← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. SOFRONIOU & MARIA DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ.αγωγής 4004/2012, 31/1/2017

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. SOFRONIOU & MARIA DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ.αγωγής 4004/2012, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 4004/2012 Μεταξύ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. SOFRONIOU & MARIA DEVELOPERS LTD
  2. ΜΑΡΙΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, άλλως ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, άλλως ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ, άλλως ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, άλλως ΜΑΡΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΠΟΛΥΤΕΥΚΗ
  3. ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ άλλως ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΠΟΛΥΤΕΥΚΗ Εναγομένων Ημερ.: 31.1.2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ.Μ.Κυριακίδης μαζί με κ.Α.Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1, 2 και 3: κ.Α.Παπαντωνίου μαζί με κ.Παγιάση για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η Δικογραφία Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ενταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο την 20.11.
  4. Με αυτή η Ενάγουσα τράπεζα, η Τράπεζα, αξιώνει κατά των Εναγομένων ποσό €726.030,08 με τόκο 11% ετησίως επί ποσού €702.234,60 από 7.11.2012 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία, η Εταιρεία, ενάγεται ως η πρωτοφειλέτρια στη βάση συμφωνίας δανείου που της χορηγήθηκε την 28.6.2010 ή περί τον Ιούνιο του 2010 ή προγενέστερα και που τερματίστηκε την 7.9.2012 ή την 19.11.
  5. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται ως εγγυητές των υποχρεώσεων της Εταιρείας δυνάμει γραπτής συμφωνίας εγγύησης ημερ. 28.6.
  6. Με την αγωγή αξιώνονται και διατάγματα εναντίον όλων των Εναγομένων για την εκποίηση αριθμού υποθηκών που δηλώθηκαν, εγγράφηκαν ή επανεγγράφηκαν προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου. Αξιώνεται ακόμη εναντίον της Εταιρείας δήλωση ή και αναγνωριστική απόφαση ότι η Ενάγουσα έχει υπεισέλθει ως αποκλειστική δικαιούχος και δύναται να ασκεί όλα τα δικαιώματα της Εταιρείας που απορρέουν από συγκεκριμένη συμφωνία της τελευταίας με τρίτους, στη βάση συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 12.10.2006 προς όφελος της. Σύμφωνα πάντα με την αξίωση, η Εταιρεία παρέλειπε να καταβάλει ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις ή και παρέλειψε να εξοφλήσει εμπρόθεσμα το χρέος, οπόταν, η Τράπεζα με επιστολές της ημερ. 5.3.2012 και 7.9.2012 τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και απαίτησε την αποπληρωμή του χρέους. Οι επιστολές αποστάληκαν, εκ νέου, την 19.11.
  7. Η Εκθεση Υπεράσπισης καταχωρίστηκε μόλις την 6.5.
  8. Οι λόγοι εκτίθενται στην Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 11.3.
  9. Προβάλλεται η θέση ότι η αγωγή είναι καταχρηστική γιατί προηγήθηκε η καταχώρηση της αγωγής αρ. 3928/2012 Ε.Δ. Λάρνακας από τους Εναγόμενους εναντίον της Τράπεζας για τα ίδια θέματα, οπόταν, κατά την υπεράσπιση, η Τράπεζα όφειλε να είχε καταχωρήσει ανταπαίτηση εκεί. Το ζήτημα απασχόλησε το Δικαστήριο στην Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 11.3.2015 και τίποτα περισσότερο δεν χρειάζεται να αναφερθεί. Επί της ουσίας, ισχυρίζονται ότι η συμφωνία δανείου δεν ήταν έγκυρη και δεσμευτική. Ότι αυτή «δεν υπογράφθηκε από όλα τα αναγκαία πρόσωπα» ή και υπογράφτηκε κατά παράβαση της νομοθεσίας και των κανονισμών. Περαιτέρω, ότι η συμφωνία και όλα τα έγγραφα είναι άκυρα ή ακυρώσιμα κατ΄ επιλογή των Εναγομένων γιατί συνομολογήθηκαν χωρίς καλή πίστη από την Τράπεζα, που καταχράστηκε σχέση εμπιστοσύνης, χωρίς αντάλλαγμα ή και εικονική αντιπαροχή. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι συμφώνησαν ή υπόγραψαν οποιαδήποτε εγγύηση σχετική με τη συμφωνία δανείου και διαζευκτικά, αν υπόγραψαν, ότι αυτό έγινε συνεπεία δόλου, απάτης, και ψευδών παραστάσεων της Τράπεζας και ως εκ τούτου η εγγύηση τους κατέστηκε άκυρη και ανεφάρμοστη. Περαιτέρω, καταλογίζεται στην Τράπεζα παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων και των συμβατικών της καθηκόντων. Ακόμα, επαγγελματική αμέλεια και έλλειψη δέουσας επιμέλειας, προσοχής και λογικής φροντίδας της Τράπεζας προς τους Εναγόμενους. Ισχυρίζονται ακόμα οι Εναγόμενοι ότι τα οποιαδήποτε έγγραφα που υπόγραψαν δεν ήταν συμπληρωμένα και συμπληρώθηκαν από την Τράπεζα εκ των υστέρων, διαφορετικά από ότι είχε συζητηθεί και συμφωνηθεί. Συνεπώς, συνεχίζουν, η συμφωνία κατέστηκε άκυρη και ανεφάρμοστη και η Τράπεζα κωλύεται στην αξίωση της. Δικογραφούν, ακόμα, ότι οι όροι της συμφωνίας δανείου είναι καταχρηστικοί και ότι δημιουργούν σημαντική ανισότητα σε βάρος τους. Είναι η θέση τους ότι ουδέν ποσό οφείλουν στην Τράπεζα, αντίθετα η Τράπεζα τους οφείλει αποζημιώσεις παραπέμποντας στην αγωγή που καταχώρησαν εναντίον της. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι η Τράπεζα τερμάτισε νόμιμα τη λειτουργία του λογαριασμού του δανείου και διατείνονται ότι είναι οι ίδιοι που την τερμάτισαν εξ΄ υπαιτιότητας της Τράπεζας με επιστολή τους ημερ. 2.11.
  10. Και τούτο γιατί η Τράπεζα δεν αποδέκτηκε επαναδιαπραγμάτευση των όρων της συμφωνίας δανείου και περιορισμό των εξασφαλίσεων. Εγείρουν, ακόμα, ζήτημα παράνομων και αντισυμβατικών τόκων, ανατοκισμών και αδικαιολόγητων χρεώσεων. Περαιτέρω, ότι η Τράπεζα αυθαίρετα, αντισυμβατικά και παράνομα χρέωσε ή οικειοποιήθηκε ποσό €90.000 που ανήκε στην Εταιρεία. Β. Η Εκτέλεση των Εγγράφων επί των οποίων εδράζεται η αξίωση Ο Μάριος Σωφρονίου (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) είναι υπάλληλος της Τράπεζας στο Τμήμα Ανακτήσεων. (Oπου στη συνέχεια αναφέρεται το όνομα Σωφρονίου εννοείται ο Μ.Ε.
  11. Ο Εναγόμενος 3 που έχει το ίδιο επίθετο αναφέρεται ως Εναγόμενος 3). Η εμπλοκή του στην υπόθεση αρχίζει αφ΄ ότου εργοδοτήθηκε στην Τράπεζα τον Μάϊο του
  12. Ο Σωφρονίου ουδέποτε συνάντησε τους Εναγόμενους 2 και
  13. Το επίδικο δάνειο ήταν ήδη μη εξυπηρετούμενο και η υπόθεση είχε ανατεθεί στο Τμήμα Ανακτήσεων όπου και μεταφέρθηκαν τα έγγραφα της υπόθεσης τα οποία και παρουσίασε ο μάρτυρας. Η αξίωση εδράζεται σε συμφωνία δανείου ημερ. 28.6.2010 (Τεκμ.4), η Συμφωνία Δανείου, με την οποία η Τράπεζα δάνεισε στην Εταιρεία το ποσό των €615.
  14. Στο ίδιο έγγραφο ενσωματώνεται «Εγγυητήριο για Περιορισμένο Ποσό», το Εγγυητήριο, στο οποίο αναφέρονται ως εγγυητές οι Εναγόμενοι 2 και
  15. Σε ξεχωριστό έγγραφο (Τεκμ.6), αναφέρονται οι προμήθειες, χρεώσεις και έξοδα της Τράπεζας που αφορούσαν το δάνειο, ο Κατάλογος. Τη Συμφωνία Δανείου και τον Κατάλογο εκ μέρους της Εταιρείας φέρονται να έχουν υπογράψει οι Εναγόμενοι 2 και 3, όπως και το Εγγυητήριο υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Η Λουϊζα Παπαγιάννη Μιχαήλ (Μ.Ε.2), υπάλληλος της Τράπεζας που εργαζόταν το 2010 στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων της Τράπεζας στη Λάρνακα, αναγνώρισε την υπογραφή της ως μάρτυρας της υπογραφής από τους Εναγόμενους 2 και 3 τόσο της Συμφωνίας Δανείου και του Εγγυητηρίου όσο και του Καταλόγου. Επιβεβαίωσε ότι αυτοί υπόγραψαν στην παρουσία της στα γραφεία της Τράπεζας στη Λάρνακα. Μαρτύρησε ακόμα ότι η Εναγόμενη 2 υπόγραψε εκ μέρους της Εταιρείας τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου Υ4473/10 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ημερ. 30.6.2010, όπως και το σχετικό Εγγραφο Υποθήκης ιδίας ημερομηνίας (Τεκμ.9). Όλα τα έγγραφα που η Παπαγιάννη αναγνώρισε, φέρουν στα σημεία όπου υπέδειξε την υπογραφή της και τη σφραγίδα της «(Θ3815) Λ.ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ». Η μάρτυρας αντεξετάστηκε κατά τρόπο διερευνητικό. Ανάφερε ότι δεν γνώριζε προηγουμένως τους Εναγόμενους 2 και 3 και πως η δική της εμπλοκή στην υπόθεση αφορούσε μόνο στο να επιμαρτυρήσει τις υπογραφές τους. Ανάφερε ότι, για να είναι η υπογραφή της στα έγγραφα ως μάρτυρας, σίγουρα υπόγραψαν ενώπιον της. Δεν της υποβλήθηκε κάποια θέση από την υπεράσπιση. H Λουκία Γεωργίου (Μ.Ε.3) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.26) είναι υπάλληλος της Τράπεζας και εργαζόταν ως λειτουργός εξυπηρέτησης του υποκαταστήματος της Τράπεζας στη Λάρνακα. Αναφορά στην κύρια εμπλοκή της στην υπόθεση γίνεται πιο κάτω. Στην ενότητα αυτή καταγράφεται η μαρτυρία της ότι ήταν παρούσα κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου και του Εγγυητηρίου από τους Εναγόμενους 2 και
  16. Στη Γεωργίου υποβλήθηκε ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν υπόγραψαν κατά την ίδια περίσταση τη Συμφωνία Δανείου. Η Γεωργίου δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα ότι ήταν μαζί. Ο Εναγόμενος 3 (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση στην Αγγλική και μετάφραση στην Ελληνική - Τεκμ.33 και 34 αντίστοιχα) κατά την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα παραδέχτηκε ότι υπόγραψε τη Συμφωνία Δανείου και αναγνώρισε σε αυτή και την υπογραφή της Εναγόμενης 2 πρώην συζύγου του. Επέμενε ωστόσο ότι δεν ήταν παρούσα η Εναγόμενη 2 όταν υπόγραψε ο ίδιος. Η Δέσπω Λοϊζου (Μ.Ε.4) υπάλληλος της Τράπεζας που εργαζόταν στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων αναγνώρισε την υπογραφή της ως μάρτυρας της υπογραφής των Εναγομένων 2 και 3 σε Ομόλογο Επιβάρυνσης ημερ. 11.5.2004 που εξέδωσε η Εταιρεία (Τεκμ.7). Επίσης αναγνώρισε την υπογραφή της ως μάρτυρας της υπογραφής του Εναγόμενου 3 σε Συμφωνία Εκχώρησης της Εταιρείας προς την Τράπεζα, ημερ. 12.10.2006 (Τεκμ.14). Περαιτέρω, αναγνώρισε την υπογραφή της ως μάρτυρας της υπογραφής της Εναγόμενης 2 στα πιο κάτω έγγραφα: - Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου της Εταιρείας, Υ6209/2006 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ημερ. 12.10.2006 και Εγγραφο Υποθήκης ιδίας ημερομηνίας (Τεκμ.8). - Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου της Εναγόμενης 2, Υ2003/2004 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ημερ. 12.5.2004 και Εγγραφο Υποθήκης ιδίας ημερομηνίας (Τεκμ.10). - Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως της Ακινήτου της Εναγόμενης 2, Υ2005/2004 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ημερ. 12.5.2004 και Εγγραφο Υποθήκης ιδίας ημερομηνίας (Τεκμ.11). - Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου της Εναγόμενης 2, Υ2006/2004 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ημερ. 12.5.2004 και Εγγραφο Υποθήκης ιδίας ημερομηνίας (Τεκμ.12). - Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως της Ακινήτου των Εναγομένων 2 και 3, Υ2004/2004 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, ημερ. 12.5.2004 και Εγγραφο Υποθήκης ιδίας ημερομηνίας (Τεκμ.13). Κατά την αντεξέταση της ανάφερε ότι θυμάται τους Εναγόμενους 2 και 3 ως πελάτες της Τράπεζας και σε όλες τις περιπτώσεις που υπόγραψε ως μάρτυρας οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν υπογράψει στην παρουσία της. Η μόνη υποβολή που τέθηκε στη μάρτυρα από την υπεράσπιση ήταν η εξής: «Ε. Σου λέω ότι ουδέποτε ήρθε μαζί ο Γιαννάκης και η Μαρία. Α. Δεν θυμάμαι αν ήρθαν μαζί οι πελάτες ή ερχόταν ο κάθε ένας ξεχωριστά». Δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο η υποβολή αφορούσε ή η μάρτυρας την εξέλαβε ότι αφορούσε στο χρόνο άφιξης των Εναγομένων 2 και 3 στην Τράπεζα ή ότι αυτοί δεν υπόγραψαν κατά τον ίδιο χρόνο. Την υπογραφή της Εναγόμενης 2 στις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκεύσεως Ακινήτου και σχετικά Εγγραφα Υποθηκών του 2004 (Τεκμ. 10-13) επιμαρτύρησε και η Γεωργίου. Η Γεωργίου υπόγραψε και τη Συμφωνία Εκχώρησης ημερ. 12.10.2006 (Τεκμ.14) εκ μέρους της Τράπεζας και την υποθήκη του 2006 (Τεκμ.8) εκ μέρους της Τράπεζας ως ενυπόθηκου δανειστή. Ο Εναγόμενος 3 δεν αναφέρθηκε στα έγγραφα, πέραν της Συμφωνίας Δανείου και του Εγγυητήριου, που του αποδίδεται ότι υπόγραψε. Θα αναμενόταν πως εάν δεν είχε υπογράψει κάποιο θα προέβαλλε τη σχετική θέση. Όπως έχει σημειωθεί, στην Παπαγιάννη που επιμαρτύρησε τις υπογραφές στη Συμφωνία Δανείου (ημερ. 28.6.2010) δεν υποβλήθηκε συγκεκριμένη θέση όπως υποβλήθηκε στη Γεωργίου, ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν υπόγραψαν στην ίδια περίσταση. Παρόμοια υποβολή έγινε και προς τη Λοϊζου η οποία όμως ήταν μάρτυρας της υπογραφής των Εναγομένων 2 και 3 σε έγγραφα του 2004 και
  17. Είτε οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν διαχρονικά τη συνήθεια να υπογράφουν ξεχωριστά για τις υποθέσεις της Εταιρείας τους, είτε η θέση υποβλήθηκε στην προσπάθεια να πληγεί κάθε πτυχή της υπόθεσης της Τράπεζας. Επιχειρηματολογούν οι δικηγόροι των Εναγομένων ότι η Τράπεζα προκάλεσε σύγχυση με μη δικογραφημένους ισχυρισμούς, και ότι εφόσον δεν ζήτησε την τροποποίηση της αξίωσης η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Δεν αναφέρουν οι δικηγόροι ποια παράμετρος της αξίωσης είναι εκτός δικογραφίας. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι προσεγγίζουν το ζήτημα λανθασμένα. Επικεντρώνονται στη μαρτυρία του Σωφρονίου επιχειρηματολογώντας ουσιαστικά ότι αυτή θα πρέπει να αγνοηθεί γιατί ο μάρτυρας, που παρουσίασε πλείστα από τα τεκμήρια, δεν ήταν μάρτυρας των γεγονότων χορήγησης του επίδικου δανείου. Ακόμα και αν η μαρτυρία του Σωφρονίου ήταν άνευ αξίας, που δεν ήταν, αυτό καμιά σχέση δεν μπορεί να έχει με την επάρκεια της δικογραφίας. Η λανθασμένη προσέγγιση των δικηγόρων των Εναγομένων συνεχίζεται στον τρόπο αντιμετώπισης της μαρτυρίας του Σωφρονίου. Η επίκληση της Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σαλούμη

(2006)1(Β)Α.Α.Δ. 1347, δεν εξυπηρετεί τα επιχειρήματα τους. Σε αντίθεση με την πιο πάνω υπόθεση στην παρούσα αγωγή, όπως διαπιστώνεται πιο κάτω, παρουσιάστηκε πέραν από την αξιόπιστη μαρτυρία του Σωφρονίου και άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Η μαρτυρία του Σωφρονίου δεν έχει, γι΄ αυτό που προσέφερε, αμφισβητηθεί, ούτε η αυθεντικότητα των εγγράφων που παρουσίασε. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή και τα έγγραφα ως τα γνήσια έγγραφα που αφορούν την υπόθεση. Το Δικαστήριο αποδέχεται περαιτέρω την επί του προκειμένου μαρτυρία των Παπαγιάννη Γεωργίου και Λοϊζου τους οποίους κρίνει ως πλήρως αξιόπιστους. Αυτοί έδωσαν μαρτυρία στα πλαίσια των καθηκόντων τους, χωρίς να έχουν προσωπικό όφελος από την έκβαση της υπόθεσης. Αλλωστε, στην έκταση που αφορούσε τον Εναγόμενο 3, επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπόγραψαν όλα τα έγγραφα που τους αποδίδεται ότι υπόγραψαν, είτε εκ μέρους της Εταιρείας, είτε υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Η θέση του Εναγόμενου 3 ότι δεν υπόγραψε τη Συμφωνία Δανείου και το Εγγυητήριο κατά την ίδια περίσταση με την Εναγόμενη 2 δεν γίνεται αποδεκτή. Ο Εναγόμενος 3 ήταν εντελώς αναξιόπιστος ως μάρτυρας της αλήθειας, όπως στις ενότητες που ακολουθούν εξηγείται. Γ. Οι προηγούμενες συνεργασίες των διαδίκων Πέραν της εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 και της υποθήκης Υ4473/2010 που δηλώθηκε την 30.6.2010, δηλαδή δύο ημέρες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου και του Εγγυητηρίου, οι λοιπές, φερόμενες, εξασφαλίσεις χρονολογούνται. Πρόκειται για το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και τέσσερεις υποθήκες ημερ. 11.5.2004 και τη Συμφωνία Εκχώρησης και μια υποθήκη ημερ. 12.10.
  1. Η Εταιρεία, πάντοτε με τους ίδιους διευθυντές, δεν ήταν η πρώτη φορά που είχαν συνεργασία με την Τράπεζα. Η συνεργασία των Εναγομένων με την Τράπεζα ανάγεται στο
  2. Ο Εναγόμενος 3 παρουσίασε σχετική επιστολή έγκρισης της Τράπεζας ημερ. 3.5.2004 και συμφωνία δανείου ημερ. 11.5.2004 (Τεκμ.35) με την οποία η Εταιρεία δανείστηκε από την Τράπεζα £750.
  3. Οι τέσσερεις υποθήκες ημερ. 11.5.2004 είχαν δοθεί ως εξασφαλίσεις για εκείνο το δάνειο (οι αρ. εγγραφής των ακινήτων αντιστοιχούν με τις σχετικές υποθήκες). Μαρτύρησε ο Εναγόμενος 3 ότι την Εταιρεία σύστησε την 11.3.2004 μαζί με την πρώην σύζυγο του Εναγόμενη 2 για να αγοράσουν γη στο χωριό Σοφτάδες και να συμμετάσχουν στην κατασκευή συγκροτήματος κατοικιών με σκοπό την πώληση και αποκόμιση κέρδους. Συμμέτοχοι τους στην επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα ήταν ο Μάκης Αυξεντίου (Μ.Υ.3) και κάποιος Ζουρίδης. Ο Εναγόμενος 3 προσπάθησε να εμπλέξει την Τράπεζα στην ίδια την επιχειρηματική δραστηριότητα και να της εναποθέσει ευθύνη για την ανεπιτυχή κατάληξη των επενδύσεων του. Στη γραπτή του δήλωση ανάφερε ότι συμφώνησαν στις σχετικές προτροπές της Τράπεζας ότι με τη βοήθεια και τη χρηματοδότηση της το αποτέλεσμα της επένδυσης τους θα ήταν πολύ θετικό. Αναφέρθηκε ακόμα σε διαβεβαίωση της Τράπεζας ότι η αξία της περιουσίας τους θα πολλαπλασιαζόταν και ότι η Τράπεζα ανάλαβε «όλη την αντίστοιχη ευθύνη και τον επιχειρηματικό κίνδυνο της δανειοδότησης, αφού η αποπληρωμή του δανείου απαιτούσε την έγκαιρη ανάπτυξη του όλου Εργου». Δεν παρέμεινε το ίδιο κατηγορηματικός ως προς την εμπλοκή της Τράπεζας κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του. Είπε πως οι διευθυντές της Τράπεζας του εισηγήθηκαν ότι χρειαζόταν να εγγράψει εταιρεία για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και πως ο υποδιευθυντής της Τράπεζας, που ήταν και συγγενής του, του είπε ένα βράδυ που βγήκαν έξω ότι επρόκειτο για καλή επένδυση. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι ο ίδιος προσέγγισε την Τράπεζα για να τον δανειοδοτήσουν σε σχέση με τη συγκεκριμένη επένδυση και περιόρισε το παράπονο του στο ότι η Τράπεζα τον ενθάρρυνε. Για την ίδια την επένδυση είπε πως ασχολήθηκαν και έκαμαν όλη τη δουλειά ο Αυξεντίου και ο Ζουρίδης και πως ο ίδιος δεν ήξερε. Κατέληξε πως, αν όλα συμπληρώνονταν στην ώρα τους, η υπόθεση δεν θα κατέληγε στο Δικαστήριο. Είπε «οι αριθμοί και οι υπολογισμοί οι οποίοι ήταν εκεί έδειχναν ότι αν τα σπίτια τελείωναν στην ώρα τους η Τράπεζα θα πληρωνόταν για το δάνειο και εμείς θα είχαμε σαν κέρδος, η εταιρεία θα είχε κέρδος 1-2 κομμάτια σαν κέρδος». Η συνεργασία ήταν αρχικά με την εργοληπτική εταιρεία Famagusta Developments Ltd η οποία σε κάποιο στάδιο αποχώρησε και στη συνέχεια συνεργάστηκαν με την A. Panayides Contracting Public Limited, με την οποία υπέγραψαν συμφωνία στις 24.5.
  4. Κατά τον Εναγόμενο 3 το έργο δεν ολοκληρώθηκε με υπαιτιότητα της Panayides εναντίον της οποίας η Εταιρεία καταχώρησε την αγωγή 3502/2011 Ε.Δ. Λάρνακας. Αναφορικά με την πρώτη συμφωνία του 2004 ανάφερε ότι αντελήφθηκε ότι η Εταιρεία δανείστηκε £750.000 και πως το επιτόκιο θα ήταν σταθερό και θα ανερχόταν στο 7% ή 6% - 7%. Το Δικαστήριο απορρίπτει τη θέση του Εναγομένου 3 ως προς την εμπλοκή που αποδίδει στην Τράπεζα. Δεν ήταν σταθερός στις θέσεις του. Στη γραπτή του δήλωση ήταν κατηγορηματικός, θέση που προφανώς αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να υποστηρίξει στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Προέκυψε κατά τρόπο σαφή πως ενεπλάκηκε σε επιχειρηματική δραστηριότητα που δεν στέφθηκε με επιτυχία με αποτέλεσμα τις οικονομικές δυσκολίες. Επιβεβαίωση τούτου η δικαστική διαμάχη της Εταιρείας με την Panayides. Ετσι, η εξυπηρέτηση του δανείου του 2004 κατέστηκε προβληματική. Είτε τα μέρη θα ετίθεντο σε αντιπαράθεση είτε θα ακολουθούσε μια διευθέτηση. Δ. Κατά πόσο οι υποθήκες και η Συμφωνία Εκχώρησης εξασφαλίζουν το επίδικο δάνειο Με την αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων τίθεται σε αμφισβήτηση και το κατά πόσο η υποθήκη Υ4473/2010 είναι έγκυρη και εξασφαλίζει το επίδικο δάνειο. Αυτή συνομολογήθηκε την 30.6.2010 και πουθενά δεν αναφέρει ότι υπογράφηκε την 30.7.2010, όπως σημειώνουν οι δικηγόροι των Εναγομένων στην αγόρευση τους. Επομένως, ό,τι αναφέρεται ότι το ποσό που αφορά έπρεπε να πληρωθεί 3.7.2010 δεν την καθιστά άκυρη. Όπως προειπώθηκε, οι τέσσερεις υποθήκες ημερ. 11.5.2004 είχαν δοθεί ως εξασφαλίσεις για το δάνειο ημερ. 11.5.
  5. Δεν αποκαλύφθηκε η συναλλαγή στα πλαίσια της οποίας συνομολογήθηκε η Συμφωνία Εκχώρησης και η υποθήκη ημερ. 12.10.
  6. Το κενό στο ιστορικό δεν εμποδίζει την εξέταση του ζητήματος κατά πόσο οι τέσσερεις υποθήκες ημερ. 11.5.2004 και η Συμφωνία Εκχώρησης και η υποθήκη ημερ. 12.10.2006 εξασφαλίζουν το επίδικο δάνειο που, υπενθυμίζεται, συνομολογήθηκε την 28.6.
  7. Αναφέρεται σε κάθε Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου (Τεκμ. 8 και 10 - 13) ότι αυτή: "... διέπεται από τους όρους του επισυνημμένου εγγράφου σημερινής ημερομηνίας το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας υποθήκης". Πρόκειται για το Έγγραφο Υποθήκης ιδίας ημερομηνίας που επισυνάπτεται σε κάθε υποθήκη. Ο όρος 2 των υποθηκών του 2004 αναφέρει ότι: "Η παρούσα υποθήκη αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα, άμεση ή έμμεση, είτε αυτή έγινε ή πιθανόν να γίνει απαιτητή και είτε είναι προσωπική ή κοινή ή αλληλέγγυα με άλλο ή άλλα πρόσωπα και/ή μαζί μου." Ο όρος 2 της υποθήκης του 2006 αναφέρει ότι: "Η παρούσα υποθήκη αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα, άμεση ή έμμεση, είτε αυτή έγινε ή πιθανόν να γίνει απαιτητή και είτε είναι προσωπική του κάθε ενός από αυτούς ή κοινή μεταξύ όλων ή οποιωνδήποτε από αυτούς ή κοινή ή αλληλέγγυα με άλλο ή άλλα πρόσωπα." Στην Χαραλάμπους κ.ά. v. Liberty Life Insurance
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1739, αναφέρεται ότι: "Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από την συμφωνία στο σύνολο της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών." Στην Θεολόγου v. Κτηματικής Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, αναφέρεται ότι: "... συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνηση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για τον σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτιστεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας,..." Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. T. G. & Sons Importing Ltd κ.ά.
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 180, αναφέρεται ότι: "Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά τον χρόνο συγγραφής του εγγράφου. ...το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νου όταν δόθηκε η εγγύηση." Η ορθή ερμηνεία των Συμβάσεων Υποθήκης και των Εγγράφων Υποθήκης είναι ότι η κάθε Σύμβαση θα εξασφάλιζε και μελλοντικές υποχρεώσεις της Εταιρείας προς την Τράπεζα. Αυτή προκύπτει να ήταν και η αντίληψη της Τράπεζας και των Εναγομένων, ενυπόθηκων οφειλετών, κατά το χρόνο δήλωσης και εγγραφής των υποθηκών. Καθοριστικό χρονικό σημείο είναι αυτό της δήλωσης και εγγραφής της Υποθήκης. Επομένως, σημασία διαδραματίζει η πρόθεση των μερών το 2004 και
  1. Οι σχετικοί όροι των υποθηκών του 2004 δεν είναι καταχρηστικοί αφού οι ενυπόθηκοι οφειλέτες, δηλαδή η Εναγόμενη 2 και ο Εναγόμενος 3, ήταν οι δύο διευθυντές της Εταιρείας, που ήταν το πρόσωπο προς το οποίο είχε χορηγηθεί το δάνειο εκείνο και μπορούσαν να ελέγχουν κατά πόσον αυτή θα απευθύνετο στην Τράπεζα για νέο. Σε κάθε όμως περίπτωση, και το 2010 επιβεβαιώθηκε ότι οι υποθήκες θα εξακολουθούσαν να ισχύουν. Ιδιοκτήτρια της περιουσίας που η υποθήκη του 2006 αφορούσε ήταν η Εταιρεία, ενώ ιδιοκτήτες των περιουσιών που οι υποθήκες του 2004 αφορούσαν ήταν η Εναγόμενη 2 και οι Εναγόμενοι 2 και 3 μαζί. Ολοι συγκατατέθηκαν στη διευθέτηση ότι οι υποθήκες αυτές θα εξασφάλιζαν το επίδικο δάνειο προσυπογράφοντας το Τεκμ.
  2. Στη γραπτή τους αγόρευση οι δικηγόροι των Εναγομένων υποστηρίζουν ότι η Τράπεζα ουσιαστικά δεν προωθεί αξίωση σε σχέση με τη Συμφωνία Εκχώρησης και πως αυτή είχε ήδη τερματιστεί με τις επιστολές τους ημερ. 2.11.2012 και 12.11.2012 (Τεκμ. 37 και 39 αντίστοιχα). Με την Απαίτηση προωθείται σχετική αξίωση στη βάση της Συμφωνίας Εκχώρησης. Ως προς τον «τερματισμό» της, οι επιστολές είναι γεγονός πλην όμως αυτό που έγινε ήταν να επιχειρηθεί ο τερματισμός στον οποίο όμως η Εταιρεία δεν δικαιούτο. Η Τράπεζα, ως το αθώο μέρος, είχε την ευχέρεια είτε να αποδεχτεί τον τερματισμό και να απαιτήσει αποζημιώσεις, είτε να εμμένει στα συμπεφωνημένα. Η Συμφωνία Εκχώρησης προνοούσε στον όρο 1 ότι η Εταιρεία εκχωρούσε προς την Τράπεζα πλήρως και ανέκκλητα όλα τα δικαιώματα της επί του συμβολαίου και όλα τα ποσά που θα καθίσταντο πληρωτέα από την A. Panayides Constructing Public Ltd προς αυτή προς περαιτέρω εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων της προς την Τράπεζα «είτε η υποχρέωσις αυτή είναι παρούσα ή μελλοντική, είτε κατέστη ή ενδέχεται να καταστεί απαιτητή είτε είναι άμεσος ή έμμεσος και είτε είναι προσωπική, ή κοινή μεθ΄ οιουδήποτε άλλου προσώπου ή προσώπων». Στη βάση της προαναφερθείσας νομολογίας και αρχών ερμηνείας, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι πρόθεση της Εταιρείας και της Τράπεζας κατά το χρόνο συνομολόγησης της Συμφωνίας Εκχώρησης ήταν ότι αυτή θα εξασφάλιζε και μελλοντικές υποχρεώσεις και αυτό επιβεβαιώθηκε με την υπογραφή του Τεκμ.5 εκ μέρους της Εταιρείας όπου αναφέρεται ότι η Συμφωνία Εκχώρησης θα συνιστούσε εξασφάλιση του επίδικου δανείου. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τόσο οι υποθήκες του 2004, όσο και η υποθήκη του 2006 και αυτή του 2010, αλλά και η Συμφωνία Εκχώρησης, συνιστούν εξασφάλιση του επίδικου δανείου. Ε. Οι συνθήκες υπογραφής της Συμφωνίας Δανείου και του Εγγυητηρίου Ο Εναγόμενος 3 αναφέρει στη γραπτή του δήλωση ότι η Συμφωνία Δανείου συνομολογήθηκε ώστε να παραταθεί η αποπληρωμή του δανείου του 2004 «με τη διαγραφή των καθυστερήσεων που δημιουργήθηκαν λόγω της μη ολοκλήρωσης του συγκροτήματος». Καταλογίζει στην Τράπεζα ότι τους παραπλάνησε με σκοπό να λάβει μεγαλύτερες και δυσανάλογες εξασφαλίσεις. Η Γεωργίου ήταν το πρόσωπο που είχε προσωπική επαφή με τους Εναγόμενους πριν την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου και του Εγγυητηρίου και είναι αυτή που αξιολόγησε το αίτημα για το δανεισμό. Μαρτύρησε πως σε όλες τις συναντήσεις με τους Εναγόμενους η συνομιλία γινόταν στην Ελληνική και οι Εναγόμενοι κατανοούσαν πλήρως. (Το ζήτημα αυτό συζητείται πιο κάτω). Οι Εναγόμενοι γνώριζαν πολύ καλά τους όρους της Συμφωνίας Δανείου και Εγγύησης και τους αποδέχτηκαν με ελεύθερη βούληση. Ανάφερε η Γεωργίου πως είχε δύο τουλάχιστον συναντήσεις στο γραφείο της με το δικηγόρο κ.Κλαϊδη που ενεργούσε για τους Εναγόμενους. Η Γεωργίου εξήγησε πως η επίδικη Συμφωνία Δανείου αφορούσε ουσιαστικά στην εξυπηρέτηση παλαιότερων υποχρεώσεων των Εναγομένων. Αυτό που οι Εναγόμενοι είχαν ζητήσει ήταν δάνειο για ένα έτος ώστε να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες τους με την προοπτική να πωλήσουν ακίνητα στο μεταξύ και να το εξοφλήσουν. Το αίτημα της Εταιρείας για δανεισμό έγινε με επιστολή ημερ. 12.5.2010 (Τεκμ.27). Ζητείτο ταυτόχρονα και παράταση στην αποπληρωμή του υφιστάμενου δανείου ημερ. 11.5.
  3. Επειδή επρόκειτο για την τελευταία ευκαιρία που τους έδιδε η Τράπεζα, η Γεωργίου τους τόνισε ότι θα έπρεπε να ενδιαφερθούν να πωλήσουν συγκεκριμένες τέσσερεις κατοικίες ή άλλη περιουσία γιατί όταν θα εξέπνεε η προθεσμία το δάνειο θα αποστέλλετο στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών. Οι Εναγόμενοι δεν μπορούσαν να αποπληρώνουν ούτε τους τόκους του προηγούμενου δανείου, επομένως δεν ετίθετο ζήτημα στηεξέτασης της εισοδηματικής τους ικανότητας. Η αποπληρωμή θα γινόταν με την πώληση ακίνητης περιουσίας. Για την αξία των ακινήτων λήφθηκε υπόψη για μεν το κτήμα στους Σοφτάδες έκθεση εκτίμησης ημερ. 23.11.2009 (Τεκμ.30), για δε τα άλλα ακίνητα έκθεση εκτίμησης ημερ. 26.4.2010 (Τεκμ.25). Ο περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμος του 2010, σήμερα οι περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμοι του 2010 έως (Αρ.2) του 2013, θεσπίστηκε την 19.10.2010, δηλαδή μετά την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Δεν ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και δεν την επηρεάζει. Πέραν τούτου αρκεί να διέλθει κάποιος το άρθρο 3 των νόμων για να διαπιστώσει πως η επίδοση Συμφωνίας Δανείου είναι και θεματικά εκτός του πεδίου εφαρμογής των νόμων. Επομένως, όλες οι σχετικές εισηγήσεις και επιχειρηματολογία των δικηγόρων των Εναγομένων είναι άτοπες. Η επιστολή έγκρισης του αιτήματος τους ημερ. 17.6.2010 (Τεκμ.5) υπογράφηκε από τους Εναγόμενους 2 και 3 για την Εταιρεία στην παρουσία της Γεωργίου που υπόγραψε εκ μέρους της Τράπεζας και έθεσε τη σφραγίδα της «
(1187)GEORGIOU». Στην επιστολή αναγράφονται οι προϋποθέσεις χορήγησης του δανείου που στη συνέχεια αποτέλεσαν όρους της Συμφωνίας Δανείου. Αναφερόταν στην επιστολή έγκρισης ότι το ποσό του δανείου θα χρησιμοποιείτο ως ακολούθως: - €280.000 περίπου για εξόφληση υφιστάμενου δανείου αρ.0575-13-
  1. - €170.000 έναντι υφιστάμενου δανείου αρ.0550-13-067529 για κάλυψη των δεδουλευμένων τόκων μέχρι 30.6.
  2. - €98.000 για κάλυψη των τόκων του δανείου αρ.0550-13-067529 μέχρι τον Ιούνιο του
  3. - €45.000 για κάλυψη των τόκων του νέου δανείου μέχρι τον Ιούνιο του
  4. - Το υπόλοιπο ποσό για την κάλυψη των εξόδων χρηματοδότησης. Αναφερόταν ακόμη πως η Εταιρεία δεσμευόταν να αρχίσει άμεσα προσπάθειες για πώληση ακίνητης περιουσίας της είτε συγκεκριμένων τεσσάρων κατοικιών είτε άλλων ακινήτων. Στη Συμφωνία Δανείου αναφερόταν πως, εκτός αν η Τράπεζα ζητούσε άμεση εξόφληση, το δάνειο θα αποπληρωνόταν το αργότερο μέχρι 20.6.2011 με σταδιακές καταθέσεις που θα προέρχονταν από πωλήσεις και πως στο μεταξύ θα καταβάλλονταν κάθε τριμηνία από 30.9.2010 οι δεδουλευμένοι τόκοι εκ €11.
  5. Με το Εγγυητήριο οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με την Εταιρεία την πληρωμή του δανείου. Ο Εναγόμενος 3 αναγνώρισε την υπογραφή του στα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας (Τεκμ.19 και 20). Oι δικηγόροι των Εναγομένων σχολιάζουν στη γραπτή τους αγόρευση ότι το Τεκμ. 20 αποτελείται από δύο έγγραφα που το ένα έχει ημερομηνία 11.10.2006 ενώ το άλλο 28.6.
  6. Διατείνονται ότι η Τράπεζα τα κατέθεσε για να συγχύσει τα πραγματικά γεγονότα. Ουδεμία σύγχυση υπάρχει. Το πρακτικό ημερ. 11.10.2006 μαρτυρά την απόφαση της Εταιρείας να υποθηκεύσει περιουσία της προς όφελος της Τράπεζας. Αφορά στην περιουσία που υποθηκεύτηκε με την Υποθήκη 6209/2006 (Τεκμ.8). Το πρακτικό ημερ. 28.6.2010 μαρτυρά την απόφαση της Εταιρείας να υποθηκεύσει την ίδια περιουσία με Β' υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας. Συστάθηκε στη συνέχεια η Υ4473/2010 (Τεκμ.9). Παραπονέθηκε ο Εναγόμενος 3 ότι και αυτά τα ετοίμασε η Τράπεζα και δεν του εξηγήθηκε το περιεχόμενο τους. Η Γεωργίου δεν αρνήθηκε ότι τέτοια πρακτικά ετοιμάζονται από την Τράπεζα εάν οι πελάτες δεν είναι σε θέση να τα ετοιμάσουν. Είναι κατανοητό πως η διατύπωση πρέπει να είναι τέτοια που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της Τράπεζας. Η Τράπεζα για να προβεί σε δανεισμό εταιρείας απαιτεί σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Η απόφαση πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Προφανώς παραχωρούνται πρότυπα ώστε να γνωρίζει η εταιρεία ποια επακριβώς απόφαση ζητείται προτού η Τράπεζα προχωρήσει στο δανεισμό. Ο Εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε ότι για τη σύναψη του επίδικου δανείου του είπαν από την Τράπεζα ότι έπρεπε να έρθει στην Κύπρο για να υπογράψει ένα επιπλέον δάνειο. Στην Τράπεζα, όταν ήρθε, του είπαν απλώς να υπογράψει και θα καλύπτονταν όλα τα δάνεια του. Τον διαβεβαίωσαν ότι όλα θα ήταν εντάξει και έδειξε εμπιστοσύνη. Ούτε αντελήφθηκε πως υπόγραψε προσωπικά ως εγγυητής. Το Δικαστήριο απορρίπτει τις θέσεις του Εναγόμενου 3 σε σχέση με τις περιστάσεις σύναψης της Συμφωνίας Δανείου ως αναληθείς και είναι πεπεισμένο ότι τις προώθησε κακόπιστα στην προσπάθεια του να αποποιηθεί των ευθυνών του και της Εταιρείας συμφερόντων του. Επιδιώκοντας την προσβολή κάθε πτυχής της υπόθεσης της Τράπεζας προέβαλε θέσεις που δεν συνάδουν μεταξύ τους. Γιατί αν ήταν αλήθεια πως ουσιαστικά τον εκβίασαν ότι αν δεν υπόγραφε θα του τα έπαιρναν όλα δεν θα επεδείκνυε εμπιστοσύνη και να υπογράψει στα τυφλά όπως ουσιαστικά το έθεσε ότι του παρουσιάστηκε από την Τράπεζα. Η θέση του Εναγόμενου 3 ότι με τη Συμφωνία Δανείου θα διαγράφονταν οι καθυστερήσεις που δημιουργήθηκαν είναι ασαφής. Εάν εννοούσε πως θα τους χαρίζονταν οι δεδουλευμένοι τόκοι πρόκειται για αστεία προσέγγιση. Ο Αυξεντίου ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 3 δεν πλήρωνε τις υποχρεώσεις του και θα γινόταν νέο δάνειο από την Τράπεζα. Τον είχε ρωτήσει αν ήταν καλά που θα έκανε και ο Αυξεντίου του είπε «πρέπει, δεν μπορείς να μεν το κάνεις». Η Εταιρεία είχε υποχρεώσεις που δεν ήταν σε θέση να εξυπηρετήσει και με τη Συμφωνία Δανείου έλαβε παράταση ενός έτους. Ακόμα και οι τόκοι του επίδικου δανείου καλύπτονταν για ένα έτος από το ίδιο το δάνειο. Η Τράπεζα δεν έλαβε κανένα ποσό από πλευράς των Εναγομένων. Ενώ μπορούσε να καταστήσει το λαβείν της απαιτητό ανέβαλε ουσιαστικά κάθε δικαίωμα της προς είσπραξη για ένα έτος. Είναι σημαντικό να διαπιστωθεί κατά πόσο με την επίδικη Συμφωνία Δανείου η πλευρά των Εναγομένων τέθηκε σε δυσμενή ή μειονεκτική θέση. Η θέση συμβαλλομένου ότι εξαναγκάστηκε ή πιέστηκε αθέμιτα να προσχωρήσει σε μία σύμβαση είναι, αντικειμενικά, πιο πειστική όταν η σύμβαση ήταν γι΄αυτόν επαχθής. Η Συμφωνία Δανείου του 2004 (Τεκμ. 35) προέβλεπε συνολικό επιτόκιο 8.5% ενώ, εφόσον το δάνειο δεν εξυπηρετείτο, η Τράπεζα θα χρέωνε επιτόκιο υπερημερίας, όπως χρέωνε και σε άλλα δάνεια των Εναγομένων (βλ. Τεκμ. 31). Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν εγγυητές και στο δάνειο του
  7. Με την επίδικη Συμφωνία Δανείου η Τράπεζα έλαβε μια μόνο περαιτέρω εξασφάλιση. Πρόκειται για την υποθήκη Υ4473/2010 που, σημειώνεται, αφορά την ίδια ακίνητη περιουσία που αφορούσε η υποθήκη Υ6209/
  8. Ηταν ίσως το λιγότερο αφού η έκθεση της Τράπεζας έναντι της Εταιρείας είχε αυξηθεί. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι υπόγραψαν την επίδικη Συμφωνία Δανείου και το Εγγυητήριο οικειοθελώς ώστε να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της Εταιρείας. Ουσιαστικά, έλαβαν παράταση χρόνου για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς την Τράπεζα. Στ. Κατά πόσο οι Εναγόμενοι 2 και 3 μιλούν ελληνικά Όπως προειπώθηκε, η Γεωργίου μαρτύρησε πως σε όλες τις συναντήσεις με τους Εναγόμενους, η συνομιλία γινόταν στην Ελληνική και πως οι Εναγόμενοι κατανοούσαν πλήρως. Τους είδε να διαβάζουν έγγραφα στα ελληνικά που τίθεντο μπροστά τους από την Τράπεζα. Ελληνικά μιλούσαν και στις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις που είχαν. Το Τεκμ.31 είναι δύο επιστολές της Τράπεζας ημερ. 11.3.2010 προς την Εναγόμενη
  9. Αφορούν σε δύο εγγυήσεις της ημερ. 11.5.2004 και 26.3.2009 προς την Τράπεζα. Ηταν στην αγγλική. Η Γεωργίου δεν ήταν σε θέση να πει γιατί είχε επιλεγεί η αγγλική, όμως είναι πρόδηλο. Δεν αμφισβητείται ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν μεγαλύτερη ευχέρεια στη χρήση της αγγλικής και προφανώς εάν η Τράπεζα διέθετε τύπους συμφωνιών δανείου και εγγυήσεως στα αγγλικά θα προτιμούσε να τους χρησιμοποιούσε. Ο Εναγόμενος 3 μαρτύρησε ότι δεν μιλά, δεν διαβάζει και δεν γράφει ελληνικά. Αρνήθηκε ότι είχε ποτέ υπογράψει ένορκη δήλωση στην Ελληνική. Όταν επιστήθηκε η προσοχή του σε ένορκη δήλωση ημερ. 18.12.2014 στην Ελληνική την οποία ορκίστηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει τί αναφέρεται σε αυτή και πως δεν ήξερε ότι την ορκίστηκε. Σημειώνεται ότι στην ένορκη δήλωση δεν αναφέρεται ότι την ορκίστηκε αφού το περιεχόμενο της του εξηγήθηκε σε κάποια άλλη γλώσσα. Το Τεκμήριο 42 είναι γραπτή δήλωση στην αγγλική του Εναγόμενου 3 στην αγωγή 3502/2011 Ε.Δ. Λάρνακας που η Εταιρεία καταχώρησε εναντίον της Panayides. Στην παρ.6 της δήλωσης, που παρουσίασε στο Δικαστήριο όταν την 12.2.2015 μαρτύρησε στην αγωγή εκείνη, δηλώνει σε σχέση με τη συμφωνία ημερ. 24.5.2006, της Εταιρείας με την Panayides (Τεκμ.15), που είναι στην ελληνική και είναι πολυσέλιδη, ότι «. we read it and agreed with it, without making any changes to the same». Παραδέχτηκε ο Εναγόμενος 3 ότι η λέξη «we» αναφερόταν στον ίδιο και την Εναγόμενη 2, καταφεύγοντας σε υπεκφυγές ώστε να μην αποδεχτεί αυτό που ενόρκως μαρτύρησε ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, ότι δηλαδή τόσο ο ίδιος όσο και η Εναγόμενη 2 διάβασαν ένα πολυσέλιδο έγγραφο που ήταν στην ελληνική γλώσσα. Ο Αυξεντίου μαρτύρησε ότι γνωρίζει τους Εναγόμενους 2 και 3 εδώ και 30 χρόνια. Υποστήριξε πως δεν γράφουν ούτε διαβάζουν αλλά μιλούν σπαστά ελληνικά. Ο ίδιος συνεννοείται μαζί τους. Αναφέρθηκε στην υπογραφή της συμφωνίας με την Panayides και ότι ο Εναγόμενος 3 ήθελε να του την επεξηγήσουν στα αγγλικά προτού υπογράψει. Ο Εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε ότι εκτός από την περίπτωση της Τράπεζας που είχε εμπιστοσύνη, μόνο έγγραφα στα αγγλικά υπογράφει. Όταν του υποδείχθηκε η συμφωνία της Εταιρείας με την Panayides που ήταν στα ελληνικά, ανάφερε: «Α. Σωστά, τους εμπιστεύθηκα και μου είπαν να υπογράψω και μου είπαν υπόγραψε εδώ. Ε. Αρα ούτε αυτής καταλάβατε το περιεχόμενο της είναι η θέση σας; Α Οχι» Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες υπόγραψε τη συμφωνία στην ελληνική με την Panayides δεν θα διακριβωθούν στην απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας αφού ούτε ο Αυξεντίου κρίνεται ως αξιόπιστος, αυτό όμως που διαπιστώνεται είναι πως έχοντας τον ίδιο σκοπό, να υποστηρίξουν ότι ο Εναγόμενος 3 δεν διαβάζει ελληνικά, ο Εναγόμενος 3 και ο Αυξεντίου έδωσαν αντικρουόμενες εκδοχές. Ενώ ο Εναγόμενος 3 μαρτύρησε ότι δεν κατάλαβε το περιεχόμενο της, ο Αυξεντίου είπε πως ο Εναγόμενος 3 ζήτησε και του το μετάφρασε δικηγόρος κατά την ώρα των υπογραφών και προτού υπογράψει. Σε μετέπειτα απαντήσεις του ο Εναγόμενος 3 είπε πως τα έγγραφα με την Panayides του εξηγούσε ο Αυξεντίου, αλλά κι΄ έτσι η διάσταση στις θέσεις παραμένει. Ο Collin Porter (Μ.Υ.2) είναι ο σύντροφος της Εναγόμενης 2 από το
  10. Όπως ανάφερε, η Εναγόμενη 2 έχει σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα. Ο Porter είναι Αγγλος και δεν μιλά ελληνικά. Μαρτύρησε ότι η Εναγόμενη 2 ομιλεί αγγλικά. Δεν γράφει ούτε διαβάζει ελληνικά και ουδέποτε την άκουσε να ομιλεί ελληνικά. Ανάφερε ακόμα ότι μαζί με την Εναγόμενη 2 επισκέφθηκε 4 - 5 φορές τα γραφεία της Τράπεζας. Σε καμιά περίπτωση δεν ήταν μαζί τους ο Εναγόμενος
  11. Από την Τράπεζα ουδέποτε της δόθηκαν έγγραφα για να τα πάρει κάπου για να της τα εξηγήσουν και ποτέ δεν επισκέφθηκαν δικηγόρο στην Κύπρο. Στην Τράπεζα, και στην παρουσία του η Εναγόμενη 2 υπόγραψε κάποια έγγραφα. Ο υπάλληλος της Τράπεζας της μιλούσε στα ελληνικά. Όταν ο ίδιος την ρώτησε τί υπόγραψε, του απάντησε ότι δεν κατάλαβε και πως είχε υπογράψει γιατί της είπαν ότι είχαν συνεννοηθεί με τον Εναγόμενο
  12. Πέραν αυτής της περίπτωσης ο Porter αναφέρθηκε και σε περιπτώσεις που την άκουσε να μιλά ελληνικά σε ελληνικά καταστήματα στην Αγγλία και οι συνομιλητές της την διόρθωναν γιατί δεν είχε τη σωστή προφορά των λέξεων. Ο Porter ανάφερε ότι από το 2007 η Εναγόμενη 2 είχε διορίσει δικηγόρο τον κ.Κλαϊδη. Είπε, ακόμα, πως μερικές φορές επισκέφθηκε το γραφείο του κ.Κλαϊδη αλλά οι συζητήσεις ήταν για θέματα με τους «developers» και όχι για οποιαδήποτε έγγραφα της Τράπεζας. Ουσιαστικά, όμως, ανέτρεψε την αρχική του θέση ότι ποτέ δεν επισκέφθηκαν δικηγόρο στην Κύπρο. Το Τεκμ.43 είναι Ενορκη Δήλωση της Εναγόμενης 2 στην Ελληνική. Την ορκίστηκε προς υποστήριξη αίτησης ημερ. 17.11.2008 στην αγωγή 2656/2008 Ε. Δ. Λάρνακας που η Εταιρεία κίνησε εναντίον της Panayides. Ο Εναγόμενος 3 με δισταγμό αναγνώρισε την υπογραφή της. Σημειώνεται πως δεν υπήρχε αναφορά ότι την ορκίστηκε αφού το περιεχόμενο της της εξηγήθηκε σε κάποια άλλη γλώσσα. Ο Porter δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Επιστρατεύτηκε για να βοηθήσει την υπόθεση των Εναγομένων. Ηταν περιορισμένη η μαρτυρία του, ωστόσο δεν απέφυγε τις αντιφάσεις. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν επαρκείς γνώσεις της ελληνικής ώστε να μπορούν να συνεννοηθούν στα ελληνικά, αλλά και να διέλθουν ένα κείμενο στα ελληνικά και να κατανοήσουν περί τίνος επρόκειτο. Είχαν και σχετική εμπειρία αφού είχαν ανάλογη συνεργασία με την Τράπεζα και κατά το παρελθόν. Ζ. Η εμπλοκή του δικηγόρου Γιάννη Γεωργίου Το Τεκμ.21 είναι δύο επιστολές ημερ. 28.6.2010 που υπογράφονται από το δικηγόρο Γιάννη Γεωργίου (Μ.Ε.5). Ο δικηγόρος απευθυνόμενος προς την Τράπεζα βεβαιώνει και δηλώνει ότι εξήγησε στους Εναγόμενους 2 και 3 στην αγγλική γλώσσα τους όρους και νομικές συνέπειες 18 εγγράφων (που αφορούν το επίδικο δάνειο) που περιγράφονται στις επιστολές. Η αντεξέταση του Γεωργίου σε σχέση με τη δήλωση του ζητήθηκε από την υπεράσπιση δυνάμει των προνοιών του άρθρου 26
(2)του περί Απόδειξης Νόμου. Η θέση που υποβλήθηκε στον Γεωργίου ήταν ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ουδέποτε τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του και συνεπώς ότι δεν είναι αλήθεια ότι τους εξήγησε οποιοδήποτε έγγραφο. Ο Γεωργίου εργαζόταν τότε στο δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Κλαϊδης ΔΕΠΕ με επικεφαλής τον κ.Ανδρέα Κλαϊδη που ήταν και ο προσωπικός δικηγόρος των Εναγομένων. Κατά την επίσκεψη των Εναγομένων 2 και 3 στο δικηγορικό γραφείο ο κ.Κλαϊδης απουσίαζε, οπόταν εξήγησε ο ίδιος τα έγγραφα στους Εναγόμενους 2 και
  1. Γνωρίζει, όπως ανάφερε, απταίστως την αγγλική και τη χρησιμοποιεί αφού έχει πελάτες από την Αγγλία και άλλες ξένες χώρες. Εξήγησε, όπως υποστήριξε, τα έγγραφα και στο τέλος συνόψισε τις βασικές υποχρεώσεις δυνάμει του δανείου. Τους εξήγησε για το επιτόκιο και για τις υποθήκες. Η εικόνα που απεκόμισε το Δικαστήριο είναι ότι ο μάρτυρας υπερεκτιμά τις γνώσεις του στην Αγγλική. Δεν έδωσε την εικόνα ότι τα αγγλικά του είναι άπταιστα. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούσε να εξηγήσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από νομικά έγγραφα. Το γεγονός ότι δεν θυμόταν τη φυσιογνωμία των Εναγομένων 2 και 3, δεν ανατρέπει τη μαρτυρία του. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν πελάτες του κ.Κλαϊδη, ο ίδιος τους είδε σε μια μόνο επίσκεψη και ότι έξι χρόνια μετά δεν ήταν σε θέση να τους περιγράψει δεν εξυπακούει ότι δεν είχε μαζί τους τη συνάντηση που περίγραψε. Θυμόταν, όπως ανέφερε, ότι ήταν Κύπριοι της Αγγλίας. Ούτε ότι απέφυγε να αποδώσει στα αγγλικά τη λέξη «κυμαινόμενο», όπως του ζητήθηκε, σημαίνει ότι δεν εξήγησε τα έγγραφα επειδή αυτή η λέξη συναντάται σε κάποιο από αυτά. Περαιτέρω, το γεγονός ότι δεν θυμόταν ποιος του προσκόμισε τα έγγραφα που εξήγησε, κατά πόσο δηλαδή είχαν σταλεί από την Τράπεζα ή τα έφεραν οι Εναγόμενοι 2 και 3, είναι επίσης δικαιολογημένο. Είναι σημαντικό ότι ο Γεωργίου εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου των Εναγόμενων. Δεν επρόκειτο για δικηγόρο συνεργάτη της Τράπεζας ή που για την περίπτωση ενεργούσε ή εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της Τράπεζας. Ο Γεωργίου εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της επιλογής των Εναγομένων. Ουσιαστικά, οι Εναγόμενοι αρνούνται τη θέση των τότε δικηγόρων τους, θέση που δεν είναι πρόσκαιρη αλλά μαρτυρείται σε έγγραφο της εποχής που τους εκπροσωπούσαν. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του Γεωργίου ως αξιόπιστη και ειλικρινή. Ο Γεωργίου κανένα συμφέρον δεν είχε ώστε να υπογράψει το Τεκμ.21 και να μαρτυρήσει κατά τρόπο ευνοϊκό για την Τράπεζα, αν δεν ήταν αλήθεια ότι πράγματι εξήγησε στους Εναγόμενους 2 και 3 τα έγγραφα. Είναι συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα έγγραφα που αναφέρονται στο Τεκμ. 21, δηλαδή τα έγγραφα που αφορούν το επίδικο δάνειο εξηγήθηκαν στους Εναγόμενους 2 και 3 στην αγγλική. Στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων εγείρεται ζήτημα ότι η Τράπεζα είχε υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι η Εναγόμενη 2 θα ελάμβανε ανεξάρτητη νομική συμβουλή προτού υπογράψει ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων της Εταιρείας. Επικαλούνται την αγγλική υπόθεση Etridge (No.2) [2001] 3 W.L.R. 1021, όπου αναφέρθηκε ότι στην περίπτωση που η σύζυγος θα υπογράψει ως εγγυήτρια της εταιρείας της οποίας τις μετοχές κατέχει με το σύζυγο της, η Τράπεζα πρέπει να διερευνήσει το ζήτημα ακόμα και όταν η σύζυγος είναι διευθύντρια ή γραμματέας της εταιρείας. Η θέση τους προβάλλεται στη βάση της εισήγησης τους για απόρριψη της μαρτυρίας του Γεωργίου, επομένως εκθεμελιώνεται κατ΄ ακολουθία των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Περαιτέρω σημειώνεται ότι η Εναγόμενη 2 ήταν ήδη εγγυήτρια των υποχρεώσεων της Εταιρείας και ουσιαστικά δεν μεταβλήθηκε η προσωπική της έκθεση προς την Τράπεζα. Η. Η εκταμίευση του Δανείου και το χρεωστικό υπόλοιπο του σχετικού Λογαριασμού Το Τεκμ.23 είναι δέσμη καταστάσεων λογαριασμού του επίδικου δανείου αρ. 0575-13-
  2. Καταγράφονται το σύνολο των χρεώσεων και πιστώσεων του λογαριασμού από την έναρξη της λειτουργίας του μέχρι και την 2.2.
  3. Ο Σωφρονίου μαρτύρησε ότι η Τράπεζα διατηρούσε καθ΄ όλη την περίοδο των εργασιών της και καθ΄ όλη την περίοδο λειτουργίας του λογαριασμού του επίδικου δανείου βιβλίο τήρησης λογαριασμών για τον κάθε πελάτη σε ηλεκτρονική μορφή. Στον κάθε λογαριασμό γινόταν συνεχής ενημέρωση και καταχώρηση κάθε χρέωσης ή πίστωσης που γινόταν και τον αφορούσε. Το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο ήταν από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας στο οποίο οι καταχωρήσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και το οποίο φυλασσόταν και συνεχίζει να φυλάσσεται στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας. Βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Τράπεζας και σε αυτό έχουν πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί περιλαμβανομένου του ιδίου. Ο Σωφρονίου εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή τις καταστάσεις που παρουσίασε ως Τεκμ.
  4. Σύγκρινε τις καταχωρήσεις στις εκτυπωμένες καταστάσεις με τις καταχωρήσεις του τραπεζικού βιβλίου και διαπίστωσε ότι αυτές αποτελούν ορθή αποτύπωση του τραπεζικού βιβλίου. Από την αξιόπιστη μαρτυρία του Σωφρονίου, η οποία γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, ικανοποιείται το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου. Είναι, συνεπώς, οι Καταστάσεις αποδεκτές ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένοι σε αυτές. Αποδεκτό "ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ΄ αυτό", σημαίνει ότι εάν σε μια κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού παρουσιάζεται μια ανάληψη, αυτό που εκ πρώτης όψεως αποδεικνύεται με την παρουσίαση της κατάστασης ως αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου είναι ότι η ανάληψη έγινε νομότυπα, δηλαδή ότι αυτή πραγματοποιήθηκε από ή κατ΄ εξουσιοδότηση του δικαιούχου του λογαριασμού. Η αποδεικτική αξία του αντιγράφου του τραπεζικού βιβλίου δεν περιορίζεται στο ότι απλά καταγράφεται μια χρέωση που περιγράφεται ως ανάληψη, την οποία μπορεί υπάλληλος της τράπεζας να εισήξε στο βιβλίο για οποιοδήποτε λόγο. Αν ήταν έτσι, καμιά σημασία δεν θα είχαν οι πρόνοιες του άρθρου
  5. Επομένως, όπου οι Καταστάσεις λογαριασμών αναφέρονται σε αναλήψεις, μεταφορές, χρεώσεις κλπ, αυτό που εκ πρώτης όψεως αποδεικνύεται είναι ότι αυτές έγιναν νομότυπα. Και θα συνιστά εύρημα ότι έτσι συνέβηκε εκτός και αν οι Εναγόμενοι έπειθαν το Δικαστήριο ότι κάτι διαφορετικό συνέβηκε. Μεταφέρθηκε συνεπώς το βάρος στους ώμους των Εναγομένων, στην περίπτωση του λογαριασμού του Δανείου, να καταδείξουν ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του Δανείου ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό αυτό. (βλ. Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd,
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2357, 2375-6). Τέτοια μαρτυρία δεν προσφέρθηκε. Στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/2009, ημερ. 17.10.2014, σε σχέση με το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου αναφέρθηκε ότι: «Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπισή του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου.» Αναφέρθηκε ακόμα πως μετά την αποδοχή της κατάστασης ως τραπεζικό βιβλίο και την απουσία αντεξέτασης ή άλλης μαρτυρίας ως προς συγκεκριμένη καταχώρηση, το Δικαστήριο είχε ενώπιον του μόνο μία εκδοχή και δεν υπήρχε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν στην κατάσταση. Η Γεωργίου παρουσίασε έγγραφα που επιμαρτυρούν την εκταμίευση του δανείου προς την Εταιρεία. Παρουσιάστηκαν τέσσερα ζεύγη χρεωστικών και πιστωτικών σημειώσεων και οκτώ ημερολογιακά φύλλα (Τεκμ.28) που καταδεικνύουν τη μεταφορά από το λογαριασμό 0575-13—003899-00 του δανείου σε τέσσερεις άλλους λογαριασμούς της Εταιρείας που αφορούν συνολικό ποσό €605.
  1. Παρουσίασε, ακόμα, δύο επιστολές ημερ. 28.6.2010 της Εταιρείας (μέρος του Τεκμ.29), με τις οποίες εξουσιοδοτείται η Τράπεζα να χρεώσει το λογαριασμό του επίδικου δανείου με τέσσερα συγκεκριμένα ποσά που συμποσούνται σε €331.580 και να εξοφλήσει πλήρως άλλο δάνειο της με αρ. 0575-13-
  2. Όπως προκύπτει από το Τεκμ.5 το συγκεκριμένο δάνειο αφορούσε ποσό €280.000 περίπου. Τα δύο ποσά πλησιάζουν το ποσό του επίδικου δανείου και καλύπτουν πλήρως το ποσό των €605.000 που πράγματι εκταμιεύτηκε. Ο Εναγόμενος 3 αναγνώρισε την υπογραφή του στις επιστολές προβάλλοντας τη θέση ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο των επιστολών. Eίναι απλοϊκή η θέση των Εναγομένων ότι ουδέν ποσό έλαβαν από το επίδικο δάνειο, επειδή δεν τους παραδόθηκαν χρήματα σε μετρητά. Και αναμφίβολα κακόπιστα τέθηκε η θέση στα πλαίσια της προφανούς αντιμετώπισης τους να αμφισβητούν τα πάντα στην προσπάθεια τους να αποποιηθούν των υποχρεώσεων τους. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι το συνολικό πιο πάνω ποσό εκταμιεύτηκε σύμφωνα και με τους όρους της Συμφωνίας Δανείου. Η περί του αντιθέτου θέση των Εναγομένων είναι εντελώς ανυπόστατη. Στις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου είναι καταγραμμένες και οι καταθέσεις έναντι του χρεωστικού υπολοίπου. Ο Εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε πως ποτέ δεν έλαβε καταστάσεις του λογαριασμού από την Τράπεζα. Ακόμα και αν αυτό αληθεύει, πολύ προτού συνταχθεί η γραπτή του δήλωση θα πρέπει να ήταν στη διάθεση του, γιατί στην παρ. 27(β) της γραπτής του δήλωσης αναφέρει ότι η Τράπεζα δεν αφαίρεσε όλες τις πληρωμές που έγιναν έναντι του πραγματικά οφειλόμενου ποσού. Αυτή η θέση προβαλλόταν και στην Εκθεση Υπεράσπισης. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος 3 δεν υποστήριξε μια τόσο βασική θέση αναφέροντας «Είναι αυτά τα επιτόκια από την ασφάλεια». Περαιτέρω, στην παρ.27(γ) της δήλωσης του ισχυρίστηκε ότι η Τράπεζα απέσπασε και παράνομα οικειοποιήθηκε με παράνομες χρεώσεις ποσό €90.000, προφανώς αθροίζοντας τους επιβληθέντες τόκους. Όμως δεν είναι σοβαρή θέση ότι οι τόκοι ήταν παράνομοι. Κάποιος μπορεί να αμφισβητεί ίσως τους τόκους που δημιουργούνται στη βάση μεταγενέστερα αυξημένου επιτοκίου αλλά όχι το σύνολο των τόκων. Απάντησε: «Ηταν έξοδα ασφάλειας η επέκταση των επιτοκίων». Κατέστηκε πρόδηλο ότι ο Εναγόμενος 3 κακόπιστα ακολούθησε την τακτική της πλήρους αμφισβήτησης ελπίζοντας να επιτύχει κάποιο όφελος. Ετσι, κατέστησε τον εαυτό του πλήρως αναξιόπιστο. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι παρουσιασθείσες Καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με τη λειτουργία του, τις χρεοπιστώσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία. Θ. Ο Τερματισμός της Συμφωνίας Δανείου Τεκμήριο 16 είναι δέσμη τριών επιστολών ημερ. 5.3.2012 προς κάθε ένα από τους Εναγόμενους. Οι επιστολές αναφέρονται στο επίδικο δάνειο και σημειώνεται ότι το χρεωστικό του υπόλοιπο ήταν πλήρως καθυστερημένο και ανερχόταν σε €656.044,
  3. Καλείτο η πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία να το εξοφλήσει εντός τακτής περιόδου διαφορετικά η Τράπεζα θα τερμάτιζε τη Συμφωνία Δανείου και θα ζητούσε άμεση εξόφληση. Αναφερόταν ακόμη πως το υπόλοιπο θα επιβαρύνετο επιπρόσθετα με τόκο υπερημερίας 6% και άλλα έξοδα. Ανάλογου περιεχομένου ήταν και οι επιστολές προς τους Εναγόμενους 2 και 3 εγγυητές. Δεν υπήρξε ανταπόκριση, οπόταν, η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 7.9.2012 προς την Εταιρεία (μέρος του Τεκμ.17) τερμάτισε τη Συμφωνία Δανείου και απαίτησε την άμεση εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου που είχε φτάσει το ποσό των €712.723,
  4. Προειδοποιείτο η Εταιρεία ότι εάν δεν συμμορφωνόταν θα λαμβάνονταν εναντίον της δικαστικά μέτρα. Οσον αφορά το επιτόκιο υπερημερίας, αναφερόταν ότι θα ήταν στο 3%. Ανάλογου περιεχομένου ήταν και οι επιστολές προς τους Εναγόμενους 2 και 3 (μέρος του Τεκμ.17). Πληροφορούνταν ότι είχε υποβληθεί απαίτηση προς την πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία για εξόφληση και καλούνταν ως εγγυητές να εξοφλήσουν άμεσα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο. Και στις δύο περιπτώσεις, οι επιστολές προς την Εταιρεία στάληκαν στη διεύθυνση «Γρηγόρη Αυξεντίου Αρ.48, 7739, Ζύγι» ενώ οι επιστολές προς τους Εναγόμενους 2 και 3 στη διεύθυνση «7730 Αγιος Θεόδωρος, Σκαρίνου, Λάρνακα». Οι Εναγόμενοι με επιστολή ημερ. 2.11.2012 των δικηγόρων τους προς την Τράπεζα (Τεκμ.37) τερμάτισαν και αυτοί τη Συμφωνία Δανείου προβάλλοντας απαίτηση για απαλλαγή των εξασφαλίσεων. Στους δικηγόρους απάντησε η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 7.11.2012 (Τεκμ.38) επισημαίνοντας ότι η Συμφωνία Δανείου είχε ήδη τερματιστεί από την Τράπεζα. Όταν οι δικηγόροι των Εναγομένων επανήλθαν με επιστολή τους ημερ. 12.11.2012 (Τεκμ.39) προβάλλοντας τη θέση πως οι Εναγόμενοι ουδέποτε παρέλαβαν τις επιστολές της Τράπεζας ημερ. 7.9.2012, η Τράπεζα με επιστολή των δικών της δικηγόρων ημερ. 19.11.2012 (Τεκμ.40) προς τους δικηγόρους των Εναγομένων στην οποία επισυνάπτονται οι τρεις επιστολές ημερ. 7.9.2012 επανέλαβε τη θέση της. Την ίδια ημέρα οι δικηγόροι της Τράπεζας απέστειλαν επιστολές επισυνάπτοντας τις επιστολές ημερ. 7.9.2012 στους Εναγόμενους στις διευθύνσεις τους στην Κύπρο (Τεκμ.18). Ο Αυξεντίου μαρτύρησε ότι η διεύθυνση Γρηγόρη Αυξεντίου 48 στο Ζύγι είναι δική του. Ισως κάποιες επιστολές να παρέλαβε η γραμματέας του. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 που ήταν σύζυγοι ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι διευθυντές της Εταιρείας (Τεκμ. 2 και 3). Όπως ο Εναγόμενος 3 μαρτύρησε από το 2004 είναι σε διάσταση και από το 2006 διαζευγμένοι. Κατά τη θέση του ουδέποτε παρέλαβαν, αυτός ή η Εναγόμενη 2, τις επιστολές Τεκμ.16-18 εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμεναν στην Αγγλία. Ο Σωφρονίου μαρτύρησε πως οι επιστολές απεστάλησαν στη διεύθυνση που οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν δώσει στην Τράπεζα και πως αυτή τη διεύθυνση γνώριζε η Τράπεζα. Ακόμα πως οι επιστολές δεν επεστράφησαν από το ταχυδρομείο. Η Γεωργίου ανάφερε ότι η Τράπεζα γνώριζε ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν κάτοικοι Αγγλίας αλλά ότι αυτοί πηγαινοέρχονταν στην Κύπρο. Η Γεωργίου αποδέχτηκε ότι δύο επιστολές ημερ. 1.9.2011 που της υποδείχθηκαν (Τεκμ.32) ήταν επιστολές της Τράπεζας προς τον Εναγόμενο 3 που αποστάληκε στη διεύθυνση «Appartment 63, Macready House, 75 Crawford Street, London W1 H5 LP, United Kingdom». Αποδέχθηκε η Γεωργίου πως η Τράπεζα είχε και τη διεύθυνση αυτή. Στο Κλητήριο Ενταλμα στην αγωγή 3928/2012 Ε.Δ. Λάρνακας, που καταχωρίστηκε την 14.11.2012, η Εταιρεία, που εκεί ήταν ενάγουσα, καταγράφει ως τη διεύθυνση της την οδό Γρ.Αυξεντίου 48, 7739 Ζύγι, Λάρνακα (Τεκμ.41). Η ίδια διεύθυνση καταγράφεται για την Εταιρεία σε αίτηση ημερ. 17.11.2008 που καταχώρησε στην αγωγή 2556/2008 Ε.Δ. Λάρνακας (Τεκμ.43). Η Εταιρεία συστάθηκε το 2004 και είχε το εγγεγραμμένο γραφείο της στη διεύθυνση Γρηγόρη Αυξεντίου 48, Ζύγι, 7739, Λάρνακα. Η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της άλλαξε στη Θεμιστοκλή Δέρβη 41, Hawaii Tower, 7ος Οροφος, Διαμ 708, 1066, Λευκωσία, αλλά αυτό έγινε σε χρόνο μεταγενέστερο αυτού που ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας αγωγής. Στον όρο 10 της Συμφωνίας Δανείου αναφέρεται ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση βάσει της Συμφωνίας θα μπορούσε να δοθεί στον πελάτη γραπτώς με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στη Συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δώσει ο πελάτης προς την Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Αναφέρεται στην Barclays Bank Plc κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1726, 1733, πως καθ΄ όσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της συμβάσεως συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στην προκειμένη περίπτωση δεν μαρτυρήθηκε ότι γνωστοποιήθηκε αλλαγή διεύθυνσης, αλλά ότι η Τράπεζα γνώριζε και διεύθυνση των Εναγομένων 2 και 3 στην Αγγλία. Υπάρχει τεκμήριο ότι μια επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1906-7). Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Η παραπομπή από τους δικηγόρους των Εναγομένων στην Ενδιάμεση Απόφαση που αφορούσε στον παραμερισμό της επίδοσης δεν εξυπηρετεί. Εκεί ήταν ζήτημα συμμόρφωσης με τις νομοθετικές πρόνοιες που αφορούν στην επίδοση, όπου, η όποια διευθέτηση των μερών δεν μπορεί να έχει σημασία. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για το ζήτημα του τερματισμού συμφωνίας στη βάση των όρων που τα μέρη συμφώνησαν. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους στις ορθές διευθύνσεις και εφόσον αυτές δεν επιστράφηκαν από το Ταχυδρομείο τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν από αυτούς. Αναφορικά με την Εταιρεία, το γεγονός ότι οι διευθυντές της διέμεναν στο εξωτερικό δεν έχει σημασία. Αλλά ακόμα και για τους Εναγόμενους 2 και 3 ότι κατά το χρόνο που αποστάλησαν οι επιστολές δεν βρίσκονταν στην Κύπρο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τις παρέλαβαν. Το τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί αφού ο Εναγόμενος 3 ήταν πλήρως αναξιόπιστος. Η Συμφωνία Δανείου προνοούσε ότι «Εκτός αν η Τράπεζα ζητήσει άμεση εξόφληση το δάνειο να αποπληρωθεί το αργότερο μέχρι 20.6.2011». Ως εκ τούτου ο τερματισμός της Συμφωνίας Δανείου, για τον οποίο υπήρξε έντονη αντιπαράθεση, με τους δικηγόρους των μερών να ανταλλάσσουν επιστολές, δεν θα ήταν παράμετρος αναγκαία ώστε το χρεωστικό υπόλοιπο να καταστεί απαιτητό από την πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία και τους Εναγόμενους 2 και 3 εγγυητές και να μπορεί να καταχωριστεί αγωγή για την ανάκτηση του. Περαιτέρω, ο όρος 5 προνοούσε ότι: "Μόλις το προαναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος τούτου ήθελε απαιτηθεί από την Τράπεζα θα εξοφλείται και ο Πελάτης [η Εταιρεία] οφείλει να πληρώσει προς την Τράπεζα κάθε οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων...". Το Εγγυητήριο που υπόγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, και είναι ενσωματωμένο στην Συμφωνία Δανείου, προνοούσε ότι αυτοί εγγυούνταν κεχωρισμένα και αλληλέγγυα με την πρωτοφειλέτρια την πληρωμή του ποσού του Δανείου πλέον τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα μέχρι τελείας εξόφλησης. Στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, αποφασίστηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής χρέους ήταν ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Αναφέρθηκε ακόμα πως η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Για να είναι ο εγγυητής υπόχρεος να καταβάλει το χρέος και, συνεπώς, να μπορεί προς τούτο να εναχθεί, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. To χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του, και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή εάν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Στο Εγγυητήριο που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν υφίσταται τέτοια πρόνοια. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το χρεωστικό υπόλοιπο στο λογαριασμό του Δανείου ήταν πληρωτέο την 20.6.2011 και είχε περαιτέρω ρητά καταστεί απαιτητό την 7.9.2012 με τις επιστολές τερματισμού. Επομένως, η πρωτοφειλέτιδα Εναγόμενη 1 Εταιρεία είχε υποχρέωση να το εξοφλήσει. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυητές της είχαν επίσης υποχρέωση να το εξοφλήσουν χωρίς να απαιτείται να υποβληθεί προς αυτούς απαίτηση για την αποπληρωμή του από την Τράπεζα. Εντούτοις, τέτοια απαίτηση υποβλήθηκε από την Τράπεζα με τις προς αυτούς επιστολές ημερ. 7.9.2012 και επαναλήφθηκε με τις επιστολές προς του δικηγόρους τους. Σημειώνεται ότι όπως ο Εναγόμενος 3 μαρτύρησε την 2.11.2012 οι Εναγόμενοι τερμάτισαν τη Συμφωνία Δανείου. Εφόσον οι Εναγόμενοι επιχείρησαν τον τερματισμό χωρίς να διαφανεί ότι εδικαιούντο, ο αδικαιολόγητος εκ μέρους τους τερματισμός θα έδιδε το δικαίωμα στην Τράπεζα να θεωρήσει ότι διέρρηξαν τη συμφωνία δανείου. Αλλά δεν είναι σε αυτό που εδράζεται η Απαίτηση. Ι. Ο Τόκος Οι χρεώσεις των τόκων όπως και οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση σε λογαριασμούς πρέπει να είναι απότοκο των όρων των σχετικών συμφωνιών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Στον όρο 4 της Συμφωνίας Δανείου αναφέρεται ότι το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της Τράπεζας που ήταν τότε 4,25% προσαυξημένο κατά 3,25%, στο σύνολο 7,5% και πως ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε έξι μήνες την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, ότι η Τράπεζα δικαιούτο να μεταβάλλει, είτε να αυξάνει είτε να μειώνει, κατά την κρίση της και οποτεδήποτε και μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, μεταξύ άλλων, και το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων. Σημειώνεται ότι η αλλαγή ή επιβολή θα ήταν δεσμευτική για την Εταιρεία που θα λάμβανε γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Αναφερόταν, ακόμα, πως αν οποιοδήποτε ποσό που καθίστατο πληρωτέο δυνάμει της Συμφωνίας δεν πληρωνόταν την ημερομηνία που καθίστατο πληρωτέο η Εταιρεία θα πλήρωνε τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που το ποσό καθίστατο πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα οριζόταν από την Τράπεζα και θα κοινοποιείτο στην Εταιρεία. Σε άλλο σημείο του όρου 4 αναφερόταν ότι λεπτομέρειες για το ύψος του τόκου υπερημερίας και άλλες χρεώσεις παραδόθηκε την ημέρα της συμφωνίας στην Εταιρεία. Επρόκειτο για τον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων (Τεκμ. 6) τον οποίο οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπόγραψαν για λογαριασμό της Εταιρείας και που αποτελεί μέρος της Συμφωνίας Δανείου. Στην πρώτη σελίδα του Καταλόγου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι θα χρεώνεται επιπρόσθετο επιτόκιο 5,25% κατά τον τερματισμό του λογαριασμού. Το αρχικό επιτόκιο του 7,5% (βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων 4,25% πλέον περιθώριο 3,25%) μεταβλήθηκε σε 8% την 16.5.2011 και την 7.9.2012 με τον τερματισμό σε 10%. Παρουσιάστηκε ανακοίνωση της Τράπεζας στον τύπο, ημερ. 12.4.2011 (Τεκμ.22), με την οποία το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων αυξήθηκε από 4,25% σε 4,75%. Ετσι, το συνολικό επιτόκιο του 7,5% μετατράπηκε σε 8%. Αναφέρουν οι δικηγόροι των Εναγομένων ότι η δημοσίευση ουδέποτε περιέπεσε στην αντίληψη των Εναγομένων 2 και 3 αφού αυτοί ζούσαν στην Αγγλία. Επισημαίνεται ότι ο δανειολήπτης και «πελάτης» στη Συμφωνία Δανείου ήταν η Εναγόμενη 1, Κυπριακή εταιρεία με έδρα τη Λάρνακα, και πέραν τούτου ήταν όρος της Συμφωνίας Δανείου ότι η Εταιρεία θα δεσμευόταν με τέτοιου είδους ανακοίνωση. Επομένως, δεν δικαιολογείται το παράπονο των Εναγομένων. Σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας ο Σωφρονίου ανάφερε ότι η Τράπεζα έχει υπολογίσει τη ζημιά της και αντί του 5,25% περιορίζεται στο 2%, χωρίς όμως να δώσει λεπτομέρειες για τον τρόπο καθορισμού του ποσοστού αυτού. Ετσι, η αξίωση περιορίζεται σε 10% από την ημερομηνία του τερματισμού. Οι περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 προνοούν ότι (άρθρο 3): «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.» Το εδάφιο (1α) δεν ισχύει για την επίδικη περίπτωση όπου η Συμφωνία Δανείου τερματίστηκε την 5.3.
  1. Ισχύει το εδάφιο (1β). Όμως, και σε αυτήν την περίπτωση, ακόμα και όταν δεν διεκδικείται τόκος στη βάση επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2%, η είσπραξη τόκου στη βάση επιτοκίου υπερημερίας 2% δεν είναι δικαιωματική. Δεν υφίσταται κανένα αποδεικτικό τεκμήριο, όμως το πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθεί να έχει το βάρος να αποδείξει ότι το επιτόκιο υπερημερίας που επέβαλε αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά, εκτός και αν το ύψος του έχει συμφωνηθεί όπως στην προκειμένη περίπτωση. Στην Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010, ημερ. 8.7.2014, επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας 3% γιατί το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. Επομένως, ήταν συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας να χρεώνει με επιτόκιο υπερημερίας το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου εφόσον αυτό κατέστηκε πληρωτέο την 20.6.2011 και δεν είχε εξοφληθεί. Η Τράπεζα το απαίτησε αρχικά από 5.3.2012 και στη συνέχεια από 7.9.
  2. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Τράπεζα νομιμοποιείτο να χρεώνει τόκο υπερημερίας από τον τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου και δικαιούται σε τόκο υπερημερίας 2% που είναι ποσοστό μικρότερο από το συμβατικό. Επομένως η Τράπεζα δικαιούται στο συνολικό επιτόκιο του 10% από 7.9.
  3. Κ. Η Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €708.721,49 με τόκο προς 10% επί του ποσού των €698.171,35 από 7.9.2012 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, την 30.6 και την 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1 διατάττον την εκποίηση των υποθηκών Υ6209/2006 και Υ4473/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγόμενης 1 έναντι ή και προς ικανοποίηση του χρέους, τόκων και εξόδων και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς την Εναγόμενη
  4. Περαιτέρω, εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση ότι η Ενάγουσα έχει υπεισέλθει ως αποκλειστική δικαιούχος και δύναται να ασκεί όλα τα δικαιώματα της Εναγόμενης 1 που απορρέουν από τη συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της εταιρείας A. Panayides Constructing Public Ltd, ημερ. 24.5.
  5. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 2 διατάττον την εκποίηση των υποθηκών Υ2005/2004, Υ2006/2004 και Υ2003/2004 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγόμενης 2 έναντι ή και προς ικανοποίηση του χρέους, τόκων και εξόδων και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς την Εναγόμενη
  6. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 διατάττον την εκποίηση των υποθηκών Υ2004/2004 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων των Εναγομένων 2 και 3 έναντι ή και προς ικανοποίηση του χρέους, τόκων και εξόδων και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος προς τους Εναγόμενους 2 και
  7. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................ Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.