ΔΩΡΟΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ ν. ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΡΥΔΑ ΑΛΛΩΣ ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΡΥΔΑΣ, Αρ. Αγωγής: 965/08, 30/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 965/08 Μεταξύ: ΔΩΡΟΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ Ενάγοντα -και- ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΡΥΔΑ ΑΛΛΩΣ ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΡΥΔΑΣ Εναγόμενου -και- 1.ΤΑΣΟΣ ΠΑΞΙΟΛΑΣ ΜΟΤΟΡΣ ΛΤΔ 2.ΤΑΣΟΣ ΠΑΞΙΟΛΑΣ Τριτοδιάδικοι Επί τοις αφορώσι τον περί Παρεμποδίσεων Δολίων Μεταβιβάσεων Νόμο, Κεφ.62 -και- Επί τοις αφορώσι την Αίτηση του Δώρου Λυκούργου Αιτητή -και-
- Ιωάννη Καρυδά
- Άννα Καρυδά
- Ευάγγελο Πελεκάνο Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30/1/2017 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές στην παρούσα αίτηση/Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 στην κυρίως αίτηση: κ. Γ. Χριστοφίδης για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. Για τον Καθ' ου η αίτηση στην παρούσα αίτηση/ Αιτητή στην κυρίως αίτηση: κ. Παπαχριστοδούλου και κ. Πλατύς, για Δημήτρης Παπαδόπουλος. Για τον Καθ΄ ου η αίτηση 1 στην παρούσα αίτηση/ Καθ' ου η αίτηση 1 στην κυρίως αίτηση: κα Καλλή για κ. Βραχίμη, για Ελένη Βραχίμη & ΣΙΑ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση εξαίρεσης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.10.2016) Α. Αντικείμενο Δια της κυρίως αίτησης ο Ενάγοντας-Αιτητής αξιώνει εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 την ακύρωση δωρεών και/ή μεταβιβάσεων και/ή αποξενώσεων και/ή εκχωρήσεων οποιασδήποτε περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση 1 Εναγόμενου, οι οποίες έγιναν με σκοπό καταδολίευσης του Ενάγοντα-Αιτητή και/ή με σκοπό παρεμπόδισης αυτού από την είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους που οφείλεται σε αυτόν βάσει της τελικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής στις 28.11.
- Στην κυρίως αίτηση υπάρχουν και άλλα αιτητικά, τα οποία, όμως, δεν αλλοιώνουν το χαρακτήρα της αίτησης ως αίτηση για ακύρωση καταδολιευτικής μεταβίβασης και επανεγγραφής της αποξενωθείσας περιουσίας επ' ονόματι του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση 1 με σκοπό την είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους από τον Ενάγοντα-Αιτητή, βάσει του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο, Κεφ. 62, του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, άρθρα 22, 23, 28, 58, 82-90, 91 (α) - 91 (δ) και 92, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, Δ.48, θ. 1, 2, 3, 4, 7 και
- Κατόπιν καταχώρισης ενστάσεων από όλους τους Καθ' ων η αίτηση, η ακρόαση της κυρίως αίτησης άρχισε στις 15.9.2016 και ορίστηκε για συνέχιση στις 26.9.2016 και στις 3.10.
- Κατά τις πρώτες δύο δικασίμους αντεξετάστηκε, βάσει της ένορκης δήλωσής του, ο Αιτητής στην κυρίως Αίτηση και Καθ' ου η Αίτηση στην αίτηση εξαίρεσης (στο εξής «ο Καθ' ου η Αίτηση Δώρος Λυκούργος») και αντεξετάστηκε, εν μέρει, ο Καθ' ου η αίτηση 1 στην κυρίως Αίτηση και Καθ' ου η Αίτηση στην αίτηση εξαίρεσης (στο εξής «ο Καθ' ου η Αίτηση Ιωάννης Καρυδάς»). Στις 3.10.2016, που η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της αντεξέτασης του Καθ' ου η αίτηση Ιωάννη Καρυδά, τέθηκε από τον συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 στην κυρίως αίτηση και Αιτητών στην αίτηση εξαίρεσης (στο εξής «οι Αιτητές») θέμα εξαίρεσης του Δικαστηρίου. Δόθηκε αναβολή ώστε να καταχωριστεί σχετική αίτηση και ενστάσεις από τα μέρη. Δια της αίτησής τους, οι Αιτητές αιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται όπως η κυρίως αίτηση εκδικαστεί από άλλο Δικαστήριο λόγω του ότι «το παρόν Δικαστήριο στερείται αντικειμενικότητας και/ή υποκειμενικής αμεροληψίας». Η αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, θ.1-4, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη Νομολογία. Στηρίζεται δε, από την ένορκη δήλωση του Ευάγγελου Πελεκάνου. Εντός αυτής αναφέρεται ότι, ο Καθ' ου η αίτηση Δώρος Λυκούργος είναι αδελφός του κ. Κωνσταντίνου Λυκούργου, ο οποίος κατέχει τη θέση του Δικαστή στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση Ανώτερου Δικηγόρου της Δημοκρατίας στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, κατά την ίδια περίοδο που το Δικαστήριο εργαζόταν στη Νομική Υπηρεσία ως δικηγόρος της Δημοκρατίας. Από έρευνα που ο Ε. Πελεκάνος διεξήγαγε προέκυψε ότι υπήρχε επαγγελματική συνεργασία μεταξύ του κ. Κωνσταντίνου Λυκούργου και του Δικαστηρίου, το οποίο στερεί το Δικαστήριο από την απαραίτητη αμεροληψία προς εκδίκαση της υπόθεσης. Η επαγγελματική συνεργασία που προαναφέρθηκε επιμαρτυρείται και από την ίδια την απόφαση στις συνεκδικαζόμενες προσφυγές ενώπιον της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ. ά.
(2013)3 Α.Α.Δ. 427, όπου φαίνεται ότι και οι δύο προαναφερόμενοι έχουν συνεμφανιστεί εκπροσωπώντας τον Γενικό Εισαγγελέα. Από τα πιο πάνω προκύπτει ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι «στο κοντινό παρελθόν ο αδελφός του Δώρου Λυκούργου, κύριος Κωνσταντίνος Λυκούργος, υπήρξε προϊστάμενος του Δικαστηρίου τούτου και έτσι λόγω στενής επαγγελματικής σχέσης που υπήρξε μεταξύ των δύο ο ομνύον πιστεύει ειλικρινά πως δημιουργείται δικαιολογημένη ύπαρξη πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστήριο». Το αίτημα εξαίρεσης βασίζεται επίσης στο ότι, η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας ενεπλάκη στην επίδικη με την αγωγή διαφορά, για την οποία εκδόθηκε απόφαση, ως προαναφέρθηκε, στις 28.11.2012, γνωματεύοντας επί ερωτημάτων που τέθηκαν σε αυτήν από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Στην παράδοση των νομικών συμβουλών αυτών εμπλοκή είχε και ο κ. Κωνσταντίνος Λυκούργος. Λόγω της επαγγελματικής σχέσης του τελευταίου με το Δικαστήριο, συνεχίζει ο ισχυρισμός, το Δικαστήριο στερείται του εχεγγύου της αμεροληψίας προς εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Δια της ένστασής του ο Καθ' ου η αίτηση Δώρος Λυκούργος αναφέρει ότι, η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αστήρικτη εφόσον ελλείπει από αυτήν το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί την αιτούμενη θεραπεία. Η αίτηση συνιστά έκδηλη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και σκοπό έχει να εκτροχιάσει αυτήν. Είναι κακόπιστη και προκαλεί σπατάλη δικαστικού χρόνου και παρεμπόδιση του δικαστικού έργου. Δεν έχει καταδειχθεί ότι το Δικαστήριο στερείται αντικειμενικότητας και/ή υποκειμενικής αμεροληψίας. Η αίτηση δεν υπεβλήθη κατά την πρώτη δυνατή ευκαιρία, εφόσον έχει παρέλθει αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα από τη δήθεν εξεύρεση των στοιχείων που παραθέτουν οι Αιτητές στην αίτησή τους. Η αίτηση βασίζεται σε εικασίες και/ή καχυποψίες και/ή αοριστίες. Οι Αιτητές επιχειρούν να επιλέξουν δικαστή άλλο από τον φυσικό δικαστή της υπόθεσης. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Δώρου Λυκούργου και επαναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους λόγους ένστασης. Αναφέρει, επίσης, ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι υπέρμετρη, εφόσον καταχωρίστηκε σχεδόν δύο χρόνια από την καταχώρηση της αρχικής αίτησης και κατόπιν της αντεξέτασης του ιδίου και εν μέρει του Καθ' ου η αίτηση 1 Ιωάννη Καρυδά. Τα στοιχεία βάσει των οποίων οι Αιτητές αιτούνται την εξαίρεση του Δικαστηρίου ήταν σε γνώση τους εδώ και τουλάχιστον τρία χρόνια, εφόσον η απόφαση που αυτοί επικαλούνται είναι του 2013 και διότι εμφανίστηκαν ως δικηγόροι ενός εκ των Αιτητών στις συνεκδικαζόμενες προσφυγές. Το δε Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Ευάγγελου Πελεκάνου, βάσει του οποίου σκοπείται να αποδειχθεί η ανάμειξη της Νομικής Υπηρεσίας στην υπόθεση, είναι του 2011 και ήταν Τεκμήριο στην αγωγή, και άρα σε γνώση των Αιτητών, για την οποία εκδόθηκε απόφαση από το
- Η αίτηση έγινε τη στιγμή που βόλευε τους Αιτητές ώστε να πετύχουν περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης. Ο Ευάγγελος Πελεκάνος στην ένορκη δήλωσή του, δεν αναφέρει πότε προέβη σε έρευνα ή πότε για πρώτη φορά έμαθε τα στοιχεία που αναφέρει σε αυτήν. Σημειώνεται, δε, ότι είναι αδιανόητο ο συλλογικός χειρισμός μιας υπόθεσης από επτά λειτουργούς της Νομικής Υπηρεσίας πριν από τρία χρόνια να σκοπείται να χρησιμοποιηθεί για εξαίρεση του παρόντος Δικαστηρίου. Ο Γενικός Εισαγγελέας προΐστατο της ομάδας των λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας που χειρίστηκαν την υπόθεση και το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν εργοδότης του Δικαστηρίου πριν από χρόνια δε μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αμεροληψίας του Δικαστηρίου. Όσον αφορά στην επιστολή Τεκμήριο Α, που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Ευάγγελου Πελεκάνου, δε μπορεί να συνδεθεί με τα επίδικα γεγονότα εφόσον επ' αυτής αναφέρεται ότι εκ της Νομικής Υπηρεσίας αναμίχθηκε ο κ. Ρίκκος Μαππουρίδης και πουθενά δεν φαίνεται το όνομα ή η ανάμειξη του κ. Κωνσταντίνου Λυκούργου. Αναφέρεται, επίσης, ότι οι Αιτητές προέβηκαν σε παρόμοιο προφορικό αίτημα για εξαίρεση του Δικαστηρίου, με την προηγούμενη του σύνθεση, με το πρόσχημα ότι είχε αποφασίσει την ουσία της αγωγής εναντίον τους. Το αίτημα απορρίφθηκε αμέσως, αλλά δείχνει τον τρόπο που ενεργούν οι Αιτητές και την έλλειψη σεβασμού τους προς τη δικαστική έδρα. Δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται αντικειμενικότητας και/ή υποκειμενικής και/ή αντικειμενικής αμεροληψίας. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα απολήξει σε ανεπανόρθωτη ζημιά του Καθ' ου η αίτηση Δώρου Λυκούργου, εφόσον οι Αιτητές θα επιλέξουν έτσι δικαστή, άλλον από τον φυσικό δικαστή της υπόθεσης και η διαδικασία θα καθυστερήσει περισσότερο. Ο Καθ' ου η αίτηση Ιωάννης Καρυδάς καταχώρισε επίσης ένσταση, χωρίς ένορκη δήλωση, στην οποία αναφέρονται ως λόγοι ένστασης ότι η αίτηση εξαίρεσης είναι πρόδηλα αβάσιμη και στο σώμα της δεν παρουσιάζεται οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί το αίτημα. Αντιθέτως, το αίτημα στηρίζεται σε εικασίες που είναι παντελώς επιπόλαιες, αβάσιμες και κακόπιστες. Οι Αιτητές επιθυμούν να επιλέξουν δικαστή άλλο από τον φυσικό δικαστή της υπόθεσης και τυχόν ικανοποίηση του αιτήματός τους θα οδηγήσει σε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαδικασία, παραβιάζοντας τα δικαιώματα των άλλων διαδίκων. Η υποβολή της αίτησης έχει καθυστερήσει υπέρμετρα εφόσον όλα τα γεγονότα που οι Αιτητές επικαλούνται ήταν γνωστά στους ίδιους πριν την έναρξη της ακρόασης της κυρίως αίτησης, αλλά επέλεξαν να την καταχωρίσουν μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του Αιτητή και του μεγαλύτερου μέρους της αντεξέτασης του Καθ' ου η αίτηση
- Καταχωρίστηκαν εκ μέρους όλων των μερών ικανές γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, τις οποίες έλαβα δεόντως υπόψη μου. Β. Η νομική πτυχή του θέματος Βάσει του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας[1], και του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[2], που κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με το Νόμο 39/62, καθιερώνεται η βασική αρχή ότι κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσίως, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο. Τούτη η αρχή αποτελεί εκ των βασικών εχεγγύων της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Συμεού
(2012)1 (Β) Α.Α.Δ. 974 αναφέρθηκε ότι ο δικαστής τεκμαίρεται ότι είναι αμερόληπτος μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Αναφέρθηκε όμως και το ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται. Στην απόφαση Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 εξετάστηκαν οι προεκτάσεις του πιο πάνω άρθρου του Συντάγματος και σημειώθηκε ότι: «Το κριτήριο για την εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές.» Η αρχή αυτή αποτελεί το διαχρονικό κριτήριο για εξαίρεση δικαστή και υιοθετήθηκε σε σωρεία μεταγενέστερων αποφάσεων του Εφετείου (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνου v. Κωνσταντίνου,
(2009)1 Α.Α.Δ. 761 Ανδρέα Σοφοκλέους v. Κωστάκη Ταβελούδη κ.ά.,
(2004)1Α Α.Α.Δ 327, Τυμπιώτης v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612). Στην Abed Alkaadir Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279, σελ. 286, αναφέρθηκε ότι: «Ο αντικειμενικός παρατηρητής, περιβεβλημένος με πλήρη γνώση τους, ουδόλως θα μπορούσε να θεωρήσει ότι ο Δικαστής, μετέχοντας στη σύνθεση του Κακουργιοδικείου, θα μπορούσε να ήταν προκατειλημμένος κατά του εφεσείοντα ή του δικηγόρου του στην προκειμένη υπόθεση. Ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο..» Σύμφωνα με την Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.2),
(1990)3 Α.Α.Δ. 69, η αίτηση για εξαίρεση Δικαστή οφείλει να καταχωρείται ύστερα από πολλή περίσκεψη και με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όπως τονίστηκε και στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά
(1998)1 Α.Α.Δ. 706, η γνώμη διαδίκου που ισχυρίζεται ότι ένας Δικαστής δεν είναι αμερόληπτος λαμβάνεται υπ' όψιν, αλλά ο Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι και δεν δικαιούνται να καθορίσουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Μέσα στα πλαίσια αυτά ο διάδικος που αιτείται την εξαίρεση του Δικαστή θα πρέπει να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης, αφού, όπως αναφέρθηκε στην Hadjicosta v. Anastassiades
(1982)1 C.L.R. 296 (σε μετάφραση): «αποδοχή αιτήσεων για τον αποκλεισμό δικαστών από τη συμμετοχή τους στην εκδίκαση οποιασδήποτε συγκεκριμένης υπόθεσης, στην απουσία βάσιμων λόγων, θα υπονόμευε τον απρόσωπο προκαθορισμό της σύνθεσης του Δικαστηρίου, παράγοντας μείζονος σημασίας για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γεωργιάδης v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 256, εκείνο που προέχει είναι η εκτέλεση του δικαστικού καθήκοντος, φυσικά μέσα στο καθιερωμένο νομολογιακό πλαίσιο, μακριά από κάθε λεπτολόγα ευαισθησία του δικαστή. Στην απόφαση Δέσπω Αποστολίδου v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 576, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο το οποίο υιοθετεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη διαπίστωση προκατάληψης είναι «εύλογος υπόνοια ή λογικός φόβος». «Προκατάληψη (bias) του Δικαστή, υπό την έννοια που ο όρος ενέχει στο δίκαιο, τον αποκλείει από την εκδίκαση υπόθεσης. Η ύπαρξη προκατάληψης συναρτάται με το εξ αντικειμένου διαφαινόμενο συμφέρον του Δικαστή στην έκβαση της υπόθεσης. Τέτοιο συμφέρον αναφαίνεται οποτεδήποτε η σχέση του Δικαστή με διάδικο ή προς το επίδικο θέμα είναι τέτοια ώστε να στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η ύπαρξή του.» Υιοθετώντας την αγγλική υπόθεση Helow (ΑP) v. Secretary of State and another
(2008)UKHL 62, η υπόθεση Κώστας Δημητρίου, Πολ. Έφεση 25/2011, ημερομηνίας 29.3.13, αναφέρει ότι η ύπαρξη προκατάληψης και μάλιστα φαινομενικής για την οποία προβάλλεται παράπονο, πρέπει να έχει έρεισμα σε αντικειμενικά στοιχεία. Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονούμενου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει, στο τέλος της ημέρας, να είναι δυνατό να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο. Όπως έχει τεθεί και στην υπόθεση του ΔΕΕ Coeme and Others v. Belgium, judgment of 22 June 2000, Application No. 32492/96, paragraph 121: «In deciding whether there is a legitimate reason to fear that a court lacks independence or impartiality, the standpoint of the accused is important but not decisive.» Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. σελ. 551, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσθεσε τα εξής: «Στην υπόθεση Saraiva de Carvalho v. Portugal, judgment of 22 April 1994, Series A No. 286-B p.38, paragraph 33 λέχθηκε ότι η διαπίστωση της αμεροληψίας υπόκειται σε ένα υποκειμενικό έλεγχο στη βάση της προσωπικής πεποίθησης του εκδικάζοντος Δικαστή και σε ένα αντικειμενικό έλεγχο που έγκειται στην παροχή επαρκών εγγυήσεων για την απόσβηση οποιασδήποτε νόμιμης αμφιβολίας ως προς τούτο. » » Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Hauschildt v. Denmark, 24.5.1989, Series A, No. 154: - «Η ύπαρξη αμεροληψίας για τους σκοπoύς του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης πρέπει να αποφασίζεται σύμφωνα με ένα υποκειμενικό κριτήριο, δηλαδή στη βάση της προσωπικής πεποίθησης ενός συγκεκριμένου δικαστή σε δοθείσα υπόθεση, και επίσης, σύμφωνα με το αντικειμενικό κριτήριο, που είναι η διακρίβωση κατά πόσο ο δικαστής πρόσφερε εγγυήσεις αρκετές για να αποκλείουν μια νόμιμη αμφιβολία ως προς αυτό.» (βλ. επίσης Findlay v. UK [1997] 24 EHRR 221, Castillo Algar v. Spain [1998] 30 EHHR 826 και το Σύγγραμμα του Α. Λοϊζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», Έκδοση 2001, σελ. 193). Περαιτέρω αναφορά στο θέμα έγινε στην υπόθεση Κωνσταντίνος Κλεοβούλου, ως διαχειριστής της περιουσίας του Κλεόβουλου Παναγιώτου Χ"Κυριάκου (Τσαγγάρη) v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως νόμιμου εκπροσώπου της κ.ά., Αγωγή αρ. 4010/10, 19.3.2014: «Οι Δικαστές δεν θα πρέπει να συναινούν σε αιτήματα εξαίρεσης τους χωρίς πραγματικό και ουσιαστικό λόγο γιατί αλλιώς θα φθάναμε στο ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το Δικαστή που θα τον δικάσει. Το κριτήριο όπως επισημαίνεται και στις υποθέσεις Piersack v. Belgium
(1982)5 EHRR 169, De Cubber v. Belgium
(1984)7 EHRR 236 και Hauschildt v. Denmark
(1989)12 EHRR 266 είναι η διασφάλιση της διαφάνειας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.» Γ. Επαγωγή των νομικών αρχών στα γεγονότα εν προκειμένω Επάγοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα εν προκειμένω, καταλήγω στα ακόλουθα: Πράγματι, ως είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση, ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο προς έγκριση του αιτήματος. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο είχε επαγγελματική συνεργασία με τον κ. Κωνσταντίνο Λυκούργο, αδελφό του Καθ' ου η Αίτηση Δώρου Λυκούργου, ενώ το Δικαστήριο ήταν Δικηγόρος της Δημοκρατίας και ο κ. Κωνσταντίνος Λυκούργος Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας δεν είναι επαρκές για να καταδείξει μεροληψία του Δικαστηρίου εν προκειμένω. Ούτε είναι επαρκές το ότι, δικηγόρος από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας παρείχε κάποια νομική συμβουλή το 2011 στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών σε σχέση με θέμα που ανέκυψε από επιστολή που απηύθυναν στο εν λόγω Τμήμα οι δικηγόροι του Καθ' ου η Αίτηση Δώρου Λυκούργου. Ούτως ώστε το τεκμήριο της αμεροληψίας να ανατραπεί χρειάζονται αντικειμενικά στοιχεία. Στοιχεία που δημιουργούν στο μέσο εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα, φόβο ή δικαιολογημένη εντύπωση ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης εκ του Δικαστηρίου. Αυτά τα στοιχεία, εν προκειμένω, κρίνω ότι δεν υπάρχουν. Στο δίκαιο μας βρίθουν οι περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αντικειμενικά ως ο μέσος συνετός άνθρωπος, έξω από τη δική του υποκειμενική πεποίθηση και αντίληψη. Και είναι, μεταξύ άλλων, αυτό το στοιχείο που προσδίδει στη δικαιοσύνη το κύρος και την αμεροληψία της. Ως λέχθηκε στην Αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Συμεού (ανωτέρω), είναι επώδυνο για κάθε δικαστή να υπερασπίζεται την αμεροληψία του. Και είναι και για αυτό το λόγο που η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται με περίσκεψη. Εάν όμως υποβληθεί, το Δικαστήριο οφείλει να την αποφασίσει με αναφορά στο αντικειμενικό κριτήριο του τι εντύπωση θα αποκόμιζε ο μέσος συνετός άνθρωπος που γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Είναι γεγονός ότι μεταξύ μου και του κ. Κωνσταντίνου Λυκούργου, όταν υπηρετούσαμε και οι δύο στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, υπήρξε επαγγελματική συνεργασία. Εάν με αυτό το δεδομένο και μόνο εξαιρούμουν από την εκδίκαση της υπόθεσης, αυτό κρίνω θα ισοδυναμούσε με αποποίηση του καθήκοντός μου να εκδικάσω την υπόθεση ως φυσικός δικαστής της και, συνακόλουθα, θα απέληγε σε επιλογή εκ των Αιτητών του δικαστή της υπόθεσης. Κάτι το οποίο δεν μπορεί να επιτραπεί. Ούτε προκύπτει από το Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών, οποιαδήποτε ανάμειξη του κ. Κωνσταντίνου Λυκούργου στο θέμα. Αντιθέτως, αναγράφεται ρητώς σε αυτό ότι νομική συμβουλή λήφθηκε από τον κ. Ρίκκο Μαππουρίδη. Ακόμα και να υπήρχε ανάμειξη του κ. Κωνσταντίνου Λυκούργου στο θέμα και πάλι το αίτημα θα ήταν απορριπτέο. Και αυτό διότι εάν απαιτείτο κάθε δικαστής, ο οποίος πριν διοριστεί στο δικαστικό λειτούργημα υπηρέτησε στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, να εξαιρείται από κάθε υπόθεση στην οποία η Δημοκρατία είναι διάδικος ή η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας είχε την οποιαδήποτε, έστω και τόσο απομακρυσμένη όσο εν προκειμένω, ανάμειξη, θα δυσχεραινόταν η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και θα διακυβευόταν το κύρος της. Φρονώ επίσης, ότι η αίτηση καταχωρίστηκε ιδιαίτερα καθυστερημένα. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται ήταν γνωστά στους Αιτητές πολύ πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Θα μπορούσαν να θέσουν το θέμα κατά την πρώτη ενώπιόν μου εμφάνιση ή τουλάχιστον κατά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Τα στοιχεία τα οποία οι Αιτητές επικαλούνται ήταν σε γνώση τους εδώ και αρκετά χρόνια, εφόσον η απόφαση που αυτοί επικαλούνται είναι ημερομηνίας 7.6.2013, αλλά και διότι εμφανίστηκαν ως δικηγόροι ενός εκ των Αιτητών στις συνεκδικαζόμενες εκείνες προσφυγές και, επομένως, γνώριζαν ποιοι δικηγόροι εμφανίστηκαν για τον Γενικό Εισαγγελέα. Το δε Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Ευάγγελου Πελεκάνου, βάσει του οποίου σκοπείται να αποδειχθεί η ανάμειξη της Νομικής Υπηρεσίας στην υπόθεση, φέρει ημερομηνία 4.1.2011 και ήταν Τεκμήριο στην αγωγή, και άρα σε γνώση των Αιτητών, για την οποία εκδόθηκε απόφαση στις 28.11.2012. Το γεγονός ότι επαγγελματική συνεργασία υπήρξε μεταξύ μου και του αδελφού του Καθ' ου η Αίτηση Δώρου Λυκούργου και όχι με τον ίδιο, δεν είναι βεβαίως άνευ σημασίας. Σε μια μικρή κοινωνία όπως η Κύπρος, με τον στενό κοινωνικό και οικογενειακό ιστό που τη χαρακτηρίζει, είναι αναπόφευκτο σε ορισμένες υποθέσεις να υπάρξει σχέση μεταξύ του εκδικάζοντος Δικαστή και ενός εκ των συγγενών οποιουδήποτε διαδίκου. Αυτό δεν απαιτεί, άνευ ετέρου, την εξαίρεση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο μπορεί να αυτοεξαιρεθεί, με οδηγό σε τούτη του την κρίση, όχι τη δική του υποκειμενική ευαισθησία αλλά τη συναίσθηση καθήκοντος, την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και την επαύξηση και όχι τη διακύβευση του κύρους της δικαιοσύνης. Εάν όμως δεν αυτοεξαιρεθεί, το Δικαστήριο τεκμαίρεται αμερόληπτο μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Εν προκειμένω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης και των διαδίκων εξυπηρετείται καλύτερα και το κύρος της δικαιοσύνης επαυξάνεται με την απόρριψη του αιτήματος. Η θέση ότι λόγω της προ ετών επαγγελματικής συνεργασίας του Δικαστηρίου με τον αδελφό του Καθ' ου η Αίτηση Δώρου Λυκούργου είναι αρκετή ώστε να προσδοθεί στο Δικαστήριο μεροληψία σε βαθμό που να ανατραπεί το τεκμήριο της αμεροληψίας ή σε βαθμό που δημιουργείται στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα φόβος ή δικαιολογημένη εντύπωση ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης, είναι απαράδεκτη. Έτσι, η αίτηση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση Δώρου Λυκούργου και Ιωάννη Καρυδά. (Υπ.) .......... Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου.» [2] «In the determination of his civil rights and obligations or of any criminal charge against him, everyone is entitled to a fair and public hearing within a reasonable time by an independent and impartial tribunal established by law. (.)» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο