του πατέρας τους για διάφορα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Εξήγησε ότι μετά το θάνατο της μητέρας τους, για κάποιο χρονικό διάστημα τα αδέρφια είχαν αναλάβει τη φροντίδα του πατέρα τους, όμως μετά από κάποιους μήνες αποφάσισαν να εργοδοτήσουν οικιακή βοηθό για το σκοπό αυτό. Παρουσίασε στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού της οικιακής βοηθού που, σύμφωνα με το μάρτυρα δείχνει τα εμβασμάτων των ποσών που πληρωνόταν για τις υπηρεσίες της (Τεκμήριο 21). Επιπρόσθετα παρουσίασε αποδείξεις για αγορά τάφου €500 (Τεκμήριο 22), κατασκευής μνημείου €3.500 (Τεκμήριο 23), αποδείξεις που αφορούσαν έξοδα κηδείας €1.700 και €35 (Τεκμήριο 24), απόδειξη πληρωμής για την εξασφάλιση της αστυνομικής έκθεσης του ατυχήματος €85 (Τεκμήριο 25) και απόδειξη πληρωμής για την εξασφάλιση ιατρικού πιστοποιητικού από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας €47,84 (Τεκμήριο 26). Κατά την αντεξέταση του ΜΕ12, διευκρίνισε ότι είχε επικοινωνία με την μητέρα του όταν αυτή ήταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και περιορισμένη επικοινωνία κάποιες μέρες όταν αυτή νοσηλευόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, η μητέρα τους επικοινωνούσε περιορισμένα μαζί του και με τα αδέρφια του ψιθυριστά, κάποιες μέρες που δεν ήταν διασωληνωμένη από το στόμα με τον αναπνευστήρα. Αμφισβητήθηκαν τα έξοδα για τα οποία είχε παρουσιάσει σχετικές αποδείξεις αλλά ο ΜΕ12 επέμενε ότι τα έξοδα αυτά είχαν γίνει και τα ποσά πληρωθεί. Το ίδιο ίσχυε, σύμφωνα με τον ΜΕ12, και για τα έξοδα της οικιακής βοηθού τα οποία καταβάλλονταν από τη σύνταξη του πατέρα του, συζύγου της αποβιωσάσης. Ερωτήθηκε σε έκταση κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης για την ποιότητα της νοσηλείας που είχε δεχθεί η μητέρα του στα Γενικά Νοσοκομεία Λάρνακας και Λευκωσίας. Ο ΜΕ12 ανέφερε ότι δεν έχει ιατρικές γνώσεις και ότι δεν είναι σε θέση να απαντήσει για τα συγκεκριμένα θέματα. Δέκατη τρίτη μάρτυρας ήταν η τριτοδιάδικος, κα Κυριακή Κουμπάρου (ΜΕ13), η οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν η οδηγός του οχήματος στο οποίο επέβαινε η Κυριακού Σάββα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KLQ 755 και στις 23.9.2009 και περί ώρα 15:15 οδηγούσε το όχημα της για να μεταβεί στην εκκλησία Αγίας Θέκλας στη Μοσφιλωτή. Στη θέση του συνοδηγού καθόταν η γειτόνισσα της Κυριακού Σάββα και επιβάτιδα στο όχημα ήταν και η φίλη της κα Μαρίτσα Παντελή. Η ίδια και η Κυριακού Σάββα φορούσαν την ζώνη ασφαλείας τους. Οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 60-65 χιλιόμετρα ανά ώρα και όταν ήταν στη επίδικη διασταύρωση και έστριβε δεξιά είδε σε απόσταση 150 μέτρα περίπου το όχημα της Εναγόμενης να έρχεται προς το μέρος της από την αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με μεγάλη ταχύτητα. Σύμφωνα με την ΜΕ13, η ίδια συνέχισε κανονικά την πορεία της υπολογίζοντας ότι η άλλη οδηγός την είδε και θα σταματούσε για να την αφήσει να περάσει όμως όταν τα δύο οχήματα ήταν σε απόσταση 5-6 μέτρων είδε το άλλο όχημα να συνεχίζει κανονικά την πορεία του και να μην ελαττώνει. Λόγω της τόσο κοντινής απόστασης, η ΜΕ13 ανέφερε ότι «δεν πρόλαβα να πατήσω στόπερ ούτε να παίξω την πουρού και κτυπήσαμε». Κατά την αντεξέταση της η ΜΕ13 ανέφερε ότι αφότου είδε το όχημα της Εναγόμενης η ίδια έκρινε ότι έπρεπε να συνεχίσει κανονικά την πορεία της και ήταν τέτοια η ταχύτητα της Εναγόμενης που δεν πρόλαβε να κάνει οποιοδήποτε ελιγμό. Ακολούθως κατέθεσε στο Δικαστήριο ο υιός της αποβιωσάσης Γρηγόρης Γρηγορίου (ΜΕ14). Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΕ14 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είχε ενημερωθεί μόλις συνέβη το ατύχημα και μετέβηκε στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας όπου συνάντησε τη μητέρα του. Περιέγραψε την κατάσταση της λέγοντας ότι υπέφερε από έντονους πόνους. Συνέχισε λέγοντας ότι μετά την πρώτη χειρουργική επέμβαση η μητέρα τους συνέχιζε να παραπονείται ότι πονούσε έλεγε ότι δεν θα αντέξει και ζητούσε από τον ίδιο και τα αδέρφια του να προσέχουν τον πατέρα τους και τα εγγόνια της. Ο ΜΕ14 είπε ότι παρέμενε καθημερινά κοντά στη μητέρα του όταν αυτή μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και ότι όταν της έγινε τραχιοτομή ήταν σε θέση με νεύματα, μορφασμούς και ψιθύρους να επικοινωνήσει μαζί τους και να τους μεταφέρει ότι πονούσε. Ο ΜΕ14 ερωτήθηκε και σε σχέση με τον πατέρα του. Αναφέρθηκε στη στενή σχέση που είχαν οι γονείς του και ότι η μητέρα του είχε ανέκαθεν την αποκλειστική φροντίδα, του πατέρα τους, του σπιτιού αλλά και των εγγονιών της. Αναφέρθηκε σε προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο πατέρας του και στο ότι η μητέρα του είχε αναλάβει να του χορηγεί την φαρμακευτική αγωγή του. Εξήγησε ότι μετά το ατύχημα τα αδέρφια προσπάθησαν να προσέχουν τον πατέρα τους αλλά στην πορεία αποφάσισαν ότι έπρεπε να εργοδοτηθεί οικιακή βοηθός. Ανέφερε ότι η οικιακή βοηθός είχε εργοδοτηθεί από τον πατέρα του ο οποίος κατέβαλε από τη σύνταξη του τον μισθό της, πλήρωνε τις κοινωνικές της ασφαλίσεις και κάποια επιπλέον ποσά για ψυχαγωγία της οικιακής βοηθού και προσωπικές της ανάγκες. Ο ΜΕ14 παρουσίασε συμφωνίες εργοδότησης της οικιακής βοηθού (Τεκμήρια 27-29) καθώς και δέσμη αποδείξεις πληρωμών εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων (Τεκμήριο 30). Παρουσίασε περαιτέρω καταστάσεις λογαριασμού από τον τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα του (Τεκμήριο 31). Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ14 ανέφερε ότι η μητέρα του δεν ήταν συνεχώς σε καταστολή αλλά, κατά διαστήματα ήταν σε θέση να επικοινωνήσει μαζί τους. Ανέφερε ότι βρισκόταν σε καταστολή μετά τη 2η χειρουργική επέμβαση στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, όταν μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ήταν τις πρώτες μέρες σε καταστολή, αργότερα έγινε τραχιοτομή και μπορούσε να έχει κάποιου είδους επικοινωνία ενώ κάποιες μέρες αργότερα όταν η κατάσταση της υγεία της επιδεινώθηκε ξανατοποθετήθηκε σε καταστολή. Επέμενε όμως ότι τις περιόδους κατά τις οποίες δεν ήταν σε καταστολή ήταν σε θέση να επικοινωνήσει και εκφραζόταν με διάφορους τρόπους ότι πονούσε, ότι δεν θα τα κατάφερνε να ξεπεράσει τα τραύματα της και μετέφερε την αγωνία της για τον πατέρα τους και τα εγγόνια της. Τελευταίος μάρτυρας ήταν η παθολογοανατόμος του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας κα Ελένη Αντωνίου (ΜΕ15), η οποία είχε διενεργήσει νεκροτομή στην σωρό της αποβιωσάσης. Κατά την κυρίως εξέταση της, η ΜΕ15 υιοθέτησε το περιεχόμενο της ιατροδικαστικής της έκθεσης (Τεκμήριο 5) και της κατάθεσης της (Τεκμήριο 6). Στην ιατροδικαστική έκθεση, Τεκμήριο 5, καταγράφεται ως αιτία θανάτου ήταν «
- Πνευμονία και περιτονίτιδα εν αναμονή ιστολογικών εξετάσεων.
- Συνεπεία τροχαίου ατυχήματος». Στην κατάθεση της Τεκμήριο 6, η ΜΕ15 αναφέρει ότι συμπληρωματικά με την μεταθανάτια εξέταση «θέλω να αναφέρω προς διευκρίνιση της αιτίας θανάτου ότι ο θάνατος προήλθε από το τροχαίο δυστύχημα ήτοι από τραύματα της κοιλιακής χώρας τα οποία ενώ χειρουργήθηκαν παρουσίασαν υποτροπή με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν περιτονίτιδα. Την πνευμονία επίσης προκάλεσε η μακροχρόνια παραμονή της σε ακινησία λόγω των σοβαρών τραυμάτων την οποία ακινησία δημιούργησε το τροχαίο ατύχημα». Περαιτέρω, σύμφωνα με την παθολογοανατομική έκθεση (Τεκμήριο 32) που ετοίμασε και υιοθέτησε η μάρτυρας, τα κύρια ευρήματα της νεκροτομής ήταν περιτονίτιδα και μετατραυματική πνευμονία. Κατά την μαρτυρία της η ΜΕ15 διευκρίνισε ότι σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ιστοπαθολογικής εξέτασης κατέληξε ότι η περιτονίτιδα και η πνευμονία συνεπεία παλαιού τροχαίου ατυχήματος ήταν η αιτία θανάτου. Η πνευμονία, σύμφωνα με τη ΜΕ15 προκλήθηκε λόγω της παρατεταμένης παραμονής της ασθενούς στο κρεβάτι λόγω βεβαρημένου ιστορικού με πολυτραυματισμό από τροχαίο. Χαρακτήρισε την πνευμονία ως ένα θανατηφόρο νόσημα που κάποιες φορές παρά την προσπάθεια θεραπείας με αντιβίωση και τραχιοστομία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί. Σε σχέση με την περιτονίτιδα η ΜΕ15 ανέφερε ότι μπορεί να προκληθεί από οποιαδήποτε απώλεια από το πεπτικό σύστημα. Σε περιπτώσεις πολυτραυματία με περισσότερα από ένα τραύματα στην κοιλιακή χώρα, όπως η αποβιωσάση, η ΜΕ15 υποστήριξε ότι μπορεί να μην είναι εφικτό να αντιμετωπιστεί με επιτυχία χειρουργικά. Στην αποβιωσάση είχε διαπιστώσει ότι το λεπτό και παχύ έντερο εμφάνιζαν συμφύσεις και αιμορραγικές νεκρώσεις. Κατά την αντεξέταση της μάρτυρας, τέθηκαν ενώπιον της τα πρακτικά από τη μαρτυρία της σε ποινική υπόθεση που είχε καταχωρηθεί εναντίον της Εναγόμενης για το ίδιο τροχαίο ατύχημα (Τεκμήριο 33). Ζητήθηκε από τη μάρτυρα να εξηγήσει κάποιες αναφορές της κατά τη μαρτυρία της στην ποινική υπόθεση. Επιγραμματικά η ΜΕ15 ανέφερε ότι δεν είναι χειρούργος αλλά έχει άλλη ειδικότητα. Ανέφερε επίσης ότι τα τραύματα που είχε υποστεί κατά το τροχαίο ατύχημα η αποβιωσάση δεν ήταν θανατηφόρα αφού δεν επέφεραν αμέσως το θάνατο. Πρόσθεσε ότι κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση τα προβλήματα ήταν σχετικά μικρά αφού κατά το χρονικό εκείνο σημείο δεν υπήρχαν συμφύσεις στο γαστεντερικό σύστημα και δεν υπήρχε περιτονίτιδα. Όπως όμως εξελίχθηκε η υγεία της αποβιωσάσης, ακολούθησε η περιτονίτιδα και η πνευμονία που ήταν θανατηφόρα. Τέλος, η μάρτυρας εξήγησε ότι λόγω των πολλών χρόνων που έχουν παρέλθει από τα επίδικα γεγονότα και του μεγάλου αριθμού περιστατικών που αντιμετωπίζει κάθε χρόνο δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη περίπτωση. Αξιολόγηση Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τόσο τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται πρέπει να κρίνεται με βάση το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται κατά τη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι σαφώς ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[1]. Έχω επίσης κατά νου ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα μπορούν να εξαχθούν από την σύγκριση, σύγκλιση και αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, από την σκοπιά που ο κάθε μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα και στο βαθμό που εμπλέκεται σε αυτά[2]. Σημειώνω επίσης ότι κάποιες επουσιώδεις αντιφάσεις στην μαρτυρία των μαρτύρων μάλλον ενισχύουν παρά πλήττουν την αξιοπιστία τους αφού δεικνύουν την έλλειψη προσυνεννόησης μεταξύ τους. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση, σημειώνω ότι η συνήγορος της Τριτοδιάδικου δεν αντεξέτασε σχεδόν καθόλου τους μάρτυρες που προσκόμισε η Ενάγουσα. Όπως δε ανέφερε προηγουμένως, με εξαίρεση τη μαρτυρία της ίδιας της Τριτοδιάδικου, δεν προσκόμισε άλλη μαρτυρία. Ούτε για την Εναγόμενη προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Η ΜΕ1, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ήταν τυπική μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε και δεν τίθεται θέμα αξιοπιστίας της. Ο ΜΕ2 ήταν ο εξεταστής του τροχαίου ατυχήματος. Ακούγοντας το σύνολο της μαρτυρίας του, δεν διέκρινα από μέρους του οποιαδήποτε προσπάθεια να παραποιήσει τα γεγονότα. Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστος και ανεξάρτητος και ότι κατέθεσε την αλήθεια. Εξήγησε με σαφήνεια την εμπλοκή του στη διερεύνηση του ατυχήματος και παρέμεινε το ίδιο σαφής, πειστικός και σταθερός κατά την αντεξέταση του. Αποδέχομαι επομένως τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Αναφορικά με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής τους ατυχήματος που ετοίμασε ο ΜΕ2, κρίνω ότι αυτό αποτυπώνει πιστά την πραγματική κατάσταση όπως τη συνάντησε ο ίδιος όταν έφτασε στη σκηνή, συμπεριλαμβανομένων των τελικών θέσεων των εμπλεκόμενων οχημάτων και το σημείο σύγκρουσης αυτών. Ο τρίτος μάρτυρας Αστ. 173 Ττοφή, κρίνω ότι επίσης ήταν ανεξάρτητος και αμερόληπτος. Η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Το συμμετρικό σχεδιάγραμμα που ετοίμασε (Τεκμήριο 8) κρίνω ότι αποτυπώνει πιστά και επί κλίμακας την κατάσταση του δρόμου στην σκηνή του ατυχήματος, σημειώνω όμως την αναφορά του ότι τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης στο συμμετρικό σχεδιάγραμμα και τις τελικές θέσεις των εμπλεκόμενων οχημάτων βασιζόμενος στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 7 που είχε ετοιμάσει ο εξεταστής της υπόθεσης. Ο ΜΕ4 δεν ήταν βοηθητικός μάρτυρας αφού δεν είχε οποιαδήποτε πρωτογενή ανάμειξη στη διερεύνηση του αδικήματος και η εμπλοκή του περιορίστηκε στην ετοιμασία της αστυνομικής έκθεσης Τεκμήριο 13 για την οποία βασίστηκε σε πληροφορίες που υπήρχαν στον φάκελο της υπόθεσης. Η μαρτυρία της ΜΕ5 ήταν τυπική και περιορίστηκε στην παρουσίαση αντιγράφου του ιατρικού φακέλου της αποβιωσάσης που τηρείται στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Επιφυλάξεις που είχαν εκφραστεί από την υπεράσπιση αναφορικά με την πληρότητα του φακέλου παρέμειναν αόριστες και γενικές και συνεπώς δεν μπορώ να τους προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Έχω δε κατά νου τη μαρτυρία του ΜΕ8, στην οποία θα αναφερθώ στην πορεία, σύμφωνα με την οποία οι απεικονιστικές εξετάσεις και τα αποτελέσματα τους αρχειοθετούνται στον ακτινολογικό φάκελο του κάθε ασθενή, ο οποίος καταστρέφεται μετά από 4 χρόνια. Ο παθολόγος Δρ. Σ. Πάμπου (ΜΕ6) δημιούργησε θετική εντύπωση. Κρίνω ότι ο μάρτυρας παρέμεινε καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, σταθερός, πειστικός και θετικός. Απαντούσε με σαφή και τεκμηριωμένο τρόπο και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Κρίνω ότι ήταν αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΕ7 Δρ Χατζηχάρος, ήταν ο χειρούργος που διενήργησε την πρώτη χειρουργική επέμβαση στην Κυριακού Σάββα στις 23.9.
- Ο ΜΕ7 ήταν σαφής στις απαντήσεις του, διαφωτιστικός και πειστικός. Επεξήγησε με πληρότητα τα ευρήματα, τις ενέργειες του και την κατάσταση της ασθενούς και δεν διέκρινα οποιοδήποτε στοιχείο ανειλικρίνειας ή υπεκφυγής. Του τέθηκε από την υπεράσπιση ότι κατά τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης ήταν αμελής και κατά συνέπεια δεν εντόπισε και δεν αντιμετώπισε με τον ενδεδειγμένο τρόπο, ρήξη του δωδεκαδάκτυλου της ασθενούς. Του τέθηκε επίσης ότι δεν χορηγήθηκε ορθή αντιβιοτική θεραπεία μετά την επέμβαση. Ο ΜΕ 7 διαφώνησε εξηγώντας με σαφήνεια την κατάσταση που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια του χειρουργείου, τις ενδείξεις που είχε σε σχέση με τα τραύματα του δωδεκαδάκτυλου και την αντιβίωση που χορήγησε μετεγχειρητικά. Κρίνω ότι η αντεξέταση δεν έπληξε την αξιοπιστία του μάρτυρα. Αντέκρουσε με σταθερότητα τη θέση της υπεράσπισης, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και εξήγησε με σαφήνεια και πειστικότητα τις ενέργειες του. Σημειώνω ότι οι αναφορές του σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης συνάδουν και με τις καταγραφές του στο operation report που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
- Καταλήγω επομένως ότι πρόκειται για μάρτυρα αξιόπιστο, τη μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι. Ο ΜΕ8 είναι από το 2010 γραφέας στο ακτινολογικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Παρά το ότι η αξιοπιστία του δεν αμφισβητήθηκε, κρίνω ότι δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητικός για εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Διευκρίνισε απλώς στο Δικαστήριο ότι οι φάκελοι ακτινογραφίας ασθενών, στους οποίους φυλάγονται και τα αποτελέσματα ακτινογραφιών και εξετάσεων αξονικής τομογραφίας καταστρέφονται μετά την πάροδο 4 ετών. Ο ΜΕ9 Δρ Παπακυριακού, ήταν επίσης αξιόπιστος. Ήταν, καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, σταθερός και πειστικός. Εξηγούσε με σαφήνεια τις θέσεις του στις οποίες παρέμεινε σταθερός. Δεν υπήρχαν στη μαρτυρία του οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από συνοχή και πληρότητα και δεν διέκρινα να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο να αμφισβητήσω την αλήθεια των όσων είπε. Ενόψει τούτου αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε. Ο ΜΕ10 ήταν τυπικός, θα έλεγα, μάρτυρας η αξιοπιστία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε ενώ η μαρτυρία του περιορίστηκε ουσιαστικά στην παρουσίαση του φακέλου του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (Τεκμήριο 19) για την κα Κυριακού Σάββα. Κατά την αντεξέταση της ΜΕ11, δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια ή η ορθότητα των όσων είχε καταθέσει στην κυρίως εξέταση της. Η αντεξέταση της επικεντρώθηκε κατά κύριο λόγο στην παροχή διευκρινίσεων σε σχέση με τα τραύματα της Κυριακούς Σάββα ενώ της υποβλήθηκαν και γενικές ερωτήσεις σε σχέση με ιατρικά θέματα που ήταν σχετικά με την κατάσταση και νοσηλεία της Κυριακούς Σάββα. Σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν απάντησε με αμεσότητα, πειστικότητα, προθυμία και σταθερότητα. Θεωρώ ότι ως μάρτυρας ήταν αξιόπιστη και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ο ΜΕ12, υιός της αποβιωσάσης και διαχειριστής της περιουσίας της, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστος. Ήταν σαφής στις απαντήσεις του, κατά την αντεξέταση και όταν αμφισβητήθηκαν κάποιες από τις αναφορές του παρέμεινε σταθερός και δεν κλονίστηκε καθόλου. Απαντούσε αυθόρμητα και πειστικά και, γενικά, η ποιότητα της μαρτυρίας του δεν μου δίνει λόγω να αμφισβητήσω την αλήθεια της. Η ΜΕ13, οδηγός του οχήματος στο οποίο επέβαινε η κα Κυριακού Σάββα, ήταν επίσης θεωρώ αξιόπιστη μάρτυρας. Απαντούσε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν με φυσικότητα, αυθορμητισμό και δεν διέκρινα οποιαδήποτε ένδειξη ότι είχε κατασκευάσει μέρος της μαρτυρία της, την οποία αποδέχομαι ως αληθινή. Ο υιός της αποβιωσάσης ΜΕ14, θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Η αδυναμία του να θυμηθεί με λεπτομέρεια τη χρονολογική σειρά των γεγονότων, κρίνω ότι δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του - αντίθετα θεωρώ ότι είναι λογική λαμβάνοντας υπόψη τα χρόνια που παρήλθαν από τα γεγονότα μέχρι την ημέρα που έδινε μαρτυρία. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, δεν έδειξε σημεία ότι η μαρτυρία του δεν ήταν αληθινή, έμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Με αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Η ΜΕ15 ήταν σε γενικές γραμμές αξιόπιστη. Δεν παραβλέπω τις αναφορές της ότι δεν θυμόταν ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά εξήγησε με σαφήνεια τις ενέργειες και τα ευρήματα της όπως καταγράφονται στην κατάθεση της, στην ιατροδικαστική της έκθεση, στο πιστοποιητικό θανάτου και στην παθολογοανατομική της έκθεση. Εξήγησε επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας της κατά την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης που αφορούσε το ίδιο τροχαίο ατύχημα. Αποδέχομαι τα ευρήματα της αναφορικά με την κατάσταση της σωρού της ασθενούς όταν η ίδια διενήργησε τις εξετάσεις της καθώς και τα ευρήματα της αναφορικά με την αιτία θανάτου όπως καταγράφονται στην παθολογοανατομική της έκθεση (Τεκμήριο 32), στην κατάθεση της Τεκμήριο 6 και όπως τα εξήγησε στη δια ζώσης μαρτυρία της. Οι αναφορές της σε σχέση με αμελή περίθαλψη κατά τη μαρτυρία της στην ποινική υπόθεση θεωρώ ότι επεξηγήθηκαν επαρκώς κατά τη μαρτυρία της στην παρούσα και ότι δεν αναιρούν τα ευρήματα της αναφορικά με την αιτία θανάτου. Δεν παραγνωρίζω επί τούτου τις αναφορές της μάρτυρας ότι δεν έχει ειδικότητα χειρούργου αλλά ούτε και ότι η μοναδική της επαφή με την παρούσα υπόθεση ήταν μετά που απεβίωσε η Κυριακού Σάββα. Ευρήματα Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Στις 23.9.2009 και περί ώρα 15:15 η Τριτοδιάδικος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KQC 463 με επιβάτιδα στη θέση του συνοδηγού την κα Κυριακού Σάββα, στην λεωφόρο Ελλάδος με κατεύθυνση προς λεωφόρο Ελευθερίας. Η κα Κυριακού Σάββα φορούσε την ζώνη ασφαλείας της. Σε κάποιο σημείο του δρόμου περί την πάροδο της οδού Αρχιεπισκόπου Παϊσίου, η Τριτοδιάδικος εισήλθε στην τρίτη λωρίδα του δρόμου, ως ήταν η πορεία της, με σκοπό να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό Αρχιεπισκόπου Παϊσίου. (β) Την ίδια μέρα και ώρα, η Εναγόμενη οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KLQ 755 στον ίδιο δρόμο με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή με κατεύθυνση προς τον κυκλικό κόμβο Καλού Χωριού. (γ) Η Τριτοδιάδικος είχε αρχίσει να πραγματοποιεί στροφή προς τα δεξιά, είχε εισέλθει στην αντίθετη κατεύθυνση, το όχημα της είχε διασχίσει σχεδόν όλη την δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης πορείας και βρισκόταν κατά το ήμισυ περίπου στην πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης πορείας. Ενώ πραγματοποιούσε τον ελιγμό αντιλήφθηκε το όχημα της Εναγόμενης όταν αυτό βρισκόταν περί τα 150 μέτρα μακριά από το δικό της και την πλησίαζε με μεγάλη ταχύτητα. Η Τριτοδιάδικος συνέχισε κανονικά να πραγματοποιεί την στροφή προς τα δεξιά. Το όχημα της Εναγόμενης δεν ελάττωσε ταχύτητα. Τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν στο σημείο που αποτυπώνεται με «χ» στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής (Τεκμήριο 7) και στο συμμετρικό σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 8). Ειδικότερα, το μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος της Εναγόμενης, περιλαμβανομένου του πλαϊνού δεξιού μπροστινού μέρους του προφυλακτήρα και του δεξιού μπροστινού τροχού, συγκρούστηκε με το αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος της Ενάγουσας, περιλαμβανομένου του αριστερού πλαϊνού μπροστινού μέρους του προφυλακτήρα και του αριστερού μπροστινού τροχού. Οι ζημίες που υπέστη το κάθε όχημα συνεπεία του ατυχήματος αποτυπώνονται στις φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον ΜΕ3, Τεκμήριο
- Οι τελικές θέσεις των οχημάτων αποτυπώνονται επίσης στο πρόχειρο και συμμετρικό σχεδιάγραμμα (Τεκμήρια 7 και 9). (δ) Κατά την ώρα του ατυχήματος, ο καιρός ήταν αίθριος, ο φωτισμός ήταν καλός και η ορατότητα και από τις δύο κατευθύνσεις ήταν περί τα 500 μέτρα. Δεν υπήρχε οποιοδήποτε σταθερό αντικείμενο στο δρόμο που να εμποδίζει ουσιαστικά την ορατότητα των δύο οδηγών. Πινακίδες που υπήρχαν στη διαχωριστική νησίδα δεν συνιστούσαν εμπόδιο στη ορατότητα των οδηγών και στη δυνατότητα τους να έχουν ικανή οπτική επαφή με την τροχαία κίνηση στην αντίθετη κατεύθυνση. (ε) Συνεπεία του ατυχήματος η κα Κυριακού Σάββα τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Ο ιατρικός φάκελος της Κυριακούς Σάββα στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας αποτυπώνεται στο Τεκμήριο
- Δεν περιλαμβάνει απεικονιστικές εξετάσεις που βρίσκονταν στον ακτινολογικό φάκελο της ασθενούς. (στ) Όταν η θανούσα μεταφέρθηκε στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας εξετάστηκε από τον ΜΕ6 ο οποίος διαπίστωσε ότι ήταν πολυτραυματίας, με εκχυμώσεις στο σώμα, έντονο κοιλιακό άλγος και ταχυκαρδία. Ο ΜΕ6 διενήργησε εξέταση με υπερήχους στην κοιλιακή χώρα. Κατά την εξέταση διαπίστωσε ότι υπήρχε εσωτερική αιμορραγία. Η εσωτερική αιμορραγία απειλούσε την ζωή της ασθενούς και έπρεπε να αντιμετωπιστεί επειγόντως χειρουργικά. Ειδοποιήθηκε το χειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείο στο οποίο παραδόθηκε η ασθενής περί τα 50 λεπτά μετά την άφιξη της στο Τμήμα Α' Βοηθειών. (ζ) Η ασθενής παραλήφθηκε από τον Δρ. Χατζηχάρο (ΜΕ7), χειρούργο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση το ίδιο βράδυ. Κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης διαπιστώθηκε ότι είχε ρήξη στο συκώτι μήκους περί τα 12 εκατοστά, στον αριστερό λοβό, η οποία αιμορραγούσε. Η ρήξη αποκαταστάθηκε χειρουργικά. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η ασθενής είχε πλήρη ρήξη του εντέρου μεταξύ του δωδεκαδάκτυλου και της νύστιδας η οποία επίσης αποκαταστάθηκε. Από τη ρήξη αυτή είχε διαφύγει στο εσωτερικό της κοιλιακής χώρας περιεχόμενο του εντέρου. (η) Διαπιστώθηκε περαιτέρω η ύπαρξη αιματώματος οπισθοπεριτωναϊκά, στην περιοχή του παγκρέατος και του δωδεκαδάκτυλου Το αιμάτωμα αξιολογήθηκε από τον ΜΕ6 ο οποίος δεν διαπίστωσε ενδείξεις για ρήξη μεγάλου αγγείου και δεν διαπίστωσε διαφυγή του περιεχομένου του δωδεκαδάκτυλου. Έκρινε επομένως ότι δεν υπήρχε διάτρηση του δωδεκαδάκτυλου. (θ) Κατά την χειρουργική επέμβαση αναρροφήθηκε επίσης ελεύθερο υγρό, αίμα και θρόμβοι αίματος που βρισκόταν στην κοιλιακή χώρα. Τοποθετήθηκε σωλήνας παροχέτευσης για αποσυμφόρηση της κοιλιακής χώρας. Ακολούθως χορηγήθηκε ενδοφλέβια διπλή αντιβίωση στην ασθενή αποτελούμενη από ένα γενικό αντιβιοτικό και ένα αντιβιοτικό ειδικό για περιεχόμενο εντέρου. (ι) Τα όσα έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης ημερομηνίας 23.9.2009 καταγράφονται και αποτυπώνονται στο Operation Report που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
- (ια) Ο ΜΕ7 παρακολούθησε την ασθενή μέχρι και τις 25.9.
- Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η κατάσταση της υγείας της ήταν ικανοποιητική και εξελισσόταν κανονικά. Η ασθενής ήταν απύρετη. Με οδηγίες του ΜΕ7 η ασθενής εξήλθε της εντατικής μονάδας θεραπείας στις 24.9.2009 και μεταφέρθηκε στον χειρουργικό θάλαμο. Κατά τη μεταφορά της η ασθενής δεν ήταν διασωλινωμένη και είχε τις αισθήσεις της. (ιβ) Μετά την χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε η ασθενής στις 23.9.2009, διενεργήθηκε εξέταση αξονικής τομογραφίας. Η εξέταση αυτή απέκλεισε το ενδεχόμενο να είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση. (ιγ) Μετά τις 25.9.2009 η ασθενής άρχισε να παρουσιάζει χαμηλούς πυρετούς και οι θεράποντες ιατροί άλλαξαν την αντιβίωση που λάμβανε ενώ διενεργήθηκε εξέταση με αξονική τομογραφία στην κοιλιακή χώρα με σκιαγραφικό υλικό. Η εξέταση αυτή έδειξε ότι υπήρχε διαρροή από το δωδεκαδάκτυλο και κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια δεύτερης χειρουργικής επέμβασης. (ιδ) Στις 28.09.2009 πραγματοποιήθηκε δεύτερη χειρουργική επέμβαση από τον ΜΕ9 στην ασθενή κατά τη διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε οπισθοπεριτοναϊκή συλλογή λόγω ρήξης δωδεκαδάκτυλου, νεκρός ιστός και υγρά στην περιοχή. Έγινε πυλωρικός αποκλεισμός, γαστροεντεροαναστόμωση, κατευθυνόμενο συρίγγιο δωδεκαδάκτυλου καθώς και νηστοδοστομία και τοποθετήθηκε δεξιός σωλήνας θωρακοστομίας. Η ασθενής διασωληνώθηκε και μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Παρέμεινε στην εντατική και δεν καθίστατο δυνατό να αποσυνδεθεί από τον αναπνευστήρα. Για το λόγο αυτό κρίθηκε ότι έπρεπε να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου υπήρχαν πιο εξειδικευμένοι ιατροί. (ιε) Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και πριν να υποβληθεί στη 2η χειρουργική επέμβαση, η κα Κυριακού Σάββα είχε τις αισθήσεις της, είχε συναίσθηση του τι είχε συμβεί και είχε επικοινωνία με τα συγγενικά της πρόσωπα στα οποία εκφραζόταν ότι πονούσε, ότι δεν θα αντέξει και από τους οποίους ζητούσε να προσέχουν τον σύζυγο της και τα εγγόνια της. (ιστ) Η ασθενής μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 2.10.2009 λόγω αδυναμίας αποδέσμευσης της από τον αναπνευστήρα. Στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας τηρείτο φάκελος όπου βρίσκονταν όλα τα έγγραφα που ήταν σχετικά με τη νοσηλεία της ασθενούς (Τεκμήριο 19). (ιζ) Από τις 2.10.2009 μέχρι τις 14.12.2009 η κατάσταση της ασθενούς, η εξέλιξη της υγείας της και η κλινική της εικόνα, οι εξετάσεις και θεραπείες που της παρασχέθηκαν και η κατάληξη της ήταν ως αναγράφεται στην ιατρική έκθεση Τεκμήριο
- Έχω ήδη παραθέσει ανωτέρω μια σύνοψη του περιεχομένου του Τεκμηρίου
- Δεν θα την αναπαράγω για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, αποτελεί όμως μέρος των ευρημάτων μου στο σύνολο του περιεχομένου της (ιη) Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, η κα Κυριακού Σάββα είχε σε κάποια χρονικά διαστήματα της αισθήσεις της και ήταν σε θέση να επικοινωνήσει με τους συγγενείς και θεράποντες ιατρούς της. Η επικοινωνία αυτή συνίστατο σε λέξεις, ψιθύρους, νεύματα και χειρονομίες, Με τον τρόπο αυτό εκφραζόταν ότι πονούσε, ότι δεν θα άντεχε, ότι δεν θα ξεπερνούσε τα προβλήματα υγείας της και ζητούσε από τους συγγενείς της να προσέχουν τον σύζυγο της και τα εγγόνια της. (ιθ) Η Κυριακού Σάββα απεβίωσε στις 14.12.2009, περί ώρα 16:51 στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στις 15.12.2009 και περί ώρα 11:40 η ΜΕ15 διενήργησε νεκροτομή στην σωρό της και παρέλαβε δείγματα για ιστολογικές εξετάσεις. Αιτία θανάτου της αποβιωσάσης ήταν πνευμονία και περιτονίτιδα που εξελίχθηκαν ως αποτέλεσμα τραυμάτων που υπέστη στο επίδικο τροχαίο ατύχημα (Τεκμήριο 5). (κ) Η περιτονίτιδα ήταν αποτέλεσμα μικροβίων στην κοιλιά που ήταν αποτέλεσμα της ρήξης του εντέρου και της συνακόλουθης διαφυγής περιεχομένου του εντέρου στην κοιλιακή χώρα. Η δε ρήξη του εντέρου ήταν αποτέλεσμα των τραυμάτων και κτυπημάτων στο θώρακα που υπέστη η θανούσα κατά το τροχαίο ατύχημα. Η πνευμονία είχε προκληθεί από λοίμωξη στους πνεύμονες που πιθανόν να ήταν αποτέλεσμα παρατεταμένης χρήσης αναπνευστήρα. (κα) Πριν το επίδικο τροχαίο ακίνητο, η κα Κυριακού Σάββα είχε την αποκλειστική ευθύνη για όλα τα οικιακά καθήκοντα και μεριμνούσε ώστε ο σύζυγος της λαμβάνει την φαρμακευτική αγωγή που του είχαν συστήσει ιατροί για κάποια ιατρικά προβλήματα που παρουσίαζε. Μετά το θάνατο της τα καθήκοντα αυτά ανέλαβαν μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος μέχρι τον Οκτώβριο 2010 οπόταν και ο σύζυγος της αποβιωσάσης εργοδότησε οικιακή βοηθό την οποία συνεχίζει να εργοδοτεί (Τεκμήρια 27-29). Σε σχέση με την εργοδότηση της οικιακής βοηθού ο σύζυγος της αποβιωσάσης καταβάλλει για κάθε μήνα εργοδότησης της εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις (Τεκμήριο 30) ενώ καταβάλλει και μηνιαίο μισθό ως καταγράφεται στα συμβόλαια εργοδότησης. Καταβάλλει περαιτέρω και άλλα ποσά για κάλυψη εξόδων ψυχαγωγίας και κάλυψη προσωπικών αναγκών της οικιακής βοηθού. (κβ) Μετά το θάνατο της κας Κυριακούς Σάββα, η περιουσία της επιβαρύνθηκε έξοδα για αγορά τάφου €500 (Τεκμήριο 22), κατασκευής μνημείου στον τάφο €3.500 (Τεκμήριο 23), έξοδα κηδείας €1.700 και €35 (Τεκμήριο 24), έξοδα για την εξασφάλιση της αστυνομικής έκθεσης του ατυχήματος €85 (Τεκμήριο 25) και έξοδα για την εξασφάλιση ιατρικού πιστοποιητικού από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας €47,84 (Τεκμήριο 26). Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα, παραμένει να εξεταστεί εάν αυτά αποδεικνύουν τις επίδικες αξιώσεις στον απαιτούμενο βαθμό. Ευθύνη Η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα είναι ότι η ευθύνη για το τροχαίο ατύχημα βαραίνει την Εναγόμενη η οποία ενήργησε αμελώς με αποτέλεσμα να προκληθεί το ατύχημα, κάτι που εκείνη αρνείται στην υπεράσπιση της. Με τη σειρά της η Εναγόμενη στην έκθεση απαίτησης της εναντίον της Τριτοδιάδικου, ισχυρίζεται ότι για το ατύχημα ευθύνεται η αμέλεια που επέδειξε η Τριτοδιάδικος, κάτι που η Τριτοδιάδικος δεν αποδέχεται. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας αποτυπώνεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Σε σχέση με τα στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας, παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα»[3]. Σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων, η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος επιμέλειας εξαρτάται από τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούσαν στην σκηνή του ατυχήματος κατά τον επίδικο χρόνο[4]. Κάθε οδηγός έχει καθήκον να λάβει προστατευτικά μέτρα για αποφυγή ατυχημάτων και το καθήκον αυτό εξετάζεται και κρίνεται με γνώμονα την δυνατότητα λογικής πρόβλεψης[5]. Παραπέμπω ειδικά στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 όπου γίνεται αναφορά στο καθήκον επιμέλειας όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο για την ασφάλεια των άλλων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους.. Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Παραθέτω επίσης και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378, σε σχέση με το καθήκον επιμέλειας του οδηγού: «Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει.» Επιπρόσθετα των πιο πάνω, σχετικές με το θέμα του καταμερισμού της ευθύνης είναι οι πρόνοιες του άρθρου 57 του Κεφ. 148, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του οποίου: «Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω πταίσματoς τoυ πρoσώπoυ πoυ υπέστη τη ζημιά, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί σε αυτό μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ στη ζημιά.» Όπως καθορίστηκε από τη νομολογία[6], οι κύριοι παράγοντες για τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ οδηγών είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των εμπλεκόμενων οδηγών, του τροχαίου ατυχήματος που προκάλεσε και της ζημίας που προκλήθηκε. Παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση των νομικών αρχών στην υπόθεση Κυριάκος Χριστοδούλου ν Γρηγόρης Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178 όπου το Εφετείο καθορίζει ότι: «Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγήθηκε στις υποθέσεις Charalambous v Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v Adamou
(1988)1 C.L.R. 727» Σχετική και διαφωτιστική είναι και η ακόλουθη ανάλυση από το σύγγραμμα Clerk & Lindsell Οn Torts, 16η έκδοση, παράγραφος 10-139, σελ. 97-98: «[Contributory negligence] does not mean negligence which is contributory along with the negligence of the other party. It means negligence which causes or contributes to the injury or damage that has happened. It is not confined to participating in bringing about the happening which inflicts the damage. Thus, even where the defendant was solely responsible for the occurrence which inflicted the damage, but the plaintiff could have taken steps to avert or mitigate it, the damages will be reduced. Thus, in O'Connell v. Jackson the defendant was wholly to blame for colliding with the plaintiff, who was riding a moped. The plaintiff was not wearing a crash helmet and sustained greater injuries than he need have done. His claim was reduced by 15 per cent. The result of all this is that when the plaintiff's damage has been due in part to his own fault and in part to the defendant's fault, the latter is liable, but the damages recoverable from him will be reduced in accordance with the provisions of the Act.» Επανέρχομαι στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με τα ευρήματα, κατά τον χρόνο και τόπο του επίδικου ατυχήματος η ορατότητα του δρόμου, και από τις δύο κατευθύνσεις, ήταν περί τα 500 μέτρα, ο καιρός αίθριος, νωρίς το απόγευμα και δεν υπήρχε σταθερό εμπόδιο στο οπτικό πεδίο των δύο οδηγών. Η Τριτοδιάδικος, η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και η μαρτυρία της οποίας έγινε αποδεκτή, ανέφερε ότι είχε αντιληφθεί το όχημα της Εναγόμενης που την πλησίαζε από την αντίθετη κατεύθυνση όταν αυτό ήταν περί τα 150 μέτρα μακριά της. Ανέφερε επίσης ότι είχε ήδη ξεκινήσει να πραγματοποιεί την στροφή προς τα δεξιά και το όχημα της είχε εισέλθει για το σκοπό αυτό και είχε αρχίσει να διέρχεται την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Παρά το γεγονός αυτό, η Εναγόμενη συνέχισε να οδηγεί χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα ή να πραγματοποιήσει οποιοδήποτε άλλο ελιγμό για να αποφύγει το όχημα της Τριτοδιαδίκου ή να αποτρέψει τη σύγκρουση. Όπως προανάφερα, η Τριτοδιάδικος είχε ήδη αρχίσει να πραγματοποιεί τον ελιγμό της για να στρίψει δεξιά. Για την πραγματοποίηση της δεξιάς στροφής, η Τριτοδιάδικος εκ των πραγμάτων εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ανακόπτοντας την ελεύθερη πορεία των διερχόμενων οδηγών. Η σύγκρουση συνέβηκε ενώ το όχημα της Τριτοδιαδίκου είχε εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα, διασταυρώσει την δεύτερη λωρίδα της αντίθετης κατεύθυνσης και βρισκόταν κατά το ήμισυ περίπου στην πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου και έγινε η σύγκρουση. Κρίνω ότι εάν η Εναγόμενη επεδείκνυε την προσήκουσα υπό τις περιστάσεις επιμέλεια, θα είχε εντοπίσει το όχημα της Τριτοδιαδίκου ενώ ακόμα τα δύο οχήματα ήταν περί τα 500 μέτρα απόσταση το ένα από το άλλο, θα είχε αντιληφθεί την πρόθεση της Τριτοδιαδίκου να πραγματοποιήσει δεξιά στροφή, θα την είχε δει να διασχίζει την δεύτερη λωρίδα στην πορεία της και να εισέρχεται στην πρώτη λωρίδα της και θα είχε λάβει μέτρα ώστε τα δύο οχήματα να μην συγκρουστούν. Όπως αναφέρθηκε από τον Δικαστή Buckley LJ στην Αγγλική υπόθεση Rouse v Squires and others
(1973)2 All E.R.903: «.[W]when there is ample visibility and ample opportunity for the driver of an oncoming vehicle to see and appreciate the nature and extent of an obstruction and to take evasive action, then the obstruction does not constitute a danger.» Στην παρούσα υπόθεση, η ορατότητα στον δρόμο ήταν καλή και η Εναγόμενη είχε κάθε ευκαιρία να εντοπίσει έγκαιρα το όχημα της Τριτοδιαδίκου και τον ελιγμό της για να πραγματοποιήσει τη δεξιά στροφή από πολύ μεγάλη απόσταση. Είχε επομένως κάθε ευκαιρία να λάβει τα δέοντα μέτρα ώστε η σύγκρουση να αποφευχθεί[7]. Η σύγκρουση προκλήθηκε διότι η Εναγόμενη συνέχισε κανονικά την πορεία της μη έχοντας αντιληφθεί τίποτε από τα πιο πάνω. Αυτό συνιστά παράλειψη της να δείξει την προσήκουσα επιμέλεια η οποία αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Με δεδομένη αυτή την διαπίστωση καταλήγω ότι η αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα βαραίνει την Εναγόμενη. Ισχυριζόμενη ιατρική αμέλεια Η κα Κυριακού Σάββα υπέστη τραυματισμούς συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος και τελικά κατέληξε. Ο Ενάγοντας υποστηρίζει ότι ο θάνατος της ήταν αποτέλεσμα των τραυμάτων της. Η πλευρά της Εναγόμενης υποστήριξε ότι δεν φέρει ευθύνη για το θάνατο της διότι ο θάνατος δεν ήταν αποτέλεσμα των τραυμάτων αλλά αποτέλεσμα αμέλειας που επέδειξαν οι θεράποντες ιατροί της. Σημειώνω ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Εναγόμενη προς υποστήριξη της θέσης αυτής αλλά περιορίστηκε στην προώθηση αυτών των ισχυρισμών κατά την αντεξέταση των μαρτύρων του Ενάγοντα. Το βάρος βεβαίως για να αποδείξει ότι ο θάνατος ήταν επακόλουθο των τραυμάτων, βαραίνει αποκλειστικά τον Ενάγοντα που πρέπει να το αποσείσει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχω μελετήσει τη θέση των μαρτύρων που κλήθηκαν από τον Ενάγοντα και κατέθεσαν σχετικά με την ιατρική περίθαλψη της αποβιωσάσης. Από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, και ειδικότερα από τις απαντήσεις που έδιναν όταν αντεξεταζόμενοι τους τέθηκε ζήτημα αμελούς περίθαλψης της αποβιωσάσης, κρίνω ότι ο Ενάγοντας αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό τη θέση του ότι ο θάνατος της κας Κυριακούς Σάββα ήταν αποτέλεσμα του τροχαίου ατυχήματος και, συγκεκριμένα, των τραυμάτων που αυτή υπέστη κατά το ατύχημα. Το σύνολο της ιατρικής μαρτυρίας που παρουσιάστηκε είχε απόλυτη συνοχή ως προς αυτό το συμπέρασμα και απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό ότι η θανούσα είχε τύχει της δέουσας υπό τις περιστάσεις θεραπείας και αντιμετώπισης. Η υπεράσπιση στάθηκε σε κάποιες αναφορές στη μαρτυρία που είχε δώσει η ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου ΜΕ15 κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε σε σχέση με το ίδιο τροχαίο ατύχημα (Τεκμήριο 33). Κρίνω όμως ότι η βαρύτητα που πρέπει να τους αποδοθεί και η αποδεικτική τους αξία, τοποθετούνται στη σωστή τους διάσταση από την ίδια την ΜΕ15 η οποία εξήγησε ότι δεν είχε χειρούργος αλλά η ειδικότητα της είναι διαφορετική. Συνεπώς, οι εν λόγω αναφορές θεωρώ ότι δεν μπορούν από μόνες τους να στοιχειοθετήσουν επαρκώς ισχυρισμό για αμελή περίθαλψη της αποβιωσάσης. Ούτε και έχω ενώπιον μου άλλη θετική μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί επαρκώς τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης για αμελή περίθαλψη της αποβιωσάσης. Συνακόλουθα και ενόψει των πιο πάνω, ο Ενάγοντας έχει αποδείξει ότι ο θάνατος της κας Κυριακούς Σάββας ήταν αποτέλεσμα των τραυμάτων που υπέστη κατά το τροχαίο ατύχημα. Η δε υπεράσπιση που είχε προβληθεί ότι ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα αμελούς ιατρική περίθαλψης δεν επιτυγχάνει. Ειδικές αποζημιώσεις Σύμφωνα με τον εδραιωμένο κανόνα, οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να δικογραφούνται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα[8]. Η πλευρά του Ενάγοντα αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις συνολικού ύψους €13.587,18. Συγκεκριμένα, αξιώνει όπως της αποδοθούν τα πιο κάτω ποσά: (i) έξοδα κηδείας €1.735 (ii) έξοδα αγοράς τάφου €500 (iii) έξοδα κατασκευής μνημείου €3.500 (iv) έξοδα διαχείρισης €800 (v) αστυνομική έκθεση ατυχήματος €85 (vi) έξοδα ιατρικών πιστοποιητικών €95,68 (vii) έξοδα οικιακής βοηθού από 10/10 μέχρι καταχώρησης της αγωγής €6.871,50 Από τη μαρτυρία έχω ικανοποιηθεί ότι ο Ενάγοντας δικαιούται στα ποσά που διεκδικεί για κάλυψη των εξόδων κηδείας εκ €1.735, εξόδων αγοράς τάφου εκ €500, εξόδων εξασφάλισης της αστυνομικής έκθεσης του ατυχήματος εκ €85, και εξόδων εξασφάλισης ιατρικών πιστοποιητικών εκ €95,68. Το ποσό το οποίο ο Ενάγοντας αξιώνει ως έξοδα διαχείρισης παρέμεινε αόριστο και ατεκμηρίωτο και, συνεπώς, δεν μπορεί να αποδοθεί. Η αξίωση για €3.500 που αφορά έξοδα κατασκευής μνημείου στον τάφο της αποβιωσάσης, δεν κατέστη σαφές τι ακριβώς αντιπροσωπεύει και δεν έχει αποδειχθεί με την απαιτούμενη αυστηρότητα πως ήταν έξοδο το οποίο προέκυψε ως φυσική απόρροια του ατυχήματος. Κρίνω επομένως ότι δεν μπορώ να το αποδώσω. Ο Ενάγοντας αξιώνει επίσης ως ειδικές αποζημιώσεις ποσά τα οποία υποστηρίζει ότι καταβάλλονται για την εργοδότηση οικιακής βοηθού η οποία φροντίζει τον σύζυγο της αποβιωσάσης μετά το θάνατο της. Αναφορικά με αυτή την αξίωση, σημειώνω ότι ο σύζυγος της αποβιωσάσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «εξαρτώμενος» για σκοπούς του άρθρου 58
(15)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 αφού η αποβιωσάση δεν είχε εισοδήματα από εργασία. Αυτό το οποίο διαφάνηκε κατά την ακρόαση είναι ότι πρόκειτο για ένα ζευγάρι αγαπημένο η σχέσεις του οποίου ήταν αρμονικές, ότι η θανούσα είχε την ευθύνη της φροντίδας του σπιτιού, του μαγειρέματος και του καθαρίσματος, ότι μεριμνούσε ώστε ο σύζυγος της να λαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή που του είχε συστηθεί από τους ιατρούς του σε σχέση με κάποια προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Όμως, οι ζημίες για τις οποίες μπορεί να αποδοθεί αποζημίωση συνεπεία αστικού αδικήματος πρέπει να είναι απόρροια της αμελούς συμπεριφοράς του αδικοπραγούντα, στην φυσική πορεία των πραγμάτων. Είναι απαραίτητο δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας και της ζημιάς για την οποία διεκδικείται αποζημίωση. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι δεν μπορεί να αποδοθεί αποζημίωση για ζημιές που είναι απομακρυσμένες από την αμελή πράξη ή παράλειψη, ή που δεν μπορεί να κριθούν ως εύλογη συνεπεία της αμέλειας. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχω διακρίνει από τη μαρτυρία ότι η κατάσταση της υγείας του συζύγου της θανούσα ήταν και είναι τέτοια ώστε να τον καθιστά ανίκανο να φροντίσει τον εαυτό του. Η φροντίδα που δεχόταν από την θανούσα ήταν απόρροια της σχέσης στοργής μεταξύ τους και όχι φροντίδα επιβεβλημένη λόγω φυσικής ή πνευματικής αδυναμίας του συζύγου να αναλάβει την ευθύνη της φροντίδας του εαυτού του. Κρίνω συνεπώς ότι δεν πρόκειται για οικονομική ζημιά η οποία είναι φυσικό, εύλογο και αναμενόμενο επακόλουθο του ατυχήματος την οποία η Εναγόμενη είναι υπόχρεα να καλύψει. Ειδικότερα, κρίνω ότι ως ζημιά είναι απομακρυσμένη από την αμέλεια που επέδειξε η Εναγόμενη σε βαθμό που η Εναγόμενη να μην οφείλει να την αποζημιώσει. Αποζημιώσεις λόγω απώλειας Ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη αποζημιώσεις για ψυχική οδύνη λόγω της απώλειας της αποβιωσάσης. Το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται από το άρθρο 58
(7)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο δημιουργεί δικαίωμα αποζημίωσης λόγω της απώλειας οικείου. Η συγκεκριμένη διάταξη καθορίζει το συγκεκριμένο ποσό σε £10.000 (€17.086) το οποίο ο Ενάγοντας δικαιούται. Γενικές αποζημιώσεις Έχω παραθέσει στα ευρήματα μου ανωτέρω τα τραύματα που η θανούσα υπέστη στο από το ατύχημα, την ιατρική περίθαλψη, εξετάσεις, εγχειρίσεις και θεραπείες στις οποίες υπεβλήθη. Έχω περαιτέρω επισημάνει ότι κατά διαστήματα και με διάφορους τρόπους, έδειχνε στους οικείους της ότι είχε συναίσθηση του τι είχε συμβεί, αισθανόταν πόνο, αγωνία ότι δεν θα κατάφερνε να αναρρώσει και περαιτέρω αγωνία για το τι θα συνέβαινε με τους οικείους της όταν αυτή θα πέθαινε. Για όλα αυτά που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από το ατύχημα μέχρι τον θάνατο της, η αποβιωσάση δικαιούται σε αποζημίωση. Έχω κατά νου ότι ο σκοπός για τον οποίο επιδικάζονται γενικές αποζημιώσεις είναι η δίκαιη αποζημίωση του θύματος για τη ζημιά και τραυματισμούς που έχει υποστεί χωρίς όμως να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα[9]. Έχω επίσης κατά νου ότι το επιδικασθέν ποσό πρέπει να είναι εύλογο[10], «κοινωνικά αποδεκτό»[11] και να αντανακλά την ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο που υπέστη το αθώο μέρος[12]. Επίσης, χωρίς όμως να πρόκειται για απόλυτο κανόνα, διαπιστώνεται μια γενικά αυξητική τάση στα ποσά που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις[13]. Αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων, οι προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις δεν συνιστούν δεσμευτικό προηγούμενο. Το ποσό των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης και δεν υπάρχει απόλυτη φόρμουλα ή κανόνας αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου και ταλαιπωρίας. Όμως, νομολογία σε σχέση με ποσά που επιδικάστηκαν σε άλλες υποθέσεις για αντίστοιχους τραυματισμούς είναι ενδεικτική και καθοδηγητική, μέχρι ενός βαθμού, σε σχέση με τα πλαίσια στα οποία μπορεί να κυμαίνεται το επιδικασθέν ποσό. Αν και δεν έχω εντοπίσει άλλη υπόθεση τα δεδομένα της οποίας να συναρτούνται ακριβώς με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, έχω λάβει υπόψη για σκοπούς καθοδήγησης, το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν σε περιπτώσεις όπου η φύση και έκταση κάποιων εκ των τραυματισμών και μετα-τραυματική πορεία και κατάληξη, είχαν κάποια σχέση με την παρούσα υπόθεση[14]. Αποφασίζοντας το ποσό που θα πρέπει να επιδικαστεί ως γενικές αποζημιώσεις, έλαβα υπόψη τη φύση και έκταση των τραυμάτων της κας Κυριακούς Σάββα, τον πόνο και ταλαιπωρία που είχε υποστεί, την αγωνία της για το αν θα αναρρώσει ή όχι, τη φαρμακευτική και θεραπευτική αγωγή που ακολούθησε, το χρόνο για τον οποίο νοσηλεύτηκε και ότι είχε υποβληθεί σε τέσσερεις χειρουργικές επεμβάσεις. Είμαι υποχρεωμένη να σημειώσω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει απόφαση για ποσό μεγαλύτερο από €100.
- Έχω επομένως κατά νου ότι το συνολικό ποσό της απόφασης που θα εκδώσω (περιλαμβανομένων ειδικών αποζημιώσεων, γενικών αποζημιώσεων και αποζημιώσεων για bereavement) θα πρέπει να περιοριστεί ανάλογα. Θεωρώ ότι η θανούσα δικαιούται σε γενικές αποζημιώσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τις €100.
- Όμως, είμαι αναγκασμένη να μειώσω το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που θα επιδικάσω ώστε η απόφαση μου να μην υπερβεί τη δικαιοδοσία μου. Επιδικάζω ποσό €80.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Τριτοδιάδικος Η Τριτοδιάδικος δεν είναι εναγόμενη στην αγωγή του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης και η διαδικασία Τριτοδιάδικου είναι εντελώς ανεξάρτητη από την υπάρχουσα αγωγή[15]. Η θέση της Εναγόμενης ότι η ευθύνη ή μέρος αυτής για το επίδικο ατύχημα βαραίνει την Τριτοδιάδικο, δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Αντίθετα, αποτελεί κατάληξη μου ότι η ευθύνη για το ατύχημα βαραίνει αποκλειστικά την Εναγόμενη. Ακολουθεί ότι οι αξιώσεις που η Εναγόμενη εγείρει εναντίον της Τριτοδιαδίκου δεν μπορούν να επιτύχουν. Κατάληξη Η αγωγή αποτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης ως εξής: (α) Ποσό €2.415,68 ως ειδικές αποζημιώσεις (β) Ποσό €17.086 ως αποζημιώσεις λόγω απώλειας (bereavement) (γ) Ποσό €80.000 ως γενικές αποζημιώσεις Επί του ποσού των ειδικών αποζημιώσεων ως το (α) ανωτέρω, επιδικάζεται ο εκάστοτε εν ισχύ νόμιμος τόκος[16] από τις 23.9.2009 μέχρι τις 13.10.10 ημερομηνία καταχώρηση της αγωγής, μειωμένος κατά το ήμισυ, και νόμιμος τόκος από σήμερα μέχρι την ημερομηνία πληρωμής του επιδικασθέντος ποσού. Επί του ποσού των αποζημιώσεων λόγω απώλειας ως το (β) ανωτέρω, επιδικάζεται ο εκάστοτε εν ισχύ νόμιμος τόκος από τις 14.12.2009, ημερομηνία θανάτου της αποβιώσασας, μέχρι την ημερομηνία καταβολής του επιδικασθέντος ποσού. Επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων ως το (γ) ανωτέρω επιδικάζεται ο εκάστοτε εν ισχύ νόμιμος τόκος από 23.09.2009, ημερομηνία έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος, μέχρι την ημερομηνία καταβολής του εν λόγω ποσού. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η απαίτηση της Εναγόμενης εναντίον της Τριτοδιαδίκου αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Τριτοδιαδίκου και εναντίον της Εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [2] Κουκούνη κ.α. ν A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής ν Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153 [3] Σχετική και η Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Elpiniki Panayiotou v Georghios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215 [4] Μαρκαντώνης ν Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387 [5] Βίκης ν Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345 [6] Χαραλάμπους ν Στυλιανού
(1991)1(Α) Α.Α.Δ. 284 [7] Σχετικές οι Κυριάκου ν Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1436 και Ξυπτερά v Κυπριανού
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.1696 [8] Ενδεικτικά Ηρακλέους ν Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 [9] Χαριλάου ν Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460, Fletcher v Autocar Transporters Ltd [1968] 1 All E.R. 726, Constantinou v Salahouris
(1969)1 C.L.R. 416 [10] Βαρβάρα Χρίστου Μιχαήλ ν Φίλιος Συκοπετρίτης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049, Κώστας Ιακώβου ν Αλέξανδρος Παπαδάκη κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 2079 [11] Paraskevaides (Overseas) Ltd v Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 [12] Φοινικαρίδης κ.α. ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 [13] Παναγή ν Θεοδώρου κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Κωνσταντίνου ν Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669 [14] Λήφθηκαν υπόψη μεταξύ άλλων οι υποθέσεις Δημήτρη Μεταξά ν. Ανδρέα Μεταξά
(2001)1 Α.Α.Δ. 773, Χαράλαμπου Ρούσου ν Γενικού Εισαγγελέα, αρ. αγωγής 9959/2007 ημερομηνίας 25.9.2013, Ανδρέα Λεωνίδου, ανήλικου ν Κυριάκου Κοσιάρη κ.α. αρ. αγωγής 2457/2007 ημερομηνίας 30.12.2015, [15] Νικήτα ν Medcon Construction Limited κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 643 [16] Σχετική με το θέμα του τόκου η Φοινικαρίδης & άλλη ν Γεωργίου & άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο